Κρίση και λιτότητα (Η ανάκληση του σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου) Εκτύπωση
Τεύχος 14, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1986


Κρίση και λιτότητα. (Η ανάκληση του σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου) 
των Ηλία Ιωακείμογλου και Γιάννη Μηλιού  

1. Εισαγωγή

Η στροφή της κυβερνητικής πολιτικής από τοσοσιαλδημοκρατικό όραμα της «αναδιανομής του εισοδήματος»' σταμονεταριστικά «μέτρα σταθεροποίησης» μοιάζει να έρχεται σε μια εποχήόξυνσης της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και επομένως επιδείνωσηςτων όρων ένταξης του στη «διεθνή οικονομία»  - δηλαδή στο παγκόσμιοιμπεριαλιστικό σύστημα. Αυτή την επιδείνωση προβάλλει άλλωστε και ηκυβερνητική προπαγάνδα για να υπερασπιστεί το «αναγκαίο» των «σκληρώνμέτρων».
image002.jpg (303?305)image004.jpg (294?291) 

Όλα αυτά από μια μαρξιστική οπτική γωνία σημαίνουν χοντρικά ένα καιμόνο: Η σοσιαλδημοκρατική πολιτική «ενίσχυσης του εργατικούεισοδήματος» και «αναδιανομής του εθνικού προϊόντος» μπορεί νασυνεχίζεται μέχρι εκείνο το σημείο που δεν θίγεται το ποσοστό κέρδουςκαι οι ρυθμοί συσσώρευσης της καπιταλιστικής οικονομίας. Από τη στιγμήπου το «ύψος» των μισθών φαίνεται να λειτουργεί σαν «εμπόδιο» στηνανταγωνιστικότητα των εμπορευμάτων που παράγει και διαθέτει  - πραγματοποιεί το (εθνικό) κεφάλαιο, η επίθεση ενάντια στα εργατικάλαϊκά εισοδήματα και στο εργατικό κίνημα πρέπει να θεωρείται δεδομένη.Κι αυτό παρά τον προφανή κίνδυνο, που επιβεβαιώνουν και τα πρόσφαταγεγονότα στη χώρα μας, να στερηθεί η σοσιαλδημοκρατική στρατηγική ταπιο δυναμικά της εργατικά και λαϊκά στηρίγματα. Η νομοτέλεια της βίαιηςδιάλυσης  - μετά από μια δεξιά στροφή της κυβερνητικής πολιτικής - τουσοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού ανάμεσα στη μεταρρυθμιστική αστικήστρατηγική και το λαϊκό κίνημα δεν επιβεβαιώνεται σήμερα για πρώτηφορά, στην Ελλάδα, ή στη Γαλλία2 και στις άλλες χώρες τηςνότιας Ευρώπης. Είναι το ιστορικό αποτέλεσμα όλων των πειραμάτων  - καιας θυμηθούμε εδώ το μεσοπολεμικό Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία και τηΓερμανική Σοσιαλδημοκρατία - «σοσιαλιστικού μετασχηματισμού» με άξονατο αστικό κράτος, το οποίο η σοσιαλδημοκρατική ουτοπία φαντασιώνεταιότι μπορεί να ελέγξει και να μετασχηματίσει σε «δημοκρατική κατεύθυνση».

To ζήτημα όμως δεν εξαντλείται εδώ: η διαπίστωση του αδιεξόδου τηςμεταρρυθμιστικής στρατηγικής, πολιτικής η οποία κυριαρχεί σήμερα σ'ολόκληρη την ελληνική Αριστερά3, δεν αποτελεί παρά τηναφετηρία για τη συγκεκριμένη ανάλυση των πρόσφατων οικονομικών μέτρων.Γιατί πράγματι, το καίριο ερώτημα που τίθεται είναι το κατά πόσο ησυγκεκριμένη επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών το 1985 (καιειδικότερα, όπως άλλωστε η ίδια η κυβέρνηση εξηγεί, του ισοζυγίουπληρωμών) στέρησε από την εξουσία τη δυνατότητα να συνεχίσει τη μέχρισήμερα οικονομική πολιτική της «διαφύλαξης του εισοδήματος» τωνεργαζομένων (Α.Τ.Α., έλεγχος ανατιμήσεων ιδιωτικού τομέα, μικρέςανατιμήσεις τιμολογίων του δημοσίου κλπ.).

 image006.jpg (346?358)

2. Μια ιδεολογική αντιστροφή που κρύβει μια ταξική στρατηγική

Παρουσιάζοντας το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών ο Παπανδρέου τόνισεεπανειλημμένα ότι οι εξαγωγές της Ελλάδας καλύπτουν μόνο το 45% περίπουτων εισαγωγών. Ξέχασε να προσθέσει ότι κατά τα τελευταία χρόνια τοποσοστό αυτό αυξάνεται (σχήμα 1), δηλαδή ότι οι εξαγωγές αυξάνονταιμακροχρόνια πιο γρήγορα από τις εισαγωγές:4 αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μεταστραφεί μετά το 1980 η μακροχρόνια αυξητική τάση του εμπορικού

 image008.jpg (293?367)

ελλείμματος(σχήμα 2), όπως άλλωστε είχε ήδη επισημάνει και η γνωστή έκθεση Χαλίκιατον Απρίλιο του 1985. Από 6,8 δις. δολάρια το 1980, το εξωτερικόεμπορικό έλλειμμα (ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών) μειώθηκε στα 5,38δις. δολάρια (μείωση κατά 21%) το 1984. Και γι' αυτή την εξέλιξη ηκυβέρνηση προτίμησε να σιωπήσει.

Η επιδείνωση τουισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών κατά την περίοδο που εξετάζουμε δενοφείλεται λοιπόν στην επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου αλλά στηνεπιδείνωση του ισοζυγίου αδήλων πόρων. Η κρίση του διεθνούς εμπορίουκαι η όξυνση του ανταγωνισμού στις θαλάσσιες μεταφορές οδήγησε σεμείωση του ναυτιλιακού συναλλάγματος, οι εισπράξεις από τον τουρισμόμειώθηκαν κυρίως εξαιτίας της μείωσης των πραγματικών μισθών στη δυτικήΕυρώπη ενώ η παλιννόστηση (αλλά και η ανεργία) των Ελλήνων μεταναστώνπροκάλεσε μείωση του μεταναστευτικού συναλλάγματος (σχήμα 3). Αυτάβέβαια η κυβερνητική φιλολογία δεν μας τα έκρυψε, (πάντα κάπου μέσαστους κυβερνητικούς λόγους βρίσκονται, έστω και στη σκιά). Αλλά μας ταπαρουσίασε σαν κάποια δευτερεύουσα όψη των πραγμάτων.

Ακόμα τοισοζύγιο πληρωμών επιβαρύνεται από την επιβράδυνση της εισροήςιδιωτικών κεφαλαίων: από 1,5 δις. δολάρια το 1980 στα 874 εκατ. δολάριατο 1984.

Η μείωση λοιπόν των αδήλων πόρων (και των εισαγωγώνιδιωτικού κεφαλαίου) κι όχι η επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου είναιο κύριος παράγοντας που οδήγησε κατά τα τελευταία χρόνια στηνεπιδείνωση του ισοζυγίου πληρωμών και στην αύξηση του εξωτερικούδανεισμού της χώρας. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε και τουςμετασχηματισμούς στη διάρθρωση των εισαγωγών κατά την τελευταίαδεκαετία. Το κύριο χαρακτηριστικό είναι η μείωση του ειδικού βάρους τωνκεφαλαιουχικών αγαθών στις εισαγωγές (από 34,2% την

τετραετία1973-76 στο 27,8% την τετραετία 1981-84) και την αύξηση του ειδικούβάρους των καταναλωτικών βιομηχανικών προϊόντων (από 27,7% τηντετραετία 1973-76 σε 33,6% την τετραετία 1981-84)και των τροφίμων (από15,6% σε 17,5% για τις αντίστοιχες περιόδους). Κατά την ίδια περίοδο οιπρώτες ύλες σημείωσαν μια μικρή πτώση (από 21,7% σε 20,5%).

Σ'αυτό το πλαίσιο τοποθετείται λοιπόν η περίφημη επιδείνωση του 1985.Συνίσταται κυρίως σε α) μια αύξηση της αξίας των εισαγωγών σε δολάριακατά 9,5% στο εννεάμηνο Ιανουαρίου  -  Σεπτεμβρίου 1985 σε σύγκριση μετο αντίστοιχο διάστημα του 1984 και μια αντίστοιχη μείωση της αξίας τωνεξαγωγών κατά 4,9%, με αποτέλεσμα την αύξηση του ελλείμματος τουεμπορικού ισοζυγίου το 1985 (Ιανουάριος  -  Σεπτέμβριος) κατά 847 εκατ.δολάρια, θ) μια μείωση κατά το φετινό εννεάμηνο των αδήλων πόρων κατά158 εκ. δολάρια (ποσοστό 6,3%) σε σχέση με το περσινό εννεάμηνο.

Παρότι η επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου είναι σημαντική (για πρώτηφορά από το 1980 ανατρέπεται η τάση μείωσης του εμπορικού ελλείμματος),εντούτοις ως κύριο πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών εξακολουθεί ναπαραμένει η συνεχής και μακροχρόνια επιδείνωση του ισοζυγίου των αδήλωνπόρων.

Αντίθετα η όλη επιχείρηση της κυβερνητικής προπαγάνδαςσυνίσταται στο εξής: καμιά από τις εξελίξεις στην οικονομία δεναποκρύπτεται, αλλά πραγματοποιείται μια αντιστροφή ανάμεσα στο κύριοκαι το δευτερεύον, ανάμεσα στο μακροπρόθεσμο και το βραχυπρόθεσμο.Πρώτον, αντί για τους άδηλους πόρους, σα βασικό πρόβλημα του ισοζυγίουπληρωμών εμφανίζεται το εμπορικό ισοζύγιο. Δεύτερο η τάση μείωσης τουκατά την περίοδο 8084 εμφανίζεται σαν δευτερεύον στοιχείο καιμεγεθύνεται η σημασία της επιδείνωσης του το 1985. Η ιδεολογική αυτήαντιστροφή είναι προσφιλής στην κυβέρνηση: θα τη συναντήσουμε καιπαρακάτω, στη συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα των ελληνικώνπροϊόντων. Εδώ, κρύβεται όμως μία ταξική στρατηγική:

Η εξάρτησητου ισοζυγίου πληρωμών από τους άδηλους πόρους ήταν ένα βασικό στοιχείοτου τρόπου ένταξης της ελληνικής οικονομίας στο μεταπολεμικό διεθνήκαταμερισμό της εργασίας: ακόμη καλύτερα, ήταν βασικό στοιχείο τουτρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στην ιμπεριαλιστικήαλυσίδα. Μετά το 1980 βρισκόμαστε μπροστά σε μία διπλή αντιφατικήκίνηση: απ' τη μια έχουμε μια τάση πολιτικής αναβάθμισης του ελληνικούκαπιταλισμού στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα (πρωτοβουλίες διεθνούςεπιπέδου και «ανεξαρτησιακή» εξωτερική πολιτική, ενίσχυση του ρόλου τουστα Βαλκάνια, ανάπτυξη πολεμικής βιομηχανίας και εμπορίου όπλων κ.ά.),ενώ από την άλλη όλοι οι δείκτες δείχνουν ότι από το 1980 αυξάνουν οικίνδυνοι μιας οικονομικής υποβάθμισης και μιας αύξησης της «απόστασης»του ελληνικού καπιταλισμού από τις ηγεμονικές χώρες.5 Ηένταξη του ελληνικού καπιταλισμού στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα μεστήριξη του ισοζυγίου πληρωμών στην ισχυρή ναυτιλία, στον τουρισμό, καιστο μεταναστευτικό συνάλλαγμα είναι σήμερα πια προβληματική. Ούτε τοδιεθνές εμπόριο ούτε ο τουρισμός φαίνονται να βγαίνουν από την κρίσητους στην επόμενη περίοδο, καθώς η φιλελεύθερη οικονομική πολιτικήκερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος στη δυτική Ευρώπη. Για νααποφευχθεί μια οικονομική υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού είναιαπαραίτητο σήμερα να μειωθεί το βάρος των άδηλων πόρων, και αυτό μπορείνα επιτευχθεί με την αύξηση των εξαγωγών δηλαδή με την αναβάθμιση τουπαραγωγικού συστήματος: η οικονομική αναβάθμιση στην ιμπεριαλιστικήαλυσίδα περνάει από την καπιταλιστική αναδιάρθρωση της παραγωγής. Στοδρόμο αυτό έχουν μπει κιόλας οι ηγεμονικές καπιταλιστικές χώρες και οελληνικός καπιταλισμός σκοπεύει να τις ακολουθήσει. Πρόκειται για μιαστρατηγική με «εθνικά χρώματα» που όμως είναι μια στρατηγική ταξική:στοχεύει στην ανάκτηση των πλεονεκτημάτων που προσφέρει μία ευνοϊκήθέση στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, και περνάει σήμερα μέσα από τηναποδυνάμωση της εργατικής τάξης. Αλλά θα ξαναγυρίσουμε σ' αυτά παρακάτω.

Έτσι καταλαβαίνουμε γιατί η κυβερνητική φιλολογία δίνει έμφαση στοεμπορικό ισοζύγιο και όχι στους άδηλους πόρους: αυτό εξυπηρετεί τηστρατηγική της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης της παραγωγής. Για τον ίδιολόγο αφήνει στη σκιά τη μακροπρόθεσμη τάση εξέλιξης του εμπορικούισοζυγίου και φωτίζει τις δυσμενείς εξελίξεις του 1985.

3. Εισαγωγές και ανταγωνιστικότητα

Στην κυβερνητική προπαγάνδα, το εμπορικό έλλειμμα συνδέθηκε στενά μετην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων. Εδώ έχουμε να κάνουμεκαι πάλι με ένα πραγματικό πρόβλημα του οποίου η σημασία διογκώνεται.Πρώτο, το ένα τρίτο περίπου του εμπορικού ελλείμματος οφείλεται στιςεισαγωγές καυσίμων και ιδιαίτερα πετρελαίου. Επίσης το ένα πέμπτοοφείλεται στις εισαγωγές πρώτων υλών (σχήμα 4). Οι εισαγωγές καυσίμωνδεν

οφείλονταιστην έλλειψη ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας, και αυτόισχύει και για πολλές πρώτες ύλες, ενώ για τις υπόλοιπες φταίει πολύπερισσότερο η αναιμική πολιτική υποκατάστασης των εισαγομένων πρώτωνυλών και πολύ λιγότερο η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων.Όταν μιλάμε λοιπόν για ανταγωνιστικότητα, μιλάμε για το 50% περίπου τουεμπορικού ελλείμματος. (Και ακόμη λιγότερο: η διείσδυση των εισαγωγώνστην εσωτερική αγορά δεν αφορά όλους τους κλάδους της μεταποίησης. Κατάτα τελευταία χρόνια οι εντυπωσιακές αλλαγές αφορούν κυρίως τα τρόφιμα,τα ποτά και τον καπνό, την υφαντουργία, τα ενδύματα, τα υποδήματα καιτα έπιπλα). Αλλά και εδώ η έμφαση δίνεται στην ανταγωνιστικότητα επειδήαυτό εξυπηρετεί τη στρατηγική της οικονομικής αναβάθμισης του ελληνικούκαπιταλισμού στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, αναβάθμιση που περνάει μέσααπό την καπιταλιστική αναδιάρθρωση της παραγωγής. Δημιουργούνται έτσιοι προϋποθέσεις για την άσκηση μιας «εθνικής  -  υπερκομματικής»πολιτικής που να συσπειρώνει όλες τις αστικές δυνάμεις.

4. Δημόσιο χρέος και «δανειοληπτική ικανότητα»

Η βασική ερμηνεία της παραδοσιακής Αριστεράς για τα πρόσφατα οικονομικάμέτρα είναι ότι αυτά υπαγορεύτηκαν από τους ιθύνοντες κύκλους τουδιεθνούς ιμπεριαλισμού και πρώτα απ' όλα από το «Διευθυντήριο» τηςE.O.Κ., σαν προϋπόθεση για τη συνέχιση παροχής δανείων προς την Ελλάδα.Με το ερμηνευτικό αυτό σχήμα, που προέρχεται κατευθείαν από τηνιδεολογική καρικατούρα της «εξάρτησης», το ΚΚΕ μπορεί να «αποδείξει»για μια ακόμα φορά πόσο επιζήμια για την εθνική οικονομία «μας» (δηλαδήγια την ελληνική κεφαλαιοκρατία) είναι η ένταξη στην ΕΟΚ και στη Δύσηγενικότερα. Όμως και πάλι πρόκειται για ένα διάτρητο ιδεολογικό σχήμα:Γιατί άραγε οι «ξένοι» δεν επέβαλαν τόσα χρόνια την πολιτική λιτότηταςπου μόλις τώρα υιοθέτησε το ΠΑΣΟΚ, αλλά παρείχαν εντούτοις δάνεια στηνελληνική κυβέρνηση; Αναγκαστικά καταλήγουμε λοιπόν και πάλι στηνερμηνεία της κυβέρνησης για την «επιδείνωση του 1985». Οπότε η επίκλησητης εξόδου από την ΕΟΚ κλπ. αποκτά και πάλι το χαρακτήρα μιαςμακροπρόθεσμης στρατηγικής, στην οποία βέβαια ακόμα και το ΠΑΣΟΚ θαείχε την ευχέρεια να συμφωνεί, αφού πρώτα μας θυμίσει  - δια στόματοςΠάγκαλου - ότι σήμερα το 65% των ελλήνων πολιτών είναι υπέρ τηςπαραμονής στην ΕΟΚ.

Είχαμε στο παρελθόν την ευκαιρία να υποστηρίξουμε6 ότι παρά τη γρήγορη αύξηση του δημόσιου χρέους κατά τα τελευταίαχρόνια, η Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει από τις λιγότερο χρεωμένεςχώρες στη Δύση (Ο.Ο.Σ.Α.). Πολύ περισσότερο, η εξωτερική χρέωση τηςχώρας δεν επιδέχεται καμιά σύγκριση με την εξωτερική χρέωση των«αναπτυσσόμενων χωρών», π.χ. της Λατινικής Αμερικής. Για να αναφέρουμεμόνο ένα παράδειγμα, η σχέση της δαπάνης για εξυπηρέτηση του χρέουςπρος τα έσοδα από εξαγωγές φθάνει στην Ελλάδα στο 16%, και παράλληλα ησχέση του εξωτερικού χρέους προς το ακαθάριστο εθνικό προϊόν είναι 25%,7 ενώ τα μεγέθη αυτά για τη Λατινική Αμερική φθάνουν γύρω στο 40% και 100% αντίστοιχα.

Δεν μπορεί να σταθεί λοιπόν ο ισχυρισμός ότι η μεταστροφή τηςκυβερνητικής οικονομικής πολιτικής υπαγορεύτηκε από το βάρος τουδημόσιου εξωτερικού δανεισμού, ή τον κλονισμό της δανειοληπτικήςικανότητας της χώρας κλπ. Κι αυτό παρότι βέβαια πάντα ετίθετο σταπλαίσια της ΕΟΚ το ζήτημα της ευθυγράμμισης των οικονομικών πολιτικώντων χωρών μελών. Από την άλλη βέβαια, η εφαρμογή της λιτότηταςλειτουργεί ως «εγγύηση» προς τους δανειστές και επομένως αυξάνει τηδανειοληπτική ικανότητα του ελληνικού κράτους. Όπως παρατηρούσε έναχρόνο πριν ένας παλαίμαχος εκφραστής των οραμάτων του ελληνικούαστισμού, ο Ξ. Ζολώτας: «Είναι αλήθεια ότι οι σχέσεις αυτές (πουδείχνουν τη δανειακή επιβάρυνση της χώρας, Η.Ι - Γ.Μ.) είναι ακόμηχαμηλές εάν συγκριθούν με εκείνες χωρών που βρίσκονται στον ίδιοπερίπου βαθμό οικονομικής αναπτύξεως. Αυτός είναι ο λόγος που δενέχουμε δυσχέρειες δανεισμού στη διεθνή κεφαλαιαγορά και μάλιστα μεκαλούς σχετικά όρους. Σ' αυτό μας βοηθά επίσης το γεγονός ότι είμαστεμέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αλλά δεν πρέπει αυτό και μόνο να μαςκαθησυχάζει και να πιστεύουμε ότι εάν συνεχισθούν οι μέχρι σήμεραεξελίξεις της εσωτερικής οικονομίας, όσον και του ισοζυγίου πληρωμών,θα αντιμετωπίζουμε πάντοτε την ίδια προθυμία της διεθνούς κεφαλαιαγοράςγια την δανειοδότηση μας (...) Δεν θέλω να πω ότι πρέπει να προσφύγουμεστο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Προτιμητέα πάντοτε είναι η με δική μαςπρωτοβουλία εφαρμογή μιας πολιτικής εξυγιάνσεως και προωθήσεως τηςοικονομίας που θα μας επιτρέψει να συνεχίζουμε τον διεθνή δανεισμό,κυρίως για παραγωγικούς σκοπούς που θα ενισχύουν αντί να επιβαρύνουντην οικονομία μας» (Οικονομικός Ταχυδρόμος 8 11 1984).

5. Εξωτερικό έλλειμμα και υποτίμηση

Τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης περιέχουν δύο σκέλη: Λιτότητα(περικοπή Α.Τ.Α., απαγόρευση αυξήσεων, απελευθέρωση των τιμών, αυξήσειςτιμολογίων του δημοσίου) και υποτίμηση της δραχμής. Σκόπιμα μέχρι τώραεπιμείναμε στο πρώτο σκέλος, τη λιτότητα. Γιατί η λιτότητα, η επίθεσηενάντια στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, συμπυκνώνει το νέοπεριεχόμενο της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής. Αντίθετα ηυποτίμηση της δραχμής αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα των νόμων κίνησης τηςκεφαλαιακής σχέσης στην παγκόσμια αγορά. Αποτελεί δηλαδή ένα «δεδομένο»το οποίο θα είχε να συνυπολογίσει η οποιαδήποτε οικονομική πολιτική,ένα «δεδομένο» το οποίο έτσι κι αλλιώς ήταν μονίμως παρόν, μέσα από τησυνεχή διολίσθηση των διεθνών ισοτιμιών της δραχμής.

Η παγκόσμια αγορά, παρότι είναι ο τόπος σχηματισμού των (διεθνών) αξιώνκαι τιμών των εμπορευμάτων που ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε διεθνέςεπίπεδο, δεν καταργεί εντούτοις τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στιςεθνικές αγορές. Τον καθοριστικό ρόλο παίζουν εδώ τα διαφορετικά εθνικάνομίσματα: Όταν ένα εμπόρευμα εξάγεται και κυκλοφορεί στη διεθνή αγοράυπόκειται κατ' αρχή σε μια μεταμόρφωση του χρηματικού του ονόματος,εκφράζει την τιμή του σε ξένο ή διεθνές νόμισμα. Εγκαθιδρύεται λοιπόνμια συγκεκριμένη ανταλλακτική σχέση ανάμεσα στις νομισματικές μονάδεςτων διαφορετικών χωρών, η οποία σχέση αποκαθιστά, στην ιδανικήπερίπτωση, τις σχέσεις ανάμεσα στις διεθνείς αξίες των εμπορευμάτων:Ίσες διεθνείς αξίες εκφράζονται μέσα από τις νομισματικές ισοτιμίες σείσες διεθνείς τιμές."

Όταν στη διεθνή αγορά ανταγωνίζονταιομοειδή εμπορεύματα διαφορετικών εθνικών κεφαλαίων, τότε το εθνικόκεφάλαιο με την υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας έχει αρχικά τηνευχέρεια να πουλάει φθηνότερα από τη διεθνή τιμή και να αποκομίζει έναπρόσθετο κέρδος. Κι αυτό γιατί η αξία και η τιμή των εμπορευμάτων στηνπαγκόσμια αγορά δεν καθορίζεται με βάση τους εθνικούς όρους παραγωγήςτους, αλλά με όρους διεθνείς, με βάση τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνοεργασίας σε διεθνές επίπεδο και τα μέσα διεθνή επίπεδα παραγωγικότητας.Επομένως η διεθνής αξία ενός εμπορεύματος είναι κατά κανόνα διαφορετικήαπό τις εθνικές αξίες του ίδιου εμπορεύματος. Πρόκειται για κάτιανάλογο με τη διαφοροποίηση της (εθνικής) αξίας ενός εμπορεύματος απότις ατομικές του αξίες, στο εσωτερικό ενός εθνικού κλάδου παραγωγής,θέμα που ανέπτυξε διεξοδικά ο Μαρξ (βλ. π.χ. «το Κεφάλαιο» Ι, σελ.330). Στο σχήμα του Μαρξ οι ατομικές αξίες είναι οι αξίες κάθε ατομικούκεφαλαίου, στο διεθνές επίπεδο ρόλο ατομικών αξιών παίζουν οι εθνικέςαξίες των εμπορευμάτων. Επομένως το εθνικό κεφάλαιο με την υψηλότερηπαραγωγικότητα της εργασίας χρειάζεται λιγότερο χρόνο για να παράγειένα εμπόρευμα, από το χρόνο που χρειάζεται για να παράγει το ίδιοεμπόρευμα το εθνικό κεφάλαιο με τη χαμηλότερη παραγωγικότητα τηςεργασίας, και πραγματοποιεί έτσι μια πρόσθετη υπεραξία κι ένα πρόσθετοκέρδος. Δεν μπορεί όμως να αξιοποιήσει για πολύ αυτή του την υπεροχήγια να εκτοπίσει πλήρως από την αγορά το εθνικό κεφάλαιο με τηχαμηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας  - διατηρώντας στην παγκόσμιααγορά μια τιμή χαμηλότερη απ' τη διεθνή - όπως θα συνέβαινε στοεσωτερικό μιας εθνικής αγοράς. Η ύπαρξη των διαφορετικών νομισμάτων καιοι διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών είναι η βάση για τηνανάπτυξη ενός μηχανισμού που προστατεύει το λιγότερο αναπτυγμένο εθνικόκεφάλαιο: Η αυξημένη ζήτηση για συνάλλαγμα της περισσότερο αναπτυγμένηςχώρας και τα αυξανόμενα εμπορικά ελλείμματα της λιγότερο αναπτυγμένης,οδηγούν στην ανατίμηση του νομίσματος της πρώτης και στην υποτίμηση τουνομίσματος της δεύτερης.

Η νέα συναλλαγματική ισοτιμία εξισώνειτις εθνικές τιμές των εμπορευμάτων με τις διεθνείς τιμές, καταργώνταςτα πρόσθετα κέρδη του περισσότερο αναπτυγμένου εθνικού κεφαλαίου. Ηχαμηλή (υψηλή) εθνική τιμή των εμπορευμάτων της χώρας με υψηλή (χαμηλή)παραγωγικότητα της εργασίας μεταφράζεται σε μια υψηλότερη (χαμηλότερη)διεθνή τιμή μέσα από την ανατίμηση (υποτίμηση) του νομίσματος, έτσιώστε να αποκαθίσταται μια ίση διεθνής τιμή για όλα τα ομοειδήεμπορεύματα, ή μια ενιαία τιμή για όλα τα εμπορεύματα ίσης διεθνούςαξίας, παρά τις διαφορές στην παραγωγικότητα ανάμεσα στα διαφορετικάεθνικά κεφάλαια.

Οι διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιώναντικατοπτρίζουν λοιπόν τις σχετικές μεταβολές στην παραγωγικότητα τηςεργασίας αλλά και στα επίπεδα του πληθωρισμού ανάμεσα στις διαφορετικέςχώρες. Στην Ελλάδα η διαδικασία γρήγορης υποτίμησης της δραχμήςλαμβάνει χώρα από την αρχή της δεκαετίας του 1980, όταν οι υψηλοίρυθμοί πληθωρισμού συνδυάζονται για πρώτη φορά με ρυθμούς αύξησης τηςπαραγωγικότητας της εργασίας του ιδίου επιπέδου ή και χαμηλότερους απόαυτούς των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. (Όλη τη δεκαετία του 70 οι ρυθμοίαύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα ήταν σημαντικάυψηλότεροι των μέσων ευρωπαϊκών). Η υποτίμηση έχει άμεση επίπτωση στοεμπορικό ισοζύγιο, είναι ο κύριος παράγοντας που οδηγεί στην αντιστροφήτης τάσης αύξησης του εμπορικού ελλείματος9. Από τη νέαυποτίμηση σε συνδυασμό με τα μέτρα περιορισμού των εισαγωγών θα πρέπεινα περιμένουμε τη βελτίωση και πάλι, μετά την επιδείνωση του 1985, τουεμπορικού ισοζυγίου.

Και πάλι λοιπόν αναδύεται το ερώτημα: Τότε γιατί η λιτότητα;

6. Οικονομική κρίση και ταξικός συσχετισμός δυνάμεων

Όσα αναφέρθηκαν μέχρι εδώ μας επιτρέπουν να διατυπώσουμε ένα πρώτοσυμπέρασμα: Η επίθεση ενάντια στο εισόδημα των εργαζομένων πουεγκαινίασε με τα πρόσφατα οικονομικά μέτρα το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν ένας«αναγκαίος πρόσκαιρος ελιγμός» λόγω της επιδείνωσης του εμπορικούισοζυγίου το 1985. Πολύ περισσότερο πρόκειται για μια νέα φιλοσοφίαοικονομικής πολιτικής, στην υπηρεσία ενός μόνιμου μακροπρόθεσμουστόχου: την καπιταλιστική αναδιάρθρωση της παραγωγής για την ανάκαμψητου ελληνικού καπιταλισμού. Μέχρι σήμερα το ΠΑΣΟΚ προσπαθούσε ναυλοποιήσει αυτή τη στρατηγική μέσα από ένα σοσιαλδημοκρατικού τύπουσυμβιβασμό της κρατικής πολιτικής με το εργατικό κίνημα. Σήμεραστρέφεται ανοιχτά προς μια πολιτική άμεσης αντιπαράθεσης με ταοικονομικά, συνδικαλιστικά και πολιτικά «κεκτημένα» της εργατικής τάξης.

Με την ανάληψη της διακυβέρνησης από τον Παπανδρέου η πολιτική«αναδιανομής του εισοδήματος» και η αύξηση των πραγματικών μισθών είχεαποτελέσματα, που αν και δεν έχουν τίποτα το εντυπωσιακό, διαφέρουν απότα αντίστοιχα στις άλλες χώρες. Ο πραγματικός εργατικός μισθόςαυξάνεται στην Ελλάδα σημαντικά όχι μόνο με την αποκατάσταση τηςδημοκρατίας, στα χρόνια 1974-1978, αλλά και σε μια εποχή όπουμεσουρανεί διεθνώς η λιτότητα, το 1982 και το 1984. Στην ίδια περίοδοστις άλλες αναπτυγμένες χώρες παρατηρείται μείωση ή μικρή  - καιοπωσδήποτε μικρότερη απ' ότι στην Ελλάδα - αύξηση (σχήμα 5).

Οιαυξήσεις αυτές σε συνδυασμό με τις κυβερνητικές παροχές, τη μείωση τουεβδομαδιαίου χρόνου εργασίας και την αύξηση της διάρκειας των διακοπών,την αναβάθμιση του συνδικαλισμού, συνέβαλαν στην ενίσχυση της θέσης τηςεργατικής τάξης στο συνολικό συσχετισμό των δυνάμεων. Παρόλα αυτάβέβαια το ωριαίο κόστος εργασίας είναι κατά πολύ μικρότερο απ' ότιστους κυριότερους ανταγωνιστές της Ελλάδας (σχήμα 6). Μέσα από τηνενίσχυση των θέσεων της εργατικής τάξης η πολιτική εξουσία επιδίωκε τηναύξηση της παραγωγικότητας  -  εντατικότητας της εργασίας: «Ο εργάτηςσυνυπεύθυνος για την απόδοση της επιχείρησης».

Η κυβέρνηση τουΠΑΣΟΚ έμπρακτα υιοθετεί σήμερα μέσα από την πολιτική της λιτότητας τηθέση των βιομηχάνων ότι η χαμηλή ανταγωνιστικότητα των ελληνικώνπροϊόντων οφείλεται κύρια στο υποτιθέμενο ψηλό εργατικό κόστος. Τοκόστος αυτό όμως, όπως είδαμε, είναι σε σύγκριση με τις άλλεςαναπτυγμένες χώρες πολύ χαμηλό. Στην πραγματικότητα η μειωμένηανταγωνιστικότητα των προϊόντων της ελληνικής βιομηχανίας οφείλεταικύρια στη σχετικά χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας που αντανακλάταιτόσο στο ψηλό κόστος όσο και στη χαμηλή ποιότητα των προϊόντων. Ηπαραγωγική δύναμη της εργασίας παρά τους ψηλούς ρυθμούς αύξησης στιςδεκαετίες του 60 και του 70 είναι μόλις το 45% περίπου της αντίστοιχηςτων χωρών της ΕΟΚ.

Παρακολουθούμε λοιπόν σήμερα το ξεκίνημα μιας επίθεσης του κεφαλαίου

 image010.jpg (447?729)

image012.jpg (379?350) 

ενάντιαστην εργασία, επίθεσης που λαμβάνει χώρα και στο ιδεολογικό επίπεδο:ενώ ευθύνεται για τη μείωση της ανταγωνιστικότητας η πολύ μικρή αύξησητης παραγωγικότητας της εργασίας τα τελευταία χρόνια (1% από το 1980μέχρι το 1983), κατορθώνουν να παρουσιάζουν σαν υπεύθυνες τις αυξήσειςτων μισθών, όχι μόνο μέσα από τα παραδοσιακά αντιδραστικά κανάλια(Δεξιά, εφημερίδες κλπ.), αλλά σήμερα πια και μέσα από την ίδια τηνκυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Η κυβερνητική προπαγάνδα επιχειρεί εδώ μία ακόμηαντιστροφή της πραγματικότητας. Παρουσιάζει τον δευτερεύοντα παράγονταμείωσης της ανταγωνιστικότητας, δηλαδή την αύξηση των μισθών, σαν τονκύριο παράγοντα. Η αντιστροφή αυτή αντανακλά την αλλαγή του συσχετισμούδυνάμεων στο επίπεδο της κυβέρνησης, όπου οι απόψεις του βιομηχανικούκεφαλαίου γίνονται πια κυρίαρχες, ενώ οι απόψεις των «αναπτυξιολόγων»,δηλαδή των ιδεολόγων του γενικού κεφαλαιοκρατικού συμφέροντος,υποτάσσονται στις πρώτες.

Οι όροι που υπαγόρευσαν αυτή τημεταστροφή από το σοσιαλδημοκρατικό συμβόλαιο σε μια πολιτική πουαπηχεί τις άμεσες απόψεις και επιδιώξεις του βιομηχανικού κεφαλαίουδιαμορφώθηκαν νομίζουμε σε συνάρτηση με δύο διαδικασίες: α) Τηνπαράταση της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και την κοινή πλέονπεποίθηση ότι η πολυθρύλητη «ανάκαμψη» δεν είναι προ των πυλών, β) Τηνκυριαρχία της καπιταλιστικής στρατηγικής της οικονομικής ανάκαμψης  - ανάπτυξης πάνω στα κάθε είδους αριστερά οράματα και στόχους γιααναδιανομή, συμμετοχή, εργατικό έλεγχο κλπ.

Η κρίση τουελληνικού καπιταλισμού είναι σε τελευταία ανάλυση κρίση του τρόπουεκμετάλλευσης της εργασίας απ' το κεφάλαιο: κρίση του ιστορικά

διαμορφωμένου συνδυασμού απ' τη μια της εκμετάλλευσης με κύρια όψη τηναύξηση της σχετικής υπεραξίας κι απ' την άλλη της εκμετάλλευσης μεκύρια όψη την απόλυτη υπεραξία.10 Η δυνατότητα αύξησης τηςεκμετάλλευσης, που στην εξωτερική κίνηση του κεφαλαίου μπορεί να γίνειαντιληπτή π.χ. με την αύξηση των επενδύσεων, δεν είναι παρά τοαποτέλεσμα του συνολικού κοινωνικού συσχετισμού στο εσωτερικό τουκοινωνικού σχηματισμού, αλλά και των επιπτώσεων του τρόπου ένταξης τουκοινωνικού σχηματισμού στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.

Βασικοί όροιτης συσσώρευσης κεφαλαίου είναι λοιπόν η κερδοφορία του κεφαλαίου, ηέκθεση του στο διεθνή ανταγωνισμό, η πίεση που ασκεί η εργατική τάξηγια αύξηση του μεριδίου της στην προστιθέμενη αξία, η ύπαρξηικανοποιητικής ζήτησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχουν οι εθνικοίλογαριασμοί και που είναι σε μεγάλο βαθμό συγκρίσιμα με τα διεθνήστοιχεία ο δείκτης που χρησιμοποιείται για την κερδοφορία τουκεφαλαίου, το καθαρό λειτουργικό πλεόνασμα (Net operating surplus)είναι στην Ελλάδα κατά πολύ μεγαλύτερος απ' ότι στην ΕΟΚ, τις ΗΠΑ καιτην Ιαπωνία (σχήμα 7), παρόλο βέβαια που το πλεόνασμα αυτό, σαν ποσοστότου ΑΕΠ, μειώθηκε στη δεκαετία 1974-1983. Από το 1981 το ελληνικόκεφάλαιο είναι όσο ποτέ άλλοτε εκτεθειμένο στο διεθνή ανταγωνισμό καιδέχεται έντονη την πίεση της εργατικής τάξης για αύξηση του μεριδίουτης στο καθαρό προϊόν. Οι δύο τελευταίοι παράγοντες ωθούν το κεφάλαιοσε επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής και την αύξηση τηςσχετικής υπεραξίας. Επίσης στην ίδια περίοδο δεν υπήρξε πρόβλημααγοράς. Εξετάζοντας λοιπόν τους όρους της καπιταλιστικής συσσώρευσης,το μόνο στοιχείο που μπορεί να εξηγήσει την επενδυτική απραξία είναι ημείωση της αποδοτικότητας του κεφαλαίου. Όμως το στοιχείο αυτό από μόνοτου δεν αποτελεί μία ικανοποιητική ερμηνεία: όχι μόνο η αποδοτικότητατου κεφαλαίου στην Ελλάδα είναι ψηλότερη απ' ότι στις άλλες χώρες πουείδαμε, αλλά παρουσιάζεται το φαινόμενο σε μερικές χώρες όπου μειώνεταιη αποδοτικότητα του κεφαλαίου οι επενδύσεις να προχωρούν με μεγάλουςρυθμούς (ακραίο παράδειγμα η Ιαπωνία). Για να καταλάβουμε τηνκαθυστέρηση στη συσσώρευση του κεφαλαίου στην Ελλάδα κατά την περίοδο80-85 πρέπει να τοποθετήσουμε μέσα στην ανάλυση τα χαρακτηριστικά τηςσύγχρονης κρίσης του καπιταλισμού.

Η συσσώρευση του κεφαλαίουχαρακτηρίζεται από κρίσεις υπερσυσσώρευσης, μεγάλες δομικές κρίσεις πουοδηγούν σε αναδιάρθρωση ολόκληρης της κοινωνίας όπως η περίοδος1870-1914 και η περίοδος μετά το 1970. Κάθε νέα φάση συσσώρευσης τουκεφαλαίου αρχίζει με μαζική εισαγωγή νέων επιστημονικών καιτεχνολογικών γνώσεων στην παραγωγή και τελειώνει με τις ίδιες αυτέςγνώσεις να έχουν γενικευτεί και να είναι «αναποτελεσματικές», δηλαδή ναμη μπορούν να χρησιμεύσουν στην παραπέρα αξιοποίηση του κεφαλαίου. Όμωςαυτή η κίνηση δεν πραγματοποιείται από μόνη της, η κινητήρια δύναμη τωνκρίσεων υπερσυσσώρευσης είναι η πάλη των τάξεων. Πιο συγκεκριμένα, στοτέλος της κρίσης υπερσυσσώρευσης το πέρασμα σε νέες τεχνολογίες, ηεφαρμογή νέων επιστημονικών και τεχνολογικών γνώσεων στην παραγωγή,σημαίνει υποκατάσταση εργασίας από λειτουργίες του συστήματος των

 image014.jpg (332?694)

μηχανών,ενώ ταυτόχρονα οι όροι κάτω από τους οποίους θα εφαρμοστούν αυτές οινέες γνώσεις δεν αποτελούν ένα τεχνικό δεδομένο και είναι επίδικοαντικείμενο της ταξικής πάλης. Η υποκατάσταση εργασίας δηλαδή απόλειτουργίες του συστήματος των μηχανών μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσασε σχέσεις που δεν είναι προκαθορισμένες από τις νέες επιστημονικές καιτεχνολογικές γνώσεις: επομένως ούτε το ποιο κομμάτι εργασίας θαυποκατασταθεί, ούτε τελικά ποιες θα είναι οι νέες σχέσεις ανάμεσα στουςάμεσους παραγωγούς και τις νέες μηχανές. Ειδικότερα για τηναυτοματοποίηση της παραγωγής ξέρουμε ότι σε κάθε καινούριοαυτοματοποιημένο εργαστήριο μπορούν να αντιστοιχούν πολλές μορφέςοργάνωσης της εργασίας: ανοίγεται έτσι ένα πεδίο ταξικής πάλης μέσα στοεργοστάσιο γύρω από τον έλεγχο  -  οργάνωση  -  διεύθυνση τηςεργασιακής διαδικασίας, που μπορεί να οδηγήσει στην κατάκτηση από τηνεργατική τάξη στρατηγικών θέσεων μάχης μέσα στην παραγωγή.

Εξάλλου ανοίγεται ένα πεδίο ταξικής πάλης και έξω από το εργοστάσιογύρω από τη συνολική διαχείριση της οικονομίας (διαχείριση τηςανεργίας, οργάνωση της αγοράς και έλεγχος των τιμών, προώθηση εποχιακήςκαι μερικής απασχόλησης κ.ά.) και την εκπαίδευση (τρόπος, διάρκεια καιπεριεχόμενο).

Για να μπορέσει λοιπόν να υπάρξει ανάκαμψη δεναρκούν κάποιοι δείκτες σχετικά υψηλής αποδοτικότητας του κεφαλαίου, ήένα «αναπτυξιακό» νομοθετικό πλαίσιο κλπ. Ο βασικός παράγοντας είναι ναδιασφαλίσει το κεφάλαιο μια τέτοια ηγεμονία πάνω στην παραγωγική καιεργασιακή διαδικασία που να κάνει δυνατή την αναδιάρθρωση ολόκληρης τηςπαραγωγής, να αποκαθιστά τους ρυθμούς συσσώρευσης, να αυξάνει τοποσοστό κέρδους ολόκληρης της καπιταλιστικής οικονομίας. Μια τέτοιαδιαδικασία προώθησης των κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων μπορεί να γίνειμε δύο τρόπους: Είτε με τη «συνειδητή»" πειθαρχία της εργατικής τάξης - με αντάλλαγμα κάποιες άμεσες βελτιώσεις του βιοτικού επιπέδου - σταπλαίσια συνήθως μιας σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης. Είτε με τηνπειθάρχηση της εργατικής τάξης, μέσα από τη συντριβή του εργατικούκινήματος, την ανεργία, τη συρρίκνωση του εισοδήματος, το μονεταρισμό.

 

7. Η αστάθεια της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, εκφράζοντας τον πολιτικό αλλά και κοινωνικόσυσχετισμό δυνάμεων που κατέγραψαν οι εκλογές του 1981, προώθησε ωςγνωστόν την πρώτη κατεύθυνση:12 την ενίσχυση των οικονομικών, πολιτικών και συνδικαλιστικών θέσεων τωνεργαζομένων. Αυτή όμως η «αριστερή» στρατηγική (που ήταν άλλωστε κοινόςτόπος και για την παραδοσιακή Αριστερά) βρισκόταν ήδη από την πρώτηστιγμή της συγκρότησης της, το 1974, κάτω από την ηγεμονία της αστικήςιδεολογίας και πολιτικής. Υιοθετούσε τις αστικές αντιλήψεις για τοκράτος, την εξουσία, τη «λαϊκή κυριαρχία», τη δημοκρατία, τιςκοινωνικές αντιθέσεις. Όμως η κυρίαρχη μορφή έκφρασης της αστικήςηγεμονίας στο αριστερό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της «Αλλαγής» ήταν ηπρωτοκαθεδρία της «στρατηγικής της ανάπτυξης». Η πεμπτουσία τηςστρατηγικής του αστισμού, η (καπιταλιστική) ανάπτυξη, όχι μόνουιοθετήθηκε από την «Αλλαγή» (σ' όλες της τις αποχρώσεις), αλλάδιατήρησε και την πρωτοκαθεδρία σε σχέση με το όποιο κοινωνικόπεριεχόμενο της «Αλλαγής».

Έτσι η «αυτοδύναμη (καπιταλιστική)ανάπτυξη» απ' τη μια θεωρείται ως η προϋπόθεση (και όχι σπάνια ως ηίδια η ουσία) του κοινωνικού μετασχηματισμού, ενώ απ' την άλληυποτάσσει στους στόχους της τον ίδιο τον κοινωνικό μεταρρυθμισμό. Οικοινωνικές μεταρρυθμίσεις, η αλλαγή των πολιτικών και κοινωνικώνσυσχετισμών, δεν είναι έτσι ούτε οι πρωτεύοντες στόχοι, αλλά ούτε κανστόχοι «αυτοδύναμοι». Αποτελούν περισσότερο  - σύμφωνα μ' αυτή τημεταρρυθμιστική αντίληψη - τα μέσα που υπηρετούν τον πρωτεύοντα στόχο,την οικονομική (καπιταλιστική) ανάπτυξη. Γιατί μόνο  - υποτίθεται - ανδιασφαλιστεί η ταχύρυθμη (καπιταλιστική) ανάπτυξη θα μπορέσουν ναυλοποιηθούν και οι κοινωνικοί στόχοι.

Μέσα απ' αυτή την ηγεμονίατης αστικής πολιτικής πάνω στην «Αλλαγή», η διαχείριση του αστικούκράτους και η οικονομική πολιτική δεν ξεφεύγει ποτέ από τον ορίζοντατων μακροπρόθεσμων κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων. Παράλληλα, τοσοσιαλδημοκρατικό «συμβόλαιο με το λαό» συρρικνώνεται σε μια οικονομικήκαι κοινωνική διαχείριση κευνσιανής απόχρωσης: ενίσχυση του λαϊκούβιοτικού επιπέδου για να τονωθεί η εγχώρια ζήτηση και να ανακάμψει ηκαπιταλιστική παραγωγή. Σ' αυτό το πλαίσιο το κύριο πολιτικό ζητούμενοδεν είναι παρά η κοινωνική εξειρήνευση και η συναίνεση των εργαζομένωνπρος τις «ήπιες» και «τεχνολογικά προηγμένες» μεθόδους αύξησης τηςεκμετάλλευσης τους: η συναίνεση προς τον «καπιταλισμό της σχετικήςυπεραξίας». «Το μήνυμα προς τους εργαζόμενους είναι ξεκάθαρο. Ζητάμεεπαγρύπνηση, υπομονή και αυτοσυγκράτηση. Εμείς απ' την πλευρά μαςεγγυόμαστε με τους θεσμούς που διαμορφώνουμε, ότι τα αποτελέσματα τηςοικονομικής προόδου θα κατανέμονται κατά τρόπο κοινωνικά δίκαιο που θαανταμείβει το μόχθο των εργαζομένων. Για την κυβέρνηση της Αλλαγής τοθέμα της οικονομικής ανάπτυξης δεν τίθεται μόνο ποσοτικά. Είναι ζήτημαποιοτικό και τελικά πολιτικό. Είναι όρος Εθνικής επιβίωσης(...)Χρειάζεται λοιπόν σταυροφορία σε Εθνικό επίπεδο. Στράτευση καισυσπείρωση όλων των παραγωγικών δυνάμεων του Έθνους» (Α. Παπανδρέου,Λόγος στη ΔΕΘ του 1982, το Βήμα 12/9/1982).

Μια τέτοια όμωςπολιτική και οικονομική στρατηγική αποκτά μια μόνιμη εγγενή αστάθεια: ησυνέχιση της «στήριξης του εισοδήματος» των εργαζομένων, καισυνακόλουθα η σταθερότητα του σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου έχει σανπροϋπόθεση τη βελτίωση των οικονομικών δεικτών. Ακριβώς γιατί η«φιλολαϊκή» διαχείριση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο για τηνοικονομική ανάπτυξη. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε μ' ένα ασταθή συμβιβασμόυπό την ηγεμονία της αστικής πολιτικής και ιδεολογίας, ένα συμβιβασμόπου υπόκειται σε αναίρεση, όχι μέσα από την καταστροφική όξυνση τηςκρίσης, αλλά απλά και μόνο μέσα από την παρατεταμένη μη βελτίωση ή καισχετική επιδείνωση των οικονομικών δεικτών.

Η υπαγωγή λοιπόν τηςκοινωνικής πολιτικής στο στόχο της οικονομικής ανάκαμψης είναι η«εσωτερική λογική» που ωθούσε κατ' αρχάς τους υπουργούς και τα στελέχητου ΠΑΣΟΚ να προβλέπουν διαρκώς την επερχόμενη ανάπτυξη. Ας θυμηθούμεγια λίγο το κλίμα αυτών των προβλέψεων: «Με το νέο σχέδιο νόμου, δήλωσεχαρακτηριστικά ο υφυπουργός Συντονισμού Ρουμελιώτης στην «Ε», που θαεφαρμοστεί στα πλαίσια του πενταετούς αναπτυξιακού προγράμματος,προωθείται αποφασιστικά το ξεπέρασμα της κρίσης στην ελληνικήβιομηχανία» (Ελευθεροτυπία 3 4 82). «Σήμερα, αφού πέρασαν οι έξι πρώτοιμήνες της Αλλαγής, μπορούμε να είμαστε αρκετά αισιόδοξοι για την πορείατης οικονομίας. Στην «καμένη γη» που άφησε στο πέρασμα της η ΝέαΔημοκρατία, άρχισε να φυτρώνει πράσινος καρπός» (θ. Κατσανέβας,Ελευθεροτυπία 6 5 82) «Εντυπωσιακή θα είναι η ανάκαμψη στον τουρισμό»(Δηλώσεις Ν. Σκουλά, Ελευθεροτυπία 15 1 83) «Η κυβέρνηση ακολουθεί μιασοσιαλιστική γραμμή αντιμετώπισης της κρίσης με κριτήριο τις κοινωνικέςεπιλογές της. Έτσι, επιχειρεί να συμβιβάσει την ανάκαμψη της οικονομίαςμε τη διατήρηση του επιπέδου απασχόλησης, την αύξηση των επενδύσεωνχωρίς υποβάθμιση της αμοιβής εργασίας, την προώθηση τηςανταγωνιστικότητας των προϊόντων χωρίς μείωση των κοινωνικών παροχών.Και όλα αυτά στο πλαίσιο διευρυνόμενων δικαιωμάτων και ελευθεριών γιατους εργαζόμενους» (Π. Ρουμελιώτης, Το Βήμα 27 5 84).

Βέβαια,ούτε οι παροχές του σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου μπορούσαν να είναιτόσο εντυπωσιακές, ούτε οι παραδόσεις του ελληνικού εργατικού καιλαϊκού κινήματος ευνοούν σε τέτοιο βαθμό την «αυτοσυγκράτηση», ώστε ναγίνει δυνατή εκείνη η «αυτοπειθαρχία» του εργατικού κινήματος που θαεπέτρεπε την καπιταλιστική «αναδιοργάνωση του παραγωγικού συστήματος»και την ανάκαμψη. Σ' αυτό το πλαίσιο, η επιδείνωση του 1985 έκανε γιαπρώτη φορά ξεκάθαρα φανερό στην πολιτική εξουσία ότι η ανάκαμψη δενβρίσκεται προ των πυλών. Η κυριαρχία της αστικής πολιτικής πάνω σταοράματα της «Αλλαγής» και η προτεραιότητα των αναπτυξιακών στόχων σεσχέση με τους κοινωνικούς, δεν άφηνε για την κυβέρνηση άλλη εναλλακτικήλύση παρά να στραφεί σε μια οικονομική πολιτική «υποβάθμισης τηςαμοιβής εργασίας», «μείωσης των κοινωνικών παροχών», συρρίκνωσης «τωνδικαιωμάτων και ελευθεριών για τους εργαζόμενους».

Στην ουσίαλοιπόν υιοθετείται η «εναλλακτική» αστική στρατηγική: η εξασφάλιση της«απαραίτητης» ηγεμονίας του κεφαλαίου πάνω στη διαδικασία παραγωγήςμέσα από τη συντριβή του εργατικού κινήματος. Η νομιμοποίηση αυτής τηςνέας στρατηγικής περνάει μέσα από την υιοθέτηση των «αυθόρμητωναντιλήψεων» του κεφαλαίου, ότι δήθεν η ύφεση μπορεί να ξεπεραστεί μετην απλή αύξηση των κερδών που προσφέρει μια συρρίκνωση του εργατικούεισοδήματος. Με όσα όμως αναφέραμε στο κεφάλαιο 6 αυτού του άρθρου,γίνεται φανερό πως πρόκειται για μια ακόμη αστική ουτοπία σχετικά με τηδυνατότητα του κράτους να διασφαλίσει την ανάκαμψη.

8. Τα όρια του «ήπιου μονεταρισμού»

Με τη στροφή της προς το μονεταρισμό η κυβέρνηση διέρρηξε τους δεσμούςτης με μια σημαντική μερίδα των κοινωνικών της ερεισμάτων: τοδυναμικότερο τμήμα των προσβάσεων της στον εργατικό χώρο.13 Παράλληλα, οι συγκεκριμένες σχέσεις της  - σχέσεις εκλογικής πελατείαςαλλά και «στρεβλής εκπροσώπησης» - με τις λαϊκές τάξεις δεν τηςεπιτρέπουν να οδηγήσει τη μονεταριστική στροφή της στις ακραίες μορφέςτου θατσερισμού ή του ρηγκανισμού. Πρόκειται, περισσότερο για ναχρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Σάκη Καράγιωργα,14 για τον «ήπιο μονεταρισμό» των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων.

Με τον τρόπο αυτό όμως η έκβαση της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικήςγίνεται περισσότερο αβέβαια παρά ποτέ. Η κυβερνητική πολιτικήαντιμετωπίζει ένα μέτωπο εργατικών αντιστάσεων που μόνο με το εργατικόκίνημα της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου μπορεί να συγκριθεί. Ηδυνατότητα της να πειθαρχήσει την εργατική τάξη στις επιλογές και τιςεπιταγές του κεφαλαίου είναι λοιπόν πολύ μικρή, παρότι για τηνκαταστολή της εργατικής τάξης έχει δύο αποφασιστικούς «συμμάχους»: τηνανυπαρξία μιας εναλλακτικής αριστερής στρατηγικής και την ανεργία.

Αν οι οικονομικοί δείκτες άρκεσαν για να κάνουν προφανή τα αδιέξοδα τηςσοσιαλδημοκρατίας, το εργατικό κίνημα είναι το μόνο που μπορεί να κάνειπροφανή τα κοινωνικά και πολιτικά όρια του καπιταλισμού. Γι αυτό καιαποτελεί την κοινωνική προϋπόθεση της Αριστεράς.

Σημειώσεις

1. Για την κριτική της σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής «μετάβασης στοσοσιαλισμό» βλ. Β. Μύλλερ και Κρ. Νόιζυς: «Σχετικά με τη θεωρία τουκράτους κοινωνικής προνοίας» θέσεις τ. 1.

2. Για το αδιέξοδο της μεταρρυθμιστικής στρατηγικής της ΕνωμένηςΑριστεράς στη Γαλλία, βλ. Τάσου Κυπριανίδη: «Η λεωφόρος της Δύσης»,θέσεις τ. 13.

3. Η σύγκλιση των στρατηγικών αντιλήψεων τουΠΑΣΟΚ. και της παραδοσιακής Αριστεράς για το σοσιαλιστικόμετασχηματισμό είναι το αντικείμενο του άρθρου των Χρ. Θεοχαρά και Γ.Μηλιού, «Πέρα από την όξυνση της πολιτικής αντιπαράθεσης» θέσεις τ. 12.

4.. Όλα τα στοιχεία που είτε παρατίθενται εδώ είτε χρησιμοποιούνται γιατην κατάστρωση των πινάκων και διαγραμμάτων προέρχονται από τοΣτατιστικό Οδηγό: «Η ελληνική οικονομία σε αριθμούς, 1984».ElectraPress, Αθήνα 1984, από τα τεύχη Μαρτίου  -  Νοεμβρίου της «Επιλογής»,από το Μηνιαίο Δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδας και την Eurostat.

5.. Αν ενδεικτικά παρακολουθήσουμε τη διαχρονική εξέλιξη του κατά κεφαλήΑκαθ. Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) της Ελλάδας σε σχέση με τον μέσο κατάκεφαλή ΑΕΠ των 9 χωρών της ΕΟΚ σε σταθερές τιμές, παρατηρούμε ότι: Από30% του μέσου κατά κεφαλή ΑΕΠ της ΕΟΚ το 1961, το κατά κεφαλή ΑΕΠ τηςΕλλάδας φθάνει  - διαρκώς αυξανόμενο - στο 44,7% του μέσου κατά κεφαλήΑΕΠ της ΕΟΚ9 το 1978, και έκτοτε παρουσιάζει μια ελαφρή τάση μείωσης:44,3% το 1980, 43,5% το 1982.

6. Γ. Μηλιού: «Οι αριστερές θεωρίες για την "εξάρτηση" και οι εξαρτήσεις του ελληνικού καπιταλισμού», θέσεις τ. 9.

7.. Τα στοιχεία αφορούν το τέλος του 1983 και δίνονται από τον Ξ. Ζολώταστο άρθρο του: «Πόση είναι η δανειακή μας αντοχή;» ΟικονομικόςΤαχυδρόμος 45, 8 /11/ 1984.

8. Για τα ζητήματα που αναπτύσσονταιεδώ βλ.: Κ. Busch, G. Grunert, W. Tobergte, "Slruklurcn derKapitalistischen Weltokonomie" Breitenbach Publishers 1984. Επίσης τωνιδίων: «Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου», θέσεις τ. 12.

9. Τηθεωρητική απόδειξη της βελτίωσης του εμπορικού ισοζυγίου μέσα από τηνυποτίμηση του νομίσματος  - παρά την αύξηση της τιμής των εισαγομένωναγαθών - και τις περιπτώσεις «εξαίρεσης από τον κανόνα» δίνει ο KlausBusch στο άρθρο του "Mythen'uber den Weltmarkl II", στο PROK.LA 60,Σεπτέμβριος 1985.

10. Για τα ζητήματα αυτά βλ. Η. Ιωακείμογλου: «Απ' το κεϋνσιανό "όνειρο" στο φιλελεύθερο "ρεαλισμό"», Σχολιαστής τ. 32.

11.. Το εντυπωσιακότερο ιστορικό παράδειγμα «συνειδητής «πειθαρχίας τηςεργατικής τάξης στις επιταγές του κεφαλαίου προσφέρει η σύγχρονηΙαπωνία.

12. Βλ. Τ. Κυπριανίδη, θ. Τσεκούρα: «ΠΑΣΟΚ: Μύθος και ιστορία», θέσεις τ. 12.

13. Βλ. και τα άρθρα των Χρ. Βερναρδάκη  -  Γ. Μαύρη και Α. Ταρπάγκου σ' αυτό το τεύχος των θέσεων.

14.. Τον όρο «ήπιος μονεταρισμός» χρησιμοποίησε ο Σάκης Καράγιωργας γιανα περιγράψει την οικονομική πολιτική των σοσιαλιστικών κομμάτων τηςΔυτ. Ευρώπης στην εισήγηση που παρουσίασε στις 24685 στα Χανιά, σταπλαίσια του Συμποσίου: «Προβλήματα Σοσιαλισμού: θεωρία και Πράξη».

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή