Ξαναδιαβάζοντας το Κεφάλαιο στα 150! Εκτύπωση
Τεύχος 139, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2017


ΞΑΝΑΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ

ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΣΤΑ 150!1


του Παναγιώτη Σωτήρη


Το ίδιο το γεγονός ότι 150 χρόνια μετά τη δημοσίευση του 1ου τόμου του Κεφαλαίου του Καρλ Μαρξ, το συζητάμε ακόμη είναι απόδειξη της θεωρητικής σημασίας του αλλά και μια υπενθύμιση ότι ακόμη ζούμε σε έναν κόσμο που τον σφραγίζουν οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις.

52 χρόνια πριν, το Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο2 , που δημοσιεύτηκε πριν από τις μεγάλες συζητήσεις για τη θεωρία της αξίας από τη δεκαετία του 1970 και μετά, εκκίνησε όντως ένα νέο τρόπο να διαβάζουμε το Κεφάλαιο. Να διαβάζουμε όχι μόνο το κείμενο και το συγκείμενο του Κεφαλαίου, με έναν κλασικό εξηγητικό ή ερμηνευτικό τρόπο, αλλά και τις σημασιολογικές μετατοπίσεις, τις απουσίες, τις σιωπές και τα κενά του κειμένου, με σκοπό να δούμε το κείμενο ως ένα πεδίο σημασιολογικών και αναλυτικών δυναμικών, αντιφατικών ή συγκρουόμενων σε ορισμένες περιπτώσεις.

Το Να διαβάζουμε το Κεφάλαιο επίσης εισήγαγε μια διαφορετική πρακτική της φιλοσοφίας, παρουσιάζοντας την πρακτική της φιλοσοφικής ανάγνωσης («Διαβάσαμε το Κεφάλαιο ως φιλόσοφοι», λέει ο Αλτουσέρ) ως μια παρέμβαση σε αυτές τις αντιφατικές κειμενικές, σημασιολογικές και αναλυτικές δυναμικές. Αν και ο ίδιος ο Αλτουσέρ επρόκειτο να διατυπώσει τη σύλληψη της φιλοσοφίας ως πολιτική παρέμβαση (και αργότερα ως ταξική πάλη σε τελική ανάλυση)3 στη θεωρία, σε αντίθεση με αυτό που όρισε ως τον θεωρητικισμό του Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο, με αυτόν τον θεωρητικισμό να παίρνει τη μορφή της σύλληψης της «εξαγωγής» μιας επιστημονικής φιλοσοφίας της επιστήμης (της «Θεωρίας της θεωρητικής πρακτικής») που ήδη υπάρχει σε «πρακτική» μορφή μέσα στο Κεφάλαιο, μπορούμε να πούμε ότι ένα βασικό παράδειγμα μιας πολιτικής παρέμβασης στη θεωρία από τη μεριά του Αλτουσέρ και των συνεργατών του μπορεί να βρεθεί στα κείμενά τους στο Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο. Και μιλώ για πολιτική παρέμβαση, ακριβώς γιατί την απόπειρα για μια νέα μαρξιστική ανάγνωση του Κεφαλαίου, ως του τόπου μιας επιστημολογικής τομής για μια ιδιαίτερα πρωτότυπη θεωρία του καπιταλισμού, δεν την συνέλαβε μόνο ως μια θεωρητική διαδικασία αλλά ως ένα πολιτικό διακύβευμα, μια μη οικονομιστική, αντιανθρωπιστική, αντιτελεολογική και αντιμεταφυσική θεωρία του καπιταλισμού ως το θεωρητικό έδαφος για μια αριστερή κριτική του σταλινισμού, και για μια ανανέωση της επαναστατικής στρατηγικής στους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς.

Θα ήθελα να προτείνω ότι μπορούμε να επιμείνουμε σε αυτό το είδος ανάγνωσης ακόμη και εάν τώρα μπορούμε να πούμε, χωρίς φόβο να κατηγορηθούμε ως αιρετικοί, ότι το Κεφάλαιο του Μαρξ είναι ένα «στέρεο θεμέλιο» για τη μαρξιστική θεωρία ακριβώς επειδή είναι ανολοκλήρωτο, άνισο, αντιφατικό, γεμάτο μεταφυσικά και ιδεαλιστικά στοιχεία και γεμάτο από σημεία και συλλήψεις που στην πραγματικότητα απλώς δεν στέκουν.

Λέγοντας κάτι τέτοιο δεν επιθυμούμε να ενταχθούμε στην ατέρμονη σειρά των αρνητών του Μαρξ. Αντίθετα, θα ήθελα να επιμείνω ότι είναι ακριβώς εξαιτίας αυτού του αντιφατικού, ανολοκλήρωτου και με αρκετά λάθη χαρακτήρα που έχει το Κεφάλαιο, που παραμένει το αναντικατάστατο σημείο αναφοράς για οποιαδήποτε θεωρητικοποίηση του καπιταλισμού. Θα ήθελα ακόμη να προσθέσω ότι είμαστε πλέον πολύ πιο συνηθισμένοι στην ιδέα ότι ορισμένες μορφές θεωρητικοποίησης μπορούν να πάρουν μόνο τη μορφή ανολοκλήρωτων έργων-σε-εξέλιξη. Ένα κοντινό παράδειγμα είναι η αναμέτρηση του Γκράμσι με τη θεωρητικοποίηση της ηγεμονίας και της επαναστατικής στρατηγικής στα Τετράδια της Φυλακής.4 Είναι η ίδια η περιπλοκότητα του κριτικού κοινωνικού στοχασμού και το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποιο «Αρχιμήδειο σημείο», καθώς η ίδια θεωρία είναι τμήμα του πεδίου του κοινωνικού ανταγωνισμού, που κάνουν αναγκαίο τέτοιες προσπάθειες να είναι κατά τάση ανολοκλήρωτες, αντιφατικές και βαθιά πειραματικές. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα, εάν όντως προσπαθούμε να ανοίξουμε νέους θεωρητικούς δρόμους. Για να χρησιμοποιήσω μια ιστορική αναλογία, εάν ο κομμουνισμός είναι η ενεργή αλλά υποτελής τάση, το «υπόγειο ρεύμα» μέσα στον κοινωνικό ανταγωνισμό, με ανάλογο τρόπο η δυνατότητα να θεωρητικοποιηθεί ο καπιταλισμός από τη μεριά αυτών που υφίστανται την εκμετάλλευση είναι το υποτελές θεωρητικό στοιχείο, αυτό που μπορεί να έρθει στο προσκήνιο μόνο μέσα από έναν σκληρό αγώνα στο πεδίο μάχης, το Kampfplatz της θεωρίας και της ιδεολογίας, αγώνα που αφήνει πολλά χνάρια πάνω στο ίδιο το σώμα της επιστήμης.5

Ωστόσο, ο ανολοκλήρωτος χαρακτήρας του Κεφαλαίου του Μαρξ οφείλεται και σε έναν ακόμη λόγο. Έχει να κάνει με το ότι ο καπιταλισμός δεν είναι ένα «σύστημα», ή τουλάχιστον δεν είναι με την «οργανική» σημασία που αυτός ο όρος απέκτησε στην κοινωνική θεωρία στον 19ο και τον 20ο αιώνα. Ο Μαρξ σε μια φράση που κατά κάποιο τρόπο υπονομεύει την ίδια την έννοια της ουσίας όπως προέρχεται από τη φιλοσοφική παράδοση επέμεινε, στις Θέσεις για τον Φόιερμπαχ, ότι η ανθρώπινη ουσία, στην ενεργή πραγματικότητά της, είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων.6 Κατά ανάλογο τρόπο η ουσία του καπιταλισμού είναι το σύνολο των ενικών σχέσεων, ιστοριών και ανταγωνισμών που τείνουν να (ανα)παράγουν την κοινωνική πραγματικότητα. Και για να παραφράσουμε τον Αλτουσέρ δεν υπάρχει η δυνατότητα μιας «τομής ουσίας» σε αυτό το σύνολο ακόμη και στο επίπεδο στο οποίο αναφέρεται το Κεφάλαιο.

Με αυτή την έννοια, είμαστε τώρα σε μια πολύ καλύτερη θέση όντως να δούμε ότι ορισμένες από τις απαντήσεις που έδωσε ο Μαρξ είναι στην πραγματικότητα ανοιχτά ερωτήματα και κόμβοι για την ανάπτυξη της θεωρίας. Και μπορούμε να το κάνουμε αυτό ακριβώς με το να παραμείνουμε μέσα στο νέο πεδίο, την νέα επιστημονική ήπειρο που άνοιξε ο Μαρξ.

Ας δούμε τώρα μερικά από αυτά τα ανοιχτά ερωτήματα:

Πρώτα από όλα έχουμε το ανοιχτό ερώτημα για την ίδια την έννοια της εκμετάλλευσης. Ο Αλτουσέρ προειδοποιούσε ενάντια σε κάθε «αριθμητική» ή «λογιστική» σύλληψη της υπεραξίας και κατά συνέπεια της εκμετάλλευσης δίνοντας έμφαση στο ότι αυτό δεν είναι το αποτέλεσμα μιας ορισμένης «άνισα ίσης ανταλλαγής» αλλά το αποτέλεσμα μια ολόκληρης ιστορίας (και ενός παρόντος) ταξικών αγώνων που αποτυπώνονταν, και στην έμφαση που έδινε ο Αλτουσέρ στην προτεραιότητα των σχέσεων παραγωγής έναντι των παραγωγικών δυνάμεων (σε πείσμα αυτού που θα προέκυπτε από μια κατά λέξη ανάγνωση του «Προλόγου» στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας του 1859 του Μαρξ).

Με αυτή την έννοια το Κεφάλαιο δεν είναι ένα βιβλίο για την «οικονομία». Είναι ένα βιβλίο για τη βία που εγγράφεται στο κέντρο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, για τη διαρκή δραστικότητα του ταξικού ανταγωνισμού, για τις πολλές ιστορίες αγώνων που οδήγησαν σε αυτό που μπορούμε να περιγράψουμε ως η «πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο» και των πολλών αντιφάσεων και κρισιακών τάσεων που κάνουν την αναπαραγωγή του εγγενώς ασταθή. Είναι ένα βιβλίο για την ιδεολογία και τη διαρκή αναπαραγωγή κοινωνικά αναγκαίων μορφών παραγνώρισης αλλά και τις συγκρουόμενες οπτικές στην καρδιά στην εκμεταλλευτικής σχέσης. Είναι ένα βιβλίο για το κράτος και την ηγεμονία.

Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να δούμε και το ερώτημα για την ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα σε μια πολιτική οικονομία των εργαζομένων και του κινήματός τους και την πολιτική οικονομία του κεφαλαίου.7 Στη δική μου οπτική αυτές οι δύο θέσεις, αυτές οι δύο μορφές ταξικής μεροληψίας είναι ενεργές στο Κεφάλαιο. Αντιπροσωπεύουν το ίδιο το γεγονός της ανταγωνιστικής σχέσης στην καρδιά της καπιταλιστικής παραγωγής. Αυτό που τείνουμε να βλέπουμε ως το συστημικό και αυτοαναπαραγόμενο χαρακτήρα του καπιταλισμού, αυτός ο εντυπωσιακός τρόπος με τον οποίο ένα πλήθος ενικών συναλλαγών αλληλοσυνδέεται και αναπαράγεται, εν συνόλω αυτό που ο Άνταμ Σμιθ περιέγραψε μέσα από τη μεταφορά της «αόρατης χειρός», είναι στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα ενός πλήθους από άνισες και ανταγωνιστικές συναντήσεις και αντιπαραθέσεις, των μορφών που παίρνει η «ταξική πάλη», όλων των μορφών με τον οποίο σώματα διαρκώς (ανα)παράγονται ως κατάλληλα για εκμετάλλευση, της διαρκούς παραγωγής μορφών υποκειμενικότητας. Η τάση προς την αναπαραγωγή και η τάση προς τη διακοπή αυτής της αναπαραγωγής διαπερνά όλες τις πλευρές της κοινωνικής παραγωγής και κατά κάποιο τρόπο προσφέρει μια εξήγηση γιατί ακριβώς δεν μπορεί να υπάρξει «Αρχιμήδειο σημείο» σε σχέση με τη θεωρητικοποίηση του καπιταλισμού.

Ωστόσο, υπάρχει και κάτι ακόμη στο Κεφάλαιο, όλες εκείνες οι σελίδες πάνω στην ανταλλακτική αξία όχι ως μέγεθος αλλά ως κοινωνική μορφή.8 Γιατί ο Μαρξ δεν είπε απλώς ότι η ανταλλακτική αξία καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας, δεν όρισε τον τελευταίο ως κάποια μορφή ενός κοινωνικού / ιστορικού μέσου όρου, δεν εξήγησε εξίσου απλά ότι το μεταβλητό κεφάλαιο ανταλλάσσεται με εργασιακή δύναμη και όχι εργασία, δεν όρισε την υπεραξία ως την διαφορά ανάμεσα στην ανταλλακτική αξία της εργασιακής δύναμης και την αξία που ενσωματώνεται στα προϊόντα που παράχθηκαν (έστω και με την έννοια της εργασίας μιας συλλογικής εργατικής δύναμης) για να προχωρήσει μετά στις συγκεκριμένες ιστορίες αγώνων και ανταγωνισμών που όντως ορίζουν τον καπιταλισμό;

Βέβαια την απάντηση την ξέρουμε: γιατί όλα αυτά παίρνουν τη μορφή, την κοινωνική μορφή της ανταλλακτικής αξίας. Γιατί ο καπιταλισμός είναι ταυτόχρονα αυτό το πλήθος των ιστοριών των αγώνων και των ανταγωνισμών μαζί με τους μηχανισμούς ιδεολογικούς/ηγεμονικούς και κατασταλτικούς που αναπαράγουν αυτές τις ανταγωνιστικές σχέσεις και την ηγεμονία του κεφαλαίου έναντι της εργασίας και την ίδια στιγμή διασφαλίζουν ότι η μορφή εμφάνισης του καπιταλισμού, της καθημερινής λειτουργίας και προφάνειάς του είναι μια ατελείωτη χρηματικά εκπεφρασμένη ανταλλαγή εμπορευμάτων που αντιμετωπίζονται ως ανταλλακτικές αξίες (και ως οι χρηματικές εκφράσεις τους), συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος ότι η ίδια η σχέση της εκμετάλλευσης, η μισθωτή σχέση είναι επίσης μια χρηματικά εκπεφρασμένη ανταλλαγή

Επιπλέον γνωρίζουμε ότι η αξία ως το προϊόν της αφηρημένης εργασίας ή ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος ως μέτρο αξίας, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο στοχασμού έξω από την ανταλλαγή και τη χρηματικά διαμεσολαβημένη και εκπεφρασμένη γενικευμένη ανταλλαγή. Δεν μπορούμε να στοχαστούμε τα εμπορεύματα σαν να φέρουν την αξία τους ως μια έμφυτη ποιότητα (και ποσότητα) πριν από τη στιγμή της ανταλλαγής, ή για να είμαστε περισσότερο ακριβείς πριν την είσοδό τους στη φαινομενικά ατελείωτη σειρά και ακολουθία ανταλλαγών που αποτελούν την καθημερινή λειτουργία του καπιταλισμού, ακόμη και εάν, ταυτόχρονα, δεν μπορούμε να στοχαστούμε αυτή τη γενικευμένη εμπορευματική ανταλλαγή χωρίς την παραγωγή για την ανταλλαγή.9

Με μια ορισμένη έννοια – γιατί τα πράγματα εδώ μπορούν να γίνουν περισσότερο περίπλοκα (ή διαλεκτικά σύνθετα, εάν προτιμάτε) – στη συγχρονία του καπιταλισμού φαίνεται ως εάν το βέλος της αιτιότητας να πηγαίνει από τη γενικευμένη ανταλλαγή και την πρωτοκαθεδρία της αξιακής μορφής στις καπιταλιστικές σχέσεις εκμετάλλευσης, από τη δύναμη του χρήματος ως αφαίρεσης στη δύναμη του καπιταλιστή. Ωστόσο, στην πραγματικήδιαχρονία τουκαπιταλισμού αυτόδεν ισχύει. Αν και η ανταλλαγή προϊόντων και τεχνουργημάτων είναι ένα στοιχείο που το συναντάμε από την προϊστορία και η ανταλλαγή εμπορευμάτων με χρήμα ξεκινά από την αρχαιότητα, ποτέ δεν υπήρξε η εποχή της «απλής εμπορευματικής παραγωγής». Στην πραγματικότητα, η γενίκευση της ανταλλαγής εμπορευμάτων, ο γενικευμένος εκχρηματισμός της παραγωγής και η επέκταση των ειδικά καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένης της μισθωτής σχέσης με την «ελεύθερη εργασία», πρακτικά συμπίπτουν και με μια έννοια είναι τμήμα της ίδιας ιστορικής διαδικασίας. Την ίδια στιγμή δεν μπορούμε να πούμε, με αιτιώδεις όρους ότι πρώτα έχουμε παραγωγή (και εκμετάλλευση) και μετά ανταλλαγή, καθώς η ανταλλαγή και η πρωτοκαθεδρία της αξιακής μορφής διαρκώς συγκροτούν τη συνθήκη ύπαρξης κάποιας μορφής καπιταλιστικής παραγωγής και εκμετάλλευσης. Εάν δεν υπήρχε η πρωτοκαθεδρία της αξιακής μορφής ως μιας αφαίρεσης από όλους τους συγκεκριμένους προσδιορισμούς, δεν θα είχαμε όντως το κίνητρο για όλες αυτές τις συγκεκριμένες μορφές εκμετάλλευσης και βίας που ορίζουν τον καπιταλισμό, με τον μη οικονομιστικό τρόπο στον οποίο επέμεινε ο Αλτουσέρ.

Με αυτή την έννοια, όντως κάτι συμβαίνει με την ανταλλακτική αξία και τις τροπικότητες της αξιακής μορφής και αυτές οι σελίδες στο Κεφάλαιο δεν ήταν μια σπατάλη του χρόνου του Μαρξ που ήρθαν ως αποτέλεσμα της εμμονής του με μια πολύ ιδεαλιστική σύλληψη του πώς να ξεκινήσει ένα επιστημονικά αυστηρό βιβλίο. Ο Μαρξ συνειδητοποίησε ότι μια θεωρία του καπιταλισμού δεν μπορούσε να είναι απλώς μια εργασιακή θεωρία της αξίας με τον τρόπο του Ρικάρντο ή του Σμιθ, με την προσθήκη της εργασιακής δύναμης ως του εμπορεύματος που συμμετέχει στη μισθωτή σχέση και μια ποσοτική θεωρία της απόλυτης και της σχετικής υπεραξίας. Σε αυτή την περίπτωση ο Μαρξ θα ήταν απλώς ένας ριζοσπάστης-κομμουνιστής ρικαρδιανός και όχι ο ιδιαίτερα πρωτότυπος στοχαστής που άνοιξε μια νέα θεωρητική ήπειρο. Επιπλέον, υπάρχει όντως κάτι το συστημικό στην καπιταλιστική σχέση εκμετάλλευσης και αυτό πηγαίνει πέραν από την ανισότητα πίσω από την «ίση» ανταλλαγή στη μισθωτή σχέση. Παίρνει όντως τη μορφή μιας εκμετάλλευσης που δεν εξατομικεύεται εύκολα (με την έννοια του να μπορούμε να πούμε ότι αυτός ο εργάτης υπέστη «κλοπή» αυτού του ποσοστού του χρηματικά υπολογισμένου κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας), αλλά μια πραγματική σχέση υπαγωγής ολόκληρης της εργατικής δύναμης, των πρακτικών και διαδράσεών της. Σε μια τέτοια προοπτική η εκμετάλλευση μπορεί να ποσοτικοποιηθεί μόνο σε ένα στατιστικό επίπεδο.

Τώρα μπορούμε να κινηθούμε παραπέρα σε αυτή την κατεύθυνση των ανοιχτών ερωτημάτων. Ο Μαρξ επέμεινε στη διάκριση παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας. Γνωρίζουμε ότι για τον Μαρξ παραγωγική δεν σήμαινε απαραίτητα εργασία για υλική παραγωγή, αφού περιλάμβανε και τις υπηρεσίες και τις διανοητικές δραστηριότητες, αλλά όχι τις μη παραγωγικές ιδιωτικές εργασίες ή τους κρατικούς υπαλλήλους, δημιουργώντας έτσι ένα πρόβλημα σε σχέση με τον ορισμό των ταξικών θέσεων, συμπεριλαμβανομένου του περίφημου «προβλήματος του ορίου» σε σχέση με το όριο της εργατικής τάξης, 10 ειδικά από τη στιγμή που ένα μεγάλο μέρος του συλλογικού εργαζομένου επιτελεί επίσης και κάποια από τα καθήκοντα του συλλογικού καπιταλιστή.

Ωστόσο, υπάρχουν και ορισμένα άλλα ερωτήματα που προκύπτουν από μια αριθμητική / λογιστική σύλληψη της υπεραξίας. Από το θεωρητικό σχήμα του Κώστα Λαπαβίτσα για τις νέες μορφές εξαγωγής κέρδους μέσα από την χρηματιστικοποίηση11 μέχρις όλες τις προσπάθειες να συγκροτηθεί μια πολιτική οικονομία του διαδικτύου, βρίσκουμε στοιχεία εκμετάλλευσης σε ένα επίπεδο του συνόλου των κοινωνικών πρακτικών διαμέσου μορφών υπαγωγής όλων των πλευρών της κοινωνικής ζωής. Οι εργαζόμενοι στο Facebook ή τη Google σίγουρα υφίστανται εκμετάλλευση και σίγουρα με ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό εκμετάλλευσης, όμως μέρος της παραγωγικής διαδικασίας στην οποία συμμετέχουν είναι η τεράστια συγκέντρωση πληροφοριών που παράγονται μέσα από κοινωνικές διαδράσεις των χρηστών των υπηρεσιών που καθαυτές δεν εντάσσονται στην εκμεταλλευτική σχέση. Το ίδιο ισχύει και για την ανάγκη πέραν της παραγωγής να μελετήσουμε και την κατανάλωση και το πώς αυτή δομείται σήμερα.

Δεν υποστηρίζω ότι πρέπει να απεμπολήσουμε την έννοια της υπεραξίας, άλλωστε η πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση ήταν μια υπενθύμιση ότι παρά την απόσταση ανάμεσα στη χρηματοοικονομική σφαίρα και τις πραγματικές παραγωγικές διαδικασίες, υπάρχουν στιγμές που η παραγωγή παίρνει την εκδίκησή της. Όμως, είναι σαφές ότι πρέπει να δούμε την «εκμετάλλευση» με μια πολύ πιο ευρεία έννοια, ως ακριβώς της διαβρωτικής πλευράς της γενίκευσης της αξιακής μορφής και ως ικανότητα του κεφαλαίου να θέτει αξιώσεις και να οικειοποιείται με έναν επεκτατικό τρόπο όλες τις όψεις της κοινωνικής (και φυσικής) ζωής σε μια διαδικασία γενικευμένης εμπορευματοποίησης και αξιοποίησης.

Ωστόσο, θα ήθελα να επιμείνω ότι μια τέτοια νέα έμφαση την κεντρικότητα της αξιακής μορφής, αν και αποτελεί με μια έννοια επιστροφή στο γράμμα του Κεφαλαίου, δεν σημαίνει μια επιστροφή στον Χέγκελ, παρά το γεγονός ότι ο Μαρξ το στοχάστηκε αυτό με εγελιανούς όρους. Θα έλεγα ότι αντί για μια σύνθετη διαδικασία αλλοτρίωσης και μετασχηματισμού της ουσίας ή της υπόστασης, αυτό που έχουμε είναι συναντήσεις ανάμεσα σε σώματα στην αλληλεπίδρασή τους, είτε στην παραγωγή είτε στην αγορά. Έχουμε συναντήσεις που τείνουν να αναπαραχθούν. Έχουμε ιδεολογικές πρακτικές, τελετουργίες και μηχανισμούς που επιτείνουν αυτή την κατά τάση αναπαραγωγή και επανάληψη, έχουμε κρατικούς μηχανισμούς (και πρακτικές) που το εγγυώνται. Έχουμε συλλογικές πρακτικές σημασιοδότησης και σχηματισμού ιδεολογικών στοιχείων, που μέσω έγκλησης παράγουν μορφές υποκειμενικότητας που έστω και με τρόπο αντιφατικό επιτρέπουν την κοινωνική αναπαραγωγή / επανάληψη. Εδώ βρίσκεται η σημασία της δουλειάς του Αλτουσέρ για την ιδεολογία και τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους. Κατά συνέπεια (και ταυτόχρονα) έχουμε την αξιακή μορφή ως μια κοινωνική μορφή στη συνθετότητά της, ως το αποτέλεσμα όλων αυτών των διαδράσεων, ως σχέση καθεαυτή, ως κοινωνική αντίληψη, συνολικά ως μια δομή που υπάρχει εμμενώς στα αποτελέσματά της. Μια τέτοια προοπτική είναι συμβατή με περισσότερο σπινοζικές αναγνώσεις της θεωρίας του Μαρξ για την εκμετάλλευση, όπως είναι αυτή που προσφέρει ο Φρεντερίκ Λορντόν στην προσπάθειά του να τονίσει το ρόλο των επηρειών και των παθών στην καπιταλιστική σχέση εκμετάλλευσης.12 Ο Λορντόν προσφέρει μια πολύ ενδιαφέρουσα σχεσιακή σύλληψη της εκμετάλλευσης, που αποφεύγει όλες τις μορφές οικονομισμού. Η σύνθετη αλληλεπίδραση επιθυμιών, παθών, επηρειών, υλικών περιορισμών, θεσμικών μορφών, ιεραρχιών εξουσίας που ορίζουν το συμβόλαιο εργασίας ως μια εκμεταλλευτική σχέση, έχει επίσης τη δυνατότητα να προσφέρει μια εναλλακτική ανάγνωση της ανάδυσης ιδιαίτερων μορφών υποκειμενικότητας και αλλοτρίωσης, αν και με έναν όχι υποκειμενιστικό τρόπο. Με έναν ανάλογο τρόπο, ο Τζέισον Ρηντ πρόσφατα προσέφερε ένα ιδιαίτερο επιχείρημα υπέρ της σημασίας της διατομικότητας13 εντός του μαρξισμού ως της προσπάθειας να αναστοχαστούμε την παραγωγή του κοινωνικού – και ειδικά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης – αλλά και της παραγνώρισης ως αποτέλεσμα ενικών σχέσεων, πρακτικών, επηρειών, επένδυσης παθών. Και οι δύο προσπάθειες, μαζί με άλλες παρεμβάσεις όπως η προσπάθεια του Μασερέ να αναστοχαστεί ένα διάλογο ανάμεσα στον Μαρξ και τον Φουκώ σε σχέση με το ερώτημα της ανάδυσης του «παραγωγικού υποκειμένου» στον καπιταλισμό, 14 προσφέρουν τρόπους να αναστοχαστούμε την αξιακή μορφή με όρους ενός υλισμού της ενικότητας και της συνάντησης και αυτού που ο Μπαλιμπάρ όρισε ως «συνδυασμό δύο “βάσεων” εξήγησης ή δύο προσδιορισμών, ασύμβατων και αδιαχώριστων: του τρόπου καθυπόταξης και του τρόπου παραγωγής».15

Μια τέτοια ανάγνωση του Κεφαλαίου είναι επίσης συμβατή με την πρόταση του Μπαλιμπάρ ότι ο Μαρξ επιτελεί ένα είδος θεωρητικού βραχυκυκλώματος ανάμεσα στο οικονομικό και το πολιτικό και ότι αυτό είναι η ουσία της μαρξικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας.16 Όμως, ξέρουμε ότι ο Μαρξ όχι μόνο είδε αυτή την «αυτονόμηση» του οικονομικού ως πλευρά της ανάδυσης της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, αλλά και προσπάθησε να ενσωματώσει αυτό το στοιχείο σε όλες τις παραλλαγές της σύλληψής του για την κοινωνική ολότητα, από τον αναστοχασμό της διάκρισης κοινωνίας πολιτών / κράτους σε κείμενα όπως το Εβραϊκό ζήτημα έως την τοπογραφία του μοντέλου βάσης / υπερδομών. Από την άλλη, γνωρίζουμε ότι η κεντρικότητα αυτού που συμβαίνει στο επίπεδο της παραγωγής ή σε σχέση με την παραγωγή δεν είναι διακριτή από το κράτος, τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους (ή τους ηγεμονικούς μηχανισμούς για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Γκράμσι). Όχι μόνο οι σχέσεις εκμετάλλευσης είναι επίσης πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις (από τον φετιχισμό της αξίας και του εμπορεύματος σε όλες τις ιδεολογικές κατασκευές του homooeconomicus) αλλά και το κράτος είναι παντού (ειδικά εάν ακολουθήσουμε τον Γκράμσι – και με έναν τρόπο τον Αλτουσέρ και τον Πουλαντζά – στο να στοχαστούμε ένα «Ολοκληρωμένο Κράτος» που συμπεριλαμβάνει την κοινωνία των πολιτών και την πολιτική κοινωνία / κράτος), 17 από την εγγύηση της τραπεζικής πίστης και του χρήματος μέχρι όλες τις παρεμβάσεις που μετασχηματίζουν τα σώματα σε «παραγωγικά υποκείμενα» και αυτή είναι η θεωρητική γονιμότητα εννοιών όπως η κυβερνητικότητα στον Φουκώ, που μας επιτρέπουν να στοχαστούμε τον καπιταλισμό ακριβώς με όρους αυτού του πολιτικού και θεωρητικού βραχυκυκλώματος.

Η θεωρητικοποίηση αυτής της σύνθετης αλληλεπίδρασης οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών πρακτικών δεν είναι εύκολη, ιδίως, όπως είναι σαφές στην περίπτωση του Μαρξ, αν επιδιώξουμε μια θεωρητικά αυστηρή κατασκευή που θα προσπαθούσε να συνάγει τα πάντα από την αξιακή μορφή. Αυτό μπορεί να εξηγήσει τον ανολοκλήρωτο χαρακτήρα του Κεφαλαίου και τους διάφορους τρόπους με τους οποίους διαφορετικές δυναμικές αναταράσσουν την ίδια τη διάταξη έκθεσης, όπως είναι τα κεφάλαια πάνω στη διάρκεια της εργάσιμης μέρας ή τα κεφάλαια πάνω στην πρωταρχική συσσώρευση. Κανείς μπορεί να δει ακόμη πιο ισχυρές εντάσεις σε πολλές στιγμές του Κεφαλαίου. Η ένταση ανάμεσα στην ανάγνωση περί αναπόφευκτης υποκαταναλωτικής κατάρρευσης και το γεγονός ότι ο δεύτερος τόμος προσφέρει την απόδειξη περί του αντιθέτου. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η ίδια ή έννοια της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Ο θεωρητικός πειρασμός στον Μαρξ προς μια σύλληψη ενός εγγενούς ορίου στο καπιταλιστικό κέρδος, ως αποτέλεσμα του μειούμενου ρόλου της ζωντανής εργασίας στη διαδικασία παραγωγής είναι μεγάλος, παρά τις αναφορές σε αντίρροπες τάσεις και παρά την πλούσια ανάλυση του πιστωτικού κεφαλαίου και των ιδιαίτερων χρονικοτήτων του. Η έννοια ενός τέτοιου δυνητικού ιστορικού ορίου ήταν όντως ένας θεωρητικός πειρασμός για τον Μαρξ, όμως, γνωρίζουμε ότι όχι μόνο δεν υπάρχει ένα τέτοιο όριο αλλά και ότι κομμουνισμός δεν είναι μια αναπόφευκτη ιστορική τάση.

Το ίδιο ισχύει και για ένα άλλο κενό σημείο στο Κεφάλαιο, αυτό που αναφέρεται στην ταξική πολιτική. Ο Μπαλιμπάρ έχει εξηγήσει αναλυτικά γιατί βρίσκουμε την εργασία στο Κεφάλαιο αλλά όχι το προλεταριάτο που ήταν η βάση της πολιτικής στρατηγικής που αναδύθηκε από την επιστημολογική τομή του Μαρξ στα κείμενα μετά το 1845 και τη νέα σύλληψη του ιστορικού υλισμού, ούτε βρίσκουμε κάποιο στοχασμό για τις μάζες που κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο ιστορικό προσκήνιο τόσο στην Παρισινή Κομμούνα όσο και στην άνοδο των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων.18

Σε σχέση τώρα με το ερώτημα του «ιστορικού» καπιταλισμού». Πιστεύω ότι μπορούμε πια να αποφύγουμε όλο τον ουσιολογισμό που κυριάρχησε σε αρκετές από τις συζητήσεις για τη μετάβαση στον καπιταλισμό. Πιστεύω ότι μπορούμε να στοχαστούμε την ανάδυσή του με όρους συναντήσεων. Όχι μόνο με την έννοια του Αλτουσέρ, που ακολουθώντας τον Μαρξ αναφερόταν στη συνάντηση ανάμεσα στον άνθρωπο του χρήματος και τον άνθρωπο με την ελεύθερη εργασιακή δύναμη, αλλά και με την έννοια της συνάντησης ανάμεσα σε μια σειρά ιστορικές ακολουθίες που δεν ήταν «ουσιωδώς» συνδεδεμένες εξαρχής, όπως ήταν η ανάδυση των πρώτων μορφών αγροτικού καπιταλισμού, οι τραπεζικές πρακτικές των ιταλικών πόλεων-κρατών, οι νέες μορφές κρατικής κυριαρχίας που αναδύονταν, η ανάδυση μιας αστικής κουλτούρας και πολιτοφροσύνης, ο κοινοβουλευτισμός, όπου όλα αυτά, χωρίς κανένα τους να είναι προκαθορισμένο να παίξει αυτό το ρόλο, ήταν τμήμα της συνάντησης που μας έδωσε τις πρώτες παραλλαγές καπιταλισμού. Άλλες συναντήσεις, που είχαν ως αφετηρία και την αποικιοκρατία μας έδωσαν άλλες παραλλαγές καπιταλισμού. Υπάρχουν πολλοί δρόμοι για τον καπιταλισμό και πάρα πολλοί που δεν έχουν βρεθεί ακόμη. Με αυτή την έννοια δεν υπάρχει «ιδεότυπος» του καπιταλισμού, μόνο συγκεκριμένα παραδείγματα της διαρκούς εκ νέου ανάδυσης των καπιταλιστικών κοινωνικών μορφών και της ιδιαίτερης συμβιωτικής ικανότητάς τους με άλλες κοινωνικές μορφές, τρόπους παραγωγής, τρόπους καθυπόταξης, ιδεολογικές πρακτικές και κοσμοαντιλήψεις.

Νομίζω ότι σε σχέση με έναν απόλυτο καπιταλισμό, κανείς θα μπορούσε να πει ότι αυτό υπάρχει εδώ και πολύ καιρό. Ο διαβρωτικός χαρακτήρας του καπιταλισμού, αυτή η ικανότητά του να επηρεάζει όλες τις μορφές και τις πλευρές της κοινωνικής ζωής, ώστε να γίνει ο «κυρίαρχος τρόπος παραγωγής», κάτι που ήδη ο Λένιν κατανοούσε στα κείμενά του για την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, ότι δεν σημαίνει ο πιο εκτεταμένος τρόπος παραγωγής ή αυτός με τη μεγαλύτερη στατιστική βαρύτητα στους εθνικούς λογαριασμούς. Είναι επίσης προφανές ότι η συγκυρία μετά το 1989 σημαίνει ότι δεν υπάρχει κάποια αμφισβήτηση, έστω και συμβολική ενάντια στον καπιταλισμό και ο συνδυασμός ανάμεσα στην άνοδο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου ως της κυρίαρχης μερίδας, μαζί με τον νεοφιλελευθερισμό, οδήγησε σε μια κατάσταση όπου η λογική της αγοράς και της καπιταλιστικής επιχείρησης έγινε ο κυρίαρχος γνώμονας ακόμη και σε χώρους, θεσμούς και πρακτικές που υποτίθεται ότι ήταν οργανωμένα με διαφορετικό τρόπο. Συμφωνώ επίσης ότι μια από τις πιο σημαντικές πλευρές του σύγχρονου καπιταλισμού είναι ακριβώς η τάση να μετασχηματίζονται όλες οι όψεις της κοινωνικής ζωής, συμπεριλαμβανομένων αυτών που σχετίζονται με την κοινωνική αναπαραγωγή σε πεδία επένδυσης και αξιοποίησης από τη μεριά του κεφαλαίου. Και προφανώς πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη σημασία στα θέματα της κοινωνικής αναπαραγωγής συμπεριλαμβανομένων και των έμφυλων πλευρών της.

Ωστόσο, πιστεύω ότι ο απόλυτος καπιταλισμός δεν σημαίνει απαραίτητα και έναν ολοκληρωτικό καπιταλισμό. Αυτή η νέα φάση, παρ’ όλες τις μορφές απαλλοτρίωσης των κοινών ή των πρακτικών που υποτίθεται ότι ήταν έξω από την αγορά, όσο απόλυτες και εάν φαντάζουν στη δυναμική τους, εντούτοις αναπαράγουν αντιφάσεις και όρια. Υπάρχει η τάση προς την πλήρη παγκοσμιοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, που αποτυπώνεται στη γεωγραφική μετεγκατάσταση ολόκληρων παραγωγικών διαδικασιών και την ίδια στιγμή βλέπουμε την ένταση των ανταγωνισμών ανάμεσα στους διαφορετικούς πόλους μέσα στο παγκόσμιο σύστημα. Κάτι που είναι κοντά στο έθνος-κράτος παραμένει αναντικατάστατο. Υπάρχει η αντίφαση ανάμεσα στη νέα επέκταση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας και τη διαφαινόμενη σχετική καθυστέρηση στην ανάδυση ενός τεχνολογικού και κοινωνικού παραδείγματος που θα εγγυηθεί την μεσοπρόθεσμη αύξηση της παραγωγικότητας. Υπάρχει η κρίση της ηγεμονίας που παράγεται από την ένταση της νεοφιλελεύθερης «παθητικής επανάστασης» και τη διάβρωση της δημοκρατίας ως αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Υπάρχει το γεγονός ότι η αναπαραγωγή του συλλογικού εργαζομένου, εάν τη συλλάβουμε με την ευρύτερη δυνατή έννοια του συνόλου των πρακτικών, δεξιοτήτων, γνώσεων, επηρειών, διαδράσεων που συμπεριλαμβάνει, πάντοτε συνεπάγεται την αναπαραγωγή της ριζικής διαφοράς και του ανταγωνισμού. Η σύγχρονη εργατική δύναμη μπορεί να είναι περισσότερο κατακερματισμένη, εξατομικευμένη, υπαγμένη στη λογική του κεφαλαίου, ενταγμένη σε σύνθετα δίκτυα που σε πολλές περιπτώσεις υπερβαίνουν τη διαίρεση ανάμεσα στο χώρο εργασίας και την ιδιωτική ζωή, ανάμεσα στη «χειρωνακτική» και τη «διανοητική» εργασία, ανάμεσα στην εργασία και στον ελεύθερο χρόνο. Την ίδια στιγμή η εργατική τάξη είναι πιο εκπαιδευμένη, πιο καταρτισμένη, πιο επιδέξια από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην ιστορία, με τη γνώση και τις επικοινωνιακές δεξιότητες που επιτρέπουν νέες μορφές συλλογικών πρακτικών, οργάνωσης και εξέγερσης, κάτι που το παρατηρήσαμε στο πρόσφατο παγκόσμιο κύμα διαμαρτυρίας και αγανάκτησης. Είναι αυτός ο συλλογικός εργαζόμενος, αυτή η συνάντηση ανάμεσα σε διαφορετικά στρώματα και ρόλους που αποτελεί την «οντολογική βάση» της σύγχρονης πολιτικής: η παθητικότητά τους ενισχύει τα συστημικά κόμματα και τους πολιτικούς, οι εξεγέρσεις τους γράφουν ιστορία, από το Occupy! μέχρι την Ελλάδα, η απογοήτευση τα κάνει βασικό ακροατήριο για τις παραλλαγές του νεοφασισμού.

Ξέρω ότι τέτοιες θέσεις μπορεί να φανούν και ως μια άρνηση της κεντρικότητας μιας ορισμένης σύλληψης της εργασίας ως του οντολογικού θεμελίου μιας πολιτικής με κομμουνιστικό ορίζοντα, όμως από την άλλη μεριά επιτρέπουν να στοχαστούμε αυτή τη γείωση του κομμουνιστικού ορίζοντα στις σύγχρονες μορφές καπιταλιστικής συσσώρευσης. Στις σύγχρονες κοινωνίες οι περισσότεροι άνθρωποι αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης. Ορισμένες/οι πωλούν την εργασιακή τους δύναμη με τρόπους πολύ κοντινούς σε ό, τι μπορεί να θεωρηθεί μια κατά λέξη ανάγνωση του Κεφαλαίου. Άλλοι αποτελούν τμήμα του παγκόσμιου συλλογικού εργαζομένου με περισσότερο έμμεσους τρόπους, όμως και αυτοί κατά έναν ορισμένο τρόπο πρέπει να πωλήσουν την εργασιακή τους δύναμη για να επιβιώσουν, με ποικίλες μορφές, σε μια διαλεκτική της υποτέλειας και της εκμετάλλευσης. Το γεγονός ότι δεν μοιράζονται μια κοινή ταυτότητα με βάση την εργασία όπως ίσχυε με την εμφάνιση της φορντιστικής εργατικής τάξης και το γεγονός ότι τους έλκουν εγκλήσεις όπως αυτές που αφορούν το λαό έχει οδηγήσει στον πειρασμό ενός νεολαϊκιστικού λόγου που θα απεμπολούσε τις ταξικές αναφορές. Ωστόσο παρά τη σημασία και την ανάγκη όντως να στοχαστούμε την έννοια του λαού, σε μια μετα-εθνική και μετα-αποικιακή μορφή, πιστεύω ότι πρέπει να παραμείνουμε ακριβώς εντός της έννοιας του βραχυκυκλώματος ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική που ξεκινά με την μαρξική κριτική της πολιτικής οικονομίας και να αποπειραθούμε να αναδιατυπώσουμε μια πολιτική που να εκπροσωπεί τόσο τη συνθήκη της υποτέλειας όσο και τη συνθήκη της εργασίας σήμερα, κοινώς να αναδιατυπώσουμε μια πολιτική για τον κομμουνισμό.

Και μια πολιτική με ορίζοντα τον κομμουνισμό δεν μπορεί παρά να έχει αφετηρία σημεία που σχετίζονται με την τομή του ίδιου του Κεφαλαίου:

- Τη διαρκή επίγνωση του αντιφατικού και ανταγωνιστικού χαρακτήρα όλων των κοινωνικών μορφών, της διαρκούς επενέργειας του ανταγωνισμού, της διαρκούς δυνατότητας να προκύπτουν αντιστάσεις.

- Την ανάγκη πολιτικών προτάσεων και στοχεύσεων που να ορίζουν όντως τη σύγκρουση με τον πυρήνα της λογικής του κεφαλαίου, πολιτικών που να μην περιορίζονται στην αναδιανομή ή τη διεκδίκηση μιας ευνοϊκής για την ανάπτυξη μακροοικονομικής συνθήκης, αλλά να αμφισβητούν τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις.

- Την παραδοχή ότι η ανάδυση ανταγωνιστικών κοινωνικών μορφών που να υπερβαίνουν την κυριαρχία της αξιακής μορφής θα είναι υπόθεση μιας συνολικής διαδικασίας μετασχηματισμού, που θα υπερβαίνει κατά πολύ τις απλές σχέσεις ιδιοκτησίας ή την εισαγωγή στοιχείων σχεδιασμού και θα προϋποθέσει εκτεταμένο πειραματισμό και αξιοποίηση των ίδιων των «χναριών του κομμουνισμού» που αποτυπώνονται στις αντιστάσεις, τις συλλογικές δράσεις, τις μορφές επανοικειοποίησης χώρων και πρακτικών.


1 Σχολιασμός στην εισήγηση του Ετιέν Μπαλιμπάρ στο Συνέδριο «150 χρόνια Καρλ Μαρξ Το Κεφάλαιο. Στοχασμοί για τον 21ο αιώνα», που διοργάνωσαν οι Θέσεις σε συνεργασία με το Παράρτημα του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ στην Αθήνα στις 14/1-15/1/2017.

2 Louis Althusser, Étienne Balibar, Jacques Ranciére, Roger Establet, Pierre Macherey 1996, Lire le Capital, Paris: PUF· Α΄ελληνικήέκδοσηLouis Althusser, Étienne Balibar, Jacques Ranciére, Roger Establet, Pierre Macherey, Να Διαβάσουμε τοΚεφάλαιο, μτφ. Χρ. Βαλλιάνος - Δημήτρης Δημούλης – Βίκυ Παπαοικονόμου, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα (εξαντλημένη)· Ετοιμάζεται νέα έκδοση στα ελληνικά από τις εκδόσεις Εκτός Γραμμής.

3 Louis Althusser, O Λένιν και η φιλοσοφία, μτφ. Τ. Μπέτζελος, Αθήνα, Εκτός Γραμμής, 2016· LouisAlthusser, R é ponse à John Lewis, Paris, Maspero, 1973.

4 Antonio Gramsci, Quaderni del carcere, επιμ. V. Gerratana, Roma, Einaudi, 1975.

5 Για την έννοια της σχισματικής επιστήμης στον Αλτουσέρ βλ. Louis Althusser, Écrits sur la psychanalyse. Freud et Lacan, Paris, Stock/IMec, 1993.

6 Παραπέμπω στην ανάγνωση του Λαμπικά και του Μασερέ. Βλ. σχετικά GeorgesLabica, Karl Marx Les Th è ses sur Feuerbach, Paris, PUF, 1987 και Pierre Macherey, Marx 1845. Les “Thèses sur Feuerbach, Paris, Amsterdam, 2008.

7 Πάνω στοερώτημα βλ. Étienne Balibar, ‘Critique in the 21st century. Political Economy still and religion again’, Radical Philosophy 200, 2016.

8 Karl Marx, To Κεφάλαιο, μτφ. Θ. Γκιούρας, Αθήνα, Εκδόσεις ΚΨΜ, 2016, σ. 30-64.

9 Για όλα αυτά και την ανάγνωση της θεωρίας της αξιακής μορφή που ακολουθεί βλ. Ι.Ι. Rubin, Essays on Marx’s theory of value, Black and Red, Detroit, 1972. M. Heinrich Die Wissenschaft vom Wert. Die Marxsche Kritik der politischen Ökonomie zwischen wissenschaftlicher Revolution und klassischer Tradition, Münster: Verlag Westfälisches Dampfboot, 1999· Γ. Μηλιός, Δ. Δημούλης, Γ. Οικονομάκης, Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό, Αθήνα, Νήσος, 2005.

10 Βλ. σχετικά Peter Meiksins, “Beyond the boundary question”, New Left Review, 1/157, 1986.

11 Κώστας Λαπαβίτσας, Κέρδος χωρίς παραγωγή. Πώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα μας εκμεταλλεύεται όλους, Αθήνα, Εκδόσεις Τόπος, 2014.

12 Frédéric Lordon, Capitalisme, désir et servitude. Marx et Spinoza, Paris, Fabrique, 2010.

13 Jason Read, The Politics of Transindividuality, Leiden: Brill, 2015.

14 Pierre Macherey, Φουκώ και Μαρξ. Το παραγωγικό υποκείμενο, μτφ. Τ. Μπέτζελος, Αθήνα, ΕκτόςΓραμμής, 2013.

15 Étienne Balibar, “The Infinite Contradiction”, translated by Jean-Marc Poisson with Jacques Lezra, in Depositions: Althusser, Balibar, Macherey, and the Labor of Reading, (Yale French Studies, no.88), edited by Jacques Lezra, New Haven: Yale University Press, 1995, σ. 160.

16 Étienne Balibar, Κράτος, μάζες, πολιτική, μτφ. Τ. Μπέτζελος, Αθήνα, Εκτός Γραμμής, 2013.

17 Για την κεντρική έννοια του statointegrale στον Γκράμσι βλ. Peter Thomas, The Gramscian Moment. Philosophy, Hegemony and Marxism, Leiden: Brill.

18 Balibar, Κράτος, μάζες, πολιτική... όπ.π.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή