Ενάντια στον ανθρωπισμό (των κυρίων). (Βιβλιοκρισία) Εκτύπωση
Τεύχος 138, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2017


ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟ

(ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ)


Θανάσης Λάγιος, Βάσια Λέκκα και Γρηγόρης Πανουτσόπουλος, Διάχυση συνόρων, χάραξη σωμάτων, σημεία καταγραφής, εκδόσεις futura, Αθήνα, 2016


του Γιώργου Σωτηρόπουλου



«Η απόγνωση είναι φυσιολογική για αυτούς που δεν καταλαβαίνουν την αιτία του κακού, δεν βλέπουν καμία διέξοδο και δεν έχουν τη δύναμη να αγωνιστούν»


Με αυτήν τη φράση του Λένιν κλείνει ο πρόλογος του βιβλίου Διάχυση συνόρων, χάραξη σωμάτων, σημεία καταγραφής. Η ρήση δίνει τον τόνο για ό, τι ακολουθεί: ένα εγχείρημα κριτικής κατανόησης της ιστορικής συγκυρίας στην οποία βρισκόμαστε ως απαραίτητο κομμάτι μίας συνολικότερης αγωνιστικής στάσης ενάντια στην κρατούσα κατάσταση. Το βιβλίο δεν είναι «στρατευμένο» με τον τρόπο που ο Λένιν θα κατανοούσε την πολιτική δέσμευση μίας κριτικής θεωρίας. Αυτό είναι ένα σημείο που θα άξιζε να επανέλθουμε στη συνέχεια, καθώς λέει πολλά όχι για τους συγγραφείς (οι οποίοι άλλωστε μπορεί κάλλιστα να είναι πολιτικά στρατευμένοι) όσο για την ιστορική συγκυρία που βρισκόμαστε. Σε κάθε περίπτωση, η απουσία ρητής πολιτικής στράτευσης, ουδόλως μειώνει την κριτική ισχύ του βιβλίου, την αξίωση των συγγραφέων να στοχαστούν πάνω στο παρόν μη αποδεχόμενοι τις κυρίαρχες αφηγήσεις και θέτοντας υπό διερώτηση, τόσο τις προϋποθέσεις τους όσο και τους μηχανισμούς εξουσίας και γνώσης όπου αυτές οι αφηγήσεις εγγράφονται και τις οποίες νομιμοποιούν.

Το βιβλίο αποτελείται από δύο κείμενα. Το άρθρο των Βάσια Λέκκα και Γρηγόρη Πανουτσόπουλου «Ανάμεσα στα σύνορα: μετασχηματισμοί των μηχανισμών ελέγχου και διαχείρισης της μετανάστευσης» εστιάζει στο αποκαλούμενο «μεταναστευτικό πρόβλημα», που έχει βρεθεί στο διεθνές επίκεντρο τον τελευταίο χρόνο λόγω των διαβόητων «προσφυγικών ροών» από κράτη που μαστίζονται από τον πόλεμο. Το δεύτερο κείμενο από τον Θανάση Λάγιο «Ανθρωπιστική ή καπιταλιστική κρίση; Σκέψεις και (υπο)σημειώσεις γύρω από ένα (ψευτο)δίλημμα» θέτει ως αφετηρία και άξονα την έννοια της «κρίσης», η οποία έχει σημαδέψει όσο καμία άλλη την ιστορική συγκυρία, τουλάχιστον από το 2008 και μετά (και στην Ελλάδα ειδικά από το 2010, όταν ο τότε πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε από το Καστελόριζο ότι η χώρα βρίσκεται στο χείλος της καταστροφής και χρειάζεται επειγόντως διεθνής αρωγή για να επιτευχθεί η εθνική σωτηρία).1

Εκ πρώτης όψεως, ίσως να φαίνεται πως δεν υπάρχει κάποια άμεση σύνδεση ανάμεσα στα δύο κείμενα. Η εντύπωση είναι παραπλανητική. Καταρχάς, αρκεί μία πρόχειρη ανάγνωση των κειμένων για να δείξει τις κοινές θεωρητικές τους αναφορές και καταβολές. Τα δύο κείμενα κινούνται στον ίδιο θεωρητικό ορίζοντα και μέσα από μία εφάμιλλη θεωρητική οπτική η οποία διαμορφώνεται από τη χρήση ορισμένων εκ των σημαντικότερων στοχαστών της σύγχρονης κριτικής θεωρίας (Φουκώ, Ντερριντά, Αγκάμπεν κ.ά.). Οι κοινές αναφορές συνδέονται και με το γεγονός ότι τα κείμενα μιλάνε μία κοινή γλώσσα. Χωρίς ποτέ να γίνεται βαριά, η γλώσσα τους είναι ιδιαίτερα προσεγμένη, με ζυγισμένη την κάθε λέξη, κάτι που σίγουρα δεν είναι τυχαίο, καθώς τα κείμενα εντάσσονται σε μία θεωρητική παράδοση στην οποία η γλώσσα αποτελεί οριακά την ίδια τη σκέψη. Αυτά τα σημεία σύνδεσης οδηγούν και σε έναν κοινό θεμελιακό παρονομαστή στο επίπεδο του περιεχομένου, ο οποίος κάνει το βιβλίο ένα ενιαίο (μέσα στη διαφορετικότητα και ενικότητα των κειμένων) έργο. Όπως τονίζεται στον Πρόλογο,


«Σκοπός των κειμένων […] μέσω των ερωτημάτων που θέτουν, είναι να συνεισφέρουν στο άνοιγμα της συζήτησης εντός του ιστορικού πλαισίου μίας κατάστασης, που φαντάζει, εκ πρώτης όψεως, εξόχως απελπιστική».2


Εντός αυτής της κοινής προβληματικής αναδύεται και ένας κοινός στόχος, για την ακρίβεια μία στοχευμένη κριτική στον «ανθρωπισμό» που ευδοκιμεί ως τρόπος προσέγγισης, πρόσληψης και αναπαράστασης της κοινωνικής πραγματικότητας, είτε μιλάμε για συγκεκριμένα φαινόμενα, όπως το «μεταναστευτικό», είτε για ευρύτερα ιστορικά σημαίνοντα όπως η «κρίση».

Από τη σκοπιά μιας κριτικής («αριστερίζουσας») θεωρίας, η παραδοσιακή αντιμετώπιση του ανθρωπιστικού λόγου που πηγάζει από τις άρχουσες πολιτικές τάξεις και ελίτ είναι η καταγγελία του ψευδεπίγραφου χαρακτήρα του. Πράγματι, είναι τόσο κραυγαλέο το χάσμα μεταξύ ανθρωπιστικής ρητορικής και πραγματικών πολιτικών διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών, που η καταγγελία αυτή είναι όχι απλά εύλογη, αλλά απαραίτητη. Από την άλλη, ακριβώς επειδή η απόκλιση είναι τόσο κραυγαλέα που γίνεται χυδαία, δεν μπορούμε παρά να ρωτήσουμε κατά πόσο η αποκάλυψή της έχει κάποια ουσιαστική δύναμη αλλαγής. Ποιος άραγε είναι ο ρόλος της ideologie-critique σε μία εποχή στην οποία η κυρίαρχη ιδεολογία καταγγέλλεται ασταμάτητα από την ίδια τη βιομηχανία του θεάματος; Όπως και να έχει, το σίγουρο είναι ότι η αποκήρυξη του κυρίαρχου ανθρωπισμού με όρους συσκότισης ή παραγνώρισης της πραγματικότητας εγγράφεται σε μία πολιτική οντολογία που ταυτίζοντας την Εξουσία με το Ψέμα και την χειραφέτηση με την Αλήθεια υποτιμάει την παραγωγική διάσταση της εξουσίας.3 Ακολουθώντας τα χνάρια του Φουκώ, τα δύο κείμενα εστιάζουν ακριβώς στη λειτουργικότητα του όψιμου ανθρωπιστικού λόγου και όχι στα ψεύδη του. Έτσι, αντί να τον καταγγείλουν αντιπαραβάλλοντας την ίδια στιγμή έναν άλλο «πραγματικό» ανθρωπισμό, προσπαθούν να αναδείξουν τον τρόπο που εγγράφεται σε ένα συνολικότερο δίκτυο εξουσίας-γνώσης το οποίο κάνει πολύ περισσότερα από το να καταστέλλει: αξιολογεί, ταξινομεί, διαφοροποιεί, ταυτοποιεί, πειθαρχεί, ελέγχει…

Αν και «το προσφυγικό» έχει υποχωρήσει σε σχέση με το καλοκαίρι, συνεχίζει να απασχολεί τα ελληνικά ΜΜΕ κυρίως μέσα από εικόνες εξαθλίωσης (φυσικά μαζί και «αγανακτισμένων κατοίκων») οι οποίες συνοδεύονται από σπαραχτικούς λόγους για το δράμα των «προσφύγων» (αν και όχι συνήθως των «μεταναστών», ειδικά αν είναι «παράνομοι»). Χωρίς να αγνοούν την αφοπλιστική δύναμη της εικόνας ενός πνιγμένου παιδιού, οι Λέκκα και Πανουτσόπουλος ρωτάνε για τη σχέση του όψιμου αυτού ανθρωπισμού με τις κυρίαρχες πολιτικές διαχείρισης των ροών μετανάστευσης και τους δαιδαλώδεις μηχανισμούς που τις υλοποιούν.


«Τελικά αυτός ο κόσμος που συνηθίζεται να αναπαρίσταται “ως ένας κόσμος χωρίς σύνορα” από ποιους/ες και για ποιους/ες, έχει δομηθεί; Ποιο είναι το τίμημα που καλούνται καθημερινά να πληρώσουν οι μετανάστες και οι μετανάστριες για να μπορεί αυτός ο άλλος κόσμος να είναι εφικτός για όσους και όσες έχουν υποκειμενοποιηθεί και πιστοποιηθεί ως “σώματα με σημασία”; Μέσα από ποιες ιστορικές διαδικασίες στο πλαίσιο της νεωτερικής βιοπολιτικής εξουσίας, αυτής της “αναδοχής της ζωής από την εξουσία” που έχει σημαδέψει τις δυτικές κοινωνίες από τα τέλη του 18ου αιώνα, έχουν καταστεί συγκροτητική συνθήκη της πραγματικότητάς μας τα άψυχα κορμιά των μεταναστών/τριών στον βυθό των ευρωπαϊκών θαλασσών και στα δύσβατα χερσαία μονοπάτια, αυτά τα “πτώματα χωρίς θάνατο”, αυτοί οι “μη-άνθρωποι” των οποίων ο θάνατος ανάγεται απλώς “σε ένα ζήτημα της αλυσίδας παραγωγής”; Και ποια μπορεί να είναι τελικά η απάντησή μας απέναντι στον “ανθρωπιστικό” λόγο που σπεύδει πάντα να αρθρώνεται μετά από τραγωδίες, όπως αυτή της Lampedusa το 2013, την ίδια στιγμή που σχεδιάζονται, αποφασίζονται, και επικροτούνται νέα, σκληρότερα μέτρα ελέγχου και καταστολής […]»;4


Μέσα από μία εμπεριστατωμένη και πλούσια ανάλυση καταδεικνύουν ότι πρόκειται για μία σχέση οργανική, ότι η «βιομηχανία πένθους» αποτελεί κομμάτι μίας ορθολογικής διαχείρισης πληθυσμών η οποία εγκλωβίζει «τις ζωές που περισσεύουν· ζωές που, κατά καιρούς, θα μετατρέπονται σε εργατικές εφεδρείες της Δύσης και θα “απελευθερώνονται” σταδιακά ανάλογα με τις οικονομικές ανάγκες και τις πολιτικοκοινωνικές συγκυρίες».5 Οι συγγραφείς τονίζουν ότι το περιεχόμενο των μορφών διαχείρισης του μεταναστευτικού είναι βαθιά ρατσιστικό και σε αρμονία με τις ανάγκες συσσώρευσης και κερδοφορίας του κεφαλαίου. Έτσι, υποδεικνύεται η σχέση ρατσισμού ως σύστημα λόγου και καπιταλισμού ως τρόπου οργάνωσης της παραγωγής και ευρύτερα της κοινωνικής ζωής. Το κείμενο καταλήγει, έτσι, σε μία οξυδερκή διάγνωση που εντάσσει το «μεταναστευτικό» στο πραγματικό του ιστορικό πλαίσιο:


«Εντός ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου φαινομενικά χωρίς σύνορα […], είναι οι μετανάστες/τριες, μαζί με άλλες κοινωνικές ομάδες που διαρκώς πληθαίνουν, των οποίων τα σώματα μετατρέπονται σε κατεξοχήν αντικείμενο των μηχανισμών μίας βιοπολιτικής εξουσίας που ορθώνει σύνορα, όρια, και τείχη απέναντι, γύρω και μέσω αυτών».6


Αν η προσφυγική κρίση έχει εν πολλοίς κατασκευαστεί ως κρίση μέσα από τα κανάλια των κυρίαρχων μηχανισμών εξουσίας-γνώσης, μήπως κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να ειπωθεί και για την ευρύτερη κρίση που λέγεται ότι οι καπιταλιστικές κοινωνίες, και ειδικά κράτη όπως το ελληνικό, βρίσκονται; Είναι τόσο πανθομολογούμενη η διαπίστωση ότι υπάρχει κρίση που η αμφισβήτησή της μπορεί να μοιάζει περίεργη. Για να είμαστε σίγουροι, το επίδικο του κειμένου του Λάγιου δεν είναι να αμφισβητηθούν τα γεγονότα ή τα φαινόμενα που στοιχειοθετούν την κρίση π.χ. ότι κατέρρευσε το 2008 η αγορά ακινήτων ή ότι υπάρχει κρίση υπερσυσσώρευσης. Αυτό που το κείμενο στηλιτεύει είναι το γεγονός ότι


«το σημαίνον κρίση δεν ιστορικοποιείται ούτε εξετάζεται κριτικά […] αλλά επαναλαμβάνεται μονότονα στοιχειώνοντας το μυαλό των ζωντανών-νεκρών του ύστερου καπιταλισμού, σαν η επίκλησή του και μόνο να αρκεί για να μας πληροφορήσει για κάτι περισσότερο από το προφανές, αφετέρου για να μας κατατάξει στο σωστό στρατόπεδο».7


Αυτό που ακολουθεί της διαπίστωσης είναι ένα tour de force θεωρητικής ανάλυσης γεμάτο γόνιμες ιδέες και υποδείξεις, ενώ κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης παρελαύνει ένας εντυπωσιακός όγκος αναφορών και διανοητών. Είναι αδύνατο να χωρέσει σε δύο προτάσεις αυτός ο θεωρητικός και αναλυτικός πλούτος. Πάντως, υπάρχει μία ορισμένη σταθερή προβληματική που διαπερνά το κείμενο: η προσπάθεια να υποδειχθούν δομικές όψεις και ιστορικές συνάφειες που θα επιτρέψουν το «σημαίνον κρίση» να κατανοηθεί πέρα από τα όρια ενός ανθρωπιστικού λόγου που εστιάζει στα ηθικά σφάλματα του καπιταλισμού.

Αν, όμως το σημαίνον «κρίση» δεν ιδωθεί ως θεωρητική γαρνιτούρα που απλώς καλύπτει την άγνοιά μας, την αμηχανία και την αδυναμία μας να ιστορικοποιήσουμε το παρόν μας, όπως προειδοποιεί ο Φουκώ, τότε θα πρέπει να μη φοβηθούμε να μπούμε στο ψητό και να θυμηθούμε κάποιες ιστορικές λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν την κενότητα της επίκλησης του σημαίνοντος «κρίσης» ως πολιτικής και θεωρητικής λύδιας λίθου.


«Ή να λάβουμε υπόψη στα σοβαρά […] ότι τελικά η κενή επίκληση και ηθικολογία περί “κρίσης” και “έκτακτης ανάγκης” συνέβη κατά αντίστοιχο τρόπο και μετά το κραχ του 1929 στο πλαίσιο της διαμάχης μεταξύ Keynes και Hayek όταν οι δύο προσπάθησαν να διασώσουν τη φιλελεύθερη τάξη της αστικής δημοκρατίας από τον εκτροχιασμό, αν και με διαφορετικό τρόπο ο καθένας».8


Την ίδια στιγμή όμως δεν προκρίνεται μία (εξίσου μη-κριτική εν τέλει) επιστήμη του κοινωνικού. Αντιθέτως, το κείμενο προσπαθεί να υποδείξει τους ιστορικούς δεσμούς του επιστημονικού λόγου με πραγματικές ιστορικές διαδικασίες κυριαρχίας. Πάντως, η κύρια στόχευση του κειμένου παραμένει η κριτική της διαδεδομένης ιδέας ότι ζούμε μία κρίση που προκλήθηκε από τα ηθικά σφάλματα, είτε των ολίγων είτε των πολλών.


«Καταλαβαίνει […] κανείς ότι ούτε η ανθρωπιστική κρίση πρόσβαλε τη Γηραιά Ήπειρο τα τελευταία χρόνια ούτε η κρίση αξιών στον ελλαδικό χώρο είναι ιδιάζον γνώρισμα της αποκαλούμενης “Μεταπολίτευσης”· ότι ούτε η “απληστία” και η “ασυδοσία” των κερδοσκόπων, ούτε η “διαφθορά” και η “τεμπελιά” των Ελλήνων αρκούν είτε για να ερμηνεύσουν είτε – ακόμα περισσότερο – για να προκαλέσουν την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια: πρόκειται, αντίθετα, για μία δομική λειτουργία που έχει μακρά ιστορία».9


Αναμενόμενα, το κείμενο στηλιτεύοντας την αφέλεια να θεωρείται η κοινοτοπία ότι ο «βασιλιάς είναι γυμνός» ως «ύψιστη πολιτική κριτική» καταλήγει με την περίφημη διαπίστωση του Φουκώ από τον πρώτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας: «Το κεφάλι του Βασιλιά δεν κόπηκε ακόμα στο πλαίσιο της πολιτικής ανάλυσης και σκέψης».10

Έχοντας συνοψίσει, στον βαθμό που είναι δυνατό, αυτά που θεωρώ βασικά σημεία των δύο κειμένων, θα κλείσω με κάποιες σύντομες κριτικές παρατηρήσεις. Όσον αφορά το πρώτο κείμενο, η ανάδειξη των «ορθολογικοτήτων» που δομούν τους κυρίαρχους μηχανισμούς εξουσίας δεν συνοδεύεται και από την υπογράμμιση των αντιφάσεών τους. Έτσι, οδηγούμαστε στην εικόνα μίας άρτιας «μεγα-μηχανής» που φαίνεται να αφήνει περιθώρια για αντιστάσεις, αλλά όχι για χειραφέτηση. Παράλληλα με αυτό το σημείο, τίθεται το ζήτημα της μετανάστευσης ως πρακτικής. Οι Λέκκα και Πανουτσόπουλος αναγνωρίζουν, επικυρώνοντας τη ντελεζιανή αρχή για τον πρωταρχικό χαρακτήρα της αντίστασης, 11 ότι ήταν οι ίδιες οι μεταναστευτικές ροές που οδήγησαν στην κατασκευή της «προσφυγικής κρίσης». Κατά αυτόν τον τρόπο υπονοείται ξεκάθαρα ότι η μετανάστευση δεν είναι μόνο πράξη απελπισίας αλλά και πράξη που αποσταθεροποιεί τις υφιστάμενες δομές κυριαρχίας και τους κώδικές τους. Αν και βεβαίως, οι στοχεύσεις του κειμένου είναι άλλες, θεωρώ ότι μία μεγαλύτερη επιμονή στην ανάδειξη της θετικότητας της μετανάστευσης θα έκανε την ανάλυση πιο ισορροπημένη.

Με παρόμοιο τρόπο, το κείμενο του Λάγιου υπερτονίζει τον καθολικό χαρακτήρα του αιτήματος για ασφάλεια. Αν είχαμε μόνο το κείμενο αυτό ως πηγή πληροφόρησης δεν θα μαθαίναμε ότι υπήρξαν κινήματα αντίστασης, τα οποία για κάποια χρόνια αναζωπυρώσανε το πολιτικό μας φαντασιακό, παρά τις αδυναμίες και τα όριά τους. Αυτή η σχετική σιωπή ίσως σχετίζεται και με την τάση του κειμένου να εστιάζει σε μακρο-ιστορικές συνάφειες και δομικές σχέσεις. Δεν αμφισβητείται εδώ η σημασία της ανάδειξης τέτοιων δομών και συναφειών. Απλά, αν δεν συμπληρωθούν από μία ανάλυση που θεωρητικοποιεί με θετικό τρόπο την υποκειμενική εμπειρία των κινημάτων, υπάρχει ο κίνδυνος να καταλήγει να θεωρείται η ίδια η θεωρία ως η ύψιστη ριζοσπαστική πράξη επειδή μόνο αυτή υποτίθεται ότι καταλαβαίνει την πραγματικότητα χωρίς παρωπίδες και αυταπάτες.12

Οι παρατηρήσεις αυτές δεν μειώνουν στο ελάχιστο την αξία του βιβλίου. Ζούμε σε μία εποχή (αλλά και σε ένα κοινωνικό σύστημα) όπου η κριτική σκέψη όχι μόνο βάλλεται πανταχόθεν αλλά, και στο όνομα ενός κομφορμιστικού ρεαλισμού, ευτελίζεται από ανθρώπους που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν βασικοί εκφραστές της. Σε μία τέτοια συγκυρία, η ανάδειξη καίριων ερωτημάτων και προβληματικών έχει μεγάλη σημασία, όσο μικρό και αν μοιάζει να είναι το κοινό που απευθύνονται. Ακόμα και η αναγνώριση ενός αδιέξοδου είναι προτιμότερη. Στην τελική, αν όντως υπάρχει κάποιο (παροδικό έστω) αδιέξοδο, αυτό αφορά συνολικά τις πολιτικές δυνάμεις που στρατεύονται στον σκοπό της κοινωνικής χειραφέτησης, και όχι στο όποιο μεμονωμένο βιβλίο. Από αυτήν τη σκοπιά είναι προς τιμή των συγγραφέων ότι αποφεύγουν να κλείσουν τα κείμενά τους με ευχολόγια και εύκολες προτροπές χωρίς αποδέκτη. Δεν αντιστοιχεί άλλωστε σε ένα βιβλίο να λύσει τα πολιτικά προβλήματα που η συγκυρία θέτει. Αυτό ανήκει στη δικαιοδοσία μίας συλλογικής σκέψης και πρακτικής. Η θεωρία μπορεί να συνεισφέρει στην κριτική εμβάθυνση και στον εννοιολογικό εμπλουτισμό της πρόσληψης του παρόντος. Όσες επιμέρους διαφωνίες και αν υπάρχουν με τη θεωρητική προσέγγιση των δύο κειμένων του βιβλίου, το Διάχυση συνόρων, χάραξη σωμάτων, σημεία καταγραφής παραμένει μία πολύτιμη προσθήκη στο μωσαϊκό της σύγχρονης κριτικής θεωρίας.



1 Ειρήσθω εν παρόδω, αξίζει να σημειωθούν τα πολλαπλά επίπεδα λειτουργικότητας της ανακοίνωσης του τότε πρωθυπουργού ως συμπύκνωση του τρόπου διαχείρισης της κρίσης από τα πάνω. Την ίδια στιγμή που επικαλείται το έθνος-κράτος ως ενιαίο οργανισμό που επιδέχεται «σωτηρία», νομιμοποιείται και η Ευρωπαϊκή Ένωση ως η ευρύτερη οικογένεια της οποίας η Ελλάδα πρέπει να είναι μέλος για να είναι υγιής (δηλαδή να σωθεί).

2 «Πρό-λογος», Διάχυση συνόρων, χάραξη σωμάτων, σημεία καταγραφής: 8.

3 Η πιο γνωστή φυσικά διατύπωση της εν λόγω θέσης είναι από τον Φουκώ. Βλ. «Αλήθεια και εξουσία», Εξουσία, γνώση και ηθική, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, Αθήνα: ύψιλον, 1987: 11-38.

4 Β. Λέκκα και Γ. Πανουτσόπουλος, «Ανάμεσα στα σύνορα: μετασχηματισμοί των μηχανισμών ελέγχου και διαχείρισης της μετανάστευσης», Διάχυση συνόρων, χάραξη σωμάτων, σημεία καταγραφής: 13.

5 Όπ.π.: 33.

6 Όπ.π.: 69.

7 Θ. Λάγιος, «Ανθρωπιστική ή καπιταλιστική κρίση; Σκέψεις και (υπο)σημειώσεις γύρω από ένα (ψευτο)δίλημμα», Διάχυση συνόρων, χάραξη σωμάτων, σημεία καταγραφής: 87.

8 Όπ.π.: 97.

9 Όπ.π.: 100.

10 Όπ.π.: 164.

11 Βλ. G. Deleuze, Φουκώ, μτφρ. Τ. Μπέτζελος, Αθήνα: Εκδόσεις Πλέθρον, 2005.

12 Το σημείο αυτό έχει τονιστεί εδώ και αρκετό καιρό, αναφορικά με την αποδόμηση που εισήγαγε ο Ντεριντά, από τον TerryEagleton, The Function of Criticism : From the Spectator to Post - Structuralism, London: Verso, 1984: 99 κ.εξ.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή