Η θεωρία της διοίκησης σε κριτική προοπτική. Μια μαρξιστική προσέγγιση. Εκτύπωση
Τεύχος 146, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2019


1. Εισαγωγή

 

H Θεωρία των Οργανώσεων προέκυψε από τις αναζητήσεις και την επιρροή θεωρητικών που προσπαθούσαν να κατανοήσουν μια νέα μορφή οργάνωσης της κοινωνικής παραγωγής, που είχε ως κύριο χαρακτηριστικό τη γραφειοκρατική οργάνωση στο πλαίσιο της μεταβιομηχανικής επανάστασης.

Δύο βασικές κατευθύνσεις σκέψης έδωσαν θεμέλια στην περί οργάνωσης σκέψη (Hatch, 1997). Στην πρώτη εντάσσονται κοινωνιολόγοι και θεωρητικοί, όπως οι Max Weber, Émile Durkheim και Karl Marx, δίνοντας έμφαση στην «αλλαγές στη μορφή και στο ρόλο που έχουν στην κοινωνία οι τυποποιημένες οργανώσεις και στη μεγάλη επίδραση της βιομηχανοποίησης στη φύση της εργασίας και στις συνέπειές της για τους εργαζόμενους» (Hatch, 1997: 27).

Η δεύτερη κατεύθυνση συναντάται στις σκέψεις νεότερων συγγραφέων που διαμόρφωσαν την Κλασσική Σχολή Διοίκησης, μεταξύ των οποίων μπορούμε να αναφέρουμε τους Frederick Taylor και Henri Fayol. Χαρακτηριστικό αυτής της κατεύθυνσης είναι η πραγματιστική προσέγγιση από την οπτική των διευθυντών, που στοχεύει στην αύξηση της παραγωγικότητας των βιομηχανικών οργανώσεων.

Ο Fligstein (2001) υποστηρίζει ότι υπάρχει και μια τρίτη μήτρα σκέψης που συνδέεται με τις μελέτες των οργανώσεων από οικονομική άποψη. Αποτελεί εξέλιξη της Θεωρίας της Επιχείρησης και, ακολούθως, της Θεωρίας της Αντιπροσώπευσης.

Οι θεωρίες αυτές διευρύνουν τον ορίζοντα ανάλυσης εάν συγκριθούν με την κλασική θεωρία, δεδομένου ότι δεν αναλύουν αποκλειστικά την οργάνωση και τους εσωτερικούς της μηχανισμούς, αλλά τη δράση της και τις αλληλοεξαρτήσεις της σε ένα ευρύτερο οικονομικό πλαίσιο.

Στην πορεία ιστορικής εξέλιξης της θεωρίας των οργανώσεων, αναδείχθηκαν και άλλα παραδείγματα που βασίζονταν σε διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις και επιστημονικές κατασκευές (Morgan, 2005). Παρά τις διαφορές τους, μπορούμε να διακρίνουμε μια διαδικασία νομιμοποίησης και την τάση αποδοχής ιδεών που δίνουν προτεραιότητα σε μια πιο πραγματιστική και λειτουργιστική προοπτική του φαινομένου των οργανώσεων, αγνοώντας τις κριτικές και κοινωνιολογικές προσεγγίσεις. Είναι αποκαλυπτικό ότι με βάση μελέτη που διεξήγαγαν οι Davel και Alcadipani (2003), αναλύοντας τα άρθρα που δημοσιεύθηκαν στη δεκαετία του 1990 στις πέντε σημαντικότερες επιθεωρήσεις διοίκησης στη Βραζιλία, μόνον 2% των άρθρων υιοθετούσε κριτική προοπτική.1

Η απουσία κριτικής προοπτικής είναι σαφής στον Chiavenato (2003), έναν από τους πιο γνωστούς συγγραφείς της θεωρίας των οργανώσεων στη Βραζιλία. Στο διδακτικό εγχειρίδιό του που χρησιμοποιείται ευρέως σε προπτυχιακά μαθήματα στη Βραζιλία (αλλά και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής), η θεωρία εμφανίζεται σε εξελικτιστική προοπτική, ξεκινώντας από την Κλασική, περνώντας από τον Δομισμό (που εμφανίζεται ως μείγμα κλασικών και ανθρωπιστικών προσεγγίσεων) και φτάνοντας στη Θεωρία των Ενδεχομένων (Contingency Theory), η οποία υποτίθεται ότι ενσωματώνει όλα τα προηγούμενα ρεύματα. Καταληκτικά, ο συγγραφέας διατυπώνει σκέψεις για το μέλλον της Θεωρίας των Οργανώσεων, επισημαίνοντας την επίδραση της τεχνολογίας της πληροφορίας, της διαρκούς βελτίωσης, της ολικής ποιότητας, του ανασχεδιασμού, του διανοητικού κεφαλαίου και τα παρόμοια. Δεν βρίσκουμε ούτε μια λέξη για την κριτική σκέψη. Στη θέση της αποφυσικοποίησης και των μη επιτελεστικών σκοπών βρίσκουμε τη φυσικοποίηση των υψηλών επιδόσεων που επιδιώκονται με βάση τις επικρατούσες σχέσεις εργασίας και με τη νομιμοποίηση της εργαλειακής ορθολογικότητας.

Με σκοπό να συμβάλουμε στην κάλυψη ενός επιστημολογικού κενού, οι αναλύσεις μας έχουν ως σκοπό να εξετάσουν πώς είναι δυνατόν να διαμορφωθεί μια θεωρία των Οργανώσεων με αφετηρία μια κριτική κοινωνιολογική προσέγγιση.

Λαμβάνοντας υπόψη τις διάφορες εκδοχές απάντησης σε αυτό το πρόβλημα (Alvesson, Bridgman, Willmott, 2009), θα περιορίσουμε την έρευνά μας στο πεδίο των μαρξιστικών σπουδών. Ποια είναι η μαρξιστική θεώρηση για τις οργανώσεις και για τη θεωρία των οργανώσεων; Πώς μπορεί να (επαν)ερμηνευθούν η κλασική και η σύγχρονη θεωρία του μάνατζμεντ2 στο φως της μαρξιστικής θεώρησης;

Θα ξεκινήσουμε την ανάλυσή μας με μια επισκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας, θυμίζοντας αρχικά θεμελιακά ζητήματα της μαρξιστικής θεώρησης προκειμένου να αναδείξουμε τα συστατικά στοιχεία της εργασιακής διαδικασίες υπό καπιταλιστικές συνθήκες. Ακολούθως, έχοντας ως βάση τη βιβλιογραφία περί οργανώσεων και διοίκησης, θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε, πάντα στο φως της μαρξιστικής θεωρίας, ποια είναι τα βασικά θέματα που θέτουν υπό συζήτηση τρεις σημαντικοί θεωρητικοί των οργανώσεων: Taylor, Ford και Ohno.

Καταληκτικά, η εργασία μας διατυπώνει και εξετάζει την εξής υπόθεση: καίτοι ο τογιοτισμός θεωρήθηκε στο πεδίο της θεωρίας των οργανώσεων ως ένα νέο μοντέλο οργάνωσης της εργασίας σε σύγκριση με τον τεϋλορισμό-φορντισμό, μια κριτική ανάλυση δείχνει ότι η διαφορά μεταξύ αυτών των μοντέλων εντοπίζεται μάλλον στα φαινόμενα παρά στην ουσία, δεδομένου ότι, οριακά, αμφότερες έχουν το ίδιο ρεπερτόριο προβλημάτων, επιδιώξεων και συμφερόντων.

 

2. Η καπιταλιστική διαδικασία εργασίας. Μια μαρξιστική θεώρηση

 

Σύμφωνα με τον Marx (1996) η εργασιακή διαδικασία στον καπιταλισμό έχει δύο κύρια χαρακτηριστικά: 1) οι εργαζόμενοι βρίσκονται υπό καπιταλιστικό έλεγχο κατά τη διάρκεια της εργασίας τους, 2) τα προϊόντα της εργασίας τους ανήκουν στον καπιταλιστή (Marx, 1996: 304). Μπορεί δε να υποστηριχθεί ότι ο καπιταλισμός δομείται με βάση την αντιφατική σχέση μεταξύ αγοραστών και πωλητών εργασιακής δύναμης και ότι αυτή η σχέση διαμεσολαβείται από τη διαδικασία εξαγωγής υπερπροϊόντος.

Έχοντας ως αφετηρία την έννοια της αξίας, με βάση την κλασική οικονομική θεωρία που υποστηρίζει ότι η αξία προκύπτει από την ανθρώπινη εργασία, ο Μαρξ δείχνει ότι σε καπιταλιστικά πλαίσια εκείνο που πουλάει ο εργαζόμενος (και αγοράζει ο καπιταλιστής) είναι η εργασιακή δύναμη, δηλαδή το δυναμικό της εργασίας του και όχι το έργο με αυστηρή έννοια. Σε τελική ανάλυση, αυτό είναι το πραγματικό μυστικό του κέρδους (Marx, 1996). Μετά την παγίωση του δυναμικού εργασίας σε εργασία και την ολοκλήρωση της μετατροπής του εμπορεύματος σε χρήμα στην αγορά, τμήμα της αξίας που προστέθηκε στο εμπόρευμα από τους εργαζομένους παρακρατείται από τον καπιταλιστή και δεν φτάνει ποτέ σε αυτούς που το δημιούργησαν, δηλαδή στους εργαζομένους. Αυτό είναι δυνατό εάν ο μισθός βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από την αξία που έχουν προσθέσει οι εργαζόμενοι στα εμπορεύματα κατά τη διάρκεια της εργασιακής διαδικασίας. Με διαφορετική διατύπωση, υπάρχει εκμετάλλευση όταν ο χρόνος εργασίας είναι μεγαλύτερος από το χρόνο που απαιτείται για την αναπαραγωγή του εργαζομένου (για την αγορά των μέσων συντήρησής του), όταν το δυναμικό εργασίας πραγματοποιείται, μετατρέπεται σε εργασία.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτή η διαδικασία δεν είναι άμεσα προφανής, ούτε για τους εμπλεκόμενους στην εργασιακή διαδικασία ούτε για όσους πωλούν τα εμπορεύματά τους στην αγορά. Η αξία της ανθρώπινης εργασίας συγκαλύπτεται στην αγορά, όπου οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται άμεσα ότι εκείνο που αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης (αγοραπωλησίας) δεν είναι το εμπόρευμα καθεαυτό, αλλά η ανθρώπινη εργασία (φετιχισμός του εμπορεύματος), ή μάλλον η εργασιακή διαδικασία, στην οποία αποκρύπτεται και δεν γίνεται άμεσα εμφανής η ιδιοποίηση της εργασίας από τον καπιταλιστή. Αυτή η απόκρυψη αποτελεί ένα από τα κλειδιά για την κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Αντιλαμβανόμενος όχι μόνον αυτό αλλά και τη συνακόλουθη άνιση σχέση εξουσίας μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, «ο Μαρξ κατανοεί ότι ο έλεγχος πάνω σε όλες τις πλευρές της εργασίας […] θα καθορίζεται όλο και εντονότερα από τις προτεραιότητες και τις απαιτήσεις του κεφαλαίου» (Knights, Willmott, 1990: 3). Οι συγγραφείς καταλήγουν:

 

«το διακριτικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, λέει ο Μαρξ, είναι η υπαγωγή της ανθρώπινης ικανότητας για παραγωγή αξιών χρήσης στις επιδιώξεις του κεφαλαίου για εκμετάλλευση, μέσω της  παραγωγής προϊόντων (εμπορευμάτων) που πραγματοποιούνται στην αγορά ως ανταλλακτική αξία υψηλότερη από τα κόστη των παραγόντων της παραγωγής (υλικά, εργαλεία, μισθοί και ούτω καθεξής)» (στο ίδιο).

 

Ανάμεσα στις κριτικές θεωρίες των οργανώσεων, υπάρχει μια ισχυρή μαρξιστική παράδοση που εμπνέεται από το έργο Labor and Monopoly Capital του Harry Braverman και είναι γνωστή ως Θεωρία της Εργασιακής Διαδικασίας. Όπως επισημαίνουν οι Knights and Willmott (1990: 1):

 

«Με κάποιες αξιοσημείωτες (γαλλικές) εξαιρέσεις (Mallet, 1975 και ιδίως Gorz, 1967), οι θεμελιακές αναλύσεις του Μαρξ για τη θεωρία της εργασιακής διαδικασίας (1976) είχαν συγκριτικά μικρή επιρροή στη μελέτη της εργασίας πριν από τη δημοσίευση του έργου του Braverman Labor and Monopoly Capital (1974). Σκοπός του έργου ήταν να αντικρούσει τα κείμενα των αστών κοινωνιολόγων της εργασίας, συνδέοντας εκ νέου τις μελέτες για τους χώρους εργασίας με την πολιτική οικονομία των ταξικών σχέσεων (Littler, 1982, Thompson, 1983, Brown, 1984, Open University, 1985). Η δημοσίευση του Labor and Monopoly Capital ενέπνευσε πολλές εμπειρικές και ιστορικές μελέτες, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν αφιερωμένες σε ένα από τα δύο κεντρικά θέματα του βιβλίου: η αποειδίκευση και οι στρατηγικές του διευθυντικού ελέγχου (βλ. π.χ. Zimbalist, 1979, Wood, 1982, Knights et al., 1985, Knights, Willmott, 1986)».

 

Οι συγγραφείς αυτού του ρεύματος δεν εξετάζουν ικανοποιητικά την ακαθοριστία της εργασίας. Όπως επισημαίνει ο Paul Thompson, πυρήνας της Θεωρίας της Εργασιακής Διαδικασίας είναι η ακαθοριστία της και όχι η μια ή η άλλη επιμέρους ιδέα του Braverman, όπως π.χ. αναφορικά με την αποειδίκευση και τον διευθυντικό έλεγχο (Thompson, O’Doherty, 2009, Thompson, 1990):

 

«Εάν όμως εξετάσουμε τις μεγαλύτερες εισφορές των Braverman, Edwards, Friedman, Burawoy και άλλων στη διαμόρφωση μιας θεωρίας, θα διαπιστώσουμε ότι το επίκεντρο βρίσκεται σε άλλο σημείο. Πρόκειται για εκείνο που ο Littler αποκαλεί “θεμελιακή ακαθοριστία της εργασιακής δύναμης” (1982: 31). Οι κοινωνικές σχέσεις στις οποίες εισέρχεται ο εργαζόμενος προκειμένου να παράγει χρήσιμα πράγματα συνιστούν την καπιταλιστική εργασιακή διαδικασία όταν το δυναμικό εργασίας χρησιμοποιείται ως μέσο για την παραγωγή αξίας. Αυτό εξαρτάται από την ικανότητα του κεφαλαίου να μετασχηματίζει την εργασιακή δύναμη σε εργασία με σκοπό την κερδοφόρα παραγωγή και άρα με τα τελείως ιδιόμορφα χαρακτηριστικά της εργασίας ως εμπορεύματος» (Thompson, 1990: 99).

 

Και σε άλλο κείμενο:

 

«Ο πυρήνας [της Θεωρίας της Εργασιακής Διαδικασίας] έγκειται στην ανάγκη ελέγχου, δεδομένου ότι οι μηχανισμοί της αγοράς δεν μπορούν να επιλύσουν το πρόβλημα απροσδιοριστίας της εργασίας (μετατροπή της εργασιακής δύναμης σε έργο που αποφέρει κέρδος), αλλά μόνον να διαμορφώσουν μια συγκεκριμένη στρατηγική ελέγχου» (Thompson, O’Doherty, 2009: 101).

 

Με βάση τα παραπάνω, ο Thompson (1990: 100) εντοπίζει άλλα τέσσερα συστατικά στοιχεία της Θεωρίας της Εργασιακής Διαδικασίας:

1) η ανάλυση που δίνει βαρύτητα στο ρόλο της εργασίας και στη σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας,

2) η λογική της συσσώρευσης «που αναγκάζει το κεφάλαιο να επαναστατικοποιεί διαρκώς τη διαδικασία παραγωγής»,

 3) η επιταγή ελέγχου, δεδομένου ότι «οι μηχανισμοί της αγοράς δεν μπορούν να ρυθμίσουν μόνοι τους την εργασιακή διαδικασία»,

4) η ύπαρξη ανταγωνιστικών κοινωνικών σχέσεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.

Η ανάδειξη αυτών των στοιχείων δεν οδηγεί με γραμμικό ή αυτόματο τρόπο σε μια θεωρία για τον έλεγχο και την εργατική αντίσταση. Καίτοι ο έλεγχος μπορεί να θεωρηθεί ως καθολική επιταγή στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, οι συγκεκριμένες μορφές εκδήλωσης και συγκεκριμενοποίησης ποικίλλουν σε αναφορά προς συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές καταστάσεις. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένας κύριος μηχανισμός ελέγχου και αντίστασης που να μπορεί να καθορισθεί εκ των προτέρων.

 

«Οι επεξεργασίες της θεωρίας του πυρήνα καθιστούν νοητή τη γενική δομή των σχέσεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας στον τόπο εργασίας. Επιτρέπουν να γίνουν κατανοητές γενικές τάσεις που αφορούν τις ειδικές διαστάσεις αυτών των σχέσεων. Εκτός αυτού, παρέχει τη δυνατότητα οριοθετήσεων και σημείων σύνδεσης με αναλύσεις άλλων κοινωνικών σχέσεων. Ωστόσο, οι μορφές, το περιεχόμενο και η ιστορική ανάπτυξη των μεταβολών στην εργασιακή διαδικασία πρέπει να διαπιστωθούν εμπειρικά και όχι να “διαβαστούν” μέσα σε γενικές κατηγορίες. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες επιταγές αναφορικά με τα ζητήματα ελέγχου, ικανοτήτων ή σε οποιοδήποτε άλλο σχετικό ζήτημα» (Thompson, 1990: 102).

 

Λαμβάνοντας υπόψη αυτό τον περιορισμό, θα υποστηρίξουμε ότι η απόπειρα επίλυσης του προβλήματος της απροσδιοριστίας αποτελεί κεντρικό σκοπό των καπιταλιστικών θεωρήσεων για το μάνατζμεντ, ακόμη και εάν δεν το ομολογούν ανοιχτά. Με κάποια έννοια, αυτό συνδέεται με τη λογική της συσσώρευσης «που ωθεί διαρκώς το κεφάλαιο στο να επαναστατικοποιεί τη διαδικασία παραγωγής» (Thompson, 1990: 100).3

Σε σύνδεση με τα παραπάνω, τίθεται άλλο ένα ζήτημα που αφορά την κατανόηση των προτεραιοτήτων έρευνας της θεωρίας των οργανώσεων στον καπιταλισμό. Πρόκειται για τις δύο μορφές δημιουργίας υπεραξίας, που ανέλυσε ο Μαρξ, την απόλυτη και τη σχετική. Η πρώτη μορφή επιτυγχάνεται με την επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας. Οι εργατοώρες αυξάνονται χωρίς αντίστοιχη αύξηση του εργατικού μισθού. Η δεύτερη μορφή συνδέεται με την υιοθέτηση καινοτομιών που μειώνουν τον χρόνο που απαιτείται για την παραγωγή εμπορευμάτων, περίπτωση στην οποία, όπως σημείωνε ο Μαρξ, απαιτείται μια τεχνολογική επανάσταση στη διαδικασία εργασίας (Marx, 1996: 431):

 

«Αναλύοντας την υπεραξία που προκύπτει από την απλή επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας, δεχθήκαμε ότι ο τρόπος παραγωγής είναι δεδομένος και απαράλλακτος. Όταν όμως η υπεραξία πρέπει να παραχθεί από τη μετατροπή της αναγκαίας εργασίας σε υπερεργασία, δεν είναι ουδόλως δυνατό για το κεφάλαιο να συνεχίσει την ίδια διαδικασία εργασίας με τη μορφή που είχε αποκτήσει ιστορικά και απλά να επιμηκύνει το χρόνο. Οι τεχνικές και κοινωνικές συνθήκες της διαδικασίας και συνεπώς ο εφαρμοζόμενος τρόπος παραγωγής πρέπει να επαναστατικοποιηθεί, προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας. Μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να μειωθεί η αξία της εργασιακής δύναμης και το τμήμα της εργατοημέρας που είναι αναγκαίο για την αναπαραγωγή της αξίας αυτής».

 

Θεωρούμε ότι αυτή η επιδίωξη επαναστατικοποίησης της εργασιακής διαδικασίας είναι ένα κομβικό ζήτημα στην κατανόηση του μάνατζμεντ και των θεωριών του. Μπορούμε να διατυπώσουμε τη θέση ότι η επιδίωξη αύξησης του υπερπροϊόντος και η επιταγή ελέγχου της εργασίας συνιστούν σταθερές στις αναλύσεις των κλασικών θεωρητικών της διοίκησης, όπως οι Taylor και Ford, αλλά και των σύγχρονων (Ohno). Οι επόμενες αναπτύξεις αποβλέπουν στο να δείξουν ότι υπάρχει μια αντίφαση. Ενώ οι συγγραφείς αυτοί δικαιολογούν τις θεωρίες τους στο όνομα του κοινού καλού, εκείνο που τους ενδιαφέρει πραγματικά είναι η διευκόλυνση της εξαγωγής υπεραξίας, δεδομένου ότι «ο καπιταλιστής που εφαρμόζει τη βελτιωμένη μέθοδο παραγωγής, ιδιοποιείται υπερεργασία από ένα μεγαλύτερο τμήμα της εργατοημέρας, σε σύγκριση με τους άλλους καπιταλιστές στον ίδιο τομέα. Κάνει ατομικά αυτό που κάνουν οι καπιταλιστές στο σύνολό τους, επιδιώκοντας την παραγωγή σχετικής υπεραξίας» (Marx, 1996: 435).

 

3. Τεϋλορισμός και φορντισμός

 

Καίτοι το σημαντικότερο έργο του Braverman (1981), Labour and Monopoly Capital, δημοσιεύθηκε σε πρώτη έκδοση το 1974 εξακολουθεί να αποτελεί μια σημαίνουσα θεωρητικοποίηση για όσους επιθυμούν να κατανοήσουν την εργασιακή διαδικασία στον καπιταλισμό και ιδίως την ταϋλοριστική εκδοχή της. Ο Braverman αναλύει τις αλλαγές στην απασχόληση και στη βιομηχανική παραγωγή κατά τον 20ό αιώνα, ερευνώντας τις πηγές των θεωριών για το μάνατζμεντ που επιχειρεί να διοικήσει μεγάλο αριθμό εργαζομένων με μια ενιαία ομάδα διοίκησης. Στην προσπάθεια αυτή, αναδεικνύει εκείνο που θεωρούμε σημαντικό στη θεωρία του μάνατζμεντ: τον έλεγχο επί της εργασίας.

Ο συγγραφέας επισημαίνει (σ. 61):

 

«αρχικά, ο καπιταλιστής χρησιμοποιεί την εργασία όπως την παραλαμβάνει από τις προηγούμενες μορφές παραγωγής, εκτελώντας την εργασιακή διαδικασία με τον τρόπο που εκτελούνταν προηγουμένως».

 

Ωστόσο, από τη στιγμή που οι διευθυντές κατανοούν πλήρως τις τεχνικές παραγωγής, η σκέψη τους κατευθύνεται από ερωτήματα όπως το ακόλουθο: Πώς μπορεί να εξαχθεί περισσότερη υπεραξία από την αμειβόμενη εργασία; Πώς μπορεί να ελέγξουμε αποτελεσματικότερα την εργασιακή δύναμη; Πώς μπορεί να αποφύγουμε το χασομέρι των εργαζομένων; Πώς μπορούμε να περιορίσουμε τις καθυστερήσεις στη διαδικασία παραγωγής;

Αυτά τα ερωτήματα έθεσαν τα θεμέλια του σύγχρονου μάνατζμεντ. Δεδομένου ότι αντικείμενό του είναι η μισθωτή εργασία με σκοπό να εξάγει περισσότερη υπεραξία από αυτή δημιουργεί μια νέα μέθοδο «που ακόμη και στις πιο πρώιμες εκδηλώσεις της ήταν πιο πλήρης, συνειδητή, συστηματική και οργανωμένη από οποιαδήποτε προηγούμενη προσπάθεια» (σ. 66). Βασικός σκοπός της είναι η αποφυγή της απώλειας χρόνου κατά τη διάρκεια απασχόλησης της αμειβόμενης εργασίας και, σε τελική ανάλυση, δεδομένης της διαρκώς παρούσας ακαθοριστίας της εργασίας, στην ανάγκη να μετατραπεί η εργασιακή δύναμη σε όντως παραχθείσα εργασία.

Ο δεσποτισμός ήταν παρών σε διάφορες μορφές παραγωγής, αλλά απέκτησε νέα χαρακτηριστικά με το καπιταλιστικό μάνατζμεντ. Αυτό οφείλεται στην προσπάθεια να δημιουργηθούν νέες μέθοδοι εργασίας με σκοπό να χρησιμοποιήσουν στην παραγωγική διαδικασία την «ελεύθερη εργασιακή δύναμη» και να κάνουν τους μισθωτούς να εργάζονται με σταθερό τρόπο για δεκαετίες.

Για να το επιτύχει αυτό, το κεφάλαιο έπρεπε να αποκτήσει έλεγχο των στοιχείων που είχαν απομείνει υπό τον έλεγχο των εργατών, δηλαδή τη γνώση τους και τις δεξιότητές τους. Όπως σημειώνει ο Braverman (1981), αυτό ήταν το κύριο στοιχείο και η κληρονομιά τού κατά Τέυλορ Επιστημονικού Μάνατζμεντ. Ο Τέυλορ, πρώην βιομηχανικός εργάτης και αργότερα μάνατζερ στην Midvale Steel Company, καταγόταν από μια μεσοαστική οικογένεια πουριτανών και, όπως είναι γνωστό, παρουσίασε το 1911 τις αρχές που επρόκειτο να θεμελιώσουν μια επαναστατική θεωρία του μάνατζμεντ, το λεγόμενο Επιστημονικό Μάνατζμεντ. Αρχικός σκοπός του (Taylor, 1980) ήταν να επιλύσει εκείνο που θεωρούσε ως το μεγαλύτερο πρόβλημα των ΗΠΑ: τη λούφα των εργατών («soldiering»). Κατά τη γνώμη του, οι πολίτες μιας χώρας πρέπει έχουν το φρόνημα που συναντούμε στους παίκτες μιας ομάδας μπέιζμπολ ή κρίκετ, όπου «το αίσθημα συλλογικότητας είναι τόσο ισχυρό, ώστε εκείνος που δεν δίνει τον καλύτερο εαυτό του στην ομάδα στιγματίζεται ως “ανίκανος” και αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση από τους υπόλοιπους» (Taylor, 1980: 32).

Για να λύσει το πρόβλημα αυτό, ο Τέυλορ παρουσιάζει τις αποκαλούμενες «αρχές του Επιστημονικού Μάνατζμεντ»:

 

«[Στο επιστημονικό μάνατζμεντ] οι διευθυντές αναλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το καθήκον να συλλέξουν όλη την παραδοσιακή γνώση που κατείχαν στο παρελθόν οι εργάτες και να τη μετασχηματίσουν σε κανόνες, νόμους και τύπους μέσω ταξινόμησης και συστηματοποίησης. Αυτό θα βοηθήσει εξαιρετικά τους εργάτες στην καθημερινή τους δραστηριόητα» (Taylor, 1980: 49).

Ο συγγραφέας πίστευε ότι οι αρχές του Επιστημονικού Μάνατζμεντ θα προσέφεραν στην Αμερική μια λύση για το πρόβλημα αύξησης της παραγωγικότητας, εξασφαλίζοντας την άριστη δράση των εργαζομένων και άρα διασώζοντας την οικονομία με το να αποκτά συγκριτικά πλεονεκτήματα επί των ανταγωνιστών της στις διάφορες αγορές. Είναι αξιοσημείωτο ότι, παρά τις καινοτομίες του, η θεωρητικοποίηση του Τέυλορ είχε ως μόνη βάση το μετασχηματισμό της εργασιακής δύναμης σε εργασία. Πρόκειται για θεωρητικό με σαφή ταξική οπτική που ερμηνεύει από τη δική του εγωιστική οπτική τις κοινωνικές ανάγκες και τις εμφανίζει ως αναζήτηση του κοινού καλού. Ένα παίγνιο νικητή-νικητή με μη ανταγωνιστικές σχέσεις.

Ο βασικός στόχος του κεφαλαίου δεν μπορεί να διατυπωθεί ανοιχτά χωρίς αυτό να έχει πολιτικές συνέπειες. Γι’ αυτό και χρησιμοποιούνται πολλοί ευφημισμοί κατά την παρουσίαση των νέων ιδεών καθώς και μεγαλόστομες ωραιοποιήσεις, με προσφυγή στις αρχές της δικαιοσύνης (μεγιστοποίηση της ευημερίας για εργαζόμενους και εργοδότες) και στον πατριωτισμό (αποφυγή της λούφας), όπως δείχνει το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Θα δείξουμε στη συνέχεια της μελέτης μας ότι η αποφυγή της οκνηρίας και της “λούφας” σε όλες τις μορφές τους, επιτρέπει να διαμορφώνονται οι σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων με τρόπο που να κάνει όλους τους εργαζομένους να δραστηριοποιούνται προς μέγιστο προσωπικό όφελος και με μέγιστη ταχύτητα, σε μια σχέση στενής και αγαστής συνεργασίας με τους επόπτες και με τη στήριξη που οι επόπτες θα τους παρέχουν. Το αποτέλεσμα θα είναι ο ουσιαστικός διπλασιασμός της παραγωγής κάθε ατόμου και μηχανής. Ποια άλλη μεταρρύθμιση, μεταξύ εκείνων που συζητούνται στην Αμερική και στην Αγγλία, μπορεί να φέρει τόση ευημερία, χάρη στον περιορισμό της φτώχειας και στην ανακούφιση του πόνου; Οι χώρες αυτές γνώριζαν προβλήματα τα τελευταία χρόνια με αιτήματα όπως η αύξηση μισθών, ο έλεγχος των μεγάλων εταιρειών, ο ρόλος των κληρονομικών δικαιωμάτων και οι ποικίλες, λιγότερο ή περισσότερο σοσιαλιστικές, προτάσεις για μεγαλύτερη φορολόγηση κλπ. Στα ζητήματα αυτά, οι δύο λαοί είναι βαθιά διχασμένοι και δυστυχώς είναι ελάχιστες οι φωνές που επισημαίνουν το πολύ μεγαλύτερο και σημαντικότερο πρόβλημα της “λούφας” που επηρεάζει άμεσα και έντονα τους μισθούς, την ευημερία και τη ζωή ουσιαστικά όλων των εργαζομένων και συνεπώς την ευημερία και όλων των βιομηχανικών εκμεταλλεύσεων της χώρας μας. Η εξάλειψη της “λούφας” και των πολλαπλών αιτίων της οκνηρίας θα μειώσει τόσο πολύ τα κόστη παραγωγής ώστε θα υπάρξει μεγέθυνση της εγχώριας και των ξένων αγορών και θα βελτιωθεί η θέση μας στον ανταγωνισμό. Αυτό θα εξαλείψει μια από τις βαθύτερες αιτίες της ύφεσης, της έλλειψης απασχόλησης και της φτώχειας και, κατά συνέπεια, θα έχει ένα πιο μόνιμο και εντονότερο αντίκτυπο στα προβλήματα απ’ ό, τι τα σημερινά ημίμετρα στα οποία καταφεύγουμε για να απαλύνουμε τις δυσμενείς συνέπειες. Θα εξασφαλίσει υψηλότερους μισθούς και θα μειώσει τον χρόνο εργασίας, δημιουργώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης» (Taylor, 1980: 32).

 

Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Τέυλορ εμφανίζει το ζήτημα της εκμετάλλευσης: τη θεωρεί πρόβλημα μεγαλύτερης δραστηριοποίησης και διάθεσης συνεργασίας του εργαζόμενου, για να αποφευχθεί η παθητικότητα και η αντίστασή του. Ωστόσο, ο Τέυλορ παρουσιάζει, στo πλαίσιo της θεωρίας των οργανώσεων, όχι μόνο ένα νέο Λόγο, αλλά και μια νέα μέθοδο βελτίωσης της παραγωγικότητας με την τελειοποίηση του ελέγχου των εργαζομένων. Στο εξής, οι μάνατζερ δεν θα ελέγχουν μόνον τη δραστηριότητα των εργατών, αλλά θα καθορίζουν και το σχεδιασμό, σε αντίθεση με την προτεϋλορική κατάσταση, στην οποία οι εργάτες είχαν την πρωτοβουλία για τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας τους.

Σύμφωνα με τις μεθόδους του Τέυλορ, κάθε κίνηση έπρεπε να εξετάζεται σχολαστικά και να μετράται, σε τρόπο ώστε οι μάνατζερ να είναι βέβαιοι για την ικανοποιητική εξέλιξη της εργάσιμης ημέρας.

 

«Πρέπει να γίνει σαφώς κατανοητό ότι με αυτά τα πειράματα δεν προσπαθούμε να διαπιστώσουμε τη μέγιστη ικανότητα εργασίας ενός ανθρώπου σε ένα μικρό χρονικό διάστημα ή σε λίγες μέρες, αλλά ότι οφείλουμε να γνωρίσουμε τι πραγματικά σημαίνει μια πλήρης μέρα εργασίας για έναν εξαιρετικό εργαζόμενο. Η επιτυχέστερη ημέρα εργασίας ενός εργαζόμενου που θα δραστηριοποιείται επιτυχώς και για πολλά χρόνια [...]. Εκείνο που επιθυμούμε εν τέλει είναι να καθορίσουμε πόση ιπποδύναμη μπορεί να προσφέρει ένας άνθρωπος και πόσα foot-pounds [ποδόλιτρα, ΣτΜ] έργου μπορεί να παράγει σε μια μέρα» (όπ.π.).

 

Οι ιδέες του Τέυλορ προέκυψαν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αναζητήσεων και δεν είναι στην ουσία τους καινοφανείς. Όπως επισημαίνει ο Braverman (1981), ο καταμερισμός εργασίας χρησιμοποιήθηκε πριν από τον Τέυλορ και αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης των κλασικών οικονομολόγων, συμπεριλαμβανομένου του Άνταμ Σμιθ. Με την έννοια αυτή, οι αντιλήψεις του Τάυλορ αποτελούν τμήμα μιας ιστορικής διαδικασίας που συνδέεται με τις απαρχές της καπιταλιστικής οργάνωσης. Η καινοτομία του Τέυλορ, σε σύγκριση με τις αντιλήψεις άλλων μελετητών, έγκειται στο ότι εκείνος πρότεινε τον καπιταλιστικό έλεγχο της διαδικασίας παραγωγής με μια πρωτοφανή ένταση. Επισημαίνει ο Braverman (1980: 86):

 

«ο Τέυλορ τοποθέτησε την έννοια του ελέγχου σε ένα τελείως διαφορετικό επίπεδο με το να επισημάνει την απόλυτη ανάγκη για την ύπαρξη ενός μάνατζμεντ που να υποδεικνύει στον εργαζόμενο τον ακριβή τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του. Το ότι ο μάνατζερ έχει το δικαίωμα να “ελέγχει” την εργασία ήταν γενικώς αποδεκτό πριν από τον Τέυλορ, αλλά στην πράξη αυτό το δικαίωμα εξαντλούνταν στον καθορισμό γενικών καθηκόντων με μικρή παρέμβαση στον τρόπο με τον οποίο θα τα εκτελούσε ο εργαζόμενος».

 

Η κληρονομιά του συγγραφέα έγκειται στην επεξεργασία μιας μοναδικής μεθόδου μάνατζμεντ, δηλαδή ελέγχου των εργαζομένων με έμφαση στο σχεδιασμό και στην εκτέλεση των εργασιακών δράσεων. Οι μάνατζερ έπρεπε να αναλύουν λεπτομερώς τις εργασιακές δραστηριότητες, να κατέχουν πλήρως την εργασιακή διαδικασία όχι μόνο με την έννοια του να γνωρίζουν πώς ασκείται ορθά μια ειδικότητα, αλλά και να γνωρίζουν σε τι συνίσταται ή σε τι πρέπει να συνίσταται η ημέρα εργασίας, δηλαδή πόσο είναι δυνατό να παράγει ο εργαζόμενος στη διάρκειά της.

Οι ιδέες του Τέυλορ συζητήθηκαν κατά τον 20ό αιώνα και εκφράσθηκαν στο λεγόμενο φορντισμό ή τεϋλορισμό-φορντισμό. Ακολουθώντας την πορεία του Τέυλορ, ο Ford (1954) επισημαίνει ότι το μυστικό της καπιταλιστικής παραγωγής συνδέεται, αφενός, με την ορθολογική οργάνωση της εργασιακής διαδικασίας και αφετέρου με τη διατήρηση ενός καλού ρυθμού εργασίας. Με τα λόγια του, «ο αρχικός καταμερισμός και η περαιτέρω υποδιαίρεση των δράσεων και η διατήρηση του ρυθμού εργασίας συνιστούν τα βασικά στοιχεία της παραγωγής» (Ford, 1954: 76).

Η ακούραστη επιδίωξη του Φορντ για βελτίωση της εργασιακής διαδικασίας τον οδήγησε σε μια νέα διαμόρφωσή της. Ο εργοδότης πρέπει να παραδίδει εργασία στον εργάτη και όχι το αντίθετο.

 

«Έχουμε τώρα δύο γενικές αρχές για όλες τις δραστηριότητες. Πρώτον, σε κανέναν εργαζόμενο δεν πρέπει να ανατίθεται η εκτέλεση δύο διαδοχικών καθηκόντων, εάν αυτό μπορεί να αποφευχθεί και κανείς δεν πρέπει να αναγκάζεται να σκύβει για να εκτελέσει την εργασία του» (Ford, 1954: 70).

 

Επ’ αυτού ο Φορντ προτείνει αρχές που επιτρέπουν την εντατικοποίηση της εργασίας και εξασφαλίζουν τον έλεγχό της:

 

«1) Να τοποθετούνται τα εργαλεία και οι εργαζόμενοι στη ροή της παραγωγής, έτσι ώστε κάθε αντικείμενο να διανύει τη μικρότερη δυνατή απόσταση ενώ υφίσταται επεξεργασία.

(2) Να χρησιμοποιούνται ιμάντες ή άλλου είδους μεταφορείς, έτσι ώστε ο εργαζόμενος να παραλαμβάνει το αντικείμενο πάντα στο ίδιο σημείο όταν τελειώνει την επεξεργασία του προηγούμενου, και μάλιστα στο σημείο που είναι πιο προσιτό σε αυτόν και όπου είναι δυνατόν το κομμάτι να προωθείται στον επόμενο εργαζόμενο για τη δουλειά του.

(3) Να χρησιμοποιούνται κυλιόμενοι ιμάντες μονταρίσματος που να μεταφέρουν τα κομμάτια στα αναγκαία σημεία» (Ford, 1954: 70).

 

Ο Φορντ επισημαίνει ότι συνέπεια της εφαρμογής αυτών των αρχών είναι η σημαντική «μείωση της ανάγκης να σκέπτεται ο εργαζόμενος καθώς και ο περιορισμός των κινήσεών του στο ελάχιστο» (Ford, 1954: 70). Ακολουθώντας τον Τέυλορ, ο Φορντ αφιερώνει όλες τις προσπάθειές του στην αποφυγή κάθε άσκοπης δαπάνης χρόνου και χρήματος στο εργοστάσιο. Το νέο στοιχείο που προσθέτει είναι η ανάλυση της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης.

Και για να δικαιολογήσει τη νέα φιλοσοφία, ο Φορντ ακολουθεί και πάλι τον Τέυλορ εμφανίζοντας το γενικό καλό ως σκοπό και αποτέλεσμά της:

 

«Το να αναγκάζεται κάποιος να χρησιμοποιεί περισσότερη ενέργεια απ’ ό, τι είναι απολύτως αναγκαίο για την εκτέλεση της εργασίας του συνιστά περιττή σπατάλη. Η ουσία της πρότασής μου είναι ότι η σπατάλη και η κερδοσκοπία εμποδίζουν την ορθή εκτέλεση της εργασίας. Αμφότερες είναι επικριτέες. Η σπατάλη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη μη κατανόηση των εργασιακών καθηκόντων, στην κακή εκτέλεσή τους. Η κερδοσκοπία είναι μια εκδήλωση της έλλειψης ευρύτητας πνεύματος. Επιδίωξή μου αποτέλεσε να παράγω με την ελάχιστη σπατάλη υλικών και ανθρώπινης προσπάθειας και, ακολούθως, να διαθέτω τα προϊόντα με ελάχιστο ποσοστό κέρδος που εξαρτάται από το συνολικό κέρδος επί του όγκου της διανομής. Στη διαδικασία παραγωγής επιδιώκω να προσφέρω τους μεγαλύτερους δυνατούς μισθούς, δηλαδή τη μέγιστη δυνατή αγοραστική δύναμη. Από τη στιγμή που τα προϊόντα παράγονται με το ελάχιστο κόστος και μπορούμε να τα πουλάμε με ελάχιστο κέρδος, μπορούμε να διανέμουμε ένα προϊόν σε συμφωνία με την αγοραστική δύναμη. Συνεπώς, όλοι όσοι συνδέονται μαζί μας (ως διευθυντές, εργαζόμενοι ή αγοραστές) επιτυγχάνουν το καλύτερο για την ύπαρξη του συνόλου» (Ford, 1954: 26).

 

Αυτά δείχνουν ότι ο φορντισμός ενισχύει την εφαρμογή των αρχών του Τέυλορ αναφορικά με τον έλεγχο και την εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης, οργανώνοντας τη γραμμή συναρμολόγησης. Αλλά ο φορντισμός προχωρεί πιο πέρα από αυτή την τεχνική καινοτομία. Ως μέσο ελέγχου, ο φορντισμός παρέχει καλύτερους μισθούς και προσπαθεί να αναδείξει (ή και να επιβάλλει) ένα τρόπο ζωής για τους εργαζομένους, εντείνοντας έμμεσα τον έλεγχο των εργαζομένων.

Κατά την ανάλυση του «αμερικανισμού», ο Γκράμσι μπόρεσε να διαπιστώσει μια μοναδική ιδιότητά του: το συνδυασμό του καταναγκασμού (με σύμβολο τη βιαιότητα του Τμήματος Υπηρεσιών του Φορντ) με την πειθώ (με σύμβολο τους συγκριτικά υψηλούς μισθούς και τα επιδόματα στα οποία προστίθεται η πολιτική και ιδεολογική προπαγάνδα). Κατά τον Γκράμσι, αυτά τα χαρακτηριστικά επιτρέπουν στον έλεγχο να γίνει ηγεμονικός (Gramsci, 2001: 266),

Η μελέτη του Faria (2004) εφιστά την προσοχή μας στους μηχανισμούς σωματικού και ηθικού ελέγχου που εφαρμόζονται στον φορντισμό. Επισημαίνει ότι ο Φορντ είχε οργανώσει υπηρεσία που παρακολουθούσε τη ζωή των εργαζομένων και εξηγούσε στις συζύγους των εργατών, ιδίως στις αλλοδαπές, ποιος είναι ο ορθός τρόπος συμπεριφοράς στις ΗΠΑ. Κατά τον συγγραφέα, το λεγόμενο Τμήμα Υπηρεσιών απασχολούσε περί τους 800 φύλακες (συνήθως πρώην αρσιβαρίστες, πυγμάχους και γκάγκστερ), οι οποίοι ήταν έτοιμοι να ασκήσουν βία σε εργαζομένους και ιδίως σε εκπροσώπους των συνδικάτων. Όλα τα παραπάνω καθιστούν το φορντισμό έναν πολύ αποτελεσματικότερο μηχανισμό μάνατζμεντ που προχωρεί πολύ πιο πέρα από το Επιστημονικό Μάνατζμεντ του Τέυλορ.

Ο Harvey (2001) από την πλευρά του θεωρεί τον φορντισμό ως ένα σύνολο πρακτικών που αφορούν τον έλεγχο της εργασίας, των τεχνολογιών, των καταναλωτικών συνηθειών και των κοινωνικών και οικονομικών συσχετισμών εξουσίας. Θεωρεί ότι το 1914 είναι μια συμβολική χρονιά για τον φορντισμό, δεδομένου ότι εισήχθη η γραμμή παραγωγής και το ημερομίσθιο των πέντε δολαρίων, καίτοι ο φορντισμός αναπτύχθηκε πλήρως από το 1945 ως το 1973.

Μέχρι τη δεκαετία του 1970, ο φορντισμός αποτελούσε το κύριο σύστημα παραγωγής στην αυτοκινητοβιομηχανία, στην οποία η γραμμή παραγωγής συνιστούσε μια πραγματική «μηχανή παραγωγής κερδών» (Gounet, 1999: 17). Κατά τον συγγραφέα αυτόν, ο φορντισμός αποτελεί ένα σύστημα παραγωγής με πέντε βασικά χαρακτηριστικά:

1. μαζική παραγωγή,

2. τεϋλορικός καταμερισμός εργασίας,

3. χρήση της γραμμής παραγωγής,

4. χρήση τυποποιημένων εξαρτημάτων στη συναρμολόγηση,

5. αυτοματοποίηση της παραγωγής.

Καίτοι λοιπόν ο φορντισμός μπορεί να περιγραφεί ως μέθοδος οργάνωσης της εργασίας και αύξησης της υπεραξίας, μέσω του «εξορθολογισμού» της εργασιακής διαδικασίας, ο Antunes (2000) θεωρεί προτιμότερη την αναφορά σε τεϋλορισμό-φορντισμό, δεδομένου ότι υπάρχει στενή αληλλεξάρτηση, που κάνει αδύνατο να διαπιστωθεί πού τελειώνει ο πρώτος και πού αρχίζει ο δεύτερος. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι:

 

«αυτή η διαδικασία [τεϋλορισμός-φορντισμός] χαρακτηρίζεται από ένα μείγμα φορντικής μαζικής παραγωγής με το τεϋλορικό χρονόμετρο, ακολουθούμενη από τον σαφή διαχωρισμό μεταξύ δραστηριοτήτων σχεδιασμού και δραστηριοτήτων εκτέλεσης. Το κεφάλαιο ενδιαφέρεται να ιδιοποιηθεί την τεχνογνωσία της εργασίας και να εκδιώξει τη διανοητική εργασία από το χώρο εργασίας. Η εργασιακή δραστηριότητα περιορίζεται στη μηχανική και μονότονη διάστασή της» (Antunes, 2000: 36- 37).

 

Υπάρχει, τέλος, άλλος ένας τρόπος προσέγγισης του φορντισμού. Το να γίνει νοητός ως ένα μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης. Ο Lipietz (1997) ακολουθεί αυτή την προσέγγιση και αναλύει τον φορντισμό με τρεις τρόπους: 1) ως γενική αρχή οργάνωσης της εργασίας (ή βιομηχανικό παράδειγμα), 2) ως μακροοικονομική δομή (ή καθεστώς συσσώρευσης), 3) ως σύστημα κανόνων (ή τρόπο ρύθμισης). Ως βιομηχανικό παράδειγμα, ο φορντισμός γίνεται κατανοητός ως «τεϋλορισμός και εκμηχάνιση», δηλαδή χωρισμός της εκτέλεσης από το σχεδιασμό εργασίας, όπως συνέβαινε στο βιομηχανικό σύμπλεγμα The Rouge του Φορντ. Ως καθεστώς συσσώρευσης «σημαίνει ότι η αύξηση της παραγωγικότητας που επέρχεται από αυτές τις αρχές οργάνωσης έχει ως αντίκτυπο αφενός την αύξηση των κεφαλαιακών επενδύσεων (κέρδη) και αφετέρου την αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών εργαζομένων». Τέλος, ως τρόπος ρύθμισης, σημαίνει «μια μακροπρόθεσμη συμβολαιοποίηση της μισθωτής σχέσης με αυστηρό έλεγχο για αποφυγή απολύσεων και με ελεγχόμενη αύξηση μισθών ανάλογα με το επίπεδο τιμών και παραγωγικότητας» (Lipietz, 1997: 3).

Ως σύστημα παραγωγής και ως μοντέλο ανάπτυξης, ο τεϋλορισμός-φορντισμός αποτέλεσε ένα εντυπωσιακής αποτελεσματικότητας μέσο απόκτησης υπεραξίας. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1970 η αποτελεσματικότητά του γνώρισε αμφισβήτηση και έδωσε τη θέση του στις αναφορές στον μεταφορντισμό.

 

4. Μεταφορντισμός και εξορθολογισμός της παραγωγής

 

Σύμφωνα με τον Lipietz, ένας από τους λόγους της κρίσης του φορντισμού-τεϋλορισμού συνδέεται με τη ζήτηση, η οποία, σε γενικές γραμμές, έφτασε στα όριά της λόγω της έντασης του διεθνούς ανταγωνισμού μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, λόγω διαφόρων προβλημάτων από την πλευρά της προσφοράς, που περιελάμβαναν: την επιβράδυνση της παραγωγικότητας, τη διόγκωση του συνολικού κόστους της εργασίας, την αύξηση της τιμής των πρώτων υλών, κ.λπ., ο φορντισμός αντιμετώπισε το σοβαρότερο ίσως πρόβλημά του: την πτώση της κερδοφορίας. Για τα προβλήματα, από την πλευρά της προσφοράς διατυπώθηκαν δύο κύριες ερμηνείες (βλ. Lipietz, 1997: 3).

1) «Τα κέρδη μειώνονταν εξ αιτίας του ότι οι εργάτες ήταν υπερβολικά δυνατοί, γεγονός που οφειλόταν στο ότι οι κανόνες του παιγνιδιού ήταν υπερβολικά “άκαμπτοι”» και

2) «Η διάβρωση της αποτελεσματικότητας των αρχών του τεϋλορισμού».

Οι ερμηνείες αυτές οδηγούσαν σε δύο διαφορετικές απαντήσεις στην κρίση: στο φιλελευθερισμό της ευελιξίας και στην εμπλοκή (ή δέσμευση) των εργατών μέσω διαπραγματεύσεων. Η πρώτη απάντηση σχετιζόταν με την ακαμψία των συμβάσεων εργασίας και η άλλη με το τέλος του άμεσου ελέγχου της διεύθυνσης επί της δραστηριότητας της εργασιακής δύναμης, όπως τον υπερασπιζόταν ο τεϋλορισμός (στο ίδιο).

Το αποτέλεσμα ήταν να εφαρμοστούν τρία μοντέλα εργασιακών σχέσεων: 1) ο νεοτεϋλορισμός, που χαρακτηριζόταν από εξωτερική ευελιξία, σε συνδυασμό με έναν άμεσο ιεραρχικό έλεγχο και θύμιζε «μια μορφή τεϋλοριστικής οργάνωσης των εργασιακών πρακτικών, χωρίς τα κοινωνικά οφέλη της χρυσής εποχής του φορντισμού» (Lipietz, 1997: 7), 2) ο καλμαρισμός (που ονομάστηκε έτσι λόγω της σουηδικής πόλης Κάλμαρ, έδρας ενός εργοστασίου Volvo), που χαρακτηριζόταν από μια εξωτερική ακαμψία της σύμβασης εργασίας σε συνδυασμό με την εμπλοκή των εργατών παραγωγής μέσω των διαπραγματεύσεων, 3) ο τεϋλορισμός, που παριστά μια ενδιάμεση θέση μεταξύ των δύο αυτών άκρων, όπου η ευελιξία επιτυγχάνεται χάρη σε μια ισχυρή ευελιξία στην εξωτερική αγορά εργασίας: άκαμπτες συμβάσεις για τους εργάτες του πυρήνα της παραγωγής, και ευέλικτες για το περιφερειακό εργατικό δυναμικό. Στο μοντέλο αυτό, η εμπλοκή του εργατικού δυναμικού περιορίζεται στους εργάτες του πυρήνα της παραγωγής.

Πριν να αναφερθούμε στο θέμα του τογιοτισμού, πρέπει να επισημάνουμε ότι η Σχολή της Ρύθμισης, την οποία σε γενικές γραμμές ακολουθεί ο Lipietz, δέχεται ισχυρές κριτικές επειδή υποστηρίζει το μεταφορντιστικό μοντέλο ρύθμισης. Σύμφωνα με τον Teague (1990), υπάρχουν πολλά στοιχεία που θέτουν σε αμφισβήτηση αυτή τη θέση. Θα επισημάνουμε τα εξής:

1. Η θέση περί δημιουργίας ενός νέου καθεστώτος ρύθμισης (μεταφορνιτσμός) δεν είναι ακριβής από ιστορική άποψη. Παραθέτοντας έρευνες του Brenner, ο Teague (1990) αναφέρει ότι η θέση των των οπαδών της θεωρίας της Ρύθμισης που υποστηρίζει ότι η κρίση του φορντισμού άρχισε με την πτώση των ποσοστών κέρδους και της παραγωγικότητας δεν θεμελιώνεται εμπειρικά. Οι ΗΠΑ γνώρισαν μέση ετήσια ανάπτυξη 3, 3% στο βιομηχανικό τομέα μεταξύ 1966 και 1973, ποσοστό υψηλότερο από τον ετήσιο μέσο όρο μεταξύ 1948 και 1966 (2, 9%). Εκτός αυτού είναι απίθανη η υπόθεση ότι υπήρξε ταυτόχρονη πτώση αυτών των ποσοστών σε διάφορες χώρες και ότι επήλθαν παρόμοιες μεταβολές στις ταξικές σχέσεις των χωρών αυτών.

2. Είναι εμπειρικά εσφαλμένη η θέση ότι έχει εγκαταλειφθεί το σύστημα μαζικής παραγωγής.

3. Οι οπαδοί της Σχολής της Ρύθμισης υποστηρίζουν ότι οι νέες θεσμικές μορφές και σχέσεις (τρόπος ρύθμισης) έχουν ένα θεμελιακό ρόλο στο να διατηρούν συντονισμένα τα συστήματα παραγωγής και κατανάλωσης. Αυτή όμως η θέση δεν εξετάζει άλλα σημαντικά ζητήματα, όπως τη διαδικασία που οδήγησε στην ανάδυση νέων θεσμών καθώς και τη σχέση τους με την «οικονομική βάση».

Δεν μπορεί να εξετάσουμε εδώ αναλυτικά τις ενστάσεις του Teague (1990) και τη θέση τους στο πλαίσιο της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Θεωρούμε πάντως ότι η περιγραφή του Lipietz (1997) μας επιτρέπει να κατανοήσουμε σε γενικές γραμμές το πλαίσιο ανάδυσης ενός νέου Λόγου περί οργάνωσης των διαδικασιών εργασίας. Χρησιμοποιούμε συνειδητά τον όρο «Λόγος», διότι στο επίπεδο της οικονομικής πραγματικότητας δεν φαίνεται να έχει εξαντληθεί το παράδειγμα του φορντισμού και να έχει επιβληθεί ο τογιοτισμός, όπως πολύ συχνά υποστηρίζουν οι εκπρόσωποι των κυρίαρχων απόψεων στη θεωρία της οργάνωσης της εργασίας, που υπερασπίζεται την ευέλικτη εξειδίκευση (π.χ. Piore και Sabel, 1993). Ο Lipietz (1997) περιγράφει την κοινωνική κατάσταση ως ετερογενή αναφορικά με τους τρόπους οργάνωσης των εργασιακών σχέσεων. Προχωρεί πέρα από τον Φορντισμό, αλλά δεν κηρύσσει το τέλος του.

Σε γενικές γραμμές, πιστεύουμε ότι o τογιοτισμός σφυρηλατήθηκε σε συνθήκες υψηλής ανταγωνιστικότητας και ενθάρρυνσης καινοτόμων (πιο ευέλικτων) εργασιακών σχέσεων. Στη σφαίρα της οργανωσιακής θεωρίας, ο τογιοτισμός παρουσιάζεται συχνά ως η «έσχατη λύση» απέναντι στην κρίση του φορντισμού-τεϋλορισμού. Προκειμένου να αντιληφθούμε τον τογιοτισμό ως ένα μοντέλο μάνατζμεντ, θα στρέψουμε την προσοχή μας στις ιδέες του Ohno, ο οποίος υπήρξε ένας από τους δημιουργούς του.

Σύμφωνα με τον Ohno (1997: ix), προέκυψε εξ ανάγκης, από τη στιγμή που «ορισμένοι περιορισμοί της αγοράς απαιτούσαν την παραγωγή πάμπολλων ειδών σε μικρές ποσότητες, μια κατάσταση με την οποία βρέθηκε αντιμέτωπη η ιαπωνική αυτοκινητοβιομηχανία κατά την μεταπολεμική περίοδο». Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι κατά τον Ohno, το σύστημα Toyota δεν αποτελεί απλή άρνηση του τεϋλοριστικού-φορντιστικού συστήματος, αλλά μια εξελισσόμενη διαδικασία που απορροφά αλλά και ανασκευάζει πρακτικές που εισήχθησαν στο πλαίσιο του φορντισμού. Υπ’ αυτή την έννοια, ο Faria (2004) υποστηρίζει ότι ο Φορντ είχε ήδη πρωτοπόρες αντιλήψεις που σχετίζονταν με αυτό που αποκλήθηκε σύστημα Kanban ή Just-in-time.

Έτσι λοιπόν, υιοθετώντας ιδέες από την κλωστοϋφαντουργία της Βόρειας Αμερικής, αλλά και της Ιαπωνίας, η Toyota ανέπτυξε ένα σύστημα παραγωγής που αναγγέλθηκε ως μείζων καινοτομία και το οποίο βασιζόταν στο just-in-time και στην έξυπνη αυτοματοποίηση ή αυτοματοποίηση με «ανθρώπινη παρέμβαση» (Ohno, 1997: 4). To Kanban, οι απαρχές του οποίου συνδέονται με τον κλάδο των αμερικανικών σούπερ μάρκετ, έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στο σύστημά του. Όπως υπογραμμίζει ο Coriat (1994), ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του συστήματος Toyota είναι το ότι η παραγωγή οργανώνεται από το τέλος προς την αρχή. Σύμφωνα με την ερμηνεία του Ohno (1997: 27):

Ως σημείο εκίνησης λαμβάνεται η τελική γραμμή συναρμολόγησης. Σ’ αυτή τη βάση, το πρόγραμμα παραγωγής που ορίζει τους επιθυμητούς τύπους αυτοκινήτων, με την ποσότητά τους και τις προθεσμίες παραγωγής τους, φτάνει στην τελική γραμμή συναρμολόγησης. Στη συνέχεια, η μέθοδος μεταφοράς των υλικών αντιστρέφεται. Για την προμήθεια των εξαρτημάτων που χρησιμοποιούνται στη συναρμολόγηση, μια μεταγενέστερη διεργασία ανάγεται σε μια προγενέστερη, προκειμένου να αντλήσει μόνο τον αριθμό των εξαρτημάτων που χρειάζονται, τη στιγμή που χρειάζονται. Μ’ αυτό τον αντίστροφο τρόπο, η διαδικασία παραγωγής πηγαίνει από το έτοιμο προϊόν πίσω στο τμήμα παραγωγής των νωρίτερα απαιτούμενων εξαρτημάτων. Κάθε κρίκος της αλυσίδας just-in-time συνδέεται και συγχρονίζεται. Μ’ αυτό τον τρόπο, το ανθρώπινο δυναμικό του μάνατζμεντ μειώνεται επίσης δραστικά.

Ένα τέτοιο σύστημα πλεονεκτεί σε σχέση με το σύστημα της μαζικής παραγωγής μόνο σε πολύ συγκεκριμένες συνθήκες, όταν δηλαδή η ζήτηση δεν είναι προβλέψιμη ή είναι πολύ δύσκολα προβλέψιμη, όπως υπογραμμίζει ο Ohno (1997: 54).

Το σύστημα παραγωγής της Toyota επινοήθηκε αρχικά για την παραγωγή μικρών ποσοτήτων πολλών τύπων που αφορούσαν το ιαπωνικό περιβάλλον. Κατά συνέπεια, σ’ αυτή τη βάση, εξελίχθηκε σε ένα σύστημα παραγωγής που μπορεί να ανταποκριθεί στην πρόκληση της διαφοροποίησης. Ενώ το παραδοσιακό σύστημα της σχεδιασμένης μαζικής παραγωγής δεν αποκρίνεται εύκολα στις αλλαγές, το σύστημα παραγωγής της Toyota είναι πολύ ελαστικό και είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις δύσκολες συνθήκες που επιβάλλονται από τις ποικίλες ζητήσεις της αγοράς.

Μετά την πετρελαϊκή κρίση, ο κόσμος έστρεψε την προσοχή του στο σύστημα παραγωγής της Toyota. Οι λόγοι αυτής της προσοχής έγκεινται στην αξεπέραστη ευελιξία του συστήματος μέσω της οποίας προσαρμοζόταν στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Ασχολούμενος με ένα σενάριο κρίσης κατά το οποίο υπάρχει στενότητα (ανθρώπινων και υλικών) πόρων, ο Ohno αντιμετώπισε το ακόλουθο ερώτημα: «πώς θα μπορούσαμε να αυξήσουμε την παραγωγικότητα απασχολώντας λιγότερους εργάτες;» Με τη διατύπωση αυτή, υπογραμμίζει ότι τους επιχειρηματίες απασχολεί πάντα αυτό το ζήτημα: «πώς να παράγουν περισσότερα με λιγότερους εργάτες» (Ohno 1997: 82).

Ο Ohno (1997: 77) υποστηρίζει ότι υπάρχουν μόνο δύο τρόποι ενίσχυσης της απόδοσης: 1) αύξηση του όγκου της παραγωγής, 2) μείωση του αριθμού των εργατών, εφόσον ο όγκος της παραγωγής παραμείνει στο ίδιο επίπεδο. Με άλλα λόγια, ο πυρήνας του ερωτήματος θα μπορούσε να εκφραστεί ως εξής: πώς πρέπει να κινηθούμε προκειμένου να αποσπάσουμε μεγαλύτερη υπεραξία από το εργατικό δυναμικό μας, χωρίς να αυξήσουμε τον όγκο του; Πώς πρέπει να κινηθούμε προκειμένου να επαναστατικοποιήσουμε τις κοινωνικές και τις τεχνικές διαδικασίες παραγωγής;

Ο Antunes γράφει ότι ο τογιοτισμός αποτελεί διαδικασία οργάνωσης της εργασιακής διαδικασίας, «κύριος σκοπός της οποίας είναι η εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης της εργασίας, μέσω της εξάλειψης σε μεγάλο βαθμό τόσο της μη παραγωγικής εργασίας, δηλαδή της εργασίας που δεν προσθέτει αξία στα εμπορεύματα, όσο και των παρόμοιων με αυτή μορφών», και κατά συνέπεια, «δημιουργεί ένα νέο πρότυπο από την άποψη της εντατικοποίησης της εργασίας, με τη χρήση και των δύο μορφών απόσπασης υπεραξίας, της απόλυτης, και της σχετικής» (Antunes, 2000: 53, 56).

Προκειμένου να ελέγξουμε την εγκυρότητα αυτής της διατύπωσης, θα επανέλθουμε στις ιδέες του Ohno. Ποιο είναι κατ’ αυτόν το δομικό στοιχείο του τογιοτισμού; Από τα ακόλουθα αποσπάσματα γίνεται σαφές ότι πρόκειται για την αποφυγή της σπατάλης: «Ο σημαντικότερος στόχος του συστήματος Toyota ήταν η αύξηση της απόδοσης της παραγωγής μέσω μιας συνεπούς και ολοκληρωτικής εξάλειψης της σπατάλης» (Ohno, 1997: ΙΧ).

Απαιτείται ένα σύστημα ολικής διαχείρισης, το οποίο θα αναπτύσσει την ανθρώπινη ικανότητα στην πληρέστερη δυναμικότητά της, προκειμένου να ενισχύσει τη δημιουργικότητα και την αποδοτικότητα, να κάνει καλή χρήση των υποδομών και των μηχανών, και να εξαλείφει κάθε σπατάλη (Ohno, 1997: 30).

Tι ακριβώς σημαίνει «εξάλειψη της σπατάλης»; Διαπιστώνουμε ότι η απάντηση του Ohno φαίνεται να επιβεβαιώνει την επιχειρηματολογία του Antunes (2000), αν και με διαφορετική ορολογία:

 

«Όταν συζητάμε για την εξάλειψη της σπατάλης, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η βελτίωση της αποδοτικότητας έχει νόημα μόνον εάν συνδέεται με μείωση του κόστους. Για το σκοπό αυτό, πρέπει να αρχίσουμε να παράγουμε μόνο ότι είναι απαραίτητο, χρησιμοποιώντας την ελάχιστη δυνατή εργασία. Στη συνέχεια, να εξετάσουμε την αποδοτικότητα κάθε χειριστή και κάθε γραμμής παραγωγής. Ύστερα, να εξετάσουμε τους χειριστές ως ομάδα και στη συνέχεια ολόκληρο το εργοστάσιο (το σύνολο των γραμμών παραγωγής). Η αποδοτικότητα θα πρέπει να βελτιώνεται σε κάθε βήμα και, ταυτόχρονα, για το εργοστάσιο ως σύνολο» (Ohno, 1997: 38).

 

Το σύστημα παραγωγής Toyota είναι μια μέθοδος για την πλήρη εξάλειψη της σπατάλης και τη βελτίωση της παραγωγικότητας. Στην παραγωγή, η «σπατάλη» αναφέρεται σε όλα εκείνα τα στοιχεία που αυξάνουν το κόστος χωρίς να προσθέτουν αξία, για παράδειγμα, οι υπερβολικά πολλοί άνθρωποι, αποθέματα και εξοπλισμοί. Όλα αυτά αυξάνουν άσκοπα το κόστος και προκαλούν δευτερεύουσες σπατάλες. Για παράδειγμα, με τους υπεράριθμους εργάτες, εφευρίσκονται εργασίες που δεν είναι απαραίτητες, οι οποίες, με τη σειρά τους, αυξάνουν τη δαπανώμενη ενέργεια και τα χρησιμοποιούμενα υλικά. Αυτή είναι η δευτερεύουσα σπατάλη (Ohno, 1997: 71).

Συνοψίζοντας, μπορούμε να δούμε πώς ο Ohno υποστηρίζει επανειλημμένα ότι η αποδοτικότητα του συστήματος βασίζεται στην εξάλειψη της σπατάλης, συμπεριλαμβανομένης της περίσσειας ανθρώπινων πόρων, μη παραγωγικής εργασίας και χρόνου. Όπως και οι Taylor και Ford ενδιαφέρεται για τη βέλτιστη χρήση των διαδικασιών εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της εργασιακής δύναμης. Όλοι τους ασχολήθηκαν με την εξασφάλιση της βέλτιστης πρωτοβουλίας από τον εργάτη, με άλλα λόγια, αναζητούσαν τρόπους επίλυσης του προβλήματος απροσδιοριστίας που συνδέεται με τη διαδικασία μετατροπής της εργασιακής δύναμης σε εργασία. Σε τελική ανάλυση, μέσα από διαφορετικά μονοπάτια, επιχείρησαν να επαναστατικοποιήσουν την εργασιακή διαδικασία, βελτιώνοντας την απόσπαση σχετικής υπεραξίας. Μπορούμε να πούμε ότι, οριακά, επιχείρησαν να προσφέρουν λύση στο θεμελιώδες πρόβλημα του καπιταλισμού, δηλαδή την αδιάκοπη αύξηση του κεφαλαίου. Ένας στόχος που, λόγω των βαθύτερων χαρακτηριστικών του, θα διαφεύγει συνεχώς προς τα εμπρός.

 

5. Συμπεράσματα

 

Στο θεωρητικό αυτό δοκίμιο, επιχειρήσαμε να συμβάλουμε στη θεωρία της οργάνωσης της εργασίας μέσω μιας κριτικής ανάλυσής της από μαρξιστική προοπτική. Για το σκοπό αυτό, παρουσιάσαμε μια σύντομη σύνθεση της βάσης του συστήματος της καπιταλιστικής παραγωγής, δείχνοντας ότι το κρίσιμο στοιχείο είναι η συνεχής αναζήτηση απόσπασης υπεραξίας. Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού είναι ότι ο ρόλος που ανατίθεται στους θεωρητικούς του μάνατζμεντ σε μια τέτοια κοινωνία είναι να προσφέρουν νέες ιδέες που θα επαναστατικοποιήσουν την εργασιακή διαδικασία, προκειμένου να επιτύχουν μεγαλύτερα ποσοστά σχετικής υπεραξίας, έτσι ώστε να υπάρξει συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντι στους ανταγωνιστές και να επιτευχθούν μεγαλύτερα κέρδη. Ωστόσο, η πρόθεση αυτή δεν αποκαλύπτεται σχεδόν ποτέ καθαρά. Όπως επιχειρήσαμε να δείξουμε, η θεωρία που θα αποκαλύπτει την ταξική κυριαρχία ή σχέση δεν αποτελεί μέρος της ατζέντας των θεωρητικών του μάνατζμεντ, εφόσον αυτοί αποδέχονται σαφώς ότι η παραγωγική λογική, η επιχείρηση και η εργασιακή διαδικασία συνιστούν πάντα ένα κοινό αγαθό (ένα σχεδόν καθολικό κοινό αγαθό).

Δείξαμε ότι ο τεϋλορισμός-φορντισμός βελτίωσε τον έλεγχο επί της εργασιακής διαδικασίας, λόγω της ιδιοποίησης της διάχυτης γνώσης των εργατών, η οποία καταγράφηκε, ταξινομήθηκε και μετασχηματίστηκε σε νόρμες και διαδικασίες. Ο χρόνος εκτέλεσης της κάθε εργασίας μετρήθηκε, συγκρίθηκε και ελέγχθηκε όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Επιπλέον, είχαμε την εισαγωγή της γραμμής συναρμολόγησης, που αποσκοπούσε στον έλεγχο κάθε πλευράς της κίνησης της εργασίας, με παράλληλη αύξηση μισθών και μαζική παραγωγή και κατανάλωση.

Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, ο τεϋλορισμός-φορντισμός έφτασε τα όριά του και δημιουργήθηκε μια νέα φιλοσοφία που υποσχόταν να επιλύσει τις κρίσεις της μαζικής παραγωγής. Ο τογιοτισμός έφερε το just-in-time και την αυτοματοποίηση με «ανθρώπινη παρέμβαση». Το αποτέλεσμα, όπως υπογραμμίζει ο Antunes (2005: 42), ήταν φαινομενικά, «το μάνατζμεντ να γίνει περισσότερο συναινετικό, ελκυστικό, και συμμετοχικό», αλλά στην πραγματικότητα, «με μεγαλύτερες δυνατότητες χειραγώγησης» από ποτέ.

  Παρότι αυτές οι θεωρίες του μάνατζμεντ παρουσιάστηκαν ως αντιπροσωπευτικές των καινοτόμων μοντέλων και ιδεών σχετικά με τις εργασιακές διαδικασίες, οι διαφορές παραμένουν επιδερμικές, δεδομένου ότι όλες έχουν τον ίδιο στόχο: την αύξηση της αποσπώμενης σχετικής υπεραξίας. Προσπαθούν να απαντήσουν στο ίδιο ερώτημα (δηλαδή το πώς να αυξηθούν τα κέρδη), και επομένως, δεν κομίζουν κάτι νέο ούτε βέβαια έρχονται σε ρήξη με την καπιταλιστική λογική της παραγωγής.

  Κατά τον Faria (2004: 35),

 

 «Ο Henry Ford ήταν, ταυτόχρονα, ένας οραματιστής και επιχειρηματίας βιομήχανος που μοιάζει με τον καπιταλιστή που περιέγραψε ο Marx. Οι αντιλήψεις του σχετικά με την ολοκληρωμένη παραγωγή, τη μαζική παραγωγή (μέσω των γραμμών συναρμολόγησης), τη μείωση των νεκρών χρόνων […], τη διαχείριση της σπατάλης και την παραγωγή και πραγμάτωση της υπεραξίας προηγούνται του τογιοτιστικού μοντέλου παραγωγής […]. Η περιδιάβαση της σκέψης και των απόψεών του μας επιτρέπει να υποστηρίξουμε χωρίς ενδοιασμό ότι το αποκαλούμενο τογιοτιστικό μοντέλο δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα τεϋλορισμό-φορντισμό βασισμένο στη μικρο-ηλεκτρονική, στην τεχνολογία των υπολογιστών, ένα λουστραρισμένο τεϋλορισμό-φορντισμό, στον οποίο προστέθηκε ένα μοντέλο μάνατζμεντ βασισμένο στις ιδέες του Douglas McGregor (1960), που ενθαρρύνουν την ομαδική εργασία και επιτρέπουν τη θεωρητική σύλληψη ενός πιο ευέλικτου εργάτη, αντί του ειδικευμένου, όπως στο φορντιστικό μοντέλο».

 

Η ανάπτυξη αυτών των ιδεών και μοντέλων εκμετάλλευσης της εργασίας στον κόσμο των οργανωμένων διαδικασιών εργασίας είναι δυνατόν να θεωρηθεί, σε κάποιο βαθμό, ως απάντηση σε ένα παλιό ερώτημα: «Πώς είναι δυνατόν να αυξηθεί η παραγωγή υπεραξίας, δηλαδή πώς είναι δυνατόν να επιμηκυνθεί η υπερεργασία, χωρίς να επιμηκυνθεί, ή ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε επιμήκυνση της γραμμής ΑΓ [του συνολικού χρόνου εργασίας]»; (Marx, 1996: 429).

Με το παρόν άρθρο, ελπίζουμε ότι συμβάλαμε στις κριτικές μελέτες του μάνατζμεντ (ΚΜΜ), επιχειρώντας να αναδείξουμε και να κρίνουμε την πραγματική ατζέντα των θεωριών της οργάνωσης της εργασίας. Με τον τρόπο αυτό, πιστεύουμε ότι σε κάποιο βαθμό συμπίπτουμε με το ακόλουθο απόσπασμα που γράτηκε από το τμήμα κριτικής της οργάνωσης εργασίας της Ακαδημίας Μάνατζμεντ:

 

«Κοινή μας πεποίθηση είναι ότι το μάνατζμεντ της σύγχρονης επιχείρησης (αλλά και συχνά, και άλλων τύπων οργανισμών) διέπεται από ένα στενό στόχο – τα κέρδη – και όχι από συμφέροντα της κοινωνίας ως σύνολο, και ότι οι άλλοι στόχοι – δικαιοσύνη, κοινότητα, ανθρώπινη ανάπτυξη, οικολογική ισορροπία – θα πρέπει να είναι τέτοιοι ώστε να στηρίζουν τη διεύθυνση της οικονομικής δραστηριότητας» (Adler, Forbes, Willmott, 2007: 7).

 

Ωστόσο η συμφωνία μας με τις ΚΜΜ είναι περιορισμένη. Δεν συμφωνούμε με τον (παλαιο)μαρξισμό που υπερασπίζεται ο Adler, από τη στιγμή που αυτός, οριακά, καταλήγει σε έναν από-πολιτικοποιημένο, τεχνολογικό μαρξισμό (Thompson, 2007). Ο Thompson θεωρεί την οπτική του Adler ως παλαιο-μαρξισμό, όπου ο συγγραφέας αυτός παρουσιάζει ένα «απο-πολιτικοποιημένο χώρο εργασίας, απομακρύνοντας κάθε πηγή σύγκρουσης από τις εργασιακές σχέσεις μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας». Έτσι λοιπόν, αν ο μαρξισμός στις ΚΜΜ περιορίζεται στην οπτική του Adler, ίσως να μην υπάρχει σε αυτές χώρος για ένα ρεαλιστικό μαρξισμό (κάτι που εξηγεί τη διάκριση μεταξύ ΚΜΜ και θεωρίας της εργασιακής διαδικασίας).

 Ευελπιστούμε ότι θα οικοδομηθεί μια νέα θεωρία οργάνωσης της εργασίας που θα θέτει νέα ερωτήματα και δεν θα υπηρετεί την εκμετάλλευση της εργασίας και τη λογική της αγοράς. Μόνον εάν έχουμε επιτύχει αυτό το σκοπό, θα έχουμε νέες θεωρίες, δεσμευμένες στην ανθρώπινη χειραφέτηση, την ελευθερία και το κοινό καλό.

Έχοντας παρουσιάσει το πώς αντιλαμβάνεται μια κοινωνιολογική, κριτική και μαρξιστική θεωρία το πρόβλημα οργάνωσης της εργασίας και έχοντας συζητήσει τι προσδοκά μια τέτοια θεωρία από τους στοχαστές, ελπίζουμε ότι συμβάλαμε στην ανάδυση ενός νέου υποδείγματος που μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαφορετικούς τόπους και θεσμούς (σχολεία, νοσοκομεία, διοίκηση, συνεταιρισμοί), ένα υπόδειγμα που δεν θα αναπαράγει τις ταξικές και αυταρχικές σχέσεις που συνδέονται με την καπιταλιστική κοινωνία.

 

 

 

Βιβλιογραφία

 

Adler, P. (2007), “The Future of Critical Management Studies: A Paleo-Marxist Critique of Labour Process Theory”. Organization Studies, 28: 1313-1345.

Adler, P.S., Forbes, L.C., Willmott, H. (2007), “Critical Management Studies”, In: A. Brief, J. Walsh, eds., The Academy of Management Annals of Organization and Management, Vol. 1. New York: Lawrence Erlbaum. https://msbfile03.usc.edu/digitalmeasures/padler/intellcont/CMS-AAM-1.pdf.

Alvesson, M., Bridgman, T., Willmott, H. (ed.) (2009), The Oxford Handbook of Critical Management Studies. Oxford: Oxford University Press.

Antunes, R. (2000), Os sentidos do trabalho: ensaio sobre a afirmação e a negação do trabalho. São Paulo: Boitempo Editorial.

Antunes, R. (2005), Adeus ao trabalho? Ensaio sobre as metamorfoses e a centralidade do mundo do trabalho. São Paulo: Cortes.

Braverman, H. (1981), Trabalho e capital monopolista: a degradação do trabalho no século XX. Rio de Janeiro: Zahar.

Chiavenato, I. (2003), Introdução à Teoria Geral da Administração. Rio de Janeiro: Elsevier.

Coriat, B. (1994), Pensar pelo avesso: o modelo japonês de trabalho e organização. Rio de Janeiro: Revan.

Davel, E., Alcadipani, R. (2003), “Estudos Críticos em Administração: a produção científica brasileira nos anos noventa”. Revista de Administração de Empresas, 43-4.

Faria, J. H. (2004), Economia Política do Poder: uma crítica da teoria geral da administração. V.2. Curitiba: Juruá.

Fligstein, N. (2001), Organizations: theoretical debates and the scope of organizational theory. Berkeley: Department of Sociology/ University of California. http://didattica.spbo.unibo.it/adon/files/fligstein, _organizations_and_organizational_theory, _2001.pdf .

Ford, H. (1954), Os princípios da prosperidade. Rio de Janeiro: Brand.

Gounet, T. (1999), Fordismo e Toyotismo na civilização do automóvel. São Paulo: Boitempo.

Gramsci, A. (2001), Cadernos do cárcere. v. 4. Rio de Janeiro: Civilização Brasileira.

Harvey, D. (2001), A condição pós-moderna: uma pesquisa sobre as origens da mudança cultural. São Paulo: Loyola.

Hatch, M. (1997), Organization theory: Modern, symbolic and postmodern theory. Oxford: Oxford University Press.

Knights, D., Willmott, H. (ed.) (1990), Labour Process Theory. London: The Macmillan Press.

Lipietz, A. (1997), “The post-Fordist World: Labour Relations, International Hierarchy and Global Ecology”. Review of International Political Economy, 4-1: 1-41.

Marx, K. (1996), O Capital: crítica da economia política. São Paulo: Nova Cultural, v. 1.

Morgan, G. (2005), “Paradigmas, metáforas e resolução de quebra-cabeças na teoria das organizações”. Revista de Administração de Empresas, 45-1.

Ohno, T. (1997), O sistema Toyota de produção: além da produção em larga escala. Porto Alegre: Artes Médicas.

Piore, M. J., Sabel, C. F. (1993), La segunda ruptura industrial. Buenos Aires: Alianza Editorial.

Taylor, F. W. (1980), Princípios de administração científica. São Paulo: Atlas.

Teague, P. (1990), “The Political Economy of the Regulation School and the Flexible Specialisation Scenario”. Journal of Economic Studies, v. 17-5: 32-54.

Thompson, P. (1990), “Crawling from the wreckage: the Labour Process and the Politics of Production”. In Knights, D., Willmott, H. (ed.). Labour Process Theory. London: The Macmillan Press: 95-124.

Thompson, P. (2007), “Adler’s Theory of the Capitalist Labour Process: A Pale(o) Imitation”. Organization Studies, 28: 1359-1367.

Thompson, P. (2010), “The Capitalist Labour Process: Concepts and Connections”. Capital & Labour, 34-1: 7-14.

Thompson, P., O’Doherty, D.P. (2009), “Perspectives on Labor Process Theory”. In: Alvesson, M., Bridgman, T., Willmott, H. (ed.), The Oxford Handbook of Critical Management Studies. Oxford: Oxford University Press: 100-122.

 

1  Οι συγγραφείς κατατάσσουν μια θεωρία ως κριτική με βάση τα εξής κριτήρια: μη επιτελεστική στόχευση, αποφυσικοποίηση, χειραφετητική στόχευση.

2  Ως αντιπροσωπευτική έκφραση της σύγχρονης θεώρησης θα εξετάσουμε τον Τογιοτισμό.

3  Δεν θα εξετάσουμε εδώ τις δύο βασικές κριτικές προς την Θεωρία της Εργασιακής Διαδικασίας. Πρώτον, την κριτική της απουσίας υποκειμένου και, δεύτερον, την κριτική των κεφαλαιακών κυκλωμάτων. Η πρώτη αφορά την αγνόηση της οπτικής του εργαζόμενου και των εμπειριών του στον τόπο εργασίας. H δεύτερη επισημαίνει την αδικαιολόγητη συγκέντρωση του ενδιαφέροντος στην εργασιακή διαδικασία, αγνοώντας τα όσα συμβαίνουν πριν και μετά.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή