Το εργατικό πεδίο στην Κύπρο την περίοδο της κυπριακής ανεξαρτησίας Εκτύπωση
Τεύχος 141, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2017


ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ


του Γρηγόρη Ιωάννου


1. Εισαγωγή


Το κείμενο αυτό εστιάζει στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων στην Κύπρο την περίοδο της Ανεξαρτησίας.1 Μέσα από μια συνοπτική ιστορική αναδρομή από το 1960 μέχρι το 2015, σκιαγραφούνται οι βασικές εξελίξεις στο εργατικό πεδίο της Κύπρου, όπως αυτές διαμόρφωσαν και διαμορφώνουν τις συντεταγμένες του τόσο από θεσμικής όσο και από πρακτικής πλευράς. Ο αναλυτικός στόχος είναι η ανάδειξη των δυναμικών και του πλέγματος σχέσεων που αναπτύχθηκαν ιστορικά μέσα από τις μεταβαλλόμενες συνθήκες της περιόδου της κυπριακής ανεξαρτησίας. Η ανάλυση του ιστορικού πλαισίου αποτελεί προϋπόθεση για την κατανόηση της σημερινής κατάστασης των εργασιακών σχέσεων και των σημερινών κοινωνικών και πολιτικών διακυβευμάτων. Μέσα στις συνθήκες μιας ραγδαίας και εξόφθαλμης κοινωνικής οπισθοδρόμησης που εδραιώθηκε και επισημοποιήθηκε με την εφαρμογή του Μνημονίου, η εξέταση του εργατικού πεδίου και των ιστορικά μεταβαλλόμενων συσχετισμών που το διέπουν είναι ιδιαίτερα επίκαιρη και δεν μπορεί παρά να έχει και πολιτικές προεκτάσεις, οι οποίες αρθρώνονται και παρουσιάζονται με σαφήνεια.

Η βασική θέση του κειμένου είναι ότι οι αλλαγές που συντελούνται στο εργατικό πεδίο της Κύπρου τα τελευταία χρόνια αποτελούν εν πολλοίς πτυχή και αποτέλεσμα ευρύτερων διεθνών και ιστορικών διαδικασιών – η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και η επικράτηση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας συνιστούν εδώ το βασικό πλαίσιο. Ταυτόχρονα, όμως, οι συγκεκριμένες μορφές με τις οποίες επιτελούνται σε κάθε χώρα αυτές οι διαδικασίες καθορίζονται από τις τοπικές ιστορικές συνθήκες και το τοπικό ισοζύγιο δυνάμεων. Ουσιαστικά την τελευταία περίοδο συντελείται και στην Κύπρο μια αναμόρφωση της μισθωτής σχέσης μέσα από την αναδιοργάνωση της εργασιακής διαδικασίας με στόχο τη μείωση του εργατικού κόστους και τον καλύτερο πολιτικό έλεγχο της εργασίας από το κεφάλαιο. Η υπονόμευση όμως του θεσμικού πλαισίου της περιόδου του «κυπριακού οικονομικού θαύματος» και των συσχετισμών δύναμης πάνω στο οποίο είχε βασιστεί, είναι προϊόν δεκαετιών που επιταχύνθηκαν με την ένταξη της χώρας στην ΕΕ και όχι απλώς αποτέλεσμα των συνεπειών της κρίσης των τελευταίων ετών.

Με αυτή την έννοια, η παγκόσμια οικονομική κρίση και η επίδρασή της στην Κύπρο, με την τραπεζική κρίση και τη μνημονιακή διαχείρισή της, δεν έχει φέρει καινοτομίες στο εργατικό πεδίο αλλά ουσιαστικά έχει επιτείνει τις ήδη υπάρχουσες τάσεις υποτίμησης της εργασίας, αύξησης της ανεργίας και της υποαπασχόλησης, επέκτασης της άτυπης οικονομίας και της υπερεκμετάλλευσης, της εξατομίκευσης των εργασιακών σχέσεων και της επισφάλειας. Η αποδυνάμωση του συνδικαλισμού που έγινε πλήρως ορατή σε όλους με την απραξία και τη συγκαταβατικότητα που επέδειξαν όλα τα συνδικάτα απέναντι στην υφιστάμενη και ομόφωνη, από πλευράς πολιτικής ελίτ, πολιτική λιτότητας που ξεκίνησε το 2011-2012 πριν την συνομολόγηση της δανειακής σύμβασης και του Μνημονίου, αποτελεί εν μέρει αποτέλεσμα και αντανάκλαση ενός μεταβαλλόμενου συσχετισμού δυνάμεων όπως διαμορφώθηκε τις τελευταίες δυο δεκαετίες. Μέσα σε συνθήκες επέκτασης της εργασιακής ευελιξίας και της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, τις οποίες ο συνδικαλισμός δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει, η δυνατότητα των συνδικάτων να επηρεάζουν τους όρους της εργασιακής διαδικασίας συρρικνώθηκε.

Η συζήτηση για την εργασιακή ευελιξία και την απορρύθμιση σε διεθνές επίπεδο χρονολογείται από τη δεκαετία του 1980 και συνδέεται με τις συζητήσεις για τον μετα-φορντισμό ως παραγωγικό υπόδειγμα και την υπηρεσιοποίηση της οικονομίας ως ιστορικό πλαίσιο (Piore and Sabel, 1984). Βασική προϋπόθεση της ευέλικτης απορρύθμισης είναι η παρακμή του συνδικαλισμού, βασικό της χαρακτηριστικό η κατάτμηση της αγοράς εργασίας και του εργατικού δυναμικού σε πυρήνα και περιφέρεια και βασική της συνέπεια η γενικευμένη ανασφάλεια μέσα από τη διάχυση νέων μορφών εργασιακών σχέσεων (Harvey, 1989). Η ευελιξία της εργασίας τόσο ως εμπειρική πραγματικότητα όσο και ως γενικός πολιτικός στόχος αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1990, όταν ο νεοφιλελευθερισμός κατάφερε να καταστεί κυρίαρχη ιδεολογία με τις βασικές του θέσεις να γίνονται αποδεκτές και από τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας (Κουζής, 2001). Τη δεκαετία του 2000, μέσα από την αναγνώριση και ενσωμάτωση και της αναγκαιότητας για εργασιακή ασφάλεια, είχαμε και τον νεολογισμό της ευελισφάλειας (flexicurity) ως καθοδηγητική αρχή της ευρωπαϊκής εργατικής πολιτικής (Wilthagen, 1998. Wilthagen and Tross, 2004. EU Commission, 2007).

Η αδυναμία του συνδικαλισμού να αντεπεξέλθει και να προβάλει ουσιαστικές και αποτελεσματικές αντιστάσεις στη συντονισμένη και πολυεπίπεδη «ευέλικτη επίθεση» από πλευράς εργοδοσίας, αλλά και φορέων καθορισμού του πολιτικού και θεσμικού πλαισίου των εργασιακών σχέσεων σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, ήταν και είναι γενικευμένη. Όμως παρά το ότι πρόκειται για διεθνές φαινόμενο και διαδικασία, επειδή υπάρχουν διαφορές σε σχέση με την οργανωτική δομή του συνδικαλισμού αλλά και των παραμέτρων του συστήματος εργασιακών σχέσεων από χώρα σε χώρα και από εποχή σε εποχή, το ζήτημα της απορρύθμισης και της δυσκολίας μιας συνδικαλιστικής απάντησης πρέπει να τεθεί με ιστορικούς όρους και σε σχέση με τις συνθήκες κάθε χώρας (Ioannou, 2015b. Ioannou and Sonan, 2014).


2. Το εργατικό κίνημα στα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας και η θεσμοθέτηση των εργασιακών σχέσεων


Το κυπριακό σύστημα εργασιακών σχέσεων δημιουργήθηκε ουσιαστικά τις τελευταίες δυο δεκαετίες της βρετανικής αποικιακής διοίκησης. Η βασική εργατική νομοθεσία που έθεσε κάποιους όρους στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και θεσμοποίησε τον συνδικαλισμό μπήκε σε εφαρμογή στις αρχές της δεκαετίας του 1940 με την τροποποίηση του περί συντεχνιών νόμου του 1932 (βασισμένος στον αντίστοιχο αγγλικό του 1871) και τη θέσπιση άλλων δυο για τα κατώτατα ημερομίσθια και τις εργατικές διαφορές. Ως αποτέλεσμα των μαζικών εργατικών και αντι-αποικιακών αγώνων της δεκαετίας του 1940, που διεξάχθηκαν από και συγκρότησαν την κυπριακή Αριστερά, προέκυψε και η αναγκαιότητα της πολιτικής αναγνώρισης του συνδικαλιστικού κινήματος και ενσωμάτωσής του στα αποικιακά θεσμικά πλαίσια (Σπαρσής, 1999). Δεν είναι τυχαίο που το Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα, η επιτροπή δηλαδή αντιπροσώπων των εργοδοτών, των εργαζομένων και της κυβέρνησης, αρμόδια για τη συζήτηση των θεμάτων εργατικής πολιτικής, η απαρχή δηλαδή της αντίληψης της τριμερούς συνεργασίας, προκύπτει το 1949 αμέσως μετά την κορύφωση της ταξικής σύγκρουσης με τις μεγάλες σε διάρκεια, ένταση και βία απεργίες των μεταλλωρύχων και των οικοδόμων του 1948.

Η εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό κίνημα είχαν βέβαια ήδη διαιρεθεί τόσο σε ιδεολογική όσο και σε εθνοτική βάση, διαδικασίες που ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του 1940 στο διεθνές πλαίσιο της απαρχής του Ψυχρού Πολέμου και ολοκληρώθηκαν στο τέλος της δεκαετίας του 1950 με τη μαζική μετακίνηση των Τ/κ εργατών από την ΠΕΟ στην Κυπριακή Ομοσπονδία Τουρκικών Συντεχνιών.2 Ο ένοπλος αντι-αποικιακός αγώνας της ΕΟΚΑ και ο εκφυλισμός του σε αντι-κομμουνιστική εκστρατεία και διακοινοτική διένεξη με τη δημιουργία και της ΤΜΤ σημάδεψαν την οριστική διάσπαση του εργατικού κινήματος και κατ' επέκταση ολόκληρης της κυπριακής κοινωνίας που πέρασε σε μια εύθραυστη ανεξαρτησία κάτω από την πολιτική ηγεμονία δυο αντιμαχόμενων εθνικισμών.

Το νέο κυπριακό κράτος που προέκυψε το 1960 αποτέλεσε ουσιαστικά μια μετεξέλιξη των υφιστάμενων αποικιακών διοικητικών δομών. Τα διάφορα τμήματα της αποικιακής διοίκησης διεύρυναν τις αρμοδιότητές τους και το πεδίο δράσης τους και μετονομάστηκαν σε υπουργεία. Το Σύνταγμα του κυπριακού κράτους στα άρθρα 21, 26 και 27 κατοχύρωσε τις προηγούμενες κατακτήσεις της εργατικής τάξης αναγνωρίζοντας επίσημα το δικαίωμα ειρηνικής συνάθροισης, συνεταιρισμού με άλλους συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος δημιουργίας συντεχνιών (συνδικάτων) και το δικαίωμα της απεργίας. Το νεοσύστατο Υπουργείο Εργασίας ανάλαβε την εποπτεία των εργασιακών σχέσεων και του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων. Παράλληλα ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες οργάνωσης των εργοδοτών μέσα από πρωτοβουλία του Τμήματος Εργασίας και το 1959 ιδρύθηκε ο «Συμβουλευτικός Σύνδεσμος Εργοδοτών Κύπρου».

Το κυπριακό σύστημα βιομηχανικών σχέσεων κατασκευάστηκε στα βρετανικά πρότυπα με κυρίαρχη έννοια τον εθελοντισμό και την ελεύθερη συλλογική διαπραγμάτευση – την εθελούσια δηλαδή συνεργασία των αντιπροσώπων του κεφαλαίου και της εργασίας μέσα από την κρατική μεσολάβηση και όχι μέσα από τη νομική ρύθμιση και την κρατική παρέμβαση. Αυτό το μοντέλο εργασιακών σχέσεων κωδικοποιήθηκε το 1962 με την Βασική Συμφωνία, με τη στήριξη τόσο των συντεχνιών όσο και των εργοδοτών, η οποία καθόριζε τη διαδικασία διαπραγμάτευσης και επίλυσης εργατικών διαφορών. Η Βασική Συμφωνία δεν είχε νομική ισχύ ούτε δεσμευτικό χαρακτήρα, και αποτελούσε «συμφωνία κυρίων» περιοριζόμενη ουσιαστικά σε μια έκφραση πολιτικής βούλησης, ηθικής δέσμευσης και αμοιβαίας κατανόησης και υπόσχεσης εθελοντικής τήρησης της διαδικασίας από τα δυο μέρη (Slocum, 1972). Αυτή η συμφωνία αντανακλούσε τον προηγούμενο συσχετισμό δυνάμεων και τις συνθήκες ταξικού συμβιβασμού στο τέλος της αποικιακής περιόδου και θεωρήθηκε μεγάλη επιτυχία για το νεοσύστατο Υπουργείο Εργασίας, καθώς αποτελούσε ένα σημαντικό βήμα ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης στο κράτος μέσα από τη δημιουργία ενός πολιτικού πλαισίου που θα διοχέτευε τις εργατικές διεκδικήσεις μέσα σε συγκεκριμένες διαδικασίες «επίλυσης συγκρούσεων».

Η διοχέτευση των εργατικών διεκδικήσεων μέσα σε «αποδεκτά» κανάλια περιορίζοντας τυχόν ριζοσπαστικές εκφάνσεις του εργατικού αγώνα, όπως ανεξέλεγκτες ή διαρκείς απεργίες, αποτελούσε προτεραιότητα για το νεοσύστατο κράτος, καθώς η εργατική τάξη αποτελούσε υπολογίσιμη πολιτική δύναμη κατά τη μετάβαση στην Ανεξαρτησία. Παρά την αυτοσυγκράτηση των συνδικάτων για να αφήσουν το νέο κράτος να πετύχει, η εργατική μαχητικότητα παρέμεινε σχετικά ψηλή με 25.000 εργάτες να απεργούν το 1960 με συνέπεια την απώλεια 27.000 εργατικών ημερών, ενώ η τάση συνεχίστηκε τη διετία 1961-1962. Και παρά τη σύναψη της Βασικής Συμφωνίας το 1962, και το 1963 ήταν μια χρονιά που χαρακτηρίστηκε από σημαντικές απεργιακές κινητοποιήσεις με αποτέλεσμα την απώλεια 36.000 εργατικών ημερών. Οι διακοινοτικές συγκρούσεις που ακολούθησαν ήταν αυτές που προκάλεσαν δραματική πτώση των εργατικών διαφορών, καθώς η λογική της εθνικής ενότητας και η κατάσταση της πολιτικής κρίσης επισκίασε τις ταξικές αντιπαραθέσεις. Είναι ενδεικτικό ότι κατά την τριετία 1964-1966 απωλέστηκαν μόνο 6.000 εργατικές ημέρες.3

Τη δεκαετία του 1960 καθιερώθηκε όμως σχεδόν σε όλους τους κλάδους η 44ωρη εβδομαδιαία εργασία, ενώ το 1962 η κυβέρνηση εισήγαγε το πρώτο Πενταετές Σχέδιο με στόχο την επίτευξη της πλήρους απασχόλησης, την αύξηση της παραγωγικότητας, την επέκταση των κοινωνικών ωφελημάτων και τη διατήρηση της εργατικής ειρήνης. Σε αυτά τα πλαίσια το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων επεκτάθηκε για να καλύψει όλους τους υπαλλήλους και τους αυτο-εργοδοτούμενους και αυξήθηκαν τα ωφελήματα, ενώ το 1965 εκσυγχρονίστηκε και φιλελευθεροποιήθηκε ο περί συντεχνιών νόμος διευκολύνοντας περαιτέρω τη συνδικαλιστική οργάνωση. Οι διάφορες συμβάσεις του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας επικυρώθηκαν από τη Βουλή και τέθηκαν σε εφαρμογή, ενώ με το δεύτερο Πενταετές Σχέδιο το 1968 η κυβέρνηση συνέχισε στην ίδια λογική δίνοντας έμφαση στην εκπαίδευση των εργαζομένων μέσα από τη δημιουργία Τμήματος Βιομηχανικής Κατάρτισης.

Η σχετική ομαλοποίηση της πολιτικής κατάστασης μετά τις διακοινοτικές ταραχές από τη μια και η υποτίμηση της κυπριακής λίρας από την άλλη (Ιωάννου, 2002) οδήγησαν σε σημαντική αύξηση των εργατικών διεκδικήσεων και των απεργιακών κινητοποιήσεων το 1968. Έτσι δόθηκε εκ νέου ώθηση στις διεργασίες για την ενίσχυση της τριμερούς συνεργασίας μέσα από τροποποιήσεις στη Βασική Συμφωνία του 1962. Το 1969 προτάθηκε από τους εργοδότες να αποκτήσουν νομική ισχύ οι συμφωνίες και να ψηφιστεί νομοθεσία για τη διαπραγμάτευση σε βασικές υπηρεσίες. Αυτό δεν έγινε αποδεκτό ούτε από το κράτος ούτε από τα συνδικάτα. Παρ’ όλα αυτά έγινε μια απόπειρα δημιουργίας ενός Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων από πλευράς Υπουργείου, που συζητήθηκε το 1970 στο Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα. Αυτός ο προτεινόμενος Κώδικας προσπάθησε να περιορίσει το δικαίωμα στην απεργία, καταργώντας το σε περιπτώσεις ερμηνείας της σύμβασης και καλώντας τα μέρη να πάρουν τα «αναγκαία μέτρα» για να εμποδίσουν τις αυθόρμητες απεργίες και ανταπεργίες. Προσπάθησε επίσης να επιβάλει τη δεσμευτική διαιτησία σε περιπτώσεις συναίνεσης και των δυο πλευρών. Τελικά η έκρυθμη πολιτική κατάσταση που οδήγησε στο πραξικόπημα και την εισβολή το 1974 καθυστέρησαν τη δημιουργία του Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων που πραγματοποιήθηκε σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες το 1977.


3. Οι νέες συνθήκες: αλλαγές στην κοινωνική δομή και την ταξική σύνθεση


Ο εθνοτικός κοινοτισμός που κυριάρχησε πλήρως μετά και την εδαφική διχοτόμηση της χώρας καθόρισε και καθορίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγονται οι εργατικοί αγώνες στην Κύπρο μέχρι σήμερα. Στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές ο Κώδικας Βιομηχανικών Σχέσεων (1977) αποτέλεσε ουσιαστικά μέχρι και την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ της εργασίας και του κεφαλαίου, εκφράζοντας το ισοζύγιο δυνάμεων όπως αυτό αποκρυσταλλώθηκε μετά το 1974. Ο Κώδικας που συνεχίζει τυπικά να υφίσταται και σήμερα διαχωρίζει τις διαφορές δικαιωμάτων από τις διαφορές συμφερόντων και προνοεί στάδια και χρονοδιαγράμματα μέσα στα οποία διεξάγεται η επίλυση διαφορών με διαπραγμάτευση, μεσολάβηση, εθελουσία αλλά δεσμευτική διαιτησία και δημόσια έρευνα. Παρότι ο Κώδικας Βιομηχανικών Σχέσεων δεν είχε νομική ισχύ, καθώς αποτελούσε ουσιαστικά απλώς μια «συμφωνία κυρίων», ο σεβασμός που επιδείκνυαν τα δυο μέρη στο διαδικαστικό του γράμμα και το πολιτικό του πνεύμα για δεκαετίες, ήταν δεδομένος (Sparsis, 1998). Ο Κώδικας και το τριμερές σύστημα γενικότερα συνιστούσε ουσιαστικά την επιτομή ενός ευρύτερου μεταπολεμικού ιστορικού συμβιβασμού που επέφερε και επέτρεψε την εθνική ενότητα και τη μακροχρόνια εργατική ειρήνη, για την οποία περηφανευόταν ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Ενός συμβιβασμού όμως που διαβρώθηκε σταδιακά, καθώς μεταβλήθηκε το ισοζύγιο δυνάμεων πάνω στο οποίο βασιζόταν και που βρίσκεται τα τελευταία χρόνια, στην καλύτερη περίπτωση, μετέωρος.

Οι συνθήκες που ακολούθησαν τον πόλεμο του 1974 υπήρξαν καθοριστικές για τη συνομολόγηση του Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων και για την ενίσχυση και εδραίωση του τριμερούς συστήματος. Η εθνική ενότητα στο πεδίο της οικονομίας, πάνω στην οποία κτίστηκε το νέο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων, επιβλήθηκε ντε φάκτο ως συνέπεια και με βάση το αποτέλεσμα του πολέμου του 1974 σε συνθήκες προλεταριοποίησης, μαζικής ανεργίας και εκ νέου πρώιμης κεφαλαιακής συσσώρευσης που εξανάγκασαν το εργατικό κίνημα σε σημαντική υποχώρηση, με μειώσεις μισθών και συντάξεων, πάγωμα της ΑΤΑ και των ανεργιακών επιδομάτων και γενική πτώση 25% του βιοτικού επιπέδου σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΠΕΟ (Panayiotopoulos, 1995). Ως αντάλλαγμα αναβαθμίστηκε ο ρόλος των συνδικάτων και μέσα από τη θεσμική κατοχύρωση και την καθιέρωση του κοινωνικού διαλόγου ολοκληρώθηκε και η ένταξη της εργατικής τάξης και των αντιπροσώπων της στο κράτος. Έτσι από τη μια οι εργαζόμενοι συνδέθηκαν πιο στενά με την Κυπριακή Δημοκρατία που επέζησε το 1974 (και ενισχύθηκε μετά) και μέσα από τις διαδικασίες του αναβαθμισμένου τριμερούς συστήματος μπορούσαν να διεκδικήσουν ένα μερίδιο από την ανάπτυξη που θα προέκυπτε μετά και μέσα από τις θυσίες τους.

Σταδιακά και μέσα από τη ραγδαία αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, τα νέα έργα υποδομής, την επίλυση του στεγαστικού προβλήματος των εκτοπισμένων, τη διεθνή βοήθεια, τις εμπορικές σχέσεις που ανέπτυξε η Κυπριακή Δημοκρατία, ιδιαίτερα με τις σοσιαλιστικές και τις αραβικές χώρες και τη γρήγορη επανεκκίνηση και μεγάλη επέκταση της τουριστικής βιομηχανίας ήδη από τη δεκαετία του 1980, σημειώθηκε σημαντική οικονομική ανάπτυξη (Christodoulou, 1992). Η τριτογενοποίηση της οικονομίας μέσα από τη γενικότερη ανάπτυξη των υπηρεσιών σε βάρος της γεωργίας και της βιομηχανίας από τη μια και η είσοδος διεθνούς κεφαλαίου, μέσα από τη ραγδαία ανάπτυξη των παράκτιων χρηματοπιστωτικών εταιρειών και η γραφειοποίηση της εργασίας από την άλλη, συνοδεύτηκε από τη σημαντική βελτίωση του μορφωτικού και του βιοτικού επιπέδου των Κυπρίων. Σε γεωπολιτικό επίπεδο η μετακίνηση της Κύπρου από την ημι-περιφέρεια στον πυρήνα του παγκόσμιου συστήματος, μέσα από τη στροφή από το Κίνημα Αδεσμεύτων στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο το ρόλο της ως συνδετικού σταθμού της ροής της αξίας στα οικονομικά δίκτυα Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου. Παρά την έκρυθμη κατάσταση στο νησί, η Κύπρος αποτέλεσε συγκριτικά με τη Μέση Ανατολή, περιοχή σταθερότητας για τις χρηματο-οικονομικές επενδύσεις που ενθαρρύνθηκαν με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές (Παναγιώτου, 2005).

Τη δεκαετία του 1990 συνεχίστηκε με ακόμα πιο γοργούς ρυθμούς η ραγδαία ανάπτυξη ενώ τα αποτελέσματά της άρχισαν να γίνονται πιο ορατά. Μετά και τη σχεδόν πλήρη ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας και με τη συνέχιση της μεγέθυνσης της κυπριακής οικονομίας παρατηρήθηκε έλλειψη εργατικού δυναμικού και άρχισε η είσοδος των πρώτων μεταναστών, με το καθεστώς του «φιλοξενούμενου εργάτη» με άδεια εργασίας 4 ή 5 χρόνων, προαπαιτώντας τη σύνδεση με συγκεκριμένο εργοδότη. Πολύ σύντομα η Κύπρος μετατράπηκε από χώρα εξαγωγής σε χώρα εισαγωγής εργατικού δυναμικού με τη μαζική εισροή μεταναστών εργαζομένων που άλλαξε και πολιτιστικά τη σύνθεση της εργατικής τάξης, δημιουργώντας βέβαια παράλληλα και καινούργιες διαιρέσεις και φέρνοντας στο προσκήνιο τα ζητήματα της ισότητας και της ισομισθίας και της καταπολέμησης των διακρίσεων και του ρατσισμού.



Σύνολο επικερδώς απασχολούμενου πληθυσμού ανά τομέα (ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης του αριθμού των ατόμων που εργάζονται)

1973

(252.700)

1986

(220.100)

1999

(295.300)

2012

(366 000)

Πρωτογενής

97.200 (38, 4%)

36.400 (16, 5%)

26.200 (8, 9%)

28 200 (7.7%)

Δευτερογενής

65.100 (25, 8%)

67.000 (30, 5%)

65.700 (22, 2%)

63 400 (17.3%)

Τριτογενής

90.400 (35, 8%)

116.700 (53%)

203.400 (68, 9%)

274 400 (75%)

Εργατικές Στατιστικές, 2004: 32 και 2012: 28


Παρά το ότι η είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας υπήρξε μια αποφασιστική στιγμή στον αγώνα για την ισότητα των φύλων, η αυξημένη οικονομική αυτονομία που κέρδισαν οι γυναίκες δεν επεκτάθηκε και στο ιδιωτικό / οικιακό πλαίσιο και δεν τις απελευθέρωσε από το βάρος της οικιακής και αναπαραγωγικής εργασίας.4 Εξάλλου στην αγορά εργασίας πολλές γυναίκες κατέλαβαν προσωρινές, χαμηλόμισθες θέσεις, συχνά μερικής απασχόλησης και συγκεντρώθηκαν σε θηλυκοποιημένα επαγγέλματα όπως καθαρίστριες, πωλήτριες, γραφειακοί βοηθοί, νοσηλεύτριες, παιδοκόμοι/νηπιαγωγοί κλπ. Παρά το ότι αναμφισβήτητα υπήρξε σχετική βελτίωση στη θέση των γυναικών στην αγορά εργασίας και στην κοινωνία γενικότερα, αν συγκρίνουμε λόγου χάρη τη δεκαετία του 2000 με αυτή του 1960 ή του 1970, και παρά τις πολλές νομοθεσίες, τεχνοκρατικές εισηγήσεις πολιτικής και δημόσιας ρητορικής για την ισότητα των φύλων, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το χάσμα αμοιβών παραμένει σήμερα στο 16, 4% (Sigmalive, 2014) ενώ γενικότερες πατριαρχικές αντιλήψεις επιβιώνουν και αναπαράγονται και σήμερα.

Σε πολιτικό επίπεδο η πορεία της Κύπρου προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και η ένταξή της το 2004 πυροδότησε μια σειρά από εξελίξεις και επέφερε ή άνοιξε το δρόμο για αλλαγές που είχαν τον αντίκτυπό τους και στο εργατικό πεδίο. Οι πιο έμμεσες αλλαγές αφορούσαν κυρίως το θεσμικό πλαίσιο και τις κατευθύνσεις εργατικής και κοινωνικής πολιτικής αλλά και ευρύτερα το ιδεολογικό πλέγμα και τη φιλοσοφία που συνόδευε τη διαδικασία της εναρμόνισης. Οι ατομικές συμβάσεις, η φιλελευθεροποίηση και η ευελιξία της αγοράς εργασίας για παράδειγμα ενισχύθηκαν σημαντικά όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Μια άλλη πιο άμεση και ουσιαστική εξέλιξη ήταν η αύξηση της εισόδου εργαζομένων και η επιτάχυνση της ντε φάκτο υπονόμευσης του υφιστάμενου μοντέλου μετανάστευσης που ήταν βασισμένο στη λογική του «φιλοξενούμενου εργάτη». Οι κοινοτικοί εργαζόμενοι έχουν το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης και απολαμβάνουν καθεστώς αυτόματης άδειας εργασίας και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση της κινητικότητας στην αγορά εργασίας και τη δυνατότητα των εργοδοτών να απολύουν και να προσλαμβάνουν με πολλή ευκολία εργαζόμενους. Η ραγδαία αύξηση του αριθμού τους – κυμαινόταν γύρω στις 100.000 το 2011, αναλογικά ένα μεγάλο ποσοστό επί του συνόλου των εργαζομένων στις περιοχές που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία5 – και η διαθεσιμότητά τους να εργαστούν και με χαμηλότερους μισθούς από τους Κύπριους εργαζόμενους σε συνδυασμό με την ολιγωρία των συνδικάτων επέφερε σε λιγότερο από μια δεκαετία την κατάτμηση της αγοράς εργασίας. Οι μισθοί δέχτηκαν σημαντική πίεση και το υφιστάμενο σύστημα εργασιακών σχέσεων διαβρώθηκε αλλά και το ίδιο το συνδικαλιστικό κίνημα αποδυναμώθηκε. Οι κοινοτικοί εργαζόμενοι έρχονται κυρίως από χώρες της πρώην ανατολικής Ευρώπης, αλλά τα τελευταία χρόνια υπάρχει επίσης αυξημένη εισροή εργαζομένων από την Ελλάδα.

Στο βόρειο, ελεγχόμενο από τον τουρκικό στρατό τμήμα της Κύπρου, η κατάσταση του μη αναγνωρισμένου τουρκοκυπριακού κράτους και η αδυναμία του να αναπτύξει εμπορικές σχέσεις και να προσελκύσει τουρισμό το κατέστησε σταδιακά σε μια εξαρτώμενη επαρχία της Τουρκίας όχι μόνο στο πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο αλλά και στο κοινωνικο-οικονομικό (Ioannou and Sonan, 2014). Αναπτύχθηκε ένας τεράστιος δημόσιος τομέας, ουσιαστικά χρηματοδοτούμενος από το τουρκικό κράτος, που οδήγησε σε ευνοϊκούς όρους εργασίας για τους εργαζόμενους και σε δυνατά και μαχητικά συνδικάτα όταν αυτοί οι όροι απειλήθηκαν.6 Αντίθετα ο ιδιωτικός τομέας έγινε πεδίο υπερ-εκμετάλλευσης των ανοργάνωτων και συχνά αδήλωτων εργαζομένων, κυρίως Τούρκων μεταναστών. Η μετανάστευση από την Τουρκία αυξήθηκε εκθετικά τις τελευταίες δυο δεκαετίες, υπονομεύοντας ντε φάκτο τη δημογραφική σύνθεση της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Το σχετικά ανοιχτό σύνορο μεταξύ Τουρκίας και βόρειας Κύπρου και η πολιτικο-οικονομική κατάσταση στο βόρειο μέρος νησιού όπως διαμορφώθηκε μετά το 1974 έχει στην ουσία δημιουργήσει μια πολύ πιο βαθιά και πολλαπλά διαιρεμένη αγορά εργασίας και κοινωνία με μεγάλα ημι-άτυπα και άτυπα μέρη.


4. Η ευελιξία και η απορρύθμιση


Η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού ως κυρίαρχο ιδεολογικό ρεύμα τη δεκαετία του 1990, αποτελούσε μεν αντανάκλαση της διαμόρφωσης των συσχετισμών στο κοινωνικο-οικονομικό πεδίο αλλά πιο σημαντικά συγκρότησε ένα νέο πλαίσιο αντίληψης και λειτουργίας του καπιταλισμού, το βάθος του οποίου μόλις τα τελευταία χρόνια, με την παγκόσμια κρίση, άρχισε να γίνεται πλήρως αντιληπτό. Ουσιαστικά μπορούμε να πούμε τώρα ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι μόνο ένα δόγμα οικονομικής πολιτικής, ούτε απλώς μια εξελιγμένη μορφή της αστικής ιδεολογίας έστω και αν ξεκίνησε ως τέτοιος. Από την οπτική της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα ο νεοφιλελευθερισμός έχει ήδη ιστορικό βάθος και υλική υπόσταση – το ότι τα αξιώματά του περνούν σήμερα περίπου καθολικά ως «κοινή λογική» ακόμα και από αυτούς που δεν υιοθετούν ή και αντιτίθενται στις νεοφιλελεύθερες ακρότητες και το ότι μετά από 8 χρόνια παγκόσμιας κρίσης δεν έχει προταθεί με αξιώσεις ούτε η συστημική ανατροπή ούτε καν ένα εναλλακτικό μοντέλο καπιταλιστικής διαχείρισης, μας λένε πολλά. Ο βαθμός στον οποίο η νεοφιλελεύθερη φιλοσοφία έχει καταστεί σύμφυτη με τη λειτουργία του καπιταλισμού, μαζική κουλτούρα και αξιακό σύστημα ξεφεύγει του θέματος αυτού του άρθρου. Όμως, η εισαγωγική αυτή νύξη (με παραπομπή στην πάλη των ιδεών και που αφορά την υιοθέτηση και από την Αριστερά και από τα συνδικάτα μέρος της επιχειρηματολογίας του κεφαλαίου) είναι θεωρώ χρήσιμη για την κατανόηση της έννοιας του «μονοδρόμου”, που είναι κεντρική στη διαδικασία της διαχείρισης της κρίσης αλλά και της απορρύθμισης της εργασίας γενικότερα.

Η ευελιξία στην αγορά εργασίας και η διαδικασία της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων στην Κύπρο ουσιαστικά αποτελεί φαινόμενο της δεκαετίας του 2000. Και παρά τη σημαντική και ραγδαία της επέκταση σε πολλούς κλάδους και τομείς δεν έχει ακόμα επικρατήσει ολοκληρωτικά. Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων στην Κύπρο και η λογική της ευελιξίας παίρνει διαφορετικές μορφές σε διαφορετικούς κλάδους. Τα προσωπικά συμβόλαια και οι σταθεροί (fixed) μισθοί στην ξενοδοχειακή βιομηχανία, οι υπεργολαβίες στις οικοδομές και η εξωτερική ανάθεση εργασιών στο δημόσιο και τραπεζικό τομέα αποτελούν διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος – της αναμόρφωσης της μισθωτής σχέσης μέσα από την υποτίμηση της εργασίας. Η ρητορική που συνοδεύει αυτή την εργοδοτική πρωτοβουλία για την ευέλικτη απορρύθμιση είναι συχνά η ίδια – η αναγκαιότητα για «εκσυγχρονισμό» του συστήματος, «βελτίωση της αποδοτικότητας», επίτευξη «ανταγωνιστικότητας» στην αγορά και φυσικά η έννοια για το «καλό της οικονομίας». Οι συνέπειες είναι επίσης κοινές – διάβρωση της ισχύος των συνδικάτων και των συλλογικών συμβάσεων, εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων και διατήρηση και ενίσχυση της λογικής των εργαζομένων πολλαπλών ταχυτήτων.

Η διάβρωση των συλλογικών συμβάσεων συντελείται με δυο τρόπους: άμεσα, με την άρνηση συνομολόγησης ή αναγνώρισης-εφαρμογής υφιστάμενων επιχειρησιακών ή κλαδικών συμβάσεων και έμμεσα με την αποφυγή τήρησης των προνοιών των συμβάσεων και τον αποκλεισμό μερίδας εργαζομένων από την κάλυψή τους. Η άμεση διάβρωση είναι πιο συχνό φαινόμενο σε κλάδους με χαμηλή συνδικαλιστική παρουσία όπως το λιανικό εμπόριο και ο επισιτισμός, όπου το μικρό μέγεθος των εργασιακών χώρων από τη μια, η σύνθεση του εργατικού δυναμικού με σημαντική παρουσία φοιτητών και μεταναστών από την άλλη και η αυξημένη ροή εργασίας καθιστούν τη συνδικαλιστική οργάνωση ένα αβέβαιο και δύσκολο εγχείρημα. Αλλά ακόμα και σε κλάδους με σχετικά ψηλή συνδικαλιστική παρουσία, υπάρχουν εργοδότες που δεν δίστασαν και δεν διστάζουν να αγνοήσουν υφιστάμενες συλλογικές συμβάσεις, ακόμα και να συγκρουστούν μετωπικά με τα συνδικάτα. Ο πιο σημαντικός σταθμός εδώ είναι η εξάμηνη απεργία στα ξενοδοχεία της εταιρείας Λόρδος στη Λάρνακα το 1999, όπου η λογική των προσωπικών συμβολαίων επιβλήθηκε καθολικά μέσα από την εκδίωξη των συνδικάτων, αποτελώντας την αφετηρία και το παράδειγμα για τη διάχυσή τους στην υπόλοιπη βιομηχανία.

Η έμμεση διάβρωση των συλλογικών συμβάσεων συντελείται μέσα από τη διαίρεση των εργαζομένων σε επίπεδο επιχείρησης / εργασιακού χώρου σε δυο τμήματα, με μια μερίδα εργαζομένων να εργοδοτείται στη βάση της σύμβασης και μια όχι. Αυτή η διαίρεση επιτυγχάνεται κυρίως μέσα από τις νέες προσλήψεις όπου πλειοψηφούν τα προσωπικά συμβόλαια π.χ. στα ξενοδοχεία ή η εργασία με το κομμάτι στις οικοδομές, δημιουργώντας έτσι μια μειωτική τάση στην κάλυψη των συμβάσεων και στη συνδικαλιστική πυκνότητα. Έτσι έχουμε από τη μια σχετικοποίηση των συμβάσεων ως μηχανισμού ρύθμισης και μείωσης της ισχύος και του ρόλου των συνδικάτων, ενώ από την άλλη δημιουργούνται υβριδικοί εργασιακοί χώροι με δυαδικούς ή πολλαπλούς όρους και συνθήκες εργοδότησης (Ioannou, 2015a, 2015b. Stavrou, 2013).

Παρά το ότι υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις όπου εργαζόμενοι προτιμούν τα προσωπικά συμβόλαια ή την εργασία με το κομμάτι ή ακόμα και την αδήλωτη εργασία για διάφορους λόγους (π.χ. σταθερότητα στο εισόδημα στα ξενοδοχεία ή επιχειρηματικότητα με διάθεση ανάληψης ρίσκου και προσδοκίας αυξημένων εισοδημάτων στις οικοδομές, αποφυγή κρατικού ελέγχου και φορολογίας) γενικά συνήθως αυτά τα καθεστώτα εργοδότησης είναι προϊόντα άμεσου ή έμμεσου εκβιασμού. Σε πολλές περιπτώσεις αυτές οι μορφές εργοδότησης είναι οι μόνες διαθέσιμες και είναι συνήθως αρκετή μια νύξη από τον εργοδότη ότι «δεν θέλει φασαρίες και προβλήματα», εννοώντας ένταξη στα συνδικάτα, για να αποτρέψει τον εργαζόμενο ή την εργαζόμενη από το να επιδιώξει συνδικαλιστική οργάνωση και τα δικαιώματα και ωφελήματα που απορρέουν από ή που μπορούν να διεκδικηθούν στα πλαίσια αυτά.

Πολλές φορές, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μετανάστες εργαζόμενους, υπάρχει και ασάφεια αν όχι συσκότιση σε σχέση με τη σύμβαση της εργοδότησης – αν είναι π.χ. «σύμβαση εργασίας» ή «σύμβαση υπηρεσιών», αν η ευθύνη του εργοδότη ανήκει στον εργολάβο ή στον υπεργολάβο, αν η εργαζόμενη υπάγεται στη διεύθυνση του ξενοδοχείου ή στη διεύθυνση της εταιρείας που εκτελεί υπηρεσίες για λογαριασμό του ξενοδοχείου, αν ο εργαζόμενος ανήκει στο δυναμικό μιας συγκεκριμένης μονάδας ή της εταιρείας ή του συμπλέγματος εταιρειών που διαχειρίζονται πολλές μονάδες. Τα προσωπικά συμβόλαια είναι συνήθως προφορικά, αλλά ακόμα και όταν είναι γραπτά, είναι συνήθως τυποποιημένα και χωρίς πολλές λεπτομέρειες ενώ συχνά οι εργαζόμενοι δεν διατηρούν καν αντίτυπο.

Μέσα από τα προσωπικά συμβόλαια, τα οποία αποτελούν συνήθως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (εξάμηνα, ετήσια κλπ.) με διαφορετικά χρονικά σημεία έναρξης και άρα λήξης, όπως και μέσα από την εργασία με το κομμάτι, οι εργοδότες είναι σε θέση να προγραμματίσουν εκ των προτέρων το μέγεθος του εργατικού τους δυναμικού επιτυγχάνοντας το στόχο της λεγόμενης αριθμητικής ευελιξίας. Από την πλευρά της διεύθυνσης η δυνατότητα αυτόματης ανανέωσης ή αυτόματου τερματισμού ενός συμβολαίου ανάλογα με τον όγκο εργασίας και τον βαθμό ικανοποίησης από την απόδοση του συγκεκριμένου εργαζόμενου αυξάνει τη διοικητική ευχέρεια και μειώνει το εργατικό κόστος.7 Από την πλευρά του εργαζόμενου όμως η συνθήκη αυτή συμβάλλει στην εντατικοποίηση της εργασίας και οδηγεί σε ένα καθεστώς σχεδόν μόνιμης προσωρινότητας και αβεβαιότητας για το αν θα ανανεωθεί ή όχι η σύμβαση εργασίας με ό, τι αυτό συνεπάγεται για τον προγραμματισμό του επαγγελματικού και οικογενειακού μέλλοντος του εργαζόμενου.

Κατά κοινή ομολογία, οι μετανάστες εργαζόμενοι αποτελούν όχι μόνο τα θύματα των διακρίσεων των εργοδοτών σε ζητήματα μισθοδοσίας, αναγνώρισης δικαιωμάτων και παροχής ωφελημάτων αλλά και το μέσο με το οποίο οι εργοδότες απειλούν και τα κεκτημένα των Κυπρίων εργαζομένων (Αντωνίου, 2010). Οι μετανάστες, στην πλειοψηφία τους κοινοτικοί εργαζόμενοι από χώρες της ανατολικής Ευρώπης, εργοδοτούνται συνήθως σε προσωρινή και εποχιακή βάση και είναι οι πρώτοι που απολύονται όταν μειωθεί ο όγκος εργασίας. Συχνά ο εργοδότης είναι και ο παροχέας της στέγης τους και αποκόπτει ένα συνήθως δυσανάλογα μεγάλο για την ποιότητα της στέγασής τους ποσό από το μισθό τους, ενισχύοντας έτσι και τη σχέση εξάρτησης και εμποδίζοντάς τους από το να διανοηθούν καν να αναπτύξουν συνδικαλιστική δράση. 13ος μισθός και πληρωμένη άδεια σπάνια παρέχονται ενώ η εξαήμερη εβδομάδα ή η 10ώρη μέρα αποτελεί την κανονικότητά τους. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία βρίσκονται εκτός των συνδικάτων, αλλά ακόμα και όταν οργανωθούν στα συνδικάτα αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα με εργοδότηση στη βάση των υφιστάμενων συλλογικών συμβάσεων, καθότι οι όροι εργασίας τους είναι συχνά ήδη προσυμφωνημένοι με τα προσωπικά συμβόλαια. Έτσι συχνά το βασικό που κερδίζουν οι μετανάστες με την ένταξή τους στα συνδικάτα είναι η φτηνή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και μια δυνατότητα παρέμβασης των συνδικαλιστών σε τυχόν επί μέρους εργασιακά προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσουν. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις μεταναστών – συνήθως με μακροχρόνια διαμονή στη Κύπρο και ένταξη στα συνδικάτα – που εργοδοτούνται στη βάση συλλογικών συμβάσεων.

Τέλος, η άλλη και ίσως η πιο ακραία μορφή της ευέλικτης απορρύθμισης είναι η αδήλωτη εργασία η οποία σημείωσε αύξηση την τελευταία περίοδο σε συνάρτηση και με την αύξηση της συνολικής παρουσίας των μεταναστών. Η αδήλωτη εργασία στις οικοδομές υπολογίζεται γύρω στο 30% και είναι αποτέλεσμα της «μόνιμης προσωρινότητας», καθώς πολλοί εργαζόμενοι κινούνται από εργοδότη σε εργοδότη, και της αδυναμίας και αναποτελεσματικότητας του ελέγχου από τις αρχές. Τόσο η αυξημένη ροή εργασίας όσο και η αποφυγή του ελέγχου αποτελούν όρους των συνθηκών εργοδότησης μεγάλης μερίδας εργαζομένων και κυρίως των μεταναστών σε πολλούς κλάδους και ειδικότερα στις οικοδομές και σε μικρές εταιρείες. Παρά το ότι η πάταξη της αδήλωτης εργασίας αποτελεί διαχρονικό ρητορικό στόχο, και παρά το γεγονός ότι το κράτος έχει αυξήσει τους ελέγχους και τις ποινές προς τους παράνομους εργοδότες, το φαινόμενο αυτό έχει βαθιές ρίζες και δεν φαίνεται να είναι εφικτός ο περιορισμός του. Η μαύρη εργασία, με την υπερ-εκμετάλλευση που την χαρακτηρίζει, τους χαμηλούς μισθούς, την απλήρωτη εργασία κλπ. είναι σε τελική ανάλυση δομικό στοιχείο του καπιταλισμού, προϊόν της ασυμμετρίας ισχύος μεταξύ κοινωνικών ομάδων και δυνάμεων και των εμπεδωμένων ιεραρχιών των σύγχρονων κοινωνιών – η ύπαρξη της μαύρης αγοράς εργασίας καθορίζει και οριοθετεί και την κανονική αγορά εργασίας.


5. Η αποδυνάμωση του συνδικαλισμού


Παρά το ότι τα συνδικάτα δεν αποδέχονται αδιαμαρτύρητα την απορρύθμιση της εργασίας και επιμένουν στην αναγκαιότητα σεβασμού των συλλογικών συμβάσεων, την αποφυγή των προσωπικών συμβολαίων και των υπεργολαβιών και την κατάργηση της αδήλωτης εργασίας, βρίσκονται εδώ και πάνω από μια δεκαετία σε άμυνα. Ως μετριοπαθείς και πραγματιστικές δυνάμεις αντιλαμβάνονται τι είναι εφικτό σήμερα και φροντίζουν να διαχωρίζουν τη ρητορική από την πρακτική τους – αποφεύγοντας να εμπλακούν σε συγκρούσεις από τις οποίες θα βγουν χαμένες. Κάποιοι συνδικαλιστές παραδέχονται ότι άργησαν να κατανοήσουν και να δράσουν σε σχέση με τις συνέπειες της αναδόμησης που συντελέστηκε τις προηγούμενες δεκαετίες με αποτέλεσμα οι εργοδότες με την αντεπίθεσή τους να επιτύχουν να καθορίσουν το πεδίο στο οποίο διεξάγεται η σύγκρουση σήμερα.

Όταν πρωτοεμφανίστηκαν τα προσωπικά συμβόλαια για παράδειγμα, αρχικά για μερικούς επαγγελματίες, η αντίδραση υπήρξε νωχελική. Όταν στο πλαίσιο της ραγδαίας οικοδομικής ανάπτυξης επεκτάθηκαν οι υπεργολαβίες σε διάφορες οικοδομικές εργασίες δεν υπήρξε δυναμική διαμαρτυρία. Όταν πρωτοεμφανίστηκαν οι μετανάστες ως φιλοξενούμενοι εργάτες, η αρχική στάση των συνδικάτων ήταν αρνητική και τους πήρε χρόνια να αρχίσουν την προσπάθεια οργάνωσής τους. Με την ένταξη στην ΕΕ δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένα να δεχτούν στις τάξεις τους, πόσο μάλλον να οργανώσουν εκστρατείες εγγραφής μελών από τις δεκάδες χιλιάδες κοινοτικούς που μπήκαν στην κυπριακή αγορά εργασίας. Ακόμα και σήμερα οι συνδικαλιστές αδυνατούν κυριολεκτικά και μεταφορικά να βρουν γλώσσα επικοινωνίας με τους μετανάστες ακόμα και με τους Τουρκοκύπριους εργαζομένους.8

Οι λόγοι για τους οποίους τα συνδικάτα βρίσκονται σε άμυνα είναι διάφοροι και σχετίζονται τόσο με την παγκόσμια και ευρωπαϊκή όσο και με την κυπριακή τοπική πραγματικότητα. Η παρακμή του συνδικαλισμού, η πτώση της συνδικαλιστικής πυκνότητας, η αποδυνάμωση της ταξικής λογικής και ρητορικής είναι διεθνή φαινόμενα και ως τέτοια εμφανίζονται και στην Κύπρο και συνοδεύουν τις επίσης διεθνείς σύγχρονες τάσεις διάβρωσης της «κανονικής, σταθερής και ρυθμισμένης εργασίας». Μάλιστα στην Κύπρο μπορεί κάποιος να πει ότι τα συνδικάτα είναι ακόμα αρκετά μεγάλα και δυνατά, η συνδικαλιστική πυκνότητα είναι από τις σχετικά ψηλές στην Ευρώπη και οι ευέλικτες και άτυπες εργασιακές σχέσεις έχουν καθυστερήσει να εμφανιστούν και δεν έχουν κυριαρχήσει στον βαθμό που συνέβηκε σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία ή ακόμα και η Βρετανία.

Όμως πίσω από την αριθμητική δύναμη των συνδικάτων που ακόμα διατηρείται, η ισχύς τους έχει μειωθεί και εσωτερικά και εξωτερικά. Εσωτερικά, από τη γενικότερη απαξίωση και την αδιαφορία των εργαζομένων, τα δημοκρατικά ελλείμματα και την εναπόθεση των εξουσιών, των αρμοδιοτήτων και των ευθυνών στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και τους έμμισθους εκπροσώπους, με την υπολειτουργία των τοπικών επιτροπών, την περιρρέουσα αντίληψη των συνδικάτων ως αυτόνομων από τα μέλη τους οργανισμών – που προκύπτει από την αυξημένη απόσταση μεταξύ συνδικαλιστών και εργαζομένων και από τον σχεδόν πλήρως θεσμικό ρόλο των συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών. Εξωτερικά, από τη γενικότερη μετάλλαξη του συστήματος εργασιακών σχέσεων ως αποτέλεσμα της ένταξης στην ΕΕ, όπου αναπτύχθηκε και ενισχύθηκε η εργατική νομοθεσία σε βαθμό που υπονομεύτηκε ακόμα και η φιλοσοφία του υφιστάμενου συστήματος της εθελούσιας τριμερούς συνεργασίας (Ioannou, 2007) και άρα και η αναγκαιότητα των συνδικάτων στη διαδικασία προστασίας των εργαζομένων. Ουσιαστικά έχουμε μια καινούργια μορφή ρύθμισης μέσα από την εργατική νομοθεσία που, στη θεωρία και στο βαθμό που υλοποιείται – που δεν είναι καθόλου ικανοποιητικός ιδιαίτερα σε σχέση με τους μη Κύπριους εργαζόμενους – περιορίζει την ασυδοσία του κεφαλαίου αλλά στην πράξη εξατομικεύει τις εργασιακές σχέσεις και δημιουργεί ένα κλίμα υποβάθμισης του ρόλου των συνδικάτων ως ενεργά υποκείμενα στον καθορισμό των όρων και τη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων.

Αυτή η άποψη περί του τέλους του παραδοσιακού συνδικαλισμού ως αποτέλεσμα της αυξημένης νομοθετικής παρέμβασης στις εργασιακές σχέσεις εκφράζεται και από εργοδότες και από εργαζόμενους, που διερωτώνται ποια είναι η χρησιμότητα των συνδικάτων σήμερα. Τα ίδια τα συνδικάτα λόγω και της γενικότερης αδυναμίας τους αναγκάζονται να στηρίζονται περισσότερο στο κράτος και μεγάλο μέρος της δράσης τους αναλώνεται στο να καταγγέλλουν στο Υπουργείο Εργασίας παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας και των συλλογικών συμβάσεων. Η ΣΕΚ μάλιστα, σε αυτό το πλαίσιο, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 και μέχρι πρόσφατα έθετε και αίτημα νομικής κατοχύρωσης των συλλογικών συμβάσεων. Η ΠΕΟ αντιτίθεται σε αυτό στη θεωρία καθότι δεν συνάδει με τη δική της ιδεολογία της ταξικής σύγκρουσης, όμως στην πράξη είναι εξίσου έτοιμη να αποταθεί στο κράτος τόσο με επίσημες καταγγελίες όσο και με δημόσιες εκκλήσεις, για την προστασία των εργαζομένων καθότι πολλές φορές δεν έχει τη δύναμη να το πράξει η ίδια.

Σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να ιδωθεί και η προσπάθεια μεταρρύθμισης των εργασιακών σχέσεων. Μετά από πολύχρονες διαβουλεύσεις και σε μια προσπάθεια από πλευράς της τότε Υπουργού Εργασίας Σωτηρούλας Χαραλάμπους (που προερχόταν από τις τάξεις της ΠΕΟ) να βελτιωθεί το σύστημα εργασιακών σχέσεων, κατατέθηκε το 2011 στη Βουλή σχετικό νομοσχέδιο στο οποίο συγκεράστηκαν οι θέσεις της ΠΕΟ και της ΣΕΚ. Οι βασικές αλλαγές που ψηφίστηκαν σε νόμο το 2012 ενισχύουν και τα συνδικαλιστικά δικαιώματα με πρόνοιες διευκόλυνσης της ένταξης νέων μελών και της συνομολόγησης νέων συλλογικών συμβάσεων.9 Το άλλο και πιο σημαντικό ζήτημα που αφορούσε την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων, με μια πιο ρητή αναφορά στις υποχρεώσεις του εργοδότη να τηρεί τις συλλογικές συμβάσεις, παρέχοντας το δικαίωμα στα συνδικάτα να προσφεύγουν στα δικαστήρια, αλλά και στο Υπουργείο Εργασίας να επεκτείνει με διάταγμα την ισχύ των κλαδικών συμβάσεων σε όλες τις εταιρείες του δοσμένου κλάδου, δεν προχώρησε τελικά και απορρίφθηκε από τους εργοδότες όταν ξαναπροτάθηκε τον Φεβρουάριο του 2013.10

Βέβαια, αν το ανανεωμένο νομικό πλαίσιο μπορεί να βοηθήσει στον περιορισμό της εργασιακής απορρύθμισης δίνοντας καινούργια όπλα στα συνδικάτα είναι ένα ερώτημα. Μέχρι στιγμής πάντως τα συνδικάτα δεν κατάφεραν να αξιοποιήσουν επαρκώς τα διαθέσιμα νομικά εργαλεία τόσο εθνικά όσο και ευρωπαϊκά που υπήρχαν και υπάρχουν στην διάθεσή τους, όπως π.χ. για την καταπολέμηση των διακρίσεων. Αυτό σχετίζεται και με τις νοοτροπίες που αναπτύχθηκαν ιστορικά και τους άτυπους κανόνες της συνεργασίας με τους εργοδότες και το κράτος. Αλλά καθώς οι συνθήκες αλλάζουν και επιδεινώνονται για τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα, αυτά αναγκάζονται να αναζητήσουν και άλλους τρόπους για την προστασία των μελών τους. Παράλληλα και ταυτόχρονα η εργοδοτική αντεπίθεση αποτέλεσε τόσο αιτία όσο και αποτέλεσμα της αδυναμίας των συνδικάτων. Και επειδή σε τελική ανάλυση οι όροι των εργασιακών σχέσεων δεν είναι ζήτημα κανόνων αλλά ακολουθούμενων πρακτικών, και άρα συσχετισμών δύναμης τόσο σε επίπεδο εργασιακού χώρου όσο και σε κλαδικό επίπεδο, ο πρόσφατα αυξημένος ρόλος της νομοθεσίας στη ρύθμιση αντανακλά και επισκιάζει και την πραγματικότητα της απορρύθμισης της εργασίας.

Η γενικότερη αποφυγή των γενικευμένων και μεγάλων σε διάρκεια απεργιών και ο αυτοπεριορισμός των συνδικάτων σε ασκήσεις κινητοποίησης με στόχο περισσότερο την άσκηση πίεσης παρά την επιβολή όρων στην εργοδοσία, ή σε συμβολικές στάσεις εργασίας που δείχνουν μια αντίληψη της απεργίας ως όπλο «απειλής» παρά ως «μεθόδου» για την επίτευξη διαπραγματευτικών στόχων, είχε και έχει ως αποτέλεσμα την ελλιπή εμπειρία οργανωμένης ταξικής πάλης και την πρόσληψη των συνδικάτων περισσότερο ως εργατικών υπηρεσιών παρά ως οχημάτων εργατικού αγώνα. Και φυσικά η απόσταση που χαρακτηρίζει τους ενταγμένους από τους ανένταχτους σε συνδικάτα εργαζομένους, τον πυρήνα με τα ωφελήματα και την περιφέρεια της επισφάλειας περιορίζει και ενίοτε αποτρέπει την κοινή δράση στους εργασιακούς χώρους – π.χ., όταν στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για ετήσιες μισθολογικές αυξήσεις τα συνδικάτα καλέσουν σε απεργία, η συμμετοχή των εργαζόμενων εκτός σύμβασης, που δεν είναι άμεσα ενδιαφερόμενοι, είναι αμφίβολη και αβέβαιη.

Τέλος, η ιστορική και συνεχιζόμενη διαίρεση της κυπριακής εργατικής τάξης και της χώρας στη βάση της εθνότητας από τη μια, και η σχετικά πρόσφατη μετατροπή της από χώρα εξαγωγής σε χώρα εισαγωγής εργατικής δύναμης από την άλλη, και μάλιστα με το μοντέλο του «φιλοξενούμενου εργάτη» και άρα απουσία σημαντικής μερίδας μεταναστών δεύτερης γενιάς, είχε ως αποτέλεσμα την ενδυνάμωση του κοινοτισμού ως πλαίσιο αντίληψης σε βάρος της έννοιας της εργατικής τάξης πέραν των θεσμικών διαιρέσεων. Πολλοί συνδικαλιστές, ακόμα και της Αριστεράς και στις δυο κοινότητες, όταν μιλούν για την εργατική τάξη ουσιαστικά μιλούν για την «κοινότητα των Κυπρίων εργαζομένων» και όχι για τους «εργαζόμενους που κατοικούν στην Κύπρο». Το μακροχρόνιο κυπριακό πρόβλημα ουσιαστικά είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση των κοινοτικών ταυτοτήτων που συχνά λειτουργούν ως εμπόδια στην ανάπτυξη μιας ενιαίας εργατικής ταξικής ταυτότητας βασισμένη στην υπέρβαση των εθνοτικών διαχωρισμών μεταξύ των εργαζομένων στην Κύπρο.

Στον Βορρά, παρά τις διαφορετικές συνθήκες που επικρατούν εκεί, πολλές από τις πιο πάνω επισημάνσεις ισχύουν και μάλιστα πιο έντονα. Και σε σχέση με τη νεοφιλελεύθερη αντεπίθεση και την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και σε σχέση με την αδυναμία των συνδικάτων να αντεπεξέλθουν. Τα συνδικάτα στη βόρεια, κατεχόμενη Κύπρο είναι βέβαια πιο μαχητικά (και πιο αυτονομημένα από τα πολιτικά κόμματα), πιο διεκδικητικά και πιο έτοιμα να διεξαγάγουν πολιτικούς αγώνες, όμως η πυκνότητά τους και το συνολικό τους εκτόπισμα είναι μικρότερο. Η απόσταση μεταξύ ενταγμένων και ανένταχτων στα συνδικάτα είναι ακόμα μεγαλύτερη και εν πολλοίς αντιστοιχεί και στο διαχωρισμό μεταξύ ευρύτερου δημόσιου και ιδιωτικού τομέα – όπου ο πρώτος ήταν μέχρι πρόσφατα πεδίο με σχεδόν καθολική συνδικαλιστική οργάνωση και πολλά εργασιακά δικαιώματα και ωφελήματα, ενώ ο δεύτερος πεδίο σχεδόν καθολικής απουσίας συνδικαλιστικής οργάνωσης και ασύδοτης εκμετάλλευσης (Ioannou and Sonan, 2014). Ο σε σχέση με τον ντόπιο πληθυσμό τεράστιος αριθμός των μεταναστών εργατών από την Τουρκία καθιστά βέβαια τον κοινοτισμό των τουρκοκυπριακών συνδικάτων μια διαφορετική υπόθεση από τον κοινοτισμό των ελληνοκυπριακών συνδικάτων και σε κάποιο βαθμό μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανησυχία τους για δημογραφική αλλοίωση και απώλεια της πολιτιστικής ταυτότητας και της πολιτικής αυτονομίας της τουρκοκυπριακής κοινότητας.11


6. Οικονομική κρίση, λιτότητα και διαχείριση


Με αυτά τα δεδομένα, την εργοδοτική αντεπίθεση που αμφισβητεί ακόμα και τη χρησιμότητα της συλλογικής διαπραγμάτευσης σήμερα από τη μια και τους πολλαπλούς κατακερματισμούς (κοινωνικούς, πολιτικούς και πολιτιστικούς) της εργατικής τάξης από την άλλη, οι προοπτικές δεν είναι ευνοϊκές για το εργατικό κίνημα. Η αδυναμία των συνδικάτων τόσο να εντάξουν στους κόλπους τους μια σημαντική μερίδα εργαζομένων που συγκροτούν την περιφέρεια της εργατικής τάξης, όσο και να αρθρώσουν ένα ταξικό λόγο στη βάση του οποίου να μπορέσουν να αναπτύξουν μια στρατηγική νέων καθολικών διεκδικήσεων, είναι γεγονός και βασικό πολιτικό πρόβλημα. Αυτό φάνηκε έντονα το τελευταίο διάστημα ενόψει και της οικονομικής κρίσης πρώτα στον Βορρά και μετά και στο Νότο. Τα τουρκοκυπριακά συνδικάτα απάντησαν στις προσπάθειες επιβολής μέτρων λιτότητας από πλευράς τουρκικής και τουρκοκυπριακής διοίκησης με απεργίες και μαζικές κινητοποιήσεις, καθυστερώντας μεν αλλά χωρίς να ανατρέψουν την επίθεση. Στην ελληνοκυπριακή πλευρά τα αρχικά μέτρα λιτότητας υπήρξαν λιγότερο βαριά και τα συνδικάτα πολύ πιο χλιαρά στις αντιδράσεις τους.

Παρότι ήδη από το 2009 άρχισε η ύφεση στην οικονομία της Κύπρου, οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης άρχισαν να παίρνουν έντονη έως δραματική μορφή από το τέλος του 2011. Το μεγάλο πρόβλημα ξεκίνησε από το τραπεζικό σύστημα και την υπερδιόγκωσή του, την απόπειρα των τραπεζιτών να κερδοσκοπήσουν με τα ελληνικά ομόλογα και τη γενικότερη υπερεπέκταση των κυπριακών τραπεζών στο εξωτερικό γενικά και ειδικότερα στην Ελλάδα. Όμως οι συνέπειες γενικεύτηκαν σύντομα και στην υπόλοιπη οικονομία, ως έλλειψη ρευστότητας, αλλά και στα δημόσια οικονομικά ως απώλεια εσόδων και ως ανάληψη εγγύησης από το κράτος της ανακεφαλαιοποίησης των κυπριακών τραπεζών. Σε συνδυασμό με τα χρόνια προβλήματα της κυπριακής οικονομίας – όπως η φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή, ο υπερβολικός ιδιωτικός δανεισμός, η μεγάλη εξάρτηση της οικονομίας που αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες από τα ξένα κεφάλαια γενικά και η δυσαναλογία του χρηματοπιστωτικού τομέα με την υπόλοιπη οικονομία – η τραπεζική κρίση μετατράπηκε γρήγορα σε συνολική κρίση με σημαντική αύξηση του δημόσιου χρέους και της ανεργίας και την επιδείνωση της ύφεσης.

Ήδη από το 2011 σημειώθηκαν σημαντικές εξελίξεις που προδιέγραψαν πώς θα κινούνταν τα πράγματα και τα επόμενα χρόνια. Το κεφάλαιο όσο και οι εκπρόσωποί του στη Βουλή και τη δημόσια σφαίρα εστίασαν την επίθεσή τους στους εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα με μια επιχειρηματολογία «περί σπάταλου κράτους» και προνομιούχων δημοσίων υπαλλήλων απαιτώντας από το κράτος μέτρα λιτότητας για τους μισθωτούς και κίνητρα για τους επιχειρηματίες. Η διάσπαση των εργαζομένων σε μισθωτούς του δημοσίου και μισθωτούς του ιδιωτικού υπήρξε συγκεκριμένη επιδίωξη των αστικών κύκλων και καλλιεργήθηκε συστηματικά από τα ΜΜΕ με σημαντικό βαθμό επιτυχίας το δεύτερο μισό του 2011, καθώς αυτό αποτελούσε προϋπόθεση για τη σημερινή διαδικασία υποβάθμισης των όρων εργασίας όλων. Από τις οικονομικές στήλες των εφημερίδων, τους οικονομολόγους της τηλεόρασης μέχρι και παρεμβάσεις του κοινού, στημένες και μη, το αφήγημα ήταν μονότονο – για τα προβλήματα της οικονομίας φταίνε βασικά οι ψηλοί μισθοί του δημοσίου. Αναφέρονταν μάλιστα και σχετικά παραδείγματα ανθρώπων με 30 χρόνια υπηρεσίας ή/και διευθυντικές θέσεις σε ένα παιχνίδι εντυπώσεων για να προωθηθεί φυσικά η λογική των συνολικών μειώσεων των αποδοχών όλων των μισθωτών του δημοσίου. Η εφημερίδα Πολίτης συνολικά και ειδικά το οικονομικό της κομμάτι υπήρξε πρωταγωνιστής στην προσπάθεια δαιμονοποίησης των δημοσίων υπαλλήλων και ιδιαίτερα των συνδικάτων σε μια προσπάθεια υπόθαλψης ανταγωνισμού μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων και της υπόλοιπης κοινωνίας. Σε αυτά τα πλαίσια γίνονταν αναφορές ακόμα και στον Μαρξ παραπέμποντας σε πάλη μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων.12

Σε κάποιο βαθμό οι κήρυκες της λιτότητας το 2011, με τα ΜΜΕ να έχουν ιδιαίτερο ρόλο στη γενικευμένη εκστρατεία, στόχευαν και στη συγκάλυψη των τραπεζικών σκανδάλων και τη μετατόπιση της συζήτησης για τη κρίση από το χρηματο-οικονομικό στο δημοσιονομικό τομέα (Παναγιώτου, 2013). Όμως αυτό που έχει σημασία είναι το αποτέλεσμα – η κωλυσιεργία του ΑΚΕΛ και οι αναστολές του να επιβάλει το κόστος της κρίσης στους ώμους των εργαζομένων ηττήθηκαν. Ήδη από το τέλος του 2011 με το τρίτο πακέτο μέτρων που προώθησε ο υπουργός Οικονομικών Κίκης Καζαμίας και που υιοθετήθηκε ομόφωνα από όλα τα κόμματα, η Κύπρος μπήκε κανονικά στον αστερισμό της λιτότητας (Charalambous and Ioannou, 2015). Τα μέτρα του 201113 δεν ήταν βέβαια ιδιαίτερα επώδυνα για τους εργαζόμενους, συγκρινόμενα με αυτά που υιοθετήθηκαν το 2012 με ισχύ μέχρι το 2016. Και σήμερα, ήδη φαίνονται ασήμαντα μπροστά στα αποτελέσματα της ύφεσης λόγω του κυπριακού μνημονίου. Όμως η κατεύθυνση των μέτρων αυτών και ο τρόπος που επιβλήθηκαν σηματοδότησαν και αποκρυστάλλωσαν τις πιο διαχρονικές τάσεις υπονόμευσης των εργασιακών σχέσεων που επιδεινώθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας κρίσης.

Η λογική των μέτρων ήταν ξεκάθαρη – το κόστος της κρίσης θα το πλήρωναν βασικά οι εργαζόμενοι. Το ΑΚΕΛ υπαναχώρησε από τη θέση του για το 1% αύξηση στον εταιρικό φόρο ως έκτακτη εισφορά για 2 χρόνια, που είχε εισηγηθεί το 2010 και ακόμα και το σύνθημα της φορολόγησης του πλούτου, που μετά έγινε φορολόγηση της πολυτέλειας, τελικά δεν ενσωματώθηκε στα μέτρα Καζαμία. Εκείνο που ήταν όμως πιο σημαντικό ήταν ο τρόπος με τον οποίο επιβλήθηκαν τα μέτρα – χωρίς κοινωνικό διάλογο, επειδή δεν υπήρχε χρόνος, όπως λέχθηκε, και με συμφωνία των πολιτικών αρχηγών όλων των κομμάτων, την οποία η Βουλή απλά επικύρωσε. ΠΕΟ και ΣΕΚ οργάνωσαν τότε μαζί με την ΠΑΣΥΔΥ, τον Δεκέμβρη του 2011, μια συμβολική στάση εργασίας για την τιμή των όπλων και διαβεβαίωναν ότι τα μέτρα αφορούσαν κυρίως το δημόσιο τομέα και ότι δεν θα δεχόντουσαν να επεκταθούν στον ιδιωτικό. Η ΠΑΣΥΔΥ αναγκάστηκε από την πίεση αρκετών μελών της να προχωρήσει και σε μια 24ωρη απεργία και να καλέσει τα μέλη της να μην εργαστούν στη διενέργεια των δημοτικών εκλογών για να δεχτεί συντονισμένα πυρά από όλα τα κόμματα, τις εργοδοτικές οργανώσεις και τα ΜΜΕ και απειλές από την κυβέρνηση με αποτέλεσμα να υπαναχωρήσει. Τόσο η άτακτη υποχώρηση της ΠΑΣΥΔΥ όσο και η συντεταγμένη υποχώρηση της ΠΕΟ και της ΣΕΚ ήταν βέβαια αποτέλεσμα της αδυναμίας των συνδικάτων και φάνηκε και ερμηνεύτηκε ως τέτοια.

Το 2012 ήταν μια πολύ δύσκολη χρονιά για την κυπριακή κοινωνία και ειδικότερα για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα. Οι απολύσεις συνέχισαν να αυξάνονται με δραματικούς ρυθμούς, ενώ οι εργοδότες εκμεταλλευόμενοι τα παγώματα και τις περικοπές στο δημόσιο τομέα, σκλήρυναν την στάση τους και με μια σειρά μονομερών ενεργειών μείωσαν μισθούς και ωφελήματα, συνεισφορές σε ταμεία ενώ αρκετοί αρνήθηκαν να παραχωρήσουν ΑΤΑ και 13ο μισθό παραβιάζοντας συλλογικές συμβάσεις, συμφωνίες και δεσμεύσεις. Παράλληλα, αυξήθηκαν δραματικά οι κατακρατήσεις μισθών και στον κλάδο του λιανικού εμπορίου, αυξήθηκαν οι πληρωμές με κουπόνια για αγορά προϊόντων της εργοδότριας εταιρείας. Τα συνδικάτα απάντησαν με μερικές μεμονωμένες απεργίες εκεί όπου ένιωσαν ότι είχαν ακόμα δυνάμεις ενώ σε πολλές περιπτώσεις είτε σιώπησαν είτε περιορίστηκαν σε διαβήματα διαμαρτυρίας. Αν και ουσιαστικά ήξεραν ότι η εποχή του κοινωνικού διαλόγου είχε τελειώσει και ότι είχαμε ήδη μπει στην εποχή των Μνημονίων, τα συνδικάτα συνέχισαν να συμπεριφέρονται ως να μην είχε περίπου αλλάξει τίποτα και ζητούσαν από τους εργοδότες να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση. Σε καμιά περίπτωση δεν διανοήθηκαν να συγκροτήσουν ένα κοινωνικό μέτωπο αντίστασης και να κινητοποιήσουν τους εργαζόμενους ή έστω τα μέλη τους σε ένα ευρύτερο αγώνα ενάντια στη λιτότητα. Περιορίστηκαν στις συμβολικές διαμαρτυρίες και στην έκφραση επί μέρους δημοσίων διαφωνιών, αλλά ουσιαστικά τόσο η ΠΕΟ όσο και η ΣΕΚ δήλωσαν από τον Σεπτέμβρη του 2012, σε αντίθεση με την ΠΑΣΥΔΥ, ότι «το μνημόνιο δεν μπορεί να αποφευχθεί».14 Ακόμα και στις οικοδομές, ένα κλάδο με σχετικά ψηλή συνδικαλιστική πυκνότητα, αναλογική ηγεμονία της ΠΕΟ και χρόνια προβλήματα που επιδεινώθηκαν λόγω ύφεσης και σκλήρυνσης της εργοδοτικής στάσης, η σημαντική και μεγάλη σε διάρκεια παγκύπρια απεργία που προετοιμάστηκε το 2012 και που πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 2013 είχε σε μεγάλο βαθμό υπαρξιακό χαρακτήρα, ως ύστατη άμυνα για την τιμή των όπλων, παρά αφετηρία για μια γενικευμένη εργατική αντίσταση.

Την κατ’ αρχήν συμφωνία κυβέρνησης Χριστόφια και Τρόικας ακολούθησαν μια σειρά εφαρμοστικά νομοσχέδια, που εγκρίθηκαν ομόφωνα από τη Βουλή ως κατεπείγοντα – με εξαίρεση το νομοσχέδιο για φορολόγηση της ιδιοκτησίας, η ψήφιση του οποίου αναβλήθηκε – και τα οποία κωδικοποίησαν τους όρους της λιτότητας και το πλαίσιο της υποτίμησης για τα επόμενα τρία χρόνια (Charalambous, 2014). Γενικές κλιμακωτές και οριζόντιες μειώσεις μισθών και απολύσεις έκτακτων μισθωτών στο δημόσιο, μειώσεις δαπανών και δημοσίων βοηθημάτων, αύξηση καταναλωτικών φόρων και τέλη υπηρεσιών αποτελούν τους κεντρικούς πυλώνες του δημοσιονομικού σκέλους του μνημονίου. Εκείνο όμως που ολοκλήρωσε τη μετάβαση της κυπριακής κοινωνίας στη νέα εποχή, και που επιτάχυνε τη μεταμόρφωση του εργατικού πεδίου στην Κύπρο ήταν η συμφωνία κυβέρνησης Αναστασιάδη και τρόικας τον Μάρτη του 2013 για τον τραπεζικό τομέα. Ουσιαστικά πραγματοποιήθηκε η απότομη συρρίκνωση ενός βασικού οικονομικού τομέα όπως αυτός διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες και ως συνέπεια ακολούθησε βαθιά ύφεση και σμίκρυνση της οικονομίας το 2013-2014. Παράλληλα δρομολογήθηκαν και στην Κυπριακή Δημοκρατία οριστικά και οι ιδιωτικοποιήσεις των οργανισμών δημόσιας ωφέλειας, μια εξέλιξη παράλληλη με αυτή που προηγήθηκε στην τουρκοκυπριακή κοινότητα.


7. Επίλογος


Η οικονομική κρίση, όπως εκδηλώθηκε και εξελίχθηκε στην Κύπρο, επιτάχυνε διαδικασίες που ήταν ήδη σε ανάπτυξη από το τέλος της δεκαετίας του 1990, ολοκλήρωσε πολιτικές μετατοπίσεις που είχαν ήδη διαφανεί τα τελευταία χρόνια και άλλαξε οριστικά το πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων, όπως αυτό εδραιώθηκε τις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Ουσιαστικά από το δεύτερο μισό του 2011 μέχρι το πρώτο μισό του 2013 αναμορφώθηκε συντριπτικά το εργατικό πεδίο στην Κύπρο, και με τη συνομολόγηση του κυπριακού μνημονίου τέθηκαν οι βάσεις για μια ραγδαία υποτίμηση της εργασίας και του βιοτικού επιπέδου της κοινωνίας γενικότερα, την καταστρατήγηση των συλλογικών συμβάσεων και τη ντε φάκτο κατάργηση του τριμερούς συστήματος εργασιακών σχέσεων (ΙΝΕΚ-ΠΕΟ, 2013). Οι συνθήκες μαζικής ανεργίας και βαθιάς ύφεσης έθεσαν υπό αμφισβήτηση κατακτήσεις πολλών δεκαετιών, και παρά το ότι τα χειρότερα σενάρια αποφεύχθηκαν τελικά, ο κίνδυνος δεν έχει εκλείψει ούτε μετά το τέλος του μνημονίου το 2016 και την επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Η αμφισβήτηση του τριμερούς συστήματος που άρχισε από τους εργοδότες στα τέλη της δεκαετίας του 1990, αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000 και κορυφώνεται τη σημερινή δεκαετία, αποτελεί από την μια αντανάκλαση της αλλαγής στους πραγματικούς συσχετισμούς δύναμης, αλλά συνάμα και μια στρατηγική επιλογή μέσα στις νέες παγκόσμιες και τοπικές συνθήκες. Οι ευέλικτες εργασιακές σχέσεις, τα εξατομικευμένα συμβόλαια και οι συμβάσεις έργου εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πεδίο αναδιαμόρφωσης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και βασίζονται στην, και ταυτόχρονα προωθούν την, περιθωριοποίηση και την εξουδετέρωση του καθαυτού συνδικαλισμού ως εργατική συλλογικότητα. Στην Κύπρο η διαδικασία αυτή διασταυρώθηκε, συνδέθηκε και ενισχύθηκε από δυο άλλες διαδικασίες που βρίσκονταν σε εξέλιξη παράλληλα – την μεταναστευτική ροή στη χώρα και την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εδώ βέβαια, θα πρέπει να αναφερθεί ότι τόσο τα συνδικάτα όσο και η Αριστερά σε θεσμικό επίπεδο, όσο και τα μικρομεσαία στρώματα, ακόμα και μερίδες εργαζομένων με ισχυρή θέση στην αγορά εργασίας σε επίπεδο καθημερινότητας στήριξαν άμεσα ή έμμεσα τις πολιτικές που αύξαναν το κέρδος των εργοδοτών και τις λογικές της ανταγωνιστικότητας. Ιδιαίτερα σε σχέση με τη μετανάστευση ακόμα και την άτυπη εργασία υπήρξε ουσιαστικά ανοχή στη δημιουργία ενός εργασιακού μεσαίωνα όσο αυτός περιοριζόταν στους άλλους. Αυτή τη δεκαετία όμως αυτός ο εργασιακός μεσαίωνας απειλεί πλέον σχεδόν όλους – η διαιρεμένη αγορά εργασίας ενοποιείται προς τα κάτω καθώς το καθεστώς των εργαζομένων με τους υποδεέστερους όρους εργασίας μετατρέπεται σε κανόνα (Ioannou, 2014).

Ο δρόμος προς τα χειρότερα που άνοιξε το τέλος του 2011 έγινε το 2013 λεωφόρος – αυτά που ήταν πρωτοφανή τότε έγιναν μετά κοινός τόπος. Ο κόσμος της εργασίας είχε στην ουσία απολέσει βασικά στηρίγματα που έφεραν τρεις σημαντικές, συνολικότερες και διακριτές οπισθοδρομήσεις:

α) τη χειροτέρευση των όρων απασχόλησης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, που κατάργησε το συγκριτικό μέτρο και χαμήλωσε τον πήχη για τους όρους απασχόλησης και στον ιδιωτικό τομέα,

β) την περιθωριοποίηση του συνδικαλισμού και την απαξίωση του κοινωνικού διαλόγου ως παρωχημένα κατάλοιπα και πολυτέλειες μιας άλλης εποχής, που ανέβασε την ένταση και το κόστος μιας πιθανής αντίδρασης από πλευράς των συνδικαλιστικών οργανώσεων που δεν θα είχε άλλη επιλογή παρά να είναι δυναμική,

γ) τη δεξιά – διαχειριστική στροφή του ΑΚΕΛ ενόσω ήταν στην κυβέρνηση, 15 αδρανοποιώντας τη βάση του και την Αριστερά ευρύτερα, εξουδετερώνοντας ένα βασικό ανάχωμα στις νεοφιλελεύθερες λογικές τόσο σε επίπεδο πολιτικού συστήματος όσο και σε επίπεδο κοινωνίας.

Δεν είναι εύκολο να γίνουν συγκεκριμένες προβλέψεις μέσα στο ρευστό τοπίο που έχει διαμορφωθεί. Τα δεδομένα για τον κόσμο της εργασίας είναι πραγματικά πολύ αρνητικά.16 Η οικονομική κρίση πέρα από την υπονόμευση των εργασιακών σχέσεων έχει ενισχύσει και μια σειρά άλλα φαινόμενα όπως την απαξίωση του πολιτικού συστήματος και της πολιτικής γενικότερα, την ξενοφοβία και το ρατσισμό, στενές και εγωιστικές αντιλήψεις του συμφέροντος και γενικευμένο φόβο και αισθήματα ανασφάλειας. Σε μια εποχή που καταστρέφονται όχι μόνο θεσμικά πλαίσια αλλά ακόμα και τμήματα του κεφαλαίου, σε μια εποχή που τμήματα της κοινωνίας έχουν να διεξάγουν πλέον αγώνα επιβίωσης, οι προοπτικές δεν είναι ευνοϊκές για το εργατικό κίνημα. Καθώς οι επισφαλώς εργαζόμενοι και οι άνεργοι από την μια θα αυξάνονται και θα καθίστανται ουσιαστικά πλειοψηφικό τμήμα της εργατικής τάξης και καθώς η «εργατική αριστοκρατία» από την άλλη θα συρρικνώνεται και θα χαμηλώνει το βιοτικό της επίπεδο, μπορεί να ανοίγει και ο χώρος και να αυξάνεται και η πίεση για πιο συνολικές και καθολικές στρατηγικές και διεκδικήσεις.

Είναι βέβαια αμφίβολο αν τα συνδικάτα ή η Αριστερά με τη σημερινή τους μορφή μπορούν να αρθρώσουν ένα νέο ταξικό λόγο και να αναλάβουν ένα ρόλο ανάλογο με αυτό που τους συγκρότησε τη δεκαετία του 1940 για να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες, η δραματικότητα των οποίων είναι ανάλογη με αυτήν της αποικιακής περιόδου. Η ανάπτυξη πάντως μιας νέας και εκ των πραγμάτων πολυσύνθετης και πλουραλιστικής αντίληψης της εργατικής συλλογικότητας καθίσταται επιτακτική ανάγκη για να δοθεί εκ νέου ώθηση και οργανωτική ισχύς στον ταξικό ανταγωνισμό. Αναγκαία για να υπερβεί το εργατικό κίνημα τους πολλαπλούς κατακερματισμούς, κοινωνικούς, πολιτικούς και πολιτιστικούς, αναγκαία για να αλλάξουν οι ταξικοί συσχετισμοί και να ανοίξουν κάποιες προοπτικές για αποφυγή της βαρβαρότητας.



Βιβλιογραφικές αναφορές


Αντωνίου, Λ. (2010), Διακρίσεις, μετανάστευση και εργασία, ΙΝΕΚ-ΠΕΟ.

Charalambous, G and Christophorou, C. (2013), A society within society: linkage in the case of the Cypriot communist party, South European Society and Politics, 18:1.

Charalambous, G. and Ioannou, G. (2017), Party-society linkages and contentious acts: Cyprus in a comparative South European perspective, Mobilisation: an International Quarterly Vol. 22:1 pp. 97-119

Charalambous, G and Ioannou, G. (2015), No bridge over troubled waters: the Cypriot Left heading the government 2008-2013, Capital and Class Vol. 39:2.

Charalambous, G. (2014), Political culture and behaviour in the Republic of Cyprus during the crisis, PRIO Report.

Christodoulou, D. (1992), Inside the Cyprus miracle: the labours of an embattled mini-economy, University of Minessota.

Γεωργιάδης, Δ. (2011), Καρλ Μαρξ 2: Ιδιωτικοί υπάλληλοι όλων των εθνών ενωθείτε! Πολίτης, 23/8/2011.

EU, Commission. (2007), Towards common principles of flexicurity: more and better jobs through flexibility and security, Office for Official Publications of the European Communities.

Harvey, D. (1989), The condition of post modernity, Blackwell.

ΙΝΕΚ-ΠΕΟ. (2013), Έκθεση για την οικονομία και την απασχόληση, http://www.inek.org.cy/index.php

ΙΝΕΚ-ΠΕΟ. (2015), Έκθεση για την οικονομία και την απασχόληση, http://www.inek.org.cy/index.php

Ioannou, C. (2007), The eager Europeanisation of Cypriot social policy, PhD thesis, University of Manchester.

Ioannou, G. (2014), Employment in crisis: Cyprus 2010-2013, The Cyprus Review, Vol. 26:1, pp. 107-126.

Ioannou, G. (2015a), Labor force fragmentation in contemporary Cyprus, The Journal of Labor and Society, Vol. 18:4, December, pp. 595-612.

Ioannou, G. (2015b), The connection between trade unions and political parties in Cyprus, forthcoming in G. Charalambous and C. Christophorou (eds.) Party-society relations in the Republic of Cyprus, Routledge, pp. 110-128.

Ioannou, G. and Sonan S. (2014), Trade Unions in Cyprus: history and environment of division, common challenges ahead, Country Trade Union Reports, Friedrich Ebert Stiftung.

IOM. (2010), Report on Cyprus, Independent network of labour migration and integration experts, LMIE-INET.

Ιωάννου, Μ. (2002), Οι εργατικοί αγώνες της ΣΕΚ, Λευκωσία.

Κουζής, Γ. (2001), Εργασιακές σχέσεις και Ευρωπαϊκή ενοποίηση, ΙΝΕ.

ΚΥΠΕ (1/2/2013), ΟΕΒ και ΚΕΒΕ απέρριψαν την πρόταση της ΥΠΕΡΓ για επέκταση των συλλογικών συμβάσεων.

http://paratiritirioergasias.blogspot.com/2013/02/blog-post_1.html

Κώδικας Βιομηχανικών Σχέσεων, Κυπριακή Δημοκρατία, 1977.

Messios, O. and Soumeli, E. (2011) [2010], Government's final proposal on modernising industrial relations, EIRO.

ΠΕΟ (2008), Έκθεση Δράσης, 25ο συνέδριο.

ΠΕΟ (2011), Τι περιλαμβάνει το 3ο πακέτο. Σημείωμα, Δεκέμβριος 2011.

ΠΕΟ (2012), Δήλωση 18 Μαϊου 2012.

Piore, M and Sabel, C. (1984), The second industrial divide, Basic books.

Παναγιώτου, Α. (2005), Συνοριακές εμπειρίες - Ερμηνεύοντας τον πατριωτισμό της κυπριακής αριστεράς, Αθήνα, Νήσος.

Παναγιώτου, Α. (2013), Οι τράπεζες, τα ΜΜΕ και οι προσπάθειες συγκάλυψης, μετατόπισης και λογοκρισίας των σκανδάλων, http://koinonioloyika.blogspot.gr/2013/01/blog-post_23.html.

Panayiotopoulos, P. (1995), Cyprus: the developmental state in crisis, Capital and class, Vol. 57:2, pp. 13-53.

Panayiotopoulos, P. (2005), The globalisation of care: Filipina domestic workers and care for the elderly in Cyprus, Capital and Class Vol. 86:2, pp. 99-134.

Parrenas R.S. (ed). (2001), Servants of globalisation: women migration and domestic work, New York, Stanford University Press.

Sigmalive (3/11/2014), Χάσμα αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών στην Κύπρο

http://www.sigmalive.com/news/local/176758/xasma-amoivon-metaksy-andron-kai-gynaikon-stin-kypro #

Σπαρσής, Μ. (1999), Σύντομη ιστορία του κυπριακού εργατικού κινήματος και της ένωσης των Κυπρίων εργοδοτών, Λευκωσία.

Slocum, J. (1972), The Development of Labour Relations in Cyprus, Nicosia, Government Printing Office.

Sparsis, M. (1998), Tripartism and industrial relations, Nicosia.

Στατιστική Υπηρεσία (2004), Εργατικές Στατιστικές, Κυπριακή Δημοκρατία.

Στατιστική Υπηρεσία (2012), Εργατικές Στατιστικές, Κυπριακή Δημοκρατία.

Stavrou, P. (2013), Collective agreement breaches in the hotel sector, EWCO.

Stockwatch. (27/9/2012), ΣΕΚ-ΠΕΟ διαφωνούν με τον Χατζηπέτρου. http://www.stockwatch.com.cy/nqcontent.cfm?a_name=news_view&ann_id=159101

Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων (2007), Ανάλυση του χάσματος αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών στην Κύπρο και πρακτικές εισηγήσεις για την μείωση του, Κυπριακή Δημοκρατία.

Υπουργείο Εργασίας (1989), Ετήσια Έκθεση, Κυπριακή Δημοκρατία.

Wilthagen, T. (1998), Flexicurity: A new paradigm for labour market policy reform?’, Social integration by transnational labour markets project, Berlin, Wissenschafszentrum Berlin für Sozialforschung (WZB).

Wilthagen, T and Tross, F. (2004), The concept of ‘flexicurity’: a new approach to regulating employment and labour markets, Transfer, European Review of Labour and Research, Vol. 10:2.


1 Το κείμενο αυτό αντλεί στοιχεία από εργασίες που δημοσιεύτηκαν το 2010 – 2011 και από τη διδακτορική μου διατριβή που ολοκληρώθηκε τότε. Πιο σημαντικά όμως καταγράφει επίσης τις σημαντικές εξελίξεις στα εργασιακά που συνέβηκαν την περίοδο 2011 – 2014 εν μέσω διαχείρισης της οικονομικής κρίσης, εντάσσοντάς τις σε ένα ευρύτερο πλαίσιο και επιχειρώντας μια πρώτη ανάλυση των προεκτάσεών τους με ιστορικούς όρους.

2 Η Παγκύπρια Συντεχνιακή Επιτροπή (ΠΣΕ) που ιδρύθηκε το 1941 ήταν ουσιαστικά συνδεδεμένη με νεο-ιδρυθέν τότε μετωπικό σχήμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου, το Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζομένου Λαού (ΑΚΕΛ). Όταν η ΠΣΕ τάχτηκε ανοιχτά στις δημοτικές εκλογές του 1943 με το ΑΚΕΛ, μια ομάδα συνδικαλιστών αποχώρησε ιδρύοντας τις Νέες Συντεχνίες που υιοθέτησαν μια αντι-κομμουνιστική στάση. Η ΠΣΕ (οι παλαιές συντεχνίες) μετονομάστηκε αργότερα σε Παγκύπρια Εργατική Ομοσπονδία (ΠΕΟ) ενώ οι Νέες Συντεχνίες συγκροτήθηκαν ως Συνομοσπονδία Εργατών Κύπρου (ΣΕΚ). Η ΠΕΟ παραμένει έκτοτε συνδεδεμένη με το μεγάλο κόμμα της Αριστεράς το ΑΚΕΛ ενώ η ΣΕΚ υπήρξε ανέκαθεν προσκείμενη στα κεντροδεξιά κόμματα, που μετά το 1974 πήραν τη μορφή του Δημοκρατικού Συναγερμού (ΔΗΣΥ) και του Δημοκρατικού Κόμματος (ΔΗΚΟ). Η τρίτη σε ηλικία και μέγεθος συνδικαλιστική οργάνωση είναι η ΠΑγκύπρια ΣΥντεχία Δημοσίων Υπαλλήλων (ΠΑΣΥΔΥ) που εκπροσωπεί όλους τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα, στους οποίους όμως πλειοψηφεί, διαχρονικά, συντριπτικά η κεντροδεξιά. (Για περισσότερες λεπτομέρειες δες Ioannou, 2015b).

3 Ετήσια Έκθεση 1989, Υπουργείο Εργασίας.

4 Για τις γυναίκες της μεσαίας τάξης και τις επαγγελματίες της εργατικής αριστοκρατίας υπήρξε μια θετική αλλαγή σε αυτό το θέμα, που επιτεύχθηκε σε βάρος των ξένων οικιακών βοηθών μέσα από την εισαγωγή οικιακής εργατικής δύναμης, κυρίως γυναικών από την Νοτιοανατολική Ασία – τις υπηρέτριες της παγκοσμιοποίησης (Parrenas, 2001). Αυτές οι γυναίκες εργάτριες δέχονται συχνά υπερεκμετάλλευση όχι μόνο ταξική αλλά και στη βάση του φύλου και της φυλής τους (Panayiotopoulos, 2005).

5 Το 2009 οι εγγεγραμμένοι κοινοτικοί ήταν 83.387 και οι από τρίτες χώρες 57.460, όμως υπάρχει και ένας σημαντικός αριθμός αδήλωτων εργαζομένων, πολλοί από τους οποίους είναι μετανάστες, τόσο κοινοτικοί όσο και από τρίτες χώρες, ο αριθμός των οποίων υπολογίζεται γύρω στις 30.000. Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003 αύξησε σημαντικά και τον αριθμό των Τ/κ εργαζομένων στον Νότο, αν και τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε μείωση λόγω της κρίσης και της αύξησης της ανεργίας. Το 2009 υπήρχαν 2.323 εγγεγραμμένοι Τ/κ στις περιοχές υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας (IOM, 2010).

6 Ο ρόλος των συνδικάτων στις μεγάλες κινητοποιήσεις της τ/κ κοινότητας του 2003 και του 2011 υπήρξε κεντρικός και νευραλγικός και πιο σημαντικά επεκτάθηκε πέρα από την οικονομική διάσταση στην πολιτική – σε μια σύγκρουση με τις τ/κ εθνικιστικές δυνάμεις και με απαίτηση την ομοσπονδιακή επανένωση τη χώρας το 2003, και σε μια σύγκρουση με την ίδια την τουρκική κυβέρνηση το 2011 απαιτώντας την αυτονόμηση της τ/κ κοινότητας.

7 Η τιμή του εργασιακού χρόνου εξισώνεται μέσα από τους σταθερούς μισθούς στην ξενοδοχειακή βιομηχανία και μέσα από την υπεργολαβία στις οικοδομές και αναιρείται η λογική της υπερωριακής μισθοδοσίας. Σε ξενοδοχεία όπου συνυπάρχουν εργαζόμενοι με συλλογικές συμβάσεις που πληρώνονται περισσότερο για εργασία τις Κυριακές και τις αργίες και εργαζόμενοι με προσωπικά συμβόλαια για τους οποίους όλες οι μέρες πληρώνονται το ίδιο, το πρόγραμμα εργασίας μπορεί να αποτελέσει αφορμή συγκρούσεων μεταξύ των εργαζομένων καθώς δεν γίνεται κανονική εναλλαγή των βαρδιών. Η τάση βέβαια είναι η αποζημίωση της εργασίας τις Κυριακές και τις αργίες με time off παρά με υπερωριακή αμοιβή κάτι που επεκτάθηκε και στο λιανικό εμπόριο, μετά τα διατάγματα της επέκτασης του ωραρίου το 2013.

8 Βέβαια σε σχέση με τους Τουρκοκύπριους που εργάζονται στο Νότο η κατάσταση δεν είναι η ίδια με τους μετανάστες. Το καθεστώς τους ως πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας και η κάποια, έστω εν πολλοίς συμβολική, συνεργασία ε/κ και τ/κ συνδικάτων επέτρεψε την ένταξη αρκετών στην ΠΕΟ αλλά ακόμα και μερικών στην ΣΕΚ.

9 Η αρχική κοινή πρόταση ΠΕΟ-ΣΕΚ αναφερόταν σε ποσοστό 30% των εργαζομένων να επαρκεί για υποχρεωτική αναγνώριση της συντεχνίας από τον εργοδότη, ενώ στο τελικό κυβερνητικό νομοσχέδιο το ποσοστό αυτό ανέβηκε στο 40% (ΠΕΟ, 2008 και Messios and Soumeli, EIRO, 2011 [2010]). Η ανακοίνωση της ΠΕΟ, ένα ενημερωτικό σημείωμα για το ιστορικό και οι βασικές πρόνοιες του νόμου υπάρχουν εδώ http://paratiritirioergasias.blogspot.com/2012/05/blog-post_20.html

10 ΚΥΠΕ, 2013.

11 Και εδώ η αναφορά είναι πολύ σύντομη και συνοπτική. Για περισσότερη ανάπτυξη βλέπε Ioannou and Sonan 2014.

12 Τέτοιες αναφορές στον Μαρξ ήταν συχνές στη στήλη του Δημήτρη Γεωργιάδη στον Πολίτη. Ενδεικτικά παραπέμπω στο κείμενο «Καρλ Μαρξ 2: Ιδιωτικοί υπάλληλοι όλων των εθνών ενωθείτε!» (Πολίτης, 23/8/2011).

13 Τα μέτρα Καζαμία περιλάμβαναν ένα γενικό πάγωμα μισθών και ΑΤΑ στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, 10% μείωση μισθών σε όλους τους νεοεισερχόμενους (και φυσικά στους έκτακτους με προσωρινά συμβόλαια που ανανεώνονται), μια σειρά μικρών αυξήσεων στις συνεισφορές των δημοσίων υπαλλήλων σε διάφορα ταμεία του κράτους και των κοινωνικών ασφαλίσεων, μια γενική προσωρινή και κλιμακωτή συνεισφορά όλων των μισθών δημοσίου και ιδιωτικού, αύξηση 2% στο ΦΠΑ, αύξηση 3% στον φόρο εισοδήματος από μερίσματα και ετήσιου τέλους των εταιρειών (ΠΕΟ, 2011). Αυτά συνοδεύτηκαν με την επανεξέταση δημοσίων βοηθημάτων και την εισαγωγή εισοδηματικών κριτηρίων, την επιχορήγηση επιχειρήσεων για εργοδότηση ανέργων, φορολογικά κίνητρα στις επιχειρήσεις για επενδύσεις σε υποδομές, τη μείωση των δημοσίων δαπανών, κρατικές εγγυήσεις σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις για εξασφάλιση δανείων και απλοποίηση αδειοδοτήσεων και διαδικασιών στην προσπάθεια αντιμετώπισης της «γραφειοκρατίας».

14 Stockwatch, 2012.

15 Από την ίδρυση του το ΑΚΕΛ, παρά τις αναφορές του στην κομμουνιστική ιδεολογία, τη σχέση του με τη Σοβιετική Ένωση και τη χρήση ριζοσπαστικής ρητορικής, ουσιαστικά σε πολιτικό επίπεδο λειτουργούσε ως μια ιδιότυπη σοσιαλδημοκρατική δύναμη που παρά το ότι ήταν εν πολλοίς αποκλεισμένη από το πολιτικό σύστημα κήρυττε τον πατριωτισμό, τη συναίνεση και τη μετριοπάθεια. Τη δεκαετία του 1990 και ακόμα περισσότερο τη δεκαετία του 2000 το ΑΚΕΛ μπήκε σε μια πορεία πιο βαθιάς ενσωμάτωσης στο αστικό κράτος και αποδεικνύοντας την υπευθυνότητα και το διαχειριστικό προσανατολισμό του ανάλαβε και την εκτελεστική εξουσία. Για μια συζήτηση των οργανωτικών δομών του ΑΚΕΛ και τη σχέση του με την κοινωνία βλέπε Charalabous and Christophorou (2013) ενώ για μια συζήτηση του ΑΚΕΛ ως κυβέρνησης βλέπε Charalambous and Ioannou (2015). Μια βασική διάσταση είναι όχι απλώς η διασύνδεση της ΠΕΟ με το ΑΚΕΛ αλλά η επικυριαρχία της ηγεσίας του ΑΚΕΛ πάνω στην ΠΕΟ – τόσο οι ηγέτες όσο και τα στελέχη της ΠΕΟ είναι πρώτα κομματικοί και μετά συνδικαλιστές – πολλές φορές η κομματική καταγωγή και πειθαρχία είναι προϋπόθεση για την ανάληψη συνδικαλιστικών πόστων. Αυτό, σε συνάρτηση και με την ταύτιση κόμματος - κυβέρνησης την περίοδο Χριστόφια και ειδικά στο τέλος της μπορεί να εξηγήσει και το γιατί τα χέρια της ΠΕΟ ήταν δεμένα την κρίσιμη αυτή περίοδο. Κάτι ανάλογο ισχύει και για την ΣΕΚ σε σχέση με τα δεξιά κόμματα και ειδικά τον ΔΗΣΥ (Ioannou, 2015b). Γενικότερα για την απουσία σημαντικών κινητοποιήσεων στην Κύπρο τα χρόνια της λιτότητας συγκριτικά με άλλες νοτιο-ευρωπαϊκές χώρες βλέπε Charalambous and Ioannou (2017).

16 Την τριετία 2012-2014 ο αριθμός των εργαζομένων μειώθηκε κατά 11% καθώς υπήρξε σμίκρυνση της οικονομίας σε όρους πραγματικού ΑΕΠ κατά 9.8% (ΙΝΕΚ-ΠΕΟ, 2015). Η ανεργία που είχε σκαρφαλώσει στο 16% μειώθηκε τα επόμενα χρόνια και βρίσκεται σήμερα γύρω στο 11% αλλά αυτό έχει να κάνει περισσότερο με την μετανάστευση εργαζομένων παρά με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας οι οποίες είναι περιορισμένες και συνήθως με υποδεέστερους όρους. Οι μισθοί το 2015 έχασαν περίπου το 13% της αγοραστικής δύναμης που είχαν το 2011 και η Κύπρος κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις των προηγμένων χωρών στην Ευρώπη μαζί με την Ελλάδα και την Πορτογαλία, με τις μέσες μικτές ετήσιες απολαβές να βρίσκονται στο 55% τουμέσου όρου της Ευρωζώνης (ΙΝΕΚ-ΠΕΟ, 2015).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή