Ο φυλετισμός ως συνεκτικό στοιχείο του ελληνικού εθνικισμού κατά τον 19ο αιώνα... Εκτύπωση
Τεύχος 148, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2019


Ο ΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΣΥΝΕΚΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ

ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19Ο ΑΙΩΝΑ.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ


της Μαρίας Φιλιοπούλου


1. Πρόλογος


Η ανάκαμψη των εθνικισμών στον σύγχρονο ευρωπαϊκό χάρτη και η σχέση που διατηρούν με τα ακροδεξιά κόμματα – όπως η ιταλική Λέγκα του Βορρά ή το γαλλικό Rassemblement National που αντλούν μεγάλο μέρος της δυναμικής τους από αντιμεταναστευτικές πολιτικές, ή κόμματα με εθνικοσοσιαλιστική παράδοση όπως η Χρυσή Αυγή, 1 το γερμανικό NPD ή το αυστριακό FPO – είχε ως αποτέλεσμα να αναθερμανθεί το ερευνητικό ενδιαφέρον για τις ιστορικές σχέσεις του ρατσισμού με τα σύγχρονα ρεύματα του εθνικισμού. Αν και οι κοινωνικές ερμηνείες και αφετηρίες ποικίλουν, ιστορικό ορόσημο αποτελεί το 1989 και η αρχή του τέλους του διπολικού ψυχροπολεμικού συστήματος: όπου η αναβίωση παλιών ή η δημιουργία νέων εθνικισμών μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, συμπορεύεται με τη χάραξη νέων εθνικών συνόρων και τη δημιουργία κρατών που ποτέ πριν στην ιστορία δεν υπήρξαν ανεξάρτητες εθνικές οντότητες, ή που υπήρξαν για σύντομο χρονικό διάστημα.2

Με αυτή την ιστορική αφετηρία τα σύγχρονα αντιμεταναστευτικά/ρατσιστικά κινήματα της τελευταίας δεκαετίας δεν αποτελούν καινοφανείς εκδηλώσεις κάποιων φαντασιόπληκτων ομάδων ή αποτέλεσμα (παλιών και νέων) προκαταλήψεων που αναθάρρησαν λόγω της οικονομικής ή της «προσφυγικής» κρίσης. Η ερμηνεία τους αναγκαστικά παραπέμπει στη σχέση σύστασης των νέων κρατών και λειτουργίας του εθνικισμού, όπου «η εθνική ενότητα, το σύγχρονο έθνος, γίνεται ιστορικότητα ενός εδάφους και εδαφικοποίηση μιας ιστορίας»3 . και που ανάλογα με τη συγκυρία των ανταγωνισμών (εδαφικών οικονομικών κλπ.), η φυλετική-εθνοτική υπόσταση του «πολιτικώς ανήκειν» – δηλαδή της ιδιότητας και του προνομίου να θεωρείσαι πολίτης – έρχεται στο προσκήνιο.


«η ιδεολογία του εθνικού λαού (η «ενότητα» της περιούσιας φυλής - έθνους), του εθνικού χώματος (η ιδεολογική ή καλλιτεχνική αναπαράσταση της επικράτειας και των εθνικά διεκδικούμενων εδαφών) και του εθνικού χρόνου (το προαιώνιο έθνος, τα πεπρωμένα και το λαμπρό μέλλον του), που αποτελεί τη βάση του (κάθε) εθνικισμού, λαμβάνει επιθετικές - πολεμικές μορφές. Στη διάστασή του αυτή ο εθνικισμός συμφύεται αναγκαστικά με τον φυλετισμό: Διακηρύσσει τη φυλετική, ή έστω απλώς την πολιτιστική και “ιστορική” ανωτερότητα του (κάθε) συγκεκριμένου έθνους έναντι των άλλων εθνών».4


Στην Ελλάδα αντίστοιχα, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, η αναβίωση του εθνικού μύθου στο Μακεδονικό ζήτημα, συμπορεύεται δυναμικά με την αντιμεταναστευτική, ρατσιστική αφύπνιση μερίδας του εκλογικού σώματος. Την ίδια περίοδο θα γνωρίσουν άνθιση οι αναλύσεις για τις πολιτικές και ιδεολογικές συγγένειες του εθνικισμού με τον ρατσισμό, ή, ηπιότερα, την ξενοφοβία (αφού λίγες είναι οι περιπτώσεις όπου ρατσιστικές απόψεις και πρακτικές ερμηνεύονται ως τέτοιες5 ). Οι εκτιμήσεις και αναφορές έχουν στην πλειονότητά τους δημοσκοπική βάση και επικεντρώνουν στην εκλογική συμπεριφορά όπως αποτυπώνονταν στις μετατοπίσεις από και προς την Ακροδεξιά (το ενδιαφέρον μονοπωλούν το ΛΑΟΣ αρχικά και η ΧΑ αργότερα, ενώ στο απυρόβλητο μένουν μεγαλύτερα κόμματα με κοινή ατζέντα και πολιτικό λόγο στο μεταναστευτικό και αναφορικά με την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας). Ελάχιστα είναι τα κείμενα που θα αναδείξουν τις ιστορικές καταβολές και συνέχειες των εθνικιστικών ιδεών στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα και ακόμη λιγότερες εκείνες που κατήγγειλαν τη σύμπλευσή τους με θεσμικές και πολιτισμικές πρακτικές με σαφή εθνικιστικό και ρατσιστικό χαρακτήρα.6 Το στοιχείο αυτό φαίνεται να αλλάζει την τελευταία δεκαετία όπου ολοένα και περισσότερες έρευνες εστιάζουν στην αλληλεξάρτηση του νεοελληνικού εθνικισμού με τον ρατσισμό.7 Την αλλαγή της ιστορικής και κοινωνικής αφετηρίας των αναλύσεων για τις ρατσιστικές συνδηλώσεις του εθνικισμού, θα σηματοδοτήσει κατά τη γνώμη μου ο συγκερασμός δυο στοιχείων: στο θεσμικό επίπεδο η αλλαγή της νομοθεσίας για την καταγραφή των εγκλημάτων ρατσιστικού μίσους8 και σε επίπεδο κοινωνίας, η άνοδος του αντιφασιστικού κινήματος και η εγκόλπωση εντός του, παλιών και νέων φεμινιστικών προταγμάτων.

Στο κείμενο που ακολουθεί, ο φυλετισμός προσεγγίζεται ως συνεκτικό στοιχείο του ελληνικού εθνικισμού: πιο συγκεκριμένα εξετάζεται η περίπτωση των Ελλήνων επιστημόνων και η αντίδρασή τους στις θέσεις του Φαλμεράγερ κατά τον 19ο αιώνα. Σε μια πρώτη εκδοχή, παρουσιάστηκε μαζί με άλλες εργασίες στον κύκλο σεμιναρίων των Θέσεων «Θεωρία και ιστορία του καπιταλισμού και το εθνικό φαινόμενο»(Οκτώβριος 2018 – Μάρτιος 2019). Κεντρική ιδέα ήταν να δειχθεί με παραδείγματα η συνδρομή του πρώτου ελληνικού Πανεπιστημίου και των νεοσύστατων κλάδων του στη συγκρότηση εθνικής ταυτότητας στα πρώτα μετα-επαναστατικά χρόνια στο πλαίσιο διαμόρφωσης του ελληνικού αστικού κράτους.

Η αδιάλειπτη παρουσία και υπεροχή του «ελληνικού στοιχείου» με διακριτά χαρακτηριστικά από αυτά των γειτονικών ή συγκατοικούντων λαών στο χώρο της νοτιοανατολικής Μεσογείου και Βαλκανικής, αποτέλεσε ιδεολογικό πυρήνα στην εθνική συγκρότηση του νεοσύστατου κράτους. Η «εθνική συγκρότηση» στη βάση της ιδέας της συνεχούς παρουσίας του ελληνικού στοιχείου – όπως π.χ. με την αναζήτηση δεσμών του έθνους με τη γλώσσα και τις συγγένειες με λαούς όπως οι Σλάβοι, και της σχέσης της φυλής με άλλες, μέσω της ορθοδοξίας κλπ. – θα γνωρίσει εντάσεις και συγκρούσεις μεταξύ των ιστορικών πολύ πριν την έκδοση του τόμου Περί της καταγωγής των σημερινών Ελλήνων από τον αυστριακό ιστορικό Φαλμεράγερ.9 Συνεπώς οι ιδέες αυτές δεν ήταν ούτε καινούριες ούτε ήταν το Οθωνικό Πανεπιστήμιο που τις γέννησε και τις επέβαλε. Προϋπήρχαν ως «εθνικές ιδέες» μεταξύ κοινωνικών ομάδων και οικονομικών τάξεων (ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα στις τάξεις των αστών και των Φαναριωτών), που θα πλαισιώσουν αργότερα το πρώτο αστικό πυλώνα του κράτους και μέσω του θεσμού του Πανεπιστημίου θα αποκτήσουν πολιτική και θεσμική υπόσταση.

Επιπλέον, θέση αυτού του κειμένου είναι ότι οι όποιες μεταλλάξεις του ελληνικού εθνικισμού μαρτυρούν ότι αυτός υπήρξε εξαρχής και σε όλη την πορεία του συνοδοιπόρος τόσο των γεωγραφικών, κρατικών βλέψεων και προσδιορισμών όσο και των μεταβάσεων του κοινωνικού και οικονομικού σχηματισμού. Η διευκρίνηση αυτή θεωρώ ότι είναι σημαντική: Η παράκαμψη αυτής της θέσης οδηγεί σε στρεβλώσεις για έναν «εισαγόμενο» από τη Δύση ελληνικό εθνικισμό όπου «η νεότερη Ελλάδα αδύναμη στην Ευρωπαϊκή πολιτική, οικονομική και πολιτισμική σκηνή ενστερνίζεται το αφήγημα που την παρουσίαζε ως κέντρο της παγκόσμιας ιστορίας»10 και, εξαιρεί από την ανάλυση όλες τις κοινωνικοοικονομικές διεργασίες και μεταβολές που προετοίμασαν τη συγκρότηση του ελληνικού έθνους κράτους11 ήδη πριν την επανάσταση. Συνοψίζοντας με τη διατύπωση του Hobsbawm,


«[...] για τους σκοπούς της ανάλυσης, ο εθνικισμός έρχεται πριν από τα έθνη. Δεν είναι τα έθνη που δημιουργούν κράτη και εθνικισμούς αλλά το αντίθετο. Το εθνικό ζήτημα [...] βρίσκεται στο σημείο όπου τέμνονται η πολιτική, η τεχνολογία και ο κοινωνικός μετασχηματισμός».12



Έτσι οι ίδιες οι θέσεις του Φαλμεράγερ και οι ιστορικές και πολιτικές εντάσεις που τις πλαισιώνουν δεν ενδιαφέρουν αυτό το κείμενο και γι’ αυτό επέλεξα να μην αναφερθώ στις λεπτομέρειες της σύγκρουσης των ιστορικών. Η επιλογή του κλάδου των φυσικών επιστημών και ειδικοτήτων (γιατρών, 13 φυσικών ανθρωπολόγων, βιολόγων, χημικών) έγινε για δύο λόγους: καταρχάς λόγω της θέσης ειδικής βαρύτητας που έχουν αυτοί οι κλάδοι στο πολιτικό και οικονομικό πεδίο των νέων εθνικών βλέψεων για επέκταση και εκσυγχρονισμό του κράτους. Κατά δεύτερο, επειδή οι επιστήμες αυτές ως φορείς της κλασικής επιστημονικής παιδείας, στην αντίθεσή της με τη θεολογία, μαρτυρούν στο μέγιστο τον αστικό φιλελεύθερο χαρακτήρα του ελληνικού Πανεπιστημίου από την αρχή της ίδρυσής του. Όπως φαίνεται και από τα κείμενα της πρώτης περιόδου λειτουργίας του, στην πλειονότητά του το καθηγητικό σώμα θα ακολουθήσει τα αστικά ιδεώδη της επανάστασης. Συγκεκριμένα ο θεσμός έρχεται ως ιδεολογικό επιστέγασμα σε μια περίοδο όπου:

Στην Ελλάδα την ίδια περίοδο είναι εμφανή τα ιδεολογικά αποτελέσματα της επανάστασης του 1821, όπου εξασφαλίστηκε η κυριαρχία των αστικών ιδεολογικών υποσυνόλων: ο εθνικισμός και η αστική πολιτική ιδεολογία κυριαρχούν πλέον σε σταθερή και μόνιμη βάση πάνω στις θρησκευτικές και κοινοτικές ιδεολογίες. Η χριστιανορθόδοξη ιδεολογία υποβάλλεται έτσι σε μια διαδικασία μετασχηματισμού, κάτω από την ηγεμονία των κυρίαρχων αστικών ιδεολογικών υποσυνόλων. Μόνο στις αυτόνομες (από τη νέα κρατική εξουσία) περιοχές, στις περιοχές που εξακολουθούν να ελέγχονται από τις ένοπλες ομάδες των ληστών, θα εξακολουθήσει ο χριστιανισμός και ο κοινοτισμός να αποτελούν τις κυρίαρχες ιδεολογικές μορφές.14

Όπως θα δούμε παρακάτω οι καθηγητές στους οποίους αναφέρομαι είναι αυτοί που θα αποτελέσουν τον πυρήνα επιστημόνων που θα στελεχώσουν το πρώτο Πανεπιστήμιο.15 Επιπλέον, οι φυλετικές θεωρίες σε πολλούς από αυτούς τους κλάδους δεν ήταν άγνωστες. Αντίθετα, όπως έχει δειχθεί πρόσφατα, ειδικότητες όπως η φυσική ανθρωπολογία, η ιατρική, η υγιεινή και η κοινωνική βιολογία ή η εγκληματολογία προσάρμοσαν τις φυλετικές θεωρίες στον ελληνικό εθνικισμό.16


2. Ο εθνοφυλετισμός στις επιστήμες και στο ελληνικό Πανεπιστήμιο κατά τον 19ο αιώνα


«Το Ελληνικόν Πανδιδακτήριον […], κείμενον μεταξύ της Εσπερίας και της Έω, είναι προωρισμένον να λαμβάνη αφ’ ενός μέρους τα σπέρματα της σοφίας και, αφού τα αναπτύξη εν εαυτώ ιδίαν τινά και γόνιμον ανάπτυξιν, να τα μεταδίδη εις την γείτονα Έω, νεαρά και καρποφόρα», Κωνσταντίνος Σχινάς, πρώτος πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών στα εγκαίνια του Πανεπιστημίου, 3 Μαΐου 1837.17


Ο ελληνικός εθνικισμός όπως και όλοι οι ευρωπαϊκοί εθνικισμοί, που αναδύονται δυναμικά στο επίπεδο της διανόησης και των επιστημών στην Ευρώπη του 19ου αιώνα, ήταν εξ αρχής φυλετικός. Η επίκληση στη συγγένεια (γένος) και το αίμα και η ανασύνδεση με την αρχαιότητα που προτάσσει ο ελληνικός εθνικισμός τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα αποτελεί κοινό στοιχείο και απόρροια της ίδιας ιδεολογίας για το έθνος που βρήκε γόνιμο έδαφος διάδοσής του στην Ευρώπη και την ανάδυση των νέων αστικών εθνικιστικών κινημάτων. Η επίσημη εθνική αφήγηση και ιστορία απέκρυψε για χρόνια αυτή τη διάσταση που έλαβαν το κοινό αίμα και γένος στο αίσθημα ομοψυχίας που ξεσήκωσε τον εξεγερμένο λαό ο οποίος κατέλαβε την Τριπολιτσά, όχι απλώς σε αντιοθωμανικό αλλά και σε αντιεβραϊκό μένος.18

Στην Ευρώπη, η συμπόρευση του εθνικιστικού λόγου με τις φυλετικές θεωρίες στην επιστήμη (ή τον επιστημονικό ρατσισμό) έχει παντού παραδείγματα, όπου επικράτησε το αστικό φιλελεύθερο ιδεολόγημα της προόδου και εξέλιξης ως της μόνης, σύμφωνης με τους νόμους της φύσης, ανθρώπινης κατάστασης. Ο οικουμενικός ρατσισμός που επέβαλε ο φιλελευθερισμός με την ιδεολογία της προόδου (σύμφωνα με τους Μπαλιμπάρ και Βαλλερστάιν19 ) δεν αντιφάσκει με την οικουμενικότητα των αστικών ιδεών, συμπεριλαμβανομένου του ουμανισμού. Αντίθετα παράγει μια συνέχεια. Οι ιεραρχίες και οι αποκλεισμοί που προϋποθέτει το αστικοφιλελεύθερο ιδεολόγημα και η κατηγοριοποίηση των ανθρώπων σε απομονωμένες κατηγορίες (φυλές ή φύλο) που πρέσβευε ο ρατσισμός, δημιούργησαν εξουσιαστικές σχέσεις, από το ίδιο πλαίσιο που γέννησε τον ίδιο τον καπιταλισμό.

Με αυτή την οπτική η πρόοδος που γνώρισαν τον 19ο αιώνα οι φυλετικές θεωρίες έχει τις ρίζες της στο εμπόριο δούλων και στην αποικιοκρατία.20 Δεν ήταν ο ρατσισμός που γέννησε τη δουλεία, αλλά το αντίθετο, ο ρατσισμός είναι απόρροια της δουλείας.21


«Οι Αμερικανοί αγρότες του 17ου και 18ου αιώνα έβλεπαν τη δουλεία σαν ένα ακόμη μέσο παραγωγής για αύξηση του κέρδους και την οργάνωση της παραγωγής στο βαμβάκι, τη ζάχαρη και τον καπνό. Η δουλεία δεν προϋπόθετε τη λευκή ανωτερότητα των αγροτών22 ».


Οιεπιστήμες του ρατσισμού που δίνουν το εκπολιτισμένο άλλοθι για την ανωτερότητα της εξελιγμένης ευρωπαϊκής φυλής εξυπηρετούν επομένως την αποδοχή μιας νέας οικονομικής σχέσης.

Δεν εκπλήσσει λοιπόν που η εξέλιξη της βιολογίας ως νέα επιστήμη από το 1809 (με τον Lamarck) εισηγείται την πρώτη συστηματική θεωρία της εξέλιξης με βάση την κληρονομικότητα των επίκτητων χαρακτηριστικών. Ενώ οι θεωρίες για την εξέλιξη των ειδών (με τον συνδυασμό στοιχείων γενετικής, οικολογίας, παλαιοντολογίας) θα βρουν μεγάλη απήχηση μετά το 1830. Την ίδια περίοδο συστήνονται η ανθρωπολογία και η εθνολογία (που έχει οριστεί από το 1790 ως «η ιστορία της πορείας των λαών προς τον πολιτισμό»23 ). Το 1839 και 1843 ιδρύονται οι πρώτες ειδικές εθνολογικές εταιρίες για τη μελέτη των φυλών του ανθρώπου σε Γαλλία και Αγγλία αντίστοιχα και αργότερα το 1863 η ανθρωπολογική εταιρία του Λονδίνου.24

Οι επιστήμες αυτές θα θέσουν το ερώτημα της ενιαίας ή πολλαπλής δημιουργίας του ανθρώπινου είδους, σε σχέση με την παρουσία διαφορετικών φυλών, και θα δώσουν θεωρητική υπόσταση σε μια υποομάδα εντός της κοινότητας των επιστημόνων που υποστήριζαν την πολυγέννηση με ρατσιστική κατεύθυνση – σε αντίθεση με αυτούς που υποστήριζαν τη μονογέννηση – οι οποίοι πίστευαν στη θεωρία της εξέλιξης (οι προδαρβινιστές Pritchard και Lawrence) . Έτσι και η ανθρωπολογία θα εξελιχθεί σε δύο κατευθύνσεις: προς τον ουνιβερσαλισμό (την πίστη ότι το ανθρώπινο είδος είναι ενιαίο παρά τις εσωτερικές διαφορές και στον παρτικουλαρισμό που ταίριαξε στις ανάγκες του εθνικισμού συνδέοντας τη φυλή (βιολογία) με κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Οι ειδικοί μπορεί να διαφωνούσαν ως προς τους παράγοντες που τεκμηρίωναν τους διαχωρισμούς των φυλών – πολιτισμός, σχήμα κρανίων, περιβάλλον, γλώσσα, κληρονομικότητα ή βιολογία – αλλά δεν αμφισβητούσαν την ιεραρχική κατάταξή τους με βασική επιδίωξη να καταγραφούν τα χαρακτηριστικά των καθαρών φυλών ώστε να αποφευχθούν οι επικίνδυνες επιμειξίες.25


3. Το ελληνικό Πανεπιστήμιο: ο «σύνδεσμος του έθνους μετά του γένους»


Το ζήτημα της φυλής στο πρώτο Οθωνικό Πανεπιστήμιο ανιχνεύεται ήδη από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του στις αγορεύσεις των καθηγητών και πρυτάνεων στην ανάληψη και παράδοση των καθηκόντων τους (βασική πηγή εδώ είναι οι βάση Πέργαμος, και η Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών για τους πρυτανικούς λόγους, και η διδακτορική διατριβή Οι φυσικές επιστήμες και το Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα του 19ου αιώνα του Ηλία Καρκάνη (2012) και το βιβλίο του Κωνσταντίνου Λάππα (2004) Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα, ΓΓΝΓ).

Αν η εθνική αποστολή του Πανεπιστημίου όπως εκφράστηκε από τον Ιωάννη Σούτσο ήταν να φωτίσει την Ανατολή, από τον ίδιο και άλλους καθηγητές θα υπογραμμιστούν και οι λόγοι που υπαγορεύουν αυτή τη στρατηγική: διακηρύσσοντας ότι το Πανεπιστήμιο είναι «η εστία και το ορμητήριον τόσον της εσωτερικής ημών αναπτύξεως, όσον και της εξωτερικής ημών υπεροχής και της νοητικής ανορθώσεως του Ασιανού γένους» ή το Πανεπιστήμιο ως ο «εθνικός οίκος της Ελλάδος», είναι το μέσο που «μας συνδέει μεθ’ όλης της Ελληνικής φυλής», ο «σύνδεσμος του έθνους μετά του γένους».26

Παρόμοια επιχειρήματα για τον προορισμό του Πανεπιστημίου να συνδέει έθνος και φυλή εντοπίζονται όταν το 1844 ομάδα καθηγητών ζήτησαν από την Εθνική Συνέλευση, που επεξεργαζόταν το Σύνταγμα της χώρας, να τους παραχωρηθεί το δικαίωμα να εκλέγουν δικό τους βουλευτή:


«Το Ελληνικόν Πανεπιστήμιον, διαδεχθέν τα απανταχού της ελληνικής φυλής εκπαιδευτήρια, τα οποία προητοίμασαν το έργον της Παλιγγενεσίας του Ελληνικού Έθνους [...] είναι προωρισμένον να εξακολουθήση το ένδοξον τούτο έργον, και να παριστάνη την ενότητα των φώτων και του πολιτισμού καθ’ όλον το Ελληνικόν γένος».27


4. Οι καθηγητές και ο ρόλος του Πανεπιστημίου στη δόμηση της εθνικής συνέχειας: το παράδειγμα Φαλμεράγερ


«Η τέχνη προοδεύουσα πάντα υπό το φως της επιστήμης και οδηγουμένη υπό της γνώσεως των νόμων της φύσεως και της σκοπίμου χρήσεως των ταύτης δυνάμεων εὗρε μέσα να δαμάση τη ρώμην, [...] Η βιομηχανία καταστάσα των νεωτέρων κοινωνιών ο πλούτος, η ισχύς και η δόξα, ελκύη τα μάλιστα την προσοχήν των ανθρώπων και διεγείρη την άμμιλλαν αυτών προς αλλήλους».28


Η έντονη παρουσία του Πανεπιστημίου στα πολιτικά πράγματα δεν είναι τυχαία. Τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας αποτελούν σε πολλές περιπτώσεις σημαίνοντα πολιτικά πρόσωπα με ενεργό ρόλο στις πολιτικές και κοινωνικές λειτουργίες του κράτους. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το Πανεπιστήμιο διεκδικεί από το 1844 δικαίωμα να έχει δικό του εκπρόσωπο στη Βουλή και τη Γερουσία.

Οι κοινωνικές και οικονομικές επιταγές της κάθε περιόδου θα παίξουν και εδώ ρόλο στην κοινωνική και πολιτική ανάδειξη κάποιων κλάδων και ειδικοτήτων. Έτσι στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του Πανεπιστημίου


«μια μικρή ομάδα επιστημόνων ιατρών θα βρεθούν πίσω από τις σημαντικότερες διοικητικές θέσεις (ιδίως στο Ιατροσυμβούλιο), θα στελεχώσουν τις καθηγητικές έδρες και [...] είναι αυτοί που θα συνδιαλλαγούν με την εξουσία για τα προσωπικά αλλά και τα επαγγελματικά τους συμφέροντα, εκπροσωπώντας το ιατρικό σώμα. [...] Αυτές λοιπόν οι προσωπικότητες θα συγκεντρωθούν στο κέντρο των πολιτικών αποφάσεων του βασιλείου, την Αθήνα. Διετέλεσαν, πέρα από καθηγητές των σχολών της ιατρικής [...], νομοϊατροί, δημοτικοί ιατροί Αθηνών, σύμβουλοι του ΥπουργούΕσωτερικών, αρχίατροι του Όθωνα και διευθυντές των νοσοκομείων της πρωτεύουσας. Οι περιουσίες τους, τους κατατάσσουν στους πλουσιότερους ανθρώπους της εποχής τους».29


Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που αυτή η ομάδα επιστημόνων θα επωμιστεί, όπως θα δούμε παρακάτω, το βάρος απόδειξης του αφηγήματος της εθνικής συνέχειας με επιστημονικά μέσα στον ίδιο βαθμό με τους ιστορικούς.

Η ιστορική σκέψη θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην ιδεολογική διάρθρωση προς αυτή την κατεύθυνση, ιδιαίτερα μετά το πέρασμά της από τη λαϊκή ιστοριογραφία σε επιστημονικό κλάδο. Όπως το περιγράφει ο Δ. Ξιφαράς ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός έχει ήδη δώσει αυτή την κατεύθυνση όπου


«μέσα από την ανασύνδεση με τον αρχαίο κόσμο, που κλιμακώνεται στις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η μεταβολή στο χώρο της ιστοριογραφίας ωθεί και αυτή με τον τρόπο της και τις δυνάμεις της προς την εκκοσμίκευση της ελληνικής σκέψης και θέτει τα θεμέλια για τον επαναπροσδιορισμό της ελληνικής συλλογικής ταυτότητας με βάση νέα εθνικά και γλωσσικά κριτήρια που έρχονται σε αντίθεση με το παραδοσιακό της περιεχόμενο που πήγαζε από τη διδασκαλία της ορθόδοξης εκκλησίας»30


Για την κατασκευή και νομιμοποίηση της εθνικής ιστορικότητας31 θα επιστρατευθούν όλα τα θεσμικά εργαλεία που διαθέτουν τα αστικά κράτη, και το Πανεπιστήμιο βρέθηκε εξ αρχής στην ηγεμονική θέση της εκπαίδευσης και της παράγωγης γνώσης ταυτόχρονα.


5. Οι αντιδράσεις στην υπόθεση Φαλμεράγερ32


Η ανασύνθεση της εθνικής παράδοσης μέσω της ιστορίας, που είναι και αυτή μία από τις νέες και πιο δημοφιλείς επιστήμες33 και των άλλων επιστημονικών κλάδων θα γίνει με τα ίδια μεθοδολογικά εργαλεία.Είναι σημαντικό να πούμε εδώ ότι οι γιατροί της εποχής θα χρησιμοποιήσουν στην ίδια έκταση με τους ιστορικούς τα ίδια επιχειρήματα και μεθοδολογικά εργαλεία για να ακυρώσουν τα επιχειρήματα του Φαλμεράγιερ: γλώσσα, παράδοση και ιστορικές μαρτυρίες. Όπως αναφέρει η Μαρία Ζαρίφη:


«οι γιατροί της εποχής θα χρησιμοποιήσουν αρχικά στην ίδια έκταση με τους ιστορικούς τα ίδια επιχειρήματα και μεθοδολογικά εργαλεία για να ακυρώσουν τις διαπιστώσεις του Φαλμεράγιερ. Πρόκειται για την κοινότητα των γιατρών που είχε θεσμοθετηθεί με την ίδρυση του Οθωνικού Πανεπιστημίου (1837). Οι πρώτοι γιατροί που στελέχωσαν το νεοσυσταθέν πανεπιστήμιο έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ίδρυσή του – εφόσον οι ίδιοι από το 1834 αποτελούν μέλη του ελληνικού ιατρικού συνεδρίου, τον κατεξοχήν επιστημονικό θεσμό του νεοσύστατου κράτους συνέβαλαν και στη δημιουργία της Εταιρίας Φυσικής Ιστορίας το 1835, την οποία συνέθεταν εκτός από τους γιατρούς, φαρμακολόγοι, ζωολόγοι. Μάλιστα, η συμμετοχή των γιατρών στη διαμάχη ήταν αναμενόμενη και επιβάλλονταν λόγω του κύρους που τους προσέδιδε το οθωνικό κράτος να τεκμηριώσουν την αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνισμού με επιστημονικά εργαλεία».34


Ο Λευκίας35 (καθηγητής ιατρικής) ήταν ο πρώτος γιατρός που ανέλαβε μέσα από την επιστήμη του να ακυρώσει τον Φαλμεράγιερ. Το 1843 γράφει στη διατριβή Ανατροπή των δοξασάντων, γραψάντων και τύποις κοινωσάντων ότι ουδείς των νυν την Ελλάδα οικούντων απόγονος των αρχαίων Ελλήνων εστίν, την οποία μεταφράζει και στα λατινικά υπό τον τίτλο “Refutato”. Τα επιχειρήματά του, αναφέρονται κυρίως στη γλώσσα και στη συνέχειά της από την αρχαία ελληνική. Αλλά συγχρόνως χρησιμοποιεί και ιδιότυπα εθνογραφικά επιχειρήματα: Η συσχέτιση των αρχαιοελληνικών εθίμων, όπως των ταφικών, με τα νεότερα, καθώς και η γλωσσική ενότητα αποδεικνύουν την πλάνη του Φαλμεράγιερ. Τα ιατρικά επιχειρήματα του Λευκία αντλούν κι αυτά από την επίκληση στην παράδοση, όπου κάνει εκτενή αναφορά σε θεραπευτικές μεθόδους των αρχαίων Ελλήνων που επιβιώνουν μέχρι τις μέρες του. Θα συμπεράνει έτσι ότι οι θέσεις του Φαλμεράγιερ είναι αποτέλεσμα της άγνοιας και του μίσους.

Το πέρασμα από την παράδοση και ιστοριογραφία σε επιχειρήματα περισσότερο «επιστημονικά», με αναφορά στις φυσικές επιστήμες, γίνεται απο τον Πρύτανη Κωσταντίνο Βουσάκη36 καθηγητή συγκριτικής ανατομίας και φυσιολογίας. Θα απαντήσει στον Φαλμεράγιερ λέγοντας πως αγνοεί έναν από τους βασικούς νόμους της φύσηςπου διέπει όλο τον έμψυχο κόσμο, νόμο αμετάτρεπτο και απαράγραπτο αυτόν που εγχαράσσει τον τύπο της ιθαγένειας σε κάθε γένος και είδος σε έναν πεπερασμένο χρόνο της ιστορίας της ανθρωπότητας.Ο Βουσάκης συνεχίζοντας θα εξειδικεύσει λέγοντας ότιενώ πράγματι υφίστανται αλλοιώσεις στη φυλή με την επιμειξία με άλλες φυλές, η φύση, δηλαδή η βιολογία, αποτελεί το βασικό νόμο έτσι ώστε όταν μετά από γενιές εκλείψει ο επιμειξίαςθα γίνει επανάκαμψη στον τύπο της ιθαγένειας.


«1. Η οργανική αντίστασις της ιθαγενείας ήτις εντυπουμένη εν εκάστη τάξει των οργανικών όντων, επιδρά κληρονομική διαθέσει και επί τας ακολούθους γενεάς. 2. Η άρσις της αιτίας και μετά πολύν χρόνον της επενεγκούσης την αλλοίωσιν των χαρακτήρων του ιθαγενούς φύλου ήτοι η διακοπή πάσης νέας επιμειξίας, αρκούσα καθ’ εαυτήν εις την επανάκαμψιν, εν ταις επομέναις γενεαίς».37


Κατόπιν εξηγεί ότι κάτι παρόμοιο συνέβη και στην περίπτωση των Ελλήνων που ενώ αναμείχθηκαν με ξένες φυλές, το κλίμα και το φυσικό περιβάλλον απέτρεψαν τη διαιώνιση της επιμειξίας.

Ένα ακόμη παράδειγμα μας δίνεται από το επιστημονικό πεδίο της χημείας, που τότε υπαγόταν ως μάθημα στην Ιατρική Σχολή.38 Το παράδειγμα σύμπραξης εθνικιστικών και φυλετικών ιδεών και αλληλοεξυπηρέτησής τους στο πεδίο της Χημείας το δίνει εμφανέστερα ο Λέανδρος Δόσιος, καθηγητής οργανικής Χημείας στο Πανεπιστήμιο από το 1865. Ο Δόσιος που είχε μελετήσει το Δαρβίνο και τις θεωρίες για την καταγωγή των ειδών, το 1873 εκφώνησε στον φιλολογικό σύλλογο Παρνασσό μία διάλεξη σχετικά με τον «περί υπάρξεως αγώνα» (struggle of life), που θεωρείται μία από τις πρώτες επιστημονικές ανακοινώσεις στον ελληνικό χώρο σχετικά με τον δαρβινισμό. Παραθέτοντας πρώτα τη θεωρία του Τόμας Μάλθους (δημογράφος και θεωρητικός της Πολιτικής Οικονομίας, που είχε συστήσει τον περιορισμό του πληθυσμού μέσω της μείωσης της αναπαραγωγής των φτωχότερων στρωμάτων προς όφελος της οικονομίας), ο ∆όσιος εξέθεσε ακολούθως τα βασικά σημεία της θεωρίας του ∆αρβίνου, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «ο περί της υπάρξεως αγών είναι νόμος φυσικός· η εκ τούτου πηγάζουσα φυσική εκλογή είναι αναντίρρητος».39

Για τον ∆όσιο αυτός ο νόμος μπορούσε να εφαρμοστεί στο σύνολο της ανθρωπότητας, όπου οι «ασθενέστερες» φυλές εξαφανίζονταν από τις «ισχυρότερες», με την ισχύ αυτή να έγκειται στη διανοητική ανάπτυξη καθεμιάς:


«Τα έθνη επομένως εκείνα, αι εθνικότητες, αι φυλαί, αίτινες τον περί των πάντων, τον περί της υπάρξεως αγώνα ειρηνικώς αγωνίζονται, πρέπει να επιδιώκωσι την πρόοδον εις πάντα τα αποτελούντα τον πολιτισµόν, την πρόοδον εν τη διανοητική αναπτύξει εν γένει, και την των βιοφελών µάλιστα γνώσεων διάδοσιν, την επίδοσιν εις τα παραγωγικά έργα, την γεωργίαν, την βιοµηχανίαν, το εµπόριον κτλ. […] Ο πολιτισµός δεν δύναται ή να εξαπλούται και να διαδίδηται, διότι είτε εν πολέµω, είτε εν ειρήνη κατά τους της φύσεως νόµους διεξάγεται ο περί της υπάρξεως αγών, πάντοτε υπερισχύει ο ανώτερος πολιτισμός».40


Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα παραπάνω για την ελληνική περίπτωση το 19ο αιώνα, είναι ότι το Πανεπιστήμιο αποτέλεσε το εφαλτήριο και τον υποδοχέα το ιδεών του εθνο-φυλετισμού και ότι οι πρώτοι Έλληνες επιστήμονες θα ασπαστούν και θα προσαρμόσουν τις φυλετικές θεωρίες στον κυρίαρχο εθνικιστικό λόγο. Η συνέχεια της θεωρητικής αναζήτησης των Ελλήνων επιστημόνων στο πεδίο των φυλετικών θεωριών θα συνεχιστεί και το πρώτο μισό του 20ό αιώνα, παρά το γεγονός ότι οι θεωρίες αυτές δεν θα συνεχιστούν αργότερα και δεν θα βρουν την ίδια θεσμική υποστήριξη στην Ελλάδα όπως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Εντούτοις, οι ρατσιστικές ιδέες που προήρθαν από αυτές θα συνεχίσουν να διαδίδονται παρά την όποια αμφισβήτηση.


Βιβλιογραφία


Αβδελά, Έ. [επιμ.] (2017), «Εισαγωγή. Η ανεξίτηλη διαφορά. Λόγοι για την φυλή στην Ελλάδα», στο Φυλετικές θεωρίες στην Ελλάδα. Προσλήψεις και χρήσεις στις επιστήμες, την πολιτική, τη λογοτεχνία και την ιστορία της τέχνης κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, Ηράκλειο: ΠΕΚ.

Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής 26 (6), http://www.mednet.gr/archives/2009-6/pdf/818.pdf

Βεντούρα, Λ. (2004), «Εθνικισμός ρατσισμός και μετανάστευση στη σύγχρονη Ελλάδα», στο: Παύλου, Μ. & Χριστόπουλος Δ. (επιµ.), Η Ελλάδα της µετανάστευσης. Κοινωνική συµµετοχή, δικαιώµατα και ιδιότητα του πολίτη, Αθήνα: εκδ. Κριτική: 174-204.

Βουσάκης, Κ. (1870), Λόγος εκφωνηθείς τη κε΄ Οκτωβρίου 1870. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών, https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/2/d/c/metadata-212-0000207.tkl

Conlin, P. H. (2018), “Victorian Racism: An Explication of Scientific Knowledge, its Social Character, and its Relation to Victorian Popular Culture”, Inquiries Journal, 10(01), (http://www.inquiriesjournal.com/a?id=1719 )

Δόσιος, Λ. (1875), Ο περί της υπάρξεως αγών, Αθήνα, Εκ του Αθηναϊκού Ημερολογίου.

Ellinas, A. A. (2013), “The Rise of Golden Dawn: The New Face of the Far Right in Greece”, South European Society and Politics, Vol. 18, issue 4: 543-565, https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/13608746.2013.782838

Ellinas, A. (2010), The Media and the Far Right in Western Europe: Playing the Nationalist Card. Cambridge: Cambridge University Press.

Ευρωπαϊκό Φόρουμ Αριστερών Φεμινιστριών (1994), «Θέσεις και Αντιθέσεις των Γυναικών στα φαινόμενα Εθνικισμού και Ρατσισμού», Διήμερη Συνάντηση Γυναικών 11-12 Νοέμβριου 1994,

https://notafeministproject.gr/files/items/1994_DELFHA_TI_TE00003.pdf

Ζαρίφη, Μ. (2014), «Φυλετισμός, εθνικισμός & εκπολιτισμός οι αντιδράσεις των Ελλήνων ιατρών στη θεωρία του Φαλμεράγερ και η πορεία προς τη Μεγάλη Ιδέα», ανακοίνωση στο συνέδριο «Προσλήψεις και χρήσεις των φυλετικών θεωριών στην Ελλάδα (19ος-20ός αιώνας)», 17-18 Ιανουαρίου. https://www.blod.gr/lectures/fyletismos-ethnikismos-kai-ekpolitismos-oi-antidraseis-ton-ellinon-iatron-sti-theoria-tou-falmerager-kai-i-poreia-pros-ti-megali-idea/

Hobsbawm, E.J. (1990), H εποχή των επαναστάσεων 1789-1848, Αθήνα: ΜΙΕΤ.

Hobsbawm, E.J. (1994), Έθνη και εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα. Πρόγραμμα, μύθος, πραγματικότητα, Αθήνα: εκδ. Καρδαμίτσα.

Hobsbawm, E.J. (1995), Η Εποχή των Άκρων: Ο σύντομος Εικοστός Αιώνας 1914 -1991, Αθήνα: Θεμέλιο.

Ιωάννου, Φ. (1871), Λόγος Ολυμπιακός. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών, https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/a/c/9/metadata-212-0000191.tkl

Καρκάνης, Η. (2012), Οι φυσικές επιστήμες και το Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, Διδακτορική Διατριβή, ΕΚΠΑ (ΜΙΘΕ) – ΕΜΠ (ΑΚΕΔ), http://jupiter.chem.uoa.gr/thanost/komnhnos/Karkanis.pdf

Λάππας Κ. (2004), Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα, Aθήνα: IAEN ΓΓΝΓ- ΕΙΕ.

Ματάλας, Π. (2002), Έθνος και Ορθοδοξία οι περιπέτειες μιας σχέσης, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Μηλιός, Γ. (2000), Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, Αθήνα: εκδ. Κριτική.

Μηλιός, Γ. 2018-19, Σημειώσεις σεμιναρίου «Θεωρία και ιστορία του καπιταλισμού και το εθνικό φαινόμενο. Η ελληνική περίπτωση», 12-12-2018, http://users.ntua.gr/jmilios/seminario2/5_12-12-2018.pdf

Μηλιός, Γ. & Μικρούτσικος Θ. (1985), Στην υπηρεσία του έθνους (για την ιδεολογική λειτουργία του ελληνικού τραγουδιού), Αθήνα Εταιρία Νέας Μουσικής, επανέκδοση 2018, Αθήνα: Εφημερίδα των Συντακτών.

Μπαλιμπάρ Ε. & Βαλλερστάιν, Ι. (1991), Φυλή, έθνος, τάξη. Οι διφορούμενες ταυτότητες. Αθήνα: εκδ. Ο πολίτης.

Μπαρλαγιάννης, Θ. (2018), «Η ταυτότητα του επίσημου ιατρικού σώματος στην Ελλάδα του Όθωνα: ανάμεσα στο ευρωπαϊκό επιστημονικό παράδειγμα και τις ντόπιες πολιτισμικές και πολιτικές πραγματικότητες», Ανακοίνωση στο 6ο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών, 4-7 Οκτ., https://www.eens.org/EENS_congresses/2010/Barlagiannis_Thanasis.pdf

Ξιφαράς, Δ. (1993), «Η “ακατάλυτη συνέχεια” του ελληνισμού: ορισμένες επίκαιρες σκέψεις για την «εθνική ιστορία», μέρος Α΄, Θέσεις, τ. 42: 66.

Παπαδάτος, Δ. (2013), «“Λαϊκός σύνδεσμος” ή λαός-παρακράτος», http://www.chronosmag.eu/index.php/e-ppes-gspls-l-ses-l-p.html

Πουλαντζάς, Ν.(1982), Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο.

Ρήγος Άλκης, (2010), «Αντισημιτισμός και Ολοκαύτωμα», στο Διδάσκοντας για το ολοκαύτωμα στην Ελλάδα, Αθήνα, 2 & 3 Δεκεμβρίου 2010https://www.jewishmuseum.gr/wp-content/uploads/2017/10/praktika_6oy_seminarioy.pdf

Selfa, L. (2010), “The roots of racism”, https://socialistworker.org/2010/10/21/the-roots-of-racism

1 ΓιατιςναζιστικέςθέσειςτηςΧρυσήςΑυγήςκαιτωναδελφώνμεαυτήευρωπαϊκώνκομμάτωνβλέπεΔημήτρης Ψαρράς (2012), Η μαύρη βίβλος της Χρυσής Αυγής, Αθήνα: εκδ. Πόλις. Επίσης, Antonis A. Ellinas (2013), “The Rise of Golden Dawn: The New Face of the Far Right in Greece”, https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/13608746.2013.782838 και (του ίδιου, 2010) The Media and the Far Right in Western Europe: Playing the Nationalist Card, Cambridge: Cambridge University Press, όπως και Δημοσθένης Παπαδάτος (2013), «“Λαϊκός σύνδεσμος” ή λαός-παρακράτος», http://www.chronosmag.eu/index.php/e-ppes-gspls-l-ses-l-p.html για μια ενδιαφέρουσα ανάλυση της αποσιώπησης από τα κυρίαρχα μέσα των ναζιστικών ιστορικών δεσμών της Χ.Α. μέσω της τακτικής συμψηφισμών των άκρων και την υποτίθεται «ίσων» αποστάσεων καταγγελία αριστερού και δεξιού «λαϊκισμού».

2 Eric Hobsbawm (1995), Η Εποχή των Άκρων: Ο σύντομος Εικοστός Αιώνας 1914 -1991, Αθήνα: Θεμέλιο.

3 Νίκος Πουλαντζάς (1982), Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο: 164.

4 Γιάννης Μηλιός 2018-19, Σημειώσεις σεμιναρίου «Θεωρία και ιστορία του καπιταλισμού και το εθνικό φαινόμενο. Η ελληνική περίπτωση», 12-12-2018, http://users.ntua.gr/jmilios/seminario2/5_12-12-2018.pdf : 16.

5 Εξαίρεση αποτελούν κάποια ριζοσπαστικά φεμινιστικά κείμενα. Π.χ το Ευρωπαϊκό Φόρουμ Αριστερών Φεμινιστριών με το κείμενο «Θέσεις και Αντιθέσεις των Γυναικών στα φαινόμενα Εθνικισμού και Ρατσισμού», Διήμερη Συνάντηση Γυναικών 11-12 Νοέμβριου 1994, https://notafeministproject.gr/files/items/1994_DELFHA_TI_TE00003.pdf και άλλες ερευνητικές εργασίες που παρουσιάστηκαν στην ίδια συνάντηση.

6 Για παράδειγμα η ανοιχτή καταγγελία του θεσμού των παρελάσεων ως συμβόλου των φασιστικών καθεστώτων του Μεσοπολέμου ακόμη και από τα πιο προοδευτικά κομμάτια του αριστερού χώρου χρονολογείται όχι πάνω από μια δεκαετία. Εξαίρεση αποτελούν μεμονωμένοι ερευνητές και αρθρογράφοι (π.χ. Γ. Μηλιός και Θ. Μικρούτσικος (1985), Στην υπηρεσία του έθνους (για την ιδεολογική λειτουργία του ελληνικού τραγουδιού), Αθήνα Εταιρία Νέας Μουσικής, επανέκδοση 2018, Αθήνα: Εφημερίδα των Συντακτών, και κείμενα όπως το άρθρο «Καμαρωτά περνάνε τα σχολεία μας» του Ίου της Ελευθεροτυπίας, 29/10/1995, http://www.iospress.gr/ios1995/ios19951029a.htm ).

7 Ενδεικτικά αναφέρω τις περιπτώσεις δυο συνεδρίων μέσα σε ένα χρόνο: «Διδάσκοντας για το ολοκαύτωμα στην Ελλάδα» Αθήνα, 21 - 22 Φεβρουαρίου 2013, https://www.jewishmuseum.gr/wp-content/uploads/2017/10/praktika_2013_athens.pdf και «Προσλήψεις και χρήσεις των φυλετικών θεωριών στην Ελλάδα (19ος-20ός αιώνας)», 17-18 Ιανουαρίου 2014, www.benaki.gr/files/eventfiles/links/Fyletismos_Perilipseis_Biografika.pdf .

8 Η πρώτη φορά που αναγνωρίστηκε η επιβαρυντική περίσταση του ρατσιστικού κινήτρου ήταν τον Νοέμβριο του 2013 στη δίκη για τον εμπρησμό καταστήματος μετανάστη από το Καμερούν στην Κυψέλη (Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας, 2014, http://rvrn.org/wp-content/uploads/2014/04/Report2013final.pdf ).

9 Παρασκευάς Ματάλας (2002), Έθνος και Ορθοδοξία οι περιπέτειες μιας σχέσης, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Ιδιαίτερα: 133-149.

10 Λίνα Βεντούρα (2004) «Εθνικισμός ρατσισμός και μετανάστευση στη σύγχρονη Ελλάδα», στο: Μ. Παύλου, ∆. Χριστόπουλος (επιµ.), Η Ελλάδα της µετανάστευσης. Κοινωνική συµµετοχή, δικαιώµατα και ιδιότητα του πολίτη, Αθήνα: εκδ. Κριτική: 174-204.

11 Γιάννης Μηλιός (2000), Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, Αθήνα: εκδ. Κριτική: 244-272.

12 E.J. Hobsbawm (1994), Έθνη και εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα. Πρόγραμμα, μύθος, πραγματικότητα, Αθήνα: εκδ. Καρδαμίτσα: 23.

13 Μαρία Ζαρίφη «Φυλετισμός, εθνικισμός & εκπολιτισμός οι αντιδράσεις των Ελλήνων ιατρών στη θεωρία του Φαλμεράγερ και η πορεία προς τη Μεγάλη Ιδέα», ανακοίνωση στο συνέδριο «Προσλήψεις και χρήσεις των φυλετικών θεωριών στην Ελλάδα (19ος-20ός αιώνας)», 17-18 Ιανουαρίου 2014, https://www.blod.gr/lectures/fyletismos-ethnikismos-kai-ekpolitismos-oi-antidraseis-ton-ellinon-iatron-sti-theoria-tou-falmerager-kai-i-poreia-pros-ti-megali-idea/

14 Γ. Μηλιός (2000), Ο ε λληνικός κοινωνικός σχηματισμός ..., όπ.π.

15 Περισσότεροι από τους είκοσι επτά Έλληνες καθηγητές, που είχαν διοριστεί με το διάταγμα της 14ης Απριλίου 1837 «Περί συστάσεως του Πανεπιστημίου», προέρχονταν από κέντρα του παροικιακού ελληνισμού και είχαν σπουδάσει στα Πανεπιστήμια της Γερμανίας και της Γαλλίας.

16 Η ανθρωπολογία, για παράδειγμα, θα έχει «εθνική» αφετηρία στην Ελλάδα, όπου τάχθηκε εξαρχής στην υπηρεσία της αντίκρουσης των ισχυρισμών του Φαλμεράγιερ. Βλ. σε «Προσλήψεις και χρήσεις των φυλετικών θεωριών στην Ελλάδα (19ος-20ός αιώνας)», 17-18 Ιανουαρίου 2014, όπ.π.

17 Παρατίθεται στο Ηλίας Καρκάνης (2012), Οι φυσικές επιστήμες και το Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, Διδακτορική Διατριβή, ΕΚΠΑ (ΜΙΘΕ) – ΕΜΠ (ΑΚΕΔ), http://jupiter.chem.uoa.gr/thanost/komnhnos/Karkanis.pdf : 222.

18 Όπως γράφει ο Άλκης Ρήγος: «αρχίζει µες στην Επανάσταση ένα έντονο αντιεβραϊκό µένος το οποίο ξεσπά αρχικά στην πολιορκία και άλωση της Τρίπολης (της «Ντροπολιτσάς»), όπου σφάζεται ο εβραϊκός πληθυσμός της πόλης, κάτι που αναφέρει ο Τρικούπης στα αποµνηµονεύµατά του αλλά που δεν το αναφέρει η επίσημη ιστορία ή το παραγνωρίζουµε. Αυτό, στη διάρκεια των χρόνων του ανεξάρτητου κράτους οδηγεί ουσιαστικά στη μείωση των Ρωµανιωτών που υπάρχουν στον ελληνικό χώρο», σε Ά. Ρήγος (2010), «Αντισημιτισμός και Ολοκαύτωμα», στο Διδάσκοντας για το ολοκαύτωμα στην Ελλάδα, Αθήνα, 2 & 3 Δεκεμβρίου 2010: 52https://www.jewishmuseum.gr/wp-content/uploads/2017/10/praktika_6oy_seminarioy.pdf

19 Ετιέν Μπαλιμπάρ - Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν (1991), Φυλή, έθνος, τάξη. Οι διφορούμενες ταυτότητες, (μετ. Α. Ελεφάντης, Ε. Καλαφάτη), Αθήνα: εκδ. Ο πολίτης.

20 P. H. Conlin (2018), “Victorian Racism: An Explication of Scientific Knowledge, its Social Character, and its Relation to Victorian Popular Culture”, Inquiries Journal, 10(01), (http://www.inquiriesjournal.com/a?id=1719).

21 Lance Selfa (2010), “The roots of racism”, https://socialistworker.org/2010/10/21/the-roots-of-racism

22planters in the 17th and 18th centuries looked at it primarily as a means to produce profits. Slavery was a method of organizing labor to produce sugar, tobacco and cotton. It was not, first and foremost, a system for producing white supremacy ”, Lance Selfa (2010), “The roots of racism”, https://socialistworker.org/2010/10/21/the-roots-of-racism

23 Chavannes (1787), Essai sur l’education intellectuelle avec le projet d’ une science nouvelle, στο E.J. Hobsbawm (1990), Η εποχή των επαναστάσεων 1789-1848, Αθήνα: ΜΙΕΤ: 373.

24 ΣχετικάμετηνανθρωπολογικήεταιρίατουΛονδίνουπολύκατατοπιστικά για τιςεκφάνσειςτουεπιστημονικούρατσισμούείναι τα κείμενα: Ronand Rainger (1978), “Race, Politics and Science: The anthropological Society of London in the 1860s”, Victorian Studies, Vol. 22, No. 1 (Autumn): 51-70καιεπίσηςστοπεριοδικότηςίδιαςτηςεταιρίαςηπαρουσίασητου James Hunt (1864), “On the Negro’s Place in Nature”, Journal of the Anthropological Society of London, Vol. 2 (1864), διατίθεταιελεύθεραστοwww.jstor.org/stable/3025197 .

25 Αβδελά, Έφη [επιμ.] (2017), «Εισαγωγή. Η ανεξίτηλη διαφορά. Λόγοι για την φυλή στην Ελλάδα», στο Φυλετικές θεωρίες στην Ελλάδα. Προσλήψεις και χρήσεις στις επιστήμες, την πολιτική, τη λογοτεχνία και την ιστορία της τέχνης κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης & Εκδόσεις Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης: 14, 15.

26 Κωνσταντίνος Λάππας (2004), Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα, Αθήνα: Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς: 129.

27 Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Ιστορίας: http://iaen.vima.ekt.gr/panepistimio_kai_foitites_stin_ellada_kata_ton_19o_aiona-b-59*115.html

28 Λόγος Ολυμπιακός / συνταχθείς και εκφωνηθείς υπό Φιλίππου Ιωάννου καθηγητού της Φιλοσοφίας εν τω Πανεπιστημίω Αθηνών, εν τη β΄ εορτή των ιδρυθέντων Ολυμπίων υπό του αειμνήστου Ευαγγέλου Ζάππα (1871). Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών: https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/a/c/9/metadata-212-0000191.tkl

29 «Πρόκειται για τους ∆ημήτριο Αλ. Μαυροκορδάτο, Ιωάννη Βούρο, Νικόλαο Κωστή, Ερρίκο Τράιμπερ, Αναστάσιο Γεωργιάδη Λευκία, Βερνάρδο Ρέζερ, Ιωάννη Νικολαΐδη Λιβαδέα, Ιωάννη Ολύμπιο, Αλέξιο Πάλλη και Αποστολίδη Ονούφριο, οι οποίοι θα κυριαρχήσουν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1840». Θανάσης Μπαρλαγιάννης (2018), «Η ταυτότητα του επίσημου ιατρικού σώματος στην Ελλάδα του Όθωνα: ανάμεσα στο ευρωπαϊκό επιστημονικό παράδειγμα και τις ντόπιες πολιτισμικές και πολιτικές πραγματικότητες», Ανακοίνωση στο 6ο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών, 4-7 Οκτ.,

https://www.eens.org/EENS_congresses/2010/Barlagiannis_Thanasis.pdf .

30 Δημήτρης Ξιφαράς (1993), «Η «ακατάλυτη συνέχεια» του ελληνισμού: ορισμένες επίκαιρες σκέψεις για την «εθνική ιστορία», μέρος Α΄, Θέσεις, τ. 42: 66.

31 Ακολουθώντας τη συλλογιστική του Hobsbawm που όπως μας δείχνει στο Έθνη και Εθνικισμός..., ούτε η γλώσσα ούτε η θρησκεία ούτε άλλο στοιχείο κουλτούρας μιας κοινότητας ανθρώπων θα μπορούσε να αποτελέσει ικανό ενοποιητικό παράγοντα για την εδραίωση του εθνικισμού με τη μορφή ιδεολογίας – με τη μορφή δηλαδή αξιώματος όπου η πολιτική και εθνική ενότητα παρουσιάζονται στα άτομα ως ταυτόσημες – παρά μόνο η συνείδηση συμμετοχής των μελών αυτής της κοινότητας σε μια διαρκή πολιτική οντότητα και η ύπαρξη μιας εθνικής ιστορικότητας.

32 Από το 1830 ως το 1836 ο Jakob Philipp Fallmerayer εξέδωσε την Ιστορία της χερσονήσου του Μοριά κατά το Μεσαίωνα σε δύο τόμους, και το Περί της καταγωγής των σημερινών Ελλήνων, το οποίο εκδόθηκε την ίδια περίοδο. Σε αυτήν την έκδοση διατυπώνει την άποψη πως οι Έλληνες της νεότερης εποχής δεν κατάγονται από τους αρχαίους Έλληνες, αλλά προέρχονται από Σλάβους που εισέβαλαν στην Ελλάδα κατά την περίοδο του Μεσαίωνα και Αλβανούς που εξαπλώθηκαν κατά τον ύστερο Μεσαίωνα και τους νεότερους χρόνους. Όλοι αυτοί αναμίχθηκαν με ελληνόφωνους, αλλά μη Έλληνες το γένος, Βυζαντινούς πρόσφυγες, δημιουργώντας τον λαό των νέων Ελλήνων.

33 «Το πρώτο μισό του 19ου αιώνα η ιστοριογραφία πήρε μορφή παγκόσμιου πάθους. Εν μέρει ήταν η προσπάθεια προστασίας του παρελθόντος από τις επιθέσεις της τεχνολογίας του παρόντος μολονότι ο εθνικισμός ήταν το σημαντικότερο έναυσμα» (E.J. Hobsbawm (1990), H εποχή των επαναστάσεων 1789-1848, Αθήνα: ΜΙΕΤ: 367).

34 Μαρία Ζαρίφη (2014) «Φυλετισμός, εθνικισμός ...», όπ.π.

35 Το βιογραφικό του Λευκία όπως δημοσιοποιείται μέχρι και σήμερα στο αρχείο της ελληνικής ιατρικής: «Λάτρευε με πάθος την αρχαία ελληνική γραμματεία, στο ζωογόνο νάμα της οποίας αναβαπτιζόταν διαρκώς. Αναδείχθηκε αντάξιος των προγόνων του και συνέβαλε αποφασιστικά στα πρώτα βήματα της, αναγεννώμενης από τις στάχτες της, ιατρικής παιδείας του νεοσύστατου κράτους, με τη δράση του στο Πανεπιστήμιο και την ευρύτερη πνευματική του παρουσία». Επιπλέον, είχε την άποψη πως οι Έλληνες θα έπρεπε να διδάσκονται την αρχαία ελληνική γλώσσα μιας και μέσω αυτής θα διατηρηθεί η ιδιοσυγκρασία του έθνους. Θεωρούσε πως η γλώσσα ακολουθεί την πολιτιστική πορεία ενός έθνους και φοβήθηκε πως με την παύση χρησιμοποίησης της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, το έθνος θα βρισκόταν σε παρακμή. (Στο Τασούλης, Α. (2009). «Αναστάσιος Λευκίας Γεωργιάδης (1773-1853): Πρώτος Καθηγητής και Κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών», Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής 26 (6)), http://www.mednet.gr/archives/2009-6/pdf/818.pdf

36 Ο Βουσάκης διετέλεσε πρύτανης του Πανεπιστημίου το ακαδημαϊκό έτος 1870-1871 ενώ συμμετείχε ως αξιωματικός στην Πανεπιστημιακή φάλαγγα.

37 «Λόγος εκφωνηθείς τη κε΄ Οκτωβρίου 1870 ημέρα της επισήμου εγκαθιδρύσεως των νέων αρχών του Εθνικού Πανεπιστημίου υπό του πρώην Πρυτάνεως Κ. Παύλου Καλλιγά, παραδίδοντος την Πρυτανεία τω διαδόχω αυτού Κ. Κωνσταντίνω Βουσάκη» (1870). Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών: https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/2/d/c/metadata-212-0000207.tkl (σελ. ηλεκτρονικού αρχείου 58, 59).

38 Ηλίας Καρκάνης (2012), Οι φυσικές επιστήμες και το Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, Διδακτορική Διατριβή, ΕΚΠΑ (ΜΙΘΕ) – ΕΜΠ (ΑΚΕΔ), http://jupiter.chem.uoa.gr/thanost/komnhnos/Karkanis.pdf

39 Βλ. Ηλίας Καρκάνης, όπ.π. http://jupiter.chem.uoa.gr/thanost/komnhnos/Karkanis.pdf : 618 επ.

40 Λέανδρος ∆όσιος, Ο περί της υπάρξεως αγών, Αθήνα 1874. Εκ του Αθηναϊκού Ημερολογίου 1875: 32, παρατίθεται στο Καρκάνης, όπ.π.: 620.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή