Παγκοσμιοποίηση, πολυεθνικές επιχειρήσεις και εξαγωγή κεφαλαίου Εκτύπωση
Τεύχος 141, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2017


ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ, ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ


του Ηλία Ι. Νικολόπουλου


1. Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και οι προεκτάσεις της


Από τις αρχές της δε­καετίας του 1980, το κυρίαρχο σύστημα οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας γνωρίζει μεγάλης κλίμακας αναδιαρθρώσεις και αναπροσαρμογές, οι οποίες ε­στιάζονται τόσο στο επίπεδο των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων όσο και των θε­σμών.

Στο επίκεντρο των αλλαγών αυτών βρίσκεται η αναδιάρ­θρωση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής σε διεθνή κλίμακα και η διαμόρ­φωση ενός νέου προτύπου συσσώρευσης του κε­φαλαίου: του νεοφιλελεύθερου. Έτσι, το κεφαλαιοκρατικό σύστη­μα, μετά την εξάντληση του φορντικού-κεϊνσιανού καθεστώτος συσσώρευσης του κεφαλαίου και διανομής του πλούτου, εισήλθε σε διαδικασίες αναδόμησης που χαρακτηρίζο­νται, κυρίως, από την οργάνωση της παραγω­γής σε περιφερειακή και παγκόσμια βάση, την ανάδυση της πολυεθνικής επιχείρησης - δίκτυο, την απορρύθμιση των ερ­γασιακών σχέσεων, τον περιορισμό της οικονομικής παρεμβατικότητας του εθνι­κού κράτους, την αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, τη μεταφορά δημόσιων πόρων στον ιδιωτικό τομέα, την ενίσχυση των υπερεθνικών θεσμών και τη διασφάλιση της ελευθερίας στη διακίνηση του κεφαλαίου και των εμπορευμάτων.

Στο πλαίσιο της παραγωγι­κής αυτής αναδιάρθρωσης του κεφαλαιοκρατικού συ­στήματος, ο ρόλος των άμε­σων ξένων επενδύσεων ανα­δεικνύεται σε κεντρικό. Πρέπει, όμως, να τονιστεί σχετικά ότι το κεφαλαιοκρατικό σύστημα, από την αφετηρία του, είναι συνυφασμένο με παγκοσμιοποιητικές διαδικασίες, διότι στο βαθμό που ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής απο­κτούσε τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του εντός των ορίων του εθνικού κράτους και της αγοράς αναπτύσσονταν, συγ­χρόνως, η παγκόσμια αγορά και οι διεθνείς ανταλλαγές. Σύντομα δε, κάτω από την πίεση της διαδικασίας συσ­σώρευσης του κεφαλαίου, η εξαγωγή κεφαλαίων άρχισε να διαδραματίζει σημαντι­κό ρόλο στις διεθνείς οικονο­μικές σχέσεις. Ρόλος ο οποίος έγινε αισθητός, ιδιαίτερα από τα μέσα του 19ου αιώνα και κυρίως μετά το 1870, στο πλαίσιο της διεθνοποίησης της οι­κονομίας. Μεγάλη άνθιση οι διεθνείς επενδύσεις γνώ­ρισαν κατά τη μεταπολεμική περίοδο και ειδικότερα στις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Από το 1980 όμως και μετά, στον τομέα των άμεσων ξένων επενδύσεων, εκτός από τη με­γάλη τους ανάπτυξη, ση­μειώθηκαν σημαντικές αλλα­γές και ως προς τον προσανα­τολισμό τους. Έτσι, οι ανα­πτυσσόμενες χώρες, με την εξαίρεση κυρίως της Κίνας, της Ινδίας και του Βιετνάμ, έπαψαν να αποτελούν το σπουδαιότε­ρο πόλο προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων και υπερκεράστηκαν από τις ανεπτυγμένες. Κινητήρια δύναμη των επεν­δυτικών αυτών πρωτοβουλιών και εξελίξεων είναι η πολυεθνική επιχείρηση, όπως και το ίδιο το κράτος, το οποίο πρωτοστατεί, με διάφορα μέτρα, για να καταστήσει τον εθνικό του χώρο ελκυστικό από την άποψη της προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων.

Οι σημαντικές αυτές επενδυ­τικές εξελίξεις και παραγωγι­κές αναδιαρθρώσεις, οι οποί­ες πραγματοποιούνται σε πλανητική κλίμακα, οδηγούν βαθμιαία σε υπέρβαση των ε­θνικών παραγωγικών συστη­μάτων και στην ένταξη και ενσωμάτωσή τους στα ανα­δυόμενα περιφερειακά πα­ραγωγικά συστήματα, τα ο­ποία αποτελούν οργανικά στοιχεία της παγκόσμιας οικονομίας στους κόλπους της οποίας διαμορ­φώνονται τάσεις συγκρότη­σης ενός ενιαίου παραγωγι­κού συστήματος.

Έτσι, είναι πράγματι δύσκολο να κατανοηθεί η νεώτερη οικονομική πραγματικότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε και διαμορφώνεται, εάν δεν γνωρίζουμε τους νόμους, τους μηχανισμούς και τις πρακτικές που διέπουν την κεφαλαιοκρατική συσσώρευση σε τοπική, εθνική, περιφερειακή και παγκόσμια κλίμακα, διότι η διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου αναδεικνύεται όλο και περισσότερο ως η πλέον καθοριστική κινητήρια δύναμη που προσδιορίζει την εξέλιξη και τη διαμόρφωση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος (Franc 1977: 25-35, Μηλιός 1997: 9-31).

Στο πλαίσιο της εξέλιξης αυτής, που καθορίζεται, κυρίως, από τη δυναμική και τις αντιφάσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, έχουμε κατά περιόδους μετατόπιση στη συγκέντρωση και ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα να μετακινείται διαχρονικά το κέντρο βάρους της ανάπτυξης. Η ανισομερής και μετατοπιζόμενη αυτή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί στο φαινόμενο της ακμής και παρακμής των εκάστοτε κυρίαρχων κεφαλαιοκρατικά δυνάμεων.

Ιδιαίτερα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η παγκόσμια οικονομία δεν αποτελεί ένα απλό άθροισμα επιμέρους οικονομικών ενοτήτων που συναλλάσσονται μεταξύ τους, αλλά μετεξελίσσεται, όλο και περισσότερο, σε ένα ενιαίο σύστημα παραγωγικών σχέσεων και θεσμών με τη δική τους λειτουργία και δυναμική. Έτσι, η παγκόσμια οικονομία, ανάλογα με το οικονομικό βάρος των μερικότερων συνόλων που την απαρτίζουν και τον τρόπο σύνδεσης και ένταξής τους σ’ αυτήν, δομείται και λειτουργεί ιεραρχικά, διαμορφώνοντας εξαρτήσεις και καταναγκασμούς σε βάρος των πιο αδύνατων τμημάτων της, γεγονός που συνεπάγεται μεγάλες ανισότητες σε βάρος των τμημάτων αυτών (Beaud 2006: 9-37, Μηλιός - Σωτηρόπουλος 2011: 355-378, Νικολόπουλος - Σπυριούνη 2008: 41-51).


2. Οι τάσεις και οι φορείς παγκοσμιοποίησης της οικονομίας


Η δημιουργία της παγκόσμιας αγοράς, όπως γνωρίζουμε, ξεκίνησε με τη συγκρότηση των εθνικών κρατών, και την ταυτόχρονη εκδήλωση, τουλάχιστον στα πιο ισχυρά από αυτά, της τάσης να επεκτείνουν τα όρια κυριαρχίας τους.

Καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία αυτή, εκτός από το κρατικό μόρφωμα, του οποίου ο ρόλος ήταν κεφαλαιώδης, διαδραμάτισαν οι οικονομικές μονάδες, κρατικές και ιδιωτικές, της εποχής εκείνης, οι οποίες είχαν προσλάβει κυρίως τη μορφή της μανουφακτούρας και των υπερπόντιων εταιρειών. Ιδιαίτερα πρέπει να επισημανθεί ότι ο ρόλος του κράτους, εκτός από τη συμβολή του αρχικά στη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου και κατόπιν της εξασφάλισης ομαλών συνθηκών πραγματοποίησης της διαδικασίας συσσώρευσης του κεφαλαίου, υπήρξε από πολλές απόψεις καθοριστικής σημασίας σε ό, τι αφορά τη συγκρότηση και τον έλεγχο της αγοράς καθώς και την προώθηση των θέσεων του ντόπιου κεφαλαίου στη διεθνή αγορά. Σήμερα, πάλι, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην προσέλκυση των άμεσων ξένων επενδύσεων στην επικράτειά του όπως και στην ένταξη της εθνικής του οικονομίας στο νέο διεθνή καταμερισμό της εργασίας, έτσι όπως αυτός διαμορφώνεται τοπικά, εθνικά, περιφερειακά και παγκόσμια.

Η πραγματοποίηση της βιομηχανικής επανάστασης και η επακολουθήσασα κυριαρχία και σταθεροποίηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής στη διάρκεια του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, με επίκεντρο την Αγγλία και τις αγγλικές επιχειρήσεις, οδήγησαν σταδιακά στην ενίσχυση της διαδικασίας συγκρότησης της παγκόσμιας αγοράς και των μεγάλων αστικών κέντρων. Μάλιστα από το 1870 έως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο εκδηλώθηκε και το πρώτο μεγάλο κύμα διεθνοποίησης της οικονομίας το οποίο ήταν αποτέλεσμα της επικράτησης των μονοπωλίων και του μονοπωλιακού ανταγωνισμού στις πιο εξελιγμένες κεφαλαιοκρατικά χώρες, όπως ανέλυσε ο Λένιν στο βιβλίο του Ιμπεριαλισμός στο οποίο υπογραμμίζει:


«Για τον παλιό καπιταλισμό, όπου κυριαρχούσε από­λυτα ο ελεύθερος συναγωνισμός, χαρακτηριστική ήταν η εξαγωγή εμπορευμάτων. Για το νε­ότατο καπιταλισμό, όπου κυριαρχούν τα μονοπώλια, έγινε χαρακτηριστική η εξαγωγή κε­φαλαίου» [...]

«ως προς την οικονομική του ουσία ο ιμπεριαλισμός είναι μονοπω­λιακός καπιταλισμός» [...] «το μονοπώλιο ξεπήδησε από τη συγκέντρωση της παραγωγής σε μια πολύ υψηλή βαθμίδα της ανάπτυξής της» (Λένιν, 1964: 76 και 152).


Η διαδικασία αυτή επιβραδύνθηκε στο διάστημα του μεσοπολέμου αλλά προχώρησε με επιταχυνόμενους ρυθμούς μετά το πέρας του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Από τη δεκαετία του 1980, όμως, και μετά προσέλαβε, συγκρινόμενη με τα μέχρι τώρα ιστορικά δεδομένα, μεγάλες διαστάσεις.

Η παγκοσμιοποίηση αυτή της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας ενισχύθηκε σημαντικά και από την κατάρρευση των κοινωνιών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και της ενσωμάτωσής τους στις κεφαλαιοκρατικές διαδικασίες. Μια κατάρρευση η οποία δεν ήταν μόνον προϊόν των εσωτερικών εξελίξεων, αντιφάσεων και αδιεξόδων των κοινωνιών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» αλλά, σε μεγάλο βαθμό, και της αδυναμίας τους να αντιπαραθέσουν στην κεφαλαιοκρατική παγκοσμιοποίηση μια εναλλακτική παγκοσμιοποίηση με σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά.

Στην παγκοσμιοποιητική αυτή διαδικασία του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και τη δημιουργία ενός νέου καταμερισμού της εργασίας το σημαντικότερο ρόλο παίζουν οι μεγάλες οικονομικές μονάδες των οποίων η εμβέλεια υπερβαίνει τα πλαίσια της εθνικής αγοράς. Από τις οικονομικές αυτές μονάδες δύο τύποι τους επιδρούν καθοριστικά στη διαδικασία ολοκλήρωσης της παγκόσμιας οικονομίας: Οι επιχειρήσεις που επικεντρώνουν τη δραστηριότητά τους στον τομέα της παραγωγής και οι επιχειρήσεις που επικεντρώνουν τη δραστηριότητά τους στο χρηματιστικό και χρηματοπιστωτικό τομέα. Και οι δύο αυτοί τύποι επιχειρήσεων ανήκουν στην κατηγορία των πολυεθνικών επιχειρήσεων.

Κύριο, συνεπώς, χαρακτηριστικό των πραγματοποιούμενων αναδιαρθρώσεων σε διεθνή κλίμακα είναι η πολυεθνικοποίηση της παραγωγής. Η πολυεθνικοποίηση αυτή, προϊόν των στρατηγικών επιδιώξεων και επιλογών της μεγάλης επιχείρησης, με άξονα την επιτάχυνση των διαδικασιών συσσώρευσης του κεφαλαίου, λόγω του εντεινόμενου ανταγωνισμού, επιδρά καθοριστικά στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας, με άμεσες επιπτώσεις στη γεωγραφική κατανομή της παραγωγής και της απασχόλησης.


3. Τι είναι η πολυεθνική επιχείρηση και τι τη χαρακτηρίζει


Τι εννοούμε, όμως, λέγοντας πολυεθνική επιχείρηση; Ως πολυεθνική επιχείρηση εννοούμε μια επιχείρηση που ελέγχει άλλες επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από τη μορφή τους, οι οποίες βρίσκονται σε δύο ή περισσότερες χώρες. Η πολυεθνική επιχείρηση, δηλαδή, πρέπει να προσεγγίζεται, αφενός, ως μία επιχείρηση η οποία διέπεται από τη διαδικασία της διεθνούς συσσώρευσης και, αφετέρου, ως μια επιχείρηση μεγάλου, συνήθως, μεγέθους η οποία ξεκινώντας από μία εθνική βάση εγκαθιστά θυγατρικές επιχειρήσεις σε άλλες χώρες και έχει στρατηγική, οργάνωση και λειτουργία διεθνούς εμβέλειας (Andreff 1996: 30 και Michalet 1998: 11).

Χαρακτηριστικό στοιχείο των πολυεθνικών επιχειρήσεων είναι η πραγματοποίηση άμεσων ξένων επενδύσεων διότι αυτές αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της στρατηγικής τους. Επομένως, ορθά, τονίζεται ότι «οι εταιρείες γίνονται πολυεθνικές επενδύοντας στο εξωτερικό» (Andreff 1996:7).

Η πραγματοποίηση δε άμεσων ξένων επενδύσεων είναι σύμφυτη με τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου και ειδικότερα της τάσης του ποσοστού κέρδους να πέφτει. Με τις άμεσες ξένες επενδύσεις οι πολυεθνικές επιχειρήσεις αμβλύνουν ή ακόμη και αντιστρέφουν, για ένα διάστημα, τη δράση του νόμου αυτού διότι πολλές από τις άμεσες ξένες επενδύσεις πραγματοποιούνται σε περιοχές όπου η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή η σχέση ανάμεσα στο σταθερό και το μεταβλητό κεφάλαιο, είναι πιο ευνοϊκή για το μεταβλητό κεφάλαιο. Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις κατευθύνονταν σε μεγάλο βαθμό στην Κίνα όπου η τιμή της εργασιακής δύναμης ήταν ιδιαίτερα χαμηλή και οι γενικότερες συνθήκες εργασίας ιδιαίτερα υποβαθμισμένες.

Σε ό, τι αφορά την πραγματοποίηση άμεσων ξένων επενδύσεων στις προηγμένες οικονομικά χώρες, με τη μορφή των διασταυρούμενων επενδύσεων, αυτές αποσκοπούν κυρίως στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου με εξαγορές και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων και συνδέονται άμεσα με την ανταγωνιστική ενίσχυση της μονοπωλιακής και της ολιγοπωλιακής τους θέσης στην αγορά, η οποία τους επιτρέπει να αποκομίζουν υπερκέρδη με αποτέλεσμα να μειώνουν ή και να αντιστρέφουν, για ένα διάστημα, την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους.

Οι PaulBaran και PaulSweezy αναφερόμενοι στη γιγαντιαία επιχείρηση, την οποία ορθά τοποθετούν στο κέντρο της ανάλυσής τους για το μονοπωλιακό καπιταλισμό, γράφουν:


«Η γιγαντιαία εταιρεία, έτσι όπως υπάρχει σήμερα, συνιστά ένα μηχανισμό μεγιστοποίησης του κέρδους και συσσώρευσης του κεφαλαίου» (Baran - Sweezy 1970: 59).


Οι προσεγγίσεις αυτές έχουν ως βάση τους τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου και τη δυνατότητα που αυτό έχει διαμέσου των άμεσων ξένων επενδύσεων να επιτυγχάνει υψηλότερα ποσοστά κερδοφορίας και κατά προέκταση συσσώρευσης.

Πρέπει να επισημανθεί σχετικά ότι σήμερα, πάνω από το 40% των ξένων θυγατρικών επιχειρήσεων ελέγχονται από μετοχικά δίκτυα ιεραρχικά δομημένα τα οποία, κατά μέσον όρο, περιλαμβάνουν μετοχικούς δεσμούς που υπερβαίνουν τις τρεις χώρες. Το αποτέλεσμα είναι η εθνικότητα των μετόχων που αντιπροσωπεύεται στο κεφάλαιο των θυγατρικών επιχειρήσεων να γίνεται όλο και πιο ασαφής. Η αυξανόμενη αυτή ασάφεια στη σύνθεση του κεφαλαίου των πολυεθνικών επιχειρήσεων δυσκολεύει τη διαμόρφωση εθνικών πολιτικών στο τομέα των επενδύσεων, διότι δεν είναι εύκολη η πρόβλεψη των αντιδράσεων των πολυεθνικών μετοχικών δικτύων που καθορίζουν τις πολιτικές και τις επιλογές των πολυεθνικών επιχειρηματικών κέντρων. Η συνθετότητα της μετοχικής δομής των πολυεθνικών επιχειρήσεων χαρακτηρίζεται, γενικά, από μεγάλες μετοχικές αλυσίδες οι οποίες περιλαμβάνουν ισχυρούς πλειοψηφικούς πόλους. Έτσι, οι πιο μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις διαθέτουν μετοχικά δίκτυα που συνδέουν περισσότερες από 500 θυγατρικές εγκατεστημένες σε πάνω από 50 χώρες (Rapport CNUCED 2016: 26).


4. Η έννοια και τα χαρακτηριστικά των άμεσων ξένων επενδύσεων


Οι ξένες ή διεθνείς επενδύσεις μπορούν να πραγματοποιούνται είτε με τη μορφή των άμεσων επενδύσεων είτε με τη μορφή τωνεπενδύσεων χαρτοφυλακίου (Chesnais 1994:40).

Μία ξένη επένδυση θεωρείται ως άμεση στην περίπτωση κατά την οποία ο ξένος επενδυτής διαθέτει τουλάχιστον το 10% των μετοχών ή των ψήφων μίας επιχείρησης. Αν και αυθαίρετο το κριτήριο αυτό προκρίνεται επειδή εκτιμάται ότι μία τέτοια επένδυση έχει μακροπρόθεσμο χαρακτήρα, γεγονός το οποίο επιτρέπει στο φορέα της να ασκεί επίδραση στη διοίκηση και τον προσανατολισμό της επιχείρησης.

Αντίθετα, μία ξένη επένδυση η οποία είναι κατώτερη του 10% λογίζεται ως επένδυση χαρτοφυλακίου. Στην περίπτωση αυτή θεωρείται ότι ο φορέας της δεν ασκεί καμία άμεση επίδραση στη διοίκηση και τον προσανατολισμό της επιχείρησης της οποίας διαθέτει μετοχές.

Πρέπει να διευκρινιστεί ότι το προαναφερόμενο ελάχιστο ποσοστό ποικίλλει ανάλογα με τους περιορισμούς κάθε χώρας. Έτσι, στις ΗΠΑ και τον Καναδά το ποσοστό αυτό είναι 10%, στη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία 20%, στη δε Γερμανία κυμαίνεται μεταξύ 25% και 50% (Muchielli 1994: 24 και Jaquemot 1990: 10-13).

Τα ποσοστά αυτά συμμετοχής στο ενεργητικό μίας επιχείρησης επιτρέπουν τη διαφοροποίηση των άμεσων επενδύσεων από τις επενδύσεις χαρτοφυλακίου, οι οποίες θεωρούνται, όπως είπαμε, ως διεθνείς τοποθετήσεις κεφαλαίων μη συνδεόμενες με την έννοια της άσκησης εξουσίας και ελέγχου στο επίπεδο των επιχειρηματικών επιλογών και της λειτουργίας της δημιουργούμενης ή της εξαγοραζόμενης επιχείρησης. Έτσι, η άμεση ξένη επένδυση χαρακτηρίζεται και προσδιορίζεται από την επιδίωξη του φορέα της να ασκήσει πραγματικό έλεγχο σε μία επιχείρηση, η οποία υπάρχει ή δημιουργείται εκτός της χώρας στην οποία βρίσκεται η έδρα του επενδυτή.

Διαπιστώνεται, δηλαδή, ότι η έμφαση δίνεται στην έννοια της απόκτησης ελέγχου, γεγονός που αναδεικνύει το κριτήριο αυτό σε κυρίαρχο. Τα κριτήρια, όμως, τα οποία αναφέρονται στην έννοια αυτή ποικίλλουν από χώρα σε χώρα, πράγμα που επηρεάζει και την αντιπροσωπευτικότητα των στοιχείων για τις άμεσες ξένες επενδύσεις. Διευκρινίζεται σχετικά ότι τα στοιχεία αυτά προέρχονται από τα ισοζύγια πληρωμών και ειδικότερα από τα ισοζύγια κίνησης κεφαλαίων. Τα δεδομένα αυτά συσχετίζουν τις ετήσιες καθαρές εισροές και εκροές των άμεσων ξένων επενδύσεων. Οι ροές αυτές, όμως, δεν καλύπτουν το σύνολο του αποθέματος των επενδυμένων κεφαλαίων στο εξωτερικό διότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις έχουν τη δυνατότητα να αυξάνονται είτε λόγω της επανεπένδυσης των κερδών των θυγατρικών εταιρειών είτε χάρη στην προσφυγή σε ξένες χρηματαγορές οπότε οι ροές αυτές δεν καταγράφονται στα ισοζύγια πληρωμών. Για το λόγο αυτό οι εκτιμήσεις που βασίζονται στο υφιστάμενο απόθεμα των άμεσων ξένων επενδύσεων και στις μεταβολές του είναι περισσότερο αξιόπιστες. Πρέπει όμως, να σημειωθεί ότι και η εκτίμηση του συνολικού ύψους του αποθέματος των άμεσων ξένων επενδύσεων και των μεταβολών του προσκρούει σε πολυάριθμες δυσκολίες όπως, λ.χ., στις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών, στους τρόπους υπολογισμού των απαιτήσεων και υποχρεώσεων, στον υπολογισμό των αποσβέσεων, την εκτίμηση των επανεπενδυόμενων κερδών κ.λπ. (Jaquemot 1990: 10).

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι τα επενδυμένα κεφάλαια αμερικανικών πολυεθνικών επιχειρήσεων σε θυγατρικές τους στο εξωτερικό μας βοηθούν, επειδή τα στοιχεία είναι πληρέστερα, να σχηματίσουμε μια εικόνα σε ό, τι αφορά την προέλευση των άμεσων ξένων επενδύσεων και τον τρόπο που αυτές διευρύνονται. Διαπιστώνεται, έτσι, ότι το 13% των κεφαλαίων προέρχονται από τις ΗΠΑ και στην ολότητα τους σχεδόν από τη μητρική εταιρεία, το 50% από επένδυση κερδών και αποσβέσεις και το 30% από εξωτερικές πηγές χρηματοδότησης. Πρέπει να επισημανθεί σχετικά ότι από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι πάνω από το 80% των κεφαλαίων αυτών δεν προέρχεται από τις ΗΠΑ (Muchielli 1994: 24). Το γεγονός αυτό έρχεται να πιστοποιήσει ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις συνιστούν έναν από τους πιο σημαντικούς τρόπους ιδιοποίησης υπερπροϊόντος και συσσώρευσης κεφαλαίου από πηγές και περιοχές εκτός της επικράτειας της μη­τρικής εταιρείας. Συνεπώς, οι άμεσες ξένες επενδύσεις και οι φορείς τους ανα­δεικνύονται όλο και περισσότερο σε έναν από τους βασικότερους μηχανισμούς οργάνωσης της παραγωγής και απόσπασης υπερπροϊόντος σε τοπική, εθνική, πε­ριφερειακή και παγκόσμια κλίμακα. Για το λόγο αυτό, όταν προσεγγίζουμε το ζήτημα των άμεσων ξένων επενδύσεων, επιβάλλεται να διακρίνουμε την πρωτο­γενή ή αρχική επένδυση από τη δευτερογενή. Η πρώτη, αντιστοιχεί στην αρχική εγκατάσταση στο εξωτερικό και μπορεί να αφορά είτε τη δημιουργία μιας νέας μονάδας (θυγατρικής, υποκαταστήματος) είτε την απόκτηση μιας ήδη υπάρχου­σας. Η δεύτερη, αντιστοιχεί σε μια επέκταση της δημιουργημένης στο εξωτερικό μονάδας ή άμεσα από τη μητρική εταιρεία ή έμμεσα από τη μονάδα που δημι­ουργήθηκε με την πρωτογενή επένδυση (Jaquemot 1990: 13)


5. Σχέσεις άμεσων ξένων επενδύσεων και χρηματιστικού κεφαλαίου


Πρέπει να επισημανθεί ότι οι άμεσες διεθνείς επενδύσεις συνδέονται στενά με την ανάπτυξη του χρηματι­στικού κεφαλαίου και υφίστανται τις επιπτώσεις της διόγκωσής του. Με το τελευταίο αυτό χαρακτηριστικό τίθεται, ουσιαστικά, το κρίσιμο ζήτημα των σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στις άμεσες διεθνείς επενδύσεις και το χρηματιστικό κεφάλαιο (Sotiropoulos - Milios - Lapatsioras 2013: 15-39 και Νικολόπουλος - Σπυριούνη 2008: 89-117). Σχετικά, μπορεί να επισημανθεί, σε συντομία, ότι εάν εξετά­σουμε σήμερα τα φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα από τη δεκαετία του 1980 δια­πιστώνεται ότι η απορρύθμιση των εθνικών χρηματοοικονομικών αγορών και η κα­τάργηση των εθνικών περιορισμών στη διακίνηση του κεφαλαίου αποτέλεσαν μία από τις βασικές προϋποθέσεις, ίσως την πιο σημαντική, οι οποίες προετοίμασαν και διευκόλυναν, τουλάχιστον σε μία πρώτη φάση, τη μεγάλη επέκταση των άμε­σων διεθνών επενδύσεων και την αναδιάρθρωση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής σε τοπικό, εθνικό, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο. Έτσι, οι α­πορυθμίσεις αυτές και η ενίσχυση του χρηματιστικού κεφαλαίου οδήγησαν στη δημιουργία μιας ευρύτατης παγκόσμιας αγοράς κεφαλαίων η οποία διευκόλυνε την απογείωση των διεθνών επενδύσεων. Υποστηρίζεται, μάλιστα, ότι δίχως τη γενικευμένη αυτή ύπαρξη των χρηματοοικονομικών αγορών και του χρηματιστι­κού κεφαλαίου θα ήταν δύσκολο στις επιχειρήσεις να προμηθευτούν τα απαραίτη­τα, δανειακά και μη, κεφάλαια ώστε να προχωρήσουν σε διεύρυνση των παραγω­γικών τους δραστηριοτήτων στο εξωτερικό. Για παράδειγμα, οι μεγάλης κλίμακας συγχωνεύσεις και εξαγορές επιχειρήσεων οι οποίες λαμβάνουν χώρα στην αμερι­κανική και ευρωπαϊκή αγορά μπορούν να πραγματοποιούνται, σε μεγάλο βαθμό, χάρη στη ρευστότητα και το βάθος της παγκόσμιας χρηματιστικής αγοράς (Bourguinat 1992: 118 και Τόλιος 1998: 59-60).

Η θεαματική αύξηση των χρηματιστικών συναλλαγών, από το 1980 και μετά, ανέδειξε, έτσι, τη χρηματιστική σφαίρα σε αιχμή της διαδικασίας παγκοσμιοποί­ησης της οικονομίας. Η θέση, όμως, αυτή της χρηματιστικής σφαίρας έχει ως α­ποτέλεσμα να διαμορφώνονται ρυθμοί αύξησής της ανώτεροι από τους αντίστοιχους των επενδύσεων, των ανταλλαγών και του ΑΕΠ (Chesnais 1996:13). Η διεύρυνση αυτή της χρηματιστικής σφαίρας οδηγεί, συχνά, στις μεγάλες χρηματι­στικές κρίσεις, όπως, λ.χ., συνέβη με την κρίση των αναπτυσσόμενων χωρών της Ν.Α. Ασίας ή, πριν λίγα χρόνια, με την κρίση της μεξικάνικης οικονομίας όπως και με την πρόσφατη κρίση του 2008, που έπληξε με ιδιαίτερα σοβαρό τρόπο τη χώρα μας. Κρίσεις, οι οποίες έχουν ανυπολόγιστες συνέπειες στην παραγωγή και την απασχόληση ευρύτατων περιοχών του κόσμου με άμεσες προεκτάσεις και επιπτώσεις στο σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας.

Σχετικά, ο Μαρξ αναφέρει:


«ο κοινωνικός χαρακτήρας του κεφαλαίου πετυχαίνεται και πραγματοποιείται πέρα για πέρα μόνο με την πλήρη ανάπτυξη του πιστωτικού και τραπεζικού συστήματος.[…]. Η τράπεζα και η Πίστη, όμως, γίνονται ταυτόχρονα το πιο ισχυρό μέσο, για να οδηγηθεί η κεφαλαιοκρατική παραγωγή πέρα από τα δικά της όρια και ένας από τους πιο αποτελεσματικούς μοχλούς των κρίσεων και της απάτης» (Μαρξ 1978: 758).



6. Το ιστορικό των άμεσων ξένων επενδύσεων μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα


Από ιστορικοοικονομική άποψη οι ξένες επενδύσεις αρχίζουν να διαδραμα­τίζουν, λίγο-πολύ, σημαντικό ρόλο στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις από αρκε­τά νωρίς. Όταν γίνεται λόγος για εξαγωγή κεφαλαίων αναφερόμαστε συνήθως σε μία περίοδο που τοποθετείται μετά το 1870. Δεν πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι οι ξένες επενδύσεις άρχισαν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο από τα μέσα του 19ου αιώνα (Dobb 1971: 314). Η εξαγωγή κεφαλαίων γινόταν τότε, κυρίως, με τη μορφή δα­νείων στις ξένες κυβερνήσεις και όχι με τη μορφή άμεσων επενδύσεων όπως συνέβη αργότερα. Η εξαγωγή αυτή κεφαλαίων συνδεόταν, σε μεγάλο βαθμό, με την κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών. Είχε δε διπλή λειτουργία επειδή, αφενός, έ­δινε επικερδή διέξοδο στα συσσωρευόμενα κεφάλαια στην Αγγλία όπως και σε άλλες χώρες και, αφετέρου, ενίσχυε τις εξαγωγές κεφαλαιουχικών αγαθών των προηγμένων κεφαλαιοκρατικά χωρών.

Γύρω στα 1870 οι άμεσες ξένες επενδύσεις αντιπροσώπευαν το 40%, περί­που, των μακροπρόθεσμων διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων, τα οποία μέχρι τό­τε είχαν ως κύρια μορφή τις τοποθετήσεις χαρτοφυλακίου (Mucchielli 1994: 27-29).

Στις αρχές του 20ού αιώνα η εξαγωγή κεφαλαίων θα πάρει γιγάντια ανάπτυξη (Λένιν 1964: 78). Το 1914 η Μεγάλη Βρετανία, οι ΗΠΑ, η Γαλλία και η Γερμανία πραγμα­τοποιούσαν πάνω από το 87% των άμεσων διεθνών επενδύσεων. Είναι η περίοδος κυριαρχίας της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία έλεγχε το 50%, σχεδόν, των διεθνών επενδύσεων.

Στο Μεσοπόλεμο θα υπάρξει αισθητή μεταβολή της κατάστασης αυτής. Αν και η Μεγάλη Βρετανία θα εξακολουθήσει να διατηρεί την πρώτη θέση, η δύνα­μή της θα περιοριστεί σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, οι οποίες θα βελτιώσουν σημα­ντικά τη θέση τους εξασφαλίζοντας το 28% των άμεσων ξένων επενδύσεων. Ταυτόχρονα, η θέση της Γαλλίας θα περιοριστεί και της Γερμανίας σχεδόν θα εκμηδενιστεί.

Εξετάζοντας, τώρα, τις άμεσες ξένες επενδύσεις από την πλευρά των χωρών υποδοχής τους θα διαπιστώσουμε ότι αυτές κατανέμονταν κυρίως στις αναπτυσσό­μενες χώρες όπως και στις αποικίες των κυρίαρχων δυνάμεων. Οι χώρες αυτές, το 1914, συγκέντρωναν το 64% του αποθέματος των διεθνών επενδύσεων και το 1938 το 66%. Από γεωγραφική άποψη η Λατινική Αμερική και η Ασία ήταν οι κυριότε­ρες ζώνες πραγματοποίησης άμεσων ξένων επενδύσεων. Οι τομείς δε, που συγκέ­ντρωναν το μεγαλύτερο μέρος των άμεσων ξένων επενδύσεων ήταν ο πρωτογενής (εξόρυξη, γεωργία) με 55% περίπου του αποθέματος των διεθνών επενδύσεων, οι μεταφορές (σιδηρόδρομοι) με 20%, η μεταποίηση με 15% και οι υπηρεσίες (ε­μπόριο, τράπεζες) με 10%.

Η μεταπολεμική περίοδος θα χαρακτηριστεί, κυρίως, από μία μεγάλη ανάπτυξη των διεθνών ανταλλαγών. Το διάστημα 1950-1971 είναι η περίοδος κυ­ριαρχίας των ΗΠΑ, οι οποίες και θα ασκήσουν πλήρως την ηγεμονία τους σε όλους τους τομείς.

Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 οι διεθνείς επενδύσεις θα γνωρίσουν μεγάλη άνθιση. Από στοιχεία του ΟΟΣΑ και του ΟΗΕ προκύπτει ότι, μετα­ξύ 1960 και 1978, το απόθεμα των διεθνών επενδύσεων αυξήθηκε από 66 δισ. δολάρια σε 380 δισ. δολάρια. Οι ΗΠΑ, ως χώρα εξαγωγής κεφαλαίων, θα δεσπόσει πλήρως τα χρόνια αυτά ελέγχοντας, μεταξύ 1961 και 1970, σχεδόν το 50% του α­ποθέματος των παγκοσμίων επενδύσεων και πάνω από το 65% των ετήσιων ρο­ών τους. Η Μεγάλη Βρετανία θα περάσει στη δεύτερη θέση, αρκετά πιο πίσω α­πό τις ΗΠΑ, εξασφαλίζοντας αρχικά το 16% και κατόπιν το 14% του στοκ των διεθνών επενδύσεων. Η Ιαπωνία, η Δυτική Γερμανία και η Ελβετία θα αρχίσουν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στον τομέα αυτό, ενώ η Γαλλία και η Ολλανδία βαθμιαία θα υποχωρούν (Mucchielli 1994: 27-29).

Από το 1980 και μετά θα αρχίσουν να σημειώνονται ευρύτερες ανακατατάξεις στον τομέα των άμεσων ξένων επενδύσεων με κύριο χαρακτηριστικό τον αναπροσανατολισμό τους (Chesnais 1994: 48-50). Στη βάση αυτή οι αναπτυσσόμενες χώρες θα παύσουν να αποτελούν το σημαντικότερο πόλο προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων και θα αντικατασταθούν, ως χώρος υποδοχής ξένων επενδύσεων, από τις ίδιες τις ανε­πτυγμένες κεφαλαιοκρατικά χώρες και, κυρίως, από το τρίπολο ΗΠΑ, ΕΕ και Ιαπωνία. Έτσι, οι αναπτυσσόμενες χώρες, ενώ το 1967, σε ένα σύνολο 105, 5 δισ. δολαρίων άμεσων ξένων επενδύσεων, συγκέντρωναν το 30, 6% και οι εκβιομηχανισμένες χώρες το 69, 4%, το 1989 οι μεν πρώτες, σε ένα σύνολο 1402, 9 δισ. δολαρίων άμεσων ξένων επενδύσεων, θα περιορισθούν στο 19, 2% ενώ οι δεύτερες θα φθάσουν το 80, 8%. Επίσης, το Κέντρο των Ηνωμένων Εθνών για τις Πολυεθνικές Εταιρείες (UΝCTN) σε έκθεσή του το 1991, αναφέρει ότι με­ταξύ 1980 και 1988 το ύψος των άμεσων ξένων επενδύσεων, που είχαν πραγμα­τοποιηθεί στο εσωτερικό της τριάδας (ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία) ανήλθε από 142 δισ. δολάρια σε 410. Το δε απόθεμα της τριάδας σε άμεσες ξένες επενδύσεις πέρασε από 30% του παγκοσμίου αποθέματος το 1980 σε 39% το 1988. Με ό­ρους ροών διαπιστώνεται, επίσης, ότι το μερίδιο των αναπτυσσόμενων χωρών, ως χώρου υποδοχής άμεσων ξένων επενδύσεων, στη δεκαετία του 1980 έπεσε στα χαμηλότερά του επίπεδα. Έτσι, ενώ στο διάστημα 1985-1989 συγκέντρωνε το 18, 6% των συνολικών ροών των άμεσων ξένων επενδύσεων, στην περίοδο 1988-1989 το ποσοστό αυτό μειώθηκε σε 16, 9%. Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι, από το 1989 και μετά, το ποσοστό αυτό άρχισε να βελτιώνεται λόγω της αύξησης των άμεσων ξένων επενδύσεων σε ορισμένες δυναμικά αναπτυσσόμενες χώρες, κυ­ρίως της Ν. Α. Ασίας, συμπεριλαμβανομένης και της Κίνας, η οποία έχει κατα­λάβει ξεχωριστή θέση, πλέον, ως χώρα υποδοχής ξένων κεφαλαίων αλλά και εξαγωγής κεφαλαίων, όπως θα δούμε στην επόμενη ενότητα. Η βελτίωση αυτή σχετίζεται με την αυξανόμενη ελκυστικότητα ορισμένων αναπτυσσόμενων χωρών και ειδικά αυτών που διαθέτουν μεγάλη εγχώρια αγορά και χαμηλό ερ­γασιακό κόστος, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, κυρίως με το Βιετνάμ (Bulard 2017: 4-5).

Παρά αυτές τις εξελίξεις πρέπει να επισημανθεί ότι στο επίκεντρο της διαδικασίας ενσωμάτωσης και περιθωριοποίησης που σημειώνεται παγκόσμια, τόσο κοινωνικά όσο και χωρικά, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το φαινόμενο της μεγάλης ανόδου, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, των διασταυρούμενων ά­μεσων διεθνών επενδύσεων, οι οποίες πραγματοποιούνται μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ και ειδικότερα ανάμεσα στις χωρικές ενότητες που απαρτίζουν την τριάδα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι τρεις πόλοι της τριάδας σχηματίζο­νται από τις ΗΠΑ, την ΕΕ και την Ιαπωνία. Με άξονα, όμως, τους τρεις αυ­τούς πόλους συγκροτούνται ευρύτερες ζώνες με μεγαλύτερη ή μικρότερη συνοχή.

Από τα υφιστάμενα στοιχεία προκύπτει ότι οι μεγαλύτερες ροές άμεσων ξέ­νων επενδύσεων πραγματοποιούνται ανάμεσα στην ΕΕ και τις ΗΠΑ, ακολου­θούν, σε απόσταση, οι ροές μεταξύ Ιαπωνίας και ΗΠΑ και έπονται, αρκετά, οι επενδυτικές ροές ανάμεσα σε Ιαπωνία και ΕΕ (Chesnais 1994: 47).

Διαπιστώνεται, δηλαδή, ότι οι άμεσες διεθνείς επενδύσεις, στο μεγαλύτερο τους όγκο, αποτελούν ένα φαινόμενο το οποίο χαρακτηρίζει, κυ­ρίως, τις ανεπτυγμένες χώρες (Mucchielli 1994: 29-30). Το φαινόμενο αυτό συνδέεται, κυρίως, με το φαι­νόμενο των διασταυρούμενων επενδύσεων. Έτσι, αρκετές εξελιγμένες κεφαλαιοκρατικά χώρες καθώς και ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες, κυρίως οι νέες βιομηχανικές χώρες, είναι, ταυτόχρονα, χώροι εξαγωγής και εισαγωγής κεφα­λαίων. Από αυτές τις επενδυτικές ροές προέκυψε, άλλωστε, και η έννοια των διασταυρούμενων επενδύσεων και οι οποίες, συχνά, αφορούν ενδοκλαδικές επενδύσεις στις ανεπτυγμένες, τις περισσότερες φορές, χώρες. Πρέπει να διευκρινιστεί, σχετικά, ότι ένα ιδιαίτερα μεγάλο τμήμα των διασταυ­ρούμενων άμεσων ξένων επενδύσεων αφορά εξαγορές και συγχωνεύσεις επι­χειρήσεων, γεγονός το οποίο έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση των εργαζομένων.

Από στοιχεία του 1996 (Βασιλαντωνάκης 1997: 12-17) προκύπτει ότι στον τομέα των άμεσων ξένων επενδύσεων οι ΗΠΑ με 84, 9 δισ. δολάρια είναι, πάλι, η πρώτη χώρα υποδοχής ξένων επενδύσεων. Τα δύο πέμπτα, περίπου, των αμερικανικών τοποθετήσεων στο εξωτερικό έχουν προορισμό την ΕΕ και το 30% κατευθύνεται στις αναπτυσσόμενες χώρες, ενώ τα εισρέοντα στις ΗΠΑ επενδυτικά κεφάλαια σχετίζονται περισσότερο με εξαγορές και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων. Από την πλευρά της η ΕΕ στην οποία η ανεργία, η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός έχουν προσλάβει μεγάλες διαστάσεις, όπως άλλωστε και στις ίδιες τις ΗΠΑ, επένδυσε στο εξωτερικό 160, 4 δισ. δολάρια ενώ δέχτηκε, την ίδια περίοδο, άμεσες ξένες επε­νδύσεις ύψους 99, 4 δισ. δολαρίων. Οι επιχειρήσεις της ΕΕ επενδύουν, κυρίως, στις ΗΠΑ όπως και στη Ν.Α. Ασία και πιο πρόσφατα στρέφονται και προς Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Οι ιαπωνικές άμεσες ξένες επενδύσεις στο εξωτερικόαυξήθηκαν και έφτασαν το 1996 τα 23, 4 δισ. δολάρια ενώ οι αντίστοιχεςιαπωνικές επενδύσεις στη Δυτική Ευρώπη μειώθηκαν από 7 δισ. δολάρια το 1990 σε 4 δισ. δολάρια το 1994. Σε ό, τι αφορά δε, τη χώρα μας οι άμεσες νέεςεπενδύσεις σε αυτήν, το 1996 ανήλθαν σε 1, 004 δισ. δολάρια και οι ελληνικές άμεσες επενδύσεις στο εξωτερικό σε 6 εκατ. δολάρια. Τέλος, αξίζει να ανα­φερθεί ότι η Κίνα μετεξελίσσεται ραγδαία σε σημαντικό κέντρο εισροής, αλλά και εκροής, άμεσων ξένων επενδύσεων.

Στο επίπεδο, τώρα, των επιχειρήσεων εκτιμάται ότι το σημαντικότερο μέρος των άμεσων διεθνών επενδύσεων ελέγχεται από τις πολυεθνικές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με έκθεση της CNUCEDγια τιςξένες επενδύσεις, η οποία δημοσιεύτηκε το Σεπτέμβριο του 1996, υπολογίζεται ότι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις είχαν τοποθετήσει εκτός της χώρας καταγωγής τους περισσότερα από 2.700 δισ. δολάρια. Η CNUCED κατέγραψε 39.000 υπερεθνικές εταιρείες οι οποίες, ελέγχουν 270.000 θυγατρικές. Είναι χαρακτηριστικό του υψηλού βαθμού συγκέντρωσης του κεφαλαίου το γεγονός ότι οι 100 μεγαλύτερες πολυεθνικές επιχειρήσεις, οι οποίες, εκτός από δύο, έχουν την έδρα τους στις ανεπτυγμένες χώρες, ελέγχουν το ένα τρίτο του αποθέματος των άμεσων ξένων επενδύσεων. Το ένα τρίτο από τις 100 αυτές πολυεθνικές επιχειρήσεις και οι μισές από τις δέκα πρώτες είναι αμερικανικές. Την πρώτη θέση κατέχει η αγγλοολλανδική πολυεθνική επιχείρηση RoyalDutchShell, η οποία διαθέτει το μεγαλύτερο απόθεμα άμεσων ξένων επενδύσεων (63 δισ. δολάρια) ακολουθούμενη, κατά πόδας, από την Ford(60 δισ. δολάρια) και την Exxon(56 δισ. δολάρια). Έρχονται έπειτα κατά σειρά η GeneralMotors, η ΙΒΜ και η Volkswagen. Η Toyota, μεγαλύτερη ιαπωνική πολυεθνική εταιρεία, έρχεται όγδοη και η, αντίστοιχη, γαλλική Elf-Aquitaine δέκατη. Επισημαίνεται ότι οι ιαπωνικές πολυεθνικές εταιρείες, παρά τη σχετική στασιμότητα της ιαπωνικής οικονομίας, αναπτύσσονται με αποτέλεσμα ο αριθμός τους από 11, μεταξύ των πρώτων πολυεθνικών το 1990, να ανέλθει στο τέλος του αιώνα σε 17. Επίσης, οι δυο πολυεθνικές, από τις 100 πρώτες, που δεν ανή­κουν σε ανεπτυγμένες κεφαλαιοκρατικά χώρες της τριάδας είναι η Daewoo από τη Ν. Κορέα και η PetroleosdeVenezouela από τη Βενεζουέλα. Πάντως, εκτός από τις γιγαντιαίες επιχειρήσεις, τα τελευταία χρόνια του 20 αιώνα όλο και περισσότερες επιχειρή­σεις μικρού και μεσαίου μεγέθους κινούνται και επενδύουν διεθνώς. Τέλος, υ­πολογίζεται ότι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις απασχολούν 73 εκ. μισθωτούς. Από αυτά, τα 43 εκ. απασχολούνται στις χώρες στις οποίες βρίσκεται η έδρα των πολυεθνικών. Τα δε, υπόλοιπα 30 εκ. σε χώρες του εξωτερικού εκ των οποίων το ένα τρίτο σε αναπτυσσόμενες χώρες (Fouquet - Lemaître 1997: 24-25).

Σχετικά αναφέρεται επίσης ότι σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, το 1995 υπήρχαν 44.508 πολυεθνικές επιχειρήσεις οι οποίες διέθεταν 276.660 θυγατρικές σε διάφορα μέρη του κόσμου (ONU 1997). Χαρακτηριστικό της μεγάλης επέκτασης των πολυεθνικών επιχειρήσεων είναι ότι το 2001 ο αριθμός των πολυεθνικών επιχειρήσεων έφθασε τις 65.000 ενώ ο αριθμός των θυγατρικών τους σε διάφορες περιοχές του κόσμου ανήλθε σε 850.000 (Cnuced 2002).

Από τις πολυεθνικές αυτές το 80% περίπου είχε την έδρα τους στις ανεπτυγμένες χώρες και το 20%, κυρίως, στις νέες βιομηχανικές χώρες, όπως η Ν. Κορέα, η Σιγκαπούρη, η Ταϊβάν, το Μεξικό, η Βραζιλία, η Κίνα και η Ινδία. Είναι χαρακτηριστικό ότι πάνω από το 50% του συνολικού αριθμού των πολυεθνικών επιχειρήσεων έχουν την έδρα τους στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιαπωνία, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Είναι χαρακτηριστικό ότι το απόθεμα των άμεσων ξένων επενδύσεων από 1.600 δισεκατομμύρια δολάρια που ήταν το 1990 ανήλθε σε 6.600 δισεκατομμύρια δολάρια το 2001. Το δε ακαθάριστο προϊόν τους από 5% που ήταν το 1980 ανήλθε στο 10% το 2000 (Mucchielli 1998: 15 και Bauchet 2003: 13).

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία αυτά, στο τέλος του 20ού αιώνα οι πολυεθνικές επιχειρήσεις χαρακτηρίζονται από τρομακτική συγκέντρωση οικονομικής δύναμης. Το μεγάλο δε μέγεθος που αποκτούν και η διακλάδωσή τους σε διεθνές επίπεδο δημιουργούν τις προϋποθέσεις αποτελεσματικής δράσης. Το κύμα αυτό πολυεθνικοποίησης των επιχειρήσεων μας δείχνει τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου στη διαδικασία παγκοσμιοποίησης της οικονομίας. Κυρίαρχο ρόλο στη διαδικασία αυτή παίζουν, όπως φαίνεται από τα στοιχεία του περιοδικού Fortune Global 500, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις των εξελιγμένων κεφαλαιοκρατικά χωρών. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι κατά το διάστημα 1999-2000 οι 57 πρώτες πολυεθνικές επιχειρήσεις με βάση τις πωλήσεις ή το εισόδημά τους προέρχονταν από τα τρία κυριότερα πολιτικοοικονομικά κέντρα του καπιταλιστικού κόσμου: τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και την ΕΕ. Από τις 57 αυτές πολυεθνικές επιχειρήσεις 17 ήταν αμερικανικές, ανάμεσα στις οποίες και οι 4 πρώτες, 19 ήταν ιαπωνικές και 21 ανήκαν στην ΕΕ, από τις οποίες 6 ήταν γερμανικές, 4 βρετανικές και 3 γαλλικές (ATTAC 2001: 18-21). Επισημαίνεται, πάντως, ότι η χώρα προέλευσης δεν αποδίδει παρά μερικά την εθνικότητα του κεφαλαίου λόγω της υφιστάμενης πλέον μεγάλης διαπλοκής των κεφαλαίων στη σημερινή φάση εξέλιξης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

Κλείνοντας την ενότητα αυτή είναι απαραίτητο να αναφερθεί ότι από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 παρατηρείται μία εκτεταμένη αναδιάρθρωση σε ό, τι αφο­ρά τις δραστηριότητες των πολυεθνικών επιχειρήσεων (Laubier 1995: 28-29). Κύριο χαρακτηριστικό τους η επικέντρωσή τους σε δραστηριότητες που σχετίζονται με το κύριο αντικείμενό τους και η εγκατάλειψη άλλων που θεωρούνται δευτερεύουσες ή άσχετες με το βα­σικό τους αντικείμενο. Ταυτόχρονα, οι εξαγορές και οι συγχωνεύσεις ομοειδών, α­πό την άποψη του αντικειμένου, επιχειρήσεων αυξάνονται συνεχώς. Οι αναδιαρ­θρώσεις, όμως, αυτές με τη μορφή που προσλαμβάνουν και το χαρακτήρα που έ­χουν συνεπάγονται την άμεση και μαζική κατάργηση θέσεων εργασίας.

Από τα στοιχεία που προηγήθηκαν και με δεδομένο ότι η εξαγωγή κεφαλαί­ου οδηγεί σε ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής στις περιοχές όπου κατευθύνεται και την επιταχύνει εξαιρετικά γίνεται κατανοητή, από τη σκοπιά αυτή, η μεγάλη εμβάθυνση και η συνεχής διεύρυνση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων που σημειώνονται όχι μόνο στις αναπτυσσόμενες χώρες αλλά και στις ίδιες τις ανεπτυγμένες.

Διαπιστώνεται, δηλαδή, ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις επιφέρουν μια άνευ προηγουμένου αύξηση της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου σε διεθνή κλίμακα και λιγότερο στην αύξηση της παραγωγικής ικανότητας των πολυεθνικών επιχειρήσεων, η οποία αναδιαρθρώνεται συχνά με βάση της στρατηγικές των πολυεθνικών ομίλων. Αυτό συμβαίνει διότι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις αποκομίζουν πολυάριθμα οφέλη από τη διαδικασία αυτή.

Τα οφέλη αυτά επικεντρώνονται στα ακόλουθα:

Πρόσβαση σε νέες αγορές.

Αύξηση του μεριδίου τους στις διάφορες αγορές.

Μείωση του κόστους παραγωγής και των άλλων ειδών κόστους.

Αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας.

Ευκολότερη πρόσβαση στις χρηματιστικές αγορές.


7. Πρόσφατες τάσεις των άμεσων ξένων επενδύσεων και της παγκόσμιας οικονομίας


Η παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε στις ΗΠΑ και τις υπόλοιπες αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες το 2007-2008 είχε σαν αποτέλεσμα την ανάσχεση των ΑΞΕ. Στην Ευρώπη, που αποτελεί παραδοσιακά την κυριότερη περιοχή προορισμού ΑΞΕ, οι εισροές τους το 2013 ήταν λιγότερες από το 1/3 των αντίστοιχων του 2007 και οι εκροές λιγότερες από το 1/4 των αντίστοιχων του 2007. Έτσι, οι ΗΠΑ και η ΕΕ είδαν το συσσωρευμένο απόθεμα των παγκόσμιων εισροών ΑΞΕ που ανέρχονταν στο 50% το 2007 να υποχωρεί στο 30% το 2013 (RapportCNUCED 2014: ΙΧ). Εντούτοις, η υποχώρηση αυτή αρχίζει να αντιστρέφεται από το 1013. Σε σχέση με το 2012, οι διεθνείς ροές ΑΞΕ αυξήθηκαν κατά 9% και ανήλθαν σε 1.427 δισ. δολ. Η αύξηση αυτή αφορά όλες τις μεγάλες κατηγορίες χωρών. Το παγκόσμιο απόθεμα ΑΞΕ αυξήθηκε επίσης κατά 9% και έφθασε το 2013 τα 25.500 δισ. δολ.


Μια αρκετά σαφή και σφαιρική εικόνα για τις πρόσφατες εξελίξεις των ΑΞΕ αποκτάμε από τους πίνακες 1 και 2 που ακολουθούν και οι οποίοι προέρχονται από την έκθεση για τις παγκόσμιες επενδύσεις του 2016 της Συνδιάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (CNUCED) .


Πίνακας 1

Ροές ΑΞΕ, ανά περιοχή, 2013-2015 (σε δισ. δολ.)


Περιοχή

Εισροές ΑΞΕ

Εκροές ΑΞΕ

2013

2014

2015

2013

2014

2015

Κόσμος

1.427

1.277

1.762

1.311

1.318

1.474

Αναπτυγμένες Χώρες

680

522

962

826

801

1.065

1. Ευρώπη

323

306

504

320

311

576

2. Β. Αμερική

283

165

429

363

372

367

Αναπτυσσόμενες χώρες

662

698

765

409

446

378

1. Αφρική

52

58

54

16

15

11

2.Ασία

431

468

541

359

398

332

Ν.Α. Ασία

350

383

448

312

365

293

Ν. Ασία

36

41

50

2

12

8

Δ. Ασία

46

43

42

45

20

31

3.Λατινική Αμερική & Καραϊβική

176

170

168

32

31

33

4.Ωκεανία

3

2

2

2

1

2

Χώρες σε μετάβαση

85

56

35

76

72

31

Μικρές χώρες οικονομικά αδύναμες

52

55

56

14

14

8

1.Χώρες λιγότερο αναπτυγμένες

21

26

35

8

5

3

2.Αναπτυσσόμενες χώρες δίχως ακτές

30

30

24

4

7

4

3.Αναπτυσσόμενα νησιωτικά μικρά κράτη

6

7

5

3

2

1

Πηγή: CNUCED, World Investment Report 2016


Πίνακας 2

Ροές ΑΞΕ, ανά περιοχή, 2013-2015 (σε ποσοστά)


Περιοχή

Εισροές ΑΞΕ

Εκροές ΑΞΕ

2013

2014

2015

2013

2014

2015

Κόσμος

100

100

100

100

100

100

Αναπτυγμένες Χώρες

47, 7

40, 9

54, 6

63, 0

60, 7

72, 3

1. Ευρώπη

22, 7

24, 0

28, 6

24, 4

23, 6

39, 1

2. Β. Αμερική

19, 8

12, 9

24, 3

27, 7

28, 2

24, 9

Αναπτυσσόμενες χώρες

46, 4

54, 7

43, 4

31, 2

33, 8

25, 6

1. Αφρική

3, 7

4, 6

3, 1

1, 2

1, 2

0, 8

2.Ασία

30, 2

36, 6

30, 7

27, 4

30, 2

22, 5

Ν.Α. Ασία

24, 5

30, 0

25, 4

23, 8

27, 7

19, 9

Ν. Ασία

2, 5

3, 2

2, 9

0, 2

0, 9

0, 5

Δ. Ασία

3, 2

3, 4

2, 4

3, 4

1, 5

2, 1

3.Λατινική Αμερική & Καραϊβική

12, 3

13, 3

9, 5

2, 5

2, 4

2, 2

4.Ωκεανία

0, 2

0, 2

0, 1

0, 2

0, 1

0, 1

Χώρες σε μετάβαση

5, 9

4, 4

2, 0

5, 8

5, 5

2, 1

Μικρές χώρες οικονομικά αδύναμες

3, 6

4, 3

3, 2

1, 1

1, 1

0, 5

1.Χώρες λιγότερο αναπτυγμένες

1, 5

2, 1

2, 0

0, 6

0, 4

0, 2

2.Αναπτυσσόμενες χώρες δίχως ακτές

2, 1

2, 3

1, 4

0, 3

0, 5

0, 2

3.Αναπτυσσόμενα νησιωτικά μικρά κράτη

0, 4

0, 6

0, 3

0, 2

0, 1

0, 1

Πηγή: CNUCED, World Investment Report 2016


Από τις εκθέσεις της CNUCED του 2014 και του 2016 προκύπτουν τα ακόλουθα:


7.1. Γενική διεθνής τάση των ΑΞΕ

Οι προβλέψεις του ΟΗΕ για το μέλλον, μετά το 2014, σχετικά με τις παγκόσμιες ροές ΑΞΕ είναι θετικές. Η αστάθεια, όμως, της παγκόσμιας οικονομίας εκτιμήθηκε ότι μπορεί να ανατρέψει τις προβλέψεις αυτές (RapportCNUCED 2014:VII).

Το 2015 οι ΑΞΕ παρουσίασαν αξιόλογη ανάκαμψη. Οι διεθνείς ροές ΑΞΕ παρουσίασαν άνοδο κατά 38% σε σχέση με το 2014 και ανήλθαν στα 1.762 δισ. δολ., δηλαδή στο υψηλότερο σημείο από την εκδήλωση της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης του 2008-2009. Η παγκόσμια αυτή άνοδος οφείλεται, κυρίως, στη σημαντική αύξηση των διεθνών εξαγορών και συγχωνεύσεων που ανήλθαν στα 721 δισ. δολ. έναντι των 432 δισ. δολ. του 2014. Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση αυτή του κεφαλαίου έχει σημαντικές επιπτώσεις στα ισοζύγια πληρωμών αλλά δεν επιφέρει αλλαγές στις πραγματικές δραστηριότητες. Οπότε, εάν δεν λάβουμε υπόψη τις εξαγορές και συγχωνεύσεις αυτές, που επηρεάζουν τη μορφολογία των επιχειρήσεων, η αύξηση των διεθνών ροών ΑΞΕ είναι πιο περιορισμένη και περιορίζεται στο 15% περίπου (RapportCNUCED 2016:V).

Από γενικότερη άποψη οι ΑΞΕ βρίσκονται σε πτώση στον πρωτογενή τομέα, ενώ στο δευτερογενή τομέα σε άνοδο. Το 2015, το μερίδιο του δευτερογενούς τομέα υπερέβη το 50% στο σύνολο των εξαγορών και συγχωνεύσεων που πραγματοποιήθηκαν το έτος αυτό. Δηλαδή, στον τομέα αυτό σημειώθηκε σημαντική αύξηση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου. Σε ό, τι αφορά δε τον τριτογενή τομέα πρέπει να επισημανθεί ότι ο τομέας αυτός έφθασε να συγκεντρώνει περισσότερο από το 60% του συνολικού παγκοσμίου αποθέματος ΑΞΕ (RapportCNUCED 2016:VI).

Για το 2016 προβλέπεται οι ροές ΑΞΕ να υποχωρήσουν κατά 10% με 15% λόγω της αστάθειας που παρουσιάζει η παγκόσμια οικονομία. Αντίθετα, για το 2017 προβλέπεται οι ροές ΑΞΕ να αρχίσουν να αυξάνουν με την αναμενόμενη ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας και το 2018 να υπερβούν τα 1.800 δισ. δολ. (RapportCNUCED 2016: VI).

Πάντως, οι εισροές ΑΞΕ στις αναπτυγμένες χώρες, μετά από τρία συνεχή χρόνια πτώσης, κατέγραψαν μεγάλη αύξηση φθάνοντας το υψηλότερό τους σημείο μετά το 2007. Η εξέλιξη αυτή, όπως αναφέρθηκε, οφείλεται ουσιαστικά στον ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό εξαγορών και συγχωνεύσεων που πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στις επιχειρήσεις από αναπτυγμένες χώρες και οι οποίες παρουσίασαν σημαντική αύξηση. Είναι, όμως, λίγο πιθανό οι εκροές αυτές να διατηρηθούν το 2016-17 στα ίδια επίπεδα διότι η θετική οικονομική κατάσταση ορισμένων αναπτυγμένων χωρών παρουσίασε σημεία εξάντλησης. Η εκτίμηση αυτή θα μπορούσε να ανατραπεί σε περίπτωση που θα σημειωνόταν ένα νέο κύμα διεθνών εξαγορών και συγχωνεύσεων (RapportCNUCED 2016:VIΙ).

7.2. Αναπτυγμένες χώρες


Το 2015, οι ροές με προορισμό τις αναπτυγμένες χώρες σχεδόν διπλασιάστηκαν και έφθασαν τα 962 δισ. δολ. Το μερίδιο των αναπτυγμένων χωρών σε ό, τι αφορά τις διεθνείς εισροές ΑΞΕ ξαναέγιναν πλειοψηφικές, περνώντας από 41% το 2014 σε 55% το 2015. Μια ιδιαίτερα μεγάλη αύξηση σημειώθηκε στην Ευρώπη. Στις ΗΠΑ οι ΑΞΕ ουσιαστικά τετραπλασιάστηκαν, ενώ το 2014 είχαν περιοριστεί στο χαμηλότερο, ιστορικά, σημείο τους (RapportCNUCED 2016:V).

Οι ροές ΑΞΕ από τις αναπτυγμένες χώρες αυξήθηκαν κατά 33% για να φθάσουν σχεδόν τα 1.100 δισ. δολ. Παρά την αύξηση αυτή, οι εκροές ΑΞΕ των αναπτυγμένων χωρών παρέμειναν χαμηλότερες από το 40% του επιπέδου ρεκόρ που καταγράφηκε το 2007. Το 2015 η Ευρώπη ξαναέγινε η περιοχή του κόσμου η οποία επένδυσε περισσότερο στο εξωτερικό φθάνοντας τα 576 δισ. δολ. Αντίθετα, οι επενδύσεις των βορειοαμερικανικών πολυεθνικών επιχειρήσεων παρέμειναν κοντά στο επίπεδο που είχαν φθάσει το 2014 (RapportCNUCED 2016:V)

7.3. Αναπτυσσόμενες χώρες


Από την κατηγορία αυτών των χωρών η Ασία δέχεται τις περισσότερες επενδύσεις ξεπερνώντας την ΕΕ, η οποία συγκέντρωνε συνήθως τις περισσότερες ΑΞΕ. Έτσι, η Κίνα, στην οποία οι εισροές έφθασαν σε επίπεδο δίχως προηγούμενο, διατηρεί τη δεύτερη θέση ως χώρα υποδοχής ΑΞΕ.

Οι επενδύσεις των πολυεθνικών επιχειρήσεων των αναπτυσσόμενων χωρών ανήλθαν σε ένα επίπεδο ρεκόρ το 2014 φθάνοντας τα 446 δισ. δολ. Διευκρινίζεται ότι οι εκροές ΑΞΕ των αναπτυσσόμενων χωρών και των χωρών σε μετάβαση κάλυπταν το 34% των διεθνών εκροών ΑΞΕ το 2014, έναντι μόνον του 12% στην αρχή της δεκαετίας του 2000. Έτσι, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις των αναπτυσσόμενων χωρών εξαγοράζουν όλο και πιο συχνά θυγατρικές εταιρείες ξένων πολυεθνικών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε αυτές (RapportCNUCED 2014:VII).

Οι ροές ΑΞΕ προς τις αναπτυσσόμενες χώρες αυξήθηκαν και πέτυχαν το 2015 νέο ρεκόρ φθάνοντας τα 765 δισ. δολ. αυξανόμενες κατά 9% σε σχέση με το 2014. Με πάνω από 500 δισ. δολ. η Ασία παρέμεινε η πρώτη περιοχή του κόσμου σε προσέλκυση ΑΞΕ. Πρέπει να επισημανθεί σχετικά ότι οι δέκα πρώτες χώρες από άποψη υποδοχής ΑΞΕ εξακολουθούν να είναι αναπτυσσόμενες (RapportCNUCED 2016:V). Συγκεκριμένα, οι ροές ΑΞΕ προς την Ασία αυξήθηκαν το 2015 κατά 16%, επιτυγχάνοντας ένα νέο ρεκόρ με 541 δισ. δολ. Η μεγάλη αυτή άνοδος αποδίδεται, κυρίως, στις επιδόσεις των χωρών της Ανατολικής και Νότιας Ασίας. Το 2016, οι εισροές ΑΞΕ προβλέπεται να μειωθούν και να επανέλθουν στο επίπεδο του 2014. Οι εκροές ΑΞΕ των χωρών της περιοχής αυτής οπισθοχώρησαν κατά 293 δισ. δολ., δηλαδή κατά 17%, το 2015, μείωση που δεν είχε καταγραφεί από το 2012 (RapportCNUCED 2016:VI).


7.4. Κίνα


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Κίνας, η οποία επένδυσε το 2013 περισσότερα κεφάλαια στο εξωτερικό από ότι δέχτηκε στο εσωτερικό της. Η εξωστρέφεια αυτή των κινεζικών επενδύσεων οφείλεται στις μεγάλης κλίμακας συγχωνεύσεις κινεζικών επιχειρήσεων. Έτσι, οι εκροές ΑΞΕ της Κίνας το 2015 έφθασαν τα 107 δισ. δολ. και τα 212 δισ. δολ. μέχρι τις 11 Μαΐου 2016, ενώ το 2000 ανέρχονταν μόλις σε 1, 7 δισ. δολ. και το 2010 σε 50 δισ. δολ., σε ανοδική πορεία πάντοτε από τότε (Le Monde , 14 Μαΐου 2016).


7.5. Αφρική


Στην Αφρική το 2013 τοποθετήθηκαν 52 δισ. δολ. ΑΞΕ, δηλαδή 4% περισσότερες από ότι το 2012. Πρόκειται για μέτρια μεν πρόοδο αλλά κάπως συνεχή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαπίστωση ότι η εξορυκτική βιομηχανία το 2013 συγκέντρωσε το 11% των ΑΞΕ έναντι 53% του 2004. Έτσι, όλο και περισσότερο οι ΑΞΕ στην αφρικανική ήπειρο αφορούν το δευτερογενή τομέα και ιδιαίτερα την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. Ταυτόχρονα, σημειώνεται ανάπτυξη των ενδοαφρικανικών ΑΞΕ στο πλαίσιο των οποίων πρωτοστατούν η Νότια Αφρική, η Κένυα και η Νιγηρία (Rapport CNUCED 2014:VIIΙ).

Το 2015, οι ΑΞΕ στην Αφρική ανήλθαν σε 54 δισ. δολ. σημειώνοντας μια πτώση κατά 7% σε σχέση με το 2014. Η αύξηση των εισροών ΑΞΕ στη Βόρεια Αφρική δεν μπόρεσε να καλύψει τη μείωσή τους στην υποσαχάριο Αφρική και ιδιαίτερα στη Δυτική και Ανατολική Αφρική. Το 2016-17, οι διεθνείς εκθέσεις προβλέπουν μια κάποια αύξηση των ΑΞΕ στην Αφρική λόγω των προβλεπόμενων ιδιωτικοποιήσεων δημοσίων επιχειρήσεων και της εφαρμογής μέτρων φιλελευθεροποίησης της οικονομίας (RapportCNUCED 2016:VI).


7.6. Λατινική Αμερική και Καραϊβική


Οι ροές ΑΞΕ με προορισμό τη Λατινική Αμερική και τις νήσους της Καραϊβικής, εξαιρουμένων των φορολογικών παραδείσων, δεν παρουσίασαν καμία σχεδόν μεταβολή το 2015 και περιορίστηκαν στα 168 δισ. δολ. Πιο συγκεκριμένα, οι ροές ΑΞΕ προς τη Νότια Αμερική μειώθηκαν ενώ αυξήθηκαν προς την Κεντρική Αμερική το 2015 λόγω των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν στο δευτερογενή τομέα. Πάντως, επειδή το μακροοικονομικό περιβάλλον δεν προβλέπεται ευνοϊκό, οι ξένες επενδύσεις ενδέχεται το 2016-17 να μειωθούν (RapportCNUCED 2016:VI- VIΙ).


7.7. Δημόσιες πολυεθνικές επιχειρήσεις


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δημόσιες πολυεθνικές επιχειρήσεις το ειδικό βάρος των οποίων αυξάνει συνεχώς σε ό, τι αφορά την πραγματοποίηση ΑΞΕ. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Συνδιάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (CNUCED) το 2014, υπήρχαν διεθνώς τουλάχιστον 550 δημόσιες πολυεθνικές επιχειρήσεις που έλεγχαν 15.000 θυγατρικές εταιρείες στο εξωτερικό με περιουσιακά στοιχεία πάνω από 2.000 δισ. δολ. Οι ΑΞΕ των δημοσίων πολυεθνικών επιχειρήσεων ξεπέρασαν το 2013 τα 160 δισ. δολ. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δημόσιες πολυεθνικές επιχειρήσεις, ενώ αποτελούν το 1% των υφισταμένων πολυεθνικών επιχειρήσεων, ελέγχουν πάνω από το 21% των παγκόσμιων ροών των Α.Ξ.Ε (RapportCNUCED 2014:9). Στη χώρα μας είναι γνωστό το φαινόμενο αυτό, όπου στο πλαίσιο των μνημονίων, ελληνικές δημόσιες επιχειρήσεις, ζωτικής σημασίας για την ελληνική οικονομία, εξαγοράζονται από ξένες δημόσιες επιχειρήσεις (γερμανικές, κινεζικές κ.ά.). Το αποτέλεσμα είναι η χώρα μας να αποστερείται βασικών μέσων και πόρων για την υπέρβαση της κρίσης και την παραγωγική ανασυγκρότηση και ανάπτυξή της.


7.8. Διεθνείς επενδύσεις και διεθνής παραγωγή


Μια συνολικότερη εικόνα για το διάστημα 1990-2015 σε ό, τι αφορά τις ΑΞΕ και τις προεκτάσεις τους στη διεθνή παραγωγή και οικονομία, μας δίνει ο πίνακας 3 που ακολουθεί (RapportCNUCED 2016:9).


Πίνακας 3

Δείκτες ΑΞΕ και διεθνούς παραγωγής για την περίοδο 1990-2015

(αξία σε τρέχουσες τιμές και δισ. δολ.)


Κατηγορία

1990

2005-2007 (μέσος όρος)

2013

2014

2015

Εισροές ΑΞΕ

207

1.418

1.427

1.277

1.762

Εκροές ΑΞΕ

242

1.445

1.311

1.318

1.474

Εσωτερικό απόθεμα ΑΞΕ

2.077

14.500

24.533

25.113

24.983

Εξωτερικό απόθεμα ΑΞΕ

2.091

15.104

24.665

24.810

25.045

Εισόδημα εσωτ. αποθ. Α.Ξ.Ε

Ποσοστό απόδοσης εσωτερικού

αποθέματος ΑΞΕ

75


4, 4

1.025


7, 3

1.526


6, 5

1.595


6, 7

1.404


6, 0

Εισόδημα εξωτ. αποθ. ΑΞΕ

Ποσοστό απόδοσης εξωτερικού

αποθέματος ΑΞΕ

122


5, 9

1.101


7, 5

1.447


6, 1

1.509


6, 3

1.351


5, 6

Διεθνείς εξαγορές και συγχωνεύσεις

98

729

263

432

721

Πωλήσεις ξένων θυγατρικών

5.101

20.355

31.865

34.149

36.668

Προστιθέμενη αξία ξένων θυγατρικών

1.074

4.720

7.030

7.419

7.903

Σύνολο ενεργητικού ξένων θυγατρικών

4.595

40.924

95.671

101.254

105.778

Εξαγωγές ξένων θυγατρικών

1.444

4.976

7.469

7.668

7.803

Απασχολούμενοι στις ξένες θυγατρικές σε χιλιάδες

21.454

49.565

72.239

76.821

79.505







Α.Ε.Π.

22.327

51.288

75.887

77.807

73.152

Μεικτός σχηματισμός σταθερού κεφαλαίου

5.072

11.801

18.753

19.429

18.200

Αμοιβές και δικαιώματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας

29

172

298

311

299

Εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών

4.107

15.034

23.158

23.441

20.861

Πηγή: CNUCED, World Investment Report 2016


Ενδιαφέρον, επίσης, παρουσιάζει σε ό, τι αφορά τις ΑΞΕ και τις προεκτάσεις τους στη διεθνή παραγωγή και οικονομία ο πίνακας 4 στον οποίο κατανέμονται οι εισροές ΑΞΕ κατά περιφερειακές και διαπεριφερειακές ομάδες συμφωνιών για την περίοδο 2005-2007 (μέσος όρος) και το 2013 σε ποσοστά και δισ. δολ. (RapportCNUCED 2014: 6).

Από τα στοιχεία του πίνακα 4 προκύπτουν τα ακόλουθα σε ό, τι αφορά τις ευρύτερες συμφωνίες και συνεργασίες:

α) Το μερίδιο των χωρών που συμμετέχουν στη Συμφωνία Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού (APEC) στον τομέα των διεθνών εισροών ΑΞΕ από 37%, που ήταν πριν από την κρίση, ανήλθε σε 54% το 2013.

β) Οι ΑΞΕ τις οποίες δέχθηκαν η Συμφωνία των Εθνών της Ν.Α. Ασίας (ASEAN) και η Κοινή Αγορά του Νότου (MERCOSUR) αν και είναι χαμηλές ως ποσοστό το 2013 υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με το επίπεδό τους προ κρίσης.

γ) Η ίδια διαπίστωση με την προηγούμενη ισχύει και για τις χώρες που απαρτίζουν την ομάδα BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική).


Πίνακας 4


Περιφερειακή και διαπεριφερειακή ομάδα

2005-2007 Εισροές Α.Ξ.Ε

(δισ. δολ.)

Διεθνές μερίδιο

(%)

2013

Εισροές ΑΞΕ (δισ. δολ.)

Διεθνές μερίδιο

(%)

Μεταβολή (%)

G-20

878

59

791

54

-5

APEC

560

37

789

54

17

TPP

363

24

458

32

8

TTIP

838

56

434

30

-26

RCEP

195

13

343

24

11

BRICS

157

11

304

21

10

ALENA

279

19

288

20

1

ASEAN

65

4

125

9

5

MERCOSUR

31

2

85

6

4

Πηγή: CNUCED, World Investment Report 2014


δ) Το αντίθετο από τα προηγούμενα συνέβη με τις αναπτυγμένες οικονομικά χώρες, οι οποίες είδαν τα ποσοστά τους στην διεθνή κατανομή των ΑΞΕ, που ήταν τα υψηλότερα πριν από την κρίση, να μειώνονται σημαντικά. Έτσι, οι ΗΠΑ και η ΕΕ (ΤΤΙΡ), είδαν το μερίδιό τους να μειώνεται από το 56% των διεθνών εισροών ΑΞΕ, πριν από την κρίση, στο 30% το 2013.

ε) Σε ό, τι αφορά τη Συμφωνία των Χωρών του Ειρηνικού (ΤΡΡ) το μερίδιό της στις διεθνείς εισροές ΑΞΕ αυξήθηκε από 24%, πριν από την κρίση, σε 32%, παρά την πτώση του μεριδίου των ΗΠΑ, λόγω της αύξησης του μεριδίου των αναδυόμενων χωρών.

στ) Οι χώρες, τέλος, που διαπραγματεύονται το κλείσιμο συμφωνίας για συνεργασία σε ευρύτερη περιφερειακή βάση (RCEP), δηλαδή οι 10 χώρες μέλη της ASEAN και οι άλλες 6 χώρες που συμμετέχουν στη διαδικασία αυτή, δέχτηκαν το 24% των διεθνών εισροών ΑΞΕ το 2013, ενώ πριν από την κρίση το μερίδιό τους ανερχόταν σε 13%.


7.9. Οι πρώτες χώρες από άποψη εισροών ΑΞΕ


Στον πίνακα 5 που ακολουθεί κατατάσσονται οι πρώτες 10 αναπτυγμένες χώρες από την άποψη των διεθνών εισροών ΑΞΕ ως χώρες υποδοχής τους (RapportCNUCED 2014:4).

Πίνακας 5

Οι 10 πρώτες αναπτυγμένες χώρες υποδοχής ΑΞΕ

(σε δισ. δολ.)


Χώρες

2012

2013

Η.Π.Α

161

188

Καναδάς

43

62

Αυστραλία

56

50

Ισπανία

26

39

Ηνωμένο Βασίλειο

46

37

Ιρλανδία

38

36

Λουξεμβούργο

10

30

Γερμανία

13

27

Κάτω Χώρες

10

24

Ιταλία

-

17

Πηγή: CNUCED, World Investment Report 2014


Στον πίνακα 6 που ακολουθεί κατατάσσονται οι πρώτες 10 αναπτυσσόμενες χώρες από την άποψη των διεθνών εισροών ΑΞΕ ως χώρες υποδοχής τους (RapportCNUCED 2014:4).


Πίνακας 6

Οι 10 πρώτες αναπτυσσόμενες χώρες υποδοχής ΑΞΕ

(σε δισ. δολ.)


Χώρες

2012

2013

Κίνα

121

124

Ρωσία

51

79

Χονγκ Κονγκ

75

77

Βραζιλία

65

64

Σιγκαπούρη

61

64

Μεξικό

18

38

Ινδία

24

28

Χιλή

29

20

Ινδονησία

19

18

Κολομβία

16

17

Πηγή: CNUCED, World Investment Report 2014


Από τα στοιχεία των πινάκων 5 και 6 προκύπτει ότι από τους 20 πρώτους προορισμούς ΑΞΕ οι 10 είναι αναπτυσσόμενες χώρες ή χώρες σε μετάβαση. Η Κίνα, στην οποία οι εισροές ΑΞΕ έφθασαν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, διατηρεί σταθερά τη δεύτερη θέση, ενώ από τις αναπτυγμένες χώρες οι ΗΠΑ διατηρούν την πρώτη θέση και από τις χώρες σε μετάβαση η Ρωσία καταλαμβάνει την τρίτη θέση.


7.10. Οι πρώτες χώρες από άποψη εκροών ΑΞΕ


Στον πίνακα 7 που ακολουθεί κατατάσσονται οι πρώτες 14 αναπτυγμένες χώρες από την άποψη των διεθνών εκροών ΑΞΕ ως χώρες προέλευσή τους (RapportCNUCED 2014:5).


Πίνακας 7

Οι 14 πρώτες χώρες από άποψη εκροών ΑΞΕ

(σε δισ. δολ.)


Χώρες

2012

2013

Η.Π.Α

367

338

Ιαπωνία

123

136

Ελβετία

45

60

Γερμανία

80

58

Καναδάς

65

43

Κάτω Χώρες

0, 27

37

Σουηδία

29

33

Ιταλία

8

32

Ισπανία

-4

26

Ιρλανδία

19

23

Λουξεμβούργο

3

22

Ηνωμένο Βασίλειο

35

19

Νορβηγία

20

18

Αυστρία

17

14

Πηγή: CNUCED, World Investment Report 2014


Στον πίνακα 8 που ακολουθεί κατατάσσονται οι πρώτες 6 αναπτυσσόμενες χώρες από την άποψη των διεθνών εκροών ΑΞΕ (RapportCNUCED 2014:5).


Πίνακας 8

Οι 6 πρώτες αναπτυσσόμενες χώρες εκροής ΑΞΕ

(σε δισ. δολ.)


Χώρες

2012

2013

Κίνα

88

101

Ρωσία

49

95

Χονγκ Κονγκ

88

92

Δημοκρατία Κορέας

31

29

Σινγκαπούρη

13

27

Ταϊβάν

13

14

Πηγή: CNUCED, World Investment Report 2014


Από τους πίνακες 7 και 8 προκύπτει ότι από τις πρώτες 20 χώρες εκροής ΑΞΕ οι 14 είναι αναπτυγμένες χώρες. Επικεφαλής των χωρών αυτών είναι οι ΗΠΑ με μεγάλη διαφορά από τη δεύτερη Ιαπωνία, η οποία προηγείται από την τρίτη Ελβετία με αρκετή διαφορά.

Από τις αναπτυσσόμενες χώρες πρώτη έρχεται η Κίνα με σημαντική διαφορά από τη δεύτερη Ρωσία. Η διαφορά αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη ότι το Χονγκ Κονγκ που έρχεται τρίτο ανήκει πλέον στην Κίνα. Διαπιστώνεται, δηλαδή, ότι η Κίνα καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση διεθνώς με τάσεις ανάδειξής της στην ισχυρότερη χώρα εξαγωγής ΑΞΕ


7.11. Οι ΑΞΕ στην Ελλάδα


Το χρονικό διάστημα 2001-2006 οι εισροές ΑΞΕ στην Ελλάδα είχαν ανοδική τάση και έφθασαν τα 5.354, 8 εκ. δολ. το 2006. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος η κατανομή των Α.Ξ.Ε την περίοδο αυτή αλλάζει σε σχέση με το παρελθόν με αποτέλεσμα να σημειωθεί μετατόπιση από τη μεταποίηση στον τριτογενή τομέα, δηλαδή στις υπηρεσίες, στο εμπόριο και στις επικοινωνίες. Πιο συγκεκριμένα ο τριτογενής τομέας συγκέντρωσε 58, 2%, ο δευτερογενής σε 40, 5% και ο πρωτογενής σε 1, 25% των ΑΞΕ.

Το 2010, στο πλαίσιο της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης που προσέβαλε με ιδιαίτερα οξύ τρόπο τη χώρα μας, σημειώθηκε δραστική μείωση των ΑΞΕ φθάνοντας τα 330 εκατ. δολ. Τα επόμενα τρία έτη οι ΑΞΕ αυξήθηκαν κατά 246, 3%, 427, 26% και 677, 6% αντίστοιχα, φθάνοντας τα 2.566, 5 εκατ. δολ. το 2013 σύμφωνα με στοιχεία της Έκθεσης της Συνδιάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (CNUCED) για το 2014.

Στο βαθμό που η δομική κρίση εντεινόταν στην Ελλάδα, ορισμένες χώρες, που είχαν πραγματοποιήσει ΑΞΕ, άρχισαν να αποσύρουν κεφάλαιά τους, όπως η Γαλλία, το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία. Αντίθετα, άλλες χώρες, όπως η Γερμανία, το Βέλγιο και η Αυστρία προχώρησαν σε αύξηση των επενδύσεών τους στη χώρα μας (Κοτταρίδη - Γιακούλας 2013).

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι στη χώρα μας καταβάλλονται συνεχείς προσπάθειες από τις κυρίαρχες πολιτικές εκπροσωπήσεις της άρχουσας τάξης να ενισχυθεί το νεοφιλελεύθερο καθεστώς συσσώρευσης του κεφαλαίου ώστε, με την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, του ασφαλιστικού συστήματος, των μέτρων κοινωνικής προστασίας των εργαζομένων κ.ά. να καταστεί η χώρα ελκτική για το ξένο κεφάλαιο και τις απαιτήσεις του, με σοβαρές επιπτώσεις για την παραγωγική διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας και τη θέση της στον ευρωπαϊκό και διεθνή καταμερισμό της εργασίας.


7.12. Εξέλιξη πολιτικών έναντι ΑΞΕ


Σύμφωνα με τα δεδομένα της CNUCED, το 2015, 46 χώρες και οικονομικές ομάδες εφάρμοσαν όχι λιγότερο από 96 μέτρα που επηρέαζαν τις ΑΞΕ. Ανάμεσα στα μέτρα αυτά, 71 αφορούσαν μέτρα φιλελευθεροποίησης και προαγωγής των ΑΞΕ, και 13 εισήγαγαν περιορισμούς ή ρυθμίσεις των ΑΞΕ, ενώ 12 μέτρα ήταν ουδέτερα. Συνολικά, 85% των μέτρων και των τροποποιήσεων που αφορούσαν τις εθνικές πολιτικές έναντι των ΑΞΕ αφορούσαν φιλελευθεροποιήσεις και προαγωγές τους. Πρόκειται για ένα ποσοστό υψηλότερο από το μέσο που καταγράφηκε για το διάστημα 2010-2014. Τα μέτρα αυτά αφορούσαν τομείς όπως των υποδομών, τον χρηματοπιστωτικό, τον εξορυκτικό, τον αεροναυπηγικό, τον κατασκευαστικό κ.ά. (CNUCED, Rapport 2016:18).


8. Συνέχιση και βάθεμα της δομικής κρίσης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος


Συμπερασματικά, διαπιστώνεται ότι από την περίοδο που ξέσπασε η δομική κρίση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος το 2008 (Μαυριδάκης – Ντόβας – Μπράβου, 2014: 268), οι ρυθμοί ενίσχυσης της διαδικασίας παγκοσμιοποίησης της οικονομίας μειώνονται. Ιδιαίτερα, από την εκδήλωση της κρίσης του 2008 και μετά, τα στοιχεία δείχνουν μείωση του βαθμού διεθνούς ανοίγματος των επιχειρήσεων και ιδιαίτερα των πολυεθνικών.

Έτσι, οι ξένες επενδύσεις των πολυεθνικών επιχειρήσεων μειώνονται. Το μερίδιό τους στο σύνολο των επενδύσεων σήμερα ανέρχεται στο 8, 7% με τάσεις μείωσης, ενώ στις αρχές του 21ου αιώνα ήταν διπλάσια (18% περίπου) το δε 1970 έφθανε στο 1, 5%. Διαπιστώνεται, δηλαδή, ότι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις ενδιαφέρονται σαφώς λιγότερο για τον κατακερματισμό της αλυσίδας παραγωγής σε περισσότερα σημεία της υδρογείου από ό, τι στο παρελθόν.

Ανάλογη μείωση σημειώνεται και στο διεθνές εμπόριο στις κυριότερες χώρες και ζώνες όπως στις ΗΠΑ, στην ΕΕ, στην Ιαπωνία και στην Κίνα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αύξηση των διεθνών ανταλλαγών είναι χαμηλότερη, συγκρινόμενη με εκείνη των εισοδημάτων, ενώ στη διάρκεια των 15 ετών που προηγήθηκαν της χρηματιστικής κρίσης του 2008-2009 ήταν με μέσους όρους δύο φορές πιο γρήγορη από εκείνη των εισοδημάτων. Ειδικότερα σε ό, τι αφορά την Κίνα, το εξωτερικό της εμπόριο προόδευσε πολύ πιο γρήγορα από ότι το διεθνές εμπόριο. Το 2014, η Κίνα πραγματοποιούσε το 13% των διεθνών εξαγωγών και το 10% των διεθνών εισαγωγών, ενώ το 2007 τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 9% και 7%. Πρέπει, όμως να επισημανθεί ότι η πρόοδος των ανταλλαγών της ήταν μικρότερη συγκρινόμενη με την εσωτερική της ανάπτυξη. Αυτό οφείλεται στο ότι η κινέζικη κυβέρνηση μόλις εκδηλώθηκε η κρίση εγκαινίασε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα επενδύσεων το οποίο διατήρησε την εσωτερική της ανάπτυξη. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν το ποσοστό ανοίγματος της κινέζικης οικονομίας να περιοριστεί σημαντικά. Έτσι, μεταξύ 2007 και 2014, το μερίδιο των εξαγωγών της στη διαμόρφωση του ΑΕΠ έπεσε από 36% σε 26% και των εισαγωγών από 30% σε 24%. Διαπιστώνεται, δηλαδή, ότι η δυναμική του διεθνούς εμπορίου δεν είναι πλέον αντίστοιχη με αυτή που ήταν στο παρελθόν (Sébastian 2017: 42 και Durand 2017: 20-21.)

Επίσης, η διεθνοποίηση των τραπεζικών ιδρυμάτων παρουσιάζει μείωση από το 2007-2008 σε αντίθεση με τις αρχές του 21ου αιώνα που ήταν πολύ ισχυρή. Στο πλαίσιο αυτό η ίδρυση θυγατρικών υποκαταστημάτων από τις τράπεζες στο εξωτερικό περιορίζεται συνεχώς ενώ η κερδοφορία τους αυξάνεται παράλληλα, όπως συνέβη, λ.χ., με τις γαλλικές τράπεζες το 2016 (France 2, 16-3-2017).

Από τα δεδομένα αυτά προκύπτει ότι το κύμα παγκοσμιοποίησης της οικονομίας που είχε εκδηλωθεί από τη δεκαετία του 1960, με αποκορύφωμα την περίοδο 1995-2005, έχει κοπάσει. Δίχως, φυσικά, αυτό να σημαίνει ότι τερματίστηκε. Οι δυνάμεις, πάντως, της αποπαγκοσμιοποίησης κάνουν όλο και πιο έντονη την παρουσία τους σε σχέση με το παρελθόν περιορίζοντας τη διεύρυνσή της. (Σχετικά, βλ. περ. Alternatives É conomiques, Hors-série, No 108, février 2016 : 68-69). Ταυτόχρονα, η παγκόσμια οικονομία γίνεται όλο και πιο πολυπολική (CEPII, 2017:19).

Είναι χαρακτηριστικό, τέλος, της επιδεινούμενης διεθνώς κατάστασης ότι η υπερχρέωση των κρατών και των ιδιωτών επιδεινώθηκε σοβαρά με αποτέλεσμα να είναι μεγαλύτερη από ό, τι ήταν το 2007. Σήμερα η υπερχρέωση αυτή υπερβαίνει το 200% του ΑΕΠ τους. Σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, από την οποία προέρχονται και τα προηγούμενα στοιχεία, η υπερχρέωση, δημόσια και ιδιωτική, των αναδυόμενων χωρών από το 2009 διπλασιάστηκε και έφτασε στο ύψος των 3.300 δισ. δολ. ή τα 3.000 δισ. ευρώ. Δεν είναι τυχαίο ότι υπάρχουν διάχυτοι φόβοι για την εκδήλωση μιας σοβαρότερης ακόμη κρίσης χρέους διεθνώς. (Σχετικά, βλ. “L’excès de dette, publique comme privée, menace l’économie mondiale”, Le Monde, 12 Μαρτίου 2016).

Συνεπώς, η δομική κρίση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος συνεχίζεται και είναι πιθανό να βαθύνει ακόμη περισσότερο στο μέλλον.


Βιβλιογραφία


Andreff Wladimir (1996), Les multinationales globales, La Découverte, Paris.

Alternatives Économiques, Hors-série (2016), No 108, février.

ATTAC (2001), Enquête au cœur des multinationales, Mille et une nuits, Paris.

Βασιλαντωνάκης Δημ. (1997), «Επενδυτική “επιδρομή” από τις πολυεθνικές», Κέρδος, 21 Σεπτεμβρίου.

Baran Paul, Sweezy Paul (1970), Le capitalisme monopoliste, Fr. Maspero, Paris.

Bauchet Pierre (2003), Concentration des multinationales et mutation des pouvoirs de l’ État, CNRS, Paris.

Beaud Michel (2006), Capitalisme, système national/mondial hiérarchisé et devenir du monde, L’ Harmattan, Paris.

Boukharine N. (1969), Léconomie mondiale et l’imperialisme, Anthropos, Paris.

Bourginat Henri (1992), Finance internationale, PUF, Paris.

Bulard Marine (2017), “Le Vietnam se rêve en atelier de la planète”, Le Monde diplomatique, No 755 (Fevrier).

CEPII (2017), L’économie mondiale 2017, La Découverte, Paris.

Chesnais François (1994), La mondialisation du capital, Syros, Paris.

Chesnais François (1996), La mondialisation financière, Syros, Paris.

CNUCED (2002), World Investment Report, O.H.E., Γενεύη.

CNUCED (2014), Rapport sur l’ investissement dans le Monde. Vue d’ ensemble, O.H.E., Γενεύη.

CNUCED (2016), Rapport sur l’ investissement dans le Monde. Repères et vue d’ ensemble, O.H.E., Γενεύη.

CNUCED (2017), World Investment Report, O.H.E., Γενεύη.

Dobb Maurice (1971), Études sur le développement du capitalisme, Fr. Maspero, Paris.

Durand Cédric (2017), “Les remédes toxiques à la crise financière”, Le Monde diplomatique, No 755, (Fevrier).

Le Monde (2016), 12 Μαρτίου.

Le Monde (2016), 14 Μαΐου.

Fouquet Annie, Lemaître Frédérique (1997), Démystifier la mondialisation de l’ économie, Les Éditions d’Organisation, Paris.

Franc G.A. (1997), L’accumulation mondiale (1500-1800), Calman-Lévy, Paris.

Hilferding Rudolf (1970), Le Capital financier, Les éditions de Minuit, Paris.

Jacquemot Pierre (1990), La firme multinationale, Économica, Paris.

Κοτταρίδης Κωνσταντίνος, Γιακούλας Δημήτρης (2013), Άμεσες ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα: Οι επιπτώσεις της κρίσης και ο ρόλος των θεσμών, ΕΛΙΑΜΕΠ, Αθήνα.

Κυρκιλής Δημήτρης (2002), Άμεσες ξένες επενδύσεις, Κριτική, Αθήνα.

Λένιν Ι. Β. (1964), Ιμπεριαλισμός. Ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, Θεμέλιο, Αθήνα.

Λένιν Ι. Β. (χ.χ.), Τετράδια για τον ιμπεριαλισμό, Άπαντα, έκδοση Πέμπτη, τόμ. 28, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.

Laubier Dominique de (1995), “Les investissements directs dans le monde”, Cahiers Français, τ. 269.

Μαρξ Καρλ (1954), Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι, Εκδοτικό Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε.

Μαρξ Καρλ (1978), Το Κεφάλαιο, τόμ. ΙΙΙ, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.

Μαυριδάκης Θεοφάνης, Ντόβας Δημ., Μπράβου Σπ. (2014), «Η κρίση της ανάπτυξης και η νομιμοποίηση του συστήματος», Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική, τ. 32.

Μηλιός Γιάννης (1997), Θεωρίες για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, Κριτική, Αθήνα.

Μηλιός Γιάννης, Σωτηρόπουλος Δημήτρης Π. (2011), Ιμπεριαλισμός, χρηματοπιστωτικές αγορές, κρίση, Νήσος, Αθήνα.

Michalet Charles-Albert (1998), Le capitalisme mondial, PUF, Paris.

Mucchielli Jean-Louis (1994), Relations économiques internationales, Hachette, Paris.

Mucchielli Jean-Louis (1997), Multinationales et Mondialisation, Seuil, Paris.

Νικολόπουλος Ηλίας, Σπυριούνη Σταυριανή (2008), Διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Οικονομία και θεσμοί την εποχή της παγκοσμιοποίησης, Πατάκη, Αθήνα.

ONU (1997), Rapport sur l’investissement mondial, Γενεύη.

Σωτηρόπουλος Δημήτρης Π., Μηλιός Γιάννης, Λαπατσιώρας Σπύρος (2013), «Χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο: Παραγωγικό ή “παρασιτικό”», Θέσεις, τ. 123.

Sébastien Jean (2017), “La fin du libre-échange a-t-elle sonné ?”, Sciences Humain es , τ. 290.

Τόλιος Γιάννης (1998), Συγκέντρωση κεφαλαίου. Τραπεζικοί-ασφαλιστικοί όμιλοι στην ελληνική οικονομία, Α.Ν. Σάκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή.

Τράπεζα της Ελλάδος (2009-2016), Εκθέσεις Διοικητή Τ.Ε., Αθήνα.


CNUCED, Rapport sur l’ investissement dans le Monde, 2016. Repères et vue d’ ensemble, Ο.Η.Ε., Γενεύη:12.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή