Ο Μαρξ για τον φετιχισμό των σχέσεων παραγωγής στον καπιταλισμό Εκτύπωση
Τεύχος 148, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2019


Ο ΜΑΡΞ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΕΤΙΧΙΣΜΟ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

του Γιώργου Σταμάτη


Ένα είδωλο θεότητας δεν είναι αφ’ εαυτού, αυτό καθαυτό ένα φετίχ, παρ’ απλώς και μόνον ένα αντικείμενο λατρείας της τελευταίας. Φετίχ γίνεται το πρώτον, όταν ο λάτρης της θεότητας, είδωλο της οποίας είναι, δεν το θεωρεί απλό είδωλό της, αλλά αυτήν την ίδια τη θεότητα. Αυτού του είδους τη θεώρηση του ειδώλου μιας θεότητας και της λατρείας του ως λατρείας της θεότητας, κατά την οποία η τελευταία εμφανίζεται ως πράγμα και το πράγμα (το είδωλο) ως θεότητα, ονομάζεται φετιχισμός.

Απ’ εδώ, απ’ αυτόν τον θρησκευτικό φετιχισμό, φαίνεται να έλκει την προέλευσή της η μαρξική έννοια του φετιχισμού ορισμένων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής στον καπιταλισμό. Ωστόσο πρόκειται μάλλον όχι για μια σχέση προέλευσης ή καταγωγής, αλλά, όπως θα φανεί στη συνέχεια, για μια σχέση παραβολής.

Σκοπός αυτού του άρθρου είναι η συνεκτική παρουσίαση της μαρξικής έννοιας του φετιχισμού. Στις επιδιώξεις του δεν ανήκει η έκθεση, πολλώ δε μάλλον η κριτική έκθεση της πρόσληψης αυτής της μαρξικής έννοιας από τους μαρξιστές. Άλλωστε αυτό το έργο επωμίσθηκαν και διεκπεραίωσαν με επάρκεια και επιτυχία προ πολλού ήδη σ’ ένα εμπεριστατωμένο άρθρο τους ο Δημήτρης Δημούλης και ο Γιάννης Μηλιός (δες Dimoulis/ Milios 2000).

Εξ όσων είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, ο Μαρξ κάνει λόγο για φετιχισμό (όχι στη θρησκεία, αλλά) στην οικονομία το πρώτον στο Τρίτο Χειρόγραφο των Παρισινών Χειρογράφων και δη για τον χρυσό και τον άργυρο, δηλαδή, στο βαθμό που αυτά είναι χρήμα, για το χρήμα ως φετίχ του πλούτου στις μερκαντιλιστικές οικονομίες και τα προϊόντα της γης ως φετίχ του πλούτου στις γαιοκτητικές οικονομίες.1

Πολλοί θα έλεγαν πως η επόμενη αναφορά του Μαρξ στην έννοια του φετιχισμού, συγκεκριμένα εκείνη στο Συμβολή στην κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, καίτοι συνοπτική και σύντομη, δεν διαφέρει από την αντίστοιχη αναφορά ή τις αντίστοιχες αναφορές στο Κεφάλαιο. Γράφει εκεί:


«Το ότι παριστούν μια, αυτήν την ίδια κοινωνική σχέση παραγωγής ως ένα εκτός των ατόμων δεδομένο αντικείμενο και τις ίδιες αυτές ορισμένες σχέσεις, τις οποίες συνάπτουν αυτά τα άτομα στη διαδικασία παραγωγής της κοινωνικής τους ζωής, ως ειδικές ιδιότητες ενός πράγματος, αυτή η διαστροφή και όχι φαντασιωθείσα, αλλά πεζά πραγματική μυστηριακή φενάκη χαρακτηρίζει όλες τις κοινωνικές μορφές της ανταλλακτικήν αξίαν θέτουσας εργασίας [εδώ προφανώς γίνεται λόγος για τον φετιχισμό της παράγουσας εμπορεύματα εργασίας]. Στο χρήμα αυτή [η διαστροφή και φενάκη] εμφανίζεται πιο χτυπητά απ’ ό, τι στο εμπόρευμα».2


Όπου το χρήμα ορίζεται εδώ ως εξής: «[…] η ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων ως ένα ιδιαίτερο, αποκλειστικό εμπόρευμα, είναι – χρήμα».3 Εντέλει εδώ ο Μαρξ ομιλεί για τον φετιχισμό του εμπορεύματος και του χρήματος – όπως στο Κεφάλαιο, θα έλεγε κανείς. Ωστόσο το πράγμα δεν έχει έτσι. Ας δούμε στη συνέχεια πώς έχει το πράγμα και κυρίως για τί είδους φετιχισμό ομιλεί ο Μαρξ στο Κεφάλαιο.

Το μαρξικό Κεφάλαιο συνιστά ένα νοηματικό όλον. Η κατανόηση επιμέρους νοηματικών ενοτήτων του, όπως εν προκειμένω ο φετιχισμός, απαιτεί αν όχι να έχει κατανοήσει κανείς όσα αναπτύσσει, εκθέτει και παρουσιάζει, τουλάχιστον να γνωρίζει απλώς τι προτίθεται να αναπτύξει, να εκθέσει και να παρουσιάσει εκεί ο Μαρξ.

Έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να εκθέσουμε, όσο πιο σύντομα γίνεται, τι επιθυμεί να παραστήσει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο και πώς το παριστά.

Αυτό δεν συνεπάγεται κατά κανέναν τρόπο ότι προτιθέμεθα να ασχοληθούμε εδώ με μια κάποια λογική του Κεφαλαίου á la Reichelt ή κάποιου άλλου είδους. Ούτε επίσης με μια κάποια μέθοδο του Μαρξ και με το αν αυτή είναι μια διαλεκτική μέθοδος και δη μια ανεστραμμένη και στημένη στο κεφάλι εγελιανή μέθοδος. Αν η άποψη πως η συνείδηση ή το πνεύμα καθορίζουν το Είναι, συνιστά την εγελιανή διαλεκτική, τότε η μαρξική άποψη ότι το Είναι καθορίζει τη συνείδηση είναι μια ανεστραμμένη εγελιανή διαλεκτική – αν γενικώς δύναται να συνιστά μια κάποια διαλεκτική. Αλλ’ αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με το ζήτημα που θα μας απασχολήσει στα ακόλουθα.

Όσα θα αναπτύξουμε εδώ σύντομα για τις ανάγκες πραγμάτευσης του θέματός μας δεν άπτονται της διαλεκτικής, ούτε της διαλεκτικής μεθόδου, αλλά της μεθόδου παρουσίασης του αντικειμένου του μαρξικού Κεφαλαίου. Και αυτή η τελευταία δεν έχει να κάνει ούτε με την λεγόμενη Kapitallogik (λογική του Κεφαλαίου) ούτε με τη διαλεκτική του Hegel.

Ο υπότιτλος του Κεφαλαίου είναι: Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Αυτό υπενθυμίζει εμμέσως ότι ο Μαρξ ερεύνησε, μελέτησε, συνέλαβε, κατανόησε και παράστησε το επιστημονικό του αντικείμενο, την Πολιτική Οικονομία, ως την οικονομία όχι μιας μεμονωμένης οικονομικής μονάδος, αλλά ως εκείνην μιας δια του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας συνδεδεμένων, δηλαδή συγκροτημένων σε κοινωνία, οικονομικών μονάδων – και συγκεκριμένα σε μια κοινωνία, στην οποία, πρώτον, ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας διαμεσολαβείται από την ανταλλαγή των προϊόντων της εργασίας ως εμπορευμάτων και, δεύτερον, ο σκοπός της παραγωγής είναι πρωτίστως η παραγωγή υπεραξίας και κέρδους. Τουτέστιν τις τεχνικές μεθόδους που χρησιμοποιούν και τις κοινωνικές σχέσεις που συνάπτουν οι κοινωνικοί άνθρωποι αυτής της οικονομίας μεταξύ τους κατά την παραγωγή τόσο των προς το ζην τους αναγκαίων αγαθών όσο και των σχέσεών τους παραγωγής, εντός των οποίων παράγουν τα τελευταία.

Η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας του υποτίτλου εννοεί τη μαρξική κριτική στην αστική επιστήμη της Πολιτικής Οικονομίας, σε εκείνην, την οποία χαρακτηρίζει χυδαία, κοινή.

Συνοπτικά θα μπορούσε να λεχθεί ότι το αντικείμενο που παρουσιάζει ο Μαρξ στους τρεις τόμους του Κεφαλαίου είναι η θεμελιώδης σχέση παραγωγής στην καπιταλιστική οικονομία και κοινωνία, τουτέστιν η κεφαλαιακή σχέση, η σχέση μεταξύ του κεφαλαιοκράτη και του υπό το κεφάλαιο μισθωτού εργαζόμενου.

Αλλά ας δούμε το πράγμα εγγύτερα. Ας δούμε λοιπόν τι πραγματεύεται ο Μαρξ στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου, ο οποίος τιτλοφορείται: Η διαδικασία παραγωγής του Κεφαλαίου. Πραγματεύεται το κεφάλαιο, την κεφαλαιακή σχέση, και τη διαδικασία παραγωγής του. Κι επειδή η πρώτη μορφή εμφάνισης του τελευταίου απαντά στη σφαίρα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ως χρήμα, είναι αναγκασμένος να εκκινήσει από αυτήν την πρώτη μορφή εμφάνισης του κεφαλαίου. Προηγουμένως όμως είναι φυσικά αναγκασμένος να αναπτύξει την έννοια του χρήματος. Έτσι στο Πρώτο Τμήμα (τα Κεφάλαια 1-3): Εμπόρευμα και χρήμα του 1ου τόμου του Κεφαλαίου αναπτύσσει διαδοχικά τις διάφορες μορφές της ανταλλακτικής αξίας του εμπορεύματος μέχρι την τιμιακή του, δηλαδή τη χρηματική του, μορφή, αφού προηγουμένως έχει αναπτύξει ήδη το χρήμα ως τη μορφή ύπαρξης της αφηρημένης εργασίας. Δεδομένου ότι στο επίπεδο παρουσίασης της κεφαλαιακής σχέσης στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου τα εμπορεύματα δεν είναι μόνον, αλλά και εμφανίζονται (όπως δεν εμφανίζονται στην απτή οικονομική πραγματικότητα!) ως προϊόντα της εργασίας και μόνον αυτής, οι χρηματικές τιμές των εμπορευμάτων ως μορφές ύπαρξης της αφηρημένης εργασίας που απαιτήθηκε άμεσα και έμμεσα για την παραγωγή καθενός από αυτά είναι ίσες με τις αξίες τους, δηλαδή με την ποσότητα αφηρημένης εργασίας που απαιτήθηκε άμεσα ή έμμεσα για την παραγωγή καθενός από αυτά. Προσέξτε: Δεν αλλάζει απολύτως τίποτα, εάν αντί να πούμε ότι είναι ίσες, πούμε ότι είναι ανάλογες!

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ο Μαρξ, από τη στιγμή που ανέπτυξε ότι το χρήμα είναι μορφή ύπαρξης της αφηρημένης εργασίας και οι χρηματικές τιμές των εμπορευμάτων είναι ανάλογες των αξιών, θα έπρεπε να πάψει να ομιλεί, όσον αφορά τις σχέσεις ανταλλαγής των εμπορευμάτων στα πλαίσια του δεδομένου μοντέλου του της παρουσίασης της κεφαλαιακής σχέσης στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, για εργασιακές αξίες και να ομιλεί πλέον για χρηματικές τιμές των εμπορευμάτων (οι οποίες είναι εδώ, σ’ αυτό το επίπεδο παρουσίασης, ανάλογες των αξιών).

Το ότι οι χρηματικές τιμές είναι μορφές ύπαρξης, μορφές εμφάνισης των αξιών, όπως ακριβώς το χρήμα είναι μορφή ύπαρξης, μορφή εμφάνισης της αφηρημένης εργασίας, συνιστά ένα ποιοτικό προσδιορισμό – αυτό δεν σημαίνει πως το ότι οι χρηματικές τιμές είναι ανάλογες των αξιών είναι αποκλειστικά και μόνον ένας ποσοτικός προσδιορισμός των χρηματικών τιμών σ’ αυτό το στάδιο παρουσίασης της κεφαλαιακής σχέσης. Διότι αυτή η αναλογία προκύπτει από το ότι σ’ αυτό το στάδιο παράστασης τα εμπορεύματα δεν είναι μόνον (όπως πράγματι είναι!), αλλά και εμφανίζονται (όπως δεν εμφανίζονται στην πραγματικότητα!) ως προϊόντα της εργασίας. Ως εκ του τελευταίου, το συνολικό χρηματικό κέρδος κατανέμεται στους επιμέρους καπιταλιστές κατ’ αναλογίαν του χρηματικού μεταβλητού κεφαλαίου, που χρησιμοποίησε καθένας τους, στο συνολικό μεταβλητό χρηματικό κεφάλαιο, 4 που παρήγαγε αυτό το χρηματικό κέρδος, με συνέπεια οι χρηματικές τιμές να είναι ανάλογες των αξιών και να σχηματίζεται ένα ενιαίο ποσοστό υπεραξίας ή ένας ενιαίος λόγος υπεραξίας προς το άθροισμα της αξίας της εργασιακής δύναμης και της υπεραξίας, ή – πράγμα που είναι το ίδιο – ένας ενιαίος λόγος των ίδιων αυτών μεγεθών αποτιμημένων σε τιμές. Συνεπώς αυτή η αναλογία είναι ως αποτέλεσμα μόνον ένας ποσοτικός προορισμός, ως προς τις αιτίες όμως ένας ποιοτικός.

Σχεδόν μετά την παρουσίαση κάθε αξιακής μορφής μέχρι τη χρηματική μορφή ο Μαρξ παρατηρεί στερεότυπα: Η μορφή αυτή έχει ελλείψεις και πρέπει να εξελιχθεί διαλεκτικά. Μέχρι που φτάνει στην πραγματική αξιακή μορφή, τη χρηματική. Έτσι και εδώ. Η παράσταση της κεφαλαιακής σχέσης στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου παρουσιάζει ελλείψεις και πρέπει να εξελιχθεί, δηλαδή να την αναπτύξει ο Μαρξ, περαιτέρω, πράγμα που κάνει στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου. Εδώ το εμπόρευμα παριστάται μεν ως ό, τι πράγματι είναι, ως προϊόν της εργασίας και μόνον, συγχρόνως όμως παριστάται επίσης και ως αυτό που τη αληθεία μεν δεν είναι, εμφανίζεται όμως στην πραγματικότητα: ως προϊόν του κεφαλαίου. Και πώς συμβαίνει αυτό; Ως εξής: Το συνολικό κέρδος δεν κατανέμεται στους επιμέρους καπιταλιστές ανάλογα με την εργασία τους στη συνολική εργασία, δηλαδή ανάλογα με αυτό που εμφανιζόταν στην προηγούμενη παρουσίαση της κεφαλαιακής σχέσης στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου ως ο δημιουργός του, αλλά ανάλογα με το κεφάλαιό τους στο συνολικό κεφάλαιο, δηλαδή ανάλογα με αυτό που στην τωρινή ανεπτυγμένη παρουσίαση της κεφαλαιακής σχέσης στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου εμφανίζεται (χωρίς να είναι!) ως ο δημιουργός του. Αυτό οδηγεί, για ενιαίο ονομαστικό ωρομίσθιο, σε ένα ενιαίο για όλους τους τομείς ποσοστό κέρδους, το οποίο αντικαθιστά πλέον τον ενιαίο λόγο κέρδους προς μισθούς, και σε τιμές, τις λεγόμενες τιμές παραγωγής, οι οποίες δεν είναι ανάλογες των αξιών και αντικαθιστούν τις τελευταίες.

Τόσο στον πρώτο τόμο όσο και στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου οι τιμές είναι χρηματικές τιμές κι έτσι τιμές αγοράς – για το αντίστοιχο φυσικά επίπεδο παρουσίασης του κεφαλαίου: για το επίπεδο παρουσίασης, στο οποίο τα εμπορεύματα δεν είναι μόνον (όπως πράγματι είναι), αλλά και παριστώνται ως εάν να εμφανίζονταν (καίτοι στην πραγματικότητα δεν εμφανίζονται!) ως προϊόντα της εργασίας, και για το επίπεδο παρουσίασης, στο οποίο τα εμπορεύματα παριστώνται όπως εμφανίζονται (αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι!) ως προϊόντα του κεφαλαίου.

Η μορφή της ανταλλακτικής αξίας του εμπορεύματος, η τιμή αγοράς του, που προκύπτει στην πρώτη περίπτωση, εκείνη που είναι ανάλογη της αξίας του, «παρουσιάζει ελλείψεις», δηλαδή διαφέρει εμφανέστατα κατά πολλούς τρόπους από την πραγματική τιμή αγοράς, και, σ’ ένα δεύτερο επίπεδο παρουσίασης του κεφαλαίου, εξελίσσεται διαλεκτικά σε τιμή παραγωγής, η οποία είναι και αυτή, για αυτό το νέο επίπεδο παρουσίασης, μια τιμή αγοράς – μια τιμή αγοράς ωστόσο που και αυτή πάλι παρουσιάζει ελλείψεις, διότι διαφέρει σημαντικά από τις πραγματικές τιμές αγοράς, και χρειάζεται κανείς πολλά ακόμη βήματα για να την αναπτύξει διαλεκτικά έως την πραγματική τιμή αγοράς, βήματα, όπως η συμπερίληψη στην ερμηνεία της τής σχέσης προσφοράς και ζήτησης, των δομών των αγορών, των κρατικών, διακρατικών και διεθνών θεσμικών εμπορικών ρυθμίσεων κτλ.

Οι μαρξικές τιμές παραγωγής δεν έχουν συλληφθεί λοιπόν ως πραγματικές τιμές αγοράς, αλλά ως ελλιπείς και χρήζουσες εξέλιξης τιμές αγοράς, οι οποίες σκοπό έχουν να δείξουν ποιες θα ήσαν οι τιμές αγοράς, εάν προσδιορίζοντο μόνον – και όσον αφορά το μέγεθος τους – από το γεγονός ότι τα εμπορεύματα εμφανίζονται αποκλειστικά ως προϊόντα του κεφαλαίου. Δεν συλλήφθηκαν ούτε νοούνται ως πραγματικές τιμές αγοράς. Γι’ αυτό και η θεωρία τους δεν θίγεται κατά κανέναν τρόπο από αρνητικές, μηδενικές και απροσδιόριστες τιμές που δύνανται να εμφανιστούν. Σε αντίθεση με τη σραφφαïανή και νεορικαρδιανή θεωρία των τιμών παραγωγής, η οποία θεωρεί τις τελευταίες πραγματικές τιμές αγοράς. Η θεωρία αυτή πλήττεται καίρια από την εμφάνιση τέτοιων τιμών. Γι’ αυτό και, για να τις αποφύγει, προϋποθέτει αποκλειστικά και μόνον την ύπαρξη μη διασπώμενων τεχνικών, στις οποίες δεν εμφανίζονται τέτοιες τιμές, ή όταν σε διασπώμενες τεχνικές εμφανίζονται τέτοιες τιμές, τις κηρύσσει σε ανάξια για τη θεωρία λόγου «παράδοξα», «μυστήρια» ή «εξαιρετικά» φαινόμενα.

Δείξαμε παραπάνω ότι ο Μαρξ ήδη στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, αφ’ ης στιγμής ανέπτυξε τις χρηματικές τιμές, δεν χρειάζεται για την παρουσίαση της ύλης του τις αξίες. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι αυτές και τα αξιακά μεγέθη έχασαν πλέον την αναλυτική τους αξία! Αυτό ισχύει αντιστοίχως και για τον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου και συγκεκριμένα και για την ανάπτυξη των τιμών παραγωγής από τις αξίες, δηλαδή για την λεγόμενη λύση του προβλήματος του μετασχηματισμού (των αξιών σε τιμές παραγωγής). Μπορεί να επιλύσει κανείς αυτό το πρόβλημα και χωρίς να προσφύγει στις αξίες, βάσει μόνον της τεχνικής παραγωγής (για εξωγενώς δεδομένη και στις δύο περιπτώσεις την κατανομή του εισοδήματος). Από καθαρά μαθηματική άποψη τίποτα δεν εμποδίζει κάποιον να χρησιμοποιήσει τις αξίες, όπως έκανε ο vonBortkiewicz (1907) ή όπως κάναμε προσφάτως εμείς με μια προσεγγιστική μέθοδο (δες Σταμάτης 2017). Μετά από αυτήν την αναγκαία παρέκβαση για τη μέθοδο παρουσίασης του αντικειμένου του από τον Μαρξ στο Κεφάλαιο, ας επανέλθουμε το θέμα μας.

Μια έλλειψη της μαρξικής παράστασης της έννοιας του εμπορεύματος και της εξέλιξης της εμπορευματικής μορφής στον καπιταλισμό έως το χρήμα συνίσταται στο ότι δεν αναφέρεται κατ’ αυτήν, στον αναγκαίο για την κατανόησή της βαθμό, στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας μεταξύ ανεξαρτήτων μεταξύ των, ιδιωτικών ιδιοκτητών των μέσων και των αποτελεσμάτων της παραγωγής των και στη διαμεσολάβησή του από την εμπορευματική ανταλλαγή μέσω του χρήματος, δηλαδή από τις αγοραπωλησίες εμπορευμάτων. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Μαρξ τονίζει υπερβολικά τις παραβολές που χρησιμοποιεί για να χαρακτηρίσει τον φετιχιστικό χαρακτήρα, τον οποίον παίρνουν οι εν λόγω κοινωνικές σχέσεις του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και της διαμεσολάβησής του από την εμπορευματική ανταλλαγή, έχει ως συνέπεια, πρώτον, μια ελλιπή κατανόηση και συχνά στρεβλή πρόσληψη της έννοιας του φετιχισμού του εμπορεύματος και του χρήματος και κατά συνέπεια, δεύτερον, μια μετάθεση του βάρους της σημασίας αυτής της έννοιας από τις στρεβλές («gespenstische», 5 «verrückte», 6 «phantasmagorische»7 ) μορφές ύπαρξης της ουσίας των παραπάνω κοινωνικών σχέσεων προς αυτές τις ίδιες τις στρεβλές μορφές ύπαρξης ως φαντάσματα, τρελά φαινόμενα, φαντασμαγορίες, θεολογικά κατασκευάσματα, δηλαδή σε μια διολίσθηση προς τον μυστικισμό· από τη φαντασματική αντικειμενικότητα («gespenstischeGegengständlichkeit») και την αξιακή αντικειμενικότητα («Wertgegenständlichkeit») σε μια suigeneris αντικειμενικότητα και πραγματικότητα, σε ένα κόσμο φαντασμάτων («Geisterwelt»). Με συνέπεια τη μυστικοποίηση, θεολογικοποίηση και μυθοποίηση της έννοιας του φετιχισμού και τον αμοιβαίο φενακισμό των συμμετεχόντων στις συζητήσεις. Επίσης το γεγονός ότι ο Μαρξ θεωρεί εδώ το χρήμα παραγόμενο εμπόρευμα έχει ως συνέπεια να μην είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ φετιχισμού του εμπορεύματος και φετιχισμού του χρήματος.

Ας μας επιτραπεί – λόγω των συνεπειών που είχε και έχει στη συζήτηση για τον φετιχισμό – να επιμείνουμε ακόμη περισσότερο σ’ αυτήν τη διολίσθηση από μια φασματώδη αντικειμενικότητα, την αξιακή αντικειμενικότητα (Wertgegenständlichkeit), από μια suigeneris αντικειμενικότητα σε ένα κόσμο φαντασμάτων και πνευμάτων (Geisterwelt) ολότελα άσχετο με το ζήτημα που θέτει και πραγματεύεται ο Μαρξ. Αυτή η διολίσθηση συντελείται δια της υποστασιοποίησης των κατηγορημάτων που αποδίδονται στο κατηγορούμενο αυτής της φασματώδους αντικειμενικότητας, στο (καπιταλιστικό) εμπόρευμα. Έτσι τη θέση της τελευταίας ως κατηγορημένου παίρνουν τα κατηγορήματα που τής αποδίδονται, αφού πρώτα έχουν συγκροτηθεί αυτά τα ίδια σε αυθύπαρκτο κατηγορούμενο, συγκροτηθέν από τα κατηγορήματα που αποδίδονται στην αξιακή αντικειμενικότητας όχι κυριολεκτικώς, αλλά κατά (ομολογουμένως υπερβολική) παραβολή, για να εκφραστεί εμφανέστερα και να τονιστεί το ίδιον είδος της.

Αυτό το νέο κατηγορούμενο δεν είναι πλέον φασματώδες, μυστηριώδες, κουνημένο, σαλεμένο, σαλό, τρελό, στρεβλό, αλλά είναι η υποστασιοποίηση όλων αυτών των κατηγορημάτων. Τ’ αποτελέσματα είναι: μυθοποίηση, μυστικισμός και εκρομαντισμός του φετιχισμού του εμπορεύματος. Συνεπεία αυτού, αντικείμενο της εν λόγω έρευνας για τον φετιχισμό των καπιταλιστικών εμπορευμάτων δεν είναι πλέον η φασματώδης, τρελή, στρεβλή μορφή εμφάνισης, την όποια παίρνει η ουσία τους, αλλά τώρα η όποια πραγματικότητα – γιατί όχι και η οικονομική; του υποστασιοποιημένου κόσμου των φαντασμάτων και πνευμάτων, την οποία αναζητά κανείς στην Τέχνη (προς το παρόν μόνον στη λογοτεχνία και στο θέατρο, όχι ακόμη και στις εικαστικές τέχνες και τον κινηματογράφο) και προσφάτως και στην ψυχανάλυση.

Ευτυχώς ή δυστυχώς οι εν λόγω ερευνητές δεν γνωρίζουν ακόμα ότι ο Μαρξ ομιλεί για φετιχισμό και στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου κατά την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος στους «συντελεστές παραγωγής» του, «εργασία», «κεφάλαιο» και «γη». Εκεί προσωποποιεί τον «συντελεστή παραγωγής» «κεφάλαιο» ως MonsieurleCapital και τον «συντελεστή παραγωγής» «γη» ως MadamelaTerre – προσωποποιήσεις που μάλλον ελάχιστα προσφέρονται ως εφαλτήριο για μυθοποιήσεις, μυστικισμούς και εκρομαντισμούς. Αλλά ποιος ξέρει; Τίποτα ας μην μας αποτρέπει από το να είμαστε αισιόδοξοι όσον αφορά την ευρηματικότητα και φαντασία του ερευνητικού πνεύματος.

Το πρόβλημα του φετιχισμού του εμπορεύματος και του χρήματος συνίσταται, όπως θα δούμε στα ακόλουθα, στα εξής τρία επιμέρους ζητήματα:

  • Ποιες είναι οι κοινωνικές σχέσεις, για τις οποίες ομιλεί ο Μαρξ αναφορικά με τον φετιχισμό του εμπορεύματος, και σε τι συνίσταται η ουσία τους;

  • Ποιες είναι και γιατί είναι αναγκαίες και αναγκαία στρεβλές οι μορφές ύπαρξης αυτών των σχέσεων και της ουσίας τους;

  • Είναι το αναγκαίον και το αναγκαία στρεβλόν αυτών των μορφών και η αντιστοίχως στρεβλή κοινωνική συνείδηση των τελευταίων από τα δρώντα οικονομικά υποκείμενα αποτέλεσμα των εν λόγω κοινωνικών σχέσεων ή είναι, αντιστρόφως, οι αναγκαίες και αναγκαία στρεβλές μορφές ύπαρξης των εν λόγω κοινωνικών σχέσεων απλώς πλάσμα μιας στρεβλής ψευδούς συνείδησης; Με άλλα λόγια: συνιστά ο φετιχισμός ένα στοιχείο του Είναι ή ένα της κοινωνικής συνείδησης και μόνον;

Ο Μαρξ επανέρχεται στην έννοια του φετιχισμού του εμπορεύματος και του χρήματος στο πρώτο κεφάλαιο του πρώτου τόμου της πρώτης έκδοσης (1867) του Κεφαλαίου. Εδώ στο 1ο μέρος πραγματεύεται τον φετιχισμό του εμπορεύματος, αφού, μετά την ανάλυση της «[αξιακής] μορφής ΙΙ», αναπτύξει την «ειδικά σχετική αξιακή μορφή του γενικού ισοδυνάμου» (Μαρξ 1991: 73) δηλαδή τη μορφή, στην οποία ένα εμπόρευμα που μπορεί να λειτουργεί ως γενικό (αξιακό) ισοδύναμο, στο οποίο εκφράζουν την αξία τους όλα τα λοιπά εμπορεύματα, χωρίς προηγουμένως να έχει αναπτύξει την έννοια του χρήματος, την οποία αναπτύσσει πρώτα στο 2ο μέρος. Το χρήμα το αναπτύσσει, αφού έχει ήδη πρώτα αναπτύξει την έννοια του γενικού ισοδυνάμου εμπορεύματος στο 1ο μέρος, ορθώς από τη διαδικασία ανταλλαγής των εμπορευμάτων, επειδή


«μόνον η σχετική κοινωνική πράξη [δηλαδή εδώ: η ανταλλαγή εμπορευμάτων] δύναται να κάνει ένα ορισμένο εμπόρευμα γενικό ισοδύναμο. Η κοινωνική δράση όλων των άλλων εμπορευμάτων αποχωρίζει ως εκ τούτου ένα ορισμένο εμπόρευμα, στο οποίο όλα τ’ άλλα εκφράζουν τις αξίες τους. Δι’ αυτού η φυσική μορφή αυτού του εμπορεύματος γίνεται κοινωνικά έγκυρη μορφή ισοδύναμου. Το να είναι γενικό ισοδύναμο γίνεται δια της κοινωνικής διαδικασίας ειδική κοινωνική λειτουργία του αποχωρισθέντος εμπορεύματος. Έτσι το εμπόρευμα αυτό γίνεται: χρήμα» (Μαρξ 1991: 87).


Όσον δε αφορά ειδικότερα τον φετιχισμό του χρήματος, ο Μαρξ, για να τον εκθέσει, δεν χρειάζεται να αναπτύξει προηγουμένως την έννοια του χρήματος, αλλά τού αρκεί η ανάπτυξη της έννοιας του εμπορεύματος, αφού κατ’ αυτόν τον ίδιο το χρήμα είναι ένα παραγόμενο εμπόρευμα, έτσι που ο φετιχισμός του χρήματος εμπίπτει με εκείνον του εμπορεύματος. Καίτοι δεν είναι κάθε εμπόρευμα χρήμα επειδή το χρήμα είναι εμπόρευμα.


«Είδαμε, πώς το πράγμα, στο οποίο παριστάνεται το αξιακό μέγεθος ενός άλλου πράγματος, φαίνεται σαν να κατέχει ήδη στην απλή έκφραση της ανταλλακτικής αξίας: x εμπόρευμα Α = y εμπόρευμα B τη μορφή του τού ισοδύναμου ανεξάρτητα από αυτήν την έκφραση ως κοινωνική φυσική ιδιότητα. Παρακολουθήσαμε τη σταθεροποίηση αυτής της ψευδούς φαινομενικότητας. Η ψευδής αυτή φαινομενικότητα ολοκληρώνεται, μόλις η μορφή του γενικού ισοδύναμου συνυφανθεί με τη φυσική μορφή ενός ιδιαιτέρου είδους εμπορεύματος ή αποκρυσταλλωθεί σε χρηματική μορφή. Ένα εμπόρευμα φαίνεται να γίνεται χρήμα όχι μόλις κι επειδή όλα τα άλλα εμπορεύματα παριστάνουν σ’ αυτό τις αξίες τους, αλλά, αντιστρόφως, αυτά φαίνονται να παριστάνουν γενικά τις αξίες τους σ’ εκείνο, επειδή είναι χρήμα . Η διαμεσολαβούσα κίνηση εξαφανίζεται στο ίδιο της το αποτέλεσμα και δεν αφήνει πίσω της κανένα ίχνος. Τα εμπορεύματα βρίσκουν έτοιμη χωρίς δική τους συμβολή την αξιακή μορφή τους ως έξω από αυτά και πλάι σ’ αυτά τα ίδια υπάρχοντα σώματα εμπορευμάτων. Αυτά τα πράγματα, ο χρυσός και ο άργυρος, όπως βγαίνουν από τα σωθικά της γης, είναι συγχρόνως η άμεση ενσάρκωση κάθε ανθρώπινης εργασίας. Εξ αυτού η μαγεία του χρήματος. Η απλώς ατομιστική συμπεριφορά των ανθρώπων κατά την κοινωνική διαδικασία παραγωγής τους και ως εκ τούτου η από τον έλεγχό τους και τις συνειδητές ατομικές πράξεις τους ανεξάρτητη, υλική μορφή των δικών τους σχέσεων παραγωγής εμφανίζεται καταρχάς στο ότι τα προϊόντα της εργασίας τους λαμβάνουν γενικά τη μορφή του εμπορεύματος. Το αίνιγμα του φετίχ του χρήματος είναι ως εκ τούτου απλώς το ορατό πλέον και εκτυφλωτικό αίνιγμα του ίδιου του φετίχ του εμπορεύματος» (Μαρξ 1991: 95).


Ο φετιχισμός του εμπορεύματος και του χρήματος είναι αναγκαία και αναγκαία στρεβλή μορφή ύπαρξης και εμφάνισης ορισμένων κοινωνικών σχέσεων και συγκεκριμένα σχέσεων παραγωγής, δηλαδή σχέσεων, τις οποίες συνάπτουν οι κοινωνικοί άνθρωποι κατά την παραγωγή τόσο των προς το ζην αναγκαίων όσο και των κοινωνικών όρων, προϋποθέσεων και συνθηκών αυτής της παραγωγής, δηλαδή κατά την παραγωγή αυτών των ιδίων των σχέσεων παραγωγής. Η στρέβλωση κατά την εκδήλωση, εμφάνιση και εντέλει την ύπαρξη αυτών των κοινωνικών σχέσεων συνίσταται στο ότι αυτές εκδηλώνονται, εμφανίζονται και εντέλει υπάρχουν ως σχέσεις όχι μεταξύ κοινωνικών ανθρώπων, αλλά μεταξύ πραγμάτων.

Σε τι όμως συνίστανται αυτές οι σχέσεις; Ποιες είναι αυτές; Για ποιες σχέσεις πρόκειται; Πρόκειται για τις σχέσεις που συνάπτουν μεταξύ τους ιδιωτικοί, ανεξάρτητοι μεταξύ των παραγωγοί, η μεταξύ αλλήλων ανεξαρτησία των οποίων συνίσταται στο ότι αναγνωρίζουν εαυτούς αμοιβαία ως ιδιωτικούς ιδιοκτήτες των μέσων και των αποτελεσμάτων (= προϊόντων) της δικής τους ατομικής παραγωγής, στο πλαίσιο του κοινωνικού καταμερισμού (και συνδυασμού) της εργασίας που τους συνδέει. Σε τι συνίσταται ο κοινωνικός καταμερισμός (και συνδυασμός) της εργασίας; Στο ότι κανένας παραγωγός δεν μπορεί να παράξει ό, τι παράγει, αν και οι άλλοι δεν παράξουν ό, τι παράγουν, διότι καθένας τους χρειάζεται για την παραγωγή του και προϊόντα, τα οποία δεν παράγει και καταρχάς δεν κατέχει ο ίδιος (καθώς επίσης, εάν πρόκειται για καπιταλιστική παραγωγή, ξένη εργασιακή δύναμη, την οποία αυτονοήτως δεν διαθέτει ο ίδιος), αλλά πρέπει να μπορέσει να προμηθευτεί, για να δυνηθεί να παράξει ό, τι επιθυμεί να παράξει και εντέλει παράγει. Πώς τα προμηθεύεται; Αγοράζοντάς τα με χρήμα, το οποίο πήρε πουλώντας τα δικά του προϊόντα. Συγχρόνως αγοράζει από τους εργαζόμενους εργασιακή δύναμη η οποία δι’ αυτού γίνεται κι αυτή εμπόρευμα. Στη διαδικασία παραγωγής του δικού του ή των δικών του προϊόντων συνδυάζει την εργασιακή δύναμη που αγόρασε με τις διάφορες νεκρές εργασίες, οι οποίες παριστώνται στα μέσα παραγωγής, πρώτες ύλες κτλ. που αγόρασε από άλλους παραγωγούς (κοινωνικός συνδυασμός της εργασίας), διεκπεραιώνει την παραγωγή του και παράγει το δικό του ή τα δικά του προϊόντα. Τα αγοραπωλούμενα, δηλαδή τα μέσω χρήματος ανταλλασσόμενα προϊόντα της εργασίας, τα οποία μετά την παραγωγή τους βρίσκονται στην ιδιοκτησία του αντίστοιχου ιδιωτικού, ανεξάρτητου παραγωγού, γίνονται μέσω αυτής ακριβώς της ανταλλαγής εμπορεύματα. Η ίδια αυτή ανταλλαγή δεν μεταμορφώνει μόνον τα προϊόντα της εργασίας σε εμπορεύματα, αλλά παράγει και δημιουργεί το χρήμα, μέσω του οποίου διαμεσολαβείται και διεξάγεται. Πιο συγκεκριμένα, δια της ανταλλαγής των προϊόντων της εργασίας των διαφόρων παραγωγών ως εμπορευμάτων μέσω του χρήματος οι ιδιωτικές εργασίες αυτών των παραγωγών γίνονται κοινωνική εργασία, οι διαφορετικές συγκεκριμένες (konkrete) εργασίες τους (στηΣυμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας ο Μαρξ τις ονομάζει reale ή άλλοτε wirklicheArbeiten, δηλαδή πραγματικές εργασίες) γίνονται εργασία εν γένει, εργασία καθόλου, αφηρημένη εργασία. Αυτή η τελευταία δημιουργεί την αξία των εμπορευμάτων και αποτελεί την ουσία τους. Η γενική μορφή εμφάνισης και ύπαρξης της αφηρημένης εργασίας είναι το χρήμα. Σ’ αντιστοιχία, τέλος, μ’ αυτό το τελευταίο οι τιμές, οι πραγματικές τιμές αγοράς των εμπορευμάτων, είναι μορφές εμφάνισης και ύπαρξης της αφηρημένης εργασίας.

Ειρήσθω εν παρόδω ότι σύμφωνα με τα παραπάνω ο διαμεσολαβούμενος από την αγοραπωλησία των εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου της εργασιακής δύναμης, κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας συγκροτεί από οικονομική άποψη τους μεταξύ τους ανεξάρτητους παραγωγούς σε (καπιταλιστική) κοινωνία (δες Σταμάτης 2001). Κι επίσης ότι η θεωρία της αξίας συνιστά τη θεωρία συγκρότησης του αντικειμένου της επιστήμης αυτής ακριβώς της κοινωνίας, της αστικής κοινωνίας (δες Σταμάτης 1991).

Δια της διαμεσολαβούσας τον κοινωνικό καταμερισμό και συνδυασμό της εργασίας μέσω του χρήματος διεξαγόμενης ανταλλαγής εμπορευμάτων, οι παραπάνω κοινωνικές σχέσεις μεταξύ προσώπων λαμβάνουν πραγματώδη μορφή, πραγμοποιούνται, εμφανίζονται ως σχέσεις μεταξύ πραγμάτων, δηλαδή ως σχέσεις μεταξύ των μέσω του χρήματος ανταλλασσομένων προϊόντων της εργασίας ως εμπορευμάτων. Και αντιστρόφως: Πράγματα, εδώ τα μέσω του χρήματος ως εμπορεύματα ανταλλασσόμενα προϊόντα της εργασίας, εμφανίζονται ως δρώντα και συνάπτοντα σχέσεις πρόσωπα. Η μέσω του χρήματος ανταλλαγή των προϊόντων της εργασίας ως εμπορευμάτων και το ίδιο το χρήμα είναι τα φετίχ του κοινωνικού καταμερισμού (και συνδυασμού) της εργασίας και της ίδιας της αφηρημένης εργασίας αντιστοίχως.

Ο φετιχισμός του εμπορεύματος και του χρήματος είναι, πρώτον, αναγκαίο και, δεύτερον, αναγκαία στρεβλό φαινόμενο, επειδή, πρώτον, είναι αναγκαία μορφή εμφάνισης και ύπαρξης των σχέσεων που εγκαθιδρύει μεταξύ των παραγωγών ο κοινωνικός καταμερισμός και συνδυασμός της εργασίας και, δεύτερον, το εμπόρευμα, δηλαδή η ανταλλακτική αξία, καθώς και το χρήμα είναι φετίχ της αφηρημένης εργασίας, δηλαδή στρεβλή εμφάνιση και παράσταση της τελευταίας.

Ο φετιχισμός του εμπορεύματος και του χρήματος είναι πρωταρχικά και κυρίως προσδιοριστικότητα του Είναι, της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας, και όχι της συνείδησης. Οι αντιλήψεις, παραστάσεις και κατηγορίες για τις φετιχοποιημένες, πραγμοποιημένες, στρεβλές μορφές ύπαρξης των εν συζητήσει κοινωνικών σχέσεων τόσο των δρώντων οικονομικών υποκειμένων όσο και «της αστικής [Πολιτικής] Οικονομίας. Είναι κοινωνικά έγκυρες, δηλ. αντικειμενικές μορφές σκέψης για τις σχέσεις παραγωγής αυτού του ιστορικού προσδιορισμένου τρόπου παραγωγής» (Μαρξ 1991: 78).

Όπως θα δούμε στη συνέχεια, δεν είναι μόνον κοινωνικά έγκυρες μορφές σκέψης, αλλά και κοινωνικά έγκυρο πλαίσιο και πεδίο δράσης των οικονομικών υποκειμένων.

Ο Μαρξ είναι σαφέστατος ως προς το ότι οι αντιλήψεις των ανθρώπων για τη διαμεσολάβηση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας από τη μέσω χρήματος ανταλλαγή εμπορευμάτων δεν συνιστά ένα είδος « ψευδούς» συνείδησης, αλλά οφείλεται στο ίδιο το αντικείμενο αυτών των αντιλήψεων. Γράφει:


«[…] για να θέσουν σε αμοιβαία αναφορά τα προϊόντα τους ως εμπορεύματα, οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να θέσουν τις διάφορες εργασίες τους ίδιες με αφηρημένη ανθρώπινη εργασία. Δεν το γνωρίζουν, αλλά το πράττουν, ανάγοντας το υλικό πράγμα στην αφαίρεση αξία. Αυτό είναι μια αυτοφυής και ως εκ τούτου ασυνείδητα ενστικτώδης πράξη του νου τους, η οποία αναφύεται αναγκαστικά από τον ιδιαίτερο τρόπο της υλικής παραγωγής τους και από τις σχέσεις, στις οποίες τους εγκαθιστά αυτή η παραγωγή. Εν πρώτοις η σχέση τους είναι defacto δεδομένη. Δεύτερον, όμως, επειδή είναι άνθρωποι, η σχέση τους υπάρχει ως σχέση για αυτούς. Ο τρόπος, κατά τον οποίο υπάρχει για αυτούς ή κατά τον οποίο αντανακλάται στο νου τους, εκπηγάζει από τη φύση της ίδιας της σχέσης» (Μαρξ 1991: 77).


Η τελευταία πρόταση, νομίζω, τα λέει όλα με πολύ σαφή τρόπο. Αποκαλυπτικός είναι επίσης ο τρόπος, κατά τον οποίο σύμφωνα με τον Μαρξ εξαφανίζεται ο φετιχισμός του εμπορεύματος και του χρήματος:


«Οι συνθήκες [πρόκειται για τη «σχέση», για την οποία μίλησε μόλις παραπάνω – Γ.Σ] όμως μπορούν να παρουσιάζονται μόνον ως αυτό που είναι. Η μορφή της κοινωνικής βιωτικής διαδικασίας, δηλαδή της υλικής διαδικασίας παραγωγής, αποβάλλει αμέσως το μυστικιστικό της πέπλο νεφέλης, μόλις βρεθεί ως προϊόν ελευθέρως κοινωνίαν συγκροτούντων ανθρώπων υπό τον προγραμματισμένο έλεγχό τους» (Μαρξ 1991: 80).


Ο Μαρξ εννοεί εδώ προφανώς μια κομμουνιστική κοινωνία, στην οποία ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας προγραμματίζεται συνειδητά από τους εργαζόμενους παραγωγούς – με συνέπεια, λόγω ακριβώς αυτής της μεταβολής των σχέσεων παραγωγής, να μεταβάλλεται και η συνείδηση των οικονομικά δρώντων υποκειμένων γι’ αυτές τις σχέσεις και να εξαφανίζεται ο φετιχισμός του εμπορεύματος και του χρήματος. Ο Μαρξ αναφέρεται στη δεύτερη έκδοση του 1ου τόμου του Κεφαλαίου στο αντίστοιχο σημείο και σε άλλες, πέραν της κομμουνιστικής, οικονομίες ή κοινωνικούς σχηματισμούς, όπου λόγω των σχέσεων παραγωγής δεν υφίσταται ο φετιχισμός του εμπορεύματος και του χρήματος. Όπως η οικονομία του Ροβισώνα Κρούσου, στην οποία δεν υπάρχουν περισσότεροι του ενός παραγωγοί και συνεπώς κανένας κοινωνικός, αλλά μόνον ένας ατομικός καταμερισμός της εργασίας, σύμφωνα με τον οποίο ο μοναδικός παραγωγός κατανέμει την εργασία του στην παραγωγή διαφόρων προϊόντων, η μεσαιωνική κοινωνία, στην οποία, επειδή τη βάση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας αποτελούν προσωπικές σχέσεις εξάρτησης, οι εργασίες και τα προϊόντα δεν χρειάζεται να πάρουν διάφορες, από την πραγματική τους ύπαρξη διαφορετικές, φανταστικές μορφές. Όπως, τέλος, στην περίπτωση άμεσα κοινωνικοποιημένης εργασίας στην αυτοφυή της μορφή που συναντούμε στο ιστορικό κατώφλι όλων των πολιτισμένων λαών (Μαρξ 1963: 87- 92). Στις ίδιες οικονομίες και κοινωνικούς σχηματισμούς αναφέρεται, όπως θα δούμε ο Μαρξ και στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου.

Ο φετιχισμός του εμπορεύματος και του χρήματος είναι λοιπόν αναγκαία και αναγκαία στρεβλή συνέπεια των σχέσεων παραγωγής και όχι «αυθαίρετο προϊόν αναστοχάσης των ανθρώπων» (Μαρξ 1991: 93). Γράφει ο Μαρξ σχετικά:


«Η διαδικασία ανταλλαγής δεν δίνει στο εμπόρευμα, το οποίο μεταμορφώνει σε χρήμα την αξία του, αλλά την ειδική αξιακή μορφή του. Η σύγχυση των δύο αυτών προσδιορισμών μας παραπλανεί να θεωρήσουμε την αξία του χρυσού και του άργυρου φανταστική. Επειδή το χρήμα σε ορισμένες λειτουργίες του δύναται να υποκατασταθεί από απλά σημεία του ίδιου του εαυτού του, δημιουργήθηκε η άλλη πλάνη, ότι το χρήμα είναι απλό σημείο. Αφετέρου σ’ αυτήν την πλάνη εμπεριέχεται η υπόνοια, ότι η χρηματική μορφή ενός πράγματος είναι ξένη προς το ίδιο και απλή μορφή εμφάνισης ανθρωπίνων σχέσεων που κρύβονται πίσω απ’ αυτό. Κατ’ αυτήν την έννοια κάθε εμπόρευμα θα ήταν ένα σημείο, επειδή ως αξία είναι απλώς υλικό περίβλημα της για την παραγωγή του ξοδευθείσας ανθρώπινης εργασίας. Ερμηνεύοντας όμως τους κοινωνικούς χαρακτήρες, τους οποίους λαμβάνουν τα πράγματα, ή τους υλικούς χαρακτήρες, τους οποίους λαμβάνουν οι κοινωνικοί προσδιορισμοί της εργασίας, ως απλά σημεία, τους ερμηνεύει κανείς ταυτοχρόνως ως αυθαίρετο προϊόν αναστόχασης των ανθρώπων. Αυτό υπήρξε προσφιλής τρόπος διαφώτισης του 18ου αιώνα, για να αφαιρέσει κανείς από τα αινιγματικά σχήματα ανθρώπινων σχέσεων, τη διαδικασία γένεσης των οποίων δεν μπορούσε ακόμη να αποκρυπτογραφήσει, προσωρινά τουλάχιστον την εντύπωση του παράξενου» (Μαρξ 1991: 92-94).


Ο φετιχισμός του εμπορεύματος και του χρήματος όχι μόνον δεν είναι αυθαίρετο προϊόν αναστόχασης των ανθρώπων, δημιούργημα της σκέψης και της νόησής τους, αλλά αποτελεί ασφαλές πλαίσιο και υπόβαθρο των οικονομικών ενεργειών και δραστηριοτήτων τους. Ένα παράδειγμα δεν είναι ίσως και τόσο περιττό, όσο νομίζουμε ότι είναι ή όσο θα έπρεπε να είναι. Ας αρχίσουμε μ’ ένα τετριμμένο. Παραγγέλνετε καλοκαίρι βράδυ στην πλατεία ένα ωραίο παγωτό. Ας μην το περιγράψουμε. Είναι πάντα ωραίο, ακόμα κι όταν έχει πια περάσει το καλοκαίρι. Κι αφού το απολαύσετε, δίνετε αντ’ αυτού στον σερβιτόρο ένα τυπωμένο χαρτί. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα αρνείτο να παραδεχθεί ότι οι ενέργειες που μόλις περιγράψαμε είναι μαγικές ή τρελές. Κι ωστόσο υπαρκτές! Εμείς βέβαια γνωρίζουμε τι εκφράζουν, τίνων κοινωνικών σχέσεων στρεβλές μορφές εμφάνισης και ύπαρξης είναι. Κι ένα δεύτερο παράδειγμα: Έστω ότι κάποιος επιθυμεί να αποκτήσει μια κατοικία ορισμένων προδιαγραφών (ορισμένων τετραγωνικών μέτρων κτλ.). Κατά κάποιο τρόπο η συζήτηση καταλήγει στο ανιαρό ερώτημα τι απαιτείται για να εκπληρωθεί η επιθυμία του φίλου μας. Αυτός απαντά βαριεστημένα στην κακόγουστη ερώτηση: Μα τι άλλο; Χρήματα. Και αναφέρει ένα ορισμένο ποσό ευρώ. Ο κοινωνικός επιστήμονας της ομηγύρεως αντιτείνει, αντιθέτως ότι κάποιοι θα πρέπει να έχουν ήδη εργαστεί για να έχει κτιστεί, αν υπάρχει ήδη, ή κάποιοι να έχουν ήδη εργαστεί και άλλοι επίσης να εργαστούν για να κτιστεί, εάν πρόκειται να κτιστεί τώρα, η κατοικία. Στη συζήτηση που ακολουθεί δεν βρίσκουν άκρη. Στην επόμενη συνάντηση ο επίδοξος αγοραστής καταθέτει το αποστομωτικό του επιχείρημα: ανακοινώνει ότι αγόρασε την κατοικία, πληρώνοντας το σχετικό ποσό. Ωστόσο, όπως και ο καταναλωτής του παγωτού, δεν ψιλιάστηκε καν ότι συμμετείχε σε μια μαγική, τρελή ενέργεια – πράγμα, στο οποίο τού επέστησε την προσοχή ο κοινωνικός επιστήμονας, καταθέτοντας εκ νέου το δικό του επίσης ορθό επιχείρημα – αλλά έμεινε, κατανοητό στον καθένα, με την ορθή εντύπωση ότι συμμετείχε απλώς σε μια συνήθη αγοραπωλησία.

Ο Μαρξ, για να τονίσει τη σπουδαιότητα της σημασίας της εμπορευματικής μορφής του προϊόντος της εργασίας και του απ’ αυτήν αναφυόμενου φετιχιστικού χαρακτήρα του εμπορεύματος και του χρήματος, να παραξενέψει τον αναγνώστη και να προκαλέσει έτσι την αυξημένη του προσοχή, χαρακτηρίζει στα πλαίσια υπερβολικών ίσως παραβολών το εμπόρευμα «ένα πολύ μπερδεμένο πράγμα, γεμάτο μεταφυσικές λεπτολογίες και θεολογικές παραξενιές» (Μαρξ 1991: 74, 85), ένα «αισθητηριακά αντιληπτό υπεραισθητό πράγμα» (Μαρξ 1991: 85) που [εν προκειμένω ένα ξύλινο τραπέζι – Γ.Σ.] «δεν στέκει μόνον με τα πόδια του στη γη, αλλά στήνεται απέναντι σ’ όλα τ’ άλλα εμπορεύματα με το κεφάλι κάτω και τα πόδια ψηλά και βγάζει από το ξυλοξεροκέφαλό του λόξες πολύ πιο παράδοξες απ’ ό, τι αν άρχιζε να χορεύει αυτοβούλως» (Μαρξ 1991: 74, 85), ένα «κοινωνικό ιερογλυφικό» (Μαρξ 1991: 88) ένα πράγμα «μυστικιστικού χαρακτήρα» (Μαρξ 1991: 75, 85), «αινιγματικ[ού] χαρακτήρα[ς] (Μαρξ 1991: 77), «γεμάτο μυστήρια» (Μαρξ 1991: 86) και την εμπορευματική μορφή του προϊόντος της εργασίας «φαντασμαγορική» (Μαρξ 1991: 86) και «τρελή» (Μαρξ 1991: 78, 90). Τους χαρακτηρισμούς αυτούς επαναλαμβάνει και στη δεύτερη έκδοση του 1ου τόμου του Κεφαλαίου (δες Μαρξ 1963: 82 κ.ε.).

Η δραστικότητα αυτών των μαρξικών χαρακτηρισμών του εμπορεύματος και της εμπορευματικής μορφής του εμπορεύματος επέτρεψε σε εκπροσώπους ενός είδους κριτικής του πολιτισμού, υποστασιοποιώντας τις μαρξικές παραβολές, να μεταθέσουν το ζήτημα από αυτό της πραγμοποίησης ορισμένων σχέσεων παραγωγής – και συγκεκριμένα των σχέσεων του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και της διαμεσολάβησής του από τη μέσω του χρήματος εμπορευματική ανταλλαγή, δηλαδή από τη μεταμόρφωση των προϊόντων της εργασίας σε εμπορεύματα και την ανάπτυξη του χρήματος – σε εκείνο των ηθελημένα υπερβολικών παραβολικών ιδιοτήτων του εμπορεύματος και των μορφών του και της πραγματευσής τους όχι παραβολικά, αλλά κυριολεκτικά σ’ ένα μυστικιστικό, τρελό κόσμο, με συνέπεια την κατά υποστασιοποιητικό τρόπο μυστικοποίηση, μυθοποίηση και εκφενακισμό τους καθώς και στο θάμπωμα της ματιάς για τη διάκριση της πραγμοποίησης των εν συζητήσει κοινωνικών και της προσωποποίησης των αντιστοίχων μεταξύ πραγμάτων σχέσεων.

Ο Αdorno π.χ. ζήτησε κάποτε από τον καλότατο Benjamin να πάψει να ασχολείται με την ψυχή [;!] και να ασχοληθεί με τη φαντασμαγορία – ναι αυτήν ακριβώς! – του εμπορεύματος. Για να κατανόησει ο αναγνώστης το μέγεθος του φενακισμού και του παραλογισμού: Phantasmagorie (φαντασμαγορία) είναι η τεχνητή, μέσω μαγικού φανού, παράσταση απατηλών μορφωμάτων, όπως φαντασμάτων και παρομοίων μορφών, κυρίως στη σκηνή του θεάτρου. Πρόκειται δηλαδή για τεχνητά, με τη βοήθεια μαγικού φανού δημιουργούμενα απατηλά φωτιστικά εφέ, όπως τα γνωρίζουμε και από τις Επιλεκτικές συγγένειες8 του Goethe (απ’ όπου κατά τα λοιπά τις γνώριζε πιθανότατα και ο Μαρξ)! Εφευρέτης τους υπήρξε ένας Gaukler («θαυματοποιός»), ο οποίος τις παρουσίαζε σε πανηγύρεις.

Η τάση ενισχύθηκε στη μεταμοντέρνα εποχή της ελευθεριότητας και ανευθυνότητας κατά τη χρήση κειμένων και την ανάπτυξη ιδίων αφηγημάτων – προς ηθικήν διάπλασιν, τέρψιν τε και αναψυχήν της διψώσης δια μάθησιν νεολαίας.

Αφ’ ου ο Μαρξ ανέπτυξε την έννοια του χρήματος και στη συνέχεια εξέθεσε (στον τρίτο και τελευταίο μέρος του πρώτου κεφαλαίου) της πρώτης έκδοσης και στο δεύτερο και τρίτο κεφάλαιο της δεύτερης έκδοσης του 1ου τόμου του Κεφαλαίου) τις διάφορες λειτουργίες του χρήματος, περνάει κατόπιν στο δεύτερο κεφάλαιο της πρώτης και στο δεύτερο τμήμα της δεύτερης εκδόσεως στη «μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο».

Ό, τι ακολουθεί στον 1ο τόμο δεν αφορά το θέμα μας. Ωστόσο η πραγμάτευση του τελευταίου δεν τελειώνει εδώ. Γι’ αυτό τον λόγο είναι, σχετικά με όσα ακολουθούν στον 1ο τόμο, αναγκαίες ορισμένες διασαφηνίσεις. Εδώ, στον 1ο τόμο, αναπτύσσεται και παρουσιάζεται από τον Μαρξ η ουσία του κεφαλαίου, η ουσία της κεφαλαιακής σχέσης, δηλαδή της σχέσης μεταξύ του ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής, του καπιταλιστή, και του ιδιοκτήτη της εργασιακής δύναμης, του υπό το κεφάλαιο μισθωτού εργαζόμενου, την εργασιακή δύναμη του οποίου αγοράζει αντί αντιτίμου (= μισθού) ο τελευταίος, για να την ξοδέψει στη διαδικασία παραγωγής προς παραγωγήν ορισμένων εμπορευμάτων για λογαριασμό του. Η τιμή μιας μονάδας εργασιακής δύναμης (w) είναι συστηματικά μικρότερη από την τιμή του καθαρού προϊόντος που παράγει το ξόδεμα αυτής της μονάδας εργασιακής δύναμης (w + π), όπου π το κέρδος που παράγει το ξόδεμα μιας μονάδας εργασιακής δύναμης.

Τα εμπορεύματα, για τα οποία έγινε λόγος στα προηγούμενα, είναι λοιπόν καπιταλιστικά εμπορεύματα, δηλαδή εμπορεύματα, η τιμή των οποίων περιέχει κέρδος. Ωστόσο, ενώ στην οικονομική πραγματικότητα αυτά τα εμπορεύματα εμφανίζονται, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ως προϊόντα του κεφαλαίου και όχι ως προϊόντα της εργασίας που τη αληθεία είναι, ο Μαρξ τα παριστά στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου ως εμφανιζόμενα στην οικονομική πραγματικότητα ως ό, τι πράγματι είναι, αλλά ωστόσο δεν εμφανίζονται σε αυτήν: ως προϊόντα της εργασίας. Σε αντιστοιχία με αυτήν την παρουσίαση και παράσταση των εμπορευμάτων ως προϊόντων της εργασίας και όχι του κεφαλαίου, το συνολικό κέρδος που παράγει η ποσότητα ζωντανής εργασίας που χρησιμοποιήθηκε στην παραγωγή τους κατανέμεται στους επιμέρους καπιταλιστές κατ’ αναλογίαν του ποσοστού της ποσότητας ζωντανής εργασίας που χρησιμοποίησε ο καθένας τους στη συνολικά από όλους τους χρησιμοποιηθείσα ποσότητα ζωντανής εργασίας. Δηλαδή το κέρδος κάθε καπιταλιστή προκύπτει ως το γινόμενο αυτού του ποσοστού και του συνολικού κέρδους. Αν ισχύει ένα ενιαίο, για όλους τους καπιταλιστές ίσο σε τιμές υπολογισμένο ονομαστικό ωρομίσθιο, τότε μπορεί να δείξει κανείς ότι και το σε τιμές υπολογισμένο ποσοστό υπεραξίας, δηλαδή ο λόγος κερδών προς μισθούς είναι ίσος σε όλους τους καπιταλιστές, επικρατεί δηλαδή ένα ενιαίο σε τιμές υπολογισμένο ποσοστό υπεραξίας. Στην περίπτωση αυτή, όπως μπορεί να δείξει κανείς (δες Σταμάτης 1992: 54κε.), οι τιμές είναι ανάλογες ή ίσες των αξιών.

Και αυτή η αναλογία ή ισότητα μεταξύ τιμών και αξιών είναι εδώ, στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου, για ενιαίο σε τιμές υπολογισμένο ονομαστικό ωρομίσθιο, συνέπεια της παράστασης των εμπορευμάτων και συνεπώς και των αξιών τους ως προϊόντων της εργασίας, που πράγματι είναι, αλλ’ ωστόσο δεν εμφανίζονται στην οικονομική πραγματικότητα ως τέτοια. Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου η εργασία παριστάται εμφανιζόμενη στην οικονομική πραγματικότητα ως ό, τι μεν πράγματι είναι, ως ό, τι όμως δεν εμφανίζεται, δηλαδή ως ο παράγων που δημιουργεί τα εμπορεύματα και τις αξίες ή τις τιμές τους και συνεπώς τους ονομαστικούς μισθούς σε αξίες ή σε τιμές και την υπεραξία ή το κέρδος. Ιδιαιτέρως παριστάται η εργασία ως ο παράγων που δημιουργεί το κέρδος, επειδή κάθε επιμέρους κεφάλαιο συμμετέχει στο συνολικό κέρδος κατ’ αναλογίαν του ποσοστού ζωντανής εργασίας που χρησιμοποιεί στη συνολική ζωντανή εργασία.

Σε ένα μόνον σημείο αποκλίνει η μαρξική παρουσίαση της εργασίας από εκείνην που δώσαμε παραπάνω: Καίτοι η εργασία δεν παράγει μόνον τους μισθούς των μισθωτών εργαζομένων αλλά και τα κέρδη των καπιταλιστών, αυτά τα τελευταία, ενώ τα παρήγαγε ή εργασία, δεν τα ιδιοποιούνται οι εργαζόμενοι, αλλά οι καπιταλιστές, αδιάφορο ότι κατανέμονται σ’ αυτούς κατ’ αναλογίαν της ποσότητας εργασίας που χρησιμοποίησαν. Έτσι όμως συγχρόνως αυτά τα κέρδη εμφανίζονται στην πραγματικότητα ως προϊόν του κεφαλαίου, και όχι όπως τα παριστά εμφανιζόμενα ο Μαρξ στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου ως προϊόν της εργασίας. Πώς; Ως εξής: Στον καπιταλισμό δεν εμφανίζεται ως παραγωγός ενός προϊόντος, ενός εμπορεύματος, μιας ανταλλακτικής αξίας ή εισοδήματος αυτός, ο οποίος το παρήγαγε πράγματι, αλλά αυτός που το παρήγαγε ή έβαλε να το παράξουν για λογαριασμό του και δι’ αυτού το ιδιοποιήθηκε, κατέστη δηλαδή ιδιοκτήτης του. Έτσι λοιπόν στον καπιταλισμό ο μόνος που παράγει δι’ ίδιον λογαριασμόν είναι ο καπιταλιστής. Αυτός αγοράζει εργασιακή δύναμη, χρήση τοκοφόρου χρηματικού κεφαλαίου για ορισμένο χρόνο, χρήση γης για ορισμένο χρόνο και παράγει δι’ ίδιον λογαριασμόν ένα ακαθάριστο προϊόν, το οποίο πωλεί στην αγορά. Από τα αντίστοιχα έσοδα πληρώνει μέσα παραγωγής για την αντικατάσταση των φθαρμένων μέσων παραγωγής, μισθούς, τόκους και γαιοπρόσοδο. Το υπόλοιπο αποτελεί το επιχειρηματικό κέρδος, το οποίο ιδιοποιείται αυτός ο ίδιος (Το άθροισμα του επιχειρηματικού κέρδους, των τόκων και της γαιοπροσόδου αποτελεί το συνολικό κέρδος). Όμως, όπως ο καπιταλιστής παράγει το επιχειρηματικό κέρδος, έτσι παράγουν και ο εργάτης την τιμή της εργασιακής του δύναμης, ο ιδιοκτήτης χρηματικού κεφαλαίου ένα ποσό τόκου και ο γαιοκτήμονας ένα ποσό γαιοπροσόδου.

Στο μέτρο όμως που ο Μαρξ στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου αντιπαρέρχεται την ανάλυση της λεγόμενης λειτουργιακής κατανομής του συνολικού κοινωνικού προϊόντος, δηλαδή της κατανομής του στους «συντελεστές παραγωγής» «εργασία», «χρηματικό κεφάλαιο», «επιχειρηματικό κεφάλαιο» και «γαιοκτησία», ισχύουν όσα ελέχθηκαν αρχικά για το είδος της παρουσίασης του κεφαλαίου στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου: Ενώ στην οικονομική πραγματικότητα αυτό εμφανίζεται ως ο παράγων που παράγει τα εμπορεύματα και τις αξίες τους, ως αυτός ο τελευταίος παράγων παριστάται από τον Μαρξ όχι το κεφάλαιο, αλλά η εργασία, η οποία, ενώ πράγματι είναι αυτή που παράγει τα εμπορεύματα και τις αξίες τους, στην οικονομική πραγματικότητα δεν εμφανίζεται ως αυτό το τελευταίο που ωστόσο πράγματι είναι.

Έτσι στο πλαίσιο αυτής της μαρξικής παρουσίασης του κεφαλαίου στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου αυτό που ο Μαρξ ονομάζει φετιχισμό του εμπορεύματος και του χρήματος είναι η πραγμοποίηση των κοινωνικών σχέσεων του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και της διαμεσολάβησής του από την εμπορευματική ανταλλαγή, ακριβέστερα: από την αγοραπωλησία των προϊόντων της εργασίας ως εμπορευμάτων και, κατ’ αντίστροφον αντιστοιχίαν, την προσωποποίηση των σχέσεων μεταξύ των ποσοτήτων των ανταλλασσόμενων, ακριβέστερα: των αγοραπωλούμενων εμπορευμάτων κατά τη διαμεσολάβηση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Αυτό ακριβώς και τίποτε άλλο είναι ο φετιχισμός του εμπορεύματος και του χρήματος, για τον οποίον γίνεται λόγος στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου. Τα πέραν τούτου είναι συνήθως μυστικισμός και φενακισμός.

Ο Μαρξ ομιλεί όμως, όπως θα δούμε, και στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου για φετιχισμό. Τι είδους φετιχισμός είναι αυτός; Με αυτό το ζήτημα θα ασχοληθούμε στα ακόλουθα.

Ωστόσο πρώτα μια παρατήρηση: Ο Μαρξ ομιλεί για φετιχισμό στο 48ο κεφάλαιο του Κεφαλαίου, στον 3ο τόμο του τελευταίου. Του Engels, ο οποίος επιμελήθηκε την έκδοση του 3ου τόμου του Κεφαλαίου τού διέφυγε ένα λάθος στη σύνταξη της ύλης του 48ου κεφαλαίου. Στον γράφοντα, αλλά, όπως δικαιούται βεβαίως να εικάζει κανείς, και σε άλλους, ήσαν γνωστά όχι μόνον αυτό το λάθος αλλά και η ορθή σύνταξη της ύλης του 48ουΚεφαλαίου πριν δημοσιευθεί στη MEGA2 το χειρόγραφο του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου. Για τον αναγνώστη που δεν διαβάζει γερμανικά ή δεν έχει πρόσβαση στον τόμο MEGA2 ΙΙ /4.2. δίνουμε εδώ την ορθή διευθέτηση της ύλης με βάση τη γερμανική έκδοση του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου των MEWBd. 25 και του τρίτου τόμου της ελληνικής μετάφρασης του Παναγιώτη Μαυρομμάτη (Δες Μαρξ 1978). Έτσι λοιπόν το 48ο κεφάλαιο στα MEWBd. 25 αρχίζει όχι με το μέρος Ι (σελ. 822-4), αλλά με το μέρος ΙΙΙ (σελ. 825 μέχρι και τις τρεις πρώτες γραμμές της σελ. 831). Αμέσως μετά ακολουθούν τα μέρη Ι και ΙΙ (σελ. 822-824 και 824-825). Για την προαναφερθείσα ελληνική μετάφραση ισχύουν αντιστοίχως ότι το 48ο κεφάλαιο αρχίζει όχι με το μέρος Ι (σελ. 1000-2), αλλά με το μέρος ΙΙΙ, από σελ. 1004 μέχρι και ολόκληρη τη σελίδα 1010 πλην των τελευταίων πέντε γραμμών της. Αμέσως μετά ακολουθούν τα μέρη Ι και ΙΙ (σελ. 1000-1003).

Μπορούμε τώρα να επιστρέψουμε στο θέμα μας. Με «τριαδικό τύπο», όπως είναι ο τίτλος του 48ο κεφαλαίου, εννοεί ο Μαρξ τις δογματικές απόψεις των αστών οικονομολόγων, σύμφωνα με τις οποίες οι τρεις «συντελεστές της παραγωγής» («Produktionsagentien») εργασία, κεφάλαιο και γαιοκτησία παράγουν αντιστοίχως τους μισθούς, τα επιχειρηματικά κέρδη και τη γαιοπρόσοδο, δηλαδή τους μισθούς και τα κέρδη, κι έτσι το συνολικό ονομαστικό καθαρό κοινωνικό εισόδημα. Εδώ, λόγω του θέματός μας, δεν μας ενδιαφέρει η κριτική του Μαρξ σ’ αυτήν την άποψη, η οποία εν συντομία συνίσταται στο εξής: Ό, τι το κεφάλαιο, η γαιοκτησία και, εάν υπάρχει, το χρηματικό κεφάλαιο δεν παράγουν τίποτα. Αυτό είναι εμφανέστατο στην περίπτωση της γαιοκτησίας, αλλά βγάζει μάτι στην περίπτωση του τοκοφόρου κεφαλαίου. Κι επίσης: πριν το συνολικό ονομαστικό καθαρό κοινωνικό προϊόν κατανεμηθεί υπό τη μορφή των εισοδημάτων: μισθοί, επιχειρηματικό κέρδος, τόκος και γαιοπρόσοδος στους εργάτες, επιχειρηματίες-καπιταλιστές, κατόχους και δανειστές (= πωλητές χρήσης) χρήματος και ιδιοκτήτες γης και πωλητές γαιοχρησίας αντιστοίχως, έχει παραχθεί. Και έχει παραχθεί από την εργασία και μόνον, διότι, όπως έγραψε ο Μαρξ στον φίλο του Kugelmann από το Ανόβερο, όλες οι παραγόμενες αξίες χρήσης και έτσι και οι παραγόμενες ανταλλακτικές αξίες (εμπορεύματα) είναι προϊόντα της εργασίας και μόνον της εργασίας, αφού, εάν πάψουμε να εργαζόμαστε για μια έστω και μόνον εβδομάδα, θα πεθάνουμε της πείνας.

Το ζήτημα όμως δεν είναι, αν οι παραγόμενες αξίες χρήσης και συνεπώς και οι ανταλλακτικές αξίες είναι προϊόντα της εργασίας και μόνον. Ούτε επίσης ότι εκείνες που συνιστούν το καθαρό κοινωνικό προϊόν της εκάστοτε περιόδου καίτοι είναι προϊόντα της εργασίας και μόνον κι όχι και των μέσων παραγωγής, ούτε του δανειζόμενου χρηματικού κεφαλαίου ούτε, τέλος, της γης – τις ιδιοποιούνται οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, οι πωλητές χρήσης χρηματικού κεφαλαίου και οι πωλητές χρήσης γης, οι οποίοι δεν τις παρήγαγαν. Αλλά το πρόβλημα είναι: Πώς στην οικονομική πραγματικότητα τα εισοδήματα αυτών των συντελεστών παραγωγής εμφανίζονται στα δρώντα οικονομικά υποκείμενα ως δημιουργηθέντα από αυτούς τους συντελεστές παραγωγής, δηλαδή από τα μέσα παραγωγής, τη χρήση χρηματικού κεφαλαίου και τη χρήση γης, και περαιτέρω πώς εμφανίζεται και το εισόδημα των εργατών, οι μισθοί, ως το μόνον απ’ αυτούς τους τελευταίους δημιουργηθέν μέρος του καθαρού κοινωνικού προϊόντος; ενώ αυτοί οι τελευταίοι, δηλαδή οι εργάτες, έχουν παράξει όλα αυτά τα εισοδήματα;

Αναφέραμε ήδη στα προηγούμενα πώς ο Μαρξ παριστά στον 3ο τόμο τουΚεφαλαίου το κεφάλαιο πλέον και όχι την εργασία ως τον παράγοντα εκείνον, ο οποίος εμφανίζεται στα δρώντα οικονομικά υποκείμενα στην οικονομική πραγματικότητα να παράγει το κοινωνικό προϊόν και κατά συνέπεια το περιεχόμενο σ’ αυτό το τελευταίο κέρδος: Μέσω του ότι αφήνει τα επιμέρους κεφάλαια να συμμετέχουν στο συνολικό κέρδος όχι, όπως στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου, κατ’ αναλογίαν της ποσότητας εργασίας, αλλά τώρα πλέον κατ’ αναλογίαν της ποσότητας κεφαλαίου που χρησιμοποίησαν, δηλαδή της ποσότητας εκείνου του συντελεστή, ο οποίος εμφανίζεται τώρα ως δημιουργός του κέρδους.

Ωστόσο υπάρχει και κάτι ακόμη ευρύτερο και σημαντικότερο που αναφέραμε ήδη ως ισχύον και για τον 1ο τόμο του Κεφαλαίου: Επειδή στον καπιταλισμό όλες οι παραγόμενες και αναπαραγόμενες9 αξίες χρήσης και επειδή κοντά σ’ αυτές και οι μη παραγόμενες αξίες χρήσης, όπως «χρήση χρηματικού κεφαλαίου για ορισμένο χρονικό διάστημα» και «χρήση γης για ορισμένο χρονικό διάστημα», είναι εμπορεύματα, εμφανίζονται στην καπιταλιστική οικονομική πραγματικότητα κάθε απλό ή σύνθετο εμπόρευμα και συνεπώς και η (αξία του και η) τιμή του όχι ως προϊόντα του παράγοντα που τη αληθεία τα παρήγαγε, αλλά ως προϊόντα του παραγωγού, για λογαριασμό του οποίου παρήχθησαν και ο οποίος ως εκ τούτου τα ιδιοποιήθηκε.

Τι σημαίνει ότι κάτι παράγεται για λογαριασμό κάποιου, αδιάφορο ποιος το παράγει; Στην καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή οι παραγωγοί είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους ιδιωτικοί παραγωγοί. Δηλαδή είναι ιδιοκτήτες των μέσων και των αποτελεσμάτων (=προϊόντων) της παραγωγής τους ή, αντιστρόφως ειπωμένο, υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα και τα αποτελέσματα της παραγωγής. Ως εκ τούτου ο γαιοκτήμονας με τη γη του παράγει την υπηρεσία «χρήση γης», την οποία πουλάει (για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα) στον επιχειρηματία-καπιταλιστή. Εμφανίζεται δηλαδή στην οικονομική πραγματικότητα να παράγει την αντίστοιχη γαιοπρόσοδο που παίρνει ως αντίτιμο. Έτσι δικαιούται ο μεγάλος ρεαλιστής Brecht να ομιλεί για τον «δημητριακά και γαιοπρόσοδο φέροντα αγρό». Και ο κάτοχος και δανειστής χρηματικού κεφαλαίου παράγει με το χρηματικό του κεφάλαιο την υπηρεσία «χρήση χρήματος», την οποία πουλάει (για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα) στον επιχειρηματία-καπιταλιστή. Εμφανίζεται δηλαδή στην οικονομική πραγματικότητα να παράγει με το χρηματικό του κεφάλαιο τους αντίστοιχους τόκους που παίρνει ως αντίτιμο. Όχι μόνον λοιπόν είναι ένα εξαίρετο παράδειγμα της arsetymologica αλλά και μια άκρως ρεαλιστική ρήση ότι το χρήμα τίκτει τόκον. Ο επιχειρηματίας-καπιταλιστής εμφανίζεται στην οικονομική πραγματικότητα να παράγει με το κεφάλαιο του το επιχειρηματικό κέρδος. Το κεφάλαιο παράγει κέρδος, όπως η κερασιά κεράσια (LadislausvonBortkiewicz). Και, τέλος, ο υπό το κεφάλαιο μισθωτός εργάτης παράγει τον μισθό του.

Η εργασία ως δημιουργός των αξιών έχει εξαφανιστεί από το οπτικό πεδίο της οικονομικής δραστηριότητας και πραγματικότητας.

Από τα παραπάνω έπεται ότι στον καπιταλισμό κάθε «συντελεστής παραγωγής» εμφανίζεται να παίρνει ως εισόδημά του από το συνολικό κοινωνικό προϊόν ό, τι ακριβώς παρήγαγε απ’ αυτό. Ωστόσο γνωρίζουμε ότι τόσο το κεφάλαιο (στο οποίο συμπεριλαμβάνουμε τώρα και το χρηματικό κεφάλαιο και τη γαιοκτησία) όσο και οι μισθωτοί εργαζόμενοι δεν παράγουν ό, τι παίρνουν, δηλαδή το πρώτο το κέρδος και οι δεύτεροι την τιμή της συνολικής εργασιακής τους δύναμης. Διότι και τα δύο, τόσο η τιμή της συνολικής εργασιακής δύναμης όσο και το κέρδος, και συνεπώς και το άθροισμά τους, το σε τιμές υπολογισμένο καθαρό προϊόν στο σύνολό του, είναι αποκλειστικά και μόνο προϊόντα εργασίας. Γιατί όμως τότε δεν δύναται να λεχθεί ότι οι καπιταλιστές παίρνουν ένα μέρος της τιμής του καθαρού προϊόντος που παρήγαγαν όχι αυτοί οι ίδιοι, αλλά οι εργάτες; Διότι στην καπιταλιστική πραγματικότητα δεν παράγουν οι εργάτες ένα κάποιο καθαρό προϊόν για δικό τους λογαριασμό, μέρος του οποίου παίρνουν μετά οι καπιταλιστές, χωρίς να το έχουν παράξει, αλλά οι καπιταλιστές παράγουν για λογαριασμό τους το συνολικό καθαρό προϊόν, μέρος του οποίου καταβάλλουν στους εργάτες ως αντίτιμο της εργασιακής δύναμης που αγόρασαν απ’ αυτούς και χρησιμοποίησαν στη διαδικασία παραγωγής τους. Τόσο αυτό το μέρος, όσο και το υπόλοιπο μέρος, το κέρδος που απομένει σ’ αυτούς, το παρήγαγαν αυτοί οι ίδιοι για λογαριασμό τους.

Το ζήτημα δεν είναι αν το παρήγαγαν ή όχι, αλλά πώς το παρήγαγαν και συνεπώς το ιδιοποιήθηκαν, χωρίς να εργάζονται, αφού κάθε μέρος του καθαρού προϊόντος είναι προϊόν εργασίας και μόνο εργασίας. Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι ότι το παρήγαγαν, χωρίς να εργάζονται επειδή κατά την παραγωγή του χρησιμοποιούν μεταξύ άλλων (μέσων παραγωγής κτλ.) και κάτι, του οποίου η τιμή είναι μικρότερη από την τιμή του καθαρού προϊόντος, το οποίο αυτό παράγει, επειδή δηλαδή κατά την παραγωγή του χρησιμοποιούν ξένη εργασιακή δύναμη.

Ένας παραγωγός αντιθέτως, ο οποίος παράγει, χωρίς να χρησιμοποιεί ξένη εργασιακή δύναμη, παράγει μεν, ακριβώς όπως παράγει ο καπιταλιστής και δεν παράγει ο μισθωτός εργάτης, για δικό του λογαριασμό, δεν παράγει όμως επίσης, όπως παράγει ο καπιταλιστής, κέρδος. Δεν διαφέρει όμως ο καπιταλιστής απ’ αυτόν τον παραγωγό, ο οποίος δεν χρησιμοποιεί ξένη εργασιακή δύναμη, κατά το ότι ο μεν καπιταλιστής παίρνει και κάτι που δεν παρήγαγε ο ίδιος για λογαριασμό του, ενώ αυτός ο παραγωγός παίρνει μόνον ό, τι παρήγαγε για λογαριασμό του. Διότι και οι δύο τους δεν παίρνουν τίποτα που να μην παρήγαγαν για λογαριασμό τους. Αλλά διαφέρουν κατά το ότι, επειδή αυτός ο παραγωγός δεν χρησιμοποιεί ξένη εργασιακή δύναμη, κανένα μέρος του προϊόντος του δεν παίρνει τη μορφή του κέρδους, ενώ μέρος του προϊόντος του καπιταλιστή παίρνει, επειδή ακριβώς χρησιμοποιεί ξένη εργασιακή δύναμη, τη μορφή του κέρδους.

Εν συντομία: Το μέρος του προϊόντος που καρπούται ο καπιταλιστής δεν παράγεται από τον εργάτη και το παίρνει μετά ο καπιταλιστής, αλλά παράγεται από τον καπιταλιστή για δικό του λογαριασμό και γι’ αυτό ακριβώς το καρπούται ο ίδιος, μόνον που, όπως το μέρος αυτό προκύπτει, επειδή ο καπιταλιστής χρησιμοποιεί ξένη εργασιακή δύναμη, η τιμή της οποίας είναι μικρότερη από την τιμή του καθαρού προϊόντος που αυτή δημιουργεί, έτσι ακριβώς το ίδιο αυτό μέρος δημιουργείται όχι από τη δική του, αλλά απ’ αυτήν την ξένη εργασιακή δύναμη που χρησιμοποιεί. Στο γεγονός ότι τόσο αυτό που παίρνει ο καπιταλιστής όσο και αυτό που παίρνει ο εργάτης είναι προϊόντα της εργασίας του εργάτη δεν αντιφάσκει το γεγονός ότι και τα δύο αυτά μέρη του καθαρού προϊόντος τα παράγει ο καπιταλιστής. Η φαινομενική αντίφαση εξαφανίζεται, αν προσθέσει κανείς: χρησιμοποιώντας όμως ξένη εργασιακή δύναμη (την οποία πληρώνει λιγότερο από την τιμή του καθαρού προϊόντος, το οποίο αυτή παράγει).

Το ότι λοιπόν δεν δύναται να λεχθεί ότι οι καπιταλιστές παίρνουν ένα μέρος του προϊόντος που παρήγαγαν οι εργάτες, οφείλεται στο ότι οι εργάτες δεν παράγουν απολύτως τίποτα για λογαριασμό τους, μέρος του οποίου θα μπορούσαν να πάρουν μετά οι καπιταλιστές. Ολόκληρο το καθαρό προϊόν το παράγουν οι καπιταλιστές για λογαριασμό τους χρησιμοποιώντας ξένη εργασιακή δύναμη. Ένα μέρος απ’ αυτό πληρώνουν ως αμοιβή στους εργάτες, την εργασιακή δύναμη των οποίων χρησιμοποίησαν, και το υπόλοιπο μένει σ’ αυτούς τους ίδιους. Δεν το παίρνουν από κανέναν, αφού το παρήγαγαν, όπως και το πρώτο μέρος, αυτοί οι ίδιοι για λογαριασμό τους – χρησιμοποιώντας βέβαια ξένη εργασιακή δύναμη, πράγμα που συνεπάγεται ότι συγχρόνως τα δύο αυτά μέρη είναι προϊόντα του ξοδέματος αυτής ακριβώς της εργασιακής δύναμης.

Ποια κοινωνική σχέση συγκαλύπτει εδώ ο φετιχισμός του εμπορεύματος και του χρήματος, παρουσιάζοντάς την όχι ως σχέση μεταξύ κοινωνικών τάξεων, αλλά πραγμάτων, πραγμοποιώντας την λοιπόν και εμφανίζοντάς την ως ούτως ειπείν φυσικό δεδομένο και φαινόμενο; Πρόκειται για τη σχέση μεταξύ κεφαλαιοκράτη και μισθωτού εργάτη, για την κεφαλαιακή σχέση, για τη σχέση της εκμετάλλευσης του τελευταίου από τον πρώτο. Η σχέση αυτή παρουσιάζεται εδώ, όπως είδαμε, ως σχέση εμπορευματικής ανταλλαγής, ως σχέση αγοραπωλησίας ενός εμπορεύματος, της εργασιακής δύναμης. Οι σχέσεις εμπορευματικής ανταλλαγής είναι σχέσης ισοδυναμίας. Αν για ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα υπάρχει μια και μόνο μια ποσοτική σχέση ισοδυναμίας με καθένα από όλα τα υπόλοιπα εμπορεύματα, αν δηλαδή για κάθε εμπόρευμα υπάρχει μια και μόνον μια τιμή, τότε εκ του ορισμού της σχέσης ισοδυναμίας είναι αδύνατον να χάσει ή να κερδίσει κανείς μέσω οποιασδήποτε αγοραπωλησίας. Γι’ αυτό και οι πάλαι πότε πολύκροτες θεωρίες περί άνισης ανταλλαγής, περί μεταφοράς πλεονάσματος και, τέλος, περί μεταφοράς υπεραξίας και κέρδους από «παραγωγικούς» τομείς (όπως η βιομηχανία κτλ.), που παράγουν υπεραξία και κέρδος, σε «μη παραγωγικούς» (όπως εμπόριο κτλ.), που δήθεν δεν παράγουν υπεραξία και κέρδος, υπήρξαν, όσο διατηρήθηκαν σε κυκλοφορία, τεράστιες ανοησίες. Γι’ αυτό και είναι αδύνατον η πώληση και μόνον εργασιακής δύναμης από τους εργαζόμενους στους καπιταλιστές, στην οποία εμφανίζεται πραγμοποιημένη και συγκαλυμμένη η σχέση εκμετάλλευσης του μισθωτού εργαζόμενου από τον καπιταλιστή, να δημιουργεί κέρδος για τους τελευταίους.

Η κοινωνική σχέση, την οποία συγκαλύπτει και αποκρύπτει ο φετιχισμός, πραγμοποιώντας την ως σχέση αγοραπωλησίας εργασιακής δύναμης, είναι η προαναφερθείσα σχέση εκμετάλλευσης, η οποία συνίσταται όχι απλώς στην αγορά της εργασιακής δύναμης του εργάτη από τον καπιταλιστή, αλλά και στο υπό τη διεύθυνση του τελευταίου ξόδεμά της σε μια διαδικασία παραγωγής, της οποίας το καθαρό προϊόν έχει μια τιμή συστηματικά μεγαλύτερη από την τιμή της εργασιακής δύναμης, το ξόδεμα της οποίας το παρήγαγε – μεγαλύτερη φυσικά κατά το κέρδος!

Αυτή είναι η δεύτερη όψη του φετιχισμού του εμπορεύματος, την οποία προαναγγείλαμε στην αρχή αυτής της εργασίας. Ο Μαρξ αναφέρεται στο 48ο κεφάλαιο του Κεφαλαίου (3ος τόμος) στον φετιχισμό του εμπορεύματος όχι ως την πραγμοποίηση της σχέσης εκμετάλλευσης, όπως την αναπτύξαμε εμείς εδώ, αλλά κυρίως ως την προσωποποίηση του κεφαλαίου (MonsieurleCapital) και της γαιοκτησίας (MadamelaTerre) (Μαρξ 1978: 1019). Μια τελευταία αναφορά του Μαρξ στον φετιχισμό βρίσκουμε στο 51ο κεφάλαιο του Κεφαλαίου (3ος τόμος). Σ’ ένασημείο αυτού του κεφαλαίου αναπτύσσει δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: Πρώτον, ότι η καπιταλιστική παραγωγή παράγει τα προϊόντα της εργασίας ως εμπορεύματα και τα εμπορεύματα ως προϊόντα του κεφαλαίου, δηλαδή ως καπιταλιστικά παραγόμενα εμπορεύματα. Και, δεύτερον, ότι η παραγωγή υπεραξίας (και κέρδους) είναι ο άμεσος σκοπός και το καθοριστικό κίνητρο της παραγωγής (Μαρξ 1978: 1080 ε.). Κλείνει την έκθεση του πρώτου χαρακτηριστικού με μια αναφορά στον φετιχισμό του εμπορεύματος, η οποία τον γενικεύει – χωρίς αυτή η γενίκευση να προκύπτει από προηγούμενες αναλύσεις – για τον σύνολο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής:


«Επιπλέον, ήδη στο εμπόρευμα, και ακόμα περισσότερο στο εμπόρευμα σαν προϊόν του κεφαλαίου, εμπεριέχεται η υλοποίηση [διάβαζε: πραγμοποίηση – Γ.Σ.] των κοινωνικών καθορισμών [διάβαζε: προσδιορισμών – Γ.Σ.] της παραγωγής και η υποκειμενικοποίηση των υλικών βάσεων της παραγωγής, που χαρακτηρίζουν ολόκληρο τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής» (Μαρξ 1978: 1081).


Αναπαράξαμε στα προηγούμενα τη μαρξική θεωρία του φετιχισμού του εμπορεύματος και του χρήματος. Παρουσιάσαμε επίσης και εκείνο, το αγνοημένο και παραμελημένο από τους μελετητές του Μαρξ σημαντικό μέρος της, το οποίο περιέχεται στο 48ο κεφάλαιο του Κεφαλαίου (3ος τόμος), 10 όπου ο Μαρξ εξηγεί πώς τα εισοδήματα των «συντελεστών παραγωγής» «εργασία», «επιχειρηματικό κεφάλαιο», «δανειακό χρηματικό κεφάλαιο» και «γη», τουτέστιν οι μισθοί, το επιχειρηματικό κέρδος, οι τόκοι και οι γαιοπρόσοδος εμφανίζονται ως προϊόντα της «εργασίας», του «επιχειρηματικού κεφαλαίου», του «δανειακού χρηματικού κεφαλαίου» και της «γης» αντιστοίχως. Τονίσαμε τη σημασία της κατανόησης του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και του τρόπου διαμεσολάβησής του στον καπιταλισμό για την κατανόηση του φετιχισμού του εμπορεύματος και του χρήματος. Τέλος, επισημάναμε πολύ σύντομα τη σιωπηρή μετατόπιση του θέματος προς την υποστασιοποίηση της παραδοξότητας ορισμένων ιδιοτήτων του εμπορεύματος και του χρήματος ως φετίχ με επιδιωκόμενο (;) αποτέλεσμα μια μυστικοποίηση και έναν εκφενακισμό της μαρξικής θεωρίας του φετιχισμού του εμπορεύματος και του χρήματος.


Υπογραφή


Η απόφανση ότι το χρήμα είναι η αναγκαία και αναγκαία στρεβλή μορφή ύπαρξης και εμφάνισης της αφηρημένης εργασίας ως της ουσίας του και συνεπώς η τιμή κάθε εμπορεύματος είναι η αναγκαία και αναγκαία στρεβλή μορφή ύπαρξης και εμφάνισης της αξίας του, δηλαδή της για την παραγωγή του αναγκαίας αφηρημένης εργασίας, δεν είναι ένα κενό περιεχομένου στερεότυπο, ούτε σημαίνει ότι η αφηρημένη εργασία δεν είναι το προϊόν ορισμένων σχέσεων παραγωγής, εν προκειμένω του δια της αγοραπωλησίας των προϊόντων της εργασίας ως καπιταλιστικών εμπορευμάτων διαμεσολαβούμενου κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, αλλά ένα αυθαιρέτως τεθέν απόλυτον και συνεπώς άσχετη με τις μορφές ύπαρξης που την παριστούν, εξαιρουμένης αυτής της ψιλής σχέσης παράστασής της.

Αναλογισθείτε απλώς και μόνον ότι ο ίδιος ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας και η διαμεσολάβησή του από την ανταλλαγή των προϊόντων της εργασίας, συμπεριλαμβανομένου και αυτού της εργασιακής δύναμης, ως εμπορευμάτων, δηλαδή από τη μέσω χρήματος αγοραπωλησία τους, παράγει πέραν όλων των άλλων (όπως π.χ. τις σχέσεις ιδιωτικής ιδιοκτησίας σε μέσα και προϊόντα της διαδικασίας παραγωγής και της εργασιακής δύναμης καθώς και τις σχετικές νομικές ρυθμίσεις, όπως επίσης την κεφαλαιακή σχέση) και την αφηρημένη εργασία και συγχρόνως τις ίδιες τις μορφές ύπαρξης της ιδίας και των μερών της, το χρήμα και τις τιμές.

Μια άλλου είδους πρόδηλη απόδειξη, ότι η αφηρημένη εργασία δεν είναι ένα αυθαιρέτως τεθέν απόλυτον, συνίσταται στο γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι κάθε φορά διαφορετικό, ανάλογα, αν η κοινωνία, για τον μέσω εμπορευματικής ανταλλαγής διαμεσολαβούμενο καταμερισμό της εργασίας της οποίας πρόκειται, είναι μια κοινωνία ανεξαρτήτων ιδιωτικών παραγωγών, ιδιοκτητών των μέσων και των αποτελεσμάτων της παραγωγής των, οι οποίοι δεν χρησιμοποιούν ξένη εργασιακή δύναμη, ή μια σοσιαλιστική οικονομία, οι μονάδες παραγωγής της οποίας είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους και σχετικά ανεξάρτητες από το κράτος (στο οποίο ανήκουν τα μέσα και τα αποτελέσματα της παραγωγής των την χρησικτησία των οποίων έχει απλώς εκχωρήσει σε αυτές) και χρησιμοποιούν εργασιακή δύναμη που αγοράζουν ως εμπόρευμα. Και φυσικά είναι διαφορετικό στην καπιταλιστική κοινωνία.

Αντίστοιχα ισχύουν επίσης για την απόφανση ότι εμφανίζονται αναγκαία και αναγκαία στρεβλά το κέρδος ως προϊόν του κεφαλαίου και οι μισθοί ως το μοναδικό προϊόν της εργασίας καίτοι και τα δύο τους είναι προϊόντα της εργασίας και μόνον. Κι αυτό, επειδή οι μισθωτοί εργαζόμενοι και μόνον αυτοί είναι μεν εκείνοι που εργάζονται και παράγουν, δεν παράγουν όμως δι’ ίδιον λογαριασμόν, αλλά για λογαριασμό του καπιταλιστή, ο οποίος αγόρασε και χρησιμοποιεί την εργασιακή τους δύναμη. Αυτός είναι ο μόνος, ο οποίος, καίτοι δεν εργάζεται, παράγει για λογαριασμό του.

Κι εδώ λοιπόν, όπου η αφηρημένη εργασία δεν αφορά τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, αλλά την παραγωγή και κατανομή του προϊόντος της, αυτή δεν είναι ένα αυθαιρέτως εισαχθέν απόλυτον, η εισαγωγή του οποίου είναι ανεξάρτητη από τις μορφές ύπαρξης και εμφάνισής της. Και εδώ η αφηρημένη εργασία που παράγει το κοινωνικό προϊόν δεν είναι κατασκεύασμα του νου, αλλά δημιούργημα του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας μέσω της εμπορευματικής ανταλλαγής και οι αναγκαίες και αναγκαία στρεβλές μορφές της υπερεργασίας, δηλαδή το κέρδος, και της αναγκαίας εργασίας, δηλαδή οι μισθοί, είναι και αυτές παράγωγα του ίδιου του διαμεσολαβούμενου από την εμπορευματική ανταλλαγή κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, αφ’ ης στιγμής έχει μετατραπεί και η εργασιακή δύναμη σε εμπόρευμα.


Βιβλιογραφία


Bortkiewicz, Ladislausvon (1907), Για τη διόρθωση της θεμελιώδους θεωρητικής κατασκευής του Μαρξ στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, στο: Σταμάτης, Γιώργος, Προβλήματα θεωρίας γραμμικών συστημάτων παραγωγής, 2 τόμοι, 2η βελτιωμένη έκδοση, τόμος 2ος: Γραμμικά συστήματα και θεωρία της αξίας, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 1995.

Dimoulis, Dimitri / Milios Jannis (2000), Werttheorie und Fetischismus, Beiträge zur Marx-Engels-Forschung 1999, Marx’Ökonomiekritik im «Kapital», Berlin 2000: 12-56.

Μαρξ, Καρλ (1963), Το Κεφάλαιο. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, (Πρώτος τόμος), μεταφ. Ελλήνων γλωσσομαθών του εξωτερικού, Εκδοτικός οίκος «Μόρφωση», Αθήνα.

Μαρξ, Καρλ (1978), Το Κεφάλαιο. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, (Τρίτος τόμος), μεταφ. Παναγιώτη Μαυρομμάτη, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα.

Μαρξ Καρλ (1991), Εμπόρευμα και Χρήμα. Το πρώτο κεφάλαιο από την πρώτη έκδοση (1867) του «Το Κεφάλαιο. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» με το Ι. 1: Η αξιακή μορφή. Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα. Μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια Γιώργος Σταμάτης.

Marx, Karl (1975), Zur Κ ritik der Politischen Ökonomie, in: MEW, Bd. 13.

Marx, Karl (1982-a), Ö konomisch - Philosophische Manuskripte, in: MEGA2I/2.

Marx, Karl (1982-b), Zur Kritik der Hegelschen Rechtsphilosophie, Einleitung, in: MEGA2 I/2.

Marx, Karl (1992), Manuskripte 1863-1867, Teil 2, MEGA2 II/4.2.

Σταμάτης, Γιώργος (1988), Σχέδιο και αγορά στις σοσιαλιστικές οικονομίες, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα.

Σταμάτης, Γιώργος (1991), Η θεωρία της αξίας και της υπεραξίας ως θεωρία σύστασης του γνωστικού αντικειμένου της επιστήμης της αστικής κοινωνίας, στου ίδιου: Κείμενα Οικονομικής θεωρίας και Πολιτικής, 6 τόμοι, τόμος 1ος, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα.

Σταμάτης, Γιώργος (1992), Ο Sraffa και η σχέση του με τον Ricardo και τον Μαρξ, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα.

Σταμάτης, Γιώργος (2001), Απομυθοποίηση της ιδεολογίας της αγοράς, Ουτοπία τ. 39, Νοέβριος - Δεκέμβριος.

Σταμάτης, Γιώργος (2017), Ακόμη μια φορά: Για τον μετασχηματισμό των αξιών σε τιμές παραγωγής, Θ έσεις τ. 141, Οκτώβριος - Δεκέμβριος.

1 Δες Karl Μαρξ, Ökonomisch philosophische Manuskripte, MEGA2 Ι/2: 257 και 286.

2 Karl Μαρξ, Zur Kritik der Politischen Ökonomie, MEW, Bd.13: 34 επ.

3 Στο ίδιο: 34. Κατά τα λοιπά ο Μαρξ δεν παραλείπει να τονίσει, όπως και στα Παρισινά Χειρόγραφα, ότι το χρήμα δεν είναι σύμβολο. Δες στο ίδιο: 34.

4 Ή κατ’ αναλογίαν της ζωντανής εργασίας που χρησιμοποίησε καθένας τους στο σύνολο της χρησιμοποιηθείσας ζωντανής εργασίας. (Αυτό είναι το ίδιο, αφού το ονομαστικό ωρομίσθιο είναι ενιαίο). Αυτό είναι βέβαια συνέπεια του ότι τα εμπορεύματα, το άθροισμα των χρηματικών τους τιμών και κάθε μέρος του, όπως π.χ. το κέρδος, εμφανίζονται ως προϊόντα της εργασίας. Η προκύπτουσα αναλογία μεταξύ τιμών και αξιών μπορεί να αποδειχθεί πολύ εύκολα αλγεβρικά (δες Σταμάτης 1992: 54κε.).

5 Φαντασματικές.

6 Κουνημένες, σαλεμένες, σαλές, τρελές.

7 Φαντασμαγορικές.

8 Σε ουκ ολίγα ανουσιουργήματα έχει χρησιμεύσει κατά τα λοιπά και η ρήση Επιλεκτικές συγγένειες, η οποία ωστόσο ήταν τότε, κάποτε, καίτοι τετριμμένου περιεχομένου, του συρμού. Πρόκειται απλώς για τον όρο της επιστήμης της Χημείας attractioelectiva, ο οποίος αφορά μια ορισμένη επιλεκτική σχέση χημικής ένωσης μεταξύ βάσεων και οξέων. Εκτός του Goethe, τον χρησιμοποίησαν και οι Hegel και Μαρξ. Δες Μαρξ 1991: 85, υποσ. 33 και υποσημ. 46* του μεταφραστή στη σελίδα 167.

9 Υπάρχει μόνον μια, η εργασιακή δύναμη.

10 Μοναδική ίσως εξαίρεση αποτελούν οι Dimoulis/Millios 2000.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή