Editorial Εκτύπωση
Τεύχος 146, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2019


ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

ΨΑΡΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΘΟΛΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ



1. Ασκήσεις παραπλάνησης


Από παντού ηχούν τα σήμαντρα του τέλους των μνημονίων. Άλλοτε με πανηγυρική διάθεση, άλλοτε με απολογητική ρητορεία, σε κάθε περίπτωση όμως με τη φιλολαϊκή προμετωπίδα ώστε να γίνει πλέον απολύτως ορατό το «πραγματικό πρόσωπο» του ΣΥΡΙΖΑ. Απαλλαγμένο από τους «μνημονιακούς καταναγκασμούς» που κατά σύμπτωση είναι μέρος της διαχειριστικής κληρονομιάς αυτής της «κυβέρνησης της Αριστεράς», η οποία δια στόματος του πρωθυπουργού επιχαίρει απευθυνόμενη προς τη ΝΔ διότι «ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε εκεί που είχαν αποτύχει οι κυβερνήσεις της ΝΔ». Οπότε ο αφελής θέτει το απλό ερώτημα: πέτυχε στον «καταναγκασμό», και αν ναι, γιατί να πανηγυρίζει τώρα που αυτός ολοκληρώθηκε; Μήπως η ανάκτηση της «εθνικής κυριαρχίας» με το «τέλος των μνημονίων» δεν είναι παρά η συνέχιση του ταξικού πολέμου με άλλα μέσα; Μήπως ο ΣΥΡΙΖΑ ως φορέας της «εθνικής γραμμής» μεριμνά ώστε η «σωτηρία του έθνους» να ταυτίζεται με έναν «εθνικό» εκούσιο μεταμνημονιακό καταναγκασμό; Τελικά, μάλλον πρέπει να συνομολογήσουμε ότι η «εθνική γραμμή» διαγράφεται υπερβατικά πέρα από τις συγκυριακές κυβερνητικές διαχειριστικές μετατοπίσεις.

Πόσο «μεταμνημονιακός» είναι άραγε ο προϋπολογισμός του 2019, όταν έχει στην προμετωπίδα του τερατώδη ταμειακά πλεονάσματα, εφάμιλλα ή και ανώτερα των «μνημονιακών», από τα οποία θα επιστρέψει την ύστατη ώρα υποπολλαπλάσιο «κοινωνικό μέρισμα» υπό μορφή κρατικής ελεημοσύνης, χωρίς δεσμεύσεις και περιορισμούς;

Πόσο κοινωνική είναι η δημοσιονομική γραφή όταν συνεχίζεται η άπνοια των δημοσίων επενδύσεων, η ιδιωτικοποίηση κρατικών ιδιοκτησιών χωρίς πολιτικό σχέδιο και με γνώμονα το ταμείο;

Πόση ευαισθησία μαρτυρά η «μη περικοπή των συντάξεων» όταν στους πανηγυρισμούς παραλείπεται η ουσιώδης υποσημείωση ότι αυτή αφορά του παλαιούς συνταξιούχους με την «προσωπική διαφορά», ενώ όσοι βγήκαν στη σύνταξη σε υστερότερο χρόνο και στο εξής, θα «απολαμβάνουν» τη διαρκή μείωση των συντάξεων χωρίς «κουβέντα πια για αυτούς»;

Πόσο εμπαιγμό να αντέξει κανείς με την αύξηση του κατώτατου μισθού (και την κατάργηση του «υποκατώτατου», σε πλήρη αρμονία με τη «(μετα)μνημονιακή» ορολογία) όταν αυτή θα ισχύσει μεν από τον Ιανουάριο, αλλά δεν ανακοινώνεται προς το παρόν γιατί προφανώς γίνεται ακόμη ένα απίστευτο παζάρι με τους εταίρους στο πλαίσιο της «μεταμνημονιακής ανεξαρτησίας»;

Τέλος, ποιο είναι το μέγεθος του εμπαιγμού που σηματοδοτεί η εκπληκτική μετάθεση του Α. Τσίπρα, όταν ισχυρίζεται ότι τώρα συμπληρώθηκαν οι «πρώτες 100 μέρες της κυβέρνησης χωρίς μνημόνια», οι οποίες κατά σατανική σύμπτωση είναι ακριβώς ίδιες σε περιεχόμενο με όλες τις προηγούμενες υπό την κηδεμονία των εταίρων και των μνημονίων χωρίς τέλος; Μεταρρυθμίσεις, εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ, ιδιωτικοποιήσεις, δημοσιονομική πειθαρχία και φυσικά αναδιανομή μεταξύ αυτών που έχουν ελάχιστα και αυτών που δεν έχουν τίποτε απολύτως.


2. Κοινωνική Ευρώπη


Και ενώ κρατάει τέσσερα χρόνια πια ο πολιτικός καιροσκοπισμός που εδραιώνει την εκσυγχρονιστική νεοφιλελεύθερη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ, η αδυναμία να περάσει το «μήνυμα» στις λαϊκές τάξεις για το αναγκαίο αυτής της «τακτικού χαρακτήρα» υποχώρησης («συμβιβαστήκαμε, δεν είμαστε συμβιβασμένοι»), οδηγεί σε διάφορες κινήσεις απελπισίας που η κυβερνητική λογική αναβολής του μοιραίου προβάλλει ως «φυγή προς τα εμπρός».

Ο αυθεντικός λαϊκισμός του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί μια σύγχρονη διαχειριστική μετεξέλιξη του «τρίτου δρόμου», της «άλλης πολιτικής», μια συμπύκνωση του δόγματος: αφού η πραγματικότητα δεν συμβαδίζει με την εικόνα που προβάλλουμε, δημιουργούμε μια εναλλακτική πραγματικότητα στα μέτρα της αδιέξοδης ρητορείας μας.

Είναι η «κοινωνική Ευρώπη», η οποία προβάλλεται πλέον ως ιδανικό πεδίο διεκδικήσεων των δυνάμεων της εργασίας απέναντι σε κοινωνικούς ανταγωνισμούς που δεν κατόρθωσε να τιθασεύσει σε εθνικό επίπεδο. Για την οποία δεν υφίσταται η παραμικρή ανάλυση για τον υποτιθέμενο ευνοϊκότερο συσχετισμό δύναμης για τις δυνάμεις της εργασίας, που δεν είναι ορατός ούτε με τον ισχυρότερο κοινωνικό μεγεθυντικό φακό. Είναι όμως «κοινωνική» η Ευρώπη;

Χωρίς τις στοιχειώδεις υποδομές που θα στήριζαν ένα κοινωνικό δίχτυ προστασίας για τους αδύνατους, το οποίο ανοιχτά αντιθέτως στιγματίζεται ως βασικός μηχανισμός ανάσχεσης της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών κεφαλαίων στην παγκόσμια αγορά.

Χωρίς έναν στοιχειωδώς αξιοπρεπή κοινοτικό προϋπολογισμό που θα αποτελούσε την υλική βάση άσκησης ενιαίας οικονομικής πολιτικής με στόχο την εξάλειψη των ενδοευρωπαϊκών δομικών ανισοτήτων και τη διασφάλιση μιας πραγματικής οικονομικής και κοινωνικής σύγκλισης.

Χωρίς έστω κοινή φορολογική πολιτική που θα εγγυόταν ένα ελάχιστο κοινό παρονομαστή στην κίνηση των κεφαλαίων εντός του ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου, την τιθάσευση των πλέον ακραίων τάσεων που απαιτούν την απόλυτη φορολογική ασυδοσία ως προϋπόθεση για την «ανάκαμψη των επενδύσεων» και τη «δημιουργία θέσεων εργασίας». Τέλος, ας σημειωθεί ότι σε πείσμα όλων αυτών των προσχεδιασμένων ελλείψεων που αποστερούν από την ΕΕ τη δυνατότητα νααποκαλείται «κοινωνική», ερμηνεύεται ως παρήγορο και θετικό εύρημα το γεγονός ότι «η δημοτικότητά της ΕΕ» στη χώρα μας «ανεβαίνει βαθμιαία και περίπου σταθερά» και αυτό γιατί, όπως υπονοείται, η Ευρώπη έχει πάψει πια να καταστρέφει την Ελλάδα!1

Και ενώ σε όλα τα παραπάνω η άτακτη κοινωνική υποχώρηση σαλπίζεται σε όλα τα μέτωπα, εντούτοις προβάλλεται ως άλλη μαγική εικόνα η συμπόρευση με το «όραμα Μακρόν για την Ευρώπη», που δεν είναι τίποτε άλλο από την απόλυτη υποταγή στην επιδίωξη της «ανταγωνιστικότητας», τον νεοφιλελευθερισμό με τα οικονομικά της προσφοράς ως μέσο τόνωσης των αγορών και των επενδύσεων, την αναδιανομή από τους «από κάτω» προς τους «από πάνω», μια πολιτική κοινωνικής αναλγησίας που πήρε κάποιες πρώτες απαντήσεις από τις ποικιλώνυμες αντιδράσεις, αντιστάσεις και εξεγέρσεις όσων βρίσκονται πια στα όρια της καθημερινής επιβίωσης.

Οι κατ’ επάγγελμα εκσυγχρονιστές βρίσκονται σε απόλυτη αδυναμία μπροστά στην εξέγερση στη Γαλλία, επειδή δεν μπορούν να συλλάβουν πώς είναι δυνατόν να εξεγείρεται η «σιωπηλή πλειοψηφία» των παραδοσιακών στηριγμάτων τους, οπότε προφανώς καταφεύγουν στην πρόσφορη λύση να τους προσάψουν την ετικέτα του ακροδεξιού και λαϊκιστή.

Γιατί φυσικά αδυνατούν να συλλάβουν ότι η εξέγερση είναι πάντα ένα τυφλό όπλο που η καθημερινή απόγνωση από την κοινωνική απορρύθμιση μπορεί να καταστήσει αναγκαίο στήριγμα, σύντροφο στην προσπάθεια για να βγει κανείς από το αδιέξοδο μιας έστω απλής αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμής του.

Ενώ παράλληλα εκπλήσσονται που αυτοί οι «απεχθείς» εξεγερμένοι δεν μπορούν να κατανοήσουν πόσο «αναγκαία» είναι η προστασία του περιβάλλοντος με τον οικολογικό φόρο στα καύσιμα που πλήττει καίρια το εισόδημά τους, κυρίως αυτών που το αυτοκίνητο έχει γίνει κατ’ εξοχήν μοχλός εργασιακής επιβίωσης μέσα στη νεοφιλελεύθερη ζούγκλα της επισφαλούς απασχόλησης με βάση το δόγμα «όπου εργασία και πατρίς».

Ένας «οικολογικά αναγκαίος» φόρος που κατά σύμπτωση «όφειλε» να καταβληθεί από τους (κοινωνικά εξισωμένους) «χρήστες», μιας και ο μεταρρυθμιστής εμπνευστής του είχε φροντίσει προηγουμένως να μειώσει τους φόρους των εχόντων ώστε να «απελευθερωθούν» κεφάλαια για επενδύσεις.


3. Ακροδεξιά ή λαϊκισμός;


Το ευρωπαϊκό μέτωπο υπό τον μεταρρυθμιστή Μακρόν στο οποίο έχει προσχωρήσει εσχάτως και ο ΣΥΡΙΖΑ, έχει όμως προμετωπίδα την πάλη κατά του λαϊκισμού με σημαία τον δομικό εκσυγχρονισμό και την ανταγωνιστικότητα, κοντολογίς το νεοφιλελευθερισμό. Πώς γίνεται λοιπόν να συμπλέει μαζί του και με τις πιο ακραίες δυνάμεις του νεοφιλελεύθερου μετώπου, αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ των οβιδιακών μεταμορφώσεων, που έχει έστω ως φραστική σταθερά την πάλη κατά του «νεοφιλελευθερισμού»; Ποιο είναι το κόκκινο νήμα που συμβολικά συνδέει την έως σήμερα, έστω και μνημονιακά τραυματισμένη, «αριστερή» ταυτότητά του, με την «ευρωπαϊκή στροφή» υπεράσπισης των αξιών και αρχών μιας Ένωσης που είναι το καταστατικό προπύργιο της κοινωνικής αποδόμησης και της νεοφιλελεύθερης απορρύθμισης;

Η απάντηση βρίσκεται στην πραγματική ή ιδεατή ανάδυση της Ακροδεξιάς ως υπαρκτής ή επίδοξης απειλής στον ευρωπαϊκό ορίζοντα. Μιας Ακροδεξιάς που συχνά στην πολιτικά ορθή ορολογία των πολιτικών αναλυτών δεν στιγματίζεται ως τέτοια, αλλά συγκαλύπτεται πίσω από το προπέτασμα του «λαϊκισμού», που κατά τον ΣΥΡΙΖΑ οφείλεται «[…] στην άκριτη, χωρίς ρυθμίσεις απελευθέρωση των παγκόσμιων αγορών κατά τη δεκαετία του ’90 (η οποία) […] έβαλε μια βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια του οικονομικού μοντέλου που συνδύαζε την οικονομική ανάπτυξη με τη δημοκρατία και το κοινωνικό κράτος» (Σ. Πιτσιόρλας).

Έτσι για παράδειγμα το γερμανικό AfD που περιλαμβάνει στους κόλπους του από νοσταλγούς του ναζισμού και του πάλαι ποτέ μεγαλείου της Γερμανίας έως αρνητές του ολοκαυτώματος και οπαδούς μιας σχεδόν «τελικής λύσης» για τις προσφυγικές ροές, χαρακτηρίζεται συλλήβδην ως «λαϊκιστικό», με τη συζήτηση να εστιάζεται αν θα πρέπει να τους εξοβελίσει κανείς από το διαχειριστικό τόξο κυβερνησιμότητας ή να ενισχύσει μια μετεξέλιξή τους προς μια ήπια Ακροδεξιά επιλέξιμη ως υποκατάστατο της φθίνουσας γερμανικής Δεξιάς (κάπως σαν τη συζήτηση που είχε ξεκινήσει το 2014 ενόψει της τότε κυβερνητικής αφλογιστίας, για ένα αντίστοιχο δίλημμα αναφορικά με τη Χρυσή Αυγή).

Ομοίως στην περίπτωση της Ιταλίας, όπου κυβερνά ο ακροδεξιός συνασπισμός με το αντιμεταναστευτικό μένος και τη φιλοδοξία μέσω της κυβερνητικής εξουσίας να διαδραματίζει ρόλο πανευρωπαϊκής συσπείρωσης δυνάμεων που ξεκινούν από το βρετανικό UKIP, τη γαλλική μετεξέλιξη του Εθνικού Μετώπου της Λεπέν, έως τους Ολλανδούς και Ούγγρους ακροδεξιούς, αυτό που ενοχλεί δεν είναι η ακροδεξιά πολιτική αλλά η «ανυπακοή» απέναντι στους «κοινοτικούς κανόνες», τους οποίους άλλωστε ο ιταλικός προϋπολογισμός ουδέποτε παραβίασε (το έλλειμμά του ήταν κάτω του 3%), καίτοι βέβαια είχε υπάρξει συμφωνία με την προηγούμενη κυβέρνηση για έλλειμμα 0, 8%, λόγω του υψηλού δημόσιου χρέους.

Αυτή την υπαρκτή ακροδεξιά απειλή που επεξεργάζεται και προβάλλει «απλές» λύσεις απέναντι σε πραγματικά σύνθετα προβλήματα, βρίσκει ο ΣΥΡΙΖΑ σωσίβιο απέναντι στην κατάρρευση των κοινωνικών στηριγμάτων του μετά από 4 χρόνια ακραίας νεοφιλελεύθερης κυβερνητικής πολιτικής: η λύση που προβάλλει είναι το «μέτωπο κατά της Ακροδεξιάς», μια εξαιρετικά φτηνή και επιφανειακή αναβίωση της στρατηγικής των «λαϊκών μετώπων» του Μεσοπολέμου, μόνο που αυτή τη φορά στη συμμαχία χωράνε οι πάντες αρκεί να έχουν μια επίφαση δημοκρατικότητας και έστω και νεφελώδεις αναφορές στις ξεχασμένες αρχές της «κοινωνικής Ευρώπης».

Το υπαρκτό φάντασμα της Ακροδεξιάς δεν αποτελεί λοιπόν έναυσμα για την επεξεργασία μιας πολιτικής που θα εδραιώνει τα κοινωνικά στηρίγματα της αριστερής πολιτικής, θα ενισχύει τις δυνάμεις της εργασίας απέναντι στην επίθεση του κεφαλαίου, θα εδραιώνει μια πολιτική προάσπισης των κοινωνικών κατακτήσεων των υποτελών τάξεων στο δρόμο για μια κοινωνία στηριγμένη στις ανάγκες και όχι στις ευκαιρίες. Αντί για αυτό γίνεται το ιδανικό προγεφύρωμα ώστε να μπορέσει ο ΣΥΡΙΖΑ να προβάλει την πολιτική στροφή και την κοινωνική συνθηκολόγηση ως τακτική υποχώρηση για την αποτελεσματική πάλη ενάντια στην Ακροδεξιά: κάπως σαν την «αντιδικτατορική ενότητα» των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης που ήταν το απόλυτο εργαλείο για την εξώθηση των θιασωτών αυτής της πολιτικής προς το πολιτικό και κοινωνικό αδιέξοδο.

Το ισοζύγιο για τον ΣΥΡΙΖΑ από αυτή την πολιτική ακροβασία μπορεί να είναι τελικά αρνητικό: από τη μια εμφανίζει μια μετωπική «αριστερή» πρόσοψη με τη μάχη κατά της Ακροδεξιάς και του «λαϊκισμού» στην Ευρώπη ως αντιστάθμισμα στη δεξιά στροφή στην Ελλάδα, από την άλλη όμως ισοπεδώνει το κοινωνικό προφίλ του και εναποθέτει την πολιτική εμβέλειά του στη σύμπλευση ετερόκλητων δυνάμεων με κοινό παρονομαστή μια «κόσμια, δημοκρατική» νεοφιλελεύθερη πολιτική την οποία υποτίθεται ότι αντιμάχεται.

Η έκβαση αυτής μάχης είναι μάλλον καθαρή και το αποτέλεσμα θα αποτυπωθεί καθαρά στις Ευρωεκλογές του Μαΐου.


4. Στρατηγικός τακτικισμός


Η έντονη πολιτική αστάθεια από την κατακρήμνιση των κοινωνικών στηριγμάτων του ΣΥΡΙΖΑ εκδηλώνεται και με τη συμμετοχή του ως κυβερνητικού διαχειριστή στις διεθνοπολιτικές απόπειρες αναδιάταξης των συσχετισμών στην ευρύτερη γειτονική περιοχή. Με αναζήτηση νέων ισορροπιών ή ολοκλήρωση παλαιότερων αναζητήσεων που δείχνουν να επιδιώκουν αναβαθμισμένο ρόλο της χώρας στα στρατηγικά παιχνίδια που εξελίσσονται στη διεθνοπολιτική σκακιέρα.

Αιχμή στην προσπάθεια αυτή αποτελεί αφενός η μετατόπιση των ισορροπιών με την Τουρκία στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ αλλά και ευρύτερα στις στρατηγικές κινήσεις στον ενεργειακό στίβο, αφετέρου η προνομιακή σύμπλευση της κυβερνητικής πολιτικής με τις μόνιμες αλλά και συγκυριακές στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ στην περιοχή.

Λίγο ενδιαφέρει αν αυτή η εξωτερική πολιτική στηρίζεται σε συγκεκριμένους άξονες που τοποθετούνται στρατηγικά απέναντι σε κομβικά ζητήματα διεθνούς πολιτικής στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Το παλαιστινιακό ζήτημα, ο ατελείωτος πόλεμος στη Συρία, η υφαρπαγή της σφραγίδας της «Κυπριακής Δημοκρατίας» από την ελληνοκυπριακή κοινότητα, η δικτατορία στην Αίγυπτο, η αστάθεια της Τουρκίας, ακόμη και οι πρόσφυγες από τις εστίες πολέμου είναι παράμετροι που αξιοποιούνται κατά το δοκούν από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με στόχο την αναβάθμιση της διεθνοπολιτικής θέσης της Ελλάδας ως ικανού διαχειριστή των εκάστοτε αντιφάσεων στις διεθνείς σχέσεις.

Κεντρική επιδίωξη αυτής της «ρεαλιστικής πολιτικής» είναι η διαχείριση του ρόλου της Ελλάδας ως προνομιακού εταίρου των ΗΠΑ στη Βαλκανική και την ευρύτερη ΝΑ Μεσόγειο. Με βάση αυτή την παραδοχή και την ευνοϊκή πολιτική συγκυρία στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, μπορεί να γίνει κατανοητό το μετέωρο βήμα της κυβέρνησης για την «επίλυση του Μακεδονικού», που πλέον προβάλλεται ως επιστέγασμα «αριστερής» πολιτικής συνέπειας και επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας, την οποία μάλιστα η μωροφιλοδοξία ορισμένων επιδιώκει να προσωποποιήσει.

Λίγο ενδιαφέρουν εδώ διαδικαστικές διαστάσεις που μπορεί βεβαίως να αποβούν μοιραίες αν δεν τύχουν της ανάλογης προσοχής. Η ιστορία, ακόμη και η πρόσφατη, έχει δείξει ότι όπου η έκβαση μιας ιστορικής μάχης εξαρτιόταν από ελάχιστες ψήφους, η «ιστορία» έβρισκε τον τρόπο να τις διασφαλίσει, αν και συχνά με όχι και τόσο ορθόδοξο τρόπο. Αυτό τον καιρό παρατηρούμε αυτά τα φαινόμενα στη γειτονική χώρα τα οποία κατά πάσα πιθανότητα θα έχουν αίσιο πέρας με την κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών και την υλοποίηση των συνταγματικών αλλαγών. Είναι πολύ πιθανό αν δεν προκύψουν έκτακτες συνθήκες να παρατηρήσουμε παρόμοια φαινόμενα και στην Ελλάδα, οπότε και παρά τις «αντιξοότητες» τελικά θα βρεθεί ο μαγικός αριθμός των αναγκαίων ψήφων επικύρωσης της συμφωνίας.

Με αφορμή αυτό το κομβικό συμβάν για την επόμενη περίοδο μπορούμε όμως να ανιχνεύσουμε καίριες τάσεις στη συγκυρία, οι οποίες τελικά διαμορφώνουν το συνολικό πλαίσιο συσχετισμών δύναμης πέρα από τις τρέχουσες φαινομενικότητες.


5. Ομόθυμος εθνικισμός


Και ενώ όλοι με αφορμή την περιώνυμη συμφωνία των Πρεσπών θα επιδοθούν σε πρωτοφανείς αντεγκλήσεις και φραστικές υπερβολές περί προδοσίας, εθνοκαπηλείας και εθνικής μειοδοσίας, μια προσεκτική «ανάγνωση» πίσω από τις γραμμές των διαξιφισμών θα αναδείξει ένα ομοιογενές «εθνικό» υπόβαθρο που διαπερνά όλες τις ετερόκλητες θέσεις.

Είναι βεβαίως αντιπολιτευτικά λογικό η ΝΔ να καταψηφίζει τη συμφωνία ως «βλαπτική» για τα εθνικά συμφέροντα, ενώ ο Κ. Μητσοτάκης κάλεσε όλα τα κόμματα και όλους τους βουλευτές να πράξουν το ίδιο, σημειώνοντας πως «αυτή εξάλλου είναι και η εύλογη απαίτηση της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτών». Η θέση αυτή στηρίζεται όμως στο γεγονός ότι αυτό που βλάπτει τα εθνικά συμφέροντα είναι η αναγνώριση μακεδονικής εθνότητας, γλώσσας και επικράτειας με τα γνωστά επιχειρήματα περί «αλυτρωτισμού». Αν ως εδώ υπάρχει μια έστω και υποτυπώδης «εθνική λογική», πώς γίνεται ταυτόχρονα ο Κ. Μητσοτάκης να ξεφεύγει από την «εθνική πλατφόρμα» και να διατείνεται ότι η κυβέρνηση «έδωσε» τη συμφωνία για να «πάρει» τη μη περικοπή των συντάξεων; Όταν μάλιστα φαίνεται να κατανοεί ότι στρατηγικά διακυβεύονται πολύ περισσότερα από την επίσημη καταγραφή – και διαμηνύει στις ΗΠΑ ότι αν η συμφωνία κυρωθεί από τη Βουλή θα την εφαρμόσει λέγοντας μάλιστα ότι «σέβεται τις ισορροπίες της αμερικανικής πολιτικής». Μια εθνικιστικά υπεύθυνη στάση.

Είναι επίσης λογικό η κυβέρνηση να υπεραμύνεται της συμφωνίας με το επιχείρημα ότι αυτή υπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα, διότι εδραιώνει την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή, άρα και τα κυριαρχικά συμφέροντα της χώρας. Ένας ήπιος εθνικισμός, μόνιμη επιλογή του κρατικού διαχειριστή που σε κάθε περίπτωση διατείνεται ότι η πολιτική του είναι ταυτόσημη με την τύχη του έθνους.

Είναι οριακά παράλογο το παιχνίδι που παίζει ο Π. Καμμένος με την υπό προθεσμία παραμονή στην κυβέρνηση καταψηφίζοντας μια κομβική κυβερνητική επιλογή αλλά «στηρίζοντας» αυτή την κυβέρνηση που της τραβάει το χαλί (;) κάτω από τα πόδια. Αν μάλιστα αναλογιστούμε ότι δίνει ταυτόχρονα με αυτό τον παρανοϊκό τρόπο τη μάχη της πολιτικής επιβίωσής του είναι τουλάχιστον ενδιαφέρον το παιχνίδι του με τον αγοραίο (αν και σχιζοφρενικό) εθνικισμό.

Εκείνο που δεν είναι κατανοητό είναι η στάση του ΚΚΕ, που ενώ επιστρατεύει για να αιτιολογήσει την άρνησή του στη συμφωνία μια σειρά από λογικά επιχειρήματα, όπως την πάγια αντιπαλότητά του με τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ («μεγάλο εγκληματικό στοιχείο»), την αντίθεσή του με τα σχέδια των ΗΠΑ και ΕΕ, ακόμη και την άρνησή του να δεχθεί την ανεξαρτησία του Κόσοβου υπό μια εύλογη αντίθεσή του στην αλλαγή των συνόρων, τελικά καταλήγει σε ένα πυρήνα προβληματικών θέσεων τις οποίες θα ζήλευε και ο πλέον ακραίος «εθνικός» λόγος: το ότι αναγνωρίζεται «Μακεδόνας πολίτης» και «μακεδονική γλώσσα» καθιστούν τη συμφωνία «απαράδεκτη και επικίνδυνη», καθώς «όλα τα αλυτρωτικά εθνικιστικά ζητήματα είναι σε πλήρη ισχύ και αύριο θα διεκδικήσουν ζητήματα μειονότητας».

Τέλος πόσοι βρέθηκαν να στηλιτεύσουν (για να μη μιλήσουμε για την κυβέρνηση που την υιοθέτησε χωρίς υποσημειώσεις) την «εθνικά υπερήφανη» στάση του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων που ως άλλος Αττίλας δήλωσε ότι σε ενδεχόμενη απόβαση Τούρκων σε ελληνική βραχονησίδα, θα ισοπεδώσει τη νησίδα προασπιζόμενος τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.

Πόσα κυριαρχικά δικαιώματα έχουν άραγε οι ισοπεδωμένοι ύφαλοι;

 
< Προηγ.
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή