Ο Καστοριάδης και η υλιστική-διαλεκτική κριτική της καπιταλιστικής τεχνικής... Εκτύπωση
Τεύχος 147, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2019


Ο ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ ΚΑΙ Η ΥΛΙΣΤΙΚΗ-ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ:

Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΕΝΟΣ «ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ» ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ1


του Μιχάλη Σκομβούλη


1. Το ζήτημα της τεχνικής στη σκέψη του Καστοριάδη και η σημασία του από μία υλιστική-διαλεκτική σκοπιά


Το ζήτημα της τεχνικής2 και της δυναμικής ανάπτυξής της εντός των συνθηκών της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, αναδείχθηκε ως ένα κεντρικό ερώτημα της νεώτερης κοινωνικής σκέψης. Eιδικά από τα τέλη του 19ο αι. και μετά η αναφορά στο ζήτημα συνοδεύεται με μία εντεινόμενη «ανησυχία» ως προς την επίδραση της τεχνικής ανάπτυξης στην κοινωνική ζωή, θέτοντας μία πρόκληση (με σημαντικές ιδεολογικές προεκτάσεις) για τη θεωρητική σκέψη περί των νεωτερικών κοινωνιών. Η εντατική αυτή προβληματική περί της παρουσίας της τεχνικής εντός της καπιταλιστικής νεωτερικότητας δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ανεπηρέαστο και τον μαρξισμό, οι αντιδράσεις εντός του οποίου κινήθηκαν από τη μηχανιστική αποδοχή του φαινομένου ως γραμμική εξέλιξη (στοιχείο που αποκορυφώθηκε στον τριτοδιεθνιστικό μαρξισμό) έως αρνητικές τοποθετήσεις που άγγιζαν το όρια της ρομαντικής φοβίας (στάση που συναντάται και σε ορισμένες θέσεις της πρώτης γενιάς της σχολής της Φρανκφούρτης).Εντός ενός τέτοιου θεωρητικού (αλλά και ιδεολογικού) περιβάλλοντος στο οποίο θα επανέρθουμε, η παρέμβαση του Κ. Καστοριάδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 σχετικά με το ζήτημα της τεχνικής και της σχέσης της τελευταίας με την καπιταλιστική θέσμιση, διατυπώνεται σε ένα ήδη πυκνά διαμεσολαβημένο πεδίο θεωρητικών συζητήσεων, αν και κυριαρχούμενο σε γενικές γραμμές από έναν ορισμένο αντιδιαλεκτικό δυϊσμό:

Ο τρόπος σκέψης της φιλοσοφίας του 20ού αιώνα παραμένοντας ενταγμένος στον παραδοσιακό όριο του χωρίζω/περιορίζω (για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Καστοριάδη), ανέδειξε δύο τρόπους ώστε να ορίσει/περιορίσει το αναδυόμενο πρόβλημα της τεχνικής, δύο φιλοσοφικές τάσεις: Η πρώτη έχει να κάνει με αυτό που θα λέγαμε ουδετερότητα της τεχνολογίας, και σχετίζεται με τις θετικιστικές καπιταλιστικές λίγο ως πολύ κατανοήσεις της τεχνολογίας. Η τεχνολογία εμφανίζεται ως ένα ουδέτερο εργαλείο στην υπηρεσία πραγματοποίησης κάποιων ελεύθερα επιλέξιμων «φυσικών» σκοπών του ανθρώπου.3 Η δεύτερη στάση είναι η συντηρητική, αντιδραστική ακόμη θα λέγαμε, στάση της θεώρησης της αυτονόμησης της τεχνολογίας ως μίας «μοίρας», ενός «πεπρωμένου», απέναντι στο οποίο δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Μπορούμε μόνο, σύμφωνα με την οπτική αυτή, είτε να αναζητήσουμε διαφυγές μέσα από διατυπώσεις που μας δίνει η ποιητική έκφραση, είτε όπως ισχυρίστηκε η περισσότερο πολιτικά ενεργητική σκοπιά του αντιδραστικού μοντερνισμού, να αντιμετωπίσουμε αυτή την αυτονομούμενη ισχύ της τεχνικής, ως το μόνο στοιχείο που μπορεί να σωθεί από τον παρηκμασμένο εκθηλυμένο καπιταλισμό, προκειμένου αυτή η ισχύς να μεταφερθεί σε έναν νέο πολιτισμό της αρχεγονοσύνης και της αυθεντικότητας.4

Ο Καστοριάδης απορρίπτοντας και τις δύο αυτές στάσεις (παρότι στο ύστερο έργο του, ειδικά σε ένα παρουσιασμένο στην Ελλάδα κείμενο με τίτλο «Η τεχνοεπιστήμη», φλερτάρει όχι ασφαλώς με μία έννοια αντιδραστικού μοντερνισμού, αλλά με μία μάλλον συντηρητική θεώρηση της τεχνοεπιστήμης ως τυφλό πεπρωμένο – βλ. Καστοριάδης 2000α), αναπτύσσει στα κύρια σημεία του έργου του το στοχασμό του περί της τεχνικής μέσα από μία σειρά διαλεκτικών διαμεσολαβήσεων, ασκώντας έντονη κριτική στον τρόπο ένταξης της τεχνικής εντός της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, αλλά ταυτόχρονα εντοπίζοντας και την επαναστατική δυναμική της τεχνικής όταν αυτή κατανοείται ως ενδογενώς κοινωνικό προϊόν.

Στη βάση της παραπάνω παρατήρησης αναφέρουμε ότι σκοπός μας στο κείμενο αυτό είναι να επαναφέρουμε κριτικά τη σκέψη του Καστοριάδη στο κατά κάποιο τρόπο διαλεκτικό μαρξιστικό στοιχείο της, το οποίο θα αναδείξει αυτό τον πλούτο των προσδιορισμών που ενσωματώνονται στη σκέψη του. Θέλουμε να δείξουμε πως η πλούσια σκέψη του Καστοριάδη γύρω από το ζήτημα της τεχνικής δεν στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στο λόγο περί δημιουργίας όπως αυτός συναντάται στο ύστερο έργο του, αλλά και σε μία εκτεταμένη διαλεκτική συμπερίληψη των «συνολο-ταυτιστικών» της προϋποθέσεων. Διακρίνεται έτσι, όπως ισχυριζόμαστε, ένα στοιχείο συνέχειας με τη «μαρξιστική» φάση της σκέψης του, ιδιαίτερα με το πλέον ίσως ώριμο κείμενο εκείνης της περιόδου, αυτό για «το περιεχόμενο του σοσιαλισμού».

Με αυτό τον τρόπο η προσέγγιση της σκέψης του Καστοριάδη στο συγκεκριμένο ζήτημα, ως σχετικά ανεξάρτητη από την μετέπειτα «δημιουργιστική» του οντολογία, αποκτά ένα αξιόλογο ενδιαφέρον και για την ευρύτερη μαρξιστική συζήτηση, τόσο της εποχής της όσο και της σημερινής, από τη στιγμή που εμπεριέχει μία ορισμένη παρέμβαση στη συζήτηση για το δίπολο «παραγωγικές σχέσεις-παραγωγικές δυνάμεις» και της αναζήτησης ενός ορισμένου «πρωτείου» στη δόμησή τους. Στο πλαίσιο αυτό η επιλεκτική και κριτική αναφορά στο όνομα του Καστοριάδη μπορεί να λειτουργήσει σε ένα ευρύτερο πλαίσιο (ανα)συγκρότησης μιας δομικής θεωρητικής οπτικής για την κριτική της πολιτικής οικονομίας.5 Πλευρές της προοπτικής του Καστοριάδη μπορούν με άλλα λόγια να ενταχθούν σε ένα διαλεκτικό πλαίσιο που αντιτίθεται τόσο στην παραδοσιακή τεχνικιστική-μεταφυσική αντίληψη του ορθόδοξου μαρξισμού περί των παραγωγικών δυνάμεων ως τον κινητήριο μοχλό της ιστορίας (αντίληψη η οποία επιβιώνει υπό διάφορες μορφές και στις σύγχρονες τεχνολογικά αισιόδοξες κριτικές του καπιταλισμού). Εξίσου όμως να αντιταχθεί και στην τάση ενός μεγάλου μέρους της σύγχρονης ριζοσπαστικής σκέψης, όπως αυτή προέκυψε μετά τις δεκαετίες του ’60 και ’70, να απορρίπτουν πλήρως τις αναφορές στις οικονομικές αλλά και τεχνολογικές προϋποθέσεις ως εκδηλώσεις ενός οικονομισμού που γίνεται αντιληπτός άλλοτε ως η εργαλειακή δικαίωση της αυτονομούμενης τεχνικής κυριαρχίας έναντι του κριτικού ανθρωπισμού, 6 και άλλοτε ως κατάπνιξη της αυτονομίας του «πολιτικού» ως συγκρουσιακού στοιχείου, όπως γίνεται σε οπτικές οι οποίες οδηγούνται εντέλει σε έναν ορισμένο αναγωγισμό της καπιταλιστικής δομής και των τάσεών της στην πολλαπλότητα των «αγώνων» της ταξικής πάλης, η οποία εν πολλοίς ταυτίζεται με το στοιχείο του συγκρουσιακά πολιτικού.7 Πρόκειται για αντιλήψεις που υποτιμούν την πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχέσεων εντός της ίδιας της οικονομικής δομής, υποτιμώντας εντέλει την «αυτονομία του οικονομικού» ως μέρους της κοινωνικής δομής του καπιταλισμού καθώς και την ιδιαίτερη δυναμική που αναπτύσσει εντός του το τεχνικό στοιχείο ως κοινωνική παραγωγή.

Όπως θα δούμε ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα σημεία της σκέψης του Καστοριάδη πάνω στο ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο εντάσσει την τεχνική στη λογική της κυριάρχησης της καπιταλιστικής φετιχιστικής λογικής ως αντικειμενικής ιδεολογίας (αυτό που μετέπειτα θα ονομάσει ο ίδιος κυρίαρχες φαντασιακές σημασίες). Ασφαλώς, ο Καστοριάδης όχι απλώς δεν είναι ο πρώτος που κάνει μία εκτεταμένη κριτική στην «ουδετερόστροφη» κατανόηση της τεχνικής ως καθοριστικής μεταβλητής από τον ορθόδοξο σοβιετικό μαρξισμό. Αξίζει εδώ να θυμηθούμε τις απόπειρες κριτικής από τα ιστορικιστικά ρεύματα του μαρξισμού της δεκαετίας του ’20 και την προσπάθειά τους να αναδείξουν τη φετιχιστική/πραγμοποιητική διάσταση ως την κοινωνική-σχεσιακή συγκρότηση του τεχνικού οικονομικού στοιχείου στον καπιταλισμό. Ασφαλώς δεν είναι και ο μόνος που πραγματοποιεί μία τέτοια παρέμβαση, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του ’60, όπου έχουμε μία σειρά από παρεμβάσεις ενάντια στο μηχανιστικό πρωτείο των παραγωγικών δυνάμεων, με κύριο άξονα αναφοράς την κατανόηση του τεχνικού στοιχείου ως μέρος των κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων, ενέχον τις αντιφάσεις που οι κοινωνικές αυτές σχέσεις φέρουν στο εσωτερικό τους.8

Η παρέμβαση του Καστοριάδη σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι επομένως προνομιακή, διατηρεί όμως μία αξιόλογη ερμηνευτική δύναμη που θα άξιζε να ενταχθεί σε ένα μαρξιστικό πλαίσιο. Μία ερμηνευτική δύναμη που έχει να κάνει με την ισχυρή θεματοποίηση της αντικειμενικής/υλικής διάστασης της καπιταλιστικής φετιχοποίησης και της αμιγώς κοινωνικής κατανόησής της, πέραν ενός ορισμένου ιδεαλιστικού νατουραλισμού που η παραδοσιακή έννοια της «αλλοτρίωσης» κουβαλά στον ιστορικιστικό μαρξισμό. Επιπλέον οι σκέψεις που διατυπώνει στη μαρξιστική του περίοδο, αναφορικά με τον ρόλο της τεχνικής στη μετακαπιταλιστική κοινωνία, ενέχουν μία αντίληψη περί της κοινωνικής συνθετότητας (και της συνθετότητας της διαλεκτικής υποκειμενικού-αντικειμενικού στοιχείου) που συσχετίζει την παραγωγική-τεχνολογική δυναμική των μετακαπιταλιστικών κοινωνιών με τον ιδεολογικό-νοηματικό μετασχηματισμό τους. Τέλος, τη θεματική της τεχνικής θεωρούμε ως κομβική, στην ανάδειξη της δυνατότητας παρουσίας μαρξιστικών μοτίβων και στο ύστερο καστοριαδικό έργο: Επιδιώκουμε κατά συνέπεια να διαμεσολαβήσουμε την καστοριαδική έννοια της δημιουργίας με τις προσδιοριστικές της προϋποθέσεις, τους συνολο-ταυτιστικούς τρόπους ύπαρξης του φαντασιακού, όπως αυτοί εκδηλώνονται κυρίως – όπως θα δούμε – στο λέγειν και το τεύχειν, και τις τελεστικές τους λειτουργίες, προκειμένου να αναδειχθεί το παραμένον κοινωνικό-ιστορικό προσδιοριστικό στοιχείο στη σκέψη του Καστοριάδη.

Το λέγειν και το τεύχειν, δηλαδή η συγκρότηση της γλώσσας και του τεχνικού «εργαλείου» ως κοινωνικές διαδικασίες, αποτελώντας τις δύο συγκροτητικά εργαλειακές (συνολο-ταυτιστικές) αναπόφευκτες στιγμές των κοινωνικών σχέσεων, μας βοηθούν ακριβώς να υπογραμμίσουμε την αντικειμενική διάσταση της έννοιας του κοινωνικού φαντασιακού, και να την φέρουμε έτσι κοντύτερα σε μία έννοια φετιχιστικής/πραγμοποιητικής επίδρασης ως πραγματική ιδεολογία πέραν της «στρεβλής συνείδησης».9

Παρ’ ότι λοιπόν οι διαστάσεις του λέγειν, και κυρίως η πρακτική διάσταση του τεύχειν, έχουν μία βασική συνολο-ταυτιστική λειτουργία, είναι ακριβώς οι δικές τους διαμεσολαβήσεις που ορίζουν την ειδική αυτονομία του κοινωνικού έναντι της φυσικής στοιβάδας.10 Ενέχουν κατά συνέπεια το στοιχείο αυτού που ονομάζει ο Καστοριάδης ως «απόλυτη δημιουργία», ακριβώς υπό την έννοια της αυτονομίας τους σε σχέση με τη φυσική στοιβάδα. Η έννοια της «απόλυτης δημιουργίας» είναι ο κατεξοχήν τρόπος ορισμού του τεχνουργήματος ως ειδικά κοινωνικής παραγωγής. Στο κείμενο για την «Τεχνική» η διάσταση αυτή της τεχνουργηματικής δημιουργίας ως ριζική αυτονόμηση από το φυσικό αντικείμενο και την απλή μίμησή του εκφράζεται με έμφαση:


«Αυτό που η τεχνική φέρνει στο είναι, στις αποφασιστικές περιπτώσεις, δεν είναι μία μίμηση ή μία εκ νέου λήψη του φυσικού μοντέλου […]· είναι κάτι που, σε σχέση με τη φύση, είναι αυθαίρετο […]. Η ακριβής ύλη του αντικειμένου το οποίο δημιούργησε η τεχνική ή η μορφή του, ή ο τρόπος με τον οποίο εκτρέπει την αποτελεσματικότητα των φυσικών νόμων, ή η τελικότητά του, ή όλα αυτά μαζί δεν έχουν γενικά φυσικό προηγούμενο. Δημιουργία ενός τεχνικού αντικειμένου […] είναι σύσταση ενός καθολικού τύπου, είναι το να τίθεται ένα είδος που εφεξής “είναι” ανεξάρτητα από τα εμπειρικά του παραδείγματα» (Καστοριάδης 1991α: 280-281).


Απ’ αυτή τη σκοπιά η τεχνική εντάσσεται κατεξοχήν σε αυτό το είδος κοινωνικής δραστηριότητας που ο Μαρξ στα Χειρόγραφα συνέδεε με την ιδιοσυστασία της ανθρώπινης δραστηριότητας, την «ειδητική παραγωγή» μέσα από την εργασία, τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αυτοπαράγει τον κόσμο που τον περιβάλλει, μετασχηματίζοντας την αμεσότητα της πρωτογενούς φύσης. Η διαδικασία αυτή της αυτοπαραγωγής/αυτοθέσμισης της ανθρώπινης κοινωνίας, που ο νεαρός Μαρξ θεώρησε ότι διατυπώθηκε για πρώτη φορά στη Φαινομενολογία του Πνεύματος του Χέγκελ, γίνεται για τον ύστερο Καστοριάδη το κεντρικό φιλοσοφικό πρόβλημα της σκέψης του, με την παραγωγή φαντασιακών μη-φυσικών καθολικευτικών ειδητικών μορφών να τίθεται ως το ιδιάζον/«αυθεντικό» γνώρισμα της κοινωνικής δημιουργίας (Καστοριάδης 1981: 265-266).

Το λέγειν και το τεύχειν είναι οι δύο κύριες προσδιοριστικότητες (έννοια στην οποία επανερχόμαστε) αυτής της αυτομορφοποίησης της κοινωνίας. Το τεύχειν, που μας ενδιαφέρει πρωτίστως εδώ, έχει ιδιαίτερη διαμεσολαβητική αξία για τη συγκρότηση της αυτονομίας του κοινωνικού, λόγω της σύνδεσής του με αυτό που θα ονομάζαμε κοινωνική αντικειμενικότητα/πραγματικότητα. Μέσω της υλοποίησής του ως κοινωνική σημασία και της κατ’ επέκταση τοποθέτησης του πεδίου των σημασιών που ορίζει, το τεύχειν ορίζει ταυτόχρονα τι είναι «αντικειμενικά» δυνατό και τι αδύνατο στο πλαίσιο της κοινωνικής θέσμισης (Καστοριάδης 1981: 374). Αποδίδει έτσι μία καίρια κυριαρχική βεβαιότητα στην υπάρχουσα κοινωνική θέσμιση, «εκτείνει την καθοριστικότητα επάνω σ’ όλο το παραστάσιμο και τη διπλασιάζει πυκνώνοντάς την, θέτοντας ότι, ακόμα και αυτό που δεν “είναι”, είναι καθορισμένο, ως προς το δύνασθαι-είναι και το μη-δύνασθαι είναι του» (Καστοριάδης 1981: 375).

Η προνομιακή σχέση με την παραγωγή της κοινωνικά σημασιοδοτούμενης υλικότητας, κατέχει κεντρικό ρόλο για τον Καστοριάδη, στην κατανόηση της κοινωνικής θέσμισης της αυτοδημιουργίας και ταυτόχρονης απόκρυψης αυτής της αυτοδημιουργίας, μέσα από την παγίωση των κυρίαρχων φαντασιακών σημασιών (και για τις καπιταλιστικές κοινωνίες η νοηματοδότηση της τεχνικής ως «ουδέτερης» είναι μία κεντρικά κυρίαρχη δέσμη φαντασιακών σημασιών). Δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς στην υλικότητα των καπιταλιστικών μηχανών και στη θεματοποίησή της από τον Μαρξ, θα βρει την εμφάνισή του ο αντινομικός χαρακτήρας της σκέψης του τελευταίου: από τη μία μεριά ο Μαρξ ενσωματώνει στη σκέψη ένα στοιχείο θεώρησης της καπιταλιστικής τεχνολογίας ως μίας ουδέτερης γραμμικά προοδεύουσας μηχανικότητας, η οποία θα οδηγούσε με αυτοματοποιημένο τρόπο στην κοινωνική αλλαγή, και από την άλλη μεριά «ως εγελιανός ξέρει ότι η μηχανή δεν είναι αυτό που είναι, δεν αποκτά το νόημά της παρά βυθιζόμενη μέσα στην [κοινωνική] ολότητα» (Καστοριάδης 1981: 496).

Η μαρξική κατανόηση περιλαμβάνει όμως και την ανάγκη ρήξης με το νόημα που επιβάλλει αυτή η ολότητα, ως ρήξη και με το κυρίαρχο τεχνικό σύνολο. Οι σκέψεις που θα αναπτύξει ο Μαρξ στα Grundrisseσχετικά με τις μηχανές ως υλοποίηση της καπιταλιστικής κυριαρχίας, αλλά ταυτόχρονα ως μία υλικότητα που δυνητικά εμπεριέχει τη δυνατότητα ενός άλλου κόσμου σε σχέση με τον καπιταλισμό, στο βαθμό που θα αποτελέσουν τα μέσα για μία διαφορετική οργάνωση της κοινωνικής συνεργασίας αλλά και της νοηματικής συγκρότησης του κοινωνικού χρόνου (Μαρξ 1990: 538-539), έρχονται για να επιβεβαιώσουν αλλά και να μετριάσουν σε σημαντικό βαθμό την οπτική του Καστοριάδη, κυρίως ως προς την κριτική του για την ένταξη του Μαρξ σε μία «μηχανιστική»/«εξελικτικιστική» οικειοποίηση της τεχνικής, υπερτονίζοντας έτσι μηχανιστικά στοιχεία που πράγματι μπορούν να ευρεθούν στο (ούτως ή άλλως άνισο) μαρξικό κείμενο, μ’ ένα τρόπο που το ανάγει έτσι στον μαρξισμό της Γ΄ Διεθνούς.11 Κατά συνέπεια, οι εξαιρετικά πλούσιες εννοιολογικά αναλύσεις του Μαρξ, τόσο στα «Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής» όσο και πρωτίστως στο ίδιο το Κεφάλαιο περιστέλλονται συχνά στην καστοριαδική κριτική σε μία καρικατούρα, αποτελώντας όμως ταυτόχρονα και την ανομολόγητη συχνά κεντρική αναφορά του Καστοριάδη όσον αφορά την κοινωνιοκεντρική κατανόηση της τεχνικής.

Όπως καθίσταται σαφές στον τρίτο τόμο και στο πολυσύνθετο κεφάλαιο για την «Οικονομία στη χρήση του σταθερού κεφαλαίου», ο Μαρξ εκθέτει μία εικόνα του καπιταλισμού ως κοινωνικά αυτο-ανα-παραγόμενο σύστημα που ενσωματώνει εντός της δυναμικής του την άνιση αντιφατικότητα της σύγκρουσης και του κοινωνικά ετερογενούς.12 Μαρξικές αναλύσεις τις οποίες ο Καστοριάδης συστηματικά αποκρύβει μεν προκειμένου να διευκολύνει την αναγωγή του μαρξισμού στην εκδοχή του μηχανιστικού εξελικτισμού, δεν μπορεί όμως να εξαλείψει ως βασική πηγή – έστω και μέσω αυτής της σύντομης αναφοράς στα Grundrisse – της σκέψης του για το τεχνικά αντικειμενικό ως διαπερασμένου από την κοινωνική νοηματοδότηση που επιτελεί η φετιχιστική κυριαρχία του κεφαλαίου (και εδώ η έννοια του Μυστικισμού έρχεται να προκαταλάβει την έννοια των κυρίαρχων φαντασιακών σημασιών).

Με δεδομένη την παραπάνω κριτική παρατήρηση θα επιδιώξουμε να προσεγγίσουμε τον τρόπο που μία υλιστική ανακατασκευή της καστοριαδικής πραγμάτευσης της τεχνικής μπορεί να συμβάλει στην κοινωνικοθεωρητική εκλέπτυνση εννοιών κομβικής σημασίας για το σύστημα της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Η ανάδυση της τεχνικής δραστηριότητας επισημαίνει εντός ενός τέτοιου συστήματος ακριβώς την ταυτόχρονη ανάδυση ενός χώρου μη-φυσικά εξαρτώμενων, αυτοπαραγόμενων σημασιολογικών δυνατοτήτων, οι οποίες όμως ταυτόχρονα προσδιορίζονται από τους δικούς τους (φαντασιακά στην καστοριαδική οπτική) αυτοτεθειμένους κυριαρχικούς περιορισμούς (ή αλλιώς από αυτόν τον ιδιόμορφο συσχετισμό αντικειμενιστικής μηχανικότητας και τελεολογικού θέτειν που ο Χέγκελ έτεινε να ονομάζει «δεύτερη φύση»13 – δηλαδή μίας αντικειμενικής υλικότητας η οποία όμως επιβάλλεται ως τέτοια μέσω και λόγω της κοινωνικής της νοηματοδότησης). Τίθεται εδώ ένα διακύβευμα που, στο πλαίσιο της ανακατασκευής της καστοριαδικής προβληματικής, το σημείο εκκίνησης της πραγμάτευσής του θα πρέπει να αναζητηθεί στον σκληρό πυρήνα της φιλοσοφικής εννοιολόγησης της τεχνικής παραγωγής όπως αυτός τίθεται στη Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας.



2. Η τεχνική ως μέρος του φιλοσοφικού στοχασμού της Φαντασιακής Θέσμισης της Κοινωνίας.


Για να κατανοήσουμε καταρχάς, την ευρύτερη φιλοσοφική τοποθέτηση του τεύχειν ως τεχνουργηματικής, κατασκευαστικής δημιουργίας, θα πρέπει να ανατρέξουμε σε δύο σημεία της θεματοποίησης της έννοιας στη Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας (ΦΘΚ), τα οποία όχι χωρίς σημασία διαπερνώνται από δύο καίρια εγελιανά μοτίβα (που ο Καστοριάδης, όπως θα δούμε, μόνο εν μέρει τα αναγνωρίζει ως τέτοια).14

1. Το πρώτο σημείο έχει να κάνει με την ενσωμάτωση της τελικότητας (finalit é) στην ίδια τη μεσοποίηση που επιτελεί η τεχνική υλικότητα. Με άλλα λόγια στην αναίρεση του διπόλου μηχανισμός και τελεολογία, στην ενσωμάτωση της τελεολογίας στο μηχανισμό και το αντίστροφο. Πρόκειται για μία ενσωμάτωση η όποια δικαίως έχει ως κύριο σημείο αναφοράς της την εγελιανή φιλοσοφία. Ο Χέγκελ ήδη στο κείμενο της Realphilophie , ένα κείμενο με ιδιαίτερη αξία για τη διαλεκτική κοινωνική θεωρία και στο όποιο ο Καστοριάδης παραπέμπει ευθέως εντός της ΦΘΚ, πραγματοποιεί μία ενδιαφέρουσα πραγμάτευση του ειδικά τεχνικού/κατασκευαστικού στοιχείου που υπάρχει στην έννοια του εργαλείου, αίροντας κατά την πραγμάτευση αυτή τον δυϊσμό της αντιπαράθεσης μηχανισμού και τελεολογίας.15 Υπό αυτό το εγελιανό πρίσμα κατανοούμε γιατί ο Καστοριάδης θα γράψει ότι υπό το δικό του πρίσμα, η αριστοτελική ποίησις είναι εγγενώς πραξιακή (Καστοριάδης 1981: 376-377), ή με σύγχρονη ορολογία γιατί η βεμπεριανή «Zweckrationalität» (η περίφημη «ορθολογικότητα ως προς το σκοπό» η οποία οφείλει κατά τον Βέμπερ να εξετάζεται διακριτά από την «ορθολογικότητα ως προς την αξία») υπάρχει επειδή ενσωματώνει στην ίδια την οικονομία των σκοπών της, την αξία στην οποία σκοπεύει.

Προεκτείνοντας αυτόν τον προβληματισμό, όπως κάνει ρητά ο Καστοριάδης, μπορεί επομένως να σημειωθεί ότι η αντικειμενική πραγματικότητα των καπιταλιστικών μηχανών, δεν έχει να κάνει με κάποια απλά παρευρισκόμενα αυτόματα που θα αρκούσε να «μεταφερθούν» ως τέτοια σε μία μετακαπιταλιστική θέσμιση, προκειμένου π.χ. να αποκτήσουν «σοσιαλιστικό» χαρακτήρα (πράγμα στο οποίο σε έναν κάποιο βαθμό πίστεψε ο ιστορικός μαρξισμός τον 20ό αιώνα16 ): είναι εγγενώς καπιταλιστικές μηχανές ως προς τον ίδιο τον σκοπό τους (η μηχανή συναντά έτσι και πάλι την ευρύτερη κοινωνική τελεολογία από την οποία προέρχεται). Είναι μηχανές ως προς την αξιοποίηση του κεφαλαίου, είναι μηχανές ως προς την καταπίεση και εκμετάλλευση των εργατών.17 Μία κοινωνική επανάσταση θα όφειλε έτσι να συνεπιφέρει τεράστιες αλλαγές και ως προς την ίδια την υλική μορφή της τεχνολογίας (θα άξιζε εδώ να θέσει κανείς από υλιστική σκοπιά το ζήτημα εάν για παράδειγμα η ίδια η μορφή του διαδικτύου σήμερα, και όχι μόνο τα περιεχόμενά του και οι εταιρικοί κολοσσοί – π.χ. η Google – που τα διαχειρίζονται, αποτελεί ένα καπιταλιστικό εμπόδιο ως προς τη δυνατότητα επαναστατικής αλλαγής – στοιχείο που θα άξιζε να λαμβάνεται υπόψιν όταν μιλάμε «εν γένει» για την απελευθερωτική δυνατότητα που παρέχει το διαδίκτυο).

2. Το δεύτερο σημείο έχει να κάνει με το χαρακτηρισμό της δραστηριότητας του λέγειν και του τεύχειν από τον Καστοριάδη ως αντικειμενικής ανακλαστικότητας (reflexivité objective), που την ονομάζει και αλλιώς ως αυτοπροϋποτιθέμενη (Καστοριάδης 1981: 378). Στοχασμός που ευθέως αντλεί από την πραγμάτευση του αναστοχασμού στην εγελιανή λογική της ουσίας και του σχήματος της θέσης των προϋποθέσεων και της ταυτόχρονης προϋπόθεσης του θέτειν, μία διαδικασία όπου εν τέλει η ενεργητικότητα και η αντικειμενοποίησή της προϋποτίθενται συνεχώς και αμοιβαία, αίροντας τον παραδοσιακό δυϊσμό της νεώτερης φιλοσοφίας μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου (και είναι θα λέγαμε μία ιστορική αδικία ότι ο Καστοριάδης δεν αναγνωρίζει το χρέος του, ενσωματώνοντας μία παραπομπή στην εγελιανή λογική της ουσίας στο συγκεκριμένο σημείο).

Για να τεθούν τα τελεστικά σχήματα ως ενεργά, θα πρέπει να έχουν θέσει προηγουμένως την ολότητα των αντικειμενικών τους προϋποθέσεων, χωρίς αυτή όμως να εμφανίζεται ως τέτοια (χωρίς αυτή η αυτοπροϋπόθεση να εμφανίζεται ως τέτοια). Για να λειτουργήσει ενεργητικά ένα τεχνικό πράττειν θα έπρεπε να εμφανίζεται με ανηρημένες τις προϋποθέσεις του (με άλλα λόγια αποκρύβοντας την –ριζικά φαντασιακή για τον Καστοριάδη – ενεργητικότητά του), τις οποίες το ίδιο θέτει. Το κεφάλαιο έτσι μπορεί να εμφανίζεται άμεσα το ίδιο ως απλώς παραγωγικό, 18 ενώ η τεχνολογική αλλαγή από τη μεριά της μπορεί να εμφανίζεται ως αποτέλεσμα «επιχειρηματικής καινοτομίας». Το σχήμα αυτό μίας αυτοαπωθούμενης, εξαφανιζόμενης διαμεσολάβησης ως αντικειμενικής ανακλαστικότητας, είναι καίριας σπουδαιότητας, ώστε να κατανοήσουμε την απόκρυψη των προϋποτιθεμένων κοινωνικών σημασιών, που επιτελείται κατά την τελεστικότητά τους εντός και δια της καπιταλιστικής τεχνολογίας.

Το εύρος αυτών των αυτο-προϋποτιθέμενων όρων της ενεργητικότητας της καπιταλιστικής τεχνολογίας είναι ακριβώς αυτό που μας αναδεικνύει την ιδιαιτερότητά της: Η καπιταλιστική τεχνολογία σημαίνει μία, άνευ προηγουμένου στην ιστορία, παραγωγή τεχνικών μορφών: σκοπός της καπιταλιστικής παραγωγής δεν είναι μόνο η συσσώρευση αλλά (όπως σημειώνει ο Καστοριάδης στο κείμενό του για την «ορθολογικότητα του καπιταλισμού», Καστοριάδης 2000β: 25-26, 58-59) και η ανάδραση της συσσώρευσης (η θέτουσα λειτουργία) στην παραγωγή, αλλάζοντας την τεχνική σύνθεση της παραγωγής, επιδρώντας στην εγκαθίδρυση και αναπαραγωγή της πλέον αποτελεσματικής για το καπιταλιστικό φαντασιακό οργάνωσης της παραγωγής, άρα στην εντεινόμενη καταπίεση της εκμετάλλευσης των εργατών. Η τεχνολογική αλλαγή παραμένει παρ’ όλα αυτά για τον Καστοριάδη ένας απροσδιόριστος κοινωνικός παράγοντας της καπιταλιστικής παραγωγήςπου θέτειόρια, τόσο στη μαρξιστική όσο και στη νεοκλασική θεωρία. Η απροσδιοριστία της μεταβολής της έχει κυρίως να κάνει με την προνομιακή σύνδεσή της με την ταξική πάλη.19 Το διαταρακτικό στοιχείο της ταξικής πάλης λειτουργώντας ταυτόχρονα ως αντικειμενικός και υποκειμενικός προϋποτιθέμενος όρος της τεχνολογικής δυναμικής, ποτέ δεν μπορεί να αφομοιωθεί πλήρως20 στην καπιταλιστική μορφή της παραγωγής, αλλά αντιθέτως ωθεί τον καπιταλισμό στον εσωτερικό του – και τεχνολογικό – μετασχηματισμό.

Η ιδέα μίας ολοκληρωτικής βιοεξουσίας του καπιταλισμού, ή μίας τεχνικά «διοικούμενης κοινωνίας», θα ήταν απ’ αυτή τη σκοπιά ολότελα ξένη για τον Καστοριάδη. Αντιθέτως, η οπτική του για τη σχέση της τεχνολογίας με τον καπιταλισμό, κυρίως όπως εκφράζεται στα κείμενα των αρχών της δεκαετίας του ’60 – πριν δηλαδή την αυτοκατανόηση του έργου του ως «ρήξη με το μαρξισμό» – θέτει ένα ζήτημα που από τη δεκαετία του ’70 θα γίνει κεντρικό διακύβευμα των μαρξιστικών προσπαθειών: Να συλληφθεί η παρουσία του τεχνολογικού παράγοντα στον τόπο της παραγωγής ως συναπτόμενη με την ευρύτερη κοινωνική «τεχνική» της ταξικής κυριαρχίας και ορθολογικής εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, αλλά και ως (υπερ)προσδιορίζουσα την ευρύτερη δυναμική απροσδιοριστία που προκύπτει στον δομικό αυτό τόπο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής από τη ρητή ανάδυση της ταξικής πάλης εντός του (Braverman 1974, Burawoy 1985, Μπαλιμπάρ 1988). Η ιδιαίτερη συνεισφορά της, ακόμη μαρξιστικής, σκέψης του Καστοριάδη επί αυτού του επιπέδου, θα βρισκόταν, σύμφωνα με την οπτική που προβάλλουμε εδώ, στο ότι αυτή αναδεικνύει με ιδιαίτερη ενάργεια τις πολιτικά επαναστατικές και κυρίως μετακαπιταλιστικά μετασχηματιστικές δυνατότητες που διανοίγει η παρουσία του προσδιοριστικού παράγοντα της τεχνολογικής δυναμικής στην παραγωγή. Δυνατότητες που κατά τον Καστοριάδη διανοίγουν, όπως θα δούμε, και την τάση ριζικού μετασχηματισμού της ίδιας της οντολογίας του καπιταλιστικού τρόπου επικοινωνίας και σκέψης επί του κοινωνικού21 .

Ο συνεχής εξαναγκασμός της καπιταλιστικής παραγωγής να ανατρέχει, λόγω της ταξικής πάλης, στην τεχνολογική μεταβολή, παράγει ένα τεράστιο εύρος δυνατοτήτων ως προς την καπιταλιστική τεχνολογία και ταυτόχρονα μία καταπίεση, έναν συνολισμό αυτών των δυνατοτήτων προς την κατεύθυνση της πλέον ορθολογικής τεχνολογίας για την εκμετάλλευση των εργατών. Πρόκειται για ένα στοιχείο που στην ταυτόχρονα συστημική και επαναστατική του διάσταση φέρνει ξανά στη σκέψη του Καστοριάδη το εγελιανό μοτίβο της προσδιορισμένης άρνησης (ας θυμηθούμε εδώ τη φράση του ότι η creatioexnihilo δεν είναι creatiocumnihilo), απομακρύνοντας τη σκέψη του από καθαρά οντολογικά, δημιουργιστικά μοτίβα.


3. Η προοπτική ενός τεχνικού συνόλου πέραν του καπιταλισμού


Για να διακρίνουμε επαρκώς την παρουσία αυτού του στοιχείου, θα πρέπει να ανατρέξουμε σε ένα σημαντικό κείμενο του τέλους της δεκαετίας του ’50. Πρόκειται για ένα κείμενο που σχετικά σπάνια αναφέρεται σε συζητήσεις του καστοριαδικού έργου, στο οποίο όμως ο Καστοριάδης παραπέμπει μέχρι και στα τελευταία κείμενά του. Αναφερόμαστε στο κείμενο το «Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού», ιδιαίτερα το κείμενο ΙΙ, όπου και ακριβώς αναπτύσσεται η σημασία του τεχνολογικού μετασχηματισμού στο εσωτερικό της επαναστατικής διαδικασίας.

Σύμφωνα με το επιχείρημα του Καστοριάδη στο κείμενο αυτό, η καπιταλιστική τεχνολογία επιβάλλει την ανάδειξη μίας γραφειοκρατικής διεύθυνσης των τεχνικών, ενάντια στην τεχνική δημιουργία, για τον περιορισμό και την καθοδήγηση της τελευταίας. Η καπιταλιστική τεχνολογία από ένα τεράστιο φάσμα δυνατοτήτων αναδεικνύει μόνο την πλέον ορθολογική μορφή τεχνολογίας για την καταπίεση των εργατών απαγορεύοντας ταυτόχρονα άλλες τεχνολογικές δυνατότητες (Καστοριάδης 1986: 95-96).22 Η οικονομική αποδοτικότητα διασφαλίζεται από την τεχνολογική καινοτομία μόνο στο βαθμό που αυτή ενδυναμώνει την καπιταλιστική εκμετάλλευση – ο χαρακτήρας της, η κεντρική φαντασιακή της σημασία (για να μιλήσουμε τη γλώσσα του ύστερου Καστοριάδη), σκοπεύει πάντοτε στην μετρήσιμη κυριαρχία επί της εργασίας. Δημιουργείται ένας γραφειοκρατικός μηχανισμός (επιτηρητών, τεχνικών, διαχειριστών κλπ.) που αφορά την ίδια την οργάνωση της καπιταλιστικής επιχείρησης στην κατεύθυνση της επιβολής της κυρίαρχης τεχνολογίας.

Στη νέα τεχνολογική δομή που θα όφειλε να επιφέρει ο επαναστατικός μετασχηματισμός θα υπήρχε πρωτίστως ένας αναπροσανατολισμός όσον αφορά την ίδια την κεντρική σημασία της τεχνικής ανάπτυξης. Το επαναστατικό κανονιστικό πρόταγμα θα έβαζε ως κεντρική σημασία της παραγωγής την ελευθερία καταρχάς στην ίδια την παραγωγική εργασιακή διαδικασία, μετατρέποντας την τεχνολογία σε απελευθερωτική και απελευθερωμένη τεχνολογία.23 Ο σκοπός δεν είναι να λειτουργήσει μηχανικά η τεχνολογία ως περιστολή της εργασιακής δραστηριότητας, αλλά να πραγματωθεί η ίδια η εργασία ως τεχνολογική ελευθερία. Να φέρουμε, γράφει ο Καστοριάδης αντηχώντας επαναστατικά μοτίβα του ιστορικιστικού μαρξισμού της δεκαετίας του ‘20, την «ποίηση μέσα στην εργασία» (Καστοριάδης 1986: 99).

Ο αναπροσανατολισμός της τεχνικής ανάπτυξης πέραν της καπιταλιστικής συσσώρευσης δεν έχει λοιπόν να κάνει με έναν απόλυτο τεχνολογικό περιορισμό της κοινωνίας, αλλά αντιθέτως με έναν σχετικό αυτοπεριορισμό, πράγμα το οποίο θα έφερνε μια νέα λογική κοινωνικής αποτελεσματικότητας.24 Η θέσμιση μιας χειραφετημένης αποτελεσματικότητας θα σήμαινε ένα τεχνικό σύνολο που θα περιελάμβανε τεράστιες εξοικονομήσεις από την κατάργηση καταπιεζουσών και περιττών εργασιών (κυρίως επιτηρητικής φύσεως). Αυτό που ο Καστοριάδης ονομάζει στο κείμενο «οικονομίες εργασίας». Η μετεπαναστατική οικονομία θα ενσωμάτωνε μία δημοκρατική απλότητα όσον αφορά τις διευθυντικές και οργανωσιακές λειτουργίες και θα διάνοιγε τη δυνατότητα μιας κατά το δυνατόν αυτόνομης δημιουργικής πολυπλοκότητας.

Ο τρόπος με τον οποίο αυτές οι διατυπώσεις μας βοηθούν να σκεφτούμε εξίσου πέραν του παραδοσιακού μαρξισμού για την «απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά και του μετέπειτα «αγωνιστικού» αναγωγισμού στην ταξική πάλη, σχετίζεται ακριβώς με το διαλεκτικό-εγελιανό στοιχείο που επιτρέπει ακόμη στον Καστοριάδη να σκέφτεται με όρους εμμενούς προσδιορισμένης άρνησης. Θα είχε ενδιαφέρον ασφαλώς να διερευνήσει κανείς τις ομοιότητες και τις διαφορές αυτών των θέσεων του Καστοριάδη με άλλους στοχαστές που την ίδια περίοδο προσπάθησαν εξίσου να σκεφτούν τη διαλεκτική δυνατότητα της «προσδιορισμένης άρνησης» εντός του ανεπτυγμένου τεχνολογικά καπιταλισμού (αξίζουν να αναφερθούν για παράδειγμα οι σκέψεις του Μαρκούζε για απελευθερωτική οργάνωση μίας δυναμικής οικονομίας που μπορεί να έρθει «μετά» τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό, Μαρκούζε 1971). Όπως όμως τονίσαμε εξαρχής, σκοπός του παρόντος κειμένου δεν είναι να κάνει μία ιστορικο-θεωρητική σύγκριση μεταξύ των εναλλακτικών ρευμάτων εντός της μαρξιστικής παράδοσης, αλλά να δείξει πώς ο διαλεκτικός τρόπος με τον οποίο τίθεται το ζήτημα της τεχνικής στη σκέψη του Καστοριάδη δεν είναι μία παράπλευρη λεπτομέρειά της, αλλά ένα κομβικό σημείο ώστε να αναπαραστήσει θεωρητικά τις συγκεκριμένες δυνατότητες που δημιουργούν και ταυτόχρονα καταστέλλουν οι αντικειμενικές μορφές του ανεπτυγμένου καπιταλισμού για την υπέρβασή τους, τόσο σε κοινωνικό-οικονομικό όσο και πολιτικό επίπεδο.25

Οι δυνατότητες αυτές εμφανίζονται τελικά στους ίδιους τους πολιτικούς-οργανωσιακούς προσδιορισμούς που σκιαγραφώνται ως συνέπειες αλλά και όροι της απελευθέρωσης της τεχνικής εντός ενός μετεπαναστατικού κοινωνικού συνόλου: Ο επαναστατικός μετασχηματισμός θα σήμαινε μία νέα μορφή επικοινωνίας μεταξύ εργαζομένων και των κατόχων τεχνικών γνώσεων, αλλοιώνοντας και μετασχηματίζοντας τη λογική της «εντολής προς τα κάτω» και της υπακοής προς τα πάνω (ο Καστοριάδης μιλάει για ένα συνεχές πήγαινε-έλα, όπου τις τελικές αποφάσεις θα τις παίρνει το συμβούλιο των εργαζομένων – Καστοριάδης 1986: 104-105, βλ. και 134 κ.ε.).

Η τάση προς τη συνεχή επέκταση του κεφαλαίου θα αντικατασταθεί από τη θέσμιση της σημασίας της συνολικής τεχνολογικής και οικονομικής εξέλιξης της κοινωνίας υπό το συντονισμό της θεσμικής μορφής του συμβουλίου, με το συμβούλιο των εργαζομένων να είναι αυτό που εμφανίζεται ως η έσχατη συντονιστική μορφή. Αυτός ο συντονισμός θα έχει ένα εγγενώς δυναμικό χαρακτήρα αφού θα σκοπεύει στη διεύρυνση των δυνατοτήτων αυτονομίας της κοινωνίας πάνω στην παραγωγή δια του συνειδητού μετασχηματισμού (ειδικά στην πρώτη φάση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού) της «κληρονομημένης τεχνολογίας» (Καστοριάδης 1986: 93).26 Το στοιχείο αυτό έχει να κάνει, θα προσθέταμε, και με τη θέσμιση μιας ορισμένης συμφιλιωτικής αυτονομίας της κοινωνίας, της ανεπτυγμένης τεχνολογικά σοσιαλιστικής κοινωνίας, με τη φύση. Η στροφή της μετεπαναστατικής κοινωνίας σε τεχνολογικές μορφές που θα έθεταν στο επίκεντρο των σημασιών τους το κοινωνικό σύνολο, θα σήμαινε κατά συνέπεια και στροφή προς τις μορφές αυτές αυτοαναπαραγόμενης τεχνολογίας που κάλυπταν τους δυναμικούς όρους αναπαραγωγής μίας απαιτητικής ανεπτυγμένης σοσιαλιστικής κοινωνίας, αλλά ταυτόχρονα θα απελευθέρωναν τη φύση από ένα κοινωνικό φαντασιακό κυριάρχησής της και καταναλωτικής της εξάντλησης.


4. Επαναστατική τεχνική και επαναστατική σκέψη


Η τοποθέτηση ενός διαφορετικού τρόπου επικοινωνίας, μη ιεραρχικού, μη γραφειοκρατικού, ταυτόχρονα δημοκρατικού και πολύπλοκου, που θα προϋπέθετε συνεχώς την κεντρική σημασία μιας ριζικής δημοκρατικότητας στη μορφή του συμβουλίου, μας υποδηλώνει δύο τελευταία σημεία με τα οποία θα κλείσουμε το παρόν άρθρο.

Το πρώτο έχει να κάνει με το γεγονός ότι μία τέτοια τεχνική μορφή θα προϋπέθετε, ή καλύτερα θα έθετε την απαίτηση για την ανάδυση όχι μόνο μιας νέας μορφής επικοινωνίας στο εσωτερικό της παραγωγής, αλλά, και μιας νέας μορφής σκέψης για τη μετακαπιταλιστική κοινωνία. Ή όπως επιζητούσαν ήδη από τη δεκαετία του ’20 οι Λούκατς και Γκράμσι μιας νέας φιλοσοφικής πρακτικής, μιας πρακτικής φιλοσοφίας που θα ήταν μία φιλοσοφική πρακτική στο εσωτερικό της μετακαπιταλιστικής κοινωνίας. Σκέψη μιας δημοκρατικής πολυπλοκότητας που λειτουργεί δια των αναταράξεων και της συνεχούς ανάδυσης του νέου. Σκέψη που συναντάμε ήδη στις απαιτήσεις του Καστοριάδη για μια άλλη διαλεκτική πέραν της εγελιανής διαλεκτικής27 και που σε σημαντικό βαθμό αναπτύχθηκε και συστηματοποιήθηκε, υπό την παραδοξολογική μορφή που επιτρέπει μία τέτοια νέα διαλεκτική, από το συνεργάτη και στενό του φίλο Έντγκαρ Μορέν.28 Αν συσχετίσουμε τις σκέψεις των δύο στοχαστών μαζί, έχουμε μία απαιτητική υψηλή φιλοσοφία που αναμετράται με την εγελιανή συστηματική διαλεκτική και ίσως πηγαίνει πέρα από αυτήν με πολύ περισσότερο συστηματικό και εν τέλει απαιτητικό τρόπο απ’ ό, τι για παράδειγμα η αντίστοιχη περίπτωση της αρνητικής διαλεκτικής του Αντόρνο, αλλά κατά την άποψή μας και πέραν της οντολογίας της νομιναλιστικής συγκρουσιακότητας.

Το δεύτερο σημείο, τοποθετούμενο στο τέλος του κειμένου, ας μας επιτραπεί να πούμε ότι έχει έναν περισσότερο άμεσα πολιτικό χαρακτήρα. Το σημείο αυτό έχει να κάνει με την αξίωση που μας θέτει η ανάδυση της έννοιας του τεχνικού συνόλου ως προς τις προϋποθέσεις αναφορικά με την επαναστατική πολιτική πράξη, της σύνδεσης με άλλα λόγια της σκέψης του τεχνικού συνόλου με την κοινωνική ολότητα ως επαναστατική πράξη, και των προβληματικών αποτελεσμάτων που προκύπτουν όταν αυτή η απαίτηση δεν πληροίται.

Σε μία συνέντευξή του, προς το τέλος της ζωής του, τη δεκαετία του ’90, που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ακυβέρνητη κοινωνία, ο Καστοριάδης αναφέρει σχετικά με την εξέλιξη της πολιτικής ζωής στη Γαλλία:


«Οι σοσιαλιστές επιχείρησαν, το 1981-1982, μια “αναθέρμανση” της οικονομίας, και απέτυχαν οικτρά. Γιατί; Επειδή – και η διαπίστωση αυτή έχει γενικότερη αξία – αγνοούσαν τους κανόνες του παιχνιδιού της κοινωνίας την οποία ήθελαν να μεταρρυθμίσουν. Δεν μπορείς ούτε να μεταρρυθμίσεις ούτε να διατηρήσεις ένα κοινωνικό σύστημα εάν δεν έχεις μια συνολική άποψη· δεν μπορείς να μετακινήσεις ένα κομμάτι απ’ αυτόν τον άκρως πολύπλοκο μηχανισμό δίχως να λάβεις υπόψη τις επιπτώσεις στα άλλα μέρη του συστήματος. Οι σοσιαλιστές έμαθαν κουτσά-στραβά τους κανόνες του παιχνιδιού της καπιταλιστικής οικονομίας – και τους εφάρμοσαν με άκρατο ενθουσιασμό. Κατά τρόπο που η μόνη τους δόξα είναι ότι εισήγαγαν και εφάρμοσαν το πρόγραμμα του νεοφιλελευθερισμού στη Γαλλία. Αυτό που δύσκολα ίσως θα δεχόταν ο πληθυσμός εκ μέρους της Δεξιάς, το δέχτηκε, γκρινιάζοντας, εκ μέρους των σοσιαλιστών. Μόνο γι’ αυτό θα μείνουν στην ιστορία, πράγμα απολύτως τραγελαφικό» (Καστοριάδης 2010: 316).


Μολονότι σε αυτή τη φάση της σκέψης του ο Καστοριάδης έχει πλέον απoκοπεί από την προσδιοριστικότητα της ταξικής πάλης ως μήτρα γέννησης μίας συνολικής συστηματικής κριτικής (στοιχείο το οποίο θα διέσωζε η διαφοροποίηση του μαρξισμού σε ιδεολογία μαζών και συστηματική/εννοιακή θεωρία) και μολονότι η απώλεια αυτής της διαλεκτικής προσδιοριστικότητας τον οδηγεί εντέλει σε οντολογικά σχήματα βασισμένα στο ανορθολογικό/αρχέγονο στοιχείο της «αυθεντικής δημιουργίας», βλέπουμε εδώ να αναδύονται και πάλι, έστω στιγμιαία, οι ολιστικές/συστηματικές κοινωνικές προϋποθέσεις μιας ριζοσπαστικής πολιτικής, η οποία πέραν της αναφοράς της στην οντολογική δημιουργικότητα ενός ριζικού φαντασιακού, λαμβάνει διαλεκτικά υπόψη της και το σύνολο των προϋποθέσεών της και τις συνθήκες του θέτειν αυτών των προϋποθέσεων. Η επισήμανση της ελλιπούς παρουσίας αυτής της συστηματικής κοινωνικοθεωρητικής διάστασης διατυπώνεται εντέλει και ως ένδειξη αδυναμίας της ύστερης σκέψης του Καστοριάδη ως προς την κοινωνικοθεωρητική της κριτική δυνατότητα, αλλά και ως προβληματοποίηση του αντίστοιχου ελλείμματος σε διαφορετικές εκδοχές της σύγχρονης ριζοσπαστικής σκέψης. Μια αφηρημένη «απλώς» κανονιστική πολιτική που κατανοεί τον εαυτό της μόνο στη βάση κάποιων γενικών προθέσεων «υπέρ των αγώνων», αγνοώντας την απαίτηση μετασχηματισμού, αναστοχασμού και πράξης πάνω στο τεχνικό σύνολο της συγκεκριμένα υφιστάμενης κοινωνικής ολότητας (και των μετασχηματιστικών διαχειριστικών απαιτήσεων που αυτή ενέχει), δεν μπορεί παρά να καταλήγει από τη ριζοσπαστική ρητορική στην πλέον υπηρετική θέση της καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Με βάση την παραπάνω σκέψη και με δεδομένη τη συγκρότηση της πολιτικής συγκυρίας τις τελευταίες δεκαετίες, θα ήταν χρήσιμο να αναρωτηθούμε εάν μπροστά στην προοπτική του εγκλωβισμού στον κυβερνητισμό μίας εξουσίας γραφειοκρατικοποιημένης και κυριαρχικά τεχνικοποιημένης, η ριζοσπαστική Αριστερά ανά τον κόσμο θα ήταν προτιμότερο να επιλέξει την προοπτική της επανεξέτασης των συστηματικών θεμελίων της στρατηγικής πολιτικής της και βραχυχρόνια την προοπτική της απομάκρυνσης από την εξουσία, παρά το ενδεχόμενο άμεσης εγκατάστασής της σε αυτήν.



Βιβλιογραφία

(κατάταξη σύμφωνα με το ελληνικό αλφάβητο)


Bourdin J.-C. (2008), “Matérialisme aléatoire et pensée de la conjoncture: Au-delà de

Marx”, σε J.-C. Bourdin (dir.),  Althusser: une lecture de Marx, Paris: PUF.
Braverman H. (1974), Labor and monopoly capital:  the degradation of work in the twentieth century, New York: Monthly Review Press.

Burawoy M. (1985), The Politics of Production: Factory Regimes Under Capitalism and Socialism. London: Verso.

Καστοριάδης Κ. (1981), Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, Αθήνα: Ράππας.

Καστοριάδης Κ. (1986), «Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού ΙΙ», σε Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού, Αθήνα: Ύψιλον.

Καστοριάδης Κ. (1987), «Το επαναστατικό κίνημα στο σύγχρονο καπιταλισμό», σε Σύγχρονος Καπιταλισμός και Επανάσταση, Αθήνα: Ύψιλον.

Καστοριάδης Κ. (1991α), «Τεχνική», σε Τα σταυροδρόμια του Λαβυρίνθου, Αθήνα: Ύψιλον.

Καστοριάδης Κ. (1991β), «Νεοτερική επιστήμη και φιλοσοφική ερώτηση», σε Τα σταυροδρόμια του Λαβυρίνθου, Αθήνα: Ύψιλον.

Καστοριάδης Κ. (2000α), «Η τεχνοεπιστήμη», σε Οι ομιλίες στην Ελλάδα, Αθήνα: Ύψιλον.

Καστοριάδης Κ. (2000β), Η «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού, Αθήνα: Ύψιλον.

Castoriadis C. (2009), Histoire et Création: textes philosophiques inédits (1945-1967), Paris: Seuil.

Καστοριάδης Κ. (2010), Ακυβέρνητη κοινωνία. Συζητήσεις και συνεντεύξεις 1974-1997, Αθήνα: Ευρασία.

Κοριά Μπ. (1985), Επιστήμη, Τεχνική και Κεφάλαιο, Αθήνα: Εκδόσεις Α/συνέχεια

Lukács G. (1980), The Ontology of Social Being. Part 3: Labour, London: Merlin Press.

Μαρξ Κ. (1978a), Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Κ. (1978b), Το Κεφάλαιο, Τόμος Τρίτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Κ. (1990), Grundrisse, τομ. Β΄, Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρκούζε Χ. (1971), Για την απελευθέρωση (Δοκίμιο), Αθήνα: Διογένης.

Μεϊσον Π. (2016), Μετακαπιταλισμός. Ένας οδηγός για το μέλλον μας, Αθήνα: Καστανιώτης.

Μπαλιμπάρ Ε. (1988), «Ο Μαρξ και η επιχείρηση», Θέσεις, τεύχος 23-24, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1988.

Μπαλιμπάρ Ε. (2003), «Σχετικά με τις θεμελιώδεις έννοιες του ιστορικού υλισμού», σε Althusseretal., Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μπετελέμ Σ. (1972), Μορφές ιδιοκτησίας στο μεταβατικό στάδιο προς τον σοσιαλισμό, Αθήνα: Ράππα.

Μπουκτσίν Μ. (1979), Προς μίαν απελευθερωτική τεχνολογία, Αθήνα: Διεθνής Βιβλιοθήκη.

Noble D.F. (2011[1980]), Forces of Production. A Social History of Industrial Automation, New Brunswick-London: Transaction Publishers.

Nordmann A. (2008), «Singular Simplicity», http://spectrum.ieee.org/robotics/ robotics- software/singular-simplicity.

RifkinJ. (2012), Η Τρίτη βιομηχανική επανάσταση, Αθήνα: Α.Α. Λιβάνη.

RifkinJ. (2017), Η κοινωνία του μηδενικού οριακού κόστους, Αθήνα: Α.Α. Λιβάνη.

Σκομβούλης Μ. (2009), «Από την πραγμοποίηση στην αξιακή μορφή: Κριτική της οντολογίας και κοινωνικό φαντασιακό», Θέσεις, τεύχος 106, Ιανουάριος-Μάρτιος.

Σκομβούλης Μ. (2012a), «Πολύπλοκο κοινωνικό ή Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας; Η κριτική Πολιτική Οικονομία απέναντι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής», Θέσεις τεύχος 118, Ιανουάριος-Μάρτιος.

Σκομβούλης Μ. (2012b), «Ανοιχτό Σύστημα και κοινωνικο-ιστορική διάσταση της ορθολογικότητας στη Μέθοδο του Εντγκάρ Μορέν: Κανονιστικές και πολιτικές συνέπειες» σε Πρακτικά του Συνεδρίου «Culture et Barbarie. Hommage a E. Morin», τμήμαΚοινωνιολογίας, ΠάντειοΠανεπιστήμιο, 2012.

Skomvoulis M. (2015), «Hegel Discovers Capitalism: Critique of Individualism, Social Labor and Reification during the Jena Period» in A. Buchwalter (ed.), Hegel and Capitalism, NY: SUNY Press.

Skomvoulis M. (2019), «Lukács’ late appropriation of Hegel’s philosophy: ontology and the complexities of labor as teleological positing» in Thompson M. (ed.), Georg Lukács and the possibilities of critical social ontology, Leiden-Boston: Brill.

Τζάκομπυ Ρ. (2009), Διαλεκτική της ήττας. Περίγραμμα του Δυτικού Μαρξισμού, Θεσσαλονίκη: Νησίδες.

Tronti M. (1977), Ouvriers et Capital, Paris: Christian Bourgois.

Hegel G.W.F. (1976), Jenaer Systementwürfe III, Bd. 8 GW, Hamburg: Felix-Meiner.

Χέγκελ Γκ. Β. Φ. (1991), Η επιστήμη της Λογικής (Λογική της Εγκυκλοπαίδειας), Αθήνα-Γιάννινα: Δωδώνη.

Herf J. (1996), Αντιδραστικός Μοντερνισμός: Τεχνολογία, κουλτούρα και πολιτική στη Βαϊμάρη και το Τρίτο Ράιχ, Ηράκλειο Κρήτης: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Honneth A. (2018), Η ιδέα του Σοσιαλισμού, Αθήνα: Πόλις.

1 Μία πρώτη σημαντικά μικρότερη εκδοχή του κειμένου αυτού παρουσιάστηκε στο Διεθνές Συνέδριο «Κορνήλιος Καστοριάδης 20 χρόνια μετά», 1-3 Δεκεμβρίου 2017, Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ο συγγραφέας ευχαριστεί τους ανώνυμους κριτές των Θέσεων, που με τις παρατηρήσεις τους βοήθησαν στον εμπλουτισμό του κειμένου.

2 Σε μία ορολογική παρατήρηση, διακρίνουμε την τεχνική από την τεχνολογία, μολονότι οι δύο όροι αναγκαστικά αλληλοσχετίζονται στενά. Με τον όρο «τεχνική» εννοούμε την ευρύτερη αντίληψη που αναπτύσσουν οι νοητικές δομές της κοινωνίας (θρησκευτικές, επιστημονικές εντέλει ιδεολογικές) για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την κοινωνική της αυτονομία σε σχέση με τις φυσικές αναφορές της (στο βαθμό επομένως που η καπιταλιστική κοινωνία αυτονομείται όλο και περισσότερο από τις φυσικές αναφορές της, ο «λόγος» περί της τεχνικής αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία) – ο όρος έχει κατά συνέπεια μία περισσότερο φιλοσοφική χροιά. Με τον όρο «τεχνολογία» αναφερόμαστε στον ιστορικά-εμπειρικά συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο εντός μίας κοινωνικής δομής (πχ. του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής) ο λόγος της κοινωνίας περί της τεχνικής υλοποιείται σε αυτόνομο σύστημα που αποκτά μία συγκεκριμένη εφαρμοστική επίδραση στη σχέση του με τα άλλα συστήματα της κοινωνικής δομής (πχ. στον καπιταλισμό αλληλεπίδραση της τεχνολογίας με την επιστήμη, την παραγωγή κλπ.) αλλά και τις αντιφάσεις της – ο όρος έχει κατά συνέπεια μία κοινωνιολογική χροιά.

3 Ο τρόπος αυτός σκέψης παραμένει ιδεολογικά εξαιρετικά δημοφιλής, αυτοπαρουσιαζόμενος στα ΜΜΕ συνήθως ως η επιτομή της οικονομικής και τεχνολογικής δυναμικής των καπιταλιστικών εντέλει κοινωνιών. Αναφερόμενος στη συνεχή, γραμμική «πρόοδο» της τεχνολογίας, αγνοώντας με αυτόν τον τρόπο ότι προϋπόθεση αυτής της προόδου είναι η πλαισίωσή της από ένα κοινωνικό σύστημα. Μέσα από μία τέτοια προοπτική θα βλέπαμε για παράδειγμα ότι η «νεοφιλελεύθερη φάση» του καπιταλισμού, κάθε άλλο παρά από «ραγδαία» τεχνολογική ανάπτυξη χαρακτηρίζεται, εκτός ίσως από ορισμένες εύκολα εμπορευματοποιήσιμες τεχνολογικές καινοτομίες με έντονο το στοιχείο της εξατομίκευσης (smartphones κτλ.). Σχετικά με την ιδεολογική προβολή της ουδέτερης «ραγδαίας» τεχνολογικής ανάπτυξης θα μπορούσε να αναφερθεί κανείς στις απόψεις του A. Toffler περί των «κυμάτων» τεχνολογικής επέκτασης – απόψεις που έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς κατά την εδραίωση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού τη δεκαετία του ’80. Όμως, για μία περισσότερο εκσυγχρονισμένη «διαδικτυακή» αντίληψη της καπιταλιστικής ουδετερότητας της τεχνολογίας, βλ. Rifkin 2012 και Rifkin 2017. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρηθεί ότι αυτή η εμπειριστικά αισιόδοξη άποψη ότι η τεχνολογική πρόοδος υπάρχει γραμμικά και είναι «ραγδαία», διατηρείται και στην αριστερή εκδοχή της υπό την πεποίθηση ότι η παραπάνω πρόοδος θα οδηγήσει «εκ των πραγμάτων» στην υπέρβαση της καπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης, βλ. το πρόσφατο βιβλίο Μέϊσον 2016. Για την άποψη ότι η περίοδος των τελευταίων δεκαετιών δεν συνιστά περίοδο ραγδαίας τεχνολογικής ανάπτυξης, αλλά μάλλον μία περίοδο τεχνολογικής στασιμότητας, βλ. Nordmann 2008.

4 Για την περιγραφή των συνισταμένων του κινήματος οικειοποίησης της καπιταλιστικής τεχνικής ως «αυτόνομο πεπρωμένο» από την συντηρητική, ρομαντικού χαρακτήρα κριτική, η οποία άνθησε στη Γερμανία του μεσοπολέμου και άγγιξε τον στενό πυρήνα της ευρωπαϊκής φιλοσοφικής σκέψης (βλ. τη χαρακτηριστική περίπτωση του Χάιντεγκερ και της ευρύτερης επιρροής του), βλ. την κλασική και λεπτομερή μελέτη του Herf 1996.

5 Για μία ευρύτερη προοπτική του πώς αντιλαμβανόμαστε αυτό το πλαίσιο, βλ. Σκομβούλης 2012a.

6 Είναι σε σημαντικό βαθμό ο δρόμος που ακολούθησε η πρώτη γενιά της κριτικής θεωρίας, για μία αποτύπωση της πορείας του μαρξισμού από αυτή τη σκοπιά βλ. Jacoby 2009.

7 Προς αυτή την κατεύθυνση Bourdin 2008.

8 Από αυτή τη σκοπιά οι σκέψεις του Μπαλιμπάρ για την κατανόηση του τεχνικού στοιχείου εντός της κοινωνικής μορφής που λαμβάνουν τα στοιχεία του τρόπου παραγωγής, όπως αυτές διατυπώνονται εντός του θεωρητικού προγράμματος του Αλτουσέρ, διατηρούν τη σημασία τους (βλ. Μπαλιμπάρ 2003:508-511 και 519-520).

9 Για μία προηγούμενη προσπάθεια ανανέωσης της έννοιας της πραγμοποίησης ως αντικειμενική ιδεολογική λειτουργία, μέσα από μία κριτική συζήτηση σύγχρονων προσεγγίσεων βλ. Σκομβούλης 2009.

10 Η έννοια της φυσικής στοιβάδας υποδηλώνει την πρωταρχική εξάρτηση της ανθρώπινης δραστηριότητας από τη φύση, εξάρτηση η οποία ως τέτοια είναι αδύνατο να εξαλειφθεί αλλά ταυτόχρονα είναι αδύνατο να ανάγει και την ειδικά κοινωνική δραστηριότητα: «Για μας δεν υπάρχει κοινωνία, παρά εκεί που υπάρχει θεσμός, και η τεχνική, ή γενικότερα το τεύχειν, είναι η ταυτιστική-συνολιστική διάσταση του κοινωνικά θεσμισμένου πράττειν» (Καστοριάδης 1981: 380).

11 Αυτή η «εύκολη» κριτική στον Μαρξ έχει γίνει έκτοτε ένας τυπικός τρόπος να παρακάμπτει κανείς τον Μαρξ, υπέρ των λεγόμενων «μεταμαρξικών» αναλύσεων, οι οποίες σε μεγάλο μέρους τους αποδέχονται (μη κριτικά) φιλελεύθερες πολιτικές προκείμενες περί της «ενδογενούς ελευθερίας και πειραματικότητας» της αγοράς. Για το πλέον πρόσφατο παράδειγμα όπου γίνεται ρητή οικειοποίηση της καστοριαδικής κριτικής του Μαρξ, βλ. Honneth 2018.

12 Βλ. χαρακτηριστικά Μαρξ 1978b: 106-107 και 132-135.

13 Ζήτημα που στην εγελιανή σκέψη έχει να κάνει με τη διαμόρφωση μίας κοινωνικά-ιστορικά συγκροτημένης διαφοροποιημένης αντικειμενικότητας (συμβολιζόμενης από την έννοια της Gegenständlichkeit) ως προϋπόθεση αλλά και ιστορική πηγή του καθαρού εννοιολογικού κριτικού συστήματος – βλ. Skomvoulis 2015).

14 Η ενασχόληση με τα πρωτότυπα κείμενα και οι γνώσεις του Καστοριάδη γύρω από την κλασική γερμανική φιλοσοφία είναι αδιαμφισβήτητες, όπως μαρτυρούν και τα δοκίμιά του για τον Καντ και τον Χέγκελ από τη δεκαετία του 1940, μέρη μίας υπό προετοιμασία διατριβής η οποία δεν ολοκληρώθηκε. Τα κείμενα αυτά έχουν δημοσιευθεί πλέον στα γαλλικά, βλ. Castoriadis 2009, ιδιαίτερη σημασία αποκτά στα κείμενα αυτά η κριτική του στην περιστολή της εγελιανής διαλεκτικής στην απόλυτη γνώση.

15 Για την πολύ σημαντική αυτή στιγμή στη διαμόρφωση της εγελιανής σκέψης κατά την κρίσιμη περίοδο της Ιένας (περίοδος προετοιμασίας αλλά και πρωτογενούς γέννησης της εγελιανής διαλεκτικής σε πολλά επίπεδα) βλ. την κομβική στιγμή της ενοποίησης του τελεολογικού και του μηχανικού στοιχείου στην εγελιανή παραγωγή της έννοιας του εργαλείου στο κείμενο για την Πραγματική Φιλοσοφία (Realphilosophie) της περιόδου της Ιένας, βλ. Hegel 1976: 206-207. Για την μετέπειτα ανασυγκρότηση αυτής της στιγμής στο εννοιακό πλαίσιο της Επιστήμης της Λογικής, βλ. Χέγκελ 1991: §209. Για το γεγονός ότι ο Καστοριάδης γνωρίζει το κείμενο της Realphilosophie βλέπε την αναφορά του σε Καστοριάδης 1981: 190.

16 Ο Λούκατς, αποτελώντας μία ιδιαίτερη περίπτωση, στο ύστερο έργο του για την Οντολογία του Κοινωνικού Είναι (όντας υπό προϋποθέσεις σε συμφωνία και προεκτείνοντας ορισμένες πλευρές του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση), προσπάθησε να θέσει το ζήτημα της ένταξης της μηχανής στην ευρύτερη τελεολογία της κοινωνικής εργασίας. Το έκανε όμως με έναν τέτοιο βαθμό οντολογικής καθολικευτικής αξίωσης, που η κριτική αποτίμηση του επιτεύγματος ξεπερνάει κατά πολύ το παρόν άρθρο, βλ. Lukács 1981. Σημειώνουμε μόνο ότι η υλιστική λογική που θεματοποιείται από τον Λούκατς, κυρίως σε αναφορά με την ενσωμάτωση του απροσδιόριστου στοιχείου στις κοινωνικές διαδικασίες, προσδίδει ένα σημαντικό ενδιαφέρον στο έργο αυτό. Έχουμε αλλού προσπαθήσει να αναδείξουμε αυτό το στοιχείο (Skomvoulis 2019).

17 Ο Μαρξ είναι και πάλι σαφής στο Κεφάλαιο ως προς την κοινωνική κατανόηση εκ μέρους του για τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής τεχνικής, πρωτίστως όταν γράφει στον 1ο τόμο για την ανεπτυγμένη πλέον καπιταλιστική παραγωγή ότι «δεν είναι οι εργάτες που χειρίζονται τα μέσα παραγωγής, αλλά τα μέσα παραγωγής που χειρίζονται τους εργάτες» (Μαρξ 1978a: 324).

18 Ο Μαρξ αξίζει και πάλι να σημειωθεί ότι ενσωματώνει στην ανάλυσή του για την ολοκλήρωση της κυριαρχίας του κεφαλαίου (κυρίως στα Grundrisse και δευτερευόντως στο Κεφάλαιο), αυτή τη διάσταση, παράγοντας την έννοια της «Μυστικοποίησης» (Mystifikation) του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα ο Μαρξ διατυπώνει με σαφήνεια ότι η τεχνολογική αυτοανάπτυξη του κεφαλαίου στη βάση του δικού του σκοπού δεν σημαίνει ότι είναι και η «πλέον πρόσφορη» από κοινωνική σκοπιά για την παραγωγή νέων μηχανημάτων και την τεχνική πρόοδο ευρύτερα, βλ. Μαρξ 1990: 533-536.

19 Το ζήτημα της σύνδεσης του τεχνολογικού μετασχηματισμού με την ταξική πάλη εμφανίζεται και στο εκτενές κείμενο του Καστοριάδη για τον μετασχηματισμό της επαναστατικής πολιτικής στις συνθήκες του σύγχρονου καπιταλισμού, Καστοριάδης 1987.

20 Είναι άξιο παρατήρησης ότι περίπου την ίδια περίοδο διατυπώνεται ως κριτική στο «μηχανιστικό» πρωτείο που αποδίδει ο επίσημος σοβιετικός μαρξισμός στις παραγωγικές δυνάμεις, και η λεγόμενη «κοπερνίκεια στροφή» υπέρ του πρωτείου της οιονεί υποκειμενικής δραστικότητας της ταξικής πάλης, κυρίως όπως αυτή θα διατυπωθεί από τον Μάριο Τρόντι και τη σχολή της «εργατικής αυτονομίας» στην Ιταλία (Tronti 1977). Η ιδιαιτερότητα της σκέψης του Καστοριάδη βρίσκεται όμως στο ότι θα προσπαθήσει να κινηθεί διαλεκτικά ανάμεσα στην υποκειμενική και την αντικειμενική πλευρά, ευρισκόμενος πριν τη «ρήξη» του με το μαρξισμό κοντύτερα στη διαλεκτική παράδοση της «προσδιορισμένης άρνησης».

21 Αυτό συνιστά εξάλλου και μία βασική διαφορά από την οικονομίστικη συστηματική θεωρία περί του γραμμικού/ουδέτερου εναρμονισμού τεχνολογίας και οικονομίας στον σοσιαλισμό, όπως αυτή εμφανίστηκε σε μία εκλεπτυσμένη εκδοχή της κυρίαρχης σκέψης του σοβιετικού μαρξισμού, στην θεωρία της επιστημονικής-τεχνολογικής επανάστασης του Ράντοβαν Ρίχτα, για μία κριτική αυτής της θεώρησης από μία σκοπιά που βρίσκεται κοντύτερα στον κοινωνικό χαρακτήρα της μαρξικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας, βλ. Κοριά 1985: 25-66.

22 Για μία ιστορική δικαιολόγηση (κυρίως με αναφορά στην εξέλιξη της τεχνολογίας εντός του αμερικάνικου καπιταλισμού) αυτής της περιστολής κοινωνικά ενναλακτικών τεχνολογικών δυνατοτήτων από το πρόσταγμα της καπιταλιστικής συσσώρευσης, Noble 2011[1980], κεφ. 7. Για μία τεκμηρίωση με έναν περισσότερο θεωρητικό χαρακτήρα βλ. Κοριά 1985: κυρίως 100-114

23 Ανάλογα ζητήματα μίας μετεπαναστατικής τεχνολογίας, τίθενται και στο Μπουχτσίν 1979, αν και με μία θεωρητική εμβρίθεια σαφώς υποδεέστερη από την αντίστοιχη του Καστοριάδη.

24 Στα σημεία αυτά θέτει το στοιχείο της ιδεολογικής οργάνωσης σε ένα περισσότερο ανεπτυγμένο επίπεδο, παράλληλα όμως με άλλες σημαντικές παρεμβάσεις της περιόδου γύρω από τις μορφές οργάνωσης της σοσιαλιστικής οικονομίας και κοινωνίας, βλ. Μπετελέμ 1972.

25 Αυτό συνιστά εξάλλου και μία βασική διαφορά από την οικονομίστικη συστηματική θεωρία περί του γραμμικού/ουδέτερου εναρμονισμού τεχνολογίας και οικονομίας στον σοσιαλισμό

26 Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η μετέπειτα αντίληψη περί μίας κληρονομημένης σκέψης, η οποία πρέπει να μετασχηματισθεί ριζικά για να πραγματωθεί το επαναστατικό πρόταγμα, εμφανίζεται ήδη εν σπέρματι εδώ υπό τη μορφή της «κληρονομημένης τεχνολογίας».

27 Προς αυτή την κατεύθυνση βλέπε τις σύντομες σκέψεις, στο κείμενό του «Νεοτερική επιστήμη και φιλοσοφική ερώτηση», για την ανάγκη μίας νέας λογικής σκέψης και της σχέσης που θα ανέπτυσσε με τη συνολο-ταυτιστική λογική (Καστοριάδης 1991β: 257), καθώς και για την ανάγκη μίας σκέψης που η δυναμική της θα μπορεί να ενσωματώνει νέα αντικείμενα, σεβόμενη τη διαφοροποιητική λογική της περιοχικότητάς τους ( Καστοριάδης 1991β: 258-261).

28 Αναφερόμαστε κυρίως στις πολιτικές συνέπειες που έχει το μεγάλο επιστημολογικό έργο του Γάλλου στοχαστή, η Μέθοδος, βλ. το κείμενό μας Σκομβούλης, 2012b.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή