Η πολιτική του κεφαλαίου στη Βραζιλία. Ο δομικός νεοφιλελευθερισμός μέχρι την εκλογή Μπολσονάρο. Εκτύπωση
Τεύχος 146, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2019


Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΣΤΗ ΒΡΑΖΙΛΙΑ.

Ο ΔΟΜΙΚΟΣ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ

ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΜΠΟΛΣΟΝΑΡΟ



της Σοράγια Λουνάρντι και του Δημήτρη Δημούλη



Κατά τη βραζιλιανή προεκλογική εκστρατεία του 2018 για εκλογή Προέδρου, κυβερνητών, βουλευτών και γερουσιαστών κυριάρχησε ένα φαινόμενο. Ο Ζαΐρ Μεσσίας Μπολσονάρο. Το απόλυτα διαφορετικό που, όπως θα δούμε, είναι περίπου το ίδιο. Πρόκειται για απόστρατο, στην ουσία απότακτο, λοχαγό του βραζιλιανού στρατού, ο οποίος από το 1988 κάνει πολιτική καριέρα. Γεννημένος το 1955, με αποκλειστικά στρατιωτική εκπαίδευση, πέρασε από εννέα κόμματα και υποστήριζε σχεδόν πάντα την εκάστοτε κυβέρνηση, αρεσκόμενος σε εμπρηστικά λογύδρια και σε ακρότητες, μη διστάζοντας να συμμετέχει σε talk show. Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του υποστήριζε διεκδικήσεις των στρατιωτικών, για να γίνει στη συνέχεια εκπρόσωπος της πλέον συντηρητικής πτέρυγας σε ζητήματα «ηθών» (οικογένεια, ομοφυλοφιλία, «αξίες»).

Η υποψηφιότητά του αντιμετωπίσθηκε αρχικά με ειρωνεία, με δεδομένη την εμφανή ανετοιμότητά του και την απουσία συνεργατών και πολιτικής στήριξης. Ο Μπολσονάρο προσπάθησε να πάρει το χρίσμα διαφόρων κομμάτων, αλλά δεν το κατάφερε, καταλήγοντας στο ασήμαντο PSL (Partido Social Liberal) που εξέλεξε έναν μόνο βουλευτή στις εκλογές του 2014 και ουσιαστικά δεν έχει μέλη.

Τι έκανε αυτή την περιθωριακή φυσιογνωμία να ανέβει εντυπωσιακά στις δημοσκοπήσεις, να πάρει το μεγαλύτερο ποσοστό στον πρώτο γύρο, αφήνοντας πίσω του μερικούς από τους πιο έμπειρους πολιτικούς και τελικά να κερδίσει με μεγάλη διαφορά στο δεύτερο γύρο τον Φερνάντο Αντάτζι, ένα σοβαρό και πολιτικά έμπειρο καθηγητή Πανεπιστημίου που εκπροσωπούσε το Κόμμα των Εργαζομένων (Partido dos Trabalhadores – PT), έχοντας πάρει το χρίσμα από τον φυλακισμένο πρώην Πρόεδρο Λούλα;

Για να εξηγήσουμε αυτό το παράδοξο θα αναφερθούμε στην οικονομική και στην πολιτική εξέλιξη της Βραζιλίας στις τελευταίες δεκαετίες για να επικεντρωθούμε ακολούθως στις περιστάσεις και τα χαρακτηριστικά της προεκλογικής εκστρατείας Μπολσονάρο. Θα αναφερθούμε, καταληκτικά, στις προοπτικές που διαφαίνονται αυτή τη στιγμή (Δεκέμβριος 2018), τις παραμονές ανάληψης της Προεδρίας από τον λοχαγό που οι οπαδοί του αποκαλούν «Μύθο» (Mito).


1. Οικονομική κατάσταση (1964-2018)1


Βασικό στοιχείο της οικονομικής εξέλιξης από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ήταν η εκβιομηχάνιση της χώρας, κυρίως με δημιουργία βαριάς εγχώριας βιομηχανίας και η υιοθέτηση ποικίλων μέτρων προστατευτισμού και οικονομικών περιορισμών (φόροι, γραφειοκρατικά εμπόδια) που έφταναν μέχρι και την πλήρη απαγόρευση εισαγωγής προϊόντων σε ορισμένους τομείς, όπου κρινόταν σημαντική η υποστήριξη της εθνικής βιομηχανίας (πολιτική «εθνικισμού»).

Στη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας που κυβέρνησε με πλήρη συναίνεση της αστικής τάξης από το 1964 ως το 1985, επιταχύνθηκε η βιομηχανοποίηση, με έντονη κρατική παρέμβαση και με δημιουργία πληθώρας κρατικών εταιρειών, αποβλέποντας στη σχεδιασμένη ανάπτυξη. Το αποτέλεσμα ήταν η μεγάλη αύξηση του ΑΕΠ μέχρι το 1973 (ετήσια αύξηση μεταξύ 10% και 15%) και της βιομηχανικής παραγωγής (συνολική αύξηση πάνω από 50% μεταξύ 1965 και 1973). Αυτή η φάση αποκλήθηκε «οικονομικό θαύμα». Το θαύμα εξηγείται με την καταστολή του εργατικού κινήματος, τη μείωση των πραγματικών μισθών και την εντυπωσιακή αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας (Rego και Marques [επιμ.] 2018: 112-113).

Μετά την πετρελαϊκή κρίση, ακολούθησε μια εικοσαετία σχετικής ύφεσης και καλπάζοντος πληθωρισμού που ξεπέρασε το ποσοστό του 2.000% ετησίως στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ο πληθωρισμός αποτελούσε μια διαδικασία έμμεσης και διαρκούς μείωσης της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και ανήχθη σε βασικό πολιτικό πρόβλημα της χώρας. Σε συνδυασμό με την ύφεση ήταν βασικός λόγος για την πτώση της δικτατορίας το 1985.

Οι εκλεγμένες κυβερνήσεις άσκησαν από το 1985 πολιτική «ανοίγματος» της οικονομίας με μείωση των ποικίλων περιορισμών και απαγορεύσεων της πολιτικής υποκατάστασης εισαγωγών, με αποτέλεσμα οι μέσοι δασμοί εισαγωγής να πέσουν από 41% το 1988 σε 13% το 1995 (Rego και Marques [επιμ.] 2018: 182). Ταυτόχρονα το κράτος μείωσε τις παρεμβάσεις στην αγορά.

Από το 1991 εφαρμόσθηκε ένα ευρύ πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων με πώληση δημοσίων επιχειρήσεων συχνά σε χαμηλές τιμές (Εθνικό πρόγραμμα αποκρατικοποίησης, PND). Οι αγοραστές είχαν την ευχέρεια να πληρώνουν με χρεωστικούς τίτλους του βραζιλιανού δημοσίου ή με την ανάληψη χρεών των επιχειρήσεων, χωρίς δηλαδή να αυξάνουν το ενεργητικό του δημοσίου. Μεταλλουργικές εταιρίες, σιδηρουργίες, επιχειρήσεις ενεργείας και τηλεπικοινωνιών, πετροχημικές εταιρίες και τράπεζες πέρασαν στα χέρια ιδιωτών, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του κρατικού τομέα, ακυρώνοντας την κίνηση εθνικοποίησης των προηγουμένων δεκαετιών. Παρά τις απόπειρες, δεν ιδιωτικοποιήθηκε πάντως ο κολοσσός Πετρομπράς λόγω της αντίστασης των εργαζομένων. Το πρόγραμμα συνεχίστηκε ως το 2001 με συνολικά έσοδα για το δημόσιο 100 δις δολάρια (συνυπολογίζοντας πώληση κρατικών μετοχών και μακρόχρονες παραχωρήσεις δημοσίων υπηρεσιών).2 Επρόκειτο για ετήσια έσοδα που αντιστοιχούσαν στο 1% του ΑΕΠ.

Η κυβέρνηση του (μετανοημένου μαρξιστή) Φ.Ε. Καρντόζο (1994-2002) εφάρμοσε ένα επιτυχές πρόγραμμα μείωσης του πληθωρισμού κάτω από το 10%. Η νεοφιλελεύθερη ομάδα οικονομολόγων περί τον Πρόεδρο έλαβε τα εξής βασικά μέτρα: (α) σημαντική μείωση των κρατικών δαπανών, (β) αύξηση της φορολογίας, (γ) εισαγωγή νέου νομίσματος (Ρεάου) μετά από τρίμηνη περίοδο σταδιακής μετατροπής των τιμών με τη βοήθεια ενός μεταβατικού, λογιστικού απλώς, νομίσματος.

Δομικό στοιχείο της οικονομικής πολιτικής Καρντόζο ήταν τα υψηλά επιτόκια και η διατήρηση της ισοτιμίας του Ρεάου σε υψηλά επίπεδα, με αποτέλεσμα οι άμεσες επενδύσεις ξένων κεφαλαίων να εκτιναχθούν από ένα ως δύο δις δολ. ετησίως μεταξύ 1970 και 1994 σε 10 ως 30 δις δολ. ετησίως από το 1996 ως το 2003.

Ο πληθωρισμός έπεσε δραστικά. Σε συνδυασμό με αυτό έγινε άνοιγμα σε επενδύσεις, συνεχίστηκαν οι ιδιωτικοποιήσεις και μειώθηκαν οι κρατικές δαπάνες και οι πόροι για κοινωνική πολιτική. Το μόνο εξαγγελθέν μέτρο που δεν υλοποιήθηκε ήταν η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής... Αυτά είχαν ως μακροοικονομικό αποτέλεσμα την αύξηση του ΑΕΠ και τη σταθεροποίηση του λαϊκού εισοδήματος σε συνδυασμό με πολιτικές στήριξης των φτωχότερων στρωμάτων. Ως προς το τελευταίο, θεσπίσθηκαν διάφορα επιδόματα, τα οποία είχαν συγκριτικά μικρό κόστος, αλλά μεγάλο οικονομικό αντίκτυπο, αφού αύξαναν σε σημαντικό ποσοστό τα χαμηλότερα εισοδήματα (για όποιον έχει εισόδημα 100 δολάρια, ένα επίδομα 50 δολαρίων σημαίνει εισοδηματική αύξηση 50%, ενώ η ίδια δαπάνη του κρατικού προϋπολογισμού αυξάνει 10% το εισόδημα όποιου έχει μισθό 500 δολάρια).

Το 1998, η αύξηση του δημοσίου χρέους (κυρίως λόγω της πληρωμής τόκων σε δανειστές) και η διαρκής υποτίμηση του νομίσματος οδήγησε σε αίτηση ένταξης σε πρόγραμμα του ΔΝΤ με δάνειο 41 δις δολάρια και σε δεύτερο πακέτο 30 δις το 2002, με δέσμευση του τότε υποψηφίου Λούλα ότι θα σεβόταν τη συμφωνία με το ΔΝΤ.

Από το 1999, η οικονομική πολιτική βασίζεται στο αποκληθέν μακροοικονομικό τρίπτυχο:

α) ελεύθερη διακύμανση της ισοτιμίας χωρίς παρεμβάσεις της κεντρικής τράπεζας, εκτός από ακραίες περιπτώσεις (με βάση τη θέση ότι το δολάριο είναι ένα απλό εμπόρευμα),

β) ποσοτικοί στόχοι δημοσιονομικής πειθαρχίας, καθορίζοντας ετησίως ένα πρωτογενές πλεόνασμα (που επιτυγχανόταν μέχρι το 2013 και δεν επετεύχθη ξανά ως σήμερα),

γ) αριθμητικός στόχος ετήσιου πληθωρισμού και καθορισμός μιας ζώνης επιτρεπτής διακύμανσης (συνήθως 2%).

Σε αυτά προστίθεται ένα τέταρτο στοιχείο, η πολιτική διευκόλυνσης της κίνησης κεφαλαίων, πολιτική που πάγια ακολουθείται, συμπεριλαμβανομένων των διευκολυμένων πλέον εισαγωγών βιομηχανικών προϊόντων.

Από το 2003 έχουμε τα «χρυσά χρόνια Λούλα». Η εμφανιζόμενη ως αριστερή κυβέρνηση του Κόμματος των Εργαζομένων (2003-2010) διατήρησε το νεοφιλελεύθερο μακροοικονομικό τρίπτυχο και το άνοιγμα της οικονομίας στο εξωτερικό. Εκτός του ότι ο Λούλα δεσμεύθηκε ότι θα ακολουθήσει τις συνταγές του ΔΝΤ, διόρισε στις θέσεις-κλειδιά του οικονομικού επιτελείου στελέχη αρεστά σε τράπεζες και «αγορές». Ο πληθωρισμός κρατήθηκε κάτω από το 10% και υπήρχε πάντα πρωτογενές πλεόνασμα, ενώ το νόμισμα, παρά την ελεύθερη διακύμανση, δεν γνώρισε σημαντική υποτίμηση.

Το εμπορικό ισοζύγιο βελτιώθηκε, τα κέρδη των ξένων επενδυτών εκτοξεύθηκαν στα ύψη και το ΑΕΠ γνώρισε σημαντική αύξηση, καίτοι μικρότερη της αναμενόμενης. Η ανεργία μειώθηκε από 20% το 2003 σε 11% το 2014 και το χρέος προς το ΔΝΤ εξοφλήθηκε το 2005. Η γενική ευφορία που εκδηλωνόταν με την αύξηση της κατανάλωσης και του δανεισμού των νοικοκυριών, δεν κρύβει το ότι η κυβέρνηση Λούλα ακολούθησε πολιτική που ικανοποιούσε το μεγάλο κεφάλαιο και ιδίως τον χρηματιστικό τομέα. Είναι ενδεικτικό ότι το κράτος πλήρωνε τόκους πάνω από 200 δις δολάρια ετησίως (5% του ΑΕΠ), ενώ η δαπάνη για τη στήριξη των φτωχότερων στρωμάτων με το πολυδιαφημισμένο και δημοφιλές πρόγραμμα Μπόλσα Φαμίλια (μηνιαίο επίδομα κατώτερο του ελάχιστου μισθού που δίνεται σε σχεδόν 30% του πληθυσμού) έχει δαπάνη 13 δις δολάρια, ήτοι 0, 3 του ΑΕΠ (Rego και Marques [επιμ.] 2018: 236). Οι φτωχότεροι πληρώνουν λοιπόν έμμεσους φόρους κατανάλωσης της τάξης του 25% και τόκους υπερημερίας που φτάνουν τα 400% το χρόνο με αντάλλαγμα μικρά επιδόματα, ενώ οι «δανειστές» του κράτους λαμβάνουν ως τόκους το 5% του ΑΕΠ.

Η κυβέρνηση Τζίουμα Ρουσέφι (2011-2016) συνέχισε την οικονομική πολιτική της προηγούμενης, καίτοι με μικρότερα μεγέθη ανάπτυξης και σαφή αποβιομηχάνιση, καθώς και με μέτρα περιορισμού του δανεισμού των νοικοκυριών. Τα σχέδια ενίσχυσης της βιομηχανικής ανάπτυξης και των δημοσίων έργων με χρήση φορολογικών πόρων που προήλθαν από καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, καθώς και η παροχή φορολογικών απαλλαγών σε τομείς βιομηχανίας δεν αντέστρεψαν τη γενική εικόνα της οικονομικής πολιτικής που καθοριζόταν από τραπεζίτες και δεν βελτίωνε τα μεγέθη ανάπτυξης και τις επενδύσεις. Ένα σημαντικό «αναπτυξιακό» και πολιτικά αξιοποιήσιμο μέτρο ήταν η οικοδόμηση πληθώρας λαϊκών κατοικιών από ιδιωτικές εταιρείες με γενναιόδωρη κρατική επιχορήγηση.

Από την επανεκλογή της Τζίουμα Ρουσέφι το 2015 αρχίζει μια γενικευμένη οικονομική και, ακολούθως πολιτική, κρίση. Δεν τηρείται ο στόχος πληθωρισμού. Το ΑΕΠ μειώνεται το 2015 και 2016 ετησίως σχεδόν 4%. Η ανεργία αυξάνεται από 11% το 2014 σε 17% το 2016. Πρόκειται για ύφεση διαστάσεων που η Βραζιλία δεν είχε γνωρίσει από τη δεκαετία του 1930. Οι οργανώσεις βιομηχάνων καθιστούν σαφή τη ρήξη τους με την κυβέρνηση που μείωσε σημαντικά τα επιτόκια κρατικού δανεισμού και υποτίμησε το νόμισμα για να διευκολύνει τις εξαγωγές. Καίτοι λοιπόν η κυβέρνηση υιοθετούσε την «ατζέντα του κεφαλαίου» (Loureiro και Saad Filho, 2017: 20), το μεγάλο κεφάλαιο στράφηκε εναντίον της και οι βιομήχανοι του Σάο Πάολο έγιναν σημείο αναφοράς της αντιπολίτευσης. Το κεφάλαιο ζητούσε μέτρα για την άνοδο του ΑΕΠ, μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων και του κόστους της εργασίας και, βεβαίως, μεγαλύτερα επιτόκια για τους δανειστές.

Νέα κομματικά σκάνδαλα εμφανίσθηκαν, εμπλέκοντας αυτή τη φορά την Πετρομπράς, εταιρείες δημοσίων έργων και πολιτικούς με δίκες και συλλήψεις, συμπεριλαμβανομένης και της φυλάκισης του Λούλα το 2018 (επιχείρηση «Πλυντήριο αυτοκινήτων», Lava jato). Πολλές εταιρείες οδηγήθηκαν σχεδόν σε πτώχευση. Ο συνδυασμός των δικαστικών επεμβάσεων στην πολιτική και στις επιχειρήσεις και της πτώσης των τιμών του πετρελαίου (από 100 δολ. το βαρέλι το 2014 σε 30 δολ. το 2016), έκαναν την Πετρομπράς να διακόψει τις επενδύσεις προκαλώντας 600 χιλιάδες απολύσεις στον πετρελαιακό τομέα (Rego και Marques [επιμ.], 2018: 262).

Η λεγόμενη μεσαία τάξη (ελεύθεροι επαγγελματίες, μεσαίοι επιχειρηματίες, ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι) ακολούθησε την κίνηση ρήξης με το Κόμμα των Εργαζομένων, λόγω αύξησης της φορολογίας και του κόστους εργασίας, δεδομένου ότι απομακρυνόταν κοινωνικά από τους μεγαλοκαπιταλιστές και πλησίαζε στην κοινωνική βάση που έβλεπε τους όρους ζωής της να βελτιώνονται χάρη στις κοινωνικές πολιτικές. Από το 2015 γίνονταν συνεχείς διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες με κατσαρόλες με κυρίαρχο το σύνθημα «φύγε Τζίουμα».

Η διετία Τέμερ (2016-2018) ικανοποιεί πλήρως το χρηματιστικό κεφάλαιο, σχηματίζοντας ουσιαστικά κυβέρνηση τραπεζιτών. Γίνονται ριζικές μεταρρυθμίσεις στα εργασιακά δικαιώματα, μειώνονται δραστικά οι κοινωνικές δαπάνες και πέφτει η ισοτιμία του ρεάου με σκοπό να διευκολυνθούν οι εξαγωγές. Η ανεργία αυξάνεται, οι μισθοί πέφτουν και εν γένει χειροτερεύει η θέση των λαϊκών στρωμάτων.

Πέρα από τις αλλαγές πολιτικής από τις διαδοχικές κυβερνήσεις υπάρχουν ορισμένα σταθερά σημεία στην οικονομική πολιτική από το 1988. Το πρώτο αφορά τη βιομηχανική πολιτική. Η στήριξη του κράτους και η δραστηριοποίηση κρατικών εταιρειών μειώνονται διαχρονικά, σημαδεύοντας την εγκατάλειψη της εθνικιστικής πολιτικής με έμφαση στη βαριά βιομηχανία, που ακολουθούνταν μέχρι το τέλος της δικτατορίας. Το εμπορικό ισοζύγιο έχει ισορροπία λόγω της έντασης στην εξαγωγή πρώτων υλών και κυρίως γεωργοκτηνοτροφικών προϊόντων. Αλλά και στα πλαίσια των βιομηχανικών εξαγωγών (που συνολικά βρίσκονται σε διαρκή πτώση), τα προϊόντα έντασης τεχνολογίας έχουν μικρό μερίδιο και υπάρχει πλεόνασμα μόνον σε προϊόντα έντασης εργασίας (χαρτί, ξυλεία, τρόφιμα και ποτά).3

Το δεύτερο δομικό στοιχείο της οικονομικής πολιτικής είναι η έκταση της αδήλωτης μισθωτής εργασίας. Μεγάλο τμήμα των εργαζομένων δεν δηλώνονται για να αποφεύγεται η πληρωμή εισφορών από τους εργοδότες και τους ίδιους τους εργαζομένους και άλλοι εμφανίζονται ως αυτοαπασχολούμενοι (ιδρύουν μονοπρόσωπη εταιρεία, η οποία παρέχει υπηρεσίες υπαλληλικού τύπου). Στην περίοδο 1988-2018 μεταξύ του 35% και του 45% των εργαζομένων είναι αδήλωτοι ή «αυτοαπασχολούμενοι». Οι δηλωμένοι είναι μεταξύ 50% και 55% του ενεργού πληθυσμού και οι δημόσιοι υπάλληλοι 7, 5%.

Το τρίτο δομικό στοιχείο είναι η κοινωνική ασφάλιση. Ενώ μόνον το μισό του ενεργού πληθυσμού πληρώνει εισφορές, παρέχεται συνταγματικά ως σύνταξη σε όλους ένας ελάχιστος μισθός (ύψους 250 δολ. το 2018). Αυτή τη σύνταξη λαμβάνει το 55% των εργαζομένων πόλεων και το 99% των αγροτών. Το κρατικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης είναι ελλειμματικό επειδή μεγάλο τμήμα των εργαζομένων δεν πληρώνει εισφορές και ταυτόχρονα αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής (στοιχεία σε Rego, Marques [επιμ.], 2018: 248-252). Ο ελάχιστος μισθός ως σύνταξη για όλους και τα διάφορα επιδόματα λειτουργούν ως ασπίδες προστασίας για να μη χειροτερέψει η κατάσταση των φτωχότερων στρωμάτων. Την ίδια όμως στιγμή οι έμμεσοι φόροι και τα αστρονομικά επιτόκια προσωπικού δανεισμού και υπερημερίας επιστρέφουν στις τράπεζες και στο κράτος ένα μέρος του λαϊκού εισοδήματος.

Ενόψει της κοινωνικής ασφάλισης που πληρώνει στους περισσότερους συντάξεις πείνας, οι αδιάκοπες αναφορές στην ανάγκη «μεταρρύθμισης της κοινωνικής ασφάλισης», που θα δούμε ότι κυριαρχούν και στις προτάσεις του Μπολσονάρο, σημαίνουν στην ουσία ότι η κυβέρνηση θέλει να στερήσει από τους φτωχούς ηλικιωμένους τα μηνιαία 250 δολάρια.

Το τέταρτο διαχρονικά σταθερό στοιχείο αφορά την κοινωνική ανισότητα, καταλαμβάνοντας η Βραζιλία μια από τις χειρότερες θέσεις παγκοσμίως.4 Δείκτες όπως ο Gini καθιστούν σαφή την ανισότητα και το ότι πάνω από το 30% της χώρας βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας. Αλλά δεν δείχνουν κάτι εξίσου ενδιαφέρον: τη σκανδαλώδη πόλωση στην κορυφή. 50% του εθνικού εισοδήματος ανήκει στο 5% των πιο πλούσιων. Στο εσωτερικό δε αυτής της ομάδας, η διάκριση είναι τεράστια, δεδομένου ότι το 1% του πληθυσμού ιδιοποιείται το ήμισυ αυτού του εισοδήματος. Από το 1981 ως σήμερα, οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι, οι φτωχοί φτωχότεροι και το 80% των «μεσαίων» βλέπει το εισόδημα να μειώνεται στο χρόνο. Η χώρα γίνεται δηλαδή όλο και πιο άνιση, ανεξάρτητα από προεκλογικές εξαγγελίες και «αριστερές» κυβερνήσεις.5

Ένα σημαντικό στοιχείο της ταξικής ανισότητας είναι η μεταχείριση των φτωχότερων στρωμάτων από τις κυβερνήσεις Λούλα και τις επόμενες. Με έμβλημα την καταπολέμηση του εμπορίου ναρκωτικών (όχι των μεγαλεμπόρων, αλλά των νεανικών συμμοριών σε φτωχογειτονιές) και των εγκλημάτων βίας (ένοπλες ληστείες και δολοφονίες), ο αριθμός των φυλακισμένων αυξάνεται διαρκώς, φτάνοντας στις 720.000 το 2018. Από αυτούς, το ένα τρίτο είναι προφυλακισμένοι.6 Η αστυνομία είναι από τις πιο βίαιες του κόσμου, εκτελώντας 5.000 άτομα το χρόνο, σε πολλές περιπτώσεις πυροβολώντας εν ψυχρώ και στην πλάτη. Ταυτόχρονα σκοτώνονται 300 αστυνομικοί το χρόνο, πολλοί από τους οποίους σε επιχειρήσεις αντεκδίκησης.7 Οι βίαιοι θάνατοι είναι πάνω από 60.000 το χρόνο, ξεπερνώντας τα ποσοστά χωρών με εμφύλιο πόλεμο. Με μια λέξη, η αστυνομία λειτουργεί ως μηχανή θανάτου, σε ένα παράλληλο ποινικό σύστημα με κύριους στόχους φτωχούς νέους. Έχουμε εδώ ένα ακόμη στοιχείο της ακραίας ταξικότητας που οι οικονομολόγοι σπάνια εξετάζουν.8


2. Πολιτικό σύστημα9


Το ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι για ποιο λόγο η αστική τάξη και τα κόμματα του κέντρου εγκατέλειψαν το Κόμμα των Εργαζομένων και έφτασαν σε σημείο να οργανώσουν την κίνηση ανατροπής που ήταν μεν σύμφωνη με τους νομικούς τύπους, αλλά αποτελούσε πολιτικά ένα σαφές πραξικόπημα. Το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί ενόψει των παγιωμένων χαρακτηριστικών του πολιτικού συστήματος.

Το Σύνταγμα του 1988 εξασφάλισε την ομαλή μετάβαση στη δημοκρατία μέσω διαπραγματεύσεων με τους στρατιωτικούς που εξακολούθησαν να κατέχουν θέσεις-κλειδιά και προνόμια, συμπεριλαμβανομένης της αρμοδιότητάς τους να δρουν ως όργανα δημόσιας τάξης σε περιπτώσεις ανάγκης. Εκτός αυτού, το πολιτικό προσωπικό συνέχισε τη δράση του με βάση τα παραδοσιακά σχήματα. Το μόνο νέο στοιχείο ήταν το Κόμμα των Εργαζομένων που ιδρύθηκε το 1980. Προήλθε από το συνδικαλιστικό κίνημα με αναμφισβήτητο ηγέτη τον Λούλα και έκανε δυναμική εμφάνιση ως φιλολαϊκή, αριστερή κίνηση, ως η μοναδική αυθεντική «φωνή των φτωχών».

Στη Συντακτική Συνέλευση του 1987-1988 εκφράσθηκαν διεκδικήσεις των πιο ποικίλων ομάδων, οδηγώντας σε εκείνο που αποκλήθηκε «μεγιστοποιητική συναίνεση»: δεν υπήρξαν νικητές και ηττημένοι, αλλά τα συμφέροντα όλων εκφράσθηκαν στο κείμενο του Συντάγματος (Vieira, 2013: 18). Επαφέθηκε στην πολιτική πράξη η απόφαση ποια συμφέροντα και σε ποιο βαθμό θα ικανοποιούνται σε κάθε συγκυρία.

Αναφορικά με το πολιτικό σύστημα, το Σύνταγμα έθεσε τις βάσεις ενός κοινοβουλευτισμού, με θέσπιση απλής αναλογικής για τη Βουλή των Αντιπροσώπων σε συνδυασμό με την άμεση εκλογή του Προέδρου10 και τις ευρύτατες αρμοδιότητες του Εκτελεστικού καθώς και πλήρη εξάρτηση των Υπουργών από τον Πρόεδρο. Σε δημοψήφισμα του 1993 επικυρώθηκε το εν λόγω υβριδικό σύστημα.

Το νομοθετικό σώμα της Ομοσπονδίας αποτελείται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία. Η Βουλή έχει 513 μέλη που εκλέγονται, όπως είπαμε, με απλή αναλογική. Ο αριθμός βουλευτών καθορίζεται ανά Πολιτεία, με σκοπό την πολιτική εξισορρόπηση (σε σύγκριση με τον πληθυσμό εκλέγεται μεγαλύτερος αριθμός βουλευτών στις μικρότερες πολιτείες). Η Γερουσία αποτελείται από 81 μέλη, 3 από κάθε Πολιτεία, ανεξαρτήτως μεγέθους με πλειοψηφικό σύστημα (επισημαίνουμε ότι το Σάο Πάολο έχει 44 εκατομμύρια και οι Μίνας Ζεράις 21, ενώ υπάρχουν Πολιτείες με λιγότερο από ένα εκατομμύριο κατοίκων).

Με βάση τις εκλογές του 2018 εκπροσωπούνται στις δύο Βουλές 32 κόμματα. Είναι δυνατόν να γίνει ένας χονδροειδής διαχωρισμός σε δεξιά και αριστερά κόμματα, αλλά είναι προφανές ότι δεν υπάρχει σαφής ιδεολογικός προσανατολισμός, πειθαρχία και προβλεψιμότητα πολιτικής συμπεριφοράς. Το αποτέλεσμα είναι ένας πύργος της Βαβέλ, ποικίλων συμφερόντων, διεκδικήσεων, ετερόκλητων και μεταβαλλόμενων συμμαχιών. Πώς θα κυβερνήσει ο Πρόεδρος, όταν το νικηφόρο κόμμα σπάνια έχει πάνω από 20% των εδρών; Συγκριτικές μελέτες δείχνουν ότι η Βραζιλία είναι η χώρα με το μεγαλύτερο έλλειμμα ψήφων για στήριξη του Προέδρου (Power 2010: 22).

Εκτός από τον κατακερματισμό του Κοινοβουλίου που μετατρέπει το κόμμα του Πρόεδρου σε επαίτη ψήφων, έχουμε την εξαιρετική πολυπλοκότητα και σύγκρουση συμφερόντων σε μια τεράστια χώρα, στην οποία ορισμένες Πολιτείες (οι Νοτιοανατολικές) είναι οικονομικά ισχυρές και πληθυσμιακά πυκνές και άλλες (Βόρειες και ιδίως Βορειοανατολικές) αραιοκατοικημένες, αγροτικές και με ενδημικά προβλήματα ξηρασίας, αναλφαβητισμού και πείνας. Είδαμε ότι αυτές οι Πολιτείες έχουν αναλογικά ισχυρότερη εκπροσώπηση στα νομοθετικά σώματα, άρα μεγάλα περιθώρια διαπραγμάτευσης των τοπικών πολιτικών ελίτ («ασύμμετρη ομοσπονδία»).

Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ενός συστήματος σχέσεων νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας που αποκλήθηκε presidencialismo de coalizão. Ο όρος αποδόθηκε στα αγγλικά ως coalitional presidentialism (Power 2009). Μπορεί να τον αποδώσουμε περιφραστικά ως «προεδρικό σύστημα ευρέων συμμαχιών» ή «πολυκομματικό προεδρικό σύστημα», για να δηλωθεί το ότι ο Πρόεδρος και το κόμμα του δεν μπορούν να κυβερνήσουν χωρίς τη διαρκή προσπάθεια προσεταιρισμού βουλευτών, ανάλογα και με τη θέση των διαφόρων κοινοβουλευτικών ομάδων και λόμπι σε κάθε θέμα.

Οι πρώτες εκλογές μετά τη θέσπιση Συντάγματος του 1988 έγιναν το 1990. Εκλέχθηκε Πρόεδρος ο Φερνάντο Κόλορ τζι Μέλο, νεαρός πολιτικός που καταγόταν από οικογένεια επιχειρηματιών και πολιτικών. Καίτοι δεν υποστηριζόταν από τα μεγάλα κόμματα και είχε απέναντί του το φλογερό λόγο και τις υποσχέσεις του Λούλα για κοινωνική δικαιοσύνη, κατάφερε να εκλεγεί με βασική υπόσχεση το ότι θα φέρει το «νέο» και «πατριωτικό», καταπολεμώντας τη διαφθορά, τη φοροδιαφυγή και τα πελατειακά δίκτυα. Το επιθετικό στιλ και τα στομφώδη λογύδριο με δυσνόητες λέξεις δεν ήταν βεβαίως αρκετά για να αλλάξει κάτι σημαντικό. Τα πολιτικά κόμματα στράφηκαν εναντίον του, υπήρξαν λαϊκές διαμαρτυρίες λόγω μη βελτίωσης της οικονομικής κατάστασης και τελικά ο Κόλορ αποπέμφθηκε από το Κοινοβούλιο (τυπικά παραιτήθηκε) τον Δεκέμβριο του 1992. Ο ίδιος δήλωσε επιγραμματικά: «δεν φτάνουμε σε συναντίληψη, διότι οι πολιτικοί επιδιώκουν μερίδιο εξουσίας, οι επιχειρηματίες θέλουν να διατηρήσουν τα κέρδη τους και οι εργαζόμενοι έχουν συντεχνιακή νοοτροπία» (Abranches, 2018: 107). Θα προσθέταμε ότι ο ίδιος ο Κόλορ δεν θέλησε να συμμαχήσει με ορισμένους εκ των ανωτέρω και πήγε σπίτι του με στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων για οκτώ χρόνια.

Η περίπτωση Κόλορ είναι ενδεικτική της λειτουργίας του presidencialismo de coalizão. Ο Κόλορ δεν εξασφάλισε στήριξη από την πλειοψηφία, δυσαρέστησε πολλούς και ήταν αρκετή η εμφάνιση ενός σκανδάλου για να στραφεί η Δεξιά και η Αριστερά εναντίον του και να εκδιωχθεί. Επρόκειτο για ένα σαφές μήνυμα σχετικά με τα όρια του προεδρικού συστήματος στη Βραζιλία. Ο Πρόεδρος παραμένει στη θέση του μόνον εάν συνάψει ευρείες συμμαχίες με αντάλλαγμα τη διανομή πόρων και αξιωμάτων. Σε διαφορετική περίπτωση, επέρχεται δυσαρμονία, ο Πρόεδρος κατηγορείται για διαφθορά και μπορεί να εκδιωχθεί.

Ο Αντιπρόεδρος Ιταμάρ Φράνκο ανέλαβε την Προεδρία μέχρι το 1994, ακολουθώντας την παραδοσιακή πολιτική συμβιβασμών. Η οικονομική ύφεση εξακολούθησε, καίτοι ο Φ. Ε. Καρντόζο, ως υπουργός Οικονομικών, επεξεργάσθηκε ρεαλιστικά σχέδια καταπολέμησης του πληθωρισμού και κατάφερε να τον ελέγξει, κάτι που ήταν καθοριστικό για την εκλογική του επιτυχία το 1994.

Στην οκταετία Καρντόζο (1995-2002), βασικό κυβερνητικό κόμμα ήταν το PSDB που ιδρύθηκε ως μάλλον αριστερό, αλλά στην πράξη εξέφραζε την πολιτική του κεφαλαίου με φιλελεύθερες απόψεις σε κοινωνικά ζητήματα. Στα χρόνια αυτά επιτεύχθηκε ευρεία κεντροδεξιά συμμαχία που παρέμεινε σταθερή, βοηθούμενη από την οικονομική σταθεροποίηση με έλεγχο του πληθωρισμού και χρηματοδότηση από ιδιωτικοποιήσεις, όπως προαναφέραμε.

Η θριαμβευτική εκλογή του Λούλα και η ανάληψη της εκτελεστικής εξουσίας (2003-2010) με την υπόσχεση φιλολαϊκής πολιτικής συνοδεύθηκε από το πρόβλημα ελέγχου του νομοθετικού σώματος. Μετά από δισταγμούς αποφάσισε να προσεταιρισθεί μικρά κόμματα του κέντρου και της δεξιάς καθώς και ορισμένα στελέχη από το πολυσυλλεκτικό και πολιτικά ισχυρό PMDB, στο οποίο εντάσσονται πολιτικοί με μόνο σκοπό να αποκομίσουν οφέλη για τους ίδιους και την περιφέρειά τους. Η πολιτική σταθεροποίηση με την κίνηση προς τα δεξιά συνδυάστηκε με μια σειρά σκανδάλων αναφορικά με τη διοχέτευση πόρων σε στελέχη για τις προεκλογικές εκστρατείες και για προσωπικό πλουτισμό, με αντάλλαγμα τη στήριξη των κυβερνητικών προγραμμάτων. Από το 2004 έγιναν γνωστά σκάνδαλα, με κορυφαίο το “Mensalão” (μεγάλο μηνιάτικο) με χιλιάδες δολάρια που δίνονταν τακτικά σε βουλευτές και κόμματα από κρατικές επιχειρήσεις ή από ιδιωτικές εταιρείες που ήθελαν την εύνοια της κυβέρνησης, αναλαμβάνοντας δημόσια έργα: «ήταν πιο συμφέρον να πληρώνεται ένας στρατός μισθοφόρων από το να διανεμηθεί η εξουσία» (Abranches 2018: 248).

Τα σκάνδαλα δεν απέτρεψαν την επανεκλογή του Λούλα και, ακολούθως, την εκλογή της Τζίουμα Ρουσέφι ως διαδόχου του, παρά την κινητοποίηση της Δεξιάς εναντίον των «διεφθαρμένων» του Κόμματος των Εργαζομένων και τις δικαστικές καταδίκες πολλών στελεχών. Η κοινωνική πολιτική και η πρωτοφανής ενίσχυση της κατανάλωσης εξασφάλιζε την υποστήριξη των λαϊκών στρωμάτων που λίγο ενδιαφέρονταν για το ηθικώς άμεμπτο των κυβερνώντων (οποιοσδήποτε Βραζιλιάνος θα πει: «όλοι οι πολιτικοί είναι κλέφτες»). Ο Λούλα έφτασε να έχει δημοτικότητα 82% το 2009, κάτι μοναδικό στην πολιτική ιστορία της χώρας και ως σήμερα λατρεύεται στα Βορειοανατολικά και στις φτωχογειτονιές ως «πατέρας των φτωχών».

Ενόψει των εκλογών του 2010 αποφασίσθηκε η παγίωση της συμμαχίας με το PMDB. Έκφραση αυτού ήταν η επιλογή του Μισέλ Τέμερ, ιστορικού στελέχους και τότε ηγέτη του PMDB, ως αντιπροέδρου της Τζίουμα (Nobre 2013: 134). Η κυβέρνηση Τζίουμα αντιμετώπισε τη χειροτέρευση των οικονομικών δεικτών και την αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια από το συνδυασμό σκανδάλων, πτώσης μισθών και αυξανόμενης ανεργίας. Παράλληλα όμως είχε άνετη πλειοψηφία στο νομοθετικό σώμα λόγω της στήριξης από το PMDB. Οι πιέσεις των πολιτικών και η λαϊκή δυσαρέσκεια αυξήθηκαν μετά την επανεκλογή της το 2015, με αποτέλεσμα η Πρόεδρος να κλειστεί στο κυβερνητικό Μέγαρο και να μην ελέγχει πλέον το Κοινοβούλιο που σαμποτάριζε τις προτάσεις της και ουσιαστικά την εκβίαζε. Το PMDB αποφάσισε να έρθει σε ανοιχτή ρήξη και ο Τέμερ έγινε αιφνιδίως ηγέτης της αντιπολίτευσης. Όπως προείπαμε, το Μάρτιο του 2015 άρχισαν μαζικές λαϊκές διαμαρτυρίες με βασικό σύνθημα «φύγε Τζίουμα».

Το Κοινοβούλιο έθεσε σε κίνηση τη διαδικασία impeachment με νομική βάση δημοσιονομικές παραβάσεις δευτερεύουσας σημασίας που είχαν διαπραχθεί ατιμωρητί από προηγούμενους Προέδρους. Τον Μάιο του 2016, η Πρόεδρος απομακρύνθηκε. Ο Τέμερ ανέλαβε την Προεδρία, συμμαχώντας με κόμματα της αντιπολίτευσης, παλινορθώνοντας ουσιαστικά τη συμμαχία που στήριζε τον Φ.Ε. Καρντόζο.

Στα σχεδόν δύο χρόνια θητείας του, ο Τέμερ έσπασε όλα τα ρεκόρ αντιδημοτικότητας (κοντά στο 90%) και βρέθηκε αντιμέτωπος με πλήθος κατηγοριών χρηματισμού. Αλλά η κοινοβουλευτική συμμαχία που διηύθυνε τον διατήρησε στο αξίωμα και υπερψήφισε τις περικοπές στα εργατικά δικαιώματα και στην κοινωνική πολιτική.11 Το μόνο από τα σχέδια του που δεν έγινε νόμος ήταν η ριζική μείωση των συντάξεων με παράλληλη αύξηση του ορίου ηλικίας και του ελάχιστου χρόνου εργασίας.

Ας συνοψίσουμε. Η άμεση εκλογή Προέδρου στη Βραζιλία προσωποποιεί την πολιτική συμμαχία και συνδέει τις πολιτικές προσδοκίες με το πρόσωπο του «εκλεκτού». Στον πρώτο χρόνο μετά τις εκλογές υπάρχει ένας διάχυτος ενθουσιασμός και ο εκλεγείς ή εκλεγείσα έχουν ευχέρεια να επιβάλλουν την πολιτική τους. Σύντομα όμως αρχίζουν οι τριβές και η λαϊκή δυσαρέσκεια για την, όπως είδαμε, πάγια νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική. Και τα πάμπολλα κόμματα ζητούν ανταλλάγματα για τη στήριξη.

Το προεδρικό σύστημα ευρέων συμμαχιών με ταυτόχρονη παρουσία της ασύμμετρης ομοσπονδιακής δομής έχει πολύ μεγάλο οικονομικό και πολιτικό κόστος σταθερότητας (Abranches 2018: 10). Το κόστος είναι μεγάλο αν συγκριθεί με τα κοινοβουλευτικά συστήματα ενισχυμένης αναλογικής (Ελλάδα), με τα κοινοβουλευτικά δικομματικά λόγω πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος (Αγγλία) ή με τα δικομματικά προεδρικά (ΗΠΑ). Η απουσία οργανωμένων και σταθερών κομμάτων στη Βραζιλία οδηγεί σε διαρκείς διαπραγματεύσεις και ανακατατάξεις και, βεβαίως, ευνοεί τη συστημική διαφθορά των πολιτικών.

Δεν είναι παράδοξο το ότι σε λιγότερο από 30 χρόνια δύο από τους τέσσερις εκλεγμένους Προέδρους (Κόλορ τζι Μέλο και Τζίουμα Ρουσέφι) απομακρύνθηκαν από το αξίωμα, ενώ αυτό σπανιότατα συμβαίνει στα δικομματικά προεδρικά συστήματα. Πρέπει δε να συνυπολογίσουμε (Abranches 2018: 12) το ότι ο τρίτος εκλεγμένος Πρόεδρος, ο Λούλα, καίτοι ήταν ο πλέον δημοφιλής και επικρατέστερος κατά την πρόθεση ψήφου για τις εκλογές του 2018 βρίσκεται σήμερα στη φυλακή και του απαγορεύθηκε νομοθετικά να συμμετάσχει στις εκλογές λόγω της καταδίκης του. Το πολιτικό σύστημα των ευρέων συμμαχιών είναι αμείλικτο με τους ηττημένους Προέδρους.


3. Το πρόγραμμα Μπολσονάρο. Ακροδεξιά και ακραίος νεοφιλελευθερισμός


3.1. Ιδεολογία της προεκλογικής εκστρατείας Μπολσονάρο («ατζέντα ηθών»)


Στην προεκλογική εκστρατεία που, όπως είπαμε εισαγωγικά, ξεκίνησε ως γραφική πρόταση ενός ακροδεξιού και κατέληξε με θριαμβευτική νίκη στο δεύτερο γύρο, ο Μπολσονάρο βασίσθηκε στο τρίπτυχο Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια με έμφαση στα ακόλουθα.

Πρώτον, δραστικά μέτρα κατά της εγκληματικότητας, με βασικές προτάσεις την αύξηση των ποινών, την περαιτέρω νομιμοποίηση της σοβούσας αστυνομικής βίας και το γενικό δικαίωμα οπλοφορίας με απλουστευμένες διαδικασίες, ώστε ο «τίμιος» πολίτης να μπορεί να «αμύνεται» (ο ίδιος ο Μπολσονάρο δήλωσε επανειλημμένα ότι κοιμάται με ένα πιστόλι δίπλα του).12

Δεύτερον, έκφραση των πιο συντηρητικών απόψεων για τη σεξουαλική ηθική με αιχμή τις ύβρεις και ειρωνείες εις βάρος των γκέι.

Τρίτον, περιφρόνηση για τους ινδιάνους και, σε μικρότερο βαθμό, για τους μαύρους.

Τέταρτον, αναφορές στο «φυσικό» ρόλο των γυναικών και ύβρεις για όσες γυναίκες είναι υπέρ των εκτρώσεων και του φεμινισμού και δεν ασχολούνται με τα οικιακά.

Πέμπτον, αδιάκοπες επιθέσεις εναντίον αριστερών, περιβαλλοντιστών και καλλιτεχνών και υιοθέτηση δύο θεωριών συνωμοσίας. Η πρώτη σχετίζεται με τα περί «πολιτιστικού μαρξισμού». Οι ανά τον κόσμο κομμουνιστές, αφού ηττήθηκαν πολιτικά, επιχειρούν να διαβρώσουν την παραδοσιακή δυτική κοινωνία (έθνος και χριστιανισμός), μέσα από την κριτική σε αξίες και την προβολή «παγκοσμιοποιητικών» ιδεωδών. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η πολεμική εναντίον προοδευτικών απόψεων στα σχολεία, καταγγέλλοντας τη σεξουαλική αγωγή (“kit gay”) και υποστηρίζοντας το σχέδιο νόμου «Ακομμάτιστο Σχολείο» που θα απαγορεύει στους διδάσκοντες να προβάλλουν προσωπικές απόψεις σε πολιτικά, θρησκευτικά και σεξουαλικά ζητήματα και θα τους επιβάλλει να εκθέτουν ισορροπημένα «όλες τις απόψεις» (πέντε λεπτά Δαρβίνος, πέντε λεπτά Βίβλος).

Ένας οπαδός των παραληρημάτων για τον πολιτιστικό μαρξισμό, ο Ερνέστο Αραούζο, διορίσθηκε Υπουργός Εξωτερικών, δηλώνοντας ότι ο Τραμπ είναι ο μόνος που μπορεί να σώσει τη Δύση από την ασιατική και μουσουλμανική απειλή και ότι η Βραζιλία θα καταγγείλει το σύμφωνο του ΟΗΕ για τη μετανάστευση.

Η δεύτερη θεωρία συνωμοσίας αφορά τη δράση μιας διεθνούς κομμουνιστών με την επωνυμία Foro de São Paulo που οργανώθηκε από το βραζιλιανό Κόμμα Εργαζομένων και έχει ως σκοπό την επιβολή κομμουνιστικών δικτατοριών σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική (όντως γίνονται συναντήσεις αριστερών κομμάτων με αυτή την επωνυμία, αλλά το επίπεδό τους είναι ανάλογο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς).

Έκτον, ύμνοι για τη στρατιωτική δικτατορία (1964-1985), που, κατά τον Μπολσονάρο, έσωσε τη χώρα από τον κομμουνισμό και καταδίωξε τους «τρομοκράτες». Η ρητορική αυτή χρησίμευσε για να επιτεθεί στο Κόμμα Εργαζομένων και να το εμφανίσει ως «κομμουνιστικό», κάτι που θα έπρεπε να προκαλέσει ακράτητα γέλια, αλλά έγινε πιστευτό και αναπαράχθηκε από εκατομμύρια Βραζιλιάνων.

Εδώ τελειώνουν τα γεγονότα και αρχίζουν οι ερμηνείες. Οι περισσότεροι σχολιαστές της προεκλογικής εκστρατείας εκτός Βραζιλίας, αλλά και μια μερίδα βραζιλιάνων διανοούμενων και οργανώσεων της Αριστεράς, σχολιάζουν τα παραπάνω θεωρώντας τον Μπολσονάρο φασίστα, επισημαίνοντας το ενδεχόμενο επιβολής στρατιωτικής δικτατορίας. Εντελώς ενδεικτικά, ο βραζιλιάνος καθηγητής φιλοσοφίας Βλαντιμίρ Σαφάτλε αναφέρεται ρητά σε άνοδο του φασισμού.13 Από την πλευρά της, η Καθημερινή προειδοποιεί τους αναγνώστες: «ο φασισμός προ των πυλών στη Βραζιλία».14

Συνιστούν όμως οι απόψεις του Μπολσονάρο, που παρουσιάσαμε πιο πάνω, «φασισμό»; Και μπορεί να θεωρηθεί η εκλογή του προάγγελος ενός φασιστικού καθεστώτος; Εξεταζόμενες στην ουσία τους, οι θέσεις του είναι σαφώς ακροδεξιές. Δεδομένου ότι στη Βραζιλία δεν υπάρχει ζήτημα μετανάστευσης, θεωρούνται αποδιοπομπαίοι τράγοι ορισμένες κοινωνικές ομάδες και βέβαια γίνεται άμεση επίθεση στην Αριστερά.

Ένα ιδιαίτερο (και πρωτόγνωρο για τη Βραζιλία των τελευταίων τριάντα ετών) στοιχείο είναι η στενή σύνδεση του Μπολσονάρο με τον στρατό. Εξελέγη μαζί του ως Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας ο στρατηγός Αμίουτον Μοουράο, γνωστός για τις ακροδεξιές θέσεις του και αποστρατευθείς επειδή υποστήριξε στρατιωτική επέμβαση εναντίον της κυβέρνησης Τζίουμα. Πολλοί βουλευτές της κίνησης Μπολσονάρο είναι στρατιωτικοί ή αστυνομικοί και η κυβέρνησή του θα έχει απόστρατους επικεφαλής σημαντικών Υπουργείων (Άμυνα, Υποδομές, Προεδρία Κυβέρνησης, Τεχνολογία). Όλα αυτά δείχνουν την άμεση σύνδεση του Μπολσονάρο με το «βαθύ κράτος» και με τις εθνικοπατριωτικές ιδέες. Αλλά δεν νομίζουμε ότι επιτρέπουν να μιλάμε για φασισμό.

Πίσω από τον Μπολσονάρο δεν υπάρχει κάποια οργάνωση, κίνημα ή οποιαδήποτε παραστρατιωτική σύνδεση ατόμων που απειλούν με άσκηση βίας. Δεν υπάρχει καν σοβαρή κομματική οργάνωση. Η προεκλογική εκστρατεία οργανώθηκε με ελάχιστα χρήματα, με τη βοήθεια των τριών γιων του, επίσης πολιτικών, και ενός στενού κύκλου εμπίστων. Ούτε μεγάλα μίντια ούτε χρηματοδοτήσεις ούτε μηχανισμοί προπαγάνδας. Δεδομένου ότι η νομοθεσία επιβάλλει οι υποψήφιοι Πρόεδροι να είναι μέλη κόμματος, ο Μπολσονάρο διαπραγματεύθηκε με διάφορα μικρά κόμματα και, όπως είπαμε, προσχώρησε στο πολιτικά ανύπαρκτο PSL (Partido Social Liberal).

Η προεκλογική εκστρατεία βασίσθηκε σε σύντομα ερασιτεχνικά βίντεο και σε μηνύματα σε κινητά, μέσω της πολύ διαδεδομένης στη Βραζιλία εφαρμογής whatsapp. Οι οπαδοί του έστελναν διαρκώς σε ομάδες «φίλων» γελοιογραφίες, λογοπαίγνια και ρήσεις του στυλ «να πάτε στην Κούβα αν δεν σας αρέσει η Βραζιλία» ή «ανθρώπινα δικαιώματα είναι το λίπασμα της αλητείας». Πρόκειται για έναν ελεύθερο σκοπευτή χωρίς οργανωμένο μηχανισμό. Αυτά δείχνουν ότι είμαστε πολύ μακριά από τους τρόπους δράσης των φασιστικών οργανώσεων.

Κατά δεύτερο λόγο, το πρόγραμμα Μπολσονάρο είναι ακραία και αποκλειστικά νεοφιλελεύθερο, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Ο φασισμός συνδέθηκε ιστορικά με τον ισχυρό ρόλο του κράτους ως ρυθμιστή της παραγωγής και της κοινωνικής ζωής, συνιστώντας το αντίθετο της απορρύθμισης και της συρρίκνωσης του κράτους που επιδιώκει ο Μπολσονάρο.

Η ηθική ατζέντα του Μπολσονάρο απορρέει από αντιλήψεις ακροδεξιών ανά τον κόσμο, καθώς και από πεποιθήσεις των ευαγγελικών εκκλησιών στη Βραζιλία. Το ενδιαφέρον είναι ότι στις εκλογές των τελευταίων δεκαετιών κανένας σοβαρός υποψήφιος για την προεδρία δεν υιοθέτησε τέτοιες αντιλήψεις. Ο Μπολσονάρο τις εισήγαγε στο κέντρο της πολιτικής σκηνής και ενθουσίασε τμήμα των λαϊκών στρωμάτων. Σε αυτό έγκειται η βασική διαφορά του από τους άλλους πολιτικούς, καίτοι οι αντιλήψεις καθεαυτές δεν έχουν τίποτε το πρωτότυπο.


3.2. Ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός του Μπολσονάρο («ατζέντα οικονομίας»)


Ο Μπολσονάρο αρέσκεται να δηλώνει ότι δεν έχει ιδέα από ζητήματα οικονομίας και εμπιστεύεται απόλυτα τον Δρ. Πάουλο Γκέτζις, ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα Υπερυπουργού Οικονομίας και οργάνωσε οικονομικό επιτελείο της εμπιστοσύνης του. Διδάκτορας οικονομικών του Πανεπιστημίου του Σικάγου και καθηγητής μακροοικονομίας, ο Γκέτζις πλούτισε ως διευθυντικό στέλεχος τραπεζών και χρηματιστηριακών εταιρειών. Μιλά ασταμάτητα στην τηλεόραση σε ένα είδος παραληρήματος, στο οποίο εξυμνεί τον Τοκβίλ και αποδίδει όλα τα κακά του κόσμου στη γαλλική επανάσταση, και ιδίως στο Ροβεσπιέρο που έφερε τον κρατικισμό στον κόσμο, με αποτέλεσμα την έκρηξη του πληθωρισμού, έτσι ώστε οι φτωχοί Γάλλοι να μην μπορούν να αγοράζουν ψωμί, οδηγώντας, η κρατικιστική οικονομική πολιτική, στον εμφύλιο πόλεμο.

Τον θαυμασμό του προκαλεί, αντιθέτως, η πολιτική των Λούντβιχ Έρχαρντ, Ρέηγκαν και Θάτσερ που έσωσαν τις χώρες τους από τον κρατισμό, έδωσαν ώθηση στην επιχειρηματικότητα και έφεραν ευημερία. Ενώ οι φιλελεύθεροι πολιτικοί δημιουργούν πλούτο, οι σοσιαλδημοκράτες τον εξανεμίζουν μέσω της διανομής στα φτωχότερα στρώματα. Κατά τον Γκέτζις, σκοπός μιας υγιούς οικονομικής πολιτικής είναι η μείωση των κρατικών δαπανών και των ρυθμίσεων της οικονομίας. Από τις δηλώσεις και συνεντεύξεις του ξεχωρίζουν τα εξής στοιχεία της μελλοντικής οικονομικής πολιτικής.15

Πρώτον, τάχιστη ιδιωτικοποίηση όλων των κρατικών επιχειρήσεων με σημαντικότερο τον κολοσσό Πετρομπράς. Από αυτές τις πωλήσεις αναμένει να εισπράξει ένα τρις δολάρια που θα χρησιμοποιήσει για να μειώσει το κρατικό χρέος (σήμερα περίπου 80% του ΑΕΠ). Ακολούθως διατείνεται ότι θα πουλήσει τα κρατικά ακίνητα, αναμένοντας να συλλέξει δύο τρις δολάρια. Σκοπός του είναι να μηδενιστεί το κρατικό χρέος. Στο εξής, το Δημόσιο δεν θα δανείζεται και ενόσω υπάρχουν ελλειμματικοί προϋπολογισμοί, θα χρησιμοποιούνται τα έσοδα των ιδιωτικοποιήσεων για να εξισορροπούνται οι δημόσιοι λογαριασμοί.

Δεύτερον, ριζική αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος με τάση κατάργησης της αυτόματης σύνταξης του ενός κατώτατου μισθού και με σύστημα κεφαλαιοποίησης εισφορών με ευθύνη του κάθε εργαζόμενου που θα λαμβάνει σύνταξη από ιδιωτικές εταιρείες επενδύσεων, με συνακόλουθη μείωση των εργοδοτικών εισφορών. Η αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ εργαζομένων και γενεών καταργείται και ο καθένας είναι υπεύθυνος για τη συντήρησή του. Ο Γκέτζις υπολογίζει ότι θα επέλθει άμεση μείωση 30% των καταβαλλόμενων συντάξεων και τάση κατάργησης του συστήματος για τις νέες γενιές.

Τρίτον, στα εργατικά ζητήματα προβλέπεται η κατάργηση μεγάλου μέρους της προστατευτικής νομοθεσίας, με υιοθέτηση νέου είδους συμβολαίων εργασίας. Όποιος θέλει να εργάζεται με το παραδοσιακό νομικό καθεστώς θα έχει τα πλήρη εργατικά δικαιώματα. Όποιος όμως «δεν θέλει» αυτά τα δικαιώματα, θα ακολουθεί το νέο καθεστώς, στο οποίο ο εργαζόμενος θα διέπεται αποκλειστικά από το συμβόλαιο εργασίας, χωρίς νομική στήριξη, εκτός από τα προβλεπόμενα στο Σύνταγμα δικαιώματα. Ο ίδιος ο Μπολσονάρο δήλωσε ότι το επίσημο εργασιακό καθεστώς πρέπει να πλησιάσει το καθεστώς της αδήλωτης εργασίας ή των τυπικά «αυτόνομων»16 που, όπως είδαμε, είναι πάνω από 30% του συνολικού εργατικού δυναμικού.

Τρίτον, θα μειωθούν οι φόροι των επιχειρήσεων (επ’ αυτού δεν υπάρχει μεγάλη σαφήνεια).

Τέταρτον, το εκπαιδευτικό σύστημα θα βασιστεί στην ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα (το κράτος θα δίνει «κουπόνια» με τα οποία οι γονείς θα πληρώνουν το ιδιωτικό σχολείο ή πάντως θα αφεθούν τα σχολεία στην αρμοδιότητα των Δήμων χωρίς ομοσπονδιακή επιχορήγηση) και στην εκπαίδευση από απόσταση. Θα δοθεί έμφαση στη βασική εκπαίδευση, κάτι που σημαίνει ότι θα μειωθεί η χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων (φωλιές κομμουνιστών κατά τους μπολσοναρικούς). Ο νέος υπουργός Παιδείας, φανατικός χριστιανός και ακροδεξιός, Ρικάρντο Βέλις, αμφισβητεί την εκπαίδευση από απόσταση και την εχθρότητα προς τα Πανεπιστήμια, αλλά πάντως ορκίζεται ότι θα καταπολεμήσει τον «μαρξισμό» στα σχολεία. Άγνωστο το τι θα γίνει.

Πέμπτον, η κεντρική κυβέρνηση θα πάψει να μεταφέρει πόρους στις Πολιτείες και στους Δήμους και ο καθένας οφείλει να βρει δικούς του πόρους και να κάνει την κοινωνική πολιτική που επιθυμεί («νέο ομοσπονδιακό συμβόλαιο»). Βεβαίως, ένας απλός υπολογισμός δείχνει πως εάν σήμερα οι Πολιτείες είναι υπερχρεωμένες και δεν κατορθώνουν να πληρώσουν τους υπαλλήλους τους, θα πρέπει να κλείσουν σχολεία και νοσοκομεία εάν μείνουν χωρίς ομοσπονδιακή βοήθεια.

Με αυτά τα μέτρα ο Γκέτζις ελπίζει να επιστρέψουν οι ξένοι επενδυτές λόγω μείωσης του κόστους εργασίας και των φόρων και να αυξηθεί η δηλωμένη εργασία (που δεν θα έχει το σημερινό κόστος για τον εργοδότη).

Κατανοούμε γιατί ο Μπολσονάρο αρέσκεται να λέει ότι δεν έχει ιδέα από οικονομία. Προτιμά να μιλά για ζητήματα «ηθών» και εγκληματικότητας και να εξυβρίζει την Αριστερά, κινητοποιώντας τα πλήθη, από το να αναφέρεται σε κόψιμο μισθών και συντάξεων και ξεπούλημα της κρατικής περιουσίας. Το σίγουρο είναι ότι ο Μπολσονάρο εγκαταλείπει τη θεώρηση του κράτους ως μοχλού της οικονομίας που αποτέλεσε κεντρικό πολιτικοοικονομικό στοιχείο της Βραζιλίας από το 1930, με ιδιαίτερα έντονους κρατικιστές τους δικτάτορες που ο Μπολσονάρο τόσο επαινεί.


3.3. Παράγοντες της επικράτησης. Οι τέσσερις μπολσοναρικοί πυλώνες


Ο Μπολσονάρο έλαβε στο δεύτερο γύρο ποσοστό 55% έναντι 45% του Αντάτζι. Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχουν τα ποσοστά ανά κοινωνικές κατηγορίες που αποκαλύπτονται από τις έρευνες για πρόθεση ψήφου. Έρευνα του Ινστιτούτου Ibope πριν από το δεύτερο γύρο17 έδειξε ότι οι άντρες έδωσαν στον Μπολσονάρο 58% και μόλις 33% στον Αντάτζι, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για τις γυναίκες ήταν 46% και 40%. Από την άποψη του μορφωτικού επιπέδου, ο Αντάτζι κέρδιζε μόνον σε όσους έχουν φτάσει μέχρι την τετάρτη δημοτικού και έχουν εισόδημα κάτω από έναν κατώτατο μισθό. Το μεγαλύτερο ποσοστό κέρδισε ο Μπολσονάρο σε όσους έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση και εισόδημα πάνω από 5 κατώτατους μισθούς (65%). Από γεωγραφική άποψη, ο Αντάτζι κέρδιζε συντριπτικά στα Βορειανατολικά (57% έναντι 33%), ενώ στις νότιες Πολιτείες τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 28% και 62%.

Είναι δύσκολο να βρούμε άλλο παράδειγμα ψήφου τόσο σαφώς διαχωρισμένης ανάλογα με το φύλο, το εισόδημα, τη μόρφωση και τον τόπο κατοικίας. Πρόκειται για ταξική ψήφο των κυρίαρχων εναντίον των κυριαρχούμενων.

Εξίσου σημαντική είναι και η σχέση ψήφου και θρησκευτικής ένταξης. Η ακροδεξιά ατζέντα ενθουσιάζει τους θρησκόληπτους που αυξήθηκαν θεαματικά τις τελευταίες δεκαετίες με την ενδυνάμωση των νεοπεντηκοστιανών ευαγγελικών εκκλησιών. Σε κάθε γωνιά της χώρας υπάρχει μια εκκλησία και ένας πάστορας που μιλά διαρκώς για την επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες, την οικογενειακή συνοχή, την αποχή από το αλκοόλ και βέβαια την ανάγκη να δίνουν οι πιστοί 10% του εισοδήματος στην εκκλησία. Μεγάλα κανάλια έχουν αγοραστεί από ευαγγελικές εκκλησίες που μεταδίδουν κηρύγματα, συνεντεύξεις με πιστούς και θρησκευτικά σήριαλ. 25% των Βραζιλιάνων είναι ήδη ευαγγελικοί, συνήθως μετά από «αναβάπτιση» καθολικών. Ο Μπολσονάρο δεν ξεκαθαρίζει εάν είναι καθολικός ή ευαγγελικός, αλλά οι ευαγγελικοί του έδωσαν νίκη σε ποσοστό 66%, ήτοι 11% πάνω από το μέσο εθνικό ποσοστό.

Οι ευαγγελικοί αποτελούν τον πρώτο και ποσοστιαία πολύ σημαντικό πυλώνα της εκλογής του. Στις προηγούμενες εκλογές υποστήριζαν βασικά το Κόμμα Εργαζομένων ως «φωνή των φτωχών», ενώ ο Μπολσονάρο κατάφερε να τους φέρει στο δεξιό συνασπισμό με ενεργητική συμμετοχή των παστόρων στην προεκλογική εκστρατεία και με εκλογή πολλών ευαγγελικών στο Κοινοβούλιο (91 κοινοβουλευτικοί είναι πάστορες ή συνδεόμενοι με ευαγγελικές εκκλησίες).

Ο δεύτερος, αριθμητικά λιγότερο σημαντικός, πυλώνας είναι η αποκαλούμενη στη Βραζιλία μεσαία τάξη, που ορίζεται με βάση περιγραφικά κριτήρια ως τάξη ατόμων με οικογενειακό εισόδημα πάνω από 2.000 δολ. το μήνα. Τα μέλη της είναι ελεύθεροι επαγγελματίες, επιχειρηματίες και ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι. Στην πλειοψηφία τους είναι λυσσώδεις πολέμιοι του Κόμματος Εργαζομένων που θεωρείται υπεύθυνο για την αύξηση μισθών των λαϊκών τάξεων και για τη φορολόγηση της μεσαίας τάξης. Αναμένουν ότι ο Μπολσονάρο θα επαναφέρει την παραδοσιακή ιεραρχία που αποτελούσε συνέχεια των δουλοκτητικών πρακτικών με μια μεγάλη εξαθλιωμένη μάζα πρόθυμη να υπηρετήσει τα αφεντικά.

Τον τρίτο πυλώνα αποτέλεσε ο στρατός και η αστυνομία που πλησιάζουν στο ένα εκατομμύριο στελέχη, πολλαπλασιαζόμενα με μέλη των οικογενειών τους και είδαν στον Μπολσονάρο την υπόσχεση αναβάθμισης της θέσης τους και των εισοδημάτων τους, καθώς και την επιστροφή στις «πατριωτικές» αξίες.

Ο τέταρτος πυλώνας είναι το τραπεζικό και βιομηχανικό κεφάλαιο που θεώρησε ότι ο Μπολσονάρο είναι ο καλύτερος υποψήφιος αφού όχι μόνον υπόσχεται μια καθαρόαιμη επίθεση του κεφαλαίου κατά των εργαζομένων, αλλά και εξασφαλίζει τη συναίνεση των λαϊκών μαζών που ουδείς άλλος δεξιός πολιτικός κατάφερε λόγω των κατηγοριών περί διαφθοράς.

4. Προοπτικές


Η κυβέρνηση Μπολσονάρο θα επιφέρει σίγουρα τομές στην πολιτική και στην οικονομία. Από το τέλος της δικτατορίας ως σήμερα, παρά τις κρίσεις και τις μερικές αλλαγές πολιτικής, υπήρξε, όπως είδαμε, θεμελιώδης συνέχεια στις οικονομικές επιλογές (πολιτική του κεφαλαίου με διατήρηση της σκανδαλώδους ταξικής ανισότητας, αλλά και με έντονη παρουσία του κράτους στην οικονομία). Εξίσου πάγια ήταν η φιλελεύθερη διαμόρφωση της δημόσιας ζωής (χωρίς να αγνοείται ο ρατσισμός, η βίαιη καταστολή, τα εγκλήματα κατά ομοφυλοφίλων και το συγκριτικά υψηλό ποσοστό βίαιων θανάτων). Από πολιτική άποψη επικράτησε το σχήμα των διαπραγματεύσεων και κυμαινόμενων συμμαχιών. Θα αλλάξουν αυτά ριζικά επί Μπολσονάρο, όπως ο ίδιος υπόσχεται;

Αρκετοί παρατηρητές επισημαίνουν ότι ριζικές αλλαγές δεν μπορεί να υλοποιηθούν στη Βραζιλία. Άλλωστε στις εβδομάδες που μεσολάβησαν από την εκλογή του ως σήμερα, ο Μπολσονάρο όχι μόνον κατηγορείται για σκάνδαλα, αλλά και σχετικοποιεί προεκλογικές δηλώσεις, λέγοντας π.χ. ότι από τις 150 κρατικές επιχειρήσεις θα ιδιωτικοποιήσει μόνον τις 50 και «σε δεύτερη φάση» άλλες 50.18 Αν όμως η Πετρομπράς, η ενεργειακή Φούρνας και οι δύο κρατικές τράπεζες παραμείνουν στο κράτος, λίγα αλλάζουν στον κρατικό τομέα.

Από πολιτική άποψη το βασικό και άμεσο εμπόδιο είναι η κομματική σκηνή. Τα 30 κόμματα δείχνουν κατακερματισμό χωρίς προηγούμενο ακόμη και στη Βραζιλία. Απέναντι σε κόμματα χωρίς σαφή ιδεολογία και γραμμή, οι προηγούμενοι Πρόεδροι χρησιμοποιούσαν τις θέσεις στελεχών σε κρατικές υπηρεσίες και επιχειρήσεις και τις (νόμιμες ή παράνομες) ενισχύσεις ως κίνητρο για το σχηματισμό της πλειοψηφίας. Θα μπορέσει ο Μπολσονάρο να πείσει τους νομοθέτες να καταργήσουν μέσω ιδιωτικοποίησης τη βασική πηγή εσόδων και γοήτρου για τους ίδιους; Και θα τους πείσει να καταργήσουν τα εργατικά δικαιώματα και τις συντάξεις, οφείλοντας μετά να εξηγήσουν στους ψηφοφόρους τους γιατί αποδέχθηκαν την πιο άγρια επίθεση εναντίον του λαϊκού εισοδήματος;

Ο πολιτικός επιστήμονας Ροζέριο Αράντες παρουσίασε τρία ενδεχόμενα σενάρια, τα οποία παρουσιάζουμε στη συνέχεια με δικά μας σχόλια και προσθήκες (Arantes 2018).

Σενάριο ομαλοποίησης. Ο Μπολσονάρο θα υποταγεί στις απαιτήσεις του πολιτικού συστήματος ευρέων συμμαχιών, κάνοντας διαρκείς διαπραγματεύσεις και παραχωρήσεις, παύοντας να εμφανίζεται ως ανεξάρτητος πολιτικός και εφαρμόζοντας τμήματα του προγράμματος. Είναι πιθανό να περάσουν νομοσχέδια στα ζητήματα «ηθών» και καταπολέμησης της εγκληματικότητας, αλλά δύσκολα θα γίνουν ριζικές αλλαγές στην οικονομία και δεν θα καταργηθούν μέσω ιδιωτικοποιήσεων οι 20.000 «θέσεις εμπιστοσύνης» σε δημόσιες υπηρεσίες, στις οποίες διορίζονται πρόσωπα της επιλογής των πολιτικών.

Σενάριο αυταρχισμού. Ο Μπολσονάρο θα εγκαθιδρύσει αυταρχικό καθεστώς που θα μιμείται τον τρόπο δράσης της στρατιωτικής δικτατορίας με διατήρηση κοινοβουλευτικών διαδικασιών. Θα υπάρξει καταστολή αντιπάλων και κλίμα τρομοκρατίας και θα επιβάλλει μεγάλο μέρος του προγράμματός του με τη βία.

Σενάριο αστάθειας. Θα υπάρξει μια αντιφατική κυβέρνηση με λαϊκές αντιδράσεις και αντικρουόμενα μέτρα, σε κατάσταση αναταραχής και με επιθετική εξωτερική πολιτική. Οι λοιπές εξουσίες θα αντισταθούν και δεν αποκλείεται η κίνηση διαδικασιών για απομάκρυνσή του Μπολσονάρο.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι θα γίνει στο μέλλον. Το πιο πιθανό είναι να επιχειρήσει ο Μπολσονάρο να εφαρμόσει το πρόγραμμά του κατά το τρίτο σενάριο και όπου βρίσκει αντίδραση να καταφεύγει στις παραδοσιακές μεθόδους συμβιβασμού. Πολλά πράγματα θα αλλάξουν προς το χειρότερο (νεοφιλελευθερισμός και συντηρητισμός), αλλά οι βασικές ισορροπίες δεν θα μεταβληθούν. Ως έμπειρος πολιτικός θα προτιμήσει τον συμβιβασμό από το δημόσιο ανάθεμα που γνώρισαν ο Κόλορ και η Τζίουμα.

Σε κάθε περίπτωση, το κεφάλαιο θα εξακολουθεί να κυριαρχεί με πολιτικές αποδόμησης των όποιων κρατικών παροχών, διαιωνίζοντας την σκληρή εκμετάλλευση και την ακραία ανισότητα.



Βιβλιογραφία


Abranches, S. (2018), Presidencialismo de coalizão. Raízes e evolução do modelo político brasileiro, São Paulo: Companhia das Letras.

Arantes, R. B. (2018), “Três cenários para Bolsonaro”, Jota, 28-10-2018.

https://www.jota.info/opiniao-e-analise/artigos/tres-cenarios-para-bolsonaro-28102018.

Boito, A., Saad-Filho, A. (2016), “State, State Institutions and Political Power”, Latin American Perspectives, v. 43-2: 190-206.

Bresser Pereira, L. C. (επιμ. ) (2010), Doença holandesa e indústria, Rio de Janeiro: FGV.

Figueiredo, A., Limongi, F. (2001), Executivo e Legislativo na Nova Ordem Constitucional. Rio de Janeiro: FGV.

Loureiro, P. M., Saad Filho A. (2017), The Limits of Pragmatism. The Rise and Fall of the Brazilian Workers’ Party (2002-2016) (eprints.soas.ac.uk/24329).

Medeiros, M., Souza, P., Castro, F. (2015), “O topo da distribuição de renda no Brasil. Primeiras estimativas com dados tributários e comparação com pesquisas domiciliares (2006-2012)”. Dados, v. 58, n. 1: 7-36.

Nicolau, J. (2018), Análise Ibope: Escolaridade e voto na disputa presidencial de 2018. http://tiny.cc/ctzn9y.

Nobre, M. (2013), Imobilismo em Movimento. Da Abertura Democrática ao Governo Dilma. São Paulo: Companhia das Letras.

Oliveira, F. A. de (1991), A economia brasileira em preto e branco, Campinas: Hucitec.

Piva, O. (2010), Presidencialismo sem coalizão: a ruptura do modelo de relacionamento entre poderes no governo Collor. Διατριβή, PUC-RS. http://hdl.handle.net/10923/1918.

Power, T. (2010), «Optimism, pessimism, and coalitional presidentialism. Debating the institutional design of Brazilian Democracy», Bulletin of Latin American Research, v. 29-1: 18-23.

Rego, J.M., Marques, R.M. (επιμ.) (2018), Economia brasileira, São Paulo: Saraiva.

Ribeiro F. J. (επιμ.) (2015), Economia brasileira no período 1987-2013. Relatos e interpretações da análise de conjuntura no Ipea. IPEA: Brasília.

Ribeiro, F. J. (2018), A “década perdida” das exportações brasileiras de bens industrializados. Análise do período 2005-2016. Texto para discussão 2410. IPEA: Brasília.

Santos, F. (2003), O Poder Legislativo no Presidencialismo de Coalizão, Διατριβή IUPERJ.

Victor, S. (2015), Presidencialismo de Coalizão. Exame atual do sistema de governo brasileiro, São Paulo: Saraiva.

Vieira, O. V. (2013), “Do Compromisso Maximizador ao Constitucionalismo Resiliente”, In Vieira, O. V. et al. Resiliência Constitucional. Consensualismo Político e Desenvolvimento Gradual, São Paulo: Direito GV.


1 Βασιζόμαστε σε επίσημα στοιχεία, διαθέσιμα στο ίντερνετ (IBGE, Bacen) και στις εξής μελέτες: Oliveira 1991, Ribeiro (επιμ.) 2015, Loureiro και Saad Filho 2017, Rego και Marques (επιμ.) 2018.

2 https://web.bndes.gov.br/bib/jspui/handle/1408/4204. Βλ. επίσης Rego και Marques 2018: 195.

3 Ανάλυση σε Bresser Pereira 2010, Ribeiro 2018.

4 Βλ. διαφορετικούς υπολογισμούς του δείκτη σε διεθνή σύγκριση σε https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_countries_by_income_equality. Η Βραζιλία βρίσκεται πάγια ανάμεσα στις δέκα χώρες του κόσμου με τη μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα.

5 Medeiros et al. 2015.

6 https://brasil.estadao.com.br/noticias/geral, brasil-tera-1-47-milhao-de-presos-ate-2025-segundo-levantamento, 70002409415.

7 http://tiny.cc/auzn9y.

8 Στατιστικά στοιχεία για την εγκληματικότητα και την καταστολή περιέχονται στην ετήσια έκδοση Anuário de segurança pública. http://www.forumseguranca.org.br.

9 Παραπέμπουμε ενδεικτικά στις εξής μελέτες: Abranches 2018 (συλλογή άρθρων του εμπνευστή της έννοιας presidencialismo de coalizão), Figueiredo και Limongi 2001, Santos 2003, Piva 2010, Power 2010, Nobre 2013, Victor 2015.

10 Αρχικά για πέντε χρόνια χωρίς επανεκλογή, ακολούθως για δύο τετραετίες, κάτι που ενίσχυσε το προεδρικό σύστημα και οδήγησε στην επανεκλογή των Καρντόζο, Λούλα και Τζίουμα.

11 Η Τροποποίηση 93 του Συντάγματος του 2016 επιτρέπει στην κεντρική κυβέρνηση να διαθέτει κρατικούς πόρους χωρίς να τηρεί τα ελάχιστα ποσοστά δαπανών για κοινωνικές πολιτικές. Η Τροποποίηση 95 του 2016 απαγορεύει την αύξηση των δημόσιων προϋπολογισμών για είκοσι χρόνια, πέρα από την κάλυψη του ποσοστού πληθωρισμού («νέο δημοσιονομικό καθεστώς»).

12 http://tiny.cc/3szn9y.

13 https://www.onutricional.com/single-post/2018/10/12/Brasil-de-Fato-Eleições-2018-Bolsonaro-e-ascensão-do-fascismo-com-Vladimir-Safatle.

14 http://www.kathimerini.gr/987342/article/epikairothta/kosmos/o-fasismos-vrisketai-pro-twn-pylwn-sth-vrazilia.

15 Συνεντεύξεις Γκέτζις:

https://www.youtube.com/watch?v=0oa49q9woFo, https://www.youtube.com/watch?v=4Mov_nWXh3U, https://www.youtube.com/watch?v=QQ7NeMDnpCU.

Το εκλογικό πρόγραμμα του κόμματος Μπολσονάρο μπορεί να αναγνωσθεί σε: http://tiny.cc/nrzn9y.

16 http://tiny.cc/aszn9y.

17 https://g1.globo.com/politica/eleicoes/2018/eleicao-em-numeros/noticia/2018/10/16/pesquisa-ibope-de-15-de-outubro-para-presidente-por-sexo-idade-escolaridade-renda-regiao-religiao-e-cor.ghtml. Παρόμοια τα στοιχεία άλλων δημοσκοπήσεων σε Nicolau, 2018.

18 https://www.infomoney.com.br/mercados/politica/noticia/7702648/bolsonaro-estatais-estrategicas-como-bb-caixa-e-furnas-nao-vamos-privatizar.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή