Κράτος και μετάβαση. Ο Νίκος Πουλαντζάς ως κριτικός της θεωρίας της δυαδικής εξουσίας Εκτύπωση
Τεύχος 140, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2017


ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΣΗ:

Ο ΝΙΚΟΣ ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ

ΩΣ ΚΡΙΤΙΚΟΣ

ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ

ΤΗΣ ΔΥΑΔΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ





του Διονύση Τζαρέλλα


1. Εισαγωγή


Ο Πουλαντζάς είναι ο κατ’ εξοχήν μελετητής του αστικού κράτους την εποχή της διεθνοποίησης των καπιταλιστικών σχέσεων, της πολιτικής και ιδεολογικής κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, της ενσωμάτωσης των κυριαρχούμενων τάξεων (κράτος πρόνοιας), αλλά και του τέλους του μεταπολεμικού κύματος ανάπτυξης. Ο Πουλαντζάς μελετά το αστικό κράτος τη στιγμή της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης και της μετάβασης από το μεταπολεμικό φορολογικό κράτος στο κράτος χρέους (Στρεκ 2017).

Τα χαρακτηριστικά αυτά αντανακλώνται στο έργο του το οποίο καλύπτει ένα μεγάλο εύρος θεματικών που περιλαμβάνει: τις σχέσεις οικονομίας-πολιτικής στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (ΚΤΠ), τον εννοιολογικό προσδιορισμό των κοινωνικών τάξεων στον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό και την τυπολογία των μορφών του αστικού κράτους σε συνάρθρωση με την πάλη των τάξεων. Σημαντική διάσταση και πολύτιμη συνεισφορά του πουλαντζικού έργου αποτελεί η ανάλυση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της μη δημοκρατικής μορφής του αστικού κράτους, που ορίζεται ως κράτος έκτακτης ανάγκης (ΚΕΑ) και η αναίρεση πτυχών της αστικής δημοκρατίας στο πλαίσιο της δημοκρατικής μορφής του αστικού κράτους (αυταρχικός κρατισμός). Επιστημολογικά η θεωρία κράτους του Πουλαντζά συνιστά την απόπειρα ανάπτυξης και επανάγνωσης των μαρξικών θέσεων για το κράτος και τις κοινωνικές τάξεις, οριοθετημένη από τον οικονομισμό και την αναζήτηση των τρόπων αλληλεπίδρασης οικονομίας-πολιτικής που μορφοποιούνται στο σύγχρονο κράτος.

Μια λιγότερη ανεπτυγμένη διάσταση του πουλαντζικού έργου είναι η ενασχόλησή του με το πρόβλημα της μετάβασης στο σοσιαλισμό ως προβληματικής που παράγεται από τη μαρξιστική θεωρία για το καπιταλιστικό κράτος. Με αυτήν την έννοια, ο Πουλαντζάς είναι ταυτόχρονα εκτός από κριτικός του αστικού κράτους και κριτικός στοχαστής της μετάβασης προς το σοσιαλισμό. Η θέση του Πουλαντζά για τη μετάβαση παράγεται με μεθοδικό τρόπο, από την κριτική του στο κυρίαρχο υπόδειγμα σοσιαλιστικής μετάβασης, τη δυαδική εξουσία.

Ο Πουλαντζάς προσπαθεί να σκιαγραφήσει έναν εναλλακτικό δρόμο μετάβασης προς το σοσιαλισμό, τον οποίο ορίζει ως δημοκρατικό δρόμο προς το σοσιαλισμό (εφεξής ΔΔ). Οι θεωρητικές παραδοχές του ΔΔ ενυπάρχουν αυτούσιες στα εξής κείμενα που επιλέγω να αναλύσω: στον επίλογο στο τελευταίο βιβλίο του Πουλαντζά: Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, με τίτλο«Προς ένα δημοκρατικό σοσιαλισμό»και στη συζήτηση με το Weber: «Το κράτος και η μετάβαση στο σοσιαλισμό»(Πουλαντζάς-Weber 1989). Φυσικά, οι θεωρητικές προϋποθέσεις και οι στιγμές εξέλιξης της θεωρίας μετάβασης του Πουλαντζά δεν περιορίζονται σε αυτά τα κείμενα, αλλά ανιχνεύονται διάσπαρτες σε όλο το έργο του. Θα παρουσιάσω κριτικά τις επιστημολογικές/πολιτικές προϋποθέσεις της θέσης του Πουλαντζά (το πώς δηλαδή φτάνει στο ΔΔ) και τα βασικά στοιχεία της κριτικής του στη δυαδική εξουσία (και κατ’ επέκταση και στον λενινισμό). Τέλος, θα μελετήσω κατά πόσο ο ΔΔ συνιστά ολοκληρωμένη στρατηγική μετάβασης, ασκώντας κριτική στις αδυναμίες και αντιφάσεις της πουλαντζικής πρότασης.

2. Προϋποθέσεις του δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό


2.1. Πρώτη προϋπόθεση: το «κενό» της μαρξιστικής θεωρίας και η ανάγκη οριοθέτησης από τα άλλα ρεύματα


Η εναλλακτική μορφή μετάβασης του Πουλαντζά ορίζεται καταρχήν αρνητικά ως διπλή οριοθέτηση από τα τρέχοντα ιδεολογικά/κομματικά ρεύματα της εποχής: το σταλινισμό και τη σοσιαλδημοκρατία που πέρα από τις υπαρκτές διαφορές τους:


«παρουσιάζουν ωστόσο μια ομοιότητα ουσίας: τον κρατισμό και τη βαθιά δυσπιστία προς τις πρωτοβουλίες των λαϊκων μαζών, κοντολογίς την καχυποψία προς τα δημοκρατικά αιτήματα» (Πουλαντζάς 2001: 358).


Όπως στις θεωρητικές επεξεργασίες του για το αστικό κράτος, έτσι και στο ζήτημα της μετάβασης, οι αναλύσεις του Πουλαντζά εκκινούν από την κριτική και την ανάγκη οριοθέτησης από τα κυρίαρχα μοντέλα της εποχής του. Με άλλα λόγια, στις επεξεργασίες του για το ΔΔ, ο Πουλαντζάς πραγματοποιεί μια διπλή εργασία: κριτική της δυαδικής εξουσίας (αντίθεση) και συγκρότηση μιας εναλλακτικής μετάβασης (θέση), που να απαντά στα συγκεκριμένα ερωτήματα της εποχής και της τρέχουσας συγκυρίας.

Ο Πουλαντζάς θεμελιώνει καταρχάς την αναγκαιότητα κριτικής οριοθέτησης από το μοντέλο της δυαδικής εξουσίας (και συνεπώς της δικτατορίας του προλεταριάτου κυρίως ως μορφής μετάβασης, αλλά και ως περιεχόμενο της προλεταριακής εξουσίας) στην, ορθή κατά τη γνώμη μου, πεποίθησή του πως δεν μπορεί να υπάρξει μια γενική θεωρία μετάβασης, ούτε


«πρότυπο ενός μεταβατικού προς το σοσιαλισμό κράτους, ούτε καθολικό πρότυπο ιδιαιτεροποιήσιμο κατά τις συγκεκριμένες περιπτώσεις, ούτε αλάθευτη συνταγή, θεωρητικά εγγυημένη» (Πουλαντζάς, ο.π.: 29).


Σε αυτό το σημείο ο Πουλαντζάς συμμερίζεται την κριτική της Ρόζας Λούξεμπουργκ στην Οκτωβριανή Επανάσταση:


«το σοσιαλιστικό κοινωνικό σύστημα δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι παρά μόνο ιστορικό προϊόν, γεννημένο από τη σχολή της εμπειρίας κατά τη στιγμή των πραγματοποιήσεων [...] ο σοσιαλισμός από την ίδια του τη φύση δεν μπορεί να παραχωρηθεί, δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί με διατάγματα» (Λούξεμπουργκ 1978: 82).


Ο Πουλαντζάς συσχετίζει αυτήν την ανυπαρξία μιας γενικής θεωρίας μετάβασης, αφενός με την εγγενή αντίφαση θεωρίας-πράξης, αφετέρου με την απουσία στους κλασικούς του μαρξισμού μιας γενικής θεωρίας για το κράτος και τη μετάβαση.


«Στον Μαρξ και τον Ένγκελς βρίσκουμε στην πραγματικότητα γενικές αρχές μιας θεωρίας του Κράτους και ορισμένες ενδείξεις για το καπιταλιστικό Κράτος και για τη μετάβαση αλλά όχι μια αποκλειστική θεωρία του καπιταλιστικού Κράτους» (Πουλαντζάς 1989).


Πάνω σε αυτό το, υπαρκτό σε ένα βαθμό, κενό μιας γενικής μαρξικής θεωρίας κράτους που υφίσταται, όχι λόγω θεωρητικής αδυναμίας του Μαρξ, αλλά γιατί αυτή δεν μπορεί να υπάρξει αντικειμενικά (στο ίδιο: 26), ο Πουλαντζάς νομιμοποιεί θεωρητικά τη δική του εναλλακτική προσέγγιση.


2.2. Δεύτερη προϋπόθεση: σχεσιακή αντίληψη για το κράτος ενάντια στις ουσιοκρατικές-εργαλειακές προσεγγίσεις


Βασική θέση του Πουλαντζά είναι ότι το αστικό κράτος δεν είναι πράγμα αλλά ότι πρέπει να γίνεται αντιληπτό «ως σχέση, ακριβέστερα ως η υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα σε τάξεις και μερίδες τάξεων» (Πουλαντζάς 2001: 184). Η σχεσιακή αντίληψη του κράτους από τον Πουλαντζά και η διαλεκτική σύνδεση των μορφικών αλλαγών του κράτους, των ιδεολογικών, θεσμικών και πολιτικών μετατοπίσεων στο εσωτερικό του με την πάλη των τάξεων, αποτελεί τη θεωρητικοποίηση των μαρξικών αναλύσεων των Ιστορικών έργων.1 Η σχετική αυτονομία του κράτους, οι ενδοαστικές αντιθέσεις, η έννοια της ηγεμονικής μερίδας της αστικής τάξης, η υπαγωγή των μικροαστών στο αστικό συμφέρον μέσω του ιδεολογήματος του ουδέτερου κράτους και η εσωτερίκευση των ταξικών αγώνων στο κράτος ως αντιφάσεις ανάμεσα στις δομές του, ενυπάρχουν ως παραδοχές στο μαρξικό έργο. Ο Πουλαντζάς συστηματοποιεί αυτές τις παραδοχές, κατασκευάζοντας μια τυπολογία της σχέσης κράτους και ταξικών αγώνων που δίνει έμφαση στη δυνατότητα του κράτους να εγγράφει τους ταξικούς αγώνες στο εσωτερικό του. Ακόμα και αν το κράτος είναι σε τελευταία ανάλυση ένα ταξικό εργαλείο ως προς το περιεχόμενό του, αποκρυσταλλώνει αυτό το περιεχομένο, μόνο αν αρθρωθεί ως συμπύκνωση-σχέση ανάμεσα σε τάξεις.

Ο Πουλαντζάς υποστηρίζει ότι ενώ στο μαρξικό έργο (και ιδίως στα Ιστορικά έργα) δεν υπάρχουν στοιχεία μιας μονόπλευρης εργαλειακής αντίληψης για το αστικό κράτος, στον Λένιν, εν μέρει για λόγους πολεμικής με τους σοσιαλδημοκράτες, εν μέρει λόγω των ιδιαιτεροτήτων του τσαρικού κράτους (αυταρχισμός, απουσία αστικοδημοκρατικών θεσμών-κουλτούρας και δομών της κοινωνίας των πολιτών), που δεν ήταν ολοκληρωμένο κράτος- statointegrale κατά Γκράμσι (1986), ενυπάρχει η εργαλειακή προσέγγιση του κράτους και συνακόλουθα η υποτίμηση των θεσμών της αστικής δημοκρατίας. Ουσιαστικά ο Πουλαντζάς επικρίνει τον Λένιν ότι ταυτίζει τη μορφή με το περιεχόμενο, θεωρώντας την αστική δημοκρατία ταυτολογικά μορφή της αστικής δικτατορίας και το κράτος μονολιθικό μπλοκ αδιαπέραστο από την πάλη των τάξεων.

Ο Πουλαντζάς έχει δίκιο όταν ισχυρίζεται πως η εργαλειακή αντίληψη του κράτους συσκοτίζει το γεγονός πως η αστική τάξη δεν επιλέγει μονομερώς ποιο κράτος της ταιριάζει και δεν απευθύνεται στο κρίσιμο ερώτημα «γιατί αυτό το κράτος και όχι κάποιο άλλο» (Πουλαντζάς 2001: 15). Όμως και η απόρριψη της εργαλειακής διάστασης του κράτους, δεν εξηγεί επαρκώς το πώς η αστική τάξη μπορεί και εξουσιάζει και να αναπαράγει ιδεολογικά και πολιτικά τις καπιταλιστικές σχέσεις με αυτή τη συγκεκριμένη μορφή κράτους.

Ο Πουλαντζάς υποστηρίζει πως η εργαλειακή αντίληψη για το κράτος αντιλαμβάνεται το κράτος ως εξωτερικότητα σε σχέση με την ταξική πάλη. Επομένως η εργαλειακή αντίληψη παράγει ως στρατηγική μετάβασης τη δυαδική εξουσία, με την έννοια μιας εξωτερικής αντιπαράθεσης-εξέγερσης που έχει ως στόχο την έξωθεν κατάληψη-καταστροφή του κράτους.

Ο Πουλαντζάς, θεωρεί ότι η ταξική πάλη εξελίσσεται στο εσωτερικό του κράτους, βλασταίνει στους κόλπους του και συνεπώς η στρατηγική μετάβασης προς τον σοσιαλισμό οφείλει να συνδυάσει την πάλη στο εσωτερικό του κράτους, με τη δημιουργία εξωτερικών/ανταγωνιστικών δομών. Με άλλα λόγια αν το κράτος-εργαλείο απαιτεί μια στρατηγική δυαδικής εξουσίας για την κατάλυσή του, το κράτος-σχέση απαιτεί μια εναλλακτική στρατηγική μετάβασης που εδράζεται ακριβώς σε αυτή τη σχεσιακή δόμηση του κράτους και που ο Πουλαντζάς ορίζει ως ΔΔ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Πουλαντζάς δεν απορρίπτει συλλήβδην τη στρατηγική της δυαδικής εξουσίας, δηλαδή τη δημιουργία εναλλακτικών δομών εξουσίας, ανταγωνιστικών προς το κράτος. Αντίθετα επιδιώκει να συνδυάσει τις εξωτερικές δομές εξουσίας με την πάλη στο εσωτερικό του κράτους. Γι’ αυτό το λόγο, ο Πουλαντζάς οριοθετείται από τις απόψεις των ΚΚΓ και ΚΚΙ (όπως εκφράστηκαν από τον Λουτσιάνο Γκρούπι, ιδίως στο Η έννοια της ηγεμονίας στον Γκράμσι), περί δύο πλευρών του κράτους: την ουδέτερη-θετική που βοηθά στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την αρνητική που είναι η ταξικότητα του κράτους.

Με αυτήν την έννοια, ο Πουλαντζάς δεν διασπά, ρητά τουλάχιστον, την αδιαίρετη φύση της αστικής εξουσίας, υποτιμά, ωστόσο, την κυρίαρχη «εργαλειακή» διάσταση του σκληρού πυρήνα του κράτους. Το κράτος δεν ειναι μόνο συσχετισμός, γιατι εφόσον είναι ο βασικός μηχανισμός-κόμβος αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων, τότε εκφράζει πάντοτε ενα δοσμένο πλαίσιο εξουσίας που συμπυκνώνει την υπαγωγή των κατώτερων τάξεων στο αστικό συμφέρον.


2.3. Τρίτη προϋπόθεση: ακόμα και ο σκληρός πυρήνας του κράτος διαπερνάται από την πάλη των τάξεων2


Ο Πουλαντζάς, σε αντίθεση με τον Γκράμσι, θεωρεί πως η πάλη των τάξεων δεν είναι παρούσα μόνο στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους (ΙΜΚ), αλλά αντίθετα διαπερνά ακόμα και τον σκληρό πυρήνα, δηλαδή και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς.3 Για τον Πουλαντζά, ο Γκράμσι παραμένει εντός του υποδείγματος της δυαδικής εξουσίας παρά τις προσθήκες-συμπληρώσεις του με τις έννοιες του πολέμου θέσεων-κινήσεων. Η βασική κριτική του Πουλαντζά στον Γκράμσι έγκειται ακριβώς στο ότι δεν επεκτείνει τον πόλεμο θέσεων στο εσωτερικό του κράτους (Πουλαντζάς 1976: 38) αλλά τον περιορίζει στους ΙΜΚ. Πράγματι, για τον Γκράμσι, ο πόλεμος θέσεων έχει αποκλειστικά ως πεδίο τις δομές της αστικής κοινωνίας και όχι το εσωτερικό του κράτους, για αυτό και ο Πουλαντζάς τον κατηγορεί για εμμονή στη λενινιστική στρατηγική (Πουλαντζάς 1990: 41).

Η στρατηγική υπέρβασης του αστικού κράτους/στρατηγική μετάβασης προς τον σοσιαλισμό, κατά τον Πουλαντζά, δεν συνίσταται στην περικύκλωση (πόλεμος θέσεων) ή την κατάκτηση του κράτους-οχυρού (πόλεμος κινήσεων), αλλά και πάλι στο συνδυασμό των εξωτερικών δομών αντιεξουσίας με την πάλη στο εσωτερικό του κράτους. Η περατότητα του σκληρού πυρήνα του κράτους καθιστά εφικτή μια άλλη στρατηγική μετάβασης που θα εκμεταλλευτεί τις αντιθέσεις στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών και θα ενοποιήσει τις εξωτερικές «επιθέσεις» προς το κράτος, με τις εστίες αντίστασης που υπάρχουν στο εσωτερικό του. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον Πουλαντζά, αν το κράτος διαπερνάται στο σύνολο του από την ταξική πάλη, τότε η συντριβή της κρατικής μηχανής, θεμελιώδης όρος της μαρξικής θεωρίας για το κράτος, δεν είναι πλέον αναγκαία συνθήκη για τη μετάβαση.

Η ενοποίηση, όμως, όλων των δομών του κράτους αντιφάσκει με τη θέση του Πουλαντζά περί μη ενιαίου κράτους, εφόσον θεωρεί πως από την αστυνομία μέχρι το σχολείο, η πάλη των τάξεων είναι παρούσα και διαπερνά τους κρατικούς μηχανισμούς. Ο Πουλαντζάς, με αυτό τον τρόπο, ταυτίζει τους πρακτικούς περιορισμούς που μπορεί να θέσει ακόμα και στον κατασταλτικό μηχανισμό, για παράδειγμα, ένας ευνοϊκός συσχετισμός δυνάμεων για τις υποτελείς τάξεις, (ένα στοιχείο συγκυρίας) με την καθαυτή υλικότητα και την ιδεολογία των κατασταλτικών μηχανισμών που είναι δομική. Όσο και αν η ταξική πάλη διαπερνά το κράτος και τους μηχανισμούς του, υπάρχουν περιοχές του κράτους που είναι θωρακισμένες από αυτήν και συνιστούν ακριβώς το δομικό όριό του, στο οποίο προσκρούει η εγγραφή των κοινωνικών συσχετισμών και η δυνατότητα μετασχηματισμού του. Όπως τονίζει ο Αλτουσέρ (2010: 78):


«το κράτος, στην καρδιά του, που είναι η δύναμη της φυσικής, πολιτικής, αστυνομικής και διοικητικής του επέμβασης, είναι φτιαγμένο, στο μέτρο του δυνατού, ώστε να μην αγγίζεται, ούτε ακόμα να “διαπερνάται”, από την πάλη των τάξεων»


Ο Πουλαντζάς με αυτή την έννοια, υποτιμά τον πρωτεύοντα ρόλο του κατασταλτικού μηχανισμού, η ένυλη ισχύς του οποίου αποτελεί την προϋπόθεση αναπαραγωγής των ΙΜΚ. Σύμφωνα και πάλι με τον Αλτουσέρ (1994: ιδίως 458-464), που οι επεξεργασίες του για το κράτος μπορούν να διαβαστούν και ως κριτική στις θέσεις του ύστερου Πουλαντζά, ο πολιτικός μηχανισμός και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους ανάγονται στο κρατικό μονοπώλιο της βίας, φορέας του οποίου είναι ο κατασταλτικός μηχανισμός.4

Ο Δημούλης (1997) αναλύοντας τις κριτικές θέσεις του Αλτουσέρ για το αστικό κράτος ως μηχανή, επισημαίνει ότι εφόσον το κράτος, και ιδίως ο σκληρός πυρήνας του, αποτελεί ουσιαστικά μια μηχανή ειδικού σκοπού, θωρακισμένη από την πάλη των τάξεων που νομιμοποιεί την αστική κυριαρχία, τότε – και σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται ο Πουλαντζάς – η καταστροφή αυτής της μηχανής παραμένει αναγκαίος όρος της διάλυσης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων.


2.4. Τέταρτη προϋπόθεση: ο ουσιαστικός χαρατήρας της αστικής δημοκρατίας ενάντια στην τυπική μορφή της


Η αστική δημοκρατία έχει στο έργο των κλασικών του μαρξισμού ένα διττό-αντιφατικό περιεχόμενο: είναι από τη μια η μορφή της αστικής κυριαρχίας και το μέσο υπαγωγής των υποτελών τάξεων στο κεφάλαιο, αλλά από την άλλη είναι και το εν δυνάμει πεδίο και μέσο της ταξικής πάλης και της χειραφέτησης της εργατικής τάξης και ευρύτερα του μπλοκ των υποτελών τάξεων. Η διαλεκτική αυτή σύλληψη της δημοκρατίας παράγεται από την αντίληψη για το κράτος αφενός ως εργαλείο της κυρίαρχης τάξης, αφετέρου ως σχέσης που αποκρυσταλλώνει τους ταξικούς συσχετισμούς. Ο Λένιν δίνει έμφαση στην τυπική πλευρά της αστικής δημοκρατίας σε μεγάλο βαθμό ευρισκόμενος σε σύμπνοια με τους Μαρξ-Ένγκελς, που δεν ανέλυσαν λεπτομερώς τη διαδικασία ενσωμάτωσης του προλεταριάτου, επειδή στην εποχή τους αυτή δεν ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων. Οι Μαρξ-Ένγκελς είχαν θίξει μόνο σχηματικά τις υλικές και ιδεολογικές αιτίες της ενσωμάτωσης του λεγόμενου υποκειμενικού παράγοντα δίνοντας περισσότερη έμφαση στην πλευρά του καταναγκασμού και όχι της συναίνεσης.

Ωστόσο, η μαρξική θεωρία δεν προσαρμόζει την κριτική της στον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό ανάλογα με τη στιγμή της αναπαραγωγής του. Η ανάπτυξη της κριτικής προϋποθέτει την κριτική της ανάπτυξης, για αυτό και η κυρίαρχη σχέση εκμετάλλευσης, επομένως και το πρόταγμα της μαρξικής θεωρίας παραμένουν αναλλοίωτα ανεξάρτητα από τη βελτίωση ή όχι των υλικών βιοτικών όρων της εκμεταλλευόμενης τάξης.5

Αντίθετα, ο Πουλαντζάς, ερμηνεύοντας τις αναλύσεις του Γκράμσι, τονίζει εμφατικά τη χειραφετητική-παιδαγωγική διάσταση της αστικής δημοκρατίας, υποτιμώντας εν μέρει το τυπικό της περίβλημα ως μορφής αστικής κυριαρχίας. Η αστική δημοκρατία ως πεδίο εγγραφής των ταξικών συσχετισμών δεν έχει αξιακά μονοσήμαντη κατεύθυνση, ως δυνητικό πλαίσιο χειραφέτησης, αλλά αποτελεί και τη μορφή ενσωμάτωσης των υποτελών τάξεων και άρα και την αποδοχή εκ μέρους τους, της αστικής νομιμότητας και κυριαρχίας. Με αυτή την έννοια, ο Πουλαντζάς, μάλλον υποτιμά το μυστικιστικό χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας που συνίσταται στο ότι εμφανίζει την πραγματική ταξική ανισότητα ως αφηρημένη τυπική ισότητα.

Ο Πουλαντζάς υποστηρίζει πως οι θεσμοί και οι δομές της αστικής δημοκρατίας μπορούν να μετασχηματιστούν προς όφελος των υποτελών τάξεων, επειδή αποτελούν το προνομιακό πεδίο εγγραφής των ταξικών αντιθέσεων και επειδή διαπαιδαγωγούν, έστω μερικώς, τους ανθρώπους στην άσκηση της πολιτικής ως καθημερινής μαζικής πρακτικής.

Στο βαθμό που ο Πουλαντζάς θεωρεί την αστική δημοκρατία όχι κληροδοτούμενο ίχνος-φορτίο του παλιού, αλλά εγγενές απαραίτητο στοιχείο του νέου, τότε αποκλείει κάθε σκέψη καταστροφής των αστικοδημοκρατικών θεσμών ως στοιχείου μετάβασης προς το σοσιαλισμό.


2.5. Πέμπτη προϋπόθεση: ο οικονομικός μηχανισμός του κράτους


Μια ακόμα προϋπόθεση του ΔΔ, ως μακροχρόνιας διαδικασίας μετασχηματισμού του κράτους, είναι η ύπαρξη του λεγόμενου οικονομικού μηχανισμού του κράτους.6

Ο Πουλαντζάς ισχυρίζεται πως ο οικονομικός μηχανισμός ως τόπος εγγραφής των συμφερόντων του μονοπωλιακού κεφαλαίου και ως κόμβος αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων δεν μπορεί να μετασχηματιστεί με τους ρυθμούς των άλλων κρατικών μηχανισμών (βλ. και Μηλιός 1990). Δεν μπορεί ούτε να καταστραφεί μεμιάς γιατί κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην κατάρρευση της οικονομίας:


«Ο δημοκρατικός δρόμος στο σοσιαλισμό είναι μια μακρά διαδικασία που η πρώτη της φάση περιλαμβάνει την αμφισβήτηση της ηγεμονίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, όμως όχι την απότομη ανατροπή του πυρήνα των παραγωγικών σχέσεων. Πράγματι, η αμφισβήτηση της ηγεμονίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου προϋποθέτει μια σημαντική αλλαγή του συνολικού οικονομικού μηχανισμού, αλλά αυτός ο μετασχηματισμός δεν μπορεί σ' αυτή τη φάση να ξεπεράσει συγκεκριμένα όρια γιατί αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος καταστροφής της οικονομίας» (Πουλαντζάς 2001: 286).


Στο βαθμό λοιπόν που στις αρχικές τουλάχιστον φάσεις της διαδικασίας μετάβασης ενυπάρχουν ακόμα αστικές σχέσεις παραγωγής, τότε ο πιο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του οικονομικού μηχανισμού του κράτους οριοθετείται από την υλική πραγματικότητα. Με άλλα λόγια η ισχύς του ιδιότυπου οικονομικού μηχανισμού αποτελεί έναν ακόμα λόγο που η στρατηγική της μετάβασης δεν μπορεί να υλοποιήσει τη συντριβή των κρατικών μηχανισμών, αλλά το μακρόσυρτο μετασχηματισμό τους.

Ο Πουλαντζάς παρουσιάζει ως δεσπόζουσα αντίθεση την ενδοαστική αντίθεση μονοπωλιακού/μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, προκρίνοντας ουσιαστικά μια παλλαϊκή αντιμονοπωλιακή συμμαχία αντί για τη δικτατορία του προλεταριάτου ή την προλεταριακή ηγεμονία, μια θέση που πρωτοδιατυπώνεται εξάλλου στο έργο του, Η κρίση των δικτατοριών και βρίσκεται σε αντίθεση όχι μόνο με τη λενινιστική στρατηγική αλλά και με τη γκραμσιανή έννοια της ηγεμονίας, στην οποία ηγεμονεύει το προλεταριάτο. Ταυτόχρονα, ο Πουλαντζάς τείνει να προσλαμβάνει ως τεχνικά ουδέτερες κάποιες λειτουργίες του αστικού κράτους, με τρόπο που συσκοτίζει την ενιαία φύση της αστικής κυριαρχίας και σχετικοποιεί τον πολιτικό χαρακτήρα της οικονομίας ως πεδίο άρθρωσης και επιβολής των δικαιωμάτων του κεφαλαίου.

Από την άλλη μεριά, ο Πουλαντζάς θίγει, αν και με ιδιαίτερα προβληματικό και ανοικτό σε συστημικές αναγνώσεις, τρόπο, την αντικειμενική-υλική δυσκολία της μετάβασης από την οικονομία της αγοράς ως εκμεταλλευτικού πλαισίου κοινωνικοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων στο συνειδητό σχεδιασμό της παραγωγής.


2.6. Έκτη προϋπόθεση: η ιδιαίτερη κρίση του κράτους


Ο Πουλαντζάς θεμελιώνει τον εναλλακτικό δρόμο μετάβασης που προτείνει και σε μια ακόμα προϋπόθεση που, όπως και ο οικονομικός μηχανισμός του κράτους, αποτελεί κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερα προβληματική θεωρητική διατύπωση. Πρόκειται για την ύπαρξη μιας ιδιαίτερης κρίσης του κράτους, που το χαρακτηριστικό της είναι ότι καθιστά εφικτό τον δημοκρατικό δρόμο προς το σοσιαλισμό:


«Αυτή η κρίση του κράτους ανοίγει στην Αριστερά νέες αντικειμενικές δυνατότητες για το δημοκρατικό δρόμο στο σοσιαλισμό. Υπάρχουν πολλά είδη πολιτικής κρίσης: η σημερινή κρίση διαγράφει για την αριστερά ένα συγκεκριμένο πεδίο, σχετικά με τη δυνατότητα αυτής της μετάβασης. Δεν πρόκειται για μια κρίση διπλής εξουσίας, ούτε για μια κρίση φασιστοποίησης» (Πουλαντζάς 2001: 296).


Πρόκειται δηλαδή για μια ιδιότυπη κρίση που δεν οδηγεί ούτε στην επαναστατική κατάσταση ούτε στη φασιστική αντεπανάσταση, αλλά επιτρέπει το ξεδίπλωμα της διαδικασίας του ΔΔ. Ο Πουλαντζάς δεν τεκμηριώνει επαρκώς γιατί η κρίση αυτή είναι διαφορετική και δημιουργεί τους όρους για τον ΔΔ.

Ο Πουλαντζάς μελετώντας τον αυταρχικό κρατισμό, τον οποίο θεωρεί εν μέρει απάντηση στην κρίση του κράτους και ταυτόχρονα ένδειξη ενίσχυσης αλλά και αδυναμίας του αστικού κράτους (Πουλαντζάς 2001: 294-295), οδηγείται στο αντιφατικό συμπέρασμα πως η παρακμή της αστικής δημοκρατίας καθιστά εφικτό τον πόλεμο θέσεων σε όλο το εύρος του κράτους, και τον ΔΔ. Η στρατηγική δημοκρατικού μετασχηματισμού του αστικού κράτους, συνίσταται στην πάλη για την ενίσχυση της ουσιαστικής πλευράς της αστικής δημοκρατίας που ο αυταρχικός κρατισμός περιορίζει εντός της θεσμικής υλικότητάς του. Η αντίφαση, κατά τον Πουλαντζά, του αυταρχικού καπιταλισμού συνίσταται στο όριο του κράτους να περιορίσει τη συμμετοχή των μαζών στο κράτος, όταν αυτό ενυπάρχει πια σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής και δεν είναι θωρακισμένο από την κοινωνική δυναμική.

Ωστόσο ο αυταρχικός κρατισμός δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας του αστικού κράτους, αλλά την επιθετική ανασύνταξή του, με στόχο την οικοδόμηση μιας νέας μορφής καπιταλιστικού κράτους που θα συμπυκνώσει τους κοινωνικούς συσχετισμούς και θα συντελέσει στην ομαλή αναπαραγωγή τους. Επιπλέον οι δομικοί μετασχηματισμοί της αστικής δημοκρατίας που χαρακτηρίζουν τον αυταρχικό κρατισμό δεν έπονται, όπως ισχυρίζεται ο Πουλαντζάς, της κρίσης του κεϊνσιανισμού, αλλά συνυπάρχουν χρονικά και αιτιακά με το κράτος πρόνοιας, (Agnoli 2014), του οποίου ο βασικός στόχος ήταν η ομαλή αναπαραγωγή και ενσωμάτωση του προλεταριάτου στο πλαίσιο του αστικού κράτους.


3. Κριτική στη δυαδική εξουσία - ο δημοκρατικός δρόμος προς το σοσιαλισμό


Από τα παραπάνω έχουν ήδη διαφανεί το περίγραμμα της κριτικής του Πουλαντζά στη δυαδική εξουσία και τα βασικά στοιχεία του δικού του μοντέλου μετάβασης. Κάθε στοιχείο κριτικής στο μοντέλο της δυαδικής εξουσίας, παράγει αντίστοιχα και μια θέση της πουλαντζικής θεωρίας μετάβασης.

Πρώτον, ο Πουλαντζάς θεωρεί πως ο σταλινισμός δεν αποτελεί παρέκλιση από τη λενινιστική θεωρία και πρακτική, αλλά εντοπίζει σχέσεις συνέχειας. Ο Πουλαντζάς βέβαια υπενθυμίζει πως ο σταλινισμός προσέθεσε στη λενινιστική απαξίωση της αστικής δημοκρατίας, τον κρατισμό και την περιφρόνηση προς τις συμβουλιακές δομές άμεσης δημοκρατίας

Αντίθετα αυτή η συνέχεια δεν εντοπίζεται στο μαρξικό έργο σε μεγάλο βαθμό επειδή ο Μαρξ δεν είχε να αντιμετωπίσει πρακτικά το πρόβλημα του μαρασμού του κράτους.


«Ο Λένιν πρώτος είχε να λύσει το πρόβλημα της μετάβασης στο σοσιαλισμό και του μαρασμού του κράτους, πρόβλημα για το οποίο ο Μαρξ είχε αφήσει μόνο μερικές πολύ αόριστες υποδείξεις, όλες εξάλλου προς την κατεύθυνση μιας στενής συσχέτισης σοσιαλισμού και δημοκρατίας» (Πουλαντζάς 2001: 358).


Πρώτο στοιχείο της κριτικής του Πουλαντζά λοιπόν, είναι ότι η δυαδική εξουσία και κατ’ επέκταση το τσάκισμα και η υποκατάσταση του αστικού κράτους από το «μισοκράτος» των σοβιέτ, ισοδυναμεί με αφανισμό των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ακόμα και αν ο Λένιν είχε ως στόχο την αντικατάσταση της αστικής δημοκρατίας με την προλεταριακή δημοκρατία των σοβιέτ, η απαξίωση των αστικοδημοκρατικών θεσμών παρήγαγε τελικά τον αυταρχικό κρατισμό του σταλινισμού.

Η θέση του Πουλαντζά είναι πως η διαδικασία μετάβασης θα πρέπει να μετασχηματίσει και όχι να καταστρέψει τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και να τους συνδυάσει με τις δομές άμεσης δημοκρατίας. Σε αυτό το σημείο, ο Πουλαντζάς ταυτίζει τη συντριβή του σκληρού πυρήνα του κράτους με την καταστροφή των αστικών δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών, υποστηρίζοντας πως η καταστροφή του κράτους «νομοτελειακά» οδηγεί στην απαξίωση της δημοκρατίας και τον σταλινικό κρατισμό. Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για λογικό άλμα, που δεν τεκμηριώνεται επαρκώς, αλλά προκύπτει μόνο από την ιστορική εμπειρία και την ανάγκη πολιτικής οριοθέτησης από τον «υπαρκτό σοσιαλισμό».

Δεύτερον, ο Πουλαντζάς επικρίνει τη στρατηγική της δυαδικής εξουσίας, επειδή αναπαράγει όλες τις αδυναμίες της εργαλειακής αντίληψης για το κράτος που θεωρεί πως


«οι ταξικές αντιφάσεις βρίσκονται τάχα ανάμεσα στο Κράτος και τις έξω από το κράτος λαϊκές μάζες. Κι αυτό ως το σημείο μιας κρίσης της διπλής εξουσίας, ως τη στιγμή που το κράτος εξαρθρώνεται ουσιαστικά λόγω της κεντρικοποίησης σε εθνικό επίπεδο παράλληλων εξουσιών, που γίνονται η πραγματική εξουσία (τα Σοβιέτ)» (Πουλαντζάς, ό.π.: 361-62).


Επιπλέον η δυαδική εξουσία ως μοντέλο μετάβασης ανάγεται σε μια καθοριστική στιγμή κορύφωσης της σύγκρουσης από την οποία απουσιάζει


«το στρατηγικό όραμα μιας μεταβατικής διαδικασίας προς το σοσιαλισμό, δηλαδή μιας μακράς πορείας κατά την οποία οι μάζες θα δρουν για να κατακτήσουν την εξουσία και να μετασχηματίσουν τους κρατικούς μηχανισμούς» (ό.π: 362).


Τρίτον, η στρατηγική της δυαδικής εξουσίας, αντιλαμβάνεται το κράτος ως φρούριο που πρέπει να καταληφθεί έξωθεν και αυτή η αντίληψη κατά τον Πουλαντζά υποτιμά τις δυνατότητες παρέμβασης των μαζών μέσα στο κράτος. Αντίθετα,


«ο δημοκρατικός δρόμος στο σοσιαλισμό είναι μια μακρά διαδικασία κατά την οποία ο αγώνας των λαϊκών μαζών δεν στοχεύει στην εγκαθίδρυση μιας δυαδικής εξουσίας [...] αλλά προσανατολίζεται προς τις εσωτερικές αντιφάσεις του κράτους» (Πουλαντζάς 2001: 367).


Τέταρτον, ο Πουλαντζάς ασκεί κριτική στην άποψη της αναγκαιότητας της συντριβής της κρατικής μηχανής και στη λογική/χρονική αλληλουχία του μοντέλου της δυαδικής εξουσίας: κατάληψη της κρατικής εξουσίας, καταστροφή του αστικού κράτους, αντικατάσταση με τα σοβιέτ. Κατά τον Πουλαντζά, με αυτό τον τρόπο η πολυπλοκότητα των σχέσεων εξουσίας ανάγεται μηχανιστικά στο κράτος και υποτιμάται για μια ακόμη φορά η διαλεκτική σχέση κράτους-ταξικής πάλης.

Συνοψίζοντας, ο Πουλαντζάς ασκεί κριτική στο μοντέλο της δυαδικής εξουσίας επειδή ως στρατηγική μετάβασης έχει τις ακόλουθες αδυναμίες: αντιλαμβάνεται με όρους εξωτερικότητας τις τάξεις και το κράτος, αντιπαραβάλλει αντιθετικά και όχι συμπληρωματικά την αντιπροσωπευτική με την άμεση δημοκρατία, συσκοτίζει τη μακροχρόνια διαδικασία μετάβασης, αναπαράγει την ουσιοκρατική θεώρηση του κράτους και συμπυκνώνει (η σταλινική εκδοχή της δυαδικής εξουσίας) την καχυποψία απέναντι στην κίνηση των μαζών και την άμεση δημοκρατία.

Υποστηρίζω πως ο Πουλαντζάς αν και ασκεί κριτική στη δυαδική εξουσία, θέτοντας ως στόχο την υπέρβασή της, δεν την ακυρώνει στο σύνολό της. Στέκεται κριτικά απέναντι στις εγγενείς αδυναμίες της ως στρατηγικής για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό, αλλά επιδιώκει να διασώσει τις θετικές της πλευρές (δομές άμεσης δημοκρατίας - κίνηση των εργαζόμενων μαζών) συμπληρώνοντάς τες με τις δικές του προτάσεις που συγκροτούν τον ΔΔ.

Ο Πουλαντζάς εκκινεί από την ορθή θέση πως οι συνθήκες και η μορφή του κράτους έχουν αλλάξει, «πράγμα που συνεπάγεται μια νέα στρατηγική, τόσο για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας από τις λαϊκές μάζες και τις οργανώσεις, όσο και για τις μεταβολές του Κράτους: είναι αυτό που ονομάζεται δημοκρατικός δρόμος προς το σοσιαλισμό» (ό.π.: 366). Ορίζει μάλιστα ως εξής τα βασικά χαρακτηριστικά της στρατηγικής του ΔΔ που την καθιστούν μια σύγχρονη στρατηγική μετάβασης που υπερβαίνει εκείνη της δυαδικής εξουσίας.

Πρώτον, ο ΔΔ βρίσκεται σε αντίθεση με το σκληρό πυρήνα της δυαδικής εξουσίας και αντιλαμβάνεται το κράτος και τις τάξεις με όρους εσωτερικότητας και όχι εξωτερικότητας. Εφόσον το κράτος δεν είναι παντοδύναμο υποκείμενο-εργαλείο της άρχουσας τάξης, αλλά αντίθετα το πεδίο που συμπυκνώνει τις ταξικές σχέσεις και συσχετισμούς, τότε η διαδικασία μετάβασης εδράζεται στην κρατική επικράτεια και όχι εκτός αυτής. Ο Πουλαντζάς δέχεται την αναγκαιότητα ύπαρξης δομών ανταγωνιστικών και εξωτερικών προς το κράτος, απλά επιθυμεί να τις συναρθρώσει με τα πεδία-δομές εγγραφής των συμφερόντων των υποτελών τάξεων εντός των ΙΜΚ, αλλά και του σκληρού πυρήνα του κράτους.

Δεύτερον, ο ΔΔ συνδυάζει το μετασχηματισμό των αστικοδημοκρατικών θεσμών στη βάση της ουσιαστικοποίησής τους (όντας το αντίδοτο του αυταρχικού κρατισμού που τυπικοποιεί τη δημοκρατία) με την ύπαρξη δομών άμεσης δημοκρατίας. Ο ΔΔ συνδυάζει το παλιό (αστική δημοκρατία), το οποίο μετασχηματίζει, με το νέο (σοβιέτ). Με αυτόν τον τρόπο, ισχυρίζεται ο Πουλαντζάς η μετάβαση θωρακίζεται και από τον κίνδυνο του κρατικού δεσποτισμού (χάρη στην ύπαρξη κοινοβουλευτικών θεσμών, πλάι στο δίκτυο αμεσοδημοκρατικών δομών) και από το σοσιαλδημοκρατικό κρατισμό (χάρη στα σοβιέτ).

Τρίτον, ο ΔΔ δεν είναι μια σταδιακή διαδικασία χωρίς καμπές, αλλά η πορεία ανατροπής των συσχετισμών στο κράτος υπέρ των λαϊκών μαζών. Ο ΔΔ δεν περιορίζεται στο κοινοβούλιο, ούτε αρκεί η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από κάποιο κόμμα της Αριστεράς. Ο ΔΔ είναι ο αγώνας για το μετασχηματισμό όλων των κρατικών μηχανισμών, ακριβώς γιατί το σύνολο των κρατικών μηχανισμών είναι περατό και μπορεί να μετασχηματιστεί.

Τέταρτον, ο ΔΔ έχει ως στόχο όχι την καταστροφή, αλλά το ριζικό μετασχηματισμό του κράτους, γιατί η καταστροφή του κράτους, κατά τον Πουλαντζά συνεπάγεται και την καταστροφή των αντιπροσωπευτικών θεσμών, τον περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών, δηλαδή του συνόλου του πολιτικού εποικοδομήματος που κληροδοτεί η αστική κοινωνία. Ο ριζικός όμως μετασχηματισμός του κράτους δε γίνεται άνωθεν, εντός του υλικού και ιδεολογικού πλαισίου του κράτους, αλλά στηρίζεται στη συνεχώς μεγαλύτερη παρέμβαση των μαζών εντός και εκτός του κράτους.

Μακριά από τη λογική της πεφωτισμένης πρωτοπορίας ο μετασχηματισμός του κράτους προϋποθέτει την εμπλοκή και στήριξη πλατιών κοινωνικών συμμαχιών, την εμπλοκή μαζών. Με αυτόν τον τρόπο ο Πουλαντζάς παίρνει θέση στο ζήτημα της σχέσης κόμματος-τάξης, ζήτημα καθοριστικό κατά τη διαδικασία μετάβασης, το οποίο οριοθετεί και τα διαφορα ρεύματα στους κόλπους της μαρξιστικής θεωρίας.

Ο ΔΔ αποτελεί το πλαίσιο διαπαιδαγώγησης και συνειδητοποίησης των μαζών, τη διαδικασία συγκρότησής τους σε δρώντα υποκείμενα. Ο ΔΔ απομυστικοποιεί την πολιτική και την οικονομία, παράγει νέες κοινωνικές σχέσεις και πρακτικές όχι στο στενό χώρο του κράτους, αλλά σε όλους τους τομείς της κοινωνική ζωής.

Ο ΔΔ συναρθρώνοντας την κοινοβουλευτική με την άμεση δημοκρατία, τον αγώνα μέσα στο κρατος με τις δομές αυτοδιαχείρισης έξω από το κράτος αποτελεί κατά τον Πουλαντζά μια σύγχρονη στρατηγική μετάβασης που αντιστοιχεί στη μορφή του κράτους στις ανεπτυγμένς ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ο ΔΔ οριοθετείται από το ρεφορμισμό, γιατί αναγνωρίζει την ταξικότητα του κράτους, προκρίνοντας το ριζικό μετασχηματισμό του κράτους και όχι τη «φιλολαϊκή» διαχείρισή του ως ουδέτερης πύκνωσης ισχύος. Οριοθετείται και από τη λενινιστική στρατηγική γιατί αποτελεί μια μορφή μετάβασης που δεν καταργεί τον κοινοβουλευτισμό, αλλά προσπαθεί να τον ουσιαστικοποίησει και γιατί ο ΔΔ δεν εμπεριέχει την τομή της καταστροφής του κράτους ως αναγκαίας συνθήκης του κοινωνικού μετασχηματισμού. Ο Πουλαντζάς αρνείται την τομή της καταστροφής του κράτους, αλλά όχι το αίτημα του μαρασμού του. Θεωρεί πως το κράτος αρθρώνεται ως πολύπλοκη σχέση, η οποία δεν καταστρέφεται σε μια στιγμή, αλλά μετασχηματίζεται μέσα από συνεχείς τομές στους μηχανισμούς του.


4. Συμπεράσματα


Κατά τη γνώμη μου, ο Πουλαντζάς αποπειράται να συγκροτήσει μια διαφορετική στρατηγική μετάβασης που να υπερβαίνει κριτικά το μοντέλο της δυαδικής εξουσίας και να εμπεριέχει την εμπειρία των ταξικών αγώνων του 20ού αιώνα και των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Η δικτατορία του Πινοσέτ, η ήττα των κοινωνικών κινημάτων του 1968, η ανάγκη για θεωρητικό αναστοχασμό πάνω στις δυνατότητες υπέρβασης της αστικής ηγεμονίας οδηγούν τον Πουλαντζά σε μια επιστημολογική και μεθοδολογική ρήξη με τη μαρξική και μαρξιστική θεωρία και στην ώσμωσή του με το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, όπως και οι εγγενείς αντιφάσεις της πουλαντζικής προσέγγισης δεν αναιρούν τον εμπλουτισμό και την επικαιροποίηση της θεωρίας για το σύγχρονο κράτος από τις παραδοχές του Πουλαντζά.

Ο Πουλαντζάς θέλει να διασώσει το δημοκρατικό περιεχόμενο του σοσιαλισμού και να υπερβεί τις συμπληγάδες του δεσποτικού κρατισμού (που αναιρεί τη σχέση σοσιαλισμού-δημοκρατίας) και του φιλελευθερισμού της σοσιαλδημοκρατίας (που αρνείται το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό στο όνομα της αστικής δημοκρατίας). Σε κάποιο βαθμό παρά τις αντιφάσεις της θεώρησής του, ο Πουλαντζάς θέτει τα σωστά ερωτήματα. Πώς και πού συγκροτείται το ανταγωνιστικό υποκείμενο ενάντια στο κράτος; Εκτός ή εντός του κράτους; Υπάρχουν ταξικοί αγώνες εκτός της κρατικής επικράτειας; Αρκεί η κατάληψη της εξουσίας με στρατιωτικό τρόπο («έφοδος στα ανάκτορα»)για να πραγματοποιηθεί ο κοινωνικός μετασχηματισμός; Και πώς εκκινεί η αναπαραγωγή των νέων κοινωνικών σχέσεων, αν δεν έχει προηγηθεί η κατάλληλη παιδαγωγική προετοιμασία των μαζών; Πώς θωρακίζεται το σοσιαλιστικό εγχείρημα από την πιθανότητα του εκφυλισμού του; Με άλλα λόγια αρκεί η άνωθεν αλλαγή των θεσμών για να πραγματοποιηθεί ο κοινωνικός μετασχηματισμός; Και πώς και πότε αντικαθίστανται οι αστικές σχέσεις παραγωγής και διανομής, ο παλιός δηλαδή τρόπος ζωής;

Η στρατηγική του ΔΔ δεν απαντά, ή απαντά με προβληματικό τρόπο, σε όλα αυτά τα ερωτήματα, αλλά καταδεικνύει τις αντινομίες του μοντέλου της δυαδικής εξουσίας και τον, σε ένα βαθμό, μεσσιανικό χαρακτήρα της ως στρατηγικής μετάβασης. Ο ΔΔ επίσης αναδεικνύει ότι η μετάβαση στην αταξική κοινωνία είναι αναπόφευτα μια μακρόσυρτη επώδυνη διαδικασία πειραματισμών και λαθών και όχι κάποια μαγική συνταγή παντός καιρού.

Από την άλλη μεριά, ο Πουλαντζάς και ο ΔΔ δεν στερούνται αντιφάσεων ή και θεωρητικών σφαλμάτων. Σε καμία περίπτωση, δεν είναι ξεκάθαρο το ταξικό πρόσημο και η ηγεμονεύουσα τάξη της μετάβασης, γεγονός που ευνοεί μια λογική διαταξικών συμμαχιών ανάμεσα στο προλεταριάτο και μη μονοπωλιακά τμήματα του κεφαλαίου ενάντια στην κυρίαρχη αστική μερίδα. Ο Πουλαντζάς χρησιμοποιεί όρους όπως λαός, λαϊκές τάξεις, μάζες κλπ., ακριβώς επειδή τοποθετείται ενάντια στον όρο της δικτατορίας του προλεταριάτου. Επίσης δεν διασαφηνίζεται το πολιτικό και κοινωνικό υποκείμενο7 της μετάβασης, κάτι που στη δυαδική εξουσία, παρά τις αντιφάσεις της, είναι καθαρό. Ο «δικτατορικός» δρόμος προς τον κομμουνισμό, δηλαδή η αναγκαιότητα της μεταβατικής κρατικής εξουσίας του προλεταριάτου και ο καθοδηγητικός ρόλος του κόμματος, προφανώς δεν εμπεριέχει κινδύνους και αντιφάσεις, ωστόσο δεν υπερβαίνει κανείς αυτές τις αντιφάσεις, είτε θεωρώντας το κόμμα απλή συνείδηση που μεταλαμπαδεύεται σε κάποιο εν υπνώσει μεταφυσικό κοινωνικό υποκείμενο (εργατική τάξη ή λαός) το οποίο είναι αγνό και αδιαμεσολάβητο από τη φύση του, είτε επικαλούμενος αφηρημένα το δημοκρατικό δρόμο προς το σοσιαλισμό.

Μια σημαντική αντίφαση της πουλαντζικής πρότασης είναι και η υποτίμηση της βίας. Η αστική τάξη και τα κόμματά της δεν πρόκειται να μείνουν απαθείς μπροστά σε μια, μακροχρόνια μάλιστα, διαδικασία που θα στρέφεται ενάντια στα συμφέροντά τους. Με ποιες δυνάμεις και με ποια σώματα ισχύος-βίας θα μπορούν οι λαϊκές μάζες να προχωρούν τον μετασχηματισμό του κράτους; Θα είναι η μεταρρυθμισμένη αστυνομία που θα υπόκειται σε έλεγχο, η οποία θα στέκει αδιάφορη απέναντι σε μια διαδικασία που θα οδηγήσει στην εξάλειψή της; Η ικανότητα του προλεταριάτου να αντιπαραβάλλει τη δική του βία στη βία του αστικού κράτους και να επιβάλλει το συμφέρον του είναι εξαιρετικά κρίσιμο και πρακτικό ζήτημα, που δεν αντιμετωπίζεται με ηθικολογίες ή πασιφιστικές διακηρύξεις, χωρίς αυτό να συνεπάγεται κάποια αισθητικοποίηση της (μετ)επαναστατικής βίας.

Επίσης, ο Πουλαντζάς τείνει να υποτιμά τη θεσμική υλικότητα του αστικού κράτους, την ικανότητα στεγανοποίησής του από την πάλη των τάξεων και αναίρεσης της ίδιας της αστικής νομιμότητας. Η θεώρηση του κράτους αποκλειστικά ως σχέσης παραβλέπει την εργαλειακή του διάσταση και τείνει να υποτιμά το πρωτογενές αστικό δίκαιο, το μονοπώλιο της βίας. Αντίστοιχα υποτιμάται πλήρως η φετιχιστική διάσταση της αστικής δημοκρατίας, οι πρακτικές και τα τελετουργικά χειραγώγησης των υποτελών τάξεων που καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολο, αν όχι αδύνατο τον μετασχηματισμό της αστικής δημοκρατίας, δίχως τη συντριβή του αστικού κράτους, αλλά και του κεφαλαίου ως ολοποιητικής κοινωνικής σχέσης που αποτελεί την υλική βάση της αστικής κυριαρχίας.

Η εμπλοκή των μαζών στη διαδικασία μετάβασης δεν πρέπει να ισοδυναμεί με διάχυση της πρωτοπορίας στο σώμα του λαού, γιατί σε αυτό το αμεσοδημοκρατικό αίτημα ελλοχεύει ο κίνδυνος η μέση συνείδηση, όπως αυτή βγαίνει από την αστική κοινωνία, να ναρκοθετήσει κάθε ουσιαστική προσπάθεια υπέρβασής της.

Ο ΔΔ του Πουλαντζά επίσης έχει την εξής θεωρητική αντίφαση: αν και αποδέχεται την προβληματική λογική των σταδίων, σε ένα βαθμό για να δικαιολογήσει την μη αναγκαιότητα της συντριβής του αστικού κράτους, τελικά συγχέει υπαρκτές στιγμές εξέλιξης στη διαδικασία μετάβασης, ενοποιώντας τες. Με αυτήν την έννοια, ο ΔΔ αναφέρεται εξίσου και στο δημοκρατικό αγώνα και την ταξική πάλη στο καπιταλιστικό πλαίσιο και στη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Ενώ ο μαρασμός του κράτους στο ΔΔ αφορά στο αστικό κράτος και όχι, όπως στη μαρξιστική θεωρία, στο «μισοκράτος» της προλεταριακής δικτατορίας, πράγμα που αποτελεί αυτούσιο μεθοδολογικό σφάλμα (αν όχι λαθροχειρία) των θεωρητικών της 2ης Διεθνούς και της σοσιαλδημοκρατίας που αντανακλά την άρρητη προσχώρηση του Πουλαντζά στο ρεύμα του ευρωκομμουνισμού.

Από την άλλη, ο ΔΔ μπορεί ίσως να γίνει κατανοητός και ως μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου, ως δηλαδή πύκνωση και πολιτική έκφραση των νέων κοινωνικών σχέσεων που φύονται στην κληροδοτημένη βάση του καπιταλισμού, μετά την καταστροφή του σκληρού πυρήνα του αστικού κράτους. Με αυτή την έννοια οι παραδοχές του Πουλαντζά περί συνδυασμού άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, περί συνύπαρξης αυτοδιαχειριζόμενων δομών και κάποιων μορφών οικονομίας της αγοράς, περί συνεχούς διαμάχης ανάμεσα στο παλιό και στο νέο, αποτυπώνουν αρκετά καθαρά την πολυπλοκότητα και αντιφατικότητα της μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό και τη διαλεκτική γέννησης της νέας κοινωνίας από τις ωδίνες της παλιάς.


Βιβλιογραφία


Agnoli, J. (2014), Ο μετασχηματισμός της δημοκρατίας και παρεμφερή κείμενα, Αθήνα: ΚΨΜ.

Αλτουσέρ, Λ. (1977), «Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους», στο Θέσεις, Αθήνα : Θεμέλιο: 69-121.

Αλτουσέρ, Λ. (1987), «Σημείωση σχετικά με τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους», Θέσεις τ. 21και

http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=203&Itemid=29 , προσπέλαση στις 7-5-2017.

Althusser, L. (1994), “Marx dans ses limites”, στο Ecrits Philosophiques et Politiques, Tome 1, Paris: STOCK/IMEC: 359-512.

Αλτουσέρ, Λ. (2010), «Γιατί το κράτος είναι μια μηχανή», Θέσεις τ. 113, και http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1127&Itemid=29 , προσπέλαση στις 17-4-2017.

Γκρούπι, Λ. (1977), Η έννοια της ηγεμονίας στον Γκράμσι, Αθήνα: Θεμέλιο.

Δημούλης Δ. (1997), «Η μηχανή παραγωγής νόμιμης εξουσίας: Ζητήματα θεωρίας του κράτους», Θέσεις τ.66 και http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=593&Itemid=29 , προσπέλαση στις 12-5-2017.

Gramsci, A. (1986), Selections from the Prison Notebooks. Q. Hoare - C.N. Smith (eds.), London: Lawrence and Wishart.

Λούξεμπουργκ, Ρ. (1978), Η Ρωσική Επανάσταση, Αθήνα: Κοροoντζής.

Μηλιός, Γ. (1990) «Από τη “συντριβή της κρατικής μηχανής” στην “κρίση και μετεξέλιξη” του κράτους. (Η θεωρητική τομή στο έργο του Ν. Πουλαντζά)». Θέσεις τ. 30, και

http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=281&Itemid=29 , προσπέλαση στις 21-5-2017.

Μαρξ, Κ. (2010), Μισθωτή Εργασία και Κεφάλαιο, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Poulantzas, N. (1976), La crise de l’ Etat, Paris: PUF.

Πουλαντζάς, Ν. (1981), Οι τάξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό, Αθήνα: Θεμέλιο.

Πουλαντζάς, Ν. (1990), H κρίση του κράτους, Αθήνα: Παπαζήσης.

Πουλαντζάς, Ν. (2001), Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Αθήνα: Θεμέλιο.

Πουλαντζάς, Ν. (2006), Η κρίση των δικτατοριών. Πορτογαλία-Ελλάδα-Ισπανία, Αθήνα: Θεμέλιο & Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς.

Πουλαντζάς Ν.-Weber H. (1989) Συζήτηση: Το κράτος και η μετάβαση στο σοσιαλισμό, Θέσεις τ. 27καιhttp://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=252&Itemid=29 , προσπελαση στις 15-6-2014.

Στρεκ Β. (2017) Κερδίζοντας χρόνο: Η καθυστερημένη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού, Αθήνα: Τόπος.


1 Ως ιστορικά έργα ή πολιτικά γραπτά νοούνται τα εξής κείμενα του Μαρξ: Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη και (το μεταγενέστερο) Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία.

2 Η θέση περί διαπερατότητας του σκληρού πυρήνα του κράτους από τους ταξικούς αγώνες πρωτοδιατυπώνεται στο έργο Η κρίση των δικτατοριών. Κατά τη γνώμη μας ο Πουλαντζάς γενικεύει την ιδιαίτερη περίπτωση του πορτογαλικού κράτους, όπου η «Επανάσταση των γαρυφάλων» που ανέτρεψε τη δικτατορία είχε ως πολιτικό υποκείμενο τμήματα του στρατού. Γενικότερα στο έργο αυτό πρωτοδιατυπώνονται οι θέσεις που σηματοδοτούν τη θεωρητική τομή του Πουλαντζά (Μηλιός 1990).

3 Ο Αλτουσέρ κρίνει εμπεριστατωμένα την άποψη αυτή στο άρθρο του: «Γιατί το κράτος είναι μια μηχανή», Θέσεις τ. 113 και

http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1127&Itemid=29 .

Σύμφωνα με τις διακρίσεις των κρατικών μηχανισμών που εισάγει ο Αλτουσέρ: το κράτος συγκροτούν ο κατασταλτικός μηχανισμός (Appareils répressifs d’État), ο πολιτικός μηχανισμός του κράτους (Αppareil politique de l’ Etat), που αποτελούν το σκληρό πυρήνα του και είναι πλήρως χωρισμένοι από την πάλη των τάξεων, και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους (Appareils idéologiques d’État).

4 Στο κράτος έκτακτης ανάγκης η κυριαρχία του κατασταλτικού μηχανισμού εγγράφεται και θεσμικά/υλικά με την απορρόφηση των ΙΜΚ από το σκληρό πυρήνα του κράτους.

5 Στο Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο (1847) η θέση αυτή διατυπώνεται ξεκάθαρα: «Το κεφάλαιο και η εργασία είναι δύο πλευρές μιας και της αυτής σχέσης. Η μία προυϋποθέτει την άλλη [...] Όσο ο μισθωτός εργάτης θα ’ναι μισθωτός, η τύχη του θα εξαρτάται από το κεφάλαιο. Αυτή είναι η πολυθρύλητη κοινότητα συμφερόντων του εργάτη και του κεφαλαιοκράτη [...]. Ακόμα και η πιο ευνοϊκή κατάσταση για την εργατική τάξη [, ..] δεν καταργεί την αντίθεση ανάμεσα στα δικά του συμφέροντα (του εργάτη) και τα συμφέροντα της αστικής τάξης» (Μαρξ 2010: 43-51).

6 Ο όρος οικονομικός μηχανισμός του κράτους υπάρχει μόνο στο τελευταίο βιβλίο του Πουλαντζά. Ο ίδιος παλιότερα ασκώντας κριτική σε μια τέτοια εννοιολόγηση, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το να μιλάμε λοιπόν για κατασταλτικό μηχανισμό και για ιδεολογικούς κρατικούς μηχανισμούς του κράτους, δεν σημαίνει διόλου ότι το κράτος έχει μόνο κατασταλτικό ή ιδεολογικό ρόλο: και μ’ αυτή την έννοια δεν μπορούμε επίσης να προσθέσουμε σ’ αυτούς τους μηχανισμούς έναν κρατικό “οικονομικό μηχανισμό” ξέχωρο από τους άλλους – λ.χ. τον σχεδιασμό σήμερα– [...]. Αυτό θα μας έκανε να πιστέψουμε ότι υπάρχουν από τη μια κατασταλτικές ιδεολογικές πολιτικές λειτουργίες του κράτους και από την άλλη τεχνικές και ουδέτερες οικονομικές λειτουργίες του κράτους: αντίληψη εξίσου σφαλερή μ’ εκείνη που θεωρεί ότι το κράτος δεν έχει παρά μόνον κατασταλτικό ή ιδεολογικό ρόλο» (Πουλαντζάς 1981: 121-122).

7 Όλες οι επαναστάσεις της νεωτερικότητας είχαν ως κύριο γνώρισμά τους ενα πολιτικό υποκείμενο, που οργανωμένο διακριτά από τις μάζες, στη βάση ενός συνειδητού σχεδίου οικοδόμησης και κοινής ιδεολογικής αναφοράς, εξέφραζε διαμεσολαβημένα το γενικό συμφέρον του κοινωνικού υποκειμένου.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή