Editorial Εκτύπωση
Τεύχος 144, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2018


ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ Η ΤΙΜΗ

ΔΙΕΘΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΠΑΡΑΦΙΛΟΛΟΓΙΑ


«Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση είχε ως κίνητρο
την άμεση σύναψη των συμφωνιών
και όχι την αποφασιστικότητα στη διαφύλαξη
των γερμανικών συμφερόντων,
τη σύναψη μιας πραγματικής ειρήνης»

Rainer Barzel , 24.4.19721


1. …με άλλα μέσα


Η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, έστω από «κόμμα διαμαρτυρίας» με «αριστερό» πρόσημο σε συνολικό σταθεροποιητικό παράγοντα της αστικής κυριαρχίας στην Ελλάδα και την Ευρώπη, έλαβε το τελευταίο διάστημα αποφασιστική ώθηση σε όλα τα μέτωπα. Από το «τέλος της λιτότητας» και την «αυλαία των μνημονίων» έως τις «τολμηρές πρωτοβουλίες στο προσφυγικό» και τη «λύση του μακεδονικού», η κυβερνητική διαχείριση με «αριστερή» σφραγίδα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των ευρωπαϊκών πολιτικών λειτουργώντας ως πειραματική εμπροσθοφυλακή που ανιχνεύει το έδαφος και δοκιμάζει «πρωτοπόρες» πολιτικές, επιδεκτικές για ευρωπαϊκή γενίκευση. Και θριαμβεύει στην επινόηση ενός «επαναστατικού» πολιτικού μάρκετινγκ που λανσάρει πολιτικά «αδιάθετα» με την «αθώα απλότητα» που διακρίνει πρωτοποριακές εφευρέσεις.

Όλη η Ευρώπη αγωνίζεται να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση ή ανοχή των κυριαρχούμενων στις πολιτικές λιτότητας, οι οποίες οδηγούν στην «έξοδο από την κρίση» με τις γνωστές επιτυχίες: γιγάντωση της Ακροδεξιάς, κυβερνητικές συμμαχίες με έντονη προβολή του «εθνικού απομονωτισμού» και των φασιστοειδών «απλών» (ευτυχώς όχι ακόμη «τελικών») λύσεων στα υποτιθέμενα κομβικά πολιτικά ζητήματα, όπως είναι το προσφυγικό, ή τα ποσοστά του πληθυσμού κάτω από το όριο επιβίωσης που φθάνουν ή ξεπερνούν το 30%. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έλυσε τον γόρδιο δεσμό με την επίσημη «λήξη» της λιτότητας, λόγω «τέλους» των μνημονίων, και την αισιόδοξη εκδοχή για τη σχέση με την «εποπτεία των αγορών», που δεν είναι τίποτε άλλο από τη διαρκή επιβολή ενός ασφυκτικού ελέγχου προσήλωσης στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Γεγονός που εμμέσως αναγνωρίζεται στην επίσημη διατύπωση από τον Α. Τσίπρα και τις κυβερνητικές ανακοινώσεις ότι «το τέλος της λιτότητας δεν σηματοδοτεί εγκατάλειψη της δημοσιονομικής πειθαρχίας».

Όλος ο κόσμος θαυμάζει την «τόλμη» του Έλληνα ηγέτη, όχι μόνο να αγγίξει ένα μοναδικά περίπλοκο «άλυτο» ζήτημα του τελευταίου αιώνα, το οποίο όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις συγκάλυπταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αλλά και να το λύσει με εκείνον τον αριστοτεχνικό τρόπο που περίπου παράγει το πολιτικό perpetuummobile. Κατόρθωσε να περάσει την αποδοχή της «χώρας χωρίς όνομα» σε συμμαχία με τον ακροδεξιό κυβερνητικό εταίρο που έχει μετατρέψει σε στοιχείο πολιτικής ταυτότητας την απόλυτη «άρνηση» της όποιας λύσης, υιοθετώντας μια «λύση» που μεταθέτει όλα τα επίμαχα και κρίσιμα διακυβεύματα στη Μακεδονία και στο άμεσο μέλλον, κερδίζοντας πολύτιμο πολιτικό χρόνο. Κυρίως όμως ενστερνιζόμενος όλη την αστική εθνική μυθολογία με μια μικρή υποσημείωση «πολιτικού ρεαλισμού», που προβάλλει την ανάγκη «υποχωρήσεων» σε έναν έντιμο συμβιβασμό. Και φυσικά αξιοποιώντας το γεγονός ότι έχει απέναντί του έναν αλαλάζοντα εθνικισμό ολοφυρόμενων νεοφιλελεύθερων ακροδεξιών «εκσυγχρονιστών», οι οποίοι βεβαίως με την πρόταση δυσπιστίας του έκαναν το απόλυτο δώρο, που τον βοήθησε να πυκνώσει τις γραμμές και να δώσει τον «υπέρ πάντων» αγώνα.

Η μικρή χώρα που έγινε testbed για τις πολιτικές «εσωτερικής υποτίμησης», για τη μετάβαση από την αριστερή αμφισβήτηση της λιτότητας στην απόλυτη στοίχιση με τις πλέον επιθετικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές, για τη μαγική μετατροπή ενός δυσβάστακτου κρατικού δανεισμού σε ταχυδακτυλουργικά «βιώσιμο χρέος», έκανε ένα ακόμη βήμα πολιτικής πρωτοπορίας. Εφηύρε τον ήπιο «ρεαλιστικό» εθνικισμό ως μέσο γεωπολιτικής σταθεροποίησης.

Και έτσι επιβεβαίωσε παραδειγματικά ότι (ταξική) πολιτική είναι η συνέχιση του (ταξικού) πολέμου με άλλα μέσα.


2. Πολιτική «αμνησία»


Δυο είναι τα εντελώς εξόφθαλμα χαρακτηριστικά της πρόσφατης συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πέρα από τα όποια μέτρα αποφασίστηκαν για την άμβλυνση των άμεσων πιεστικών επιπτώσεων του χρέους, δηλαδή την περίοδο χάριτος και την επιμήκυνση της ωρίμανσης. Το πρώτο αφορά στη συμφωνία για εξωπραγματικά πρωτογενή πλεονάσματα στην πενταετία, και στη συνέχεια συγκριτικά «ήπια» έως την πολιτική «δεύτερη παρουσία», το 2060. Το δεύτερο συνιστά μια απουσία εξαιρετικά συμβολική, το κενό έστω και παραμικρής υπόνοιας για διαγραφή χρέους, έστω και αν αυτή θα αφορούσε πληρωμές κουπονιών σε ορίζοντα δεκαετιών. Και τα δυο συνοδεύονται από ένα δίπολο δευτερογενούς παρουσίας-απουσίας: ασφυκτική εποπτεία μέσω τριμηνιαίων εκθέσεων παρακολούθησης της «πορείας των μεταρρυθμίσεων» με τη συνδρομή και του ΔΝΤ που έχει και τη σχετική «τεχνογνωσία», ένα ήπιο ορεκτικό που το ακολουθεί το κυρίως γεύμα της – αόρατης στο κείμενο – πανταχού παρούσας «αξιολόγησης των αγορών» από την οποία ουσιαστικά εξαρτάται η «βιωσιμότητα» του όλου εγχειρήματος, ένας ουσιαστικός κέρβερος που τιμολογεί τον «ηθικό κίνδυνο» από ενδεχόμενη εγκατάλειψη αυτού που ο ΣΥΡΙΖΑ αποκαλεί πλέον με το πολιτικά ορθό όνομά του, της «δημοσιονομικής πειθαρχίας».

Ή για να το πούμε ελαφρώς διαφορετικά: η μαγειρική της συμφωνίας παράγει ένα ετήσιο μενού για πολλά χρόνια, όπου η όποια  απόκλιση από τον στόχο των δημοσιονομικών πλεονασμάτων (π.χ., από 3, 5% σε 3, 1% επί του ΑΕΠ, από 2, 2% σε 1, 9% κ.ο.κ.), ή εναλλακτικά η όποια πολιτική θέτει υπό αίρεση τη «διάθεση» του κεφαλαίου για επενδύσεις, αλλά και η κάθε διεθνής αναταραχή που η διαχείρισή της δεν εσωτερικεύεται με τις «κατάλληλες» πολιτικές ενίσχυσης της «εμπιστοσύνης των επενδυτών», εν ολίγοις κάθε βήμα έξω από το τεντωμένο σχοινί που έχουν χαράξει οι συμφωνίες, θα οδηγεί άμεσα τις πολιτικές «ελίτ» στο ίδιο «υπαρξιακό» δίλημμα που τέθηκε το 2010: «εξωτερικό» μνημόνιο με προσφυγή στη «στήριξη» των εταίρων, ή «εσωτερικό» μνημόνιο με προληπτικές «μεταρρυθμίσεις»; Το δίλημμα «εσωτερικό» ή «εξωτερικό» μνημόνιο θα αποτελεί εργαλείο πειθάρχησης ακόμη και «ντροπαλών» παρεκκλίσεων από τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική: πολιτικό και ιδεολογικό εργαλείο πειθάρχησης του κόσμου της εργασίας, για την παγίωση των ανατροπών εις βάρος του, που έφερε η εποχή των «εξωτερικών» μνημονίων.

Για να συμπληρωθεί η ταχυδακτυλουργία με την τιτλοδότηση των μέτρων που θα αρχίσουν να ισχύουν από το 2019 και για μια τετραετία ακόμη, τα οποία φυσικά και δεν συνιστούν «νέο μνημόνιο», μιας και πολύ απλά αποτελούν μέρος του παλιού, αυτού του «συμβιβασμού» στον οποίο προσχώρησε ο «μη συμβιβασμένος» ΣΥΡΙΖΑ, κάτω από την άμεση απειλή «εξόδου από το ευρώ» την οποία ο ίδιος προκάλεσε. Από τον Αύγουστο και την «έξοδο από τα Μνημόνια» που πανηγυρικά εορτάζει προκαταβολικά ο σημειολογικά φορτισμένος πρωθυπουργός στην ομιλία του στο Ζάπειο στις 23 Ιουνίου, «λείπουν» ορισμένες λεπτομέρειες: η περικοπή των συντάξεων από το 2019, η μείωση του αφορολόγητου, οι «ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί» και τα επιδοματικά μερίσματα των υπερ-πλεονασμάτων της ανάπτυξης, όλα μέτρα-αντίμετρα που θα επιβαρύνουν τα πενιχρά ήδη εισοδήματα των κοινωνικά ασθενών, όσων έχουν ακόμη την «πολυτέλεια» να διαθέτουν «εγγυημένο» εισόδημα οποιουδήποτε ύψους.

Γιατί όπως μας πληροφόρησε ο φέρελπις αναπληρωτής υπουργός οικονομικών Γ. Χουλιαράκης στο συνέδριο του Economist, υπό το άγρυπνο «καλβινιστικό» βλέμμα του ESM Κ. Ρέγκλινγκ, «υπάρχει κίνδυνος να επιστρέψουμε στις παλιές συνήθειες, καθώς το ρίσκο ενός νέου δημοσιονομικού παραστρατήματος δεν είναι μικρό», και για το λόγο αυτό «πρέπει να συνεχίσουμε τις μεταρρυθμίσεις», προφανώς απόρροια του υπερ-καινοφανούς χρησμού του ιδίου και του ΣΥΡΙΖΑ ότι «δεν φταίνε τα προγράμματα στήριξης και οι θεσμοί για την κρίση» και ότι «και χωρίς αυτά η χρεοκοπία θα ήταν σίγουρη […] η δημοσιονομική προσαρμογή θα ήταν περισσότερο βίαιη και η έξοδος από το ευρώ θα ήταν βέβαιη». Για να αποσαφηνίσει το γενικό πλαίσιο της «πειθαρχίας» ως εξής: «Θα υπάρξει ένας μηχανισμός εποπτείας στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών εξαμήνων και της εποπτείας που εφαρμόστηκε σε Πορτογαλία και Κύπρο όταν βγήκαν από τα Μνημόνια», με μικρή διαφορά ότι εδώ μάλλον θα έχουμε πιο «στενή» επιτήρηση, διότι «οι χώρες αυτές δεν αντιμετώπιζαν προβλήματα χρέους». Ευτυχώς που «απαλλαχτήκαμε από τους Σαμαροβενιζέλους»…

Δεν θα πάμε στην προ του 2015 περίοδο και τις αλήστου μνήμης «δεσμευτικές» θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, για να δούμε το «δικαίωμα στη λήθη» που έχει πρώτη εμπράκτως εφαρμόσει η κυβέρνηση και ο συγκεκριμένος υπουργός, ο οποίος μόλις το 2016 διαβεβαίωνε με εμφατικό τρόπο σε «διαμάχη» με τον ESM (στο τότε συνέδριο του Economist) ότι «οι στόχοι των πλεονασμάτων 3, 5% και άνω ισχύουν μόνο έως το 2018 και θα αναθεωρηθούν μετά σε ύψος που δεν θα υπερβαίνει το 1, 5 με 2%» ενώ η «αντίπερα» όχθη ορθώς προέβλεπε ότι τα υψηλά πλεονάσματα θα διατηρηθούν τουλάχιστον για μια πενταετία. Ενώ ένα χρόνο μετά, το 2017, ζητούσε από την «υπόλοιπη κυβέρνηση να αναλάβει την ιδιοκτησία του προγράμματος».

Αλλά αυτή είναι η αμυντική πλευρά της βίαιης προσαρμογής του ΣΥΡΙΖΑ.


3. «Ασυμβίβαστη» προσαρμογή


Η ανασκευή του «ανεπιθύμητου» παρελθόντος είναι μεν ενοχλητική για τους επιλήσμονες διαχειριστές της αέναης λιτότητας, αλλά οφείλει να συμπληρωθεί και από την προοπτική του «δίκαιου» μέλλοντος που θα «διορθώσει» τις «αδικίες» των μνημονίων, οι οποίες προφανώς επιβλήθηκαν από «εταίρους εκβιαστές». Αδικίες που θα περάσουν σε δεύτερη μοίρα στον νέο «αναπτυξιακό παράδεισο» που αναδείχθηκε μέσα από «περιφερειακές» περιηγήσεις, το επιθετικό σκέλος της προσαρμογής.

Πρόκειται για το «ολιστικό αναπτυξιακό πρόγραμμα» της κυβέρνησης το οποίο εξ αρχής προσγειώνει τους «ουτοπικούς σοσιαλιστές» με μια καθαρή δήλωση «κοινωνικού ρεαλισμού»: κύριοι στόχοι θα είναι η μακροοικονομική και δημοσιονομική σταθερότητα και η ανθεκτικότητα στις εξωτερικές κρίσεις, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την ανάγκη για κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα. Βλέπουμε για μια ακόμη φορά να επανέρχεται το δόγμα της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς», λυδία λίθος προσαρμογής πάλαι ποτέ μαρξιζόντων σοσιαλδημοκρατών, το οποίο στον πυρήνα του έχει τη θέση ότι «η καλύτερη κοινωνική πολιτική είναι μια υγιής οικονομική πολιτική».

Αν αναζητήσει κανείς σε ποιο υπόδειγμα θα βασιστεί η «ολιστική» μελλοντική ανάπτυξη, αρκεί να διακρίνει το πρόσημο των εκτιμήσεων για τα έως σήμερα επιτεύγματα των κυβερνητικών πολιτικών (που δεν αυτο-προσδιορίζουν το 2015 ως κάποιου τύπου «τομή»): μιλάει για «δημοσιονομική εξυγίανση» που βασίστηκε σε διαρθρωτικές και δημοσιονομικές παρεμβάσεις τόσο στην πλευρά των δαπανών όσο και σε αυτή των εσόδων, όχι κάτι «διορθωτικό» αλλά δομικό. Παρεμβάσεις που ανέρχονται σωρευτικά έως το τέλος του 2018 στο 36, 5% του ΑΕΠ (περίπου 67 δισ. ευρώ από την αρχή των προγραμμάτων το 2010, θαυμαστή «συνέχεια!») με το 20% να αφορά δαπάνες και το 16, 5% έσοδα. Η συνέχεια αυτή στις δαπάνες αφορά κυρίως συντάξεις και μισθούς (η «κοινωνική» διάσταση της προσαρμογής!) και στα έσοδα οι πάσης φύσεως φόροι που ήρθαν από τόσο πρωτότυπες πηγές όπως είναι οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης, το εισόδημα, ο ΦΠΑ και τα ακίνητα. Και επειδή τώρα πλέον στην εκτός μνημονίου εποχή προέχει η αποκατάσταση των κοινωνικών αδικιών, η «δημοσιονομική αυστηρότητα» θα «πέσει» στο 33, 7% έως το 2020 με ενίσχυση του ειδικού βάρους της συνεισφοράς των δαπανών.

Για την ιστορία και μόνο, ειδική πολιτική «λήθης» εφαρμόζεται στο ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων ως άλλο ένα αυταπόδεικτο κριτήριο για την αξία των «μεταρρυθμίσεων». Οι οποίες βέβαια δεν πρόκειται να επηρεάσουν στο παραμικρό τη μελλοντική εξέλιξη της εγχώριας ζήτησης, μιας και επιβεβαιώνεται η διαχρονική μνημονιακή προσήλωση στον «εξαγωγικό προσανατολισμό» της οικονομίας. Αλλά το βασικό ζήτημα της «νέας» πολιτικής δεν εντοπίζεται κυρίως στη συνέχεια με τους μνημονιακούς προκατόχους ή στην «αθέτηση» παλαιών «δεσμεύσεων» που είχαν άλλωστε τόση αξία όση και η πολιτική μνήμη αυτού που κάποτε υπήρξε ο ΣΥΡΙΖΑ. Στην κορυφή της πυραμίδας στέκει η ιδεολογικοποίηση της «ανατροπής της ανατροπής» με τη συνδυαστική προβολή ασύμβατων φληναφημάτων.

Έτσι, στα εργασιακά, μάταια θα αναζητήσει κανείς «δεσμεύσεις» για δραστική μείωση της ανεργίας, αλλά νεφελώδη «σχέδια» για αποκατάσταση συλλογικών διαπραγματεύσεων και κατώτατου μισθού, που στέκουν δίπλα δίπλα με την ενίσχυση της παραγωγικότητας στο «εθνικό σχέδιο δράσης για τις εξαγωγές» και νέο πλαίσιο «ιδιωτικών και στρατηγικών επενδύσεων» εντός του 2018, νέα «χρηματοδοτικά εργαλεία της επιχειρηματικότητας», κλπ. Μάλιστα όλη αυτή η παραθετική «αναπτυξιακή» παραφιλολογία μπορεί να αποκωδικοποιηθεί κατάλληλα, αν λάβει κανείς υπόψη τις επανειλημμένες δηλώσεις για τον τουρισμό ως «βαριά βιομηχανία της χώρας», έναν κλάδο όπου κυριαρχούν οι άτυπες μορφές απασχόλησης, η φοροδιαφυγή, η παντελής απουσία εργασιακών δικαιωμάτων, η στυγνή εκμετάλλευση σε συνθήκες σχεδόν πρωταρχικής συσσώρευσης.

Και όλα αυτά διανθισμένα με δηλώσεις πίστης στην «κοινωνική και συνεταιριστική οικονομία», τη smallisbeautiful παραγωγή και την «κοινωνική προστασία» που για μια ακόμη φορά θεωρεί ότι αποκαλύπτει το «κοινωνικό πρόσωπο» της κυβέρνησης με επιδοματικές πολιτικές «αντίδοτο» στη φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού που η ίδια έχει προκαλέσει.

Το «ολιστικό σχέδιο ανάπτυξης» το οποίο προβάλλει η κυβέρνηση ως δηλωτικό της «αριστερής ταυτότητας» μιας φιλολαϊκής διαχείρισης αποκαλύπτεται ως ένας κεντρικός σχεδιασμός της «αυθόρμητα» οργανωμένης απορρύθμισης. Και αφήνει για μια ακόμη φορά ανοιχτή την αναζήτηση από μέρους της ενός έστω και εικονικού «αριστερού» προσωπείου.


4. «Ανθρώπινος» εθνικισμός


Χαρακτηριστικό της κυβερνητικής πολιτικής στην απέλπιδα προσπάθειά της να αποκαταστήσει έστω ένα μέρος της «αριστερής» πατίνας στην επιφάνειά της, κατάλοιπο μιας παραδοσιακής σκουριάς που κρίνεται πλέον αρχαία, είναι η «αριστερή καινοτομία». Η «αριστερή» αναστήλωση είναι μια επιχείρηση που απελπισμένα επιχειρείται από την αρχή της «ασυμβίβαστης» προσαρμογής το 2015. Είχαμε αρχικά το παράλληλο πρόγραμμα που προσάραξε στα αβαθή της μνημονιακής ισοπέδωσης, για να το διαδεχθεί η ανάσυρση της «πανάκειας» της απλής αναλογικής που και αυτή ξεχάστηκε στον κοινοβουλευτικό βάλτο, έως και τις πολλές απόπειρες αντιδιαστολής της τρέχουσας «αριστερής» διαχείρισης προς τα «σκάνδαλα» των προηγουμένων κυβερνήσεων που επιστρατεύονται όποτε συγκυριακές δυσχέρειες απαιτούν πολιτική συμπύκνωση με «ηθικό αριστερό» πρόσημο.

Η τρέχουσα συγκυρία έδωσε στην κυβέρνηση το διπλό «δώρο» να τρέχει έναν εξαμηνιαίο μαραθώνιο πάνω σε δυο ράγες: τη διαπραγμάτευση για την οριστική επίλυση του «μακεδονικού», της μόνιμης άγκυρας που έχει ρίξει ο καταστατικός νεοελληνικός εθνικισμός στο κέντρο της πολιτικής σκηνής, και την κάλυψη του δρόμου για την «έξοδο» από το μνημόνιο. Μόνο που και στα δυο έχουμε να κάνουμε με το χρονικό μιας προαναγγελθείσας επιτυχίας, μιας και όλα τα δεδομένα ήταν από την αρχή στο τραπέζι: το επίδικο αντικείμενο, η λύση, το χρονοδιάγραμμα και η διαδρομή προς την τελική έκβαση.

Στο «μακεδονικό» η κυβέρνηση δεν είχε τίποτε άλλο να διαχειριστεί παρά το σταδιακό συμβιβασμό μιας εχθρικής κοινής γνώμης εθισμένης σε πανίσχυρους καταστατικούς εθνικούς μύθους, οι οποίοι άλλωστε συγκροτούν το βασικό πυρήνα του κρατικού λόγου στην υπηρεσία του προϋπάρχοντος, αν όχι αιώνιου πάντως τουλάχιστον τρισχιλιετούς «έθνους». Η κυβέρνηση στην εξάμηνη σχεδόν «τελική διαπραγμάτευση», δεν διαπραγματεύθηκε τίποτε άλλο παρά μόνο τη μέθοδο με την οποία θα πουλούσε στο εθνικό ακροατήριο μια «εθνική» σχετική υποχώρηση που θα ανταμειβόταν με κάτι το οποίο δεν μπορούσε ανοιχτά να προβάλει, παρά μόνο εμμέσως να καταγράψει.

Για το πρώτο θα έπρεπε να δεχθεί την αποκατάσταση μιας διεθνούς έννομης τάξης με ονοματολογικές αμοιβαίες παραχωρήσεις, αλλά με αγκάθι τον ελληνικό αλυτρωτισμό της «μιας και μοναδικής ελληνικής Μακεδονίας». Για το δεύτερο έπρεπε να υποστείλει η ίδια την προσφιλή στους διαχειριστές περιαυτολογία και να αφήσει να μιλήσουν τα διεθνή φερέφωνα του αστισμού, που θα αναγνώριζαν στον κατάλληλο χρόνο τη στρατηγική αναβάθμιση της ελληνικής διεθνοπολιτικής θέσης και τον κομβικό σταθεροποιητικό ρόλο που διαδραματίζει σε μια περιοχή που μαστίζεται από περιφερειακή αστάθεια, αναδιάταξη των στρατηγικών στηριγμάτων των βασικών παικτών, πολέμους, προσφυγικές ροές, πολιτικές ανακατατάξεις ακόμη και μέσα στην ευρωζώνη, και μάλιστα σε ένα σκηνικό στο οποίο αρχίζουν να διαφαίνονται οι επιπτώσεις από έναν ιδιότυπο απομονωτισμό των ΗΠΑ συνδυασμένο με τάσεις εμπορικού πολέμου.

Αυτό ακριβώς εκφράζει με τον πλέον ανοιχτό τρόπο ο Ν. Κοτζιάς στις δηλώσεις μετά τη δημοσιοποίηση της συμφωνίας: «Για εμάς και την κυβέρνησή μας πρώτιστο πατριωτικό καθήκον είναι να αναπτύξουμε το ρόλο της Ελλάδος στην περιοχή μας, να βγούμε από την κρίση και να πάμε στην ανάπτυξη με ολόκληρη την περιοχή», ενώ περισσότερο ποιητικός ο Α. Τσίπρας δήλωσε ότι «στη συμφωνία μας καθρεφτίζονται οι ψυχές των δύο λαών». Για να πετύχει αυτό, η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ δέχτηκε τον κοινό τόπο ενός ήπιου νεοελληνικού εθνικισμού, προβάλλοντας το τέλος του μακεδονικού «αλυτρωτισμού», τον οποίο ο ίδιος ο ελληνικός εθνικισμός είχε κατασκευάσει στα επιθετικά σαμαρικά παιχνίδια της δεκαετίας του ’90 για να τον αποσιωπήσει στη συνέχεια στην καραμανλική διακυβέρνηση, η οποία άλλωστε διατύπωσε και το πλαίσιο της «εθνικής γραμμής» στην οποία στηρίχθηκε ο «συμβιβασμός» του ΣΥΡΙΖΑ.

Αν όμως ο ΣΥΡΙΖΑ περιορίστηκε στα ιδεολογικά φληναφήματά του από το «λόγο» της κρατικής διαχείρισης, η άλλη «Αριστερά» ξεσπάθωσε αχαλίνωτη με επιχειρήματα που συχνά κάνουν την εθνικιστική Δεξιά να ωχριά μπροστά της σε παραληρηματική εθνικιστική υστερία.


5. Εθνικιστικός «αντιιμπεριαλισμός»


Είναι προφανές ότι από την αντιπολιτευόμενη Δεξιά, η οποία είναι πλήρως εμβαπτισμένη στα ιδεολογήματα των «μυστικών του βάλτου» και έχει την παράδοση της «εθνικοφροσύνης» και τους νέους Παρθενώνες του μετεμφυλιακού κράτους, δεν αναμένει κανείς κάτι διαφορετικό από τις κραυγές περί προδοσίας του «ελληνισμού». Άλλωστε έχει εκλέξει στην ηγεσία της έναν ακραία αντιδραστικό πολιτικό που επαίρεται ότι δεν ψήφισε τον Π. Παυλόπουλο για Πρόεδρο, λόγω της ήπιας στάσης του στην εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008.

Η πληθυντική Αριστερά όμως; Σε ποια ζητήματα του κρατικού «υπεύθυνου» εθνικισμού της κυβέρνησης στάθηκε; Η κατάσταση είναι εξαιρετικά απογοητευτική από όλο το φάσμα της κοινοβουλευτικής και των εξωκοινοβουλευτικών συνιστωσών της, όπως μαρτυρούν αντιπροσωπευτικά παραθέματα που σταχυολογούνται στη συνέχεια.

Το ΚΚΕ δια στόματος Δ. Κουτσούμπα καταγγέλλει «τη συμφωνία […] η οποία έχει τη σφραγίδα των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ, και της ΕΕ [και] δεν αποτελεί λύση προς όφελος των λαών». Και αν θέλει κανείς και ένα παραπάνω λόγο αυτός θα εντοπιστεί στο γεγονός «ότι μια σειρά κρίσιμα ζητήματα, όχι μόνο παραπέμπονται στο αβέβαιο μέλλον, όπως είναι οι συνταγματικές αλλαγές, αλλά και γιατί η ελληνική κυβέρνηση αποδέχτηκε τις ανιστόρητες θέσεις περί “Μακεδονικού έθνους”, “Μακεδονικής γλώσσας”, που αποτελούν βασικά στηρίγματα του αλυτρωτισμού».

Και αν το ΚΚΕ έχει από καιρό προσχωρήσει σε ένα ιδιότυπο «εθνοκομμουνιστικό» μίγμα, απότοκο του εθνικιστικού «αντιιμπεριαλισμού» που υιοθέτησε η Αριστερά ως αντίδοτο στον εξοβελισμό της από τον «εθνικό κορμό» μετά τον εμφύλιο, η περισσότερο «ευαισθητοποιημένη» «άλλη» Αριστερά, δεν προκρίνει κάτι ριζικά διαφορετικό, αλλά μάλλον προχωράει ένα βήμα παραπέρα.

«Η ανοιχτή αναγνώριση ενός μακεδονικού έθνους με μακεδονική γλώσσα και ονομασία για τη χώρα “Βόρεια Μακεδονία”, δημιουργεί όρους για να τροφοδοτηθεί, και όχι να καμφθεί, ο αλυτρωτισμός. Πρόκειται για συμφωνία ταπεινωτική και επικίνδυνη για την Ελλάδα […] Επισημοποιεί τον αλυτρωτισμό των Σκοπίων και είναι έντονα παραχωρητική για την Αθήνα. Περιπλέκει την υπόσταση ολόκληρης της βόρειας περιοχής της Ελλάδας από τον Έβρο έως την Αδριατική, και βάζει μια θρυαλλίδα που μπορεί να αποτελέσει αφορμή μεγάλων περιπλοκών στην περιοχή. Αντικειμενικά, δημιουργεί όρους παρεμβάσεων, οριοθετήσεων, ακόμα και αλλαγής συνόρων» (Ρ. Ρινάλντι, «Μακεδονικό όπως Κυπριακό», Δρόμος της Αριστεράς, 18/6/2018)

Μάλιστα κάποιοι ανοιχτά ταυτίζονται με την ακροδεξιά αμφισβήτηση: «Όταν η πολιτική ηγεσία παίρνει αποφάσεις κόντρα στη λαϊκή βούληση, αποφάσεις μάλιστα που δεσμεύουν αμετάκλητα τη χώρα, δεν μένει κάτι άλλο στον λαό απ’ τη δημοκρατική αντίσταση. Η λαϊκή βούληση αυτή, καταγράφηκε τόσο στα μεγάλα συλλαλητήρια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, όσο και σε κάθε έρευνα γνώμης […] Άρα, μόνο απ’ την αυθόρμητη έκφραση του λαού μπορεί να υψωθεί ένα τείχος ικανό να μπλοκάρει την εθνικά επιζήμια συμφωνία Τσίπρα-Ζάεφ, να εμποδίσει άλλο ένα βήμα εκχώρησης της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, να βάλει φρένο στους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ για τα Βαλκάνια, να υπερασπιστεί στο τέλος-τέλος την αλήθεια και τη Δημοκρατία. (Δ. Γκ., «Μόνο εμπόδιο στη συμφωνία ο λαός», Δρόμος της Αριστεράς, 19/6/2018)

Πόσο περισσότερο μπορεί να παροπλιστεί ιδεολογικά η Αριστερά υποκλινόμενη στις εθνικιστικές ιδεολογίες με έναν ψευδεπίγραφο «αντιιμπεριαλιστικό» μανδύα;


6. Προστατευόμενο είδος


Απέναντι σε αυτόν τον εκκωφαντικό εθνικιστικό παροξυσμό από «αριστερά» και δεξιά, ο ήπιος κρατικός εθνικισμός του ΣΥΡΙΖΑ φαντάζει ως «χρυσή τομή» για την κοινωνική αμηχανία. Αυτόν ακριβώς τον κοινωνικό και πολιτικό παροπλισμό θα επιχειρήσει να εκμεταλλευθεί η κυβέρνηση κεφαλαιοποιώντας την απονεύρωση των κοινωνικών αντιστάσεων με μια υποσχετική καλύτερων «μεταμνημονιακών» ημερών στο πολιτικό, κοινωνικό, διεθνοπολιτικό επίπεδο, η οποία θα αναδείξει τη στρατηγική αναβάθμιση του ελληνικού αστισμού την οποία συστηματικά θα προπαγανδίζει.

Οι διεθνείς κρατικοί διανοούμενοι και διαχειριστές της κοινοτοπίας σπεύδουν ήδη με θετική δημοσιότητα και επαίνους για τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά κυρίως τον Α. Τσίπρα που κατόρθωσε να τετραγωνίσει τον πολιτικό κύκλο.

Το περιοδικό Foreign Policy μίλησε ήδη για υποψηφιότητα για το Νόμπελ Ειρήνης αναφορικά με τη συμφωνία για το Μακεδονικό

Η εφημερίδα La Repubblica χαρακτηρίζει τον Α. Τσίπρα ως «εκείνο – πλέον σπανιότατο – [είδος] ενός ηγέτη που δεν γνωρίζει, σχεδόν, τι σημαίνει ο λαϊκισμός» ενώ παράλληλα «[…] δρέπει τους καρπούς των ρεαλιστικών επιλογών του» έστω και αν «το 20% των νοικοκυριών ζει σε συνθήκες φτώχειας». Εκείνο που μετράει είναι «[…] η προοπτική της οικονομικής ανάπτυξης [που] είναι θετική και η ελάφρυνση του χρέους [η οποία] επιτρέπει να ατενίζει κανείς το μέλλον, χωρίς υπερβολική ανησυχία».

Έχουμε λοιπόν έναν ηγέτη και μια πολιτική που κατά την εφημερίδα κάνει θαύματα μιας και λαμβάνει κοινωνικά μέτρα προστασίας των φτωχών και ανασφάλιστων, διαχειρίζεται τεράστιες προσφυγικές ροές, αποσπά μεγάλες θυσίες από τον λαό για την παραμονή στο ευρώ, διαθέτει «διπλωματική ενόραση» και λειτουργεί σταθεροποιητικά στην ταραγμένη περιοχή των Βαλκανίων.

Όλες αυτές οι επιτυχίες ωθούν την εφημερίδα να αποδώσει «στον Έλληνα ηγέτη το προφίλ ενός προστατευόμενου είδους της διεθνούς πολιτικής». Και τα φαινόμενα δείχνουν να της δίνουν απόλυτο δίκιο.

Εκτός αν τα υπόγεια κοινωνικά ρεύματα αντίστασης στις κυρίαρχες πολιτικές, σε πείσμα του «αριστερού» παροπλισμού, φέρουν τις κοινωνικές αντιφάσεις στην επιφάνεια πυροδοτώντας έναν «μη αναμενόμενο» απρόβλεπτο κύκλο κοινωνικών εκρήξεων, όχι βέβαια για την υπεράσπιση των «εθνικών δικαίων», αλλά για το δικαίωμα στη ζωή, τη δημιουργία και την απόλαυση που βγήκε εντελώς «απρόσκλητα» στην επιφάνεια πριν από 50 χρόνια.

Γιατί παρά τις ήττες, ο υλισμός του αστάθμητου είναι πάντα παρών. Ακόμη και μέσα από την απουσία του…



1 Επικεφαλής της γερμανικής συντηρητικής παράταξης CDU, στη συζήτηση για την επικύρωση των Συνθηκών με τη DDR – Ostverträge και την πρόταση δυσπιστίας στην κυβέρνηση Willy Brandt στη Γερμανική Βουλή.

 
< Προηγ.
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή