Ο καπιταλιστής ως εργαζόμενος επιχειρηματίας στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου Εκτύπωση
Τεύχος 144, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2018


Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΗΣ ΩΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ ΣΤΟΝ 3ο ΤΟΜΟ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ


του Γιώργου Οικονομάκη


1. Εισαγωγή


Η εμφάνιση του καπιταλιστή ως εργαζομένου και η δικαιολόγηση του κέρδους ως «μισθού εποπτείας»-διεύθυνσης αποτελεί βασικό θεωρητικό στήριγμα της αστικής θέσης για αρμονία ταξικών συμφερόντων κεφαλαίου και εργασίας και απουσία ταξικής εκμετάλλευσης. Σε αυτήν την κατεύθυνση και παράδοση (με την οποία βρέθηκε αντιμέτωπος και ο Μαρξ) εδράζεται η προβληματική του Hollander. Ο Μαρξ καταπιάνεται σε πολλά σημεία του έργου του με το ζήτημα του «μισθού εποπτείας»-διεύθυνσης και της διάκρισής του από το κέρδος, όχι χωρίς αντιφάσεις, η συστηματική πραγμάτευση των οποίων αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστής μελέτης. Μπορούμε, ωστόσο, να διακρίνουμε στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου, στο κεφάλαιο 23, «Τόκος και επιχειρηματικό κέρδος», τόσο τη βασική γραμμή της μαρξικής προβληματικής όσο και τον μη πάντα διαυγή τρόπο με τον οποίο εκτίθεται η συλλογιστική του, όπως και τις σημαντικές αντιφάσεις της ανάλυσής του. Όπως θα επιχειρήσουμε να δείξουμε, αυτές δεν έχουν καθόλου το χαρακτήρα που νομίζει ή θέλει να εμφανίσει ο Hollander (βλ. σε αυτό το τεύχος τα κείμενα των Βασίλη Δρουκόπουλου και Γιάννη Μηλιού). Το πρόβλημα μάλλον αφορά στην προσπάθεια του Μαρξ να δείξει ότι ο καπιταλισμός έχει μπει σε μια πορεία σταδιακής αποσύνθεσης, αναζητώντας «μεταβατικές μορφές» σε καπιταλιστικές μορφές, υπό τον καθορισμό τεχνικιστικών και όχι ταξικών προσδιορισμών. Εκεί βρίσκεται το κυρίως αδύνατο σημείο της ανάλυσής του, που αξιοποιεί ο Hollander (2008: 433-434) ισχυριζόμενος ότι η αναγνώριση από τον Μαρξ της αμοιβής του μάνατζερ ως μισθού («μισθού εποπτείας») υπονομεύει – τη μαρξική –θεωρία της εκμετάλλευσης, καθώς υπονοεί ευθέως ότι και ο «ιδιοκτήτης του κεφαλαίου» - «ενεργός κεφαλαιοκράτης» ως μάνατζερ δημιουργεί αξία και υπεραξία, παρόλο που ο Μαρξ αρνήθηκε να επεξεργαστεί περαιτέρω το ζήτημα αυτό (βλ. άρθρο του Βασίλη Δρουκόπουλου στο παρόν τεύχος).


2. «Επιχειρηματικό κέρδος» και «μισθός εποπτείας»-διεύθυνσης: πρώτη θεώρηση


Εξετάζοντας το «επιχειρηματικό κέρδος» και συζητώντας για τη διάσπαση της υπεραξίας σε τόκο και επιχειρηματικό κέρδος ο Μαρξ γράφει:


«Ο τόκος είναι μια σχέση ανάμεσα σε δύο κεφαλαιοκράτες [τον κεφαλαιοκράτη του χρήματος και τον ενεργό κεφαλαιοκράτη] και όχι ανάμεσα στον κεφαλαιοκράτη και τον εργάτη. Από την άλλη μεριά, αυτή η μορφή του τόκου προσδίδει στο άλλο μέρος του κέρδους την ποιοτική μορφή του επιχειρηματικού κέρδους και, παραπέρα, τη μορφή του μισθού εποπτείας» (Μαρξ 1978-β: 483, βλ. και 480).


Στην ανάλυση του Μαρξ, ωστόσο, εμπλέκονται τρεις διακριτές συνιστώσες εισοδημάτων, «τόκος», «επιχειρηματικό κέρδος» και «μισθός εποπτείας» – που υπερβαίνουν τη διάκριση «κεφαλαιοκράτη του χρήματος» και «ενεργού κεφαλαιοκράτη» – καθώς ο «μισθός εποπτείας» εμφανίζεται ως μια μορφή διαφοροποιημένη από το «επιχειρηματικό κέρδος» του «ενεργού κεφαλαιοκράτη». Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στη μεγάλη επιχείρηση όπου διαχωρίζεται η ιδιοκτησία από τη διεύθυνση.


«Η αντίληψη του επιχειρηματικού κέρδους σαν μισθού εποπτείας της εργασίας… στηρίζεται ακόμα στο ότι πράγματι ένα μέρος του κέρδους μπορεί να ξεχωριστεί σαν μισθός εργασίας… ή πιο σωστά, αντίστροφα, στο ότι ένα μέρος του μισθού εργασίας, πάνω στη βάση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, εμφανίζεται σαν συστατικό μέρος του κέρδους. Το μέρος αυτό [του κέρδους], όπως το διαπίστωσε σωστά ο Άνταμ Σμιθ, παρουσιάζεται καθαρό, αυτοτελές και εντελώς χωρισμένο, από τη μια μεριά, από το κέρδος (το κέρδος με την έννοια του αθροίσματος του τόκου και του επιχειρηματικού κέρδους) και, από την άλλη, από εκείνο το μέρος του κέρδους που, ύστερα από την αφαίρεση του τόκου, απομένει σαν το λεγόμενο επιχειρηματικό κέρδος και που παίρνει τη μορφή των αποδοχών του διευθυντή στους κλάδους εκείνους που οι διαστάσεις τους κ.λπ. επιτρέπουν έναν επαρκή καταμερισμό της εργασίας, τέτ[ο]ιο που να μπορεί να διαθέτει ένα ιδιαίτερο μισθό εργασίας για έναν διευθυντή» (όπ.π.: 484).


Εδώ ο Μαρξ φαίνεται να θεωρεί ότι ο «μισθός εποπτείας»-διεύθυνσης ενώ «εμφανίζεται σαν συστατικό μέρος του κέρδους» είναι στοιχείο των κοστών παραγωγής («μισθός εργασίας»), και εμφανίζεται καθαρά όταν «παίρνει τη μορφή των αποδοχών του διευθυντή στους κλάδους εκείνους που οι διαστάσεις τους κ.λπ. επιτρέπουν έναν επαρκή καταμερισμό της εργασίας, τέτοιο που να μπορεί να διαθέτει ένα ιδιαίτερο μισθό εργασίας για έναν διευθυντή». Φαίνεται έτσι ο Μαρξ να υποστηρίζει ότι υπάρχει ένας «μισθός εργασίας που δικαιούται ο ιδιοκτήτης του κεφαλαίου» - «ενεργός κεφαλαιοκράτης» που ασκεί εποπτεία-διεύθυνση επί της εργασίας. Όπως θα δούμε στη συνέχεια μια τέτοια ερμηνεία δεν ανταποκρίνεται στη βασική κατεύθυνση της μαρξικής ανάλυσης για τον «ιδιοκτήτη του κεφαλαίου» - «ενεργό κεφαλαιοκράτη».

Στη θέση του για τους διευθυντές των μεγάλων επιχειρήσεων ο Μαρξ επανέρχεται και στη συνέχεια της ανάλυσής του (βλ. όπ.π.: 489-492). Το σημείο αυτό απαιτεί μια χωριστή πραγμάτευση, που θα κάνουμε συνοπτικά πιο κάτω.


3. Η «διπλή φύση» της «εργασίας της εποπτείας και της διεύθυνσης»


Ας δούμε όμως ειδικότερα τη «λειτουργία» του καπιταλιστή και το χαρακτήρα του εισοδήματός του.


«Ο κεφαλαιοκράτης δημιουργεί υπεραξία, όχι γιατί εργάζεται σαν κεφαλαιοκράτης αλλά γιατί, παρά την ιδιότητά του σαν κεφαλαιοκράτης, εργάζεται επίσης» (όπ.π.: 483).


Με τη διατύπωση αυτή ο κεφαλαιοκράτης εμφανίζεται όχι απλώς ως δημιουργός αξίας αλλά ειδικότερα και υπεραξίας.

Θα πρέπει να δεχτούμε ότι οι παραπάνω διατυπώσεις του Μαρξ δίνουν έδαφος σε αιτιάσεις τύπου Hollander. Χωρίς να αρνούμαστε τις αντιφάσεις και ασάφειες της μαρξικής ανάλυσης (βλ. πιο κάτω), εν πολλοίς οι αιτιάσεις αυτές εδράζονται σε μια αποσπασματική-επιλεκτική σταχυολόγηση, μια εκλεκτικιστική ανάγνωση του Μαρξ, σύμφωνα με την οποία: ο καπιταλιστής αποτελεί εν μέρει φορέα ταξικής εκμετάλλευσης και εν μέρει φορέα παραγωγής αξίας, του τμήματος εκείνου της αξίας που αντιστοιχεί στην εργασία εποπτείας την οποία επιτελεί.

Σ’ αυτήν την αποσπασματική-επιλεκτική σταχυολόγηση, και εκλεκτικιστική ανάγνωση του Μαρξ δεν γίνονται κατανοητά τα επίπεδα αφαίρεσης της ανάλυσής του.

Ας δούμε γιατί:

Αμέσως μετά τη διατύπωση της θέσης περί «μισθού εποπτείας»-διεύθυνσης που αποτελεί στοιχείο των κοστών παραγωγής, κ.λπ., ο Μαρξ διευκρινίζει για την «εργασία της εποπτείας και της διεύθυνσης»:


«Η εργασία της εποπτείας και της διεύθυνσης παρουσιάζεται κατ’ ανάγκη παντού, όπου το άμεσο προτσές παραγωγής έχει μορφή ενός συνδυασμένου προτσές […] Έχει όμως διπλή φύση» (όπ.π.: 484, δική μου υπογράμμιση).


Αυτή η «διπλή φύση» αφορά, αφενός


«όλες τις εργασίες, στις οποίες συνεργάζονται πολλά πρόσωπα [και όπου], η συνοχή και η ενότητα του προτσές εκφράζονται με μια διευθύνουσα θέληση» (όπ.π.: 484).


Αφετέρου,


«η εργασία αυτή της εποπτείας προκύπτει απαραίτητα σε όλους τους τρόπους παραγωγής, που βασίζονται στην αντίθεση ανάμεσα στον εργαζόμενο, τον άμεσο παραγωγό, και στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής. Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή η αντίθεση, τόσο μεγαλύτερος είναι ο ρόλος που παίζει αυτή η εργασία της εποπτείας» (όπ.π.: 484-485).


Επομένως, ο Μαρξ φαίνεται να αποδίδει στο ζήτημα της εργασίας της εποπτείας και διεύθυνσης «διπλή φύση»: μια τεχνική, ή τεχνικιστική, και μια ταξική, χωρίς αυτή η διάκριση να είναι εύκολα ορατή σε κάθε διατύπωση της προβληματικής του, ή και συνεκτική θεωρητικά (βλ. πιο κάτω).

Γράφει λοιπόν παραπέρα:


«Η δουλ[ε]ιά της διεύθυνσης και της εποπτείας, εφόσον δεν είναι [απλώς] μια ιδιαίτερη λειτουργία που απορρέει από τη φύση κάθε συνδυασμένης κοινωνικής εργασίας [δηλαδή, συμπληρώνουμε, την πρώτη “φύση”, την τεχνική ή τεχνικιστική], αλλά από την αντίθεση ανάμεσα στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής και τον ιδιοκτήτη μόνο της εργατικής δύναμης [δηλαδή, συμπληρώνουμε, τη δεύτερη “φύση”, την ταξική] […] αυτήν τη λειτουργία, που πηγάζει από την υποδούλωση του άμεσου παραγωγού, την χρησιμοποιήσανε αρκετά συχνά για να δικαιολογήσουν αυτή την ίδια τη σχέση, και η εκμετάλλευση, η ιδιοποίηση ξένης απλήρωτης δουλ[ε]ιάς έχει εξίσου συχνά προβληθεί σαν ο μισθός εργασίας που δικαιούται ο ιδιοκτήτης του κεφαλαίου» (όπ.π.: 486-487).


Η τοποθέτηση εδώ του Μαρξ είναι καθαρή ως προς τη λειτουργία της διεύθυνσης-εποπτείας σε συνθήκες ταξικής εκμετάλλευσης. Όταν αναφερόμαστε σε σχέσεις ταξικής εκμετάλλευσης, ο «μισθός εργασίας» για τη «δουλειά της διεύθυνσης και της εποπτείας», που ασκεί ο «ιδιοκτήτης του κεφαλαίου» - «ενεργός κεφαλαιοκράτης», είναι φενάκη. Συγκαλύπτει τη σχέση εκμετάλλευσης. Ο «μισθός εργασίας» του «ιδιοκτήτη του κεφαλαίου» - «ενεργού κεφαλαιοκράτη» είναι «ιδιοποίηση ξένης απλήρωτης δουλειάς».

Υπό την παραπάνω οπτική θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι αυτή η «διπλή φύση» της εργασίας της εποπτείας και διεύθυνσης αντιστοιχεί στη μαρξική διάκριση της παραγωγικής εργασίας από την άποψη του «απλού προτσές παραγωγής» (παραγωγή αξιών χρήσης) και της παραγωγικής εργασίας από την άποψη του «κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής» (παραγωγή ανταλλακτικών αξιών) (βλ. Μαρξ 1978-α). Αυτό μπορεί να διαφανεί από το απόσπασμα που ακολουθεί.

Γράφει ο Μαρξ για τις «ιδιαίτερες λειτουργίες» του κεφαλαιοκράτη:


«Οι ιδιαίτερες λειτουργίες που έχει να εκπληρώσει ο κεφαλαιοκράτης σαν κεφαλαιοκράτης και που ακριβώς έχει χρέος να τις εκπληρώσει σε διάκριση από τους εργάτες και σε αντίθεση προς αυτούς, παρασταίνονται σαν απλές λειτουργίες της εργασίας […] το ίδιο το προτσές εκμετάλλευσης εμφανίζεται σαν απλό προτσές εργασίας, στο οποίο ο ενεργός κεφαλαιοκράτης κάνει μόνο μια διαφορετική δουλ[ε]ιά από τη δουλ[ε]ιά που κάνει ο εργάτης. Έτσι που η εργασία, η οποία εκμεταλλεύεται και η εργασία που την εκμεταλλεύτηκαν, και οι δύο σαν εργασία είναι ταυτόσημες. Η εργασία, η οποία εκμεταλλεύεται είναι εξίσου εργασία, όπως η εργασία που την εκμεταλλεύονται» (Μαρξ 1978-β: 483, δική μου υπογράμμιση).


Ο Μαρξ δεν αρνείται ότι ο «ενεργός κεφαλαιοκράτης»εργάζεται στην κεφαλαιοκρατική διαδικασία παραγωγής. Η εργασία του είναι εκείνη της εξουσιαστικής οργάνωσης της διαδικασίας εκμετάλλευσης, ωστόσο μια τέτοια εργασία εμφανίζεται να έχει έναν αντικειμενικό και αναγκαίο χαρακτήρα: εκείνο του οργανωτή της παραγωγής. Έτσι, αν κάνουμε αφαίρεση από την καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής-εκμετάλλευσης, η εργασία του καπιταλιστή εμφανίζεται να έχει μια αντικειμενική λειτουργία-συμμετοχή-συμβολή στην παραγωγή αξιών χρήσης, όχι στην εκμετάλλευση, δηλαδή την παραγωγή υπεραξίας. Σε αυτή την «αντικειμενική» λειτουργία-συμμετοχή-συμβολή αναφέρεται ο Μαρξ όταν γράφει ότι «το ίδιο το προτσές εκμετάλλευσης εμφανίζεται σαν απλό προτσές εργασίας» και η εργασία του κεφαλαιοκράτη απλώς ως εργασία. Και αυτή η «αντικειμενική» λειτουργία-συμμετοχή-συμβολή αφορά στην πρώτη, την τεχνική ή τεχνικιστική «φύση» της εργασίας της διεύθυνσης και εποπτείας. Σε αυτήν την πρώτη «φύση» θα αντιστοιχούσε ένας «μισθός εργασίας» για το φορέα της εργασίας της διεύθυνσης και εποπτείας.

Αν δεν κάνουμε μια τέτοια αφαίρεση από τις σχέσεις εκμετάλλευσης, αλλά παραβλέψουμε την ταξική «ιδιότητα» του καπιταλιστή, τότε η εργασία του καπιταλιστή, όπως κάθε άλλου εργαζομένου στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής, εμφανίζεται ως εργασία παράγουσα υπεραξία («ο κεφαλαιοκράτης δημιουργεί υπεραξία γιατί εργάζεται… επίσης», όπως είδαμε πιο πριν να υποστηρίζει ο Μαρξ).

Ωστόσο, η ταξική «ιδιότητα» του καπιταλιστή, ο ίδιος ο εκμεταλλευτικός ρόλος του (εξουσία επί της παραγωγής και οικειοποίηση της υπεραξίας της εκμεταλλευόμενης εργασίας) αίρει μια τέτοια «ιδιότητα» (= παραγωγή υπεραξίας) από την εργασία του καπιταλιστή.

Για αυτό ο Μαρξ συμπληρώνει αμέσως πιο κάτω από τη θέση του περί του καπιταλιστή ως παραγωγού υπεραξίας:


«Αυτό το μέρος της υπεραξίας, επομένως, δεν είναι πια καθόλου υπεραξία, αλλά η αντίθεσή της, ένα ισοδύναμο για εργασία που έγινε» (όπ.π.: 483).


Εφόσον ο καπιταλιστής «εισπράττει» στο ακέραιο τη δική του εργασία (δηλαδή εισπράττει το «ισοδύναμο για εργασία που έγινε»), η εργασία του δεν είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης (= παραγωγή υπεραξίας). Επομένως, το «ισοδύναμο για εργασία που έγινε», δεν αποτελεί κόστος μεταβλητού κεφαλαίου (ως «μισθός εποπτείας»-διεύθυνσης). Ο ίδιος ο μαρξικός προσδιορισμός του μεταβλητού κεφαλαίου αποκλείει, άλλωστε, μια τέτοια ερμηνεία, καθώς αμοιβή από μεταβλητό κεφάλαιο σημαίνει παραγωγική εργασία, εντός της κεφαλαιοκρατικής διαδικασίας παραγωγής, ήτοι εκμεταλλευτική σχέση. Επομένως δεν τίθεται θέμα κοστολόγησης της εργασίας του καπιταλιστή, και ένταξης του «κόστους εργασίας» του στα κόστη παραγωγής. Η «εργασία που έγινε», είναι η εργασία της εκμετάλλευσης ξένης μισθωτής εργασίας και το «ισοδύναμό» της είναι η υπεραξία της ξένης μισθωτής εργασίας. Επομένως, ο «μισθός εργασίας» του «ιδιοκτήτη του κεφαλαίου» - «ενεργού κεφαλαιοκράτη» δεν είναι παρά η υπεραξία της μισθωτής εργασίας.


4. Ο «μισθός» του μάνατζερ-διευθυντή στη μεγάλη καπιταλιστική επιχείρηση


Το ερώτημα που παραμένει είναι η «φύση» του «μισθού εποπτείας»-διεύθυνσης του μη νομικού κατόχου των μέσων παραγωγής, δηλαδή του διευθυντή της μεγάλης καπιταλιστικής επιχείρησης. Εδώ βρίσκεται το κυρίως αδύνατο σημείο της ανάλυσης του Μαρξ, που αξιοποιεί ο Hollander, όπως σημειώθηκε στην εισαγωγή.

Η ανάλυση του Μαρξ σαφώς υποδεικνύει ότι η αμοιβή του διευθυντή της κεφαλαιοκρατικής μετοχικής επιχείρησης είναι «μισθός εποπτείας»-διεύθυνσης και εντάσσεται στα κόστη παραγωγής της επιχείρησης. Μάλιστα ταυτίζεται η λειτουργία του διευθυντή της κεφαλαιοκρατικής μετοχικής εταιρείας με εκείνη που επιτελεί ο διευθυντής σε ένα συνεταιριστικό εργοστάσιο.


«Ο μισθός που παίρνει ο διευθυντής μιας εμπορικής ή βιομηχανικής επιχείρησης εμφανίζεται εντελώς χωρισμένος από το επιχειρηματικό κέρδος και στα συνεταιριστικά εργοστάσια των εργατών, και στις κεφαλαιοκρατικές μετοχικές επιχειρήσεις. […] Στο συνεταιριστικό εργοστάσιο εκπίπτει ο αντιφατικός χαρακτήρας της εποπτικής εργασίας, γιατί ο διευθυντής πληρώνεται από τους εργάτες, αντί να αντιπροσωπεύει απέναντί τους κεφάλαιο. Οι μετοχικές επιχειρήσεις γενικά […] έχουν την τάση αυτήν τη διευθυντική δουλ[ε]ιά σαν λειτουργία να την χωρίζουν όλο και περισσότερο από την κατοχή του κεφαλαίου […] ο απλός διευθυντής που δεν κατέχει υπό κανένα τίτλο το κεφάλαιο […] εκπληρώνει όλες τις πραγματικές λειτουργίες που υπάγονται στον ενεργό κεφαλαιοκράτη σαν τέτ[ο]ιο – έτσι παραμένει μόνο ο λειτουργός και εξαφανίζεται ο κεφαλαιοκράτης της παραγωγής σαν περιττό πρόσωπο» (όπ.π.: 489-490).


Η εμβρίθεια της ανάλυσης του Μαρξ στο σημείο αυτό υποχωρεί προκειμένου να δείξει ότι ο καπιταλιστής ιδιοκτήτης καθίσταται «περιττό πρόσωπο» και ότι οι ίδιες οι «κεφαλαιοκρατικές μετοχικές επιχειρήσεις», όπως και τα «εργοστάσια των συνεταιρισμών» αποτελούν «μεταβατικές μορφές από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής στο συνεταιριστικό τρόπο, μόνο που στις πρώτες η αντίθεση έχει αρθεί αρνητικά και στα δεύτερα θετικά» (όπ.π.: 556).


«Λέω αμέσως ότι οι αναλύσεις αυτές [του Μαρξ]», δηλαδή «εκείνες κυρίως που αναφέρονται στη διευθυντική και εποπτική εργασία κατά την παραγωγική διαδικασία», γράφει ο Πουλαντζάς, «παρουσιάζουν ασφαλώς επαμφοτερισμούς, εφόσον ακριβώς ο Μαρξ εξετάζει “χωριστά” την πλευρά του τεχνικού καταμερισμού και την πλευρά του κοινωνικού καταμερισμού, χωρίς να δείχνει πάντα πως ο πρώτος συναρμόζεται με την κυριαρχία του δεύτερου... [γεγονός που πέραν οποιουδήποτε άλλου λόγου] οφείλεται επίσης σε “οικονομιστικές – τεχνικιστικές” σκωρίες, παρούσες μέσα στο έργο του, που τις συναντάμε σε μια σειρά προβλήματα» (Πουλαντζάς 1982: 279).


Οι «οικονομιστικές-τεχνικιστικές» αυτές «σκωρίες» ευθέως ανάλογες με τον οικονομισμό του περίφημου «Προλόγου» της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (βλ. Οικονομάκης, 2000 ) οδηγούν λοιπόν τον Μαρξ να παραβλέπει την ταξική ιδιότητα των διευθυντών των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, όταν αυτοί δεν είναι νομικοί ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Αν, λοιπόν ο Μαρξ, συνάρμοζε τον τεχνικό καταμερισμό υπό την κυριαρχία του κοινωνικού-ταξικού καταμερισμού εργασίας, και δεν εγκλωβιζόταν στις τεχνικές πλευρές της εργασίας εποπτείας και διεύθυνσης, θα έπρεπε καταρχήν να αντιμετωπίσει τοn διευθυντή της κεφαλαιοκρατικής μετοχικής επιχείρησης διαφορετικά από το διευθυντή του συνεταιριστικού εργοστασίου που «πληρώνεται από τους εργάτες, αντί να αντιπροσωπεύει απέναντί τους κεφάλαιο»˙ λέμε καταρχήν, παραβλέποντας εδώ βαθύτερα ζητήματα που ανάγονται στις σχέσεις διεύθυνσης-εκτέλεσης, στα οποία, όπως γράφει ο Πουλαντζάς (όπ.π.: 279), «η προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα βοήθησε […] να κάνουμε αποφασιστικά βήματα». Αν ο Μαρξ αντιλαμβανόταν το διευθυντή της μετοχικής καπιταλιστικής επιχείρησης ως αφεντικό, εφόσον αποτελεί, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, τον πραγματικό «λειτουργό» της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής-εκμετάλλευσης, δηλαδή τον πραγματικό ενεργό καπιταλιστή, τότε, αντιστοίχως θα έπρεπε να θεωρήσει την εργασία εποπτείας και διεύθυνσης του διευθυντή της κεφαλαιοκρατικής μετοχικής επιχείρησης ως «δουλειά κυριαρχίας και εποπτείας» πάνω στον εργάτη και το «μισθό» του ως παραγόμενο από την εργασία του μισθωτού εργάτη.


«Όπως ο δούλος, πρέπει και ο μισθωτός εργάτης να έχει ένα αφεντικό για να το βάζει να εργάζεται και για να τον κυβερνάει. Και, προϋποθέτοντας αυτήν τη σχέση κυριαρχίας και δουλείας, είναι κανονικό το γεγονός ότι ο μισθωτός εργάτης εξαναγκάζεται να παράγει το δικό του μισθό εργασίας και επιπλέον το μισθό εποπτείας σαν αντιστάθμισμα για τη δουλ[ε]ιά κυριαρχίας και εποπτείας πάνω του» (όπ.π.: 487, δική μου υπογράμμιση).


Επομένως, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι στην εργασία του αφεντικού της παραγωγής (ανεξάρτητα από το αν είναι ή όχι νομικός ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής) αντιστοιχεί ένας «μισθός εποπτείας»-διεύθυνσης, αυτός ο «μισθός» δεν είναι μέρος των κοστών παραγωγής (όπως θέλει η νεοκλασική θεωρία του «κανονικού κέρδους»), αλλά τμήμα του κέρδους, εφόσον παράγεται από την εργασία.

Αλλά στη θεώρηση του καπιταλιστή νομικού ιδιοκτήτη ως «περιττού προσώπου» ανακύπτουν και άλλα ζητήματα. Ο καπιταλιστής κεφαλαιούχος, όντας περιττός, είναι «εξωτερικός» της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής, ανάλογος του γαιοκτήμονα στη ρικαρδιανή ανάλυση (βλ. άρθρο του Γιάννη Μηλιού στο παρόν τεύχος). Κάτι τέτοιο, ωστόσο, είναι εκτός της βασικής γραμμής της μαρξικής προβληματικής. Η θεώρηση του διευθυντή της κεφαλαιουχικής μετοχικής επιχείρησης ως απλού μισθωτού δημιουργεί ρήγματα στη συνοχή της μαρξικής ανάλυσης.


5. Ως συμπέρασμα


Στη βάση της παραπάνω προβληματικής, και κατατάσσοντας το διευθυντή-«μάνατζερ», σε διάκριση από τα «εκτελεστικά όργανα» της νέας μικροαστικής τάξης, στην καπιταλιστική τάξη, θεωρώντας ως εκ τούτου ότι «η αμοιβή των μάνατζερς εξαρτάται κυρίως από τα κέρδη της επιχείρησης» (Πουλαντζάς όπ.π.: 283˙ σχετικά και Μηλιός και Οικονομάκης, 2007), μπορεί να εξαχθεί το ακόλουθο συμπέρασμα: Η εργασία του «ενεργού κεφαλαιοκράτη» (νομικού ή μη ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής), ως εργασία εκμετάλλευσης ξένης μισθωτής εργασίας, δεν αποτελεί «συστατικό στοιχείο» της αξίας. Η αξία, ως ο ενδοφυής προσδιορισμός των τιμών, δεν είναι τεχνική κατηγορία. Η αξία δεν αποτελεί άθροισμα χρόνων εργασίας των καθοιονδήποτε τρόπο συμμετεχόντων στη διαδικασία καπιταλιστικής παραγωγής. Είναι ταξική αποτύπωση της εκμεταλλευτικής σχέσης.


Βιβλιογραφία


Μαρξ, Κ. (1978-α), Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (1978-β), Το Κεφάλαιο, Τόμος Τρίτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μηλιός, Γ. και Οικονομάκης, Γ. (2007), «Εργατική τάξη και μεσαίες τάξεις: ταξική θέση και ταξική τοποθέτηση. (Μια κριτική προσέγγιση στη θεωρία των κοινωνικών τάξεων του Νίκου Πουλαντζά)», Θέσεις, τ. 99, Απρίλιος - Ιούνιος, σελ. 19-55.

Οικονομάκης, Γ. (2000), Τρόποι παραγωγής, καπιταλιστικό σύστημα και γεωργία, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Πουλαντζάς, Ν. Α. (1982), Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό, Αθήνα: Θεμέλιο.

Hollander, S. (2008), The Economics of Karl Marx. Analysis and Application, Cambridge: Cambridge University Press.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή