Για τον Μακιαβέλλι και τις μαρξιστικές αναγνώσεις του.... Εκτύπωση
Τεύχος 152, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2020



Τι συνήθεια κι αυτή! Να σκαρφαλώνεις σε μια

ψηλή καρέκλα, και από εκεί, με ύφος βαρύ, να

δίνεις διαταγές στους υπαλλήλους σου!

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ


1. Εισαγωγή


Στο κείμενο που ακολουθεί θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε βασικές πλευρές της πολιτικής θεωρίας του Μακιαβέλλι (1469-1527), καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αυτές διαπλέκονται με τη μαρξιστική σκέψη του 20ού αιώνα. Η ανάλυσή μας θα πορευτεί με κεντρικό άξονα το σημαντικό έργο με τίτλο Ο Ηγεμόνας, στο οποίο το ζήτημα (αλλά ταυτόχρονα και ζητούμενο) της κυριαρχίας, δηλαδή η εδραίωση μιας πολιτικής ηγεμονίας που διαρκεί, προσεγγίζεται υπό τη σκοπιά της συγκρότησης αναγκαίων μηχανισμών των φαινομενικών όψεων της εξουσίας. Μέσα από την εδραίωση αυτών ακριβώς των όψεων θα αναδειχθεί και η φιλοσοφική, τρόπον τινά, κατηγορία της αλεπούς, η οποία θεωρούμε ότι είναι αρκετά κρίσιμη ως προς την κατανόηση του μακιαβελλικού εγχειρήματος.

Ο Μακιαβέλλι έχει ασκήσει αδιαμφισβήτητη επιρροή στους μαρξιστικούς κύκλους. Αρκετοί από αυτούς, ορμώμενοι από την επαφή τους με το μακιαβελλικό έργο, πολλές φορές εκκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες, στάθηκαν ιδιαιτέρως στην αναγκαιότητα ενός σύμπαντος επίφασης στην πολιτική, συνδέοντάς το με την έννοια της ιδεολογίας. Ο ηγεμόνας, σύμφωνα με τη μακιαβελική προσέγγιση, πρέπει να κυβερνά τόσο με τη βία όσο και με την πανουργία, να είναι ταυτόχρονα και λιοντάρι (ως έκφραση της βίας) και αλεπού (ως έκφραση της πανουργίας). Η πανουργία της αλεπούς, σύμφωνα με τον Μπαλιμπάρ, αποτελεί υποστασιακή συνθήκη για την εμφάνιση του σύμπαντος της επίφασης, ενός «κόσμου» που όχι μόνο συγκροτεί ένα σύμπλεγμα φαινομενικών όψεων μέσω των οποίων ασκείται η κυριαρχία, αλλά και που η ίδια η ύπαρξή του είναι ζωτικής σημασίας για την εδραίωση οποιασδήποτε πολιτικής οντότητας. Από την άλλη μεριά, ο Αλτουσέρ στέκεται στη σημασία που έχει για την αποτελεσματική άσκηση της εξουσίας η εδραίωση της δημόσιας εικόνας του ηγεμόνα, αυτού του «ιδεολογικού μηχανισμού» που δημιουργείται εντός του φαίνεσθαι της επίφασης και που εξασφαλίζει την αναγκαία απόσταση ανάμεσα στον κυρίαρχο και στους κυριαρχούμενους. Ο Γκράμσι επικεντρώνει το ενδιαφέρον του ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούν τη σχέση της ιδεολογίας με την έννοια της ηγεμονίας, στηρίζοντας σημαντικό μέρος του έργου του σε μια προσπάθεια ενσωμάτωσης βασικών μακιαβελλικών κατηγοριών στη μαρξιστική θεωρητική πρακτική. Ο Χορκχάιμερ, με τη σειρά του, τοποθετεί τον Μακιαβέλλι εντός μιας μακράς διαδικασίας θεμελίωσης της αστικής ιδεολογίας, η οποία εκφράζει με τη σειρά της έναν από τους ποικίλους τρόπους άσκησης της κυρίαρχης αστικής-καπιταλιστικής εξουσίας.

Για να επιστρέψουμε στο κεντρικό ζήτημα των φαινομενικών όψεων της εξουσίας, ο Μακιαβέλλι μοιάζει να υποστηρίζει ότι, σε τελευταία ανάλυση, είναι αδύνατο για οποιαδήποτε μορφή κράτους να μακροημερεύσει χωρίς το στοιχείο της επίφασης. Η αλεπού συμβολίζει την ικανότητα που πρέπει να αναπτύξει ο ηγεμόνας προκειμένου να διατηρήσει την εξουσία του επί των υπηκόων, ενώ το σύμπαν της επίφασης που δημιουργείται εκφράζεται πρωτίστως με τους μηχανισμούς συναίνεσης και καταστολής που τίθενται στην υπηρεσία του προσώπου που ενσαρκώνει την κυριαρχία. Ποια είναι όμως η φύση των μηχανισμών αυτών και πώς μπορούμε να αποκρυπτογραφήσουμε τη λειτουργία τους εντός του μακιαβελλικού έργου; Στη συνέχεια του κειμένου θα προσπαθήσουμε να έρθουμε σε επαφή με σημαντικές πλευρές της σκέψης του Μακιαβέλλι και να αναδείξουμε ερμηνευτικά «νήματα» που μας φέρνουν εγγύτερα στο εγχείρημα του φλωρεντικού στοχαστή.


2. Η αναγκαιότητα της επίφασης: για τη δημιουργία των μηχανισμών


Σε μια από τις αρκετές μελέτες του που είναι αφιερωμένες στον Σπινόζα, ο Μπαλιμπάρ όρισε ως το εσωτερικό ελατήριο της πολιτικής (και άρα της κυριαρχίας) τη «σύνδεση ανάμεσα στις τροπικότητες ύπαρξης της μάζας και τις τροπικότητες λειτουργίας του κράτους».2 Η μορφή αυτής της διαλεκτικής και μεταβαλλόμενης διάταξης κρίνει, εν πολλοίς, σε ποιο βαθμό απορροφούνται οι κραδασμοί που δημιουργούνται από τη διαρκή επενέργεια ενός «ασυμφιλίωτου ανταγωνισμού», ο οποίος υφέρπει πάντοτε σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό και, ενδεχομένως, δύναται να απειλήσει τη συνοχή του.

Ο Μακιαβέλλι φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά την αναγκαιότητα ύπαρξης και επενέργειας του ανταγωνιστικού αυτού πεδίου, στο πλαίσιο διεξαγωγής του «πολιτικού παιγνίου». Ο ηγεμόνας τοποθετείται μέσα σε ένα πολύ συγκεκριμένο σύστημα αναφοράς, αυτό των ταξικών ανταγωνισμών. Άλλωστε, οι ιταλικές πόλεις-κράτη του 16ου αιώνα, μεταξύ των οποίων και η Φλωρεντία, διακρίνονταν αφενός για την ειδική ταξική τους διαστρωμάτωση (καπιταλιστικές σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης), αφετέρου για την ισχυροποίηση της κρατικής εξουσίας και για τη χρηματιστικοποίηση της κοινωνικής ζωής.3 Σύμφωνα με τον φλωρεντινό στοχαστή, στην πολιτική ηγεμονία «ανεβαίνει κάποιος είτε με την εύνοια του λαού είτε με την εύνοια των μεγάλων. Γιατί σε κάθε πόλη υπάρχουν αυτά τα δύο διαφορετικά στοιχεία˙ και τούτο οφείλεται στο ότι ο λαός θέλει να μην κυβερνάται ούτε να καταπιέζεται από τους μεγάλους και οι μεγάλοι επιθυμούν να κυβερνούν και να καταπιέζουν τον λαό: και από αυτές τις δύο διαφορετικές διαθέσεις γεννιέται στην πόλη ένα από τα τρία αποτελέσματα: η ηγεμονία, η ελευθερία και η ασυδοσία».4

Η μακιαβελλική προσέγγιση περί της πολιτικής τοποθετεί το θεμέλιο (άρα και τη σταθερότητα) της ηγεμονίας στον λαό (popolo), ο οποίος παρουσιάζεται ως κρίσιμο όριο.5 Ο λαός αποτελεί τη σημαντικότερη συνθήκη μακροημέρευσης της ηγεμονίας, τόσο για λόγους ποιοτικούς, αλλά κυρίως για λόγους ποσοτικούς: «γιατί ο σκοπός του λαού είναι πιο τίμιος από των μεγάλων, εφόσον αυτοί θέλουν να καταπιέζουν ενώ εκείνος να μην καταπιέζεται. Επιπλέον, ένας ηγεμόνας δεν μπορεί να εξασφαλιστεί από τον εχθρικό λαό, γιατί είναι πολλοί· από τους μεγάλους μπορεί, γιατί είναι λίγοι».6

Σύμφωνα με τον Μακιαβέλλι, η σταθερότητα του κράτους (εν προκειμένω της πολιτικής ηγεμονίας) περνά μέσα από το κρίσιμο μέγεθος της λαϊκής εύνοιας. Φαίνεται ότι όσο περισσότερο τα κράτη και οι ηγεμόνες τους στηρίζονται στον λαό, τόσο περισσότερο η εξουσία (αλλά και η ισχύς) τους θεμελιώνεται σε στέρεες βάσεις. Η σημασία της στήριξης του λαού, εκτός του ότι προσφέρει αριθμητική υπεροχή, έγκειται και στο γεγονός ότι βρίσκεται σε «απόσταση ασφαλείας» από τον ηγεμόνα, σε αντίθεση με την αριστοκρατία. Για τον Μακιαβέλλι «εκείνος που ανεβαίνει στην ηγεμονία με τη βοήθεια των μεγάλων, διατηρείται με μεγαλύτερη δυσκολία απ’ ότι εκείνος που γίνεται με τη βοήθεια του λαού· γιατί βρίσκεται στο αξίωμά του με πολλούς τριγύρω του, που πιστεύουν ότι είναι ίσοι του, και γι’ αυτό δεν μπορεί ούτε να τους διατάξει ούτε να τους μεταχειριστεί με τον δικό του τρόπο».7 Ακριβώς γι’ αυτό είναι κομβικό για τον ηγεμόνα να έχει διαρκώς με το μέρος του τον λαό (ή το μεγαλύτερο μέρος του λαού), γιατί η συνθήκη αυτή του επιτρέπει να έχει δεσπόζουσα θέση σε έναν συσχετισμό δύναμης.

Επιπρόσθετα, το να έχει ο ηγεμόνας με το μέρος του τον λαό σημαίνει να γνωρίζει την ιδιαίτερη «φύση» του (τις ανάγκες αλλά και τα πάθη του). Στην Επιστολή προς τον Λαυρέντιο τον Μεγαλοπρεπή, ο Μακιαβέλλι περιγράφει αυτή τη σχέση με σαφήνεια: «Ούτε θέλω να θεωρηθεί αλαζονεία που ένας άνθρωπος κατώτερης και ταπεινής θέσης τολμά να μελετήσει και να συστηματοποιήσει κανόνες για τη διακυβέρνηση των ηγεμόνων· γιατί όπως εκείνοι που σχεδιάζουν τις χώρες κατεβαίνουν χαμηλά στην πεδιάδα για να παρατηρήσουν τη φύση των βουνών και των υψηλών τόπων, ενώ για να παρατηρήσουν τους κάμπους στέκονται ψηλά πάνω στα βουνά, ανάλογα για να γνωρίσει κανείς καλά τη φύση των λαών είναι ανάγκη να είναι ηγεμόνας και για να γνωρίσει καλά τη φύση των ηγεμόνων να είναι άνθρωπος του λαού».8

Το σημαντικότερο στοιχείο, επομένως, για τη μακροημέρευση της πολιτικής ηγεμονίας είναι ο ηγεμόνας να κρατά φιλικό τον λαό.9 Πώς όμως το πετυχαίνει αυτό; Εκεί υπεισέρχεται το σύμπαν της επίφασης. Ο ηγεμόνας πρέπει να δημιουργήσει και να θέσει σε λειτουργία τους κατάλληλους μηχανισμούς συναίνεσης, τους θεσμούς εκείνους που θα προσφέρουν τη δυνατότητα στους υπηκόους να αισθάνονται ότι δεν καταπιέζονται από μια απόλυτα βίαιη εξουσία, να αισθάνονται ότι έχουν δυνατότητα έκφρασης, σε έναν βαθμό, ότι εκπροσωπούνται από τον ηγεμόνα, ή και ακόμη ότι ταυτίζονται μαζί του. Η δικλείδα ασφαλείας έχει ήδη τεθεί, αφού η σχέση ηγεμόνα-λαού δεν είναι μονόπλευρη: ο ηγεμόνας δεν μπορεί να αυθαιρετεί στην προσπάθειά του να ηγεμονεύσει, γιατί και ο λαός γνωρίζει τον ηγεμόνα. Γι’ αυτό είναι κρίσιμο το σύμπαν της επίφασης για την ίδια την ύπαρξη της ηγεμονίας, γιατί επιτρέπει στον κυρίαρχο να θεμελιώσει την εξουσία του σε στέρεες βάσεις. Στην περίπτωση εκείνη που ο λαός είναι εχθρικός προς τον ηγεμόνα, έπεται ότι η κυριαρχία του είναι επισφαλής. Αν και δεν υπάρχουν σαφείς αναφορές στη δυνατότητα (ή ενδεχομένως και τη δύναμη) που έχει λαός να εξεγείρεται, ο Μακιαβέλλι φαίνεται να αποδέχεται, από τη σκοπιά της σταθερότητας της ηγεμονίας και μόνο, ότι πάντα υπάρχει η πιθανότητα εμφάνισης μιας συνθήκης κατά την οποία οι μάζες περισσότερο τρομοκρατούν παρά τρομοκρατούνται, για να χρησιμοποιήσουμε το διαλεκτικό σχήμα του Μπαλιμπάρ.10

Ερευνώντας τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια πολιτική ηγεμονία αποκτά διάρκεια και σταθερότητα, ο Μακιαβέλλι ουσιαστικά εκφράζει τη θέση ότι ο ηγεμόνας οφείλει πρωτίστως να είναι άρτιος διαχειριστής των εσωτερικών «ελατηρίων» του πολιτικού σώματος. Η διακυβέρνηση, θα λέγαμε, εμφανίζεται ως εάν να περνά μέσα από τη συγκρότηση ενός συστήματος τεχνικών και πρακτικών που δημιουργούν και θέτουν σε λειτουργία έναν πολύπλοκο μηχανισμό των φαινομενικών όψεων της εξουσίας. Ο μηχανισμός αυτός συνιστά το σύμπαν της επίφασης, το οποίο είναι εξαιρετικά κομβικό στη διαιώνιση και αναπαραγωγή της κυριαρχίας του ηγεμόνα. Όπως το θέτει ο Μπαλιμπάρ, το σύστημα των φαινομενικών όψεων της εξουσίας είναι εξαιρετικά σημαντικό γιατί «επιτρέπει σε κάποιον να τον αγαπήσει ο λαός (ή τουλάχιστον να μην τον μισήσει) και στο κράτος να αποσπαστεί από τον διηνεκή κύκλο της ιδιωτικής εκδίκησης».11

Σε αυτό το σημείο, παρατηρούμε ένα πρώτο «ξεδίπλωμα» της πραγματικότητας της επίφασης: ο ηγεμόνας «κατασκευάζει» μια εικόνα του εαυτού του, εικόνα που του δίνει τη μέγιστη δυνατή εγγύτητα με τους υπηκόους του, δημιουργώντας παράλληλα την αναγκαία απόσταση που χρειάζεται η εξουσία για να λειτουργεί αποτελεσματικά. Ο Αλτουσέρ, με τη σειρά του, αναδεικνύει αυτή τη σημαντική στιγμή. Αναμφίβολα, γινόμαστε μάρτυρες ενός διπλασιασμού, αφού ο ηγεμόνας «κατασκευάζει για τον εαυτό του ένα είδος διαρκούς εικόνας», 12 η οποία του επιτρέπει «να βρίσκεται πάντα στην ορθή απόσταση, σε εκείνη που τον κρατά συγχρόνως πάνω από τον λαό και από τους ισχυρούς, πάνω και από τον διηνεκή ανταγωνισμό τους».13 Και συνεχίζει λέγοντας ότι το δημόσιο-κοινωνικό «προσωπείο» του ηγεμόνα θα το ονομάσει «πρώτο ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους».14 Τονίζει δε ότι «τούτος ο ιδεολογικός μηχανισμός είναι όντως μηχανισμός, είναι μια συστηματική και οργανική δομή που αποσκοπεί σε δημόσια αποτελέσματα επί του λαού. Επομένως, όπως είναι φυσικό, έχει υλική ύπαρξη: την ενδυμασία του Ηγεμόνα, τον περίγυρό του, τη μεγαλοπρέπεια του βίου του, τα ανάκτορά του, τα στρατεύματά του, που ο ίδιος διατάζει, και όλες τις τελετές του καθεστώτος που προορίζονται να εμπνεύσουν στον λαό φόβο και σεβασμό [...] Διότι η απόσταση του Ηγεμόνα ως αλεπούς από το φαίνεσθαι, από την επίφαση του φαινομενικά χωρίς πάθη προσώπου του και από τα πραγματικά πάθη του, συμπίπτει και με τις τελετές και με όλον τον μηχανισμό του φαίνεσθαι που τον θέτει σε απόσταση (το ίδιο κενό) από τον λαό».15

Συνοψίζοντας: στο μακιαβελλικό σύμπαν η έννοια της επίφασης θα μπορούσε να σημαίνει, κατά βάση, την εδραίωση ενός μηχανισμού (ή μηχανισμών) εξουσίας. Με τη σειρά της, η έννοια του μηχανισμού αναφέρεται σε ένα σύνολο στοιχείων, καθώς και στις συμπλοκές / στους συσχετισμούς που αναπτύσσονται μεταξύ τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο κόσμος των μηχανισμών της επίφασης ενεργοποιεί και διαπλέκει μια σειρά από απαραίτητα συστατικά για την ανθεκτική και αποτελεσματική κυριαρχία εντός της «μακιαβελλικής» ηγεμονίας (δημόσια εικόνα, διπλασιασμός, εγγύτητα, απόσταση, ταύτιση, προσωπεία κ.ο.κ.). Ωστόσο, ο Μακιαβέλλι είναι προσεκτικός και δεν θεμελιώνει απόλυτα την ηγεμονία σε λαϊκή βάση όπως, για παράδειγμα, κάνει σαφώς ο Σπινόζα λέγοντας ότι «το δίκαιο που ορίζεται από τη δύναμη του πλήθους καλείται κράτος».16 Όπως θα δούμε και παρακάτω, ο μακιαβελλικός ηγεμόνας «απολαμβάνει» μια ιδιότυπη αυτονομία σε σχέση τόσο με τους μηχανισμούς, όσο και με τον ανταγωνισμό.


3. Η αλεπού ως έκφραση της επίφασης και ως πυρηνική σχέση


Ο Μπαλιμπάρ παρατηρεί ότι στον Μακιαβέλλι η πολιτική «δεν ανάγεται κατά κανέναν τρόπο στην τάξη της βίας ή του εξαναγκασμού».17 Ο ηγεμόνας, σύμφωνα με τη μακιαβελλική προσέγγιση, πρέπει να κυβερνά τόσο με τη βία όσο και με την πανουργία, να είναι λιοντάρι και αλεπού ταυτόχρονα. Η βία και η πανουργία, οι «ζωώδεις» πλευρές του ηγεμόνα, στέκονται δίπλα στην ανθρώπινη πλευρά του, η οποία εκφράζεται με τη συναίνεση. Όπως υποστηρίζει ο Αλτουσέρ, αυτό το τρίπτυχο βίας, πανουργίας και συναίνεσης αποτελεί καταστατική συνθήκη κάθε κρατικού μηχανισμού.18 Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, χρειάζεται να αναφέρουμε ότι η έννοια της αλεπούς, όχι μόνο είναι ιδιαιτέρως κομβική για την ανάλυση του Μακιαβέλλι, αλλά στην πραγματικότητα περιγράφει κάτι σαφώς ευρύτερο από μια απλή εφαρμογή της πανουργίας. Η έννοια της αλεπούς συνδέεται άμεσα με το σύμπαν της επίφασης, και άρα, της εδραίωσης και της αποτελεσματικής λειτουργίας του συνόλου των μηχανισμών των φαινομενικών όψεων της εξουσίας. Ας το δούμε αναλυτικότερα.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονίσουμε το εξής: δεν είναι τόσο ότι η πολιτική δεν ανάγεται στην τάξη της βίας, αλλά μάλλον, ότι η πολιτική εδράζεται στην αποτελεσματική απόκρυψη και εξαφάνιση του στοιχείου της βίας. Για ακόμη μια φορά ενεργοποιούνται οι μηχανισμοί της επίφασης. Όπως το θέτει ο Μπαλιμπάρ, η δεύτερη πλευρά (δηλαδή αυτή της πανουργίας) είναι στην πραγματικότητα πιο ουσιαστική από την πρώτη (δηλαδή αυτή της βίας), ενώ «πρέπει πάντοτε να την επικαθορίζει, διότι μόνο αυτή μπορεί να οδηγήσει στη λήθη των απαρχών του κράτους».19 Δίχως αυτή την απαραίτητη «εξαφάνιση» που προσφέρει ο μηχανισμός της επίφασης μέσω της πανουργίας της αλεπούς, δεν μπορεί να παγιωθεί καμία εξουσία. Επεκτείνοντας το παραπάνω σχήμα του Μπαλιμπάρ, θα λέγαμε ότι η αλεπού δεν περιορίζεται μόνο στην πανουργία, αλλά καταλαμβάνει και το πεδίο της απόκρυψης.

Ο Μακιαβέλλι χρησιμοποιεί το σχήμα του λιονταριού και της αλεπούς για να παρουσιάσει την απαραίτητη συμπύκνωση ικανοτήτων που πρέπει να διαθέτει ο ηγεμόνας. Όμως η ωμή βία του λιονταριού δεν αρκεί. Ο ηγεμόνας πρέπει, με πονηριά, να μπορεί να πραγματοποιεί όσες «μεταμορφώσεις» απαιτούνται ανάλογα με την περίσταση: «Ένας ηγεμόνας, λοιπόν, όντας αναγκασμένος να γνωρίζει καλά να συμπεριφέρεται σαν θηρίο, πρέπει απ’ αυτά να προτιμήσει την αλεπού και το λιοντάρι· γιατί το μεν λιοντάρι δεν γλυτώνει από τις παγίδες, η δε αλεπού δεν γλιτώνει από τους λύκους. Οφείλει, συνεπώς, να είναι αλεπού για να ξεχωρίζει τις παγίδες και λιοντάρι για να τρομάζει τους λύκους. Όσοι περιορίζονται μόνο στο λιοντάρι δεν καταλαβαίνουν από πολιτική. Επομένως ένας συνετός ηγεμόνας δεν μπορεί ούτε πρέπει να τηρεί τον λόγο του, όταν κάτι τέτοιο στρέφεται εις βάρος του κι όταν οι αιτίες που τον έκαναν να δώσει υπόσχεση έχουν εκλείψει».20 Αντιθέτως, σύμφωνα με το απόσπασμα του Μακιαβέλλι, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι όσοι καταλαβαίνουν από πολιτική σίγουρα πρέπει να διαθέτουν το στοιχείο της αλεπούς. Για να επεκτείνουμε αυτή τη σκέψη, θα υποστηρίξουμε ότι στον Μακιαβέλλι η πολιτική δεν είναι δυνατό να νοηθεί έξω από την αλεπού και τους μηχανισμούς της επίφασης.

Η κατηγορία της αλεπούς δεν περιορίζεται απλώς σε μία πλευρά της ζωώδους φύσης του ηγεμόνα, αλλά συνιστά την υποστασιακή του διάσταση. Η ανθρώπινη και η ζωώδης του πλευρά επικαθορίζονται από την ανώτερη αυτή βαθμίδα. Όπως το θέτει και ο Αλτουσέρ: «Τι είναι η αλεπού; Η πανουργία, θα σκεφτεί κάποιος. Δεν αρκεί όμως αυτό. Πράγματι, φαίνεται ότι η αλεπού στην πραγματικότητα μοιάζει με μια τρίτη βαθμίδα που κυβερνά τις άλλες δύο. Εν ολίγοις, το ένστικτο της αλεπούς [...] υποδεικνύει στον Ηγεμόνα ποια στάση πρέπει να υιοθετήσει σε αυτή ή εκείνη τη συγκυρία προκειμένου να κερδίσει τη συγκατάθεση του λαού. Άλλοτε να είναι ηθικός, δηλαδή ενδεδυμένος με αρετές [...] και άλλοτε να είναι βίαιος, δηλαδή να προσφεύγει στη δύναμη. Ή μάλλον, και αυτό το σημείο έχει αποφασιστική σημασία, να ξέρει άλλοτε να είναι ηθικός και άλλοτε να είναι βίαιος. Ή μάλλον, διότι τούτο το σημείο έχει ακόμα πιο αποφασιστική σημασία, να ξέρει να φαίνεται ότι είναι ηθικός ή να ξέρει να φαίνεται ότι είναι βίαιος ακόμα κι αν στην καρδιά του και στο σώμα του ο Ηγεμόνας δεν είναι ούτε ηθικός ούτε βίαιος».21 Ακολουθώντας το παραπάνω απόσπασμα, επεκτείνοντας ακόμη περισσότερο το σχήμα μας, θα λέγαμε ότι η αλεπού δεν περιορίζεται μόνο στην πανουργία και την απόκρυψη, αλλά καταλαμβάνει επιπρόσθετα και το πεδίο της προσποίησης, της ικανότητας του ηγεμόνα «να δίνει μια απατηλή εντύπωση (να φαίνεται κανείς ενάρετος όταν δεν είναι, και κυρίως, πράγμα που είναι ακόμα πιο δύσκολο, να φαίνεται ενάρετος, όταν είναι πράγματι ενάρετος)».22

Συνάγεται από τα παραπάνω ότι η έννοια της αλεπούς δεν είναι ένα πράγμα, αλλά εκφράζει ένα πολύπλοκο ρεπερτόριο γνώσης και δράσης, με το οποίο ο ηγεμόνας προσπαθεί, κάθε φορά, να ενεργοποιεί / λειτουργεί τους μηχανισμούς της ηγεμονίας προς όφελός του, επιζητώντας την αναπαραγωγή της εξουσίας του. Πρώτον, το «αθόρυβο» ένστικτο της αλεπούς ενεργοποιεί τις ποιότητες του ηγεμόνα: «Διότι αυτό, σε τελική ανάλυση, εμπνέει στον Ηγεμόνα τη φαινομενική όψη της μιας ή της άλλης διαγωγής, του ενάρετου ανθρώπου ή του βίαιου ανθρώπου. Στην πραγματικότητα, αυτό το ένστικτο είναι η ενστικτώδης ενόραση της συγκυρίας και της τύχης που μπορεί να αρπάξει κανείς: μια νέα συνάντηση».23 Δεύτερον, και σημαντικότερο, ενεργοποιεί και τις ποσότητες των ποιοτήτων. Δεν αρκεί για τον ηγεμόνα η χρήση της μίας ή της άλλης φαινομενικής (ή και πραγματικής) όψης της εξουσίας, αλλά πρέπει να καθοριστεί και η συγκεκριμένη ποσότητα που απαιτείται σε κάθε περίσταση. Όπως τονίζει και ο Σκίνερ, ο σοφός ηγεμόνας καθοδηγείται, πάνω απ’ όλα, από τις επιταγές της αναγκαιότητας, ήτοι από την ικανότητά του να πράττει ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της συγκυρίας.24 Με βάση τα προηγούμενα, διευρύνοντας κι άλλο το σχήμα μας, η αλεπού δεν περιορίζεται μόνο στην πανουργία, την απόκρυψη και την προσποίηση, αλλά καταλαμβάνει επιπρόσθετα και το πεδίο της διαρκούς προσαρμογής.

Από τη σκοπιά λοιπόν της πολιτικής ηγεμονίας, την οποία ενσαρκώνει ο ηγεμόνας, η αλεπού μας φέρνει στο νου την εικόνα ενός χημικού που καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στις κατάλληλες δόσεις που απαιτούνται για να δημιουργηθεί ένα συγκεκριμένο παρασκεύασμα.25 Με τον ίδιο τρόπο, ο «πανούργος» ηγεμόνας-αλεπού σταθμίζει, σε κάθε ιστορική συγκυρία, ποια είναι η κατάλληλη «δοσολογία» καταστολής, συναίνεσης και επίφασης που χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να συνεχίζει να ηγεμονεύει. Γι’ αυτό και ο Αλτουσέρ, ακολουθώντας τον Μακιαβέλλι, παρουσιάζει ως προϋπόθεση για τη συνέχιση μιας οποιασδήποτε ηγεμονίας, τη διαρκή συνάντηση ανάμεσα στην τύχη και την ικανότητα, ανάμεσα σε μια ορισμένη αντικειμενική συνθήκη και σε μια πράξη που πράττεται πάντα εντός της συνθήκης, «ανάμεσα στην καλή ευκαιρία (fortuna ή καλή συγκυρία) και τον άνθρωπο ο οποίος χαρακτηρίζεται από virtù, ο οποίος δηλαδή διαθέτει αρκετή ευφυΐα (ενόραση) για να καταλάβει ότι παρουσιάζεται η καλή ευκαιρία».26 O Χορκχάιμερ, με τη σειρά του, τοποθετεί την έννοια εντός κοινωνικού πλαισίου και υποστηρίζει ότι η virtù συγκεφαλαιώνει όλα εκείνα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που είναι επιθυμητά εντός ενός κοινωνικού κύκλου. Ο άνθρωπος που έχει virtù είναι ένας δίκαιος άνθρωπος, «ο άνθρωπος έτσι όπως θα έπρεπε να είναι».27 Η μακιαβελλική κατηγορία της virtù εκφράζει μια διαρκή και πετυχημένη συνάντηση. «Πετυχημένη συνάντηση» θα μπορούσε να σημαίνει, αφενός μέγιστη ακρίβεια στις ποσότητες και γνώση στη χρήση των δυνάμεων και των εντάσεων, αφετέρου βούληση να πράττει κανείς ό, τι είναι αναγκαίο28 για τη σταθερότητα της ηγεμονίας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αλεπού εκφράζει την πυρηνική σχέση κάθε πολιτικής ηγεμονίας. Μάλιστα, μπορούμε να διακρίνουμε μία στενή και μια πιο ευρεία ερμηνεία της έννοιας της αλεπούς. Από τη σκοπιά του ηγεμόνα, εκφράζει τη σχέση του με τον εαυτό του, τις ικανότητές του, το ρεπερτόριο δράσης του, τη δημόσια εικόνα του. Από τη σκοπιά της ηγεμονίας, δηλαδή της κρατικής εξουσίας, εκφράζει τη σχέση του ηγεμόνα με τους μηχανισμούς της επίφασης, καθώς και τη σχέση των μηχανισμών αυτών με τους κυριαρχούμενους.



4. Η «μοναξιά» της αλεπούς: σχετικά με τη λειτουργία των μηχανισμών

και τον «αυτοπεριορισμό» του ηγεμόνα


Όπως είδαμε παραπάνω, η τύχη της αλεπούς είναι συνυφασμένη με τους μηχανισμούς της επίφασης που η ίδια εγκαινιάζει και χρησιμοποιεί (εντός του ανταγωνιστικού πεδίου), ενώ η διατήρηση του ηγεμόνα στην εξουσία δεν επιτυγχάνεται δίχως τη διαρκή και ενεργή παρουσία τους. Υπ’ αυτή την έννοια, εκτός από τη δύναμη του ηγεμόνα, στους μηχανισμούς εδράζεται ταυτόχρονα και η αδυναμία του. Ο ηγεμόνας δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς τους μηχανισμούς, είναι σε έναν σημαντικό βαθμό εξαρτημένος από τη λειτουργία τους καθώς, χωρίς εκείνους, δεν μπορεί να αποκτήσει την αναγκαία απόσταση για να ηγεμονεύσει.

Ως εκ τούτου, οι μηχανισμοί της επίφασης λειτουργούν σύμφωνα με τη «μηχανιστική» φύση τους: αυτονομούνται, σε τελευταία ανάλυση, από το πρόσωπο του ηγεμόνα και τοποθετούν αναγκαστικούς περιορισμούς στην εξουσία του. Δεν αργεί, τελικά, να έρθει εκείνη η ώρα που ο ηγεμόνας συνειδητοποιεί ότι μπορεί η μακροημέρευσή του να ταυτίζεται με την αντίστοιχη του κράτους, αλλά η μακροημέρευση του κράτους προϋποθέτει τη σχετική αποδυνάμωσή του. Δεν είναι τόσο ότι ο ηγεμόνας-αλεπού βιώνει μια «απόλυτη μοναξιά», όσο ότι η αναγκαία απόσταση που δημιουργεί από τον κυριαρχούμενο λαό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ετεροκαθορίζεται σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της επενέργειας των ταξικών ανταγωνισμών και των μηχανισμών της επίφασης, τον τοποθετούν πάντα σε ένα ιδιότυπο και διαρκώς μεταβαλλόμενο «κελί». Το κελί μπορεί να διευρύνεται ή να συρρικνώνεται, ανάλογα με τον βαθμό επιτυχίας ή αποτυχίας των πολιτικών που υιοθετεί και εφαρμόζει ο ηγεμόνας σε κάθε στιγμή της διακυβέρνησής του, αλλά ποτέ η παρουσία του δεν εξαλείφεται.

Ο ηγεμόνας είναι αναγκασμένος να αλλοτριώνεται σε έναν βαθμό προκειμένου να είναι σε θέση να ασκεί την οποιαδήποτε μορφή της εξουσίας του (ακόμη και αυτή της ωμής βίας του λιονταριού). Η αλλοτρίωσή του, επομένως, αποτελεί υπαρξιακή συνθήκη για την κυριαρχία του. Για παράδειγμα, η δημόσια εικόνα του ηγεμόνα, ο πρώτος ιδεολογικός μηχανισμός σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, ο οποίος με τη σειρά του εκφράζεται σε περισσότερους ή λιγότερους μηχανισμούς της επίφασης, τον κρατά «τελικά σε απόσταση από τον εαυτό του, από τις ίδιες τις επιθυμίες του, τις ενορμήσεις του και τις παρορμήσεις του, επομένως – σύμφωνα με την ορολογία της εποχής – από τα πάθη του [...] ο Ηγεμόνας, ακόμη και αν μέσα του είναι τελείως διαφορετικός, οφείλει να καταφέρνει να φαίνεται ότι βρίσκεται σε συμφωνία με τη διαρκή εικόνα του».29

Έτσι, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η σχετική αποδυνάμωση του προσώπου του ηγεμόνα ενδυναμώνει την ισχύ της ηγεμονίας. Αυτό είναι το τίμημα που πρέπει να «πληρώσει» ο ηγεμόνας: να πρέπει να σκέφτεται και να ενεργεί, όπως θα έλεγε ο Σπινόζα, από τη σκοπιά μιας αιωνιότητας της ηγεμονίας. Υπ’ αυτή την έννοια, η αποδυνάμωση για την οποία έγινε λόγος αποτελεί στοιχείο ενός ηγεμόνα που κυβερνά με σύνεση, που δεν αφήνει τα πάθη του, αλλά και τα πάθη του λαού του ανεξέλεγκτα. Εκφράζει, τρόπον τινά, μια γενικότερη στρατηγική που οφείλουν να ακολουθούν οι κυρίαρχοι αν θέλουν να συνεχίσουν να άρχουν. Μέσα από το συνολικό πλέγμα των πρακτικών διακυβέρνησής του (οι οποίες και συνιστούν τη δράση του) ο ηγεμόνας καλείται συνεχώς να «τιθασεύει» αντιτιθέμενες δυνάμεις εντός του πλαισίου της ταξικής σύγκρουσης, και άρα, να τις εξουδετερώνει. Δεν τις εξουδετερώνει με την έννοια της καταστροφής (η οποία χρησιμοποιείται στοχευμένα και προσεκτικά), αλλά με την έννοια της ουδετεροποίησης. Επιπλέον ο ηγεμόνας οφείλει να πραγματοποιεί όλες εκείνες τις αλλαγές που είναι αναγκαίες για την αποτελεσματικότερη άσκηση της εξουσίας του, ανεξάρτητα αν αυτή κρίνεται ως επιτυχημένη. Για τον Μακιαβέλλι, ακόμη και η επιτυχία διαθέτει έναν εξαιρετικά ευμετάβλητο και δυναμικό χαρακτήρα καθώς «ένας που κυβερνά με προσοχή και υπομονή, αν οι καιροί και τα πράγματα τα φέρουν έτσι ώστε η διακυβέρνησή του να είναι καλή, είναι επιτυχημένος· αν όμως αλλάξουν οι καιροί και τα πράγματα, καταστρέφεται, γιατί δεν αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ενεργεί».30

Θεωρούμε ότι ο Ηγεμόνας συνιστά έργο με έμμεσες, δημοκρατικές «δικλείδες ασφαλείας». Ο Μακιαβέλλι δεν φαίνεται να είναι έτοιμος να παραχωρήσει καθολικά την ισχύ σε ένα πρόσωπο, με αποτέλεσμα η μοναρχία της νέας ηγεμονίας να χρειάζεται ορισμένες αναγκαίες συνθήκες για να επιτευχθεί. Ωστόσο, θα δούμε στη συνέχεια ότι η διάσημη μακιαβελλική πραγματεία επιτρέπει ποικίλες ερμηνείες και διαθέτει διάφορα «μονοπάτια» ανάγνωσης. Όπως έχουμε ήδη τονίσει, το ζήτημα που απασχολεί τον φλωρεντινό στοχαστή είναι η διερεύνηση των προϋποθέσεων μιας ηγεμονίας που διαρκεί. Αυτή η στόχευση δεν μπορεί να περιορίζεται στα πρόσωπα, μολονότι πρόσωπα είναι εκείνα που θα την ενσαρκώσουν. Με αυτόν τον τρόπο, η αφετηρία της διαδικασίας ίδρυσης μιας νέας ηγεμονίας τοποθετείται στο πρόσωπο: ο Μακιαβέλλι ψάχνει εναγωνίως τον ηγεμόνα, ο οποίος όμως, μέσα από μια πορεία συγκρούσεων (τόσο με τις τάξεις, όσο και με τον εαυτό του), θα χρειαστεί να μετατραπεί γρήγορα σε μια δομή που αυτονομείται από πρόσωπα. Με άλλα λόγια, επιζητά αυτό που γυρεύει και ο Σπινόζα, μια αποτελεσματική κρατική εξουσία η οποία εγκαθιδρύεται με τέτοιο τρόπο «ώστε τίποτε απ’ όσα αφορούν την κοινή σωτηρία να μην επαφίεται αποκλειστικά στην καλή πίστη οποιουδήποτε ανθρώπου».31


5. Τι είναι και τι εκφράζει ο μακιαβελλικός Ηγεμόνας;

Ζητήματα ερμηνείας και αποσαφήνισης


Όπως είδαμε και στην προηγούμενη ενότητα, κατά έναν παράδοξο τρόπο, ο ηγεμόνας ετεροκαθορίζεται σε σημαντικό βαθμό τόσο από τους μηχανισμούς (τους οποίους εν πολλοίς ο ίδιος εγκαινιάζει) όσο και από τον ανταγωνισμό του λαού με τους ευγενείς. Εμμένουμε στη λέξη «παράδοξο», γιατί εντοπίζουμε στον Ηγεμόνα ένα ισχυρό αντιφατικό στοιχείο, το οποίο μπορούμε να πούμε ότι σχετίζεται με τη θέση του προσώπου που ενσαρκώνει την κυριαρχία.

Ενώ, πράγματι, ο Μακιαβέλλι προϋποθέτει την ύπαρξη και την αποτελεσματική λειτουργία των μηχανισμών σε μια πολιτική ηγεμονία που διαρκεί, ενώ αναδεικνύει το πλαίσιο (άρα και τους περιορισμούς) του «ρόλου» που καλείται να διαδραματίσει ο κυρίαρχος, «κατασκευάζοντας» παράλληλα ένα πρωτόλειο σύμπαν δομών εντός του ανταγωνιστικού πεδίου της ταξικής σύγκρουσης, εντούτοις παρουσιάζει έναν ηγεμόνα που καταφέρνει να χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς αυτούς προς όφελός του, σχεδόν κατά βούληση. Με αυτόν τον τρόπο, ο μακιαβελλικός ηγεμόνας: α) τοποθετείται τόσο εντός, όσο και εκτός των μηχανισμών, β) εξουσιάζει τους μηχανισμούς και γ) «ρυθμίζει» αποτελεσματικά τους ταξικούς ανταγωνισμούς. Με άλλα λόγια, ο Μακιαβέλλι φαίνεται να εστιάζει περισσότερο στην υποκειμενική / βουλητική πλευρά του ηγεμόνα (πρακτική του πολιτικού υποκειμένου), παρά σε μια ανάλυση που προσεγγίζει την πολιτική ως αποτέλεσμα των συγκρούσεων σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συσχετισμού δυνάμεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η δεύτερη πλευρά εκλείπει, αλλά ότι η πρώτη κυριαρχεί (σε τελευταία ανάλυση), παρά τη σαφή επενέργεια της δεύτερης.

Η «παραδοξότητα», για την οποία έγινε λόγος, ενισχύεται και αναδεικνύεται ευκρινώς τη στιγμή που θα εμπλέξουμε στη συζήτηση το άλλο μεγάλο έργο του φλωρεντινού στοχαστή, το οποίο φέρει τον τίτλο Λόγοι [διατριβές] για την πρώτη δεκάδα του Τίτου Λίβιου. Εκεί ο Μακιαβέλλι, έχοντας σαν οδηγό τις επιτυχημένες πόλεις-κράτη της αρχαιότητας, και δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη μακροημέρευση και την ελευθερία της αρχαίας Ρώμης, προχωρά στη διατύπωση θέσεων που έρχονται σε αντίθεση με τον Ηγεμόνα. Πλέον, μεταφερόμαστε από την αναγκαιότητα της προσωποπαγούς εξουσίας να ελέγξει αποτελεσματικά τους ανταγωνισμούς, σε μια πολιτική «αυτορρύθμιση» που προκύπτει ακριβώς επειδή υπάρχει ένα γενικευμένο συγκρουσιακό πεδίο. Ο ίδιος αναφέρει εμφατικά ότι «εκείνοι που καταδικάζουν αυτές τις διαμάχες ανάμεσα στους ευγενείς και τους πληβείους, καταδικάζουν αυτό που ήταν πρωταρχική αιτία στο να γίνει η Ρώμη ελεύθερη· και δίνουν μεγαλύτερη βάση στις ταραχές που προκάλεσαν αυτές οι διαμάχες όπου συνέβησαν, παρά στα ωφέλιμα αποτελέσματα που ακολούθησαν».32 Πιο συγκεκριμένα, στους Λόγους διακρίνουμε τα εξής στοιχεία:

α) Ο ηγεμόνας έχει δώσει τη θέση του σε ένα σύστημα εξουσίας που εδράζεται στον λαό (με την ευρεία έννοια του συνόλου των κοινωνικών δυνάμεων) και στους ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς.

β) Η ισχυροποίηση των θεσμών (οι οποίοι εξασφαλίζουν ευημερία και σταθερότητα στην πολιτική κοινωνία) επιτυγχάνεται λόγω της ευεργετικής επενέργειας που έχουν πλευρές του κοινωνικού ανταγωνισμού. O Μακιαβέλλι συνδέει σαφώς τους ανταγωνισμούς με την αποτελεσματική λειτουργία των θεσμών, ενώ αναδεικνύει τη σύγκρουση μεταξύ των ευγενών και του λαού ως αναγκαία συνθήκη για την πολιτική ευμάρεια (έστω και υπό προϋποθέσεις).33 Με αυτόν τον τρόπο, στην περίπτωση της αρχαίας Ρώμης, η μορφή διεξαγωγής της ταξικής σύγκρουσης παρήγαγε θετικά αποτελέσματα στην πολιτική ζωή της πόλης.

γ) Με τον λαό σε κεντρική θέση, ο Μακιαβέλλι παρουσιάζει μια «οιονεί δημοκρατική επανίδρυση της πολιτείας και του κράτους», 34 μια διαδικασία η οποία στηρίζεται στην πεποίθηση ότι το popolo έχει την ικανότητα να συμβάλλει ουσιαστικά στη διατήρηση της πολιτείας.

Επιστρέφουμε στον Ηγεμόνα. Στο προτελευταίο κεφάλαιο η προτίμηση του Μακιαβέλλι στην υποκειμενική πλευρά της πολιτικής πρακτικής γίνεται εμφανής. Σε τελευταία ανάλυση, το υποκείμενο που πράττει και συγκεκριμενοποιείται στο πρόσωπο του ηγεμόνα πρέπει να μπορεί, στις περισσότερες των περιπτώσεων, να αντιστέκεται στην αναγκαιότητα της τύχης / συγκυρίας. Ο φλωρεντινός στοχαστής, παρουσιάζοντας μια πιο «υπαρξιακή» προσέγγιση της πολιτικής, θεωρεί ότι ο ηγεμόνας είναι «καταδικασμένος» να πράττει συνεχώς, να αντιτάσσει πάντα μια οργανωμένη δύναμη στη φυσική ορμή της fortuna:


«Ωστόσο, για να μην εξαλείψουμε ολότελα την ελεύθερη βούλησή μας, κρίνω ότι μπορεί να είναι αλήθεια ότι η τύχη καθορίζει τις μισές από τις πράξεις μας, αλλά τις άλλες μισές, περίπου, αφήνει να τις κυβερνάμε εμείς. Την παρομοιάζω με εκείνα τα ορμητικά ποτάμια, που όταν φουσκώσουν, πλημμυρίζουν τις πεδιάδες, ξεριζώνουν τα δένδρα και ερειπώνουν τα κτίσματα, παρασύρουν χώμα από ένα μέρος και το εναποθέτουν αλλού˙ ο καθένας τρέπεται σε φυγή μπροστά τους, το κάθε τι υποχωρεί μπροστά στην ορμή τους, χωρίς να μπορεί με οποιονδήποτε τρόπο να τα σταματήσει. Και αφού τέτοια είναι τα ποτάμια αυτά, τίποτε δεν εμποδίζει τους ανθρώπους, σε περιόδους ηρεμίας, να προνοήσουν και να φτιάξουν φράγματα και προχώματα, έτσι ώστε, όταν ξαναφουσκώσουν τα νερά, είτε να τα διοχετεύσουν σ’ ένα κανάλι είτε η ορμή τους να μην είναι τόσο ασυγκράτητη και τόσο καταστροφική.

Το ίδιο συμβαίνει με την τύχη: δείχνει τη ισχύ της όπου δεν υπάρχει οργανωμένη δύναμη να της αντιταχθεί και στρέφει την ορμή της προς τα εκεί που ξέρει ότι δεν φτιάχτηκαν φράγματα και προχώματα να τη συγκρατήσουν. [...]

Από την ίδια αιτία εξαρτάται και ο μεταβλητός χαρακτήρας της επιτυχίας· γιατί ένας που κυβερνά με προσοχή και υπομονή, αν οι καιροί και τα πράγματα τα φέρουν έτσι ώστε η διακυβέρνησή του να είναι καλή, είναι επιτυχημένος· αν όμως αλλάξουν οι καιροί και τα πράγματα, καταστρέφεται, γιατί δεν αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ενεργεί. [...]

Συμπεραίνω, λοιπόν, ότι αφ’ ης στιγμής η τύχη αλλάζει ενώ οι άνθρωποι πεισματικά επιμένουν στις δικές τους μεθόδους, ευτυχισμένοι είναι όσο οι δύο αυτοί παράγοντες εναρμονίζονται και δυστυχισμένοι όταν δεν ταιριάζουν. Αυτή είναι η κρίση μου: είναι καλύτερο να είναι κανείς ορμητικός παρά επιφυλακτικός, γιατί η τύχη είναι γυναίκα [...]».35


Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, φέρνοντας σε αντιπαράθεση τον Ηγεμόνα και τους Λόγους, μπορούμε να παρατηρήσουμε μια φαινομενική αντιστροφή που προκύπτει ανάμεσα στα αίτια και στα αποτελέσματα του πεδίου της πολιτικής. Ο ηγεμόνας, παρ’ όλο που ως πολιτική κατηγορία δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών δυναμικών, εντούτοις παρουσιάζεται ως κινητήριος δύναμη αυτών.36 Είναι όμως τα πράγματα έτσι; Σε κάθε περίπτωση, οι αναλύσεις όσον αφορά τον Ηγεμόνα ποικίλουν, ενώ οι σχολιαστές υιοθετούν, πολλές φορές, διαφορετικές ερμηνείες επί του θέματος.

Δεν είναι μόνο ότι υπάρχει δυσκολία στο να εξετάσουμε ποια είναι η σχέση του ηγεμόνα με τους μηχανισμούς και το πεδίο του ανταγωνισμού, αλλά προκύπτει και ένα δεύτερο ζήτημα, συμπληρωματικό ως προς το πρώτο. Αυτό σχετίζεται με το αν ο Μακιαβέλλι στον Ηγεμόνα επικεντρώνεται περισσότερο σε ένα πρόσωπο (στον ικανό μονάρχη που γνωρίζει άριστα την τέχνη του κυβερνάν και που ιδρύει τη νέα ηγεμονία) ή σε μια αποτελεσματική κρατική δομή που εγκαινιάζει κάτι ρηξικέλευθο στον τρόπο που ασκείται η κυριαρχία. Είναι δεδομένο ότι η μακιαβελλική πραγματεία μας προσφέρει χωρία που μπορούν να δικαιολογήσουν είτε τη μία, είτε την άλλη προσέγγιση. Ας δούμε το θέμα αναλυτικότερα.

Ακολουθώντας μια πιο αυστηρή κειμενική ανάλυση, ο Ηγεμόνας παρουσιάζει, σε ένα πρώτο επίπεδο, τα διάφορα είδη των ηγεμονιών, τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες τους, και, κυρίως, τον βέλτιστο τρόπο ηγεμόνευσής τους ανάλογα με τις ιδιαιτερότητές τους. Γίνεται χρήση παραδειγμάτων από την ιστορική εποχή (επιτυχημένων ή αποτυχημένων ηγεμονιών) προκειμένου να ενισχυθεί η επιχειρηματολογία και να αποκτήσει ισχυρή εμπειρική βάση. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, το έργο παρουσιάζεται ως εγχειρίδιο της τέχνης της αποτελεσματικής κυριαρχίας γενικά. Ο Μακιαβέλλι σκιαγραφεί τα χαρακτηριστικά εκείνα που πρέπει να έχει κάθε ηγεμόνας προκειμένου να συνεχίζει να ηγεμονεύει και, ως εκ τούτου, να αναπαράγει την εξουσία του. Σε αυτό το πλαίσιο, όπως είδαμε, εντάσσεται και όλη η μακιαβελλική διαλεκτική του λιονταριού, του ανθρώπου και της αλεπούς. Σε ένα τρίτο επίπεδο (το οποίο εγείρει και τις περισσότερες διαφωνίες μεταξύ των σχολιαστών), ο Μακιαβέλλι, στο σχετικά αυτόνομο ακροτελεύτιο μέρος του Ηγεμόνα, απευθυνόμενος προς τον ισχυρό φλωρεντινό οίκο των Μεδίκων, αναδεικνύει την ανάγκη ίδρυσης μιας νέας ηγεμονίας (στη βάση του γεγονότος ότι οι παλιές ηγεμονίες κρίθηκαν ανεπαρκείς), ισχυρίζεται ότι υπάρχουν πράγματι οι προϋποθέσεις για την επίτευξή της και υποστηρίζει ότι έχει έρθει ο καιρός για την Ιταλία να απελευθερωθεί από τους βαρβάρους: «Αφού, λοιπόν, αναλογίστηκα όλα όσα συζητήθηκαν παραπάνω και αναρωτήθηκα αν οι καιροί στην Ιταλία, σήμερα, είναι κατάλληλοι για να δοξαστεί ένας καινούργιος ηγεμόνας και αν υπάρχουν οι συνθήκες που θα έδιναν την ευκαιρία σ’ έναν συνετό και άξιο ηγεμόνα να δημιουργήσει μια νέα τάξη πραγμάτων [...] μου φαίνεται ότι συντρέχουν πράγματα τόσο ευνοϊκά για έναν καινούργιο ηγεμόνα, που δεν ξέρω αν υπήρξε ποτέ πιο κατάλληλος χρόνος γι’ αυτό».37 Μελετητές όπως ο Πόκοκ δηλώνουν ρητά ότι, στην πραγματικότητα, ο Ηγεμόνας δεν αποτελεί ούτε εγχειρίδιο πολιτικής για βασιλείς, ούτε πραγματεία για την απόλυτη μοναρχία, αλλά μελέτη για την αναγκαιότητα έλευσης του νέου ηγεμόνα, ο οποίος πρέπει / πρόκειται να εγκαθιδρύσει τη νέα ηγεμονία.38 Ως εκ τούτου, το τελευταίο κεφάλαιο δίνει, κατά κάποιο τρόπο, το στίγμα του έργου.

Ένα άλλο ζήτημα που αναδεικνύεται στον Ηγεμόνα σχετίζεται με μια ανθρωπολογική διάσταση των κοινωνικών ανταγωνισμών. Δύσπιστος ως προς τον άνθρωπο και τα πάθη του, ο Μακιαβέλλι είναι πεπεισμένος για τη μοχθηρή και εγωιστική ανθρώπινη φύση. Σε αυτή τη βάση, προϋποτίθεται μια γενικευμένη κατάσταση (εν δυνάμει) σύγκρουσης που αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με την απόλυτη εξουσία της ηγεμονίας και η οποία εμφανίζεται ως το ικανό αντίπαλον δέος στη «μοχθηρή» συνθήκη. Η μακιαβελλική σκέψη φτάνει τελικά στην πανουργία του ηγεμόνα, ο οποίος παρουσιάζεται ως αντανάκλαση του πεδίου του ανταγωνισμού, αφού εκείνος πρέπει να είναι ο πιο μοχθηρός απ’ όλους. Αυτό το διαλεκτικό σχήμα που σχετίζεται με τα «πάθη» του πολιτικού σώματος, έχει πράγματι εύθραυστες ισορροπίες. Ο Μακιαβέλλι παρουσιάζεται περισσότερο να συλλαμβάνει τη μοχθηρία και τον εγωισμό σαν ένα παγιωμένο σχήμα, σαν μια βάση πάνω στην οποία διεξάγεται η πολιτική, παρά να αντιμετωπίζει τις ανθρωπολογικές αυτές κατηγορίες σαν παράγωγο του τρόπου που οργανώνεται η πολιτική ηγεμονία.39 Οι μηχανισμοί της επίφασης ενεργοποιούνται προκειμένου να «διαχειριστούν», τρόπον τινά, αυτή τη γενικευμένη «μοχθηρή-εγωιστική» κατάσταση.

Τέλος, αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφερθούμε και στο ζήτημα της θέσης που κατέχει ο Ηγεμόνας (και κατ’ επέκταση ο στοχαστής Μακιαβέλλι) στην ιστορία της πολιτικής σκέψης. Αναμφίβολα το μακιαβελλικό έργο αποτελεί πρόδρομο της νεότερης πολιτικής επιστήμης, ενώ πολλοί μελετητές επανέρχονται στον Ηγεμόνα για να ανακαλύψουν θέσεις σχετικά με τις έννοιες του κράτους και της κυριαρχίας. Προκύπτουν όμως σημαντικά ερωτήματα. Επεξεργάζεται ο Μακιαβέλλι μια ολοκληρωμένη θεωρία των κοινωνικών και πολιτικών δομών ή τελικά περιορίζεται σε θραυσματικού τύπου εμπειρικές παρατηρήσεις γύρω από την πολιτική συγκυρία της εποχής του; Μπορούμε να κάνουμε λόγο για επιστήμη που συγκροτεί συστηματικά έννοιες ή πρέπει περισσότερο να αντιμετωπίσουμε τη μακιαβελλική προσέγγιση ως μια ιδιαίτερη προ-επιστημονική στιγμή στην εξέλιξη της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης; Είναι ο Μακιαβέλλι ένας πρώιμος μελετητής της ταξικής σύγκρουσης και, ως εκ τούτου, υπάρχει πραγματική σχέση με τη μαρξιστική παράδοση; Μπορούμε να διαβάσουμε τον Ηγεμόνα ως πρώιμο έργο περί της αναγκαιότητας ύπαρξης και ανάδυσης του έθνους-κράτους ή η σχέση μεταξύ των δύο είναι συμπτωματική; Σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονός ότι η μαρξιστική σκέψη ήρθε σε επαφή με το μακιαβελλικό έργο και, σε πολλές των περιπτώσεων, προσπάθησε να το ενσωματώσει, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο επιτυχημένα. Στη συνέχεια θα σταθούμε στις επεξεργασίες τεσσάρων μαρξιστών (Γκράμσι, Αλτουσέρ, Χορκχάιμερ, Μπαλιμπάρ) οι οποίοι εκτός του ότι αναδεικνύουν ενδιαφέροντα σημεία της μακιαβελλικής σκέψης, ανοίγουν και έναν γόνιμο δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα στον φλωρεντινό στοχαστή και τον Μαρξ.



6. Σκέψεις σχετικά με τον Μακιαβέλλι και τις μαρξιστικές αναγνώσεις του


6.1. Ο Μακιαβέλλι του Γκράμσι ως μεταιχμιακός χώρος ανάμεσα στην πολιτική ιδεολογία και στην πολιτική επιστήμη


Ο Γκράμσι φαίνεται να αντιλαμβάνεται σαφώς μια υποκειμενική σκοπιά στον Ηγεμόνα, την οποία και τοποθετεί τόσο ανάμεσα στην ουτοπική και τη ρεαλιστική σκέψη, όσο και ανάμεσα στην επιστήμη και την ιδεολογία. Για τον Ιταλό μαρξιστή, ο Μακιαβέλλι αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, μια sui generis περίπτωση στην ιστορία της πολιτικής σκέψης, η οποία δεν είναι τόσο εύκολο να καταταχθεί σε μία «σχολή». Σύμφωνα με την ανάγνωση του Γκράμσι, το βασικό χαρακτηριστικό του Ηγεμόνα «είναι ότι δεν πρόκειται για μια συστηματική πραγματεία, αλλά για ένα βιβλίο “ζωντανό”, όπου μέσα στη δραματική μορφή του “μύθου” συγχωνεύονται η πολιτική ιδεολογία και η πολιτική επιστήμη».40 Βλέπουμε ότι το διάσημο μακιαβελλικό έργο τοποθετείται σε έναν μεταιχμιακό χώρο, αφού «πατάει» με το ένα πόδι στην ιδεολογία (σε κάτι που δεν έχει ακόμη συστηματική επεξεργασία) και με το άλλο στην επιστήμη (με την έννοια ότι βασίζεται σε εμπειρικά δεδομένα που προκύπτουν από την παρατήρηση της «πραγματικότητας» της εποχής).

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο Γκράμσι, προσεγγίζοντας κριτικά τον Ηγεμόνα, δίνει έμφαση στην έννοια του πολιτικού μύθου, σε μία συνθήκη δηλαδή που έχει την ικανότητα, ενεργοποιώντας τη φαντασία, να παρακινήσει σε μαζική δράση (σαν γνήσια ιδεολογία). Διαβάζουμε και πάλι ότι «Ο Ηγεμόνας του Μακιαβέλι θα μπορούσε να μελετηθεί σαν ένα ιστορικό παράδειγμα του “μύθου” του Sorel, δηλαδή μιας πολιτικής ιδεολογίας που παρουσιάζεται όχι σαν ψυχρή ουτοπία ούτε σαν θεωρητικός συλλογισμός, αλλά σαν μια συγκεκριμένη δημιουργία της φαντασίας που επενεργεί πάνω σ’ ένα λαό διασκορπισμένο και θρυμματισμένο για να του ξυπνήσει και οργανώσει τη συλλογική θέληση».41 Η έμφαση του Γκράμσι στις έννοιες της ιδεολογίας και της φαντασίας φανερώνουν ταυτόχρονα και την αμφιταλάντευσή του ως προς το μακιαβελλικό έργο, μια αμφιταλάντευση που όμως έχει απόλυτα θετικό πρόσημο ως προς την αποτίμηση της συνεισφοράς του φλωρεντικού στοχαστή στη σύγχρονη μαρξιστική σκέψη. Σε τελευταία ανάλυση, ο Ηγεμόνας αναδεικνύει άμεσα το ζήτημα της πολιτικής πρακτικής-παρέμβασης, χωρίς να αναλώνεται σε μια «στεγνή» θεωρητικολογία.42

Από την άλλη μεριά, δηλώνεται σαφώς ότι ο Ηγεμόνας εκφράζει τον ιδανικό-νέο ηγέτη, ένα πρόσωπο που θα λειτουργήσει ως πόλος έλξης δυνάμεων, αλλά που δεν υπάρχει ακόμη στην πραγματικότητα. Πιο συγκεκριμένα, ο Γκράμσι υποστηρίζει ότι «ο ουτοπιστικός χαρακτήρας του Ηγεμόνα βρίσκεται στο γεγονός ότι ο ηγεμόνας δεν υπήρχε στην ιστορική πραγματικότητα, δεν παρουσιαζόταν στον ιταλικό λαό με χαρακτηριστικά αντικειμενικής αμεσότητας, αλλά ήταν μια καθαρή θεωρητική αφαίρεση, το σύμβολο του αρχηγού, του ιδανικού ηγέτη».43 Όλα αυτά, βέβαια, ισχύουν μέχρι το τελευταίο κεφάλαιο, για το οποίο ο Γκράμσι επισημαίνει ότι όλα «τα παθητικά, μυθικά στοιχεία, που περιέχονται σ’ ολόκληρο τον μικρό αυτό τόμο, με μια δραματική κίνηση που δημιουργεί έντονη αίσθηση, συγκεφαλαιώνονται και ζωντανεύουν στον επίλογο, στην επίκληση προς έναν ηγεμόνα, που υπάρχει στην πραγματικότητα».44 Η αντιφατική αυτή ασυνέχεια αναδεικνύεται σαφώς από τη γκραμσιανή ανάγνωση, ωστόσο παραμένει άλυτη ως προς τα καίρια και κεντρικά ερωτήματα που διατυπώθηκαν.

Τέλος, αξίζει να γίνει και μια αναφορά στο ζήτημα του εθνικού κράτους. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι ο Ηγεμόνας λειτουργεί σαν προάγγελος της δημιουργίας των σύγχρονων εθνικών κρατών.45 Η ανάγκη εγκατάλειψης των παλιών ηγεμονιών, πολλές φορές, ταυτίζεται με την ίδρυση μιας συγκεντρωτικής-εθνικής μοναρχίας. Ο Γκράμσι φαίνεται να αμφιταλαντεύεται και πάλι. Από τη μία θεωρεί ότι ναι μεν ο Μακιαβέλλι «παρακινήθηκε στην πολιτική του αντίληψη για την ανάγκη ενός ιταλικού ενωτικού κράτους από την ανάμνηση του παρελθόντος της Ρώμης», όμως τονίζει ότι δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συγχέουμε τη σκέψη του με μια φιλολογική-ρητορική παράδοση περί ενωμένης Ιταλίας.46 Από την άλλη, η «πολιτική επιστήμη» του Ηγεμόνα «αντιπροσωπεύει τη φιλοσοφία του καιρού του, που τείνει προς την οργάνωση απόλυτων εθνικών μοναρχιών, την πολιτική μορφή που επιτρέπει και διευκολύνει μια παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της αστικής τάξης»47 και που βάζει ένα οριστικό τέλος «στη φεουδαρχική αναρχία».48


6.2. Ο Μακιαβέλλι του Αλτουσέρ ως θεωρητικός των πολιτικών δομών,

των μηχανισμών και του εθνικού κράτους


Ο Αλτουσέρ, με τη σειρά του, εντάσσει τον Μακιαβέλλι σε μια φιλοσοφική παράδοση που παραγνωρίστηκε εντελώς ως ιδεαλισμός της ελευθερίας, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν υλισμό της συνάντησης, 49 του αστάθμητου, της ενδεχομενικότητας και του κενού. Σε αυτό το «υπόγειο» φιλοσοφικό μονοπάτι, όπου ο Μακιαβέλλι συναντά τον Επίκουρο, τον Σπινόζα, τον Χομπς, τον Ρουσσώ, τον Μαρξ και τον Χάιντεγκερ, απαρχή κάθε πραγματικότητας δεν είναι ούτε ο Λόγος, ούτε η Αιτία, ούτε κάποιος Σκοπός, αλλά η παρέκκλιση, η αστάθμητη συμπλοκή μεταξύ στοιχείων που «δένουν».50 Υπ’ αυτή την έννοια, ο υλισμός της συνάντησης απορρίπτει κάθε έννοια απαρχής και εστιάζει την προσοχή του στον τρόπο που δομούνται τα στοιχεία που συναντώνται, στις σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ τους, στους μηχανισμούς που εγκαθιδρύουν κατά τη συσχέτισή τους. Από την άλλη, συμφωνώντας με τον Γκράμσι, ο Αλτουσέρ υποστηρίζει ότι ο Μακιαβέλλι είναι μια «μοναχική» φιγούρα η οποία δεν μπορεί να καταταχθεί σε κανένα «στρατόπεδο» σκέψης, παραμένει μοναδική στο είδος της.51

O Αλτουσέρ ασκεί σφοδρή κριτική στους «επιδερμικούς αναγνώστες» του Μακιαβέλλι, οι οποίοι στέκονται ιδιαίτερα στο πρόσωπο-ηγεμόνας και αγνοούν εντελώς τη διαδικασία-ηγεμόνας.52 Ανάμεσα σε αυτούς, ο Γκράμσι παρουσιάζεται ως σαφώς υποδεέστερος στοχαστής σε σχέση με τον Μακιαβέλλι (τον «δάσκαλο»), αφού αδυνατεί να κατανοήσει μια συγκεκριμένη διαδικασία που συντελείται και παραμένει, τρόπον τινά, δέσμιος μιας «υποκειμενικής» ανάγνωσης του Ηγεμόνα. Ως εκ τούτου, καταδικάζει όλες εκείνες τις προσεγγίσεις που στέκονται στο πρόσωπο του ηγεμόνα ως επιφανειακές, πολύ απλά γιατί δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι το άτομο-ηγεμόνας δεν έχει καμία σχέση με «άνθρωπο». Μάλιστα, σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, ο ηγεμόνας «είναι τόσο ελάχιστα άνθρωπος, ώστε ο Μακιαβέλι θεωρεί ότι το να καταστεί ένα άτομο ηγεμόνας, το να πάψει να είναι άνθρωπος και να γίνει αυτή η ανήκουστη φύση, συνιστά “παράδοξη περιπέτεια”: άνθρωπος-λιοντάρι-αλεπού, αυτή η τριλογία ή αυτή η τοπολογία που δεν έχει κανένα κέντρο, που δεν έχει κάποιο “εγώ” ενοποιητικό των τριών “βαθμίδων”, των τριών “επιπέδων”, που είναι “άνθρωπος”, δηλαδή κανονικό υποκείμενο, μόνο στον βαθμό που είναι φαινομενικά τέτοιος».53 Με αυτόν τον τρόπο, ο Ηγεμόνας εκφράζει μια πολιτική στρατηγική, και, από την άποψη αυτή, δεν μπορεί παρά να είναι μια «διαδικασία χωρίς υποκείμενο».54

Αυτή η διαδικασία της σταδιακής αλλοτρίωσης του ηγεμόνα, ξεκινά όμως από το άτομο. Όσο και αν ο Αλτουσέρ θέλει να σταθεί στη δομική πλευρά του ηγεμόνα (στην ηγεμονία, ήτοι στον κρατικό μηχανισμό), παραδέχεται ότι ο Μακιαβέλλι έψαχνε εναγωνίως, και σε πρώτη φάση, το πρόσωπο.55 Αυτό το πρόσωπο θα πρέπει να είναι ένας άνθρωπος « του τίποτα, χωρίς παρελθόν, χωρίς τίτλους ή αξιώματα », 56 υπό την έννοια ότι, για να μπορέσει να ιδρύσει τη νέα ηγεμονία που θα διαρκέσει και θα ενώσει τους Ιταλούς, χρειάζεται να μην έχει καμία σχέση με οποιαδήποτε παρωχημένη και παρηκμασμένη κρατική μορφή της εποχής. Ο Αλτουσέρ υποστηρίζει ότι, κατά τρόπο αναγκαίο, η πρώτη στιγμή εγκαθίδρυσης της νέας ηγεμονίας δεν μπορεί παρά να είναι μια «μοναρχική στιγμή», το έργο ενός και μόνο ανθρώπου ο οποίος αναδύεται από την ιδιωτική σφαίρα και μετατρέπεται σε ηγεμόνα.57 Επιπρόσθετα, δίνει και ιστορικό περιεχόμενο σε αυτή την αναγκαία συνθήκη, καθώς η νέα ηγεμονία που οραματίζεται ο Μακιαβέλλι δεν είναι άλλη από την αστική τάξη η οποία επιβάλλει την κυριαρχία της επί της φεουδαρχικής αριστοκρατίας μέσω της απόλυτης μοναρχίας, με όλη τη σημασία της λέξης.

Η διαδικασία, επομένως, εκκινεί με μια συνάντηση που συμβαίνει ανάμεσα στη virtù και στη fortuna (και αναφέρεται σε ένα πρόσωπο), ενώ συνεχίζεται με μια συνάντηση που «δένει» διαρκώς ανάμεσα στον ηγεμόνα και στον «λαό του» (και αναφέρεται στον μηχανισμό).58 Όταν φτάσουμε στο τέλος της διαδρομής, ο Αλτουσέρ θα υποστηρίξει ότι στο μακιαβελλικό έργο ερχόμαστε σε επαφή, ούτε λίγο ούτε πολύ, με μια πλήρη θεωρία των πολιτικών δομών και της κρατικής ιδεολογίας. Πιο συγκεκριμένα, «εδώ βρίσκουμε ήδη τα πάντα: τη θεωρία του κράτους και τις δυο βαθμίδες του, “το κτήνος” (η βία) και ο άνθρωπος (η συναίνεση), και μάλιστα βρίσκουμε πολύ περισσότερα απ’ όσα θα βρούμε στον Γκράμσι, [...] Γιατί, ο Γκράμσι, δεν υποστήριξε ποτέ, όπως ο Μακιαβέλι, την πρωτοκαθεδρία της “βαθμίδας” της βίας (του στρατού) επί της “ηγεμονίας” στο πλαίσιο του κράτους [...] Εδώ, ο Μακιαβέλι εισήλθε όχι μόνο στη θεωρία της ιδεολογίας, και στην αναγνώριση της οργανικής αναγκαιότητας μιας κρατικής ιδεολογίας προκειμένου το κράτος να ασκεί την ηγεμονία του, επομένως στην αναγνώριση του γεγονότος ότι η ηγεμονία λειτουργεί με ιδεολογία, αλλά και του ότι δεν αρκεί να ορίσουμε την ηγεμονία μέσω των αποτελεσμάτων ηγεμόνευσης (πράγμα που συνιστά ταυτολογία): θα πρέπει να την ορίσουμε και μέσω της “κινητήριας δύναμής” της, της οργανικά συνδεδεμένης με το κράτος ιδεολογίας».59

Ο Μακιαβέλλι του Αλτουσέρ δεν συνιστά απλώς έναν εκπρόσωπο της νεότερης πολιτικής επιστήμης, αλλά εμπλέκεται (όπως ήδη έχουμε αναφέρει) σε μια εξέχουσα υλιστική φιλοσοφική παράδοση της συνάντησης. Αυτό σημαίνει ότι η μακιαβελλική σκέψη εκφράζει πρωτίστως «μια ιδιάζουσα φιλοσοφία [...] νοούμενη διαμέσου της πολιτικής, και η οποία, ως τέτοια, δεν προϋποθέτει τίποτα το προδιατεταγμένο».60 Επειδή η συνάντηση μπορεί να λάβει ή να μη λάβει χώρα, αποτελεί εξ ορισμού μοναδική συνθήκη, η οποία, τελικά, συνεχώς οφείλει να «δένει» διότι τίποτε δεν της εγγυάται ότι θα διαρκεί και στο μέλλον χωρίς να καταστραφεί. Υπ’ αυτή την έννοια, για την υλιστική φιλοσοφία του αστάθμητου, την οποία εκπροσωπεί επάξια ο Μακιαβέλλι, 61 η πραγματοποίηση του τετελεσμένου γεγονότος δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να συνιστά «εγγύηση για τη συνέχισή του εις το διηνεκές».62 Σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, η ιστορία δεν μπορεί να ιδωθεί παρά ως «μόνιμη ακύρωση του τετελεσμένου γεγονότος από ένα άλλο μη αποκρυπτογραφήσιμο γεγονός προς τέλεση, χωρίς εκ των προτέρων να γνωρίζουμε ούτε πότε, ούτε πού, ούτε πώς θα παραχθεί το συμβάν της ακύρωσής του».63

Ο Αλτουσέρ πράγματι είναι πεπεισμένος ότι ο Μακιαβέλλι έχει καταφέρει να αποκρυπτογραφήσει όλα εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μιας μοναδικής συγκυρίας. Όπως είδαμε και στο ακροτελεύτιο κεφάλαιο του Ηγεμόνα, υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ίδρυση μιας νέας ηγεμονίας, και αυτές ο Μακιαβέλλι τις διακρίνει στη λεπτομέρειά τους, εντός της σύνθετης πραγματικότητας που έχει απέναντί του. Με αυτόν τον τρόπο, ο μακιαβελλικός ηγεμόνας δεν εκφράζει παρά την ενσάρκωση, την πραγμάτωση του υλισμού της συνάντησης, εφόσον η virtù του είναι αυτή που (με πρακτικό τρόπο) παρεμβαίνει εντός του πλαισίου της fortuna και παράγει πραγματικά πολιτικά αποτελέσματα (την ίδρυση μιας νέας ηγεμονίας). Ο ηγεμόνας διαθέτει εμφανώς την ικανότητα και τη διορατικότητα να δρα αποτελεσματικά εντός μιας συγκεκριμένης συνθήκης, της οποίας έχει λάβει υπόψη όλα τα ιδιαίτερα (και ουσιώδη) χαρακτηριστικά. Το ενδιαφέρον αυτής της θέσης του Αλτουσέρ εδράζεται στο γεγονός ότι τόσο ο Μακιαβέλλι (σε επίπεδο θεωρητικής πρακτικής) όσο και ο ηγεμόνας του (σε επίπεδο πολιτικής πρακτικής) φαίνεται πως παρουσιάζονται σε ευθεία αναλογία με τον Μαρξ και τον Λένιν του Για τον Μαρξ: προχωρούν «στην ανάλυση της δομής μιας συγκυρίας, στις μετατοπίσεις και στις συμπυκνώσεις των αντιφάσεών της, στην παράδοξη ενότητά τους, που αποτελούν την ίδια την ύπαρξη της “τωρινής στιγμής”, την οποία πρόκειται να μετασχηματίσει [...] η πολιτική δράση», 64 επομένως, προχωρούν στη συγκεκριμένη ανά-λυση της συγκεκριμένης κατάστασης, η οποία δεν είναι άλλη από την ίδρυση της νέας ηγεμονίας του ιταλικού έθνους-κράτους.65

Σύμφωνα με την αλτουσεριανή ανάγνωση, ο Καίσαρας Βοργίας εκφράζει σε εντελώς πραγματικό επίπεδο (και όχι σε ουτοπικό), έστω και σε λανθάνουσα μορφή λόγω του μη τετελεσμένου γεγονότος, την «εθνική» προοπτική της ενωμένης Ιταλίας, εφόσον, ως άνθρωπος του «τίποτα», «κατάφερε να αναγνωρίσει σε αυτή τη συνάντηση την ευκαιρία για μια τύχη, την οποία μπόρεσε να αρπάξει όπως αρπάζει κανείς “μια γυναίκα από τα μαλλιά” (Μακιαβέλλι). Κατάφερε να χτίσει δομές σε αυτό το κενό και να φτιάξει για λογαριασμό του ένα βασίλειο το οποίο επεκτεινόταν και θα μπορούσε κατά τον Μακιαβέλλι να δημιουργήσει την ιταλική εθνότητα [...]».66 Ο Αλτουσέρ, ακολουθώντας (όπως παραδέχεται) τον Γκράμσι, δηλώνει ρητά ότι ο Μακιαβέλλι, εκτός όλων των υπόλοιπων, είναι ένας θεωρητικός του εθνικού κράτους, «και άρα της απόλυτης μοναρχίας ως μεταβατικού σταδίου για το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό».67 Με άλλα λόγια, η σημασία του αλτουσεριανού Μακιαβέλλι έγκειται στο γεγονός ότι τοποθετεί το εθνικό κράτος σε δεσπόζουσα θέση και το παρουσιάζει ως αναγκαίο διαμεσολαβητικό στάδιο για το επιτυχές πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό (μια συνάντηση που «δένει»), ή αλλιώς για τη δημιουργία / εμφάνιση μιας «εσωτερικής αγοράς» που είναι ικανή να απορροφήσει το μέγεθος της αναδυόμενης καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής.68 Όπως αναφέραμε και παραπάνω, το σημείο αυτό εγείρει αρκετές διαφωνίες στους μαρξιστές ως προς την ερμηνεία του Ηγεμόνα. Ο Αλτουσέρ φαίνεται να είναι διατεθειμένος να «παραχωρήσει» περισσότερα από αυτά που ενδεχομένως αναλογούν στη μακιαβελλική σκέψη, εφόσον, αφενός οι κατηγορίες του έθνους και του εθνικισμού είναι σαφώς μεταγενέστερες (εμφανίζονται στα τέλη του 18ου αιώνα και επικρατούν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα), 69 αφετέρου ο Μακιαβέλλι δεν κατέχει κρίσιμες έννοιες όπως αυτές του καπιταλιστικού κράτους, της ταξικής εξουσίας και της ταξικής σύγκρουσης (οι οποίες και θα αποτελούσαν προϋπόθεση για τη μελέτη του εθνικού φαινομένου).70


6.3. Ο Μακιαβέλλι του Χορκχάιμερ ως πρόδρομος της αστικής ιδεολογίας

και ως στοχαστής μιας αμετάβλητης ανθρώπινης φύσης


Ο Χορκχάιμερ τοποθετεί τον Μακιαβέλλι στο γενικότερο πλαίσιο του ερευνητικού του προγράμματος, το οποίο σχετίζεται με την κριτική της αστικής επιστήμης ως ιδεολογίας. Ο Μακιαβέλλι παρουσιάζεται ως πρόδρομος71 μιας συγκεκριμένης εποχής (της αστικής) και της επιστήμης της (της αστικής επιστήμης). Κύριο χαρακτηριστικό της αστικής εποχής είναι ότι παράγει μια (επιστημονική) θεωρίαη οποία, αγνοώντας συστηματικά οποιαδήποτε ιστορικοκοινωνική συνθήκη στα φαινόμενα, «αυτονομείται – σαν να ήταν δυνατόν να θεμελιωθεί πάνω στην εσωτερική ουσία της γνώσης ή σε κάποιαν άλλη ανιστορική βάση – [και] μετατρέπεται πλέον σε μια πραγμοποιημένη, ιδεολογική κατηγορία».72 Με αυτόν τον τρόπο, συναντούμε μια «σκληρού τύπου» διάκριση ανάμεσα στην αστική επιστήμη και στην κριτική (μαρξιστική) θεωρία, σύμφωνα με την οποία η μακιαβελλική σκέψη τοποθετείται ξεκάθαρα στους κόλπους της πρώτης.

Η πρώτη επισήμανση του Χορκχάιμερ είναι ότι στον Ηγεμόνα, ο Μακιαβέλλιεγκαινιάζει μια νατουραλιστικού τύπου φιλοσοφική ανθρωπολογία, η οποία εξάγει συμπεράσματα ως προς την ύπαρξη μιας «αιώνιας» ανθρώπινης φύσης. Με αυτόν τον τρόπο, η αστική ιδεολογία εκκινεί από μια μη-ανθρώπινη αφετηρία (φύση), η οποία θεμελιώνεται ανεξάρτητα από τους ιδιαίτερους κοινωνικούς καθορισμούς της, και καταλήγει, στη συνέχεια, να προσδίδει αυτά τα «φυσικά» χαρακτηριστικά στους ανθρώπους ως αμετάβλητα στοιχεία.73 Ο Μακιαβέλλι εγκαινιάζει μια πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης ως κυνικής και μοχθηρής και, πάνω σε αυτή την υπόθεση, θεμελιώνει τη ρητορική του περί της αναγκαιότητας ύπαρξης μιας συγκεντρωτικής-απόλυτης ηγεμονίας. Πλάι στον νατουραλισμό, κάνει την εμφάνισή του και ένας έντονος ψυχολογισμός. Επειδή η κυνική και μοχθηρή φύση του ανθρώπου πρέπει να χαλιναγωγηθεί από έναν ισχυρό κρατικό μηχανισμό (επιβολή κυριαρχίας επί αλλότριων δυνάμεων που συγκρούονται), αφενός η πολιτική ηγεμονία καθίσταται απαραίτητη, αφετέρου ο ηγεμόνας-αλεπού, προκειμένου να κρατηθεί στην εξουσία, χρειάζεται να είναι πιο μοχθηρός, πιο πανούργος, πιο κυνικός, πιο ευρηματικός, πιο αποφασιστικός από όλους τους αντιπάλους του. Ο Χορκχάιμερ, μεταξύ άλλων, αναδεικνύει την ιστορική αναγκαιότητα αυτής της ιδεολογικής, ηθικής αφετηρίας, εφόσον θεωρεί ότι η άκρατη απελευθέρωση του ανταγωνισμού που εγκαινιάζει η αστική εποχή, «ρυθμίζεται» μόνο από μια αυταρχική-συγκεντρωτική πολιτειακή δομή.74

Το δεύτερο κρίσιμο στοιχείο που παρατηρεί ο Γερμανός μαρξιστής στη μακιαβελλική σκέψη είναι εκείνο του εμπειρισμού. Κατά την άποψη του Χορκχάιμερ, ο εμπειρισμός δεν είναι παρά η συμπληρωματική όψη του νατουραλισμού, ο οποίος θεμελιώνεται κατά την Αναγέννηση με τη σταδιακή εδραίωση της νέας φυσικής επιστήμης. Κεντρικός στόχος αυτής της θεωρητικής προσέγγισης είναι η θεμελίωση κανονικοτήτων σχετικών με την «ουσία» της φύσης, μέσω της ανάπτυξης μιας συστηματικής εμπειρικής γνώσης. Με αυτόν τον τρόπο, η εμπειρική παρατήρηση εγκαθίσταται ως κυρίαρχη πρακτική στην ερμηνεία των φαινομένων.75 Σε αυτό το πλαίσιο, η νέα επιστήμη της πολιτικής (η οποία εκφράζεται από τον Μακιαβέλλι, ανεξάρτητα από το αν αποτελεί συνειδητή επιλογή), διαπιστώνει ότι στην «πραγματική κοινωνία» οι άνθρωποι κυριαρχούνται από άλλους ανθρώπους. Αυτό που πρέπει να αποκαλύψει η νέα επιστήμη, μέσω της εμπειρικής παρατήρησης των δεδομένων, είναι πώς κάποιος επιτυγχάνει την κυριαρχία και πώς τη διατηρεί.76

Για να θεμελιωθούν οι κανονικότητες μέσω της εμπειρικής παρατήρησης, η θεωρία οφείλει να τις ψάξει και στο παρελθόν. Οι ιδεολογικές κατηγορίες της αστικής επιστήμης αποκτούν ιστορική ισχύ (ή καλύτερα, μια επίφαση ιστορικότητας) μέσω μιας «κανονικότητας» η οποία ίσχυε στον ιστορικό χρόνο, από πάντα, βρισκόταν πάντοτε «εκεί έξω», στα φαινόμενα. Ο Μακιαβέλλι, σύμφωνα με τον Χορκχάιμερ, ψάχνει τους «αιώνιους [πολιτικούς] νόμους σύμφωνα με τους οποίους οι άνθρωποι επιτρέπουν στους εαυτούς τους να κυριαρχούνται».77 Για να το πετύχει αυτό πρέπει να υιοθετήσει μια παράδοξη ιδεολογική μορφή α-ιστορικής ιστορικότητας, σύμφωνα με την οποία τα γεγονότα ή συμβάντα συλλαμβάνονται ως ομοιογενή στον ιστορικό χρόνο. Ο Χορκχάιμερ παρατηρεί ότι, αν ο Μακιαβέλλι δεν προϋποθέσει αφενός ότι τα υποκείμενα συμπεριφέρονται στο παρόν (ή θα συμπεριφέρονται στο μέλλον) με τον ίδιο τρόπο που το έκαναν στο παρελθόν και αφετέρου ότι τα πάθη τους παραμένουν ίδια, τότε οι μελέτες του χάνουν σε εξηγητική ισχύ. Εφόσον τα γεγονότα παρουσιάζονται ως ομοιογενή, είμαστε σε θέση να παράγουμε προτάσεις με γενική ισχύ. Αυτοί που δεν πιστεύουν ότι μπορεί κάποιος να επαναλάβει το παρελθόν καταδικάζονται από τον Μακιαβέλλι ως αμόρφωτοι και ρηχοί, 78 ως εάν «οι ουρανοί, ο ήλιος, τα στοιχεία της φύσης και ο άνθρωπος ο ίδιος να ήταν διαφορετικοί απ’ ότι στο παρελθόν όσον αφορά την κίνηση, την τάξη και τη δύναμή τους».79

Ο επόμενος άξονας της κριτικής στον Μακιαβέλλι περιλαμβάνει το ζήτημα του ντετερμινισμού. Όπως είδαμε, σύμφωνα με τον Χορκχάιμερ, η μακιαβελλική πρόσληψη των φαινομένων είναι κυρίως νατουραλιστική. Αυτό σημαίνει ότι: α) η φύση διέπεται από νομοτέλειες, β) στις νομοτέλειες της φύσης «εντάσσονται» όλες οι πλευρές της ζωής, τόσο οι ψυχολογικές (αυτές που σχετίζονται περισσότερο με το άτομο), όσο και οι πολιτικές (αυτές που σχετίζονται περισσότερο με την κοινωνία). Με αυτόν τον τρόπο, και η κοινωνία έχει «νόμους», άρα αναγκαιότητες. Σύμφωνα με την ανάγνωση του Χορκχάιμερ, δεν είναι ότι στον Μακιαβέλλι απουσιάζει εντελώς η έννοια της κοινωνικής σχέσης (η όποια παρουσία της βέβαια δεν είναι συστηματική, αλλά περισσότερο «συμπτωματική») αλλά περισσότερο ότι οι κοινωνικές σχέσεις προκύπτουν ως αντανάκλαση των «φυσικών» νομοτελειών που διέπουν τις κοινωνίες.80 Η ανθρώπινη κατάσταση τοποθετείται σε ένα πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων που εκδηλώνονται με βάση μια αναγκαιότητα των ενστίκτων.81 Καθόλου τυχαία, ο ντετερμινιστικός νατουραλισμός του Μακιαβέλλι εξετάζει την ανθρώπινη φύση υπό τη σκοπιά της ζωώδους, με αποτέλεσμα να προβάλλει τη δεύτερη στην πρώτη, και τελικά, να υιοθετεί μια «βιολογική σύλληψη του ανθρώπινου είδους».82 Όπως παρατηρεί ο Χορκχάιμερ, η φύση αντιμετωπίζεται ως κάτι που «περικλείει και καθορίζει τα ανθρώπινα όντα και όχι ως κάτι που διαμορφώνεται, σχηματοποιείται και μετασχηματίζεται από τη δράση των τελευταίων».83

Σε κάθε περίπτωση, ο Χορκχάιμερ αναγνωρίζει στον Μακιαβέλλι μια προσπάθεια να ξεπεραστεί ένας άκρατος νατουραλισμός κατά τη μελέτη των κοινωνικών φαινομένων και στέκεται στις αναφορές του φλωρεντικού στοχαστή (τόσο στον Ηγεμόνα όσο και στους Λόγους) σχετικά με την επενέργεια των ταξικών συγκρούσεων στην εξέλιξη των κοινωνιών. Ωστόσο, ο Μακιαβέλλι δεν μπορεί να ξεφύγει από την τάση του να εξηγεί την πολιτική με όρους ατομοκεντρικούς.84 Τα άτομα, όμως, υπόκεινται πάντοτε σε κοινωνικούς καθορισμούς από τους οποίους δεν μπορούν να διαχωριστούν. Οι κοινωνικοί καθορισμοί, με τη σειρά τους, δεν είναι στατικοί ή «προκατασκευασμένοι», αλλά έχουν τη δική τους ιστορία, την οποία ο Μακιαβέλλι δεν λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη, εμμένοντας σε μια «αφελή κατανόηση της αναλογίας μεταξύ πολιτικής και φυσικής, μεταξύ των τρόπων εξήγησης της φυσικής επιστήμης και της πολιτικής ιστορίας».85 Σε αντίθεση με τον Αλτουσέρ, η άποψη του Χορκχάιμερ συνοψίζεται στη θέση ότι ο Μακιαβέλλι δεν καταφέρνει να κανονικοποιήσει μια θεωρία των (πολιτικών ή κοινωνικών) δομών, από μαρξιστική σκοπιά.

Συνοψίζοντας, η κριτική του Χορκχάιμερ στη μακιαβελλική σκέψη εδράζεται στο γενικότερο εγχείρημα της Σχολής της Φρανκφούρτης ενάντια στην αστική επιστήμη και ιδεολογία. Ο Μακιαβέλλι τοποθετείται στη σημαντική θέση του εξέχοντος προδρόμου της αστικής πολιτικής φιλοσοφίας, ενώ οι θέσεις του (κυρίως στον Ηγεμόνα και στους Λόγους) προωθούν μια ιδεολογία η οποία προϋποθέτει: α) μια αμετάβλητη φύση, β) μια ατομοκεντρική προσέγγιση του κοινωνικού, γ) σε σημαντικό βαθμό, μια «φυσικοποίηση» των κοινωνικών και των ιστορικών φαινομένων, δ) συμβάντα που παράγονται σε μια αυστηρή αιτιότητα της «υλικής ανάγκης» και των «φυσικών τάσεων» των ανθρώπων για σύγκρουση, ε) μια ψυχολογική διάσταση της ιστορίας, εφόσον, σε τελευταία ανάλυση, τα κοινωνικά φαινόμενα παράγονται από τις ψυχολογικές διαθέσεις των υποκειμένων (πανουργία, εξαπάτηση).86 Η βασική έλλειψη του Μακιαβέλλι δεν έγκειται μόνο στην αντίληψη περί ομοιομορφίας των ιστορικών φαινομένων αλλά, κυρίως, στο γεγονός ότι δεν λαμβάνει υπόψη την επενέργεια των συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων στη διαμόρφωση, τη διατήρηση και τον μετασχηματισμό τόσο των ατομικών (ψυχολογικών) όσο και των κοινωνικών (πολιτικών) χαρακτηριστικών.


6.4. Ο Μακιαβέλλι του Μπαλιμπάρ ως αδυναμία πλήρους αναγωγής

των ταξικών ανταγωνισμών στο κράτος


Στο άρθρο του με τίτλο «Μαρξ ο τζόκερ, ή ο μη αποκλειόμενος τρίτος», 87 ο Μπαλιμπάρ συμμετέχει στον διάλογο που έχει ανοίξει η μαρξιστική σκέψη με τον Μακιαβέλλι, προσεγγίζοντας τις θέσεις των Κρότσε, 88 Σορέλ, αλλά κυρίως των Γκράμσι και Αλτουσέρ. Διευρύνοντας την προβληματική του σε επόμενες μελέτες του, καταπιάνεται επίσης με σημαντικές εργασίες γύρω από τη μακιαβελλική σκέψη, όπως αυτές των Στράους και Λεφόρ. Αφετηρία του Μπαλιμπάρ, παρά το γεγονός ότι αποδέχεται τη σχέση μακιαβελλικής και μαρξικής σκέψης, είναι ότι το θεωρητικό σχήμα ενός Μαρξ ως «Μακιαβέλλι του προλεταριάτου», το οποίο εκφράζεται «άλλοτε ρητά και άλλοτε μέσα από ένα δίκτυο με υπαινιγμούς και μεταβιβάσεις θέσεων του Μαρξ ή του Λένιν στις ίδιες τις λέξεις του Μακιαβέλλι», 89 συγκαλύπτει μια πραγματική αντιστροφή θέσεων που εγκαινιάζει η μαρξική παράδοση της πολιτικής. Σε δεύτερο χρόνο, η ως άνω θέση μοιάζει να υπονοεί και το αντίστροφο: ότι, ενδεχομένως, ο Μακιαβέλλι «μαρξοποιήθηκε» σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλές φορές μας είναι δύσκολο να προσεγγίσουμε με σαφήνεια σημαντικές πλευρές της σκέψης του φλωρεντινού στοχαστή.

Στην προσπάθειά του αυτή, ο Μπαλιμπάρ διακρίνει στον Μακιαβέλλι μια προσέγγιση της πολιτικής η οποία δεν περιορίζεται και δεν ολοκληρώνεται στο κράτος. Η πολιτική πρακτική, εντάσσοντας στους κόλπους της (πλάι στη βία) την πανουργία και την απόκρυψη, εκφράζει ένα πεδίο διαρκούς σύγκρουσης δυνάμεων το οποίο δεν μπορεί να συναντήσει ένα «τέλος» στο κράτος. Ως εκ τούτου, στο μακιαβελλικό σύμπαν, αφενός το πολιτικό (ανταγωνιστικό) πεδίο δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να αναχθεί πλήρως στην κρατική δομή, αφετέρου το κράτος δεν μπορεί ποτέ να ιδωθεί ως οργανικό «όλον στο οποίο διευθετούνται οι κοινωνικές διαφορές».90 Ακολουθώντας σε αυτό το σημείο τον Αλτουσέρ, ο Μπαλιμπάρ συσχετίζει τον Μακιαβέλλι με τον Μαρξ, υποστηρίζοντας ότι υπάρχει δεδομένα μια μακιαβελλική πλευρά στην κεντρική μαρξική ιδέα ότι η ταξική σύγκρουση αποτελεί κινητήριο δύναμη της πολιτικής και συγκροτητική συνθήκη της κρατικής δομής, 91 χωρίς ωστόσο η δεύτερη να περιορίζεται στην πρώτη.

Ας επιστρέψουμε στον Μακιαβέλλι. Ο Μπαλιμπάρ, στηρίζοντας το κεντρικό του επιχείρημα στην έννοια του ανταγωνισμού, εκφράζει τη θέση ότι η ρεαλιστική, υλιστική τρόπον τινά, μακιαβελλική πολιτική σκέψη παράγει μια «συγκρουσιακή επιστημολογία», 92 εφόσον ο ηγεμόνας τοποθετείται εντός ενός πεδίου στο οποίο δεν υπάρχει καμία ουσιώδης αλήθεια.93 Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το καταστατικά «διαιρεμένο» πολιτικό σκηνικό, ο Ηγεμόνας παρουσιάζει διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές θέσεις-θεάσεις, οιονεί ανταγωνιστικές. Ο Γάλλος μαρξιστής υποστηρίζει ότι στον Μακιαβέλλι ερχόμαστε σε επαφή με τουλάχιστον δύο πολιτικές σκοπιές: από τη μία στέκεται η σκοπιά του ηγεμόνα (της κυριαρχίας) και από την άλλη η σκοπιά του λαού (των κυριαρχούμενων). Λαμβάνοντας υπόψη έναν «γνωσιολογικό διχασμό» που επενεργεί στο υποκείμενο του Ηγεμόνα, ο Μπαλιμπάρ δείχνει ότι στο μακιαβελλικό σύμπαν δεν υπάρχει καμία «ορθοδοξία», και ως εκ τούτου, η «αλήθεια» δεν είναι παρά μια διαρκής «διαμάχη τάσεων ή παρεκκλίσεων που επικαθορίζεται ταξικά σε τελευταία ανάλυση».94 H ως άνω διχοτόμηση έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας «ηγεμονικής» και μιας «λαϊκής» γνώσης, οι οποίες παρ’ όλο που είναι «φύσει» αντίθετες, χρειάζεται να «συναντηθούν» προκειμένου να θεμελιωθεί η ηγεμονία. Επομένως οι (γνωστικές-πολιτικές) μακιαβελλικές κατηγορίες του ηγεμόνα και του λαού, εκτός από ανταγωνιστικές και μερικές, αναπτύσσουν ταυτόχρονα σχέσεις αλληλεξάρτησης και αντικατοπτρισμού (διατηρώντας όμως τη μερικότητά τους).95

Γι’ αυτό και ο Μπαλιμπάρ στέκεται ιδιαίτερα στη σημασία που έχει το σύμπαν της επίφασης για τη θεμελίωση και την αναπαραγωγή της ηγεμονίας. Ο ηγεμόνας «παράγεται» ως τέτοιος μέσα από μια διαδικασία που προϋποθέτει τη «λαϊκή εμπλοκή», χωρίς την οποία ο Μακιαβέλλι υποστηρίζει ρητά ότι δεν μπορεί να μακροημερεύσει. Η κατηγορία του ηγεμόνα, εμπεριέχει τόσο το συμφέρον όσο και τη συμμετοχή του λαού και ο Μπαλιμπάρ θεωρεί ότι η μακιαβελλική σκέψη όχι μόνο αποκαλύπτει τη «λαϊκή οπτική γωνία» της φύσης του ηγεμόνα, αλλά και τάσσεται υπέρ της.96 Επειδή ο Μακιαβέλλι «παίρνει θέση», καθώς αναδεικνύει τη σημασία της σύγκρουσης στην πολιτική πρακτική και τοποθετεί τον ηγεμόνα εντός του popolo, η μακιαβελλική επιστημολογία προκύπτει ως το αντίθετο της αστικής-θετικιστικής επιστημονικής θέσης για αξιολογική ουδετερότητα97 (και άρα ο Μπαλιμπάρ, τουλάχιστον σε αυτό το θέμα, διαφοροποιείται από τις θέσεις του Χορκχάιμερ). Οι μηχανισμοί της επίφασης είναι αυτοί που όχι μόνο «ενοποιούν» (πάντα σε κάποιο βαθμό και ποτέ εξ ολοκλήρου) το ανταγωνιστικό πεδίο, αλλά δημιουργούν την αναγκαία συνθήκη αλληλεπίδρασης του λαού με την εικόνα του ηγεμόνα (άρα με τον ηγεμόνα). Γνώση, εξουσία, δύναμη: αυτές οι τρεις κατηγορίες αναδεικνύονται στον Μακιαβέλλι του Μπαλιμπάρ υπό την έννοια ότι ο νέος ηγεμόνας δεν μπορεί να πετύχει αν δεν γνωρίζει την αληθινή δομή της φύσης του λαού.98 Η γνώση συνδέεται άρρηκτα με την ενδυνάμωση της εξουσίας του ηγεμόνα: όσο ο ηγεμόνας καταφέρνει να «γνωρίζει» τον λαό και τις ανάγκες του, αλλά και όσο ο λαός «γνωρίζει» την εικόνα του ηγεμόνα (άρα όσο δημιουργούνται καταστάσεις εγγύτητας εντός της αναγκαίας απόστασης), τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει να μακροημερεύσει η ηγεμονία.

Επιστρέφουμε στη συζήτηση για τον Μαρξ, διαμέσου του Χέγκελ, για να καταλήξουμε και πάλι στον Μακιαβέλλι. Ο Μπαλιμπάρ εντοπίζει στην εγελιανή πολιτική φιλοσοφία δύο βασικά χαρακτηριστικά τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με τη μακιαβελλική προσέγγιση: α) την αναγωγή της πολιτικής (άρα του στοιχείου της κυριαρχίας και της βίας) στη σφαίρα του δικαίου, β) την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην έννοια της επίφασης. Το εγελιανό κράτος, ως αυτοσκοπός που επιφέρει ένα «τέλος» στους ανταγωνισμούς, «μπορεί να ανήκει στην τάξη της βίας, αλλά ποτέ στην τάξη της απόκρυψης», 99 εφόσον κάθε παρουσία των μηχανισμών της επίφασης θα ήταν αντιφατική. Η πλήρης εξάλειψη των μορφών της πανουργίας-απόκρυψης στη συγκρότηση του κρατικού μηχανισμού, οδηγούν τον Μπαλιμπάρ να υποστηρίξει ότι στον Χέγκελ εκλείπει κάθε στοιχείο φαντασιακού, άρα ιδεολογίας.100 Αυτό το «νήμα» του ιδεολογικού παράγοντα μπορούμε να το παρακολουθήσουμε μόνο αν περάσουμε από τη μακιαβελλική επίφαση (η οποία αγνοεί κάθε δικαιική βάση της ηγεμονίας) και καταλήξουμε στη μαρξική κατηγορία του ταξικά διαρθρωμένου κράτους, δηλαδή μιας ολότητας που εμφανίζεται ως τέτοια, μόνο γιατί στην πραγματικότητα, και αυστηρά μιλώντας, δεν πρόκειται για όλον.

Με βάση τα παραπάνω, το δεύτερο τρίπτυχο του Μακιαβέλλι σύμφωνα με την ανάγνωση του Μπαλιμπάρ είναι το εξής: επίφαση, ιδεολογία, επικοινωνία. Οι σχέσεις που αναπτύσσουν και εγκαθιδρύουν οι (ιδεολογικοί) μηχανισμοί της επίφασης είναι πρωτίστως σχέσεις επικοινωνίας του κυρίαρχου με τους κυριαρχούμενους, σχέσεις που θεμελιώνονται (διαρκώς) πάνω στην αλληλεπίδραση των πολιτικών οπτικών-θεάσεων (άρα θέσεων). Εδώ, ας θυμηθούμε το αλληγορικό σχήμα του βουνού και της πεδιάδας στον Μακιαβέλλι, όπου εμφανίζεται η κρίσιμη έννοια της απόστασης. Ο Μπαλιμπάρ θεωρεί το χωρίο ιδιαιτέρως σημαντικό, υπό την έννοια ότι η απόσταση είναι απαραίτητη συνθήκη για την άρθρωση μιας επιτυχούς πολιτικής στρατηγικής (τόσο για τον Μακιαβέλλι ως θεωρητική πρακτική όσο και για το νέο ηγεμόνα ως πολιτική πρακτική): αυτή η στρατηγική της θέασης, διαλέγει σκοπιά προκειμένου ο ηγεμόνας να εμπεδώσει ότι επιβάλλεται να ενσωματώνει τον «άλλον» (δηλαδή τον λαό) στην πολιτική του.101 Γι’ αυτό άλλωστε και αποδέχεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει μία ανάγνωση του Ηγεμόνα, καθώς η μακιαβελλική σκέψη δημιουργεί δύο τουλάχιστον «μονοπάτια» (τόσο από τη σκοπιά της ηγεμονίας, όσο και από τη σκοπιά του λαού).

Σε κάθε περίπτωση, η μακρο-πολιτική στρατηγική του ηγεμόνα περιλαμβάνει, όσο αυτό είναι δυνατό, τη σχετική αυτονόμησή του από το πεδίο των ανταγωνισμών. Ο Μπαλιμπάρ κάνει λόγο για μια διπλή διαφοροποίηση, 102 η οποία εντός του πεδίου των αντιθέσεων, παράγει πολιτικά αποτελέσματα: ο ηγεμόνας επιβάλλεται στην αριστοκρατία με τη λαϊκή στήριξη (1η διαφοροποίηση), και στη συνέχεια δημιουργεί την απαραίτητη απόσταση από τον λαό με την κατασκευή της διαρκούς εικόνας του μέσω των μηχανισμών της επίφασης (2η διαφοροποίηση). Σε τελευταία ανάλυση, θεωρούμε ότι ο Μπαλιμπάρ δίνει ένα προβάδισμα στη σκοπιά της ηγεμονίας, η οποία μάλιστα, με τη σειρά της, δημιουργεί αντίστοιχα δύο ακόμη «διαδρομές»: είτε παρουσιάζει μια «κανονικοποιημένη» σύγκρουση μεταξύ ηγεμόνα και λαού, στην οποία ο ηγεμόνας δρα ως ρυθμιστής των παθών του πολιτικού σώματος, είτε αναδεικνύει μια σταθερή εξουσία του ηγεμόνα, για λογαριασμό του λαού, μέσω της εξ-ουδετέρωσης των πατρικίων.103

Όμως, όπως σωστά παρατηρεί ο Μπαλιμπάρ, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο, αυστηρά μιλώντας, για λαό (με τη σύγχρονη έννοια) στο έργο του Μακιαβέλλι.104 Αυτό το συμπέρασμα επικαθορίζει σημαντικά τον τρόπο που ο Γάλλος μαρξιστής προσεγγίζει το ακροτελεύτιο κεφάλαιο στον Ηγεμόνα. Στην πραγματικότητα οι βασικές μακιαβελλικές κατηγορίες δεν είναι του επιπέδου ούτε του λαού, ούτε του έθνους. Ο Μπαλιμπάρ επισημαίνει αυτή την αμφισημία της μακιαβελλικής σκέψης, ενώ παράλληλα ασκεί κριτική στους Αλτουσέρ και Γκράμσι επειδή διαβάζουν το 26ο και τελευταίο κεφάλαιο του Ηγεμόνα υπό τη σκοπιά του έθνους-κράτους.105 Το ζήτημα για τον Μπαλιμπάρ, σε σχέση με τις ως άνω αναγνώσεις, είναι ότι ο νέος ηγεμόνας ο οποίος, ως άνθρωπος του «τίποτα», θα θεμελιώσει τη νέα ηγεμονία (αρχικά ως μοναρχική, στη συνέχεια ως ρεπουμπλικανική) ταυτίζεται τόσο με τις υποτελείς τάξεις όσο και με τα συμφέροντα του έθνους, ως εάν να ήταν ένα (ή το ίδιο) πράγμα.



Βιβλιογραφία


Althusser Louis (1999), Machiavelli and Us, transl. Gregory Elliott, Verso, London.

Althusser Louis (2015), «Για την υλιστική διαλεκτική (περί της ανισότητας των καταβολών)», Για τον Μαρξ, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, πρόλογος: Étienne Balibar, επίμετρο: Παναγιώτης Σωτήρης, εκδόσεις Εκτός Γραμμής, Αθήνα, 233-308.

Althusser Louis (2018), Το υπόγειο ρεύμα του υλισμού της συνάντησης, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, εκδόσεις Εκτός Γραμμής, Αθήνα.

Αλτουσέρ Λουί (2020), «Γκράμσι ή Μακιαβέλι», Θέσεις, τ. 151 (Απρίλιος-Ιούνιος), μτφρ. Χρήστος Βαλλιάνος, 29-45.

Balibar Étienne (2010), «Σπινόζα ο αντι-Όργουελ. Ο φόβος των μαζών», Ο φόβος των μαζών: Σπινόζα, Μαρξ, Φουκώ, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, εισαγωγή: Άρης Στυλιανού, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα, 23-89.

Balibar Étienne (2014), «Μαρξ ο τζόκερ, ή ο μη αποκλειόμενος τρίτος», Κράτος, μάζες, πολιτική, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, επίμετρο: Παναγιώτης Σωτήρης, εκδόσεις Εκτός Γραμμής, Αθήνα, 83-126.

Balibar Étienne (2015), “Essere Principe, Essere Populare: The Principle of Antagonism in Machiavelli’s Epistemology”, The Radical Machiavelli: Politics, Philosophy and Language, ed. F. Del Lucchese, F. Frosini, V. Morfino, Brill, Leiden, 349-367.

Βαλλιάνος Σ. Περικλής (2010), Ελληνισμός, Επιστήμη, Κριτική: εννοιολογικά θεμέλια της νεωτερικότητας, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα.

Braudel Fernand (1983), Civilization & Capitalism 15th-18th Century. Vol. ΙΙ: The Wheels of Commerce, transl. Siân Reynolds, Book Club Associates & William Collins Sons & Co Ltd, London.

Croce Benedetto (1915), Historical Materialism and the Economics of Karl Marx, transl. C.M. Meredith, George Allen & Unwin Ltd, New York.

Γκράμσι Αντόνιο (2005), Για τον Μακιαβέλι, για την πολιτική και για το σύγχρονο κράτος, μτφρ. Φ.Κ., εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα.

Hobsbawm E.J. (1994), Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, μτφρ. Χ. Νάντρις, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα.

Horkheimer Max (1993-α), “Egoism and Freedom Movements: On the Anthropology of the Bourgeois Era”, Between Philosophy and Social Sciences: Selected Early Writings, MIT Press, Cambridge, Massachusetts, 49-110.

Horkheimer Max (1993-β), “Beginnings of the Bourgeois Philosophy of History”, Between Philosophy and Social Sciences: Selected Early Writings, MIT Press, Cambridge, Massachusetts, 313-388.

Μακιαβέλλι Νικολό (1999), Ο Ηγεμόνας, μτφ: Ζώζη Ζωγραφίδου-Καραχάλιου, επιμ: Γιώργος Ζωγραφίδης, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη.

Machiavelli Niccolo (2007), Discourses on Livy, transl. Ninian Hill, Dover Publications, New York.

Μαρξ Καρλ (2002), Το Κεφάλαιο: Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος 1ος, μτφρ. Παναγιώτης Μαυρομμάτης, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.

Milios John (2018), Τhe origins of Capitalism as a social system: the prevalence of an aleatory encounter, Routledge, Oxfordshire.

Μηλιός Γιάννης (2020-α), «Η γένεση του καπιταλισμού, ο Αλτουσέρ, ο Μακιαβέλι και ο εθνικισμός», Θέσεις, τ. 151 (Απρίλιος-Ιούνιος), 47-73.

Μηλιός Γιάννης (2020-β), Βενετία: μια συνάντηση που στέριωσε απρόβλεπτα. Πραγματεία για τον καπιταλισμό και τη διαδικασία γένεσής του, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα.

Pedullà Gabriele (2018), Machiavelli in Tumult: The Discourses on Livy and the Origins of Political Conflictualism, transl. Patricia Gaborik & Richard Nybakken, Cambridge University Press, Cambridge.

Pocock J.G.A. (1975), The Machiavellian moment: Florentine Political Thought and the Atlantic Republican Tradition, Princeton University Press, New Jersey.

Sabine G.H. (1980), Ιστορία των πολιτικών θεωριών, μτφρ. Κρίσπη Μάνθου, εκδόσεις Ατλαντίς, Αθήνα (Αγγλ: Sabine G.H., A History of Political Theory, Holt Rinehart & Winston, 3rd edition, New York, 1961).

Skinner Quentin (2000), Machiavelli: A very short introduction, Oxford University Press, New York.

Σπινόζα Μπαρούχ (1996), Πολιτική Πραγματεία, μτφρ. Άρης Στυλιανού, Εισαγωγή: Γεράσιμος Βώκος, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα.

Strauss Leo (1958), Thoughts on Machiavelli, University of Chicago Press, Chicago.

Στυλιανού Άρης (2016), Ο Σπινόζα και η Δημοκρατία, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα.

Χορκχάιμερ Μαξ (1984), «Παραδοσιακή και Κριτική Θεωρία», Φιλοσοφία και Κοινωνική Κριτική, μτφρ. Αντώνης Οικονόμου - Ζήσης Σαρίκας, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα.


1 Διευρυμένη μορφή της ανακοίνωσης στο Διεθνές Συνέδριο «Μακιαβελικές Στιγμές σε Προοπτική» με τίτλο: «Η μοναξιά της αλεπούς: για το σύμπαν της επίφασης στον Μακιαβέλι». Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο (15-17 Μαΐου 2019). Η εργασία αφιερώνεται στους φίλους από τη δουλειά, στην παρέα του Δερβενίου, καθώς και στους Egoera, η μουσική των οποίων με συντρόφευσε ουκ ολίγες φορές κατά τη «διαδικασία της παραγωγής».

2 Balibar 2010: 50.

3 Βλέπε σχετικά: Braudel 1983: 479, 578, Βαλλιάνος 2010: 177, Milios 2018: 188, Μηλιός 2020: 70.

4 Μακιαβέλλι 1999: 72 (η έμφαση προστέθηκε).

5 Όπως το θέτει ο εξόχως «μακιαβελλικός» Βάρυς της δημοφιλούς σειράς Game of Thrones, «ο λαός αποφασίζει που ενυπάρχει (κάθε φορά) η εξουσία, ανεξάρτητα αν το ξέρει ή όχι». Ή όπως θα μπορούσε να προσθέσει ο Μαρξ του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, «δεν το ξέρει, μα το κάνει». Βλ. Μαρξ 2002: 87.

6 Μακιαβέλλι 1999: 73 (η έμφαση προστέθηκε).

7 όπ.π.: 73.

8 όπ.π.: 30 (η έμφαση προστέθηκε).

9 όπ.π.: 74: «Για το λόγο αυτό ένας που γίνεται ηγεμόνας με την εύνοια του λαού πρέπει να τον κρατά φιλικό· κάτι που του είναι εύκολο, γιατί το μόνο που του ζητάει είναι να μην καταπιέζεται. Ενώ ένας που, ενάντια στο λαό, γίνεται ηγεμόνας με την εύνοια των μεγάλων πρέπει πριν από οτιδήποτε άλλο να προσπαθεί να κερδίσει τον λαό· κάτι που του είναι εύκολο, όταν τον θέτει υπό την προστασία του».

10 Balibar 2010: 27-28. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, «ο φόβος των μαζών πρέπει να εννοηθεί με τη διπλή έννοια της γενικής: την αντικειμενική και την υποκειμενική. Είναι ο φόβος που νιώθουν οι μάζες. Αλλά είναι επίσης ο φόβος που εμπνέουν οι μάζες σε όποιον βρίσκεται σε θέση να κυβερνά ή να δρα πολιτικά, και συνεπώς στο ίδιο το κράτος» (η έμφαση του Μπαλιμπάρ). Είναι δεδομένο ότι ο Μακιαβέλλι έχει στο νου του το ενδεχόμενο της λαϊκής εξέγερσης, αλλά δεν είναι μια συνθήκη που τον απασχολεί ως προς τις ιδιαίτερες πτυχές της. Άλλωστε, ο Μπαλιμπάρ υποστηρίζει ότι ένας από τους πρώτους στοχαστές που έχει ως ερευνητικό αντικείμενο τις μάζες εντός της πολιτικής κοινωνίας είναι ο Σπινόζα, ο οποίος ερευνά όχι μόνο τις συνθήκες συγκρότησης του κράτους αλλά επίσης τα αίτια και τη λογική των μαζικών κινημάτων.

11 Balibar 2014: 96 (η έμφαση προστέθηκε).

12 Althusser 2018: 119.

13 όπ.π.: 119.

14 όπ.π.: 136.

15 όπ.π.: 136 (η έμφαση προστέθηκε).

16 Σπινόζα 1996: 107.

17 Balibar 2014: 96.

18 Αλτουσέρ 2020: 35.

19 Balibar 2014: 96. Η λήθη των απαρχών του κράτους πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή προκειμένου να «εξαφανιστεί» μια μακρά διαδικασία «βιαιοπραγίας και λεηλασίας», όπως υποστήριξε ο Μαρξ στο κεφάλαιο για την πρωταρχική συσσώρευση. Βλ. Μαρξ 2002.: 739-788.

20 Μακιαβέλλι 1999: 108-109 (η έμφαση προστέθηκε).

21 Althusser 2018: 118.

22 Αλτουσέρ 2020: 31.

23 Althusser 2018: 118-119.

24 Skinner 2000: 43.

25 Επίσης μας φέρνει στο νου τον διάσημο χαρακτήρα του Αστερίξ, δρυΐδη Πανοραμίξ, ο οποίος παρασκευάζει, υπολογίζοντας τη δοσολογία των υλικών σχεδόν με «χειρουργική ακρίβεια», τον απαραίτητο μαγικό ζωμό για τους Γαλάτες. Με έναν παράδοξο τρόπο, αυτό το φοβερής έμπνευσης «κοκτέιλ» είναι ένα από τα βασικά στοιχεία που κρατούν σε συνοχή το πολιτικό σώμα του γαλατικού χωριού.

26 Althusser 2018: 116.

27 Horkheimer 1993-β: 321.

28 Αυτό που είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της ισχύος της ηγεμονίας, είναι η πολιτική πρακτική του ηγεμόνα να μην «προσκολλάται» σε κανονιστικού τύπου φόρμες ή ηθικές επιταγές (ακόμη και αν είναι ανήθικες), αλλά να έχει τη δυνατότητα να «ελίσσεται», να είναι ανοικτή, να προσαρμόζεται.

29 Althusser 2018: 119-120 (έμφαση του Αλτουσέρ).

30 Μακιαβέλλι 1999: 143.

31 Σπινόζα 1996: 137.

32 Machiavelli 2007: 33. Στο τέταρτο κεφάλαιο του πρώτου μέρους των Λόγων για τον Τίτο Λίβιο οι ανταγωνισμοί καταλαμβάνουν ένα ευρύ πεδίο. Ο Μακιαβέλλι αναφέρεται στα ευεργετικά αποτελέσματα των συγκρούσεων ανάμεσα στους πληβείους και τη Γερουσία. Κατά την άποψη του φλωρεντινού στοχαστή οι συγκρούσεις αυτές συνέβαλαν τα μέγιστα ώστε η Ρώμη να γίνει ελεύθερη και παντοδύναμη.

33 Pedullà 2018: 1-2.

34 Στυλιανού 2016: 169.

35 Μακιαβέλλι 1999: 141-145. Το 25ο (XXV) κεφάλαιο του Ηγεμόνα έχει τον εξόχως υπαρξιακό τίτλο «Πόση είναι η δύναμη της τύχης στα ανθρώπινα και με ποιον τρόπο μπορεί κανείς να της αντιταχθεί» (Quantum fortuna in rebus humanis possit, et quomodo illi sit occurendum).

36 Σε συνέχεια αυτής της επιχειρηματολογίας, έχοντας ομολογουμένως αυστηρό ύφος, αλλά παρουσιάζοντας μια θέση που έχει βάση σε σχέση με τα προαναφερθέντα, ο ιστορικός Σαμπίν υποστήριξε ότι «Μια φιλοσοφία που αποδίδει τις επιτυχίες και τις αποτυχίες στην πολιτική, στη δεξιοτεχνία ή στην ανεπάρκεια των πολιτικών, είναι μοιραίο να είναι επιφανειακή. Ο Μακιαβέλλι πίστευε ότι οι ηθικοί, οι θρησκευτικοί και οι οικονομικοί παράγοντες της κοινωνίας δεν είναι παρά δυνάμεις που ένας έξυπνος πολιτικός μπορεί να τις μεταχειριστεί προς όφελος του κράτους – ή και να τις δημιουργήσει ακόμα χάριν του κράτους. Αυτό δεν αντιστρέφει μόνο τη λογική τάξη των αξιών, αλλά και την παραδεδεγμένη τάξη των αιτιών και των αιτιατών». Βλ. Sabine 1980: 385 (η έμφαση προστέθηκε).

37 Μακιαβέλλι 1999: 146 (η έμφαση προστέθηκε). Το 26ο (XXVI) κεφάλαιο του Ηγεμόνα έχει τον τίτλο «Προτροπή για την κατάληψη της Ιταλίας και την απελευθέρωσή της από τους βαρβάρους» (Exhortatio ad capessendam Italiam in libertatemque a barbaris vindicandam). Υπογραμμίζουμε τις φράσεις «ένας καινούργιος ηγεμόνας» και «νέα τάξη πραγμάτων» γιατί, κατά την άποψή μας, αναδεικνύουν αυτή την πόλωση ανάμεσα σε υποκειμενική / αντικειμενική και σε ουτοπική / ρεαλιστική προσέγγιση της πολιτικής.

38 Pocock 1975: 159-160.

39 Από την άλλη μεριά, στην πορεία εξέλιξης και συστηματοποίησης της πολιτικής σκέψης, έχουμε και προσεγγίσεις στην αντίθετη κατεύθυνση. Ο Σπινόζα, για παράδειγμα, στην Πολιτική Πραγματεία υποστηρίζει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που παρουσιάζει ο Μακιαβέλλι στον Ηγεμόνα. Επειδή για τον Σπινόζα οι άνθρωποι βρίσκονται πάντοτε ήδη εντός της πολιτικής κατάστασης, το καθεστώς του κράτους (οι παγιωμένες σχέσεις του) είναι αυτό που διαμορφώνει τις συγκεκριμένες συμπεριφορές (καλές ή κακές) των πολιτών: «Επομένως το καλύτερο κράτος είναι εκείνο στο οποίο οι άνθρωποι περνούν τη ζωή τους με ομόνοια και του οποίου η νομοθεσία παραμένει απαραβίαστη. Πράγματι, είναι βέβαιο ότι οι στάσεις, οι πόλεμοι, η περιφρόνηση ή η παραβίαση των νόμων πρέπει να καταλογίζονται όχι τόσο στην κακία των υπηκόων όσο στο κακό καθεστώς του κράτους. Διότι οι άνθρωποι δεν γεννιούνται πολίτες, αλλά γίνονται. Εξάλλου τα φυσικά πάθη των ανθρώπων είναι παντού τα ίδια· συνεπώς, αν σε ένα πολιτικό σώμα η ανθρώπινη κακία κυριαρχεί ευκολότερα απ’ ότι σε ένα άλλο και αν εκεί διαπράττονται περισσότερα αμαρτήματα, αυτό σίγουρα οφείλεται στο γεγονός ότι ένα τέτοιο πολιτικό σώμα δεν προνόησε αρκετά για την ομόνοια, δεν νομοθέτησε με αρκετή σύνεση και, κατά συνέπεια, δεν απέκτησε το απόλυτο δίκαιο που έχει ένα πολιτικό σώμα». Βλ. Σπινόζα 1996: 132 (η έμφαση προστέθηκε).

40 Γκράμσι 2005: 7 (η έμφαση προστέθηκε).

41 Γκράμσι 2005: 8 (η έμφαση προστέθηκε).

42 Αυτή η πρακτική, εφαρμοσμένη, εν πολλοίς, διάσταση της μακιαβελλικής σκέψης ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία στους μαρξιστές. Ωστόσο, ακόμη και πριν τη μαρξιστική σκέψη, υπήρξαν στοχαστές που έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτού του είδους την προσέγγιση της πολιτικής. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Σπινόζα έγραφε στην Πολιτική Πραγματεία ότι «δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι οι πολιτικοί έχουν γράψει περί των πολιτικών πραγμάτων με πολύ μεγαλύτερη επιτυχία απ’ ό, τι οι φιλόσοφοι». Οι φιλόσοφοι, για τον Σπινόζα, συνήθως επιδίδονταν στη συγγραφή «σάτιρας», αδυνατώντας να συλλάβουν «μια πολιτική που να μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη», βλ. Σπινόζα (1996), όπ.π.: 93-94.

43 Γκράμσι 2005: 8 (η έμφαση προστέθηκε).

44 όπ.π.: 8 (η έμφαση προστέθηκε).

45 Θα δούμε αναλυτικότερα αυτό το ζήτημα στην αλτουσεριανή ανάγνωση του Ηγεμόνα.

46 όπ.π.: 12.

47 όπ.π.: 28.

48 όπ.π.: 28.

49 Althusser 2018: 32.

50 όπ.π.: 34.

51 Althusser 1999: 116.

52 Αλτουσέρ 2020: 35.

53 όπ.π.: 35.

54 όπ.π.: 35.

55 Althusser 1999: 119. Ο Μακιαβέλλι, σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, «συμφιλιώνεται» εν τέλει με την ιδέα ότι τέτοιο πρόσωπο δεν υπάρχει. Αυτή η μετατόπιση φαίνεται καθαρά όταν περνάμε από τον Ηγεμόνα στους Λόγους. Ωστόσο, τείνουμε στην ερμηνεία ότι στον Ηγεμόνα το πρόσωπο (ή έστω το «πρόσωπο προσώπων», ο οίκος των Μεδίκων φερ’ ειπείν) διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο, ενώ στους Λόγους το πρόσωπο δίνει τη θέση του στον οργανισμό (πόλεις κράτη που διαρκούν μέσα από μια διαδικασία πετυχημένης «απορρόφησης» και θέσμισης της κοινωνικής σύγκρουσης).

56 Althusser 2018: 116 (έμφαση του Αλτουσέρ).

57 Althusser 1999: 120.

58 όπ.π.: 120. Ο Αλτουσέρ επισημαίνει την τεράστια σημασία αυτής της «δεύτερης στιγμής» του κράτους εφόσον, κατά τη διάρκεια αυτής, η κυριαρχία θεμελιώνεται και «ριζώνει» στον λαό (εντός βέβαια του πλαισίου της ταξικής σύγκρουσης). Έχουμε φτάσει στο σημείο που ο «ένας» μετατρέπεται σε «πολλούς», ενώ παράλληλα εγκαθίσταται ένα σύστημα νόμων και θεσμών.

59 Αλτουσέρ 2020: 31-33 (η έμφαση προστέθηκε).

60 Althusser 2018: 39.

61 Althusser 2018: 42. Ο Αλτουσέρ διατυπώνει, μάλιστα, τη θέση ότι ο Μακιαβέλλι γίνεται «Μακιαβέλλι», περισσότερο λόγω του υλισμού της συνάντησης παρά της πολιτικής επιστήμης: «Θα ήθελα να μετατοπίσω το πρόβλημα [...] και να απορρίψω την εξόχως διαδεδομένη θέση ότι ο Μακιαβέλλι ήταν απλώς ο ιδρυτής της πολιτικής επιστήμης. Θα ήθελα να υποστηρίξω ότι ο Μακιαβέλλι δεν χρωστά τόσο στην πολιτική όσο στον “υλισμό της συνάντησης” το ουσιώδες μέρος της επιρροής που άσκησε [...]».

62 όπ.π.: 40.

63 63όπ.π.: 40-41.

64 Althusser 2015: 256 (έμφαση του Αλτουσέρ).

65 Ο Αλτουσέρ, με έναν όχι και τόσο άμεσο τρόπο, αναδεικνύει μια «συμπτωματική» σχέση της μαρξιστικής παράδοσης με τον Μακιαβέλλι, η οποία και αυτή με τη σειρά της, κατά μία έννοια, ανάγεται στο «αστάθμητο». Βλ. Althusser 1999: 116. Με αυτόν τον τρόπο, ο φλωρεντινός στοχαστής και ο Ηγεμόνας του καταλαμβάνουν μια ιδιότυπη «μαρξιστική» θέση πριν τον Μαρξ.

66 Althusser 2018: 117.

67 Althusser 1999: 116.

68 Althusser 2018: 117. Με αυτόν τον τρόπο, για τον Αλτουσέρ, ο Ηγεμόνας δεν είναι παρά μια συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική που αναπαριστά «τη στρατηγική του αγώνα της παραγωγικής αστικής τάξης εναντίον των φεουδαρχικών κρατών που θα πρέπει να συντρίψει και να τα αντικαταστήσει από ένα νέο κράτος». Βλ. Αλτουσέρ 2020: 36.

69 Hobsbawm 1994: 24. Ο Χομπσμπάουμ θεωρεί ότι η κατηγορία του έθνους έπεται της διαδικασίας εδραίωσης του εθνικού κράτους, ενώ παράλληλα, υποστηρίζει ότι όταν μιλάμε για το εθνικό κράτος, εξετάζουμε ένα πρόσφατο ιστορικοκοινωνικό φαινόμενο. Βλ. επίσης καιΜηλιός 2020-β: 286: «[...] το έθνος αναδύεται μόνο όταν ο εθνικισμός και η “εθνική ιδέα” γίνεται μαζικό κίνημα ή τουλάχιστον αναγνωρίζεται ως ιδεολογική, συναισθηματική και πολιτική στάση από ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού, όπως πειστικά έδειξε η ανάλυση του Χομπσμπάουμ. Παρά τα οράματα μεμονωμένων διανοουμένων, η ανάπτυξη ενός “εθνικού σκοπού” δεν διαμορφώθηκε στην Ιταλία ή την Ευρώπη πριν από τον 18ο ή τον 19ο αιώνα. Πρόκειται για μια διαδικασία που στην πραγματικότητα πυροδοτήθηκε από τη Γαλλική Επανάσταση».

70 Μηλιός 2020: 70.

71 Horkheimer 1993-β: 330. Ο Χορκχάιμερ παρουσιάζει εμφατικά τον Μακιαβέλλι ως «τον πρώτο φιλόσοφο της μοντέρνας εποχής», δηλαδή της νεωτερικής-αστικής εποχής.

72 Χορκχάιμερ 1984: 15 (η έμφαση προστέθηκε).

73 Horkheimer 1993-α: 50.

74 όπ.π.: 54. Ο Χορκχάιμερ συμφωνεί, κατά κάποιο τρόπο με τον Αλτουσέρ, ως προς την αναγκαιότητα ενός παντοδύναμου κρατικού μηχανισμού για την εδραίωση της αστικής κυριαρχίας. Η αστική τάξη χρειαζόταν έναν «αυταρχικό ηγέτη οπλισμένο με κάθε μέσο εξουσίας». Μόλις φτάνουμε στην εποχή του Διαφωτισμού, ο Γερμανός μαρξιστής υποστηρίζει ότι το αυταρχικό μοντέλο «έχει ήδη εκπληρώσει τον ιστορικό του ρόλο», δηλαδή την εδραίωση της αστικής κυριαρχίας και την παραγωγή μιας μορφής κεντρικής διοίκησης. Επομένως, έχουν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις για την εμφάνιση πιο φιλελεύθερων πολιτειακών μορφών. Βλ. Horkheimer 1993-β: 330.

75 όπ.π.: 315.

76 όπ.π.: 316. Όπως επισημάναμε και στην εισαγωγή, η διερεύνηση των τρόπων εδραίωσης μιας ηγεμονίας και των τρόπων διατήρησής της αποτελούν, κατά μία έννοια, το «ερευνητικό πρόγραμμα» του Ηγεμόνα.

77 όπ.π.: 317.

78 όπ.π.: 318.

79 Machiavelli 2007: 17. Ο Μακιαβέλλι υποστηρίζει ρητά ότι η προσεκτική εξέταση του παρελθόντος εξασφαλίζει, τρόπον τινά, τη δυνατότητα πρόβλεψης του μέλλοντος: «Οποιοσδήποτε συγκρίνει το παρόν με το παρελθόν, θα κατανοήσει ότι σε όλες τις πόλεις και σε όλα τα έθνη κυριαρχούν οι ίδιες επιθυμίες και τα ίδια πάθη που πάντα κυριαρχούσαν. Έτσι, είναι εύκολο για κάποιον που εξετάζει προσεκτικά τα γεγονότα του παρελθόντος να προβλέψει αυτό που πρόκειται να συμβεί σε κάθε δημοκρατία [republic] στο μέλλον». Βλ. όπ.π.: 140 (η έμφαση προστέθηκε).

80 Horkheimer 1993-β: 319, 326. Σύμφωνα με τον Μακιαβέλλι παρατηρούμε μια κυκλικότητα στη διαδοχή των πολιτειακών μορφών, η οποία επαναλαμβάνεται με «φυσικό τρόπο». Το σχήμα, σύμφωνα με τον Χορκχάιμερ, προϋποθέτει τη σύλληψη του κοινωνικού ως οργανισμό που εμπλέκεται σε προκαθορισμένα στάδια: α) τα «διάσπαρτα» στοιχεία χρειάζονται έναν ισχυρό ηγεμόνα για να αποκτήσουν συνοχή, όμως η μοναρχία καταλήγει στον αυταρχισμό της τυραννίας, β) η τυραννία ανατρέπεται από τους ευγενείς (αριστοκρατία), οι οποίοι, όταν αυθαιρετούν, τη μετατρέπουν σε ολιγαρχία, γ) η ολιγαρχία δίνει τη θέση της στην εξουσία των πολλών (δημοκρατία), η οποία όταν εκφυλίζεται μετατρέπεται σε ασυδοσία (αναρχία), με αποτέλεσμα την κατάρρευση των δομών και την επιστροφή σε μια «ατομική» κατάσταση του ιδιωτικού συμφέροντος, δ) ως εκ τούτου, η ασυδοσία της αναρχίας θεραπεύεται με την έλευση ενός νέου ηγεμόνα κ.ο.κ. Κάθε στάδιο / επίπεδο του κύκλου φέρει στο εσωτερικό του τις προϋποθέσεις της καταστροφής του, ενώ η εναλλαγή στις πολιτειακές μορφές προκύπτει ως φυσικό επακόλουθο των «νόμων» της κοινωνίας.

81 όπ.π.: 324.

82 όπ.π.: 334.

83 όπ.π.: 334.

84 Horkheimer 1993-β: 335.

85 όπ.π.: 337.

86 όπ.π.: 313, 333.

87 Balibar 2014

88 Croce 1915: 117-118. Ο Κρότσε δηλώνει την έκπληξή του ως προς το γεγονός ότι κανείς δεν σκέφτηκε να αναδείξει τον Μαρξ ως διάδοχο του Μακιαβέλλι. Ως εκ τούτου, ο Μαρξ παρουσιάζεται ως «Μακιαβέλλι του εργατικού κινήματος».

89 Balibar 2014: 89.

90 Balibar 2014: 103. Ο Μπαλιμπάρ, εξετάζοντας το ζήτημα της πολιτικής με κεντρικό άξονα τον Μαρξ, τοποθετεί την πολιτική σκέψη του Μακιαβέλλι απέναντι σε αυτή του Χέγκελ. Υποστηρίζει ότι η πρώτη είναι φύσει αντιθετική ως προς τη δεύτερη, αφού «μπορούμε να διατυπώσουμε την υπόθεση ότι υπάρχει ασυμβατότητα ανάμεσα στη μακιαβελλική ιδέα ενός κόσμου της επίφασης, όπου ξεδιπλώνεται η πολιτική [...] και στην εγελιανή ιδέα για την ασυνειδησία που χαρακτηρίζει την πολιτική δράση των μεγάλων ανδρών ως προαναγγελία του κράτους». Βλ. όπ.π., 97-98 (η έμφαση προστέθηκε).

91 όπ.π.: 103: «Με αυτή την έννοια προτείνω να αναγνωρίσουμε μια πλευρά “μακιαβελλική” και συγχρόνως μη εγελιανή στη μαρξική έννοια της πολιτικής». Σε αυτή τη μακιαβελλική πλευρά θα αντιστοιχούσε η μαρξική ιδέα ότι «το κράτος δεν εμφανίζεται ως ένα “όλον” παρά καθόσον είναι στην πραγματικότητα ένα αντιφατικό στοιχείο βυθισμένο στη μη ολοποιήσιμη διαδικασία της πάλης των τάξεων» (έμφαση του Μπαλιμπάρ).

92 Balibar 2015: 349.

93 Balibar 2014: 97.

94 Balibar 2015: 365.

95 όπ.π.: 353.

96 Balibar 2015: 350, 353. O Μπαλιμπάρ θεωρεί ότι ο Μακιαβέλλι, περιγράφοντας τη διαδικασία ανάδειξης του νέου ηγεμόνα, υιοθετεί τη σκοπιά του λαού. Επίσης, με αφορμή το ακροτελεύτιο κεφάλαιο του Ηγεμόνα, στέκεται στη γκραμσιανή έννοια του γίγνεσθαι, σύμφωνα με την οποία ο ηγεμόνας (μέσω της επίφασης) κερδίζει την εμπιστοσύνη του λαού (γίνεται λαοφιλής) επειδή γνωρίζει ότι αυτό είναι που πρέπει να κάνει. Επιπρόσθετα, στέκεται στη θέση του Στράους ότι αν και, εκ πρώτης όψεως, ο Ηγεμόνας φαίνεται να ανήκει σε ένα παραδοσιακό είδος πολιτικής πραγματείας για την τέχνη του άρχειν/κυβερνάν, στην πραγματικότητα πρόκειται για άκρως «ακτιβιστικό» και στρατευμένο έργο, το οποίο έχει ενδυθεί μονάχα τη μορφή πολιτικής πραγματείας. Βλ. επίσης Strauss 1958: 54-84.

97 Balibar 2015: 356.

98 όπ.π.: 358.

99 Balibar 2014: 97.

100 όπ.π.: 96.

101 Balibar 2015: 361.

102 όπ.π.: 357.

103 όπ.π.: 359.

104 όπ.π.: 352. Ο Μπαλιμπάρ, ακολουθώντας διάφορους σχολιαστές του μακιαβελλικού έργου, υπονοεί ότι ίσως πτυχές της έννοιας «λαός» να εμφανίζονται ευκρινέστερα στους Λόγους για τον Τίτο Λίβιο. Σε κάθε περίπτωση, ακολουθώντας τον Αλτουσέρ, υποστηρίζει ότι ο Μακιαβέλλι δεν θα μπορούσε να έχει γράψει αντί για τον Ηγεμόνα, τον Λαό, γιατί δεν είναι Μαρξ. Στη μαρξική σκέψη ο λαός λαμβάνει περιεχόμενο (προλεταριάτο) και αναδεικνύεται ως υποκείμενο εντός της σύγχρονης ιστορίας.

105 όπ.π.: 355.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή