Από την κρίση της συσσώρευσης στην κρίση του κράτους πρόνοιας Εκτύπωση
Τεύχος 15, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1986


Από την κρίση της συσσώρευσης στην κρίση του κράτους πρόνοιας.
(μύθος και απομυθοποίηση της κρατικής παρεμβατικής πολιτικής)
της Έλενας Σεφερτζή

1. Εισαγωγή

Η κρίση της καπιταλιστικής συσσώρευσης στη δεκαετία του 1970, συμπαρασύρει και ανατρέπει τις προηγούμενες μορφές ρύθμισης και ειδικά τον παρεμβατικό - ρυθμιστικό ρόλο του κράτους που χαρακτηρίστηκε σαν κράτος πρόνοιας.

Σήμερα η διαμάχη για τη λειτουργία του κράτους και το ρόλο του στην οικονομία είναι ιδιαίτερα έντονη. Κωδικοποιείται σε διχοτομικές αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες στα δεξιά βρίσκονται οι υποστηρικτές της διάλυσης του κράτους και της ολοκλήρωσης της ρύθμισης από την αγορά, και στα αριστερά οι υποστηρικτές της υποτίμησης των σχέσεων της αγοράς και της ανάληψης παράλληλα της ρύθμισης από το κράτος. Στην ίδια άποψη καταλήγουν και πολλές αριστερές αναλύσεις (1),που ανάγοντας την κρίση του κράτους σε κύριο στοιχείο της σημερινής κρίσης, υποθάλπουν την αναβίωση της παλιάς αντίθεσης ανάμεσα σε κεϋνσιανισμό και φιλελευθερισμό.

Οι ερμηνείες αυτές, που αντιλαμβάνονται το κράτος σαν εξωτερικό και αυτόνομο στοιχείο σε σχέση με την οικονομία ή σαν το παντοδύναμο εργαλείο που η χρησιμοποίηση του μπορεί να οδηγήσει σε αναθέρμανση της συσσώρευσης και σε καινούριους δρόμους ανάπτυξης, αδυνατούν να δικαιολογήσουν τη σημερινή κρίση και να προσδιορίσουν τη συμβολή και τα όρια του κράτους σε ό,τι αφορά την ανάκαμψη, για το λόγο ακριβώς ότι τα όρια αυτά προσδιορίζονται από τη σχέση του κράτους με τη συσσώρευση και αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Στο κείμενο που ακολουθεί αναλύεται καταρχήν ο σχηματισμός της συγκεκριμένης θεσμικής μορφής που αποκαλείται κράτος πρόνοιας (2).Σε μια δεύτερη ενότητα, περιγράφονται οι ερμηνείες της κρίσης του κράτους πρόνοιας και οριοθετείται η κρίση του σε σχέση με το καθεστώς συσσώρευσης και τον τρόπο ρύθμισης που κυριάρχησαν ως τη δεκαετία του 1970. Στην τρίτη ενότητα τέλος, εξετάζονται οι πρόσφατες μεταβολές των οικονομικών πολιτικών και των θεσμών ρύθμισης και διερευνώνται οι συνέπειες τους στο νέο ρόλο του κράτους.

2. Καθεστώς συσσώρευσης και ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας

Η οικονομική ανάπτυξη των καπιταλιστικών χωρών του βιομηχανικού κέντρου μετά το 1945, συνδέεται με ένα ιδιαίτερο καθεστώς συσσώρευσης που εξασφαλίζει την ισορροπία ανάμεσα στο μετασχηματισμό των συνθηκών παραγωγής (3) και στο μετασχηματισμό των συνθηκών κατανάλωσης. Το καθεστώς συσσώρευσης προσδιορίζεται από ένα σύστημα σχέσεων αναπαραγωγής όπου η αύξηση της κατανάλωσης συμβαδίζει με την αύξηση της παραγωγικότητας, εξασφαλίζοντας έτσι την ισορροπία ανάμεσα στους τομείς Ι και II της παραγωγής και την ισορροπία ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση.

Η αναπαραγωγή αυτού του καθεστώτος συσσώρευσης συνδέεται και με νέες μορφές οργάνωσης - ρύθμισης των κοινωνικών πρακτικών, κυρίως με την ανάπτυξη του παρεμβατικού ρόλου του κράτους που γίνεται η ουσιαστική θεσμοποιημένη μορφή ρύθμισης της συσσώρευσης(4).

Το κράτος διαφοροποιείται στον τρόπο παρέμβασης του και στις μορφές οργάνωσης του. Περισσότερο από απλό διασφαλιστή των γενικών συνθηκών της οικονομικής δραστηριότητας, το κράτος αρχίζει να παρεμβαίνει άμεσα στην παραγωγή (εθνικοποιήσεις), στη δημιουργία της συνολικής ζήτησης (δημόσιες επενδύσεις, παραγγελίες, ανάπτυξη της συλλογικής κατανάλωσης), στη διαχείριση της μισθωτής σχέσης (5), ενώ εξασφαλίζει τις συνθήκες μιας γρήγορης συσσώρευσης με την ανάπτυξη της πολιτικής τιμών, της νομισματικής πολιτικής, του κρατικού προϋπολογισμού. Το κράτος παρεμβαίνει έτσι στο σύνολο του κύκλου παραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαίου, δηλαδή στη σφαίρα παραγωγής, κυκλοφορίας, διανομής και κατανάλωσης του κοινωνικού προϊόντος.

Η παρέμβαση του κράτους επιτρέπει, από την άλλη, με την ανάπτυξη μηχανισμών νομιμοποίησης και μέσων διασφάλισης συμβιβασμών ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις και ομάδες, τη διαμεσολάβηση και την άμβλυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στις οικονομικές συνθήκες του καθεστώτος συσσώρευσης και στις στρατηγικές των κοινωνικών τάξεων που απορρέουν από την πάλη των τάξεων, εξασφαλίζοντας έτσι την ομαλή αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων, δηλαδή των σχέσεων εξουσίας (6).

Οι δύο ταυτόχρονες, αλλά και αντίθετες μεταξύ τους λειτουργίες του κράτους είναι λοιπόν αυτή της συσσώρευσης και αυτή της νομιμοποίησης. Η πρώτη υπονοεί τη σχέση ανάμεσα σε κράτος και κεφάλαιο, ενώ η δεύτερη τη σχέση ανάμεσα σε κράτος και πολιτική συμβιβασμού που κύρια μορφή της γίνεται το κράτος πρόνοιας (συλλογικές συμβάσεις, πολιτική αναδιανομής του εισοδήματος, κοινωνικές παροχές κ.λπ.). Οι δύο αυτές αντίθετες λειτουργίες τείνουν να συμβιβάζονται κάτω από μια μορφή κράτους που αναπτύσσεται σε συγκεκριμένο στάδιο ανάπτυξης της καπιταλιστικής συσσώρευσης και που ονομάζεται κεϋνσιανό κράτος ή γενικότερα πια «κοινωνικό κράτος πρόνοιας», αντανακλώντας την ιδεολογία ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη ταυτίζεται με την κοινωνική πρόοδο. Η κεϋνσιανή πολιτική επιβάλλεται σαν όρος του παιχνιδιού σ' όλες τις κυβερνήσεις των καπιταλιστικών χωρών του βιομηχανικού κέντρου στο διάστημα από το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και μέχρι τουλάχιστον το 1978 (7).

Ο ρόλος του κοινωνικού κράτους πρόνοιας «σαν πολιτική εξειρήνευσης» εξασφαλίζοντας «την απρόσκοπτη αναπαραγωγή της κεφαλαιοκρατικής σχέσης» (Μύλλερ Β., Κ. Νόιζυς 1982), αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας αξιοποίησης του κεφαλαίου και εγγράφεται στα πλαίσια των σχέσεων παραγωγής και της συσσώρευσης. Τη συνάρθρωση του κράτους πρόνοιας με το καθεστώς συσσώρευσης στις καπιταλιστικές χώρες μετά το 1945, θα εξετάσουμε διεξοδικότερα στις τρεις βασικές λειτουργίες που σχετίζονται με το δίπτυχο μαζική παραγωγή - μαζική κατανάλωση, την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και τη ρύθμιση ανάμεσα στους τομείς Ι και Π της παραγωγής.

2.1. Μαζική παραγωγή - μαζική κατανάλωση

Η συνάρθρωση ανάμεσα στη δυναμική του παραγωγικού συστήματος και στην ανάπτυξη της κοινωνικής ζήτησης, ή στην κατανομή μισθού - κέρδους από τη μια, και στην κατανομή κατανάλωσης επένδυσης από την άλλη, που εμπεριέχεται στο μετά το 1945 καθεστώς συσσώρευσης, παρουσιάζει σημαντικές διαφορές στον τρόπο αναπαραγωγής της από την προηγούμενη περίοδο σ' αυτήν ένας γρήγορος μετασχηματισμός των συνθηκών παραγωγής με τον ταιηλορισμο ήρθε σε ρήξη με τη μικρή αύξηση των μισθών και κατά συνέπεια με την περιορισμένη ζήτηση και οδήγησε στην κρίση υπερπαραγωγής του 1930. Αντίθετα, στα χρόνια που ακολουθούν μετά το 1945, συγκροτείται ένας συγχρονισμός ανάμεσα στην αύξηση της παραγωγικότητας και της μαζικής παραγωγής και στη μαζική εσωτερική κατανάλωση. Το δίπτυχο μαζική παραγωγή - μαζική κατανάλωση ονομάζεται από διάφορους θεωρητικούς φορντικό καθεστώς συσσώρευσης (8).

Πιο αναλυτικά, το κέρδος που μπορεί να προκύψει από τη μαζική παραγωγή δεν πραγματοποιείται παρά με την κυκλοφορία των προϊόντων στην αγορά, δηλαδή αφού καταναλωθούν. Από την άλλη, όταν εισάγεται στη διαδικασία παραγωγής η ταιηλορική - φορντική οργάνωση εργασίας, το μεγαλύτερο μέρος του ενεργού πληθυσμού είναι ήδη μισθωτοί (9), οπότε η κατανάλωση που στηρίζεται σε μη μισθωτούς (αστική τάξη και μη μισθωτά μεσαία στρώματα) είναι αρκετά περιορισμένη. Η εξαγωγή των προϊόντων μπορεί βέβαια για ένα χρονικό διάστημα να αποτελέσει λύση, αλλά είναι η εσωτερική ζήτηση και κυρίως η ζήτηση που στηρίζεται στους μισθωτούς που γίνεται καθοριστικός παράγοντας της κατανάλωσης (10).

Στα πλαίσια της διεύρυνσης της εσωτερικής αγοράς παρατηρούνται διάφορες μεταβολές σ' ό,τι αφορά τους μισθωτούς. Οι μισθωτοί διαφοροποιούν τον τρόπο και τα μέσα διαβίωσής τους, κυρίως με την εξασφάλιση των απαραίτητων αγαθών για την αναπαραγωγή τους από την αγορά, αντικαθιστώντας έτσι το μέρος εκείνο της συντήρησης τους που βασιζόταν στην οικιακή παραγωγή με εμπορεύματα από την αγορά. Η αύξηση της κατανάλωσης στηρίχθηκε σε μια παράλληλη αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, κυρίως στην οικονομική αύξηση των εργατικών μισθών που αυξάνονται σταθερά σύμφωνα με την άνοδο της παραγωγικότητας. Η άνοδος αυτή των εργατικών μισθών δε σήμαινε μείωση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης. Τα κέρδη από την παραγωγικότητα ήταν πολύ μεγαλύτερα από την άνοδο των μισθών και η αξία της εργατικής δύναμης παρέμενε έτσι μικρότερη από την αξία παραγωγής, αντίθετα μάλιστα, το κόστος των μισθών ανά παραγωγική μονάδα μειωνόταν.

Για τη διατήρηση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, τα καπιταλιστικά κράτη προωθούν συστήματα προστασίας με την ανάπτυξη κοινωνικής πολιτικής (εισοδηματική πολιτική, θέσπιση του κατώτερου ορίου μισθού και γενικότερα καθορισμός του ύψους των μισθών, διάρκεια εργασίας, συλλογικές συμβάσεις κ.λπ.). Παράλληλα με τον άμεσο μισθό αναπτύσσεται και ο έμμεσος μισθός με την ανάπτυξη της συλλογικής κατανάλωσης (υγεία, παιδεία, κοινωνικές ασφαλίσεις κ.λπ.) που θέτει και τις βάσεις για την ανάπτυξη του θεσμού του κράτους πρόνοιας.

Στην Ευρώπη η πολιτική των κοινωνικών παροχών, παρόλο που υπήρχε και προπολεμικά, κυρίως στην Αγγλία και στη Γαλλία όπου το ασφαλιστικό σύστημα, τα επιδόματα ανεργίας και ασθένειας και τα βοηθήματα κατοικίας λειτουργούσαν στην πρώτη ήδη από το 1920 και στη δεύτερη από το 1930, μετά το 1945 εντείνεται περισσότερο και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κρατικής παρεμβατικής πολιτικής. Στην Αγγλία θεσμοθετείται το 1942 η κοινωνική πρόνοια (ελεύθερη ιατρική περίθαλψη, ασφάλεια γήρατος κ.λπ.), που θα αποτελέσει παράδειγμα για τις υπόλοιπες καπιταλιστικές χώρες και κυρίως για τις Σκανδιναυικές χώρες, το Βέλγιο και την Ολλανδία. Οι κοινωνικές παροχές στην Αγγλία φτάνουν να καλύπτουν λίγο κάτω από το μισό των συνολικών δημοσίων δαπανών της. Στη Γαλλία αναπτύσσεται μετά το 1945 το σύστημα της κοινωνικής ασφάλειας με χρηματοδότηση από το κράτος, τους εργαζόμενους και τους εργοδότες. Στις ΗΠΑ αναπτύσσεται επίσης το 1945 το κράτος πρόνοιας, με έκδηλη την επιρροή των κεϋνσιανών θεωριών και το οποίο παίρνει κοινωνικά μέτρα σε θέματα κατοικίας, υγείας και εκπαίδευσης (11).

Η αύξηση της αγοραστικής δύναμης των εργατών μέσω του άμεσο και έμμεσου μισθού δημιουργεί και τις προϋποθέσεις συμβιβασμού ανά (ία σε εργοδοσία και εργατικά συνδικάτα με εγγυητή το κράτος. Η κύρια μορφή συμβιβασμού γίνεται με την εγκαθίδρυση των συλλογικών συμβάσεων. του ελάχιστου μισθού και της σταθερής απασχόλησης σε αντάλλαγμα της μη αμφισβήτησης από μέρους των εργατών του τρόπου οργάνωσης της εργασίας πάνω στον οποίο στηρίζεται το καπιταλιστικό κέρδος.

Η σχετική σταθερότητα του καθεστώτος συσσώρευσης μετά το '45 στηρίζεται επομένως στη μετατροπή της ανταγωνιστικής μισθωτής σχέσης σε μια διαρκή ενσωμάτωση των μισθωτών, με τη θεσμοθέτηση της γενικής αρχής του άμεσου μισθού που αντανακλά στη σχέση: κόστος ζωής και παραγωγικότητα, ενώ ο έμμεσος μισθός αυξάνεται σταθερά. Μέσω της διαχείρισης της μισθωτής σχέσης από το κράτος, η εργατική πάλη διοχετεύεται έτσι στα πλαίσια ενός συμβιβασμού βάσει του οποίου οι εργαζόμενοι αφήνουν την πρωτοβουλία της οργάνωσης εργασίας και της κατεύθυνσης της παραγωγής στους επιχειρηματίες, έναντι ενός μισθού που αντισταθμίζει τα κέρδη από την παραγωγικότητα.

Από την άλλη, η κρατική παρέμβαση στην αύξηση της ζήτησης εκτός του ότι συμβαδίζει με τη λογική της μαζικής κατανάλωσης, συμβαδίζει επίσης και με την ανάγκη κοινωνικοποίησης ενός τμήματος του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.

2.2. Αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης

Το τμήμα του εθνικού προϊόντος που διανέμεται από το κράτος πρόνοιας για χρηματοδότηση των κοινωνικών ασφαλίσεων, την υγεία, την παιδεία κ.λπ. και που το κράτος αποκτά από φόρους και εισφορές, είναι σε τελευταία ανάλυση αναδιανομή μέσα στο μερίδιο του μισθού και ανήκει στην αξία της εργατικής δύναμης. Τα κρατικά έξοδα είναι «μέρος του μεταβλητού κεφαλαίου που προκαταβάλλεται από το συνολικό κεφάλαιο και που δεν κυκλοφορεί σαν ατομικός μισθός». Τα κρατικά έξοδα, που αντιστοιχούν στην κοινωνικοποίηση μέρους του μισθού, ανήκουν τελικά στο μερίδιο του μισθού (Μύλλερ Β., Κ. Νόιζυς 1982). Η ανάπτυξη της συλλογικής κατανάλωσης επιτρέπει έτσι την εξασφάλιση από το κράτος ενός συνόλου αναγκαίων εξόδων για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και προσαρμογής της στις απαιτήσεις των επιχειρήσεων. Τα έξοδα αυτά με το να κοινωνικοποιούνται δεν πιέζουν απ' ευθείας τα επιχειρηματικά κέρδη.

Η διαχείριση της μισθωτής σχέσης, όπως αναπτύσσεται, εξασφαλίζει αντιστοιχία μεταξύ εισφορών και παροχών για τη χρηματοδότηση της αξίας αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Όσο αναπτυγμένο και αν είναι το επίπεδο της πάλης των τάξεων και έντονες οι πιέσεις της εργατικής δύναμης για περισσότερες κοινωνικές παροχές, η διαχείριση της μισθωτής σχέσης από το καπιταλιστικό κράτος πρόνοιας είναι πάντα σύμφωνη με την καπιταλιστική σχέση εκμετάλλευσης (12).

Έτσι, το κράτος πρόνοιας δεν σημαίνει ότι θέτει στη διάθεση του ένα μέρος του εθνικού προϊόντος το οποίο διανέμει με πολιτικά κριτήρια, αλλά αντίθετα η διανομή του κοινωνικού προϊόντος είναι σύμφωνη και αυτή με την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής κοινωνίας και των παραγωγικών σχέσεων.

Αυτό που σε τελευταία ανάλυση κάνει το κράτος είναι να παίζει το ρόλο του εγγυητή της διανομής στο εσωτερικό των εισοδημάτων που στηρίζονται στο μισθό, για να εξασφαλίζει την αναπαραγωγή και συντήρηση της εργατικής δύναμης, είτε πρόκειται για περίοδο «αποχρησιμοποίησής» της (ανεργία, αρρώστια, γηρατειά), είτε πρόκειται για εξασφάλιση μιας συγκεκριμένης παραγωγής εργατικού δυναμικού που να συμβαδίζει με τις απαιτήσεις της παραγωγής (παιδεία π.χ.).

2.3. Κράτος πρόνοιας και ρύθμιση ανάμεσα στονς τομείς Ι και II της παραγωγής

Όσο η αγορά καταναλωτικών αγαθών είναι περιορισμένη, η ανάπτυξη του τομέα II παραγωγής (παραγωγή καταναλωτικών αγαθών) είναι και αυτή περιορισμένη επιδρώντας με τη σειρά της στην ανάπτυξη του τομέα Ι παραγωγής (παραγωγή μέσων παραγωγής). Επακόλουθο της διάστασης ανάμεσα στους τομείς παραγωγής είναι μια διαρκής τάση υπερσυσσώρευσης και κυκλικών κρίσεων.

Με το φορντικό καθεστώς συσσώρευσης η ανάπτυξη της μαζικής παραγωγής και της μαζικής κατανάλωσης του τομέα II παραγωγής επέφερε και αύξηση της ζήτησης σε μέσα παραγωγής ρυθμίζοντας έτσι τις κυκλικές κρίσεις υπερπαραγωγής. Η εκμηχάνιση όμως (με την αυξανόμενη χρησιμοποίηση μέσων παραγωγής) δημιουργεί ταυτόχρονα καπιταλιστική ένταση, δηλαδή αύξηση του σταθερού κεφαλαίου (ένας ίδιος αριθμός εργατών θέτει σε κίνηση μια όλο και μεγαλύτερη ποσότητα μέσων παραγωγής) γεγονός που αυξάνει το κόστος παραγωγής και επιδρά στη μείωση του ποσοστού κέρδους. Η τάση αυτή μπορεί να αντισταθμιστεί (προσωρινά βέβαια, όσο δεν εκδηλώνεται η κρίση υπερσυσσώρευσης) κάτω από δύο συνθήκες:

α. αν με την αύξηση της παραγωγικότητας στον τομέα Ι προκύψει μείωση στο κόστος (άρα και στις τιμές) των μέσων παραγωγής

β. αν είτε με την αύξηση της παραγωγικότητας στον τομέα II, είτε και με χρησιμοποίηση άλλων μέσων προκύψει μείωση στην τιμή των καταναλωτικών αγαθών που είναι απαραίτητα στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, οπότε επέρχεται μείωση του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, που χρησιμοποιείται και στους δύο τομείς.

Η τελευταία σχέση ανάμεσα στους δύο τομείς παραγωγής και η αρμονική τους ανάπτυξη σαν βασική αρχή της ανάπτυξης, κάνει απαραίτητη την παρέμβαση του κράτους και ενεργοποιεί, όταν η οικονομική συγκυρία και οι ρυθμοί συσσώρευσης το επιτρέπουν, το κράτος πρόνοιας, μια και η μείωση του κόστους της εργατικής δύναμης συντελείται και με την κοινωνικοποίηση του κόστους αναπαραγωγής της, δηλαδή μέσω της ανάπτυξης της συλλογικής κατανάλωσης (υγεία, παιδεία κ.λπ.) (13).

Από τα παραπάνω παραδείγματα γίνεται φανερή η συνάρθρωση του κράτους με την παραγωγική διαδικασία και η σχετική αυτονομία της σφαίρας της διανομής από τη σφαίρα παραγωγής. Ακόμη γίνεται φανερό πως η υπερεκτίμηση ενός σκέλους μόνο της λειτουργίας του κράτους πρόνοιας, όπως αυτή της στήριξης της ζήτησης ή και αυτή ακόμη του συμβιβασμού, δεν παίρνει υπόψη της το σύνολο των λειτουργιών του στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου και τη διασύνδεση αυτών των λειτουργιών μεταξύ τους, όπως το ότι η ανάπτυξη των κοινωνικών παροχών από τη μια αποτελεί στοιχείο καλυτέρευσης του βιοτικού επιπέδου των εργατών, αλλά από την άλλη συμβάλλει στη μείωση του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης με την κοινωνικοποίηση μέρους αυτής.

Η αύξηση αυτού που ονομάζεται κράτος πρόνοιας είναι λοιπόν συνυφασμένη με τους νόμους αξιοποίησης του κεφαλαίου και επηρεάζεται από τις τάσεις του τελευταίου, Η συγκεκριμένη μορφή κράτους αναπτύσσεται σε σχέση με το συγκεκριμένο στάδιο καπιταλιστικής ανάπτυξης, εξασφαλίζοντας τη διαδικασία αναπαραγωγής του με το να αναλαμβάνει ιδιαίτερες λειτουργίες που είναι συνιστώσες της διαδικασίας παραγωγής και κυκλοφορίας του κεφαλαίου.

Η σχέση του παρεμβατικού κράτους «πρόνοιας» με την παραγωγή και αναπαραγωγή του κεφαλαίου και η διαμόρφωση του από τις παραγωγικές σχέσεις δηλώνουν και τα όρια παρέμβασης του κράτους στην οικονομία «που είναι ακριβώς τα όρια αναπαραγωγής - συσσώρευσης του κεφαλαίου στην οποία αντιστοιχεί η ίδια δομή του κράτους» (Πουλαντζάς Ν. 1984).

Γίνεται έτσι αντιληπτό πως μια καλή πολιτική δεν επαρκεί για να ξανατοποθετηθούν οι βάσεις της ανάπτυξης και πως η οικονομική κρίση ή η κρίση της συσσώρευσης σήμερα αντανακλάται και στην κρίση της μορφής του κράτους που υποστήριζε αυτή τη συσσώρευση, δηλαδή στην κρίση του κράτους πρόνοιας.

3. Κρίση του κράτους πρόνοιας

Για την κρίση που εκδηλώνεται στα μέσα της δεκαετίας του '70, πολλές αναλύσεις έχουν γίνει και πολλές ερμηνείες έχουν δοθεί (14). Εδώ δεν θα σταθούμε στις αναλύσεις για τα αίτια που προκάλεσαν την οικονομική κρίση, θα αναφερθούμε όμως σε κάποιες πρόσφατες απόψεις σχετικά με την κρίση του κράτους, ορισμένες από τις οποίες επέδρασαν σημαντικά στη διαμόρφωση της κυρίαρχης ιδεολογίας για τις μεταβολές που σημειώνονται στις οικονομικές πολιτικές.

Η κρίση έθεσε κατ' αρχή σε αμφισβήτηση την άνοδο του κρατικού παρεμβατισμού βάζοντας σε πρώτο πλάνο τις δυσλειτουργίες του: αρχικά την αυξανόμενη αναποτελεσματικότητα των κρατικών παρεμβάσεων με βάση τις οικονομικές πολιτικές ιδιαίτερα τις πολιτικές συγκυρίες εκείνες που φάνηκαν ικανές να ρυθμίσουν και να διασφαλίσουν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του '60 την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Έπειτα την άνοδο των δημοσίων εξόδων, που το κράτος δεν φαίνεται πια ικανό να διαχειρισθεί και που οδηγεί σε αύξηση των υποχρεωτικών εισφορών, φόρων και σε προβλήματα χρηματοδότησης όλο και πιο δύσκολα.

Η αμφισβήτηση του τρόπου παρέμβασης του κράτους, ο οποίος αναπτύχθηκε μετά το 1945 και διήρκεσε μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του '70, σύμφωνα με τους Boyer και Mistral στηρίζεται σε τρία δεδομένα. Πρώτα, οι πολιτικές που εμπνέονταν από τους κανόνες της κεϋνσιανής θεωρίας βρέθηκαν αναρμόδιες μόλις εφαρμόσθηκαν για να απαντήσουν σε δομικά προβλήματα που δεν ήταν σε θέση να χειρισθούν και κυρίως από το γεγονός των αρνητικών επιπτώσεων που είχαν πάνω στον πληθωρισμό και το δημόσιο έλλειμμα. Δεύτερο, το βάρος των εξωτερικών πιέσεων που δημιούργησαν οι μεγάλες απαιτήσεις ανταγωνισμού λόγω επανεμφάνισης της ευαισθησίας του ισοζυγίου πληρωμών και του συναλλάγματος και που μείωσαν σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών των κυβερνήσεων. Τέλος, ο επαναπροσανατολισμός των οικονομικών πολιτικών μεταφράζεται επίσης σαν αποτυχία του κοινωνικού συμβιβασμού που χαρακτήριζε την περίοδο της ανάπτυξης (15).

Με βάση αυτές τις αμφισβητήσεις για το ρόλο του κράτους και της αύξησης της κρατικής παρέμβασης που αναπτύχθηκε σε δεδομένο χρόνο και συγκυρία, η γενική τάση πολλών αναλύσεων που αφορούν το κράτος και τη λειτουργία του στρέφεται σε εξηγήσεις που θεωρούν πλέον την κρίση σαν αποτέλεσμα κάποιας έλλειψης μηχανισμών ρύθμισης (είτε είναι θέμα αγοράς, είτε είναι θέμα κράτους) με κύριο άξονα το ίδιο το κράτος, μη παίρνοντας έτσι καθόλου υπόψη ότι η κρίση δεν είναι θέμα κάποιας έλλειψης, αλλά προέρχεται από τον ίδιο το χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων.

Οι ερμηνείες που προέρχονται από τους νεοφιλελεύθερους μονεταριστές, παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, συγκλίνουν στην άποψη ότι το κράτος πρόνοιας έχει πολιτικοποιήσει τις σχέσεις αγοράς, ώστε αυτές οι σχέσεις να μην μπορούν να πραγματοποιήσουν τον οικονομικό ορθολογισμό. Το κέντρο της κρίσης γίνεται η υπέρμετρη έκταση του ρόλου του κράτους. Είναι έτσι η κρίση του κρατισμού (δηλαδή η κεϋνσιανή πολιτική) που προκαλεί την οικονομική κρίση, διότι ο κρατικός παρεμβατισμός παρεμποδίζει την οικονομική ορθολογική ρύθμιση από την αγορά (16).

Αν εξετάσουμε όμως από κοντά τον υποτιθέμενο ρυθμιστικό ρόλο της αγοράς, αντιλαμβανόμαστε πως από τη μια, η αγορά δεν εξασφαλίζει τη συνοχή των οικονομικών αποφάσεων ούτε είναι από μόνη της ικανή να μειώνει την ανασφάλεια που χαρακτηρίζει τις περιόδους «ρήξης της συνοχής» του τρόπου παραγωγής και από την άλλη, η αγορά δεν έχει καμία δυνατότητα να αποτελέσει τα πλαίσια της οικονομικής δραστηριότητας ή να θεσμοθετήσει αυτά τα πλαίσια, πράγμα που συνήθως εναποτίθεται στο κράτος και το πολιτικό επίπεδο γενικότερα.

Σε τελευταία ανάλυση, η θεωρία της αγοράς και η ανάλυση που γίνεται με όρους αντίθεσης ανάμεσα σε κράτος και αγορά θεμελιώνονται στην κρίση σαν αποτέλεσμα μειωμένης αγοραστικής δύναμης, αποτέλεσμα και αυτή του συγκεκριμένου παρεμβατικού ρόλου του κράτους. Ο Friedman συγκεκριμένα βάζει σε πρώτο πλάνο τον πληθωριστικό χαρακτήρα των συγκυριακών πολιτικών και δηλώνει πως οι πολιτικές της πλήρους απασχόλησης για τη στήριξη της συνολικής ζήτησης, στο μέτρο που αποβλέπουν να μειώσουν την ανεργία κάτω από το φυσικό ποσοστό που αντιστοιχεί στην αυθόρμητη εξισορρόπηση της αγοράς, οδηγούν αναπόφευκτα σε έναν αυξανόμενο πληθωρισμό χωρίς να μπορούν να μειώσουν αρκετά την ανεργία. Εξάλλου, οι μονεταριστικές πολιτικές, ενώ είναι αποτελεσματικές, τείνουν να αποσταθεροποιούνται στο μέτρο που οι θεσμικοί παράγοντες δεν επιτρέπουν στις δημόσιες εξουσίες να επεξεργάζονται τη «σωστή» πολιτική (17).

Η πάλη των τάξεων σχετικά με το επίπεδο των μισθών, με το να μειώνει τα επιχειρηματικά κέρδη, αποτελεί λοιπόν για τους νεοφιλελεύθερους βασική αιτία της καπιταλιστικής κρίσης και η ευθύνη πέφτει στους μισθωτούς είτε διότι αυξήθηκε ο μισθός τους, είτε διότι αυξήθηκε η κοινωνική τους προστασία.

Οι ερμηνείες της κρίσης που προέρχονται από τους κεϋνσιανούς θεωρητικούς αντιστρέφουν το πρόβλημα και θεωρούν ότι είναι η διατάραξη της ισορροπίας από την αγορά και οι μηχανισμοί της αυτορρύθμισης που προκαλούν κρίση. Το κράτος, αντίθετα, εξασφαλίζει τη συνοχή και τη ρύθμιση των οικονομικών σχέσεων, σε περιόδους δε κρίσης πρέπει να αναπροσανατολίζει τη δράση του. Επίσης, το επιχείρημα των νεοκλασικών σχετικά με την άνοδο των μισθών δεν ευσταθεί διότι ο μισθός είναι ένα έξοδο για τους επιχειρηματίες, αλλά επίσης πηγή της ζήτησης. Η πτώση των μισθών οδηγεί σε μείωση της συνολικής ζήτησης και έτσι σε μείωση της απόδοσης των επενδύσεων και σε λιγότερα κέρδη (17).

Σύμφωνα με τους κεϋνσιανούς θεωρητικούς λοιπόν, η κρίση επιδεινώνεται από τη στιγμή που πέφτει η ζήτηση και η ζήτηση γίνεται έτσι το κύριο στήριγμα της ανάπτυξης. Με αυτό το σκεπτικό όλα είναι ζητήματα που αφορούν τη σφαίρα της διανομής, ενώ η παραγωγή η ίδια και η κρίση σε οικονομικό επίπεδο είναι θέματα που δεν δέχονται κανενός είδους ανάλυση.

Αυτό που έχει σημασία να τονισθεί είναι ότι οι απόψεις και των νεοφιλελεύθερων και των κεϋνσιανών αναλογούν σε διαφορετικές στρατηγικές της αστικής τάξης, ενώ το κράτος πρόνοιας εκλαμβάνεται σαν η κρίση μιας μορφής οικονομικής πολιτικής που πρέπει να αντικατασταθεί από μια άλλη μορφή οικονομικής πολιτικής.

Όσον αφορά πολλές νεομαρξιστικές απόψεις (κυρίως Γάλλων και Ιταλών), η τάση είναι να τοποθετείται το ζήτημα της κρίσης του κράτους στο κέντρο ανάλυσης της σημερινής κρίσης, με βάση την υπόθεση ότι το κράτος αποτελεί το στοιχείο ολοκλήρωσης των σημερινών κοινωνιών μέσα από μια νέα διάρθρωση του οικονομικού - κοινωνικού - πολιτικού.

Το κράτος γίνεται ένας δρων φορέας της κοινωνικής συναίνεσης και της ανάπτυξης. Το κεϋνσιανό κράτος συνίσταται στην προσπάθεια ενσωμάτωσης των εργατικών πιέσεων προσανατολίζοντας της στην πάλη για άνοδο των μισθών και μετατρέποντας αυτήν την άνοδο σε δυναμικό στοιχείο της οικονομικής ανάπτυξης. Στο πολιτικό επίπεδο, το νέο κράτος δημιουργεί μια νέα συναίνεση γύρω από την ανάπτυξη και την «κοινωνική πρόοδο» με το να γίνεται όλο και πιο ευαίσθητο στις διάφορες μορφές κοινωνικής πίεσης. Η κρίση θεωρείται έτσι σαν κρίση αυτού του κράτους πρόνοιας, κρίση δηλαδή της κοινωνικής συναίνεσης και της νομιμοποίησης που πάνω από όλα είναι κοινωνική κρίση, κρίση ενός κοινωνικού μοντέλου (18).

Στις αναλύσεις αυτές, παρόλο το ενδιαφέρον που έχουν με το αντιλαμβάνονται την κρίση στην ευρύτερη της διάσταση, η οικονομική διάσταση σαν βάση αυτής της κρίσης φαίνεται να παίζει μικρό ρόλο, ή τουλάχιστον να μην έχει αναλυθεί ακόμη αρκετά.

Μια άλλη προσέγγιση της κρίσης του κράτους προέρχεται από το Ιταλικό ρεύμα των οπεραϊστών (που αναλύει τη στρατηγική της αστικής τάξης σαν απάντηση στη δράση της εργατικής τάξης), σύμφωνα με την οποία η κρίση η ίδια εκλαμβάνεται σαν απάντηση στην εργατική τάξη (19). Ο Negri συγκεκριμένα, αναλύει το κεϋνσιανό μοντέλο σαν την προσπάθεια μετασχηματισμού της πάλης της εργατικής τάξης σε δυναμική της καπιταλιστικής ανάπτυξης, ελέγχοντας την εργατική δύναμη με την προσφυγή σε μια καλυμμένη βία. Το μοντέλο αυτό εναποθέτει στο κράτος την εξασφάλιση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, δηλαδή την αναπαραγωγή της εξουσίας του κεφαλαίου και την καπιταλιστική κυριαρχία. Η κρίση δεν μπορεί να εκληφθεί παρά σαν στιγμή σύγκρουσης ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργατική δύναμη. Η αναγκαιότητα της κρίσης είναι απόλυτη, είναι το μέσο επανεγκαθίδρυσης του συσχετισμού των δυνάμεων που είναι απαραίτητος στην εκμετάλλευση. Αν η λειτουργία της κρίσης παραμένει η ίδια, αλλάζουν οι συνθήκες της ανάλογα με το κίνημα της εργατικής τάξης εναντίον του κεφαλαίου. Η κρίση μετατρέπεται σε σύγκρουση δύο στρατηγικών: της στρατηγικής των εργατών και της στρατηγικής των αφεντικών και ενώ προκύπτει από την καπιταλιστική πρωτοβουλία η αιτία είναι η νέα δύναμη της εργατικής τάξης. Η κρίση τείνει να θεσμοθετείται και το κράτος, που είναι ο μόνος εκπρόσωπος του κεφαλαίου, δηλαδή κράτος - κεφάλαιο, γίνεται ο εκπρόσωπος της κρίσης, κράτος - κρίση.

Η ανάλυση αυτή είναι τελείως αντίθετη από την προηγούμενη στο μέτρο που ενώ η πρώτη δίνει την προτεραιότητα στη συναινετική μορφή του κράτους το οποίο διαπερνάται από το σύνολο των κοινωνικών τάξεων και αντιθέσεων, η δεύτερη θεωρεί το κράτος εκφραστή μόνο της στρατηγικής της αστικής τάξης, στηριζόμενο αποκλειστικά στη βία και όχι στη συναίνεση. Επίσης, σύμφωνα με τις απόψεις των οπεραϊστών, η κρίση του κράτους δεν συνδέεται με τις οικονομικές σχέσεις που διέπουν την παραγωγική διαδικασία και την οικονομική κρίση γενικότερα. Παρόλο που σωστά αναλύεται η μεταβολή του κρατικού μηχανισμού σαν αποτέλεσμα της πάλης των τάξεων, η ίδια η πάλη των τάξεων αναλύεται με εξωοικονομικούς όρους, δηλαδή έξω από τις επιπτώσεις που έχει στο οικονομικό επίπεδο, και η κρίση του κράτους είναι έτσι κυρίως κρίση πολιτική.

Περνώντας στην ανάλυση της σχέσης ανάμεσα στην οικονομική και στην πολιτική κρίση, ή κρίση του κράτους, και στις συνέπειες της πρώτης επάνω στη δεύτερη (20), μπορούμε να πούμε πως η ιδιαίτερη συνάρθρωση του πολιτικού με το οικονομικό σαν δύο επίπεδα που τα όρια τους δεν είναι πλέον τελείως ευδιάκριτα (21), κάνει αναπόφευκτο το γεγονός να καταστρέφεται η υπάρχουσα συνοχή ανάμεσα στη συσσώρευση και στην αύξηση των κοινωνικών δραστηριοτήτων του κράτους από την οικονομική κρίση. Από την άλλη, σαν αποτέλεσμα αυτής της διάρθρωσης, όταν το κράτος δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα που θέτουν τα όρια της ίδιας της συσσώρευσης, μπαίνει σε κρίση και ξαναοργανώνεται πάνω στις νέες οικονομικές λειτουργίες που γίνονται κυρίαρχες.

Η λειτουργία του κράτους πρόνοιας παύει να υφίσταται από τη στιγμή που η δυσλειτουργία της συσσώρευσης δεν μπορεί να τη χρηματοδοτήσει, ενώ, από την άλλη, η βοήθεια του κράτους στη ρύθμιση της συσσώρευσης γίνεται πολύ δύσκολη από τη στιγμή που αλλάζουν οι οικονομικές συγκυριακές συνθήκες. Η κεϋνσιανή πολιτική, ενώ μπορεί π.χ. σε περίοδο ανάπτυξης να μειώνει την ανεργία μέσω ενός έρποντος πληθωρισμού, αποτυγχάνει τελείως σε περίοδο οικονομικής ύφεσης και κρίσης της αποδοτικότητας του κεφαλαίου.

Το άλλο σημαντικό σημείο, αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης, είναι ότι το κράτος δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στην κοινωνική λειτουργία συμβιβασμού στην οποία στηριζόταν η κοινωνική συναίνεση.

Το κράτος διατρέχεται από μια σειρά αντιθέσεων που εκφράζουν το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων. Το γεγονός, που ήδη αναφέραμε, ότι ο κρατικός μηχανισμός κεϋνσιανού χαρακτήρα υπόκειται σε δύο αντιθετικές και ασυμβίβαστες μεταξύ τους επιταγές: να υποστηρίζει δηλαδή την οικονομική αναπαραγωγή κάτω από την πίεση της συσσώρευσης του κεφαλαίου και να νομιμοποιεί το σύνολο των θεσμικών μορφών μιας κοινωνίας, σε περίοδο κρίσης οδηγεί σε ένταση των αντιθέσεων που διαπερνούν την οικονομική πολιτική και το «επιθυμητό πολιτικά» γίνεται αντίθετο από το «απαραίτητο οικονομικά».

Επίσης, ολόκληρη η οικονομική πολιτική εκφράζει τις συνέπειες του συνόλου των θεσμοποιημένων συμβιβασμών των οποίων το κράτος γίνεται ο εγγυητής. Όταν οι γενικές αρχές της συνοχής του καθεστώτος συσσώρευσης παρουσιάζουν πρόβλημα, οι εντάσεις που διαπερνούν το πολιτικό εντείνονται και πολλαπλασιάζονται. Σε περιόδους κρίσης οι ίδιες οι πολιτικές αποφάσεις προκαλούν αντιθέσεις ανάμεσα σε διαφορετικούς στόχους, με κατάληξη τον περιορισμό των περιθωρίων ελιγμών των πολιτικών επιλογών.

Ο συμβιβασμός που συνέδεε το κεφάλαιο με την εργατική τάξη μέσω του κράτους και που στηριζόταν στην αποδοχή από την εργατική τάξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής με αντάλλαγμα την ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους, τη σταθερή απασχόληση και την αύξηση των μισθών σε αντιστοιχία με την αύξηση της παραγωγικότητας, αναιρείται από την επιβράδυνση της ανάπτυξης (και βέβαια με την επικράτηση της πολιτικής της λιτότητας).

Η οικονομική κρίση γίνεται έτσι κοινωνική και πολιτική κρίση κα1, θέτει σε αμφισβήτηση το σύνολο των σχέσεων ανάμεσα σε κράτος, οικονομία και κοινωνία, σχέσεις πάνω στις οποίες οργανώθηκε ο καπιταλισμός μετά το 1945. Η κρίση της συσσώρευσης, καταστρέφοντας την ισορροπία που είχε επιτευχθεί ανάμεσα στους δύο ρόλους του καπιταλιστικού κράτους, δηλαδή στο κράτος της συσσώρευσης και στο κοινωνικό κράτος, κάνει απαραίτητη την αναδίπλωση τον, καθώς και την αναδίπλωση των στόχων και των μέσων τον.

4. Η στροφή στο μονεταρισμό και η σημασία της

Με την οικονομική κρίση υπεισέρχονται αξιοσημείωτοι μετασχηματισμοί στους κρατικούς μηχανισμούς που δηλώνουν μια νέα μορφή του καπιταλιστικού κράτους. Με την ήττα του κεϋνσιανού μοντέλου ρύθμισης της συσσώρευσης ήττα του κοινωνικού κράτους πρόνοιας το καπιταλιστικό κράτος ενσωματώνει μια άλλη κατεύθυνση οικονομικής πολιτικής της αστικής τάξης: το μονεταρισμό.

Στην αρχή της οικονομικής κρίσης (1973-1979) τα μέτρα που παίρνονται από τα καπιταλιστικά κράτη είναι μέτρα ευκαιριακά, χωρίς συγκεκριμένο σχεδιασμό και χαρακτηρίζονται ακόμη από σοσιαλδημοκρατικού περιεχομένου πρακτικές. Πρόκειται ακόμη για μια «ήπια διαχείριση της κρίσης» (Κάρτερ στις ΗΠΑ, Κάλλαγκαν στην Αγγλία, σοσιαλδημοκρατίες στη Γερμανία και Σκανδιναβικές χώρες). Αλλά στο τέλος της δεκαετίας του '70 όλες οι οικονομικές πολιτικές των ηγεμονικών καπιταλιστικών χωρών συγκλίνουν προς την κατεύθυνση του φιλελεύθερου μονεταρισμού. Ξεκινώντας από τη «σκληρή» πολιτική των κυβερνήσεων της Θάτσερ στην Αγγλία και του Ρήγκαν στις ΗΠΑ και καταλήγοντας στο Σμιτ στη Γερμανία και στο Μπαρ στη Γαλλία (22), οι οικονομικές πολιτικές γυρνάν την πλάτη στις κεϋνσιανες συνταγές ρύθμισης της οικονομίας και η εκλογή της λιτότητας γίνεται μισοϋποχρεωτική.

Εδώ δεν θα επεκταθούμε στα συγκεκριμένα μέτρα λιτότητας, αλλά θα αναφερθούμε απλώς σε δύο σημαντικές επιπτώσεις αυτών των μέτρων:

α) Περιορισμός των μισθών, μετά από την αμφισβήτηση της αρχής του συμβιβασμού και της συναίνεσης και την επικράτηση της ιδεολογίας ότι το λάθος βρίσκεται στην άνοδο των μισθών. Με την κρίση και την εφαρμογή του μονεταρισμού ο ονομαστικός μισθός πέφτει, ενώ παράλληλα περιορίζεται ο έμμεσος μισθός με περικοπές στο κράτος πρόνοιας. Το κόστος των μισθών εμφανίζεται σημαντικό αποκτώντας παράλληλα και μια άλλη διάσταση· γίνεται καθοριστικό της διεθνούς ανταγωνιστικότητας.

β) Επεκτείνεται η κρίση του κράτους πρόνοιας και υιοθετείται η πολιτική της λιτότητας στις μικρές χώρες του κέντρου και στις περιφερειακές καπιταλιστικές χώρες. Οι ηγεμονικές καπιταλιστικές χώρες, με την επικράτηση σ' αυτές της μονεταριστικής πολιτικής, μειώνουν τις πιστώσεις τους προς το εξωτερικό, μειώνουν τις εισαγωγές τους και απαιτούν μάλιστα την επιστροφή των δανείων τους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δημιουργείται έντονο πρόβλημα στις οικονομίες των περιφερειακών χωρών που για την αντιμετώπισή του αναγκάζονται να προβούν σε αναδιάρθρωση της παραγωγής τους με σκοπό την άνοδο της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων τους. Η αστική ιδεολογία αυτών των χωρών, προβάλλοντας σαν βασική αιτία της χαμηλής ανταγωνιστικότητας των προϊόντων το ψηλό κόστος της εργατικής δύναμης, εντείνει τις πιέσεις για χαμηλότερους μισθούς και για περικοπές στο κράτος πρόνοιας και επομένως για την υιοθέτηση της πολιτικής λιτότητας, που αρχίζει έτσι να επικρατεί γύρω στα 1984 (23).

Ας δούμε όμως από πιο κοντά το μηχανισμό και την ανάγκη υιοθέτησης της πολιτικής της λιτότητας και τις επιπτώσεις της πάνω στον κρατικό παρεμβατισμό.

Η μάζα των κερδών από την παραγωγή μπορεί να χωρισθεί σε γενικές γραμμές στο μέρος των κερδών που πηγαίνει σε μισθούς της εργατικής δύναμης και στο μέρος που αποτελεί την υπεραξία. Μέρος της υπεραξίας καλύπτει τα έξοδα παραγωγής και των επανεπενδύσεων, ενώ ένα μέρος πηγαίνει στο κράτος με τη μορφή φόρων, εισφορών της επιχείρησης κ.λπ. Από τη μεριά του το κράτος καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του, όχι από την υπεραξία, αλλά από τους ίδιους τους μισθούς (φόροι μισθωτών).

Από τα έσοδα του κράτους με τη σειρά τους, ένα μέρος αναδιανέμεται σαν κοινωνικός μισθός και συλλογική κατανάλωση (ασφάλειες, υπηρεσίες) ενσωματώνεται δηλαδή στο μεταβλητό κεφάλαιο (πρόκειται βασικά για το κράτος πρόνοιας), ενώ ένα άλλο μέρος καλύπτει το κόστος άλλων κρατικών δαπανών όπως στρατό, υποδομές, βοήθεια στον καπιταλιστικό τομέα (δάνεια κ.λπ.), δηλαδή πηγαίνει προς όφελος του κεφαλαίου. Σε τελευταία ανάλυση, οι δαπάνες του κράτους χωρίζονται σε έξοδα αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και σε έξοδα αναπαραγωγής του κεφαλαίου, ή μέρος των εσόδων του αναδιανέμεται στο μεταβλητό κεφάλαιο και μέρος τους αναδιανέμεται στο ίδιο το κεφάλαιο.

Το ύψος του ποσού αναδιανομής που προορίζεται για το μεταβλητό κεφάλαιο επηρεάζει όμως έτσι το ύψος του ποσού που αναδιανέμεται στο κεφάλαιο, όπως επίσης το μέγεθος του μεταβλητού κεφαλαίου επηρεάζει το ποσοστό κέρδους. Από την άλλη, όπως ήδη αναφέραμε, το γεγονός ότι η αναδιανομή δεν πηγάζει από κοινωνικά κριτήρια, αλλά από την ίδια τη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου και είναι συνιστώσα που εμπεριέχεται στη διαδικασία παραγωγής και κυκλοφορίας του κεφαλαίου (Μύλλερ Β., Κ. Νόιζυς (1982), οδηγεί στο ακόλουθο φαινόμενο: όσο υπάρχει μια συνεχής αύξηση του κοινωνικού προϊόντος, δηλαδή οικονομική ανάπτυξη, το μέγεθος της αναδιανομής προς το μεταβλητό κεφάλαιο μπορεί να αυξάνεται χωρίς να επηρεάζει αυτή η αύξηση το ποσοστό κέρδους. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο όταν υπάρχει οικονομική κρίση.

Με την οικονομική κρίση υπερσυσσώρευσης και την πτώση του ποσοστού κέρδους, αυτό που κυρίως θίγεται είναι η πολιτική της αναδιανομής του κράτους πρόνοιας και το ύψος των μισθών, διότι αλλάζουν οι απαιτήσεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η αναδιανομή των κρατικών εσόδων στρέφεται κύρια πλέον προς την αναδιάρθρωση της παραγωγής (νέες τεχνολογίες, έρευνα κ.λπ.). Περικόβεται δηλαδή το μέρος της κοινωνικής πρόνοιας (ίσως εκτός από ορισμένους τομείς, όπως εκπαίδευση - επανεκπαίδευση τμήματος της εργατικής δύναμης για να ενσωματωθεί στις καινούριες μορφές παραγωγής) ενώ αυξάνεται το επενδυτικό μέρος προς όφελος του κεφαλαίου.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι οι τομείς και κλάδοι της παραγωγής που ευνοούνται περισσότερο ή και αποκλειστικά από τη νέα κρατική αναδιανομή προσδιορίζονται από τις υπάρχουσες ενδοαστικές αντιθέσεις και από την κυριαρχία συγκεκριμένων μερίδων του κεφαλαίου ή κλάδων παραγωγής. Μπορούμε πάντως να πούμε πως σήμερα κύρια ευνοείται το βιομηχανικό κεφάλαιο σε βάρος του εμπορικού και πως μέσα στο ίδιο το βιομηχανικό κεφάλαιο επικρατεί ο κλάδος παραγωγής νέων τεχνολογιών σε βάρος των παραδοσιακών και άλλων κλάδων.

Γενικά μπορούμε να πούμε πως οι περικοπές στον προνομιακό τομέα συνδυάζονται με αντίστοιχες αυξήσεις της χρηματοδότησης στην αστυνομία (κατασταλτικούς μηχανισμούς δηλαδή), στις κρατικοποιημένες βιομηχανίες, στις κρατικές υπηρεσίες (αναδιάρθρωση των κρατικών υπηρεσιών με ηλεκτρονικούς υπολογιστές για αύξηση της απόδοση τους) και των επενδύσεων σε ορισμένους κλάδους του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα. Δεν είναι λοιπόν θέμα γενικότερων περικοπών, αλλά αναδιάρθρωσης της πολιτικής των κρατικών δαπανών, στην άσκηση της οποίας υπεισέρχονται αντίθετα συμφέροντα. Το κράτος σε στιγμές κρίσης, ενεργώντας ανοικτά προς το συμφέρον του κεφαλαίου, αναδιαρθρώνει την πολιτική του για να κάνει πιο αποτελεσματική την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, πιο αποτελεσματικό τον κοινωνικό έλεγχο και για να δημιουργήσει καταλληλότερες συνθήκες για αύξηση της παραγωγικότητας.

Έτσι η περίφημη στροφή στο μονεταρισμό δεν είναι τίποτε άλλο από τα μέτρα λιτότητας που κύριο στόχο έχουν τη συρρίκνωση του πραγματικού μισθού και των κοινωνικών παροχών (μετατροπή δηλαδή της αναδιανομής του κοινωνικού εισοδήματος με συμπίεση των μισθών) και όχι τη μείωση αυτή καθ' εαυτή του κρατικού παρεμβατισμού ή σε τελευταία ανάλυση τη μείωση των κρατικών εσόδων και δαπανών προς όφελος κάποιας ρύθμισης από την αγορά. Η εγκατάλειψη της κεϋνσιανής πολιτικής και η προσχώρηση σε μια νομισματική πολιτική, ή η οικονομική αναδίπλωση στη νομισματική πολιτική αποτελούν μεταβολή και όχι κατάργηση της οικονομικής πολιτικής.

Κλείνοντας την ανάλυση της κρίσης του κράτους πρόνοιας, αναφέρουμε πως η πολιτική κρίση, σαν αποτέλεσμα των αντικειμενικών συνθηκών, διατηρεί κάτω από ορισμένες συνθήκες ένα ρόλο στην αναπαραγωγή της ταξικής κυριαρχίας και στην αποκατάσταση της ταξικής ηγεμονίας, καθώς επίσης δηλώνει μια μεταβολή και προσαρμογή του καπιταλιστικού κράτους στις καινούριες οικονομικές συνθήκες και στην καινούρια μορφή της πάλης των τάξεων. Η ήττα του κεϋνσιανισμού αντανακλά την κρίση συμβιβασμού ανάμεσα σε ιδεολογίες και αντίθετες κοινωνικές δυνάμεις, όχι μόνο ταξικού αλλά και ενδοαστικού περιεχομένου. Κατά συνέπεια η αναζήτηση νέων θεσμοποιημένων μορφών γίνεται πρωταρχική για μια νέα συνολική ρύθμιση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής κάτω από μια νέα μορφή καπιταλιστικού κράτους.

Η στροφή όμως στο μονεταρισμό, ή καλύτερα, μια που ο καθαρός μονεταρισμός σαν αντικρατισμός δεν πέρασε πουθενά, η επιλογή της μονεταριστικής πολιτικής της λιτότητας και συγκεκριμένα η πολιτική της συμπίεσης των μισθών και του περιορισμού των κοινωνικών παροχών, δεν σημαίνει πως έχει διαμορφωθεί το νέο καπιταλιστικό κράτος. Η πολιτική αυτή αντανακλά την κυριαρχία των απόψεων κάποιων μερίδων της αστικής τάξης μέσα στο συσχετισμό δυνάμεων και αποτελεί καθαρά ιδεολογική πρακτική. Η τελευταία γίνεται φανερή από τη στιγμή που το κράτος εκλαμβάνεται πάλι σαν υποκείμενο και εξωγενές στοιχείο της παραγωγής, του οποίου η «καλή» και «σωστή» λειτουργία θα έφθανε για να οδηγήσει τον καπιταλισμό έξω από την κρίση του.

Υποσημειώσεις

1. Σχετικά με την τάση των αριστερών προσεγγίσεων να προσανατολίζονται σε αναλύσεις της κρίσης με κεντρικό άξονα το κράτος βλ. Κυπριανίδης Τ. (1983).

2.. Η αστική κοινωνιολογία και οικονομία με τον όρο «κράτος πρόνοιας» υπονοεί ένα κράτος μύθο, το οποίο δρώντας σαν υποκείμενο μπορεί από τη μια να ρυθμίζει τις κυκλικές οικονομικές κρίσεις υπερπαραγωγής, παρεμβαίνοντας στη σφαίρα της διανομής μέσω της αύξησης της κατανάλωσης και από την άλλη, με την αναδιανομή του εισοδήματος, να μειώνει τις ανισότητες και τις αντιθέσεις ταυτίζοντας τα διαφορετικά συμφέροντα στο όνομα ενός «έθνους ευημερίας». Βλ. Μύλλερ Β., Κ. Νόιζυς (1982).

3.. Οι κυριότερες μεταβολές στις συνθήκες παραγωγής μετά το 1945, είναι η επέκταση της ταιηλορικής - φορντικής οργάνωσης της εργασίας (τεχνική διαίρεση της εργασίας και ενσωμάτωση της στο αυτοματοποιημένο σύστημα των μηχανών). Σχετικά με την ταιηλορική - φορντική οργάνωση της εργασίας βλ. Coriat B. (1985).

4.Βλ. σχετικά την ανάλυση των Andre C., R. Delorme (1983).

5.. Με τον όρο «μισθωτή σχέση» υποδηλώνεται η οργάνωση της εργασίας και ο τρόπος δημιουργίας και χρησιμοποίησης των εισοδημάτων των μισθωτών, καθώς και ο διαχωρισμός των άμεσων παραγωγών από τα μέσα παραγωγής. Βλ. Royer R., J. Mistral (1983), Lipietz A. (1984 a).

6. Σχετικά με τη φύση του κράτους και τη σχέση του με τις κοινωνικές τάξεις βλ. Πουλαντζάς Ν. (1984).

7. Για την περίπτωση της Ελλάδας βλ. την ανάλυση του Μηλιού Γ. (1982).

8. Σχετικά με το φορντικό καθεστώς συσσώρευσης βλ. Aglietta M. (1982), Boyer R. (1983), Coriat B. (1982).

9.. Η μαζική παραγωγή, αποτέλεσμα της αλυσιδωτής παραγωγής και της τυποποίησης των προϊόντων, χαρακτηρίζει ένα νέο στάδιο συσσώρευσης με το οποίο επιτυγχάνεται η παρακμή των προκαπιταλιστικών μορφών παραγωγής. Ο ανταγωνισμός από την άλλη, επιβάλλοντας κανόνες παραγωγής απρόσιτους για ορισμένα επίπεδα επιχειρήσεων (μέγεθος, μέσα χρηματοδότησης, ικανότητα μετατροπής), προώθησε την τάση συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη διόγκωση των μισθωτών. Βλ. και Cohen Α., P. Combemale (1980).

10.. Σημειώνουμε πως σταδιακά από το 1945 και μετά, οι ηγεμονικές καπιταλιστικές χώρες διευρύνουν την εσωτερική τους αγορά και οι σχέσεις κέντρου και περιφέρειας μεταβάλλονται. Η περιφέρεια παύει σιγά - σιγά να παίζει σημαντικό ρόλο σαν αγορά μεταποιητικών αγαθών για το κέντρο, παρόλο που εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο σαν πηγή εργατικών χεριών και πρωτογενών αγαθών. Στα 1960 η μικρή σημασία της περιφέρειας σαν αγορά για τα προϊόντα του κέντρου εμφανίζεται με τις πολύ χαμηλές εξαγωγές του κέντρου προς την περιφέρεια: 2% το μέρος των εξαγωγών της Ευρώπης ως προς την εγχώρια παραγωγή της και 0,8% των ΗΠΑ αντίστοιχα. Βλ. Lipietz A. (1985).

11. Σχετικά με την ανάπτυξη των κοινωνικών παροχών μετά το 1945 βλ. Gough I. (1979), Cohen Α., P. Combemale (1980).

12. Βλ. σχετικά το άρθρο της de Brunhoff S. (1982).

13.. Βλ. σχετικά με τη μείωση του κόστους αναπαραγωγής του κεφαλαίου σε σχέση με την συλλογική κατανάλωση Lojkine J. (1977), Harloe M., C, Paris (1984).

14. Βλ. σχετικά με τις ερμηνείες της κρίσης και την ανάλυση της οικονομικής κρίσης bav κρίση υπερσυσσώρευσης το άρθρο των Κυπριανίδη Τ. και Γ. Μηλιού (1983).

15. Βλ. Boyer R., J. Mistral (1983).

16.. Σχετικά με τις απόψεις των νεοφιλελεύθερων για την κρίση βλ. το συλλογικό έργο στις εκδόσεις Dunod (1977). Επίσης, Hayek F. (1975), Lepage H. (1978).

17.. Βλ. Friedman M., R. Friedman (1981).

17.. Σχετικά με τη νεοκεϋνσίνΐνή ανάλυση της κρίσης βλ. Barrere Α., (1982), Robinson J. (1972: ειδικά κεφ. VIII).

18.. Βλ. BuciGlucksmann C., G. Therborn (1981), Rosanvallon P. (1981), Habermas J. (1975).

19.. Βλ. συγκεκριμένα τις αναλύσεις του Negri A. (1978).

20.. Βλ. και Barrere C., G. Kebabdjian, O. Weinstein (1983).

21.. Μια σειρά από θέματα, όπως εκπαίδευση, μεταφορές, διαχείριση της μισθωτής σχέσης εργασίας, όπου η δράση του κράτους είναι κύρια, όπως αναλύσαμε και στο προηγούμενο μέρος δεν ξεχωρίζουν από τη συλλογική παραγωγική διαδικασία.

22.. Πρέπει να σημειώσουμε πως η Γαλλία ακολούθησε διαδοχικά διαφορετικές πολιτικές. Ενώ η κυβέρνηση Μπαρ στις αρχές του '80 εφαρμόζει μονεταριστική πολιτική, ο Μιτεράν που εκλέγεται το '81 ξαναεπιστρέφει στο σχήμα του σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού προσπαθώντας να συγκρατήσει την αγοραστική δύναμη με αυξήσεις στους μισθούς και αναπτύσσοντας τις κοινωνικές παροχές, θεωρώντας ότι με την αύξηση της ζήτησης θα αναθερμαινόταν η οικονομία. Όμως επειδή η αύξηση της ζήτησης δεν λύνει το πρόβλημα της κρίσης υπερσυσσώρευσης, στα 1983 καταλήγει να εγκαταλείψει τις κεϋνσιανές προδιαγραφές της ανάπτυξης και να περιορίσει σημαντικά τις κρατικές παροχές κοινωνικού περιεχομένου, .επανεγκαθιδρύοντας την πολιτική της λιτότητας. Βλ. σχετικά Lipietz A. (1984 6).

23.. Σχετικά με την επέκταση της κρίσης στις περιφερειακές οικονομίες βλ. Lipietz A. (1985). Επίσης για την περίπτωση της Ελλάδας βλέπε το άρθρο των Ιωακείμογλου Η. και Μηλιού Γ. (1986).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Aglietta M. (1982), Regulation et aise du capitalisme, Paris, CalmannLevy.

Andre C., R. Delorme (1983), L'Etat et Γ economie, Paris, Seuil.

Barrere A. (1981), La crise n'est pas ce que Γ on croit, Paris, Economica.

Barrere C., G. Kebabdjian, O. Weinstein (1983), Lire la crise, Paris, PUF.

Boyer R. (1983), Strategies syndicales, rapport salarial et accumulation, CERFEMAP, no 8222.

Boyer R., J. Mistral (1983), «La crise. D' une analyse historique a une vue prospective», Annales, no. 3.

Brunhoff S. (1984), «Καπιταλιστική κρίση και οικονομική πολιτική», στο Η κρίση τον κράτους, (Πουλαντζάς Ν. Επ.), Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση.

BuciGlucksmann C., G. Therborn (1981), Le defi socialdemocrate, Paris, Maspero.

Cohen A., P. Combemale (1980), Croissance et crise, Paris, Hatier.

Coriat B. (1982), «Relations industrielles, rapport salarial et regulation: L' inflexion neoliberale», Comsommation, no 3.

Coriat B. (1985), Ο εργάτης και το χρονόμετρο, Αθήνα, Κομμούνα θεωρία 7.

Dunod (εκδόσεις) (1977), L' Occident en desarroi. Turbulences d' une economie prospere, Pariw.

Friedman M., R. Friedman (1981), Free to choose, New York, Avon Books.

Gough I. (1979), The political economy of the welfare state, London, MacMillan Press.

Habermas J. (1975), Legitimation crisis, Boston.

Harloe M, C. Paris (1984), «The decollectivization of consumption: Housing and local government finance in England and Wales, 18791981», in Cities in recession (Szelenyi I. ed), London, SAGE Publications.

Hayek G. (1975), Prix et production, Paris, CalmannLevy.

Ιωακείμογλον Η., Γ. Μηλιός (1986), «Κρίση και λιτότητα (Η ανάκληση τον σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου), Θέσεις 14.

Κυπριανίδης Τ. (1983), «Μονεταρισμός και αριστερός νεοφιλελευθερισμός», θέσεις, νο 5.

Κυπριανίδης T., Γ. Μηλιός (1983), «Σημειώσεις πάνω στις μαρξιστικές θεωρίες για την οικονομική κρίση», θέσεις, νο 3.

Lepage H. (1978), Demain le capitalisme, Paris, Coll. Pluriel, Livre de poche.

Lipietz A. (1984 a), Accumulation, crises et sorties de crise: Quelques reflexions methodologiques autour de la notion de la regulation, CEPREMAR, No 8409.

Lipietz A. (1984 b), L'audace ou Γ enlisement, Paris, Editions La Decouverte.

Lipietz A. (1985), Mirages et miracles. Problemes de Γ industrialisation dans le tiers monde,

Paris, Editions La Decouverte.

Lojkine J. (1977), Le Marxisme, Γ Etat et la question urbaine, Paris, PUF.

Μηλιός Γ. (1982), «"Εκσυγχρονισμός" (και) οικονομική ανάπτυξη. Η σταθεροποίηση του αστικού "κράτους δικαίου"», Θέσεις, νο 1.

Μύλλερ Β., Κ. Νόιζυς (1982), «Σχετικά με τη θεωρία του κράτους κοινωνικής πρόνοιας», θέσεις, νο 1.

Negri A. (1978), La classe ouvriere contre Γ Etat, Paris, Galilee.

Πουλαντζάς Ν. (1984), «Οι σημερινοί μετασχηματισμοί του κράτους, η πολιτική κρίση του κράτους», στο Η κρίση τον κράτους, (Πουλαντζάς Ν. επ.), Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση.

Robinson J. (1972), Heresies economiques, Paris, CalmannLevy.

Rosanvallon P. (1981), La crise de Γ Etatprovidence, Paris, Seuil.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή