Ναζισμός: μορφή κράτους εκτάκτου ανάγκης ή/και ναζιστική βιοεξουσία; Εκτύπωση
Τεύχος 152, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2020


του Πάνου Ραμαντάνη


1. Εισαγωγή


Ο ναζισμός ως ιστορικό φαινόμενο απασχόλησε και συνεχίζει να απασχολεί, το πεδίο των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών. Εντούτοις, για αρκετά χρόνια, η ιστοριογραφία προσέγγιζε το φασιστικό φαινόμενο γενικότερα ως μια αντι-θεωρία, ως ένα μείγμα, δηλαδή, ετερόκλητων και «μεταχειρισμένων» υλικών που αδυνατούσε να σταθεί ως αυθύπαρκτη θεωρία και μπορούσε να οριστεί μόνο ως το αρνητικό – ως «αντί» δηλαδή – μιας ήδη υπάρχουσας θεωρίας. Εν ολίγοις, ο φασισμός μπορούσε να υπάρξει ως αντικομμουνισμός, ως αντιφιλελευθερισμός, ως αντιδιαφωτισμός και ούτω καθεξής (Traverso 2016: 118). Στην περίπτωση του εθνικοσοσιαλισμού, και για ένα μεγάλο διάστημα, ιστορικοί, κοινωνιολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες, υπό το πλαίσιο των θεωριών του ολοκληρωτισμού, αντιμετώπιζαν τον ναζισμό σαν ένα σύστημα μονολιθικής εξουσίας, έξω από το κοινωνικό πεδίο και υποταγμένο πλήρως στη βούληση του αρχηγού (Traverso 2016: 155-156). Στον αντίποδα αυτών των θεωρήσεων, η «οικονομίστικη» (και ντετερμινιστική) προσέγγιση της «μαρξιστικής ορθοδοξίας», στηριζόμενη στις θέσεις της 3ης Διεθνούς τοποθετούσε τον ναζισμό και τον φασισμό στο πλαίσιο ενός καθορισμένου σταδίου της καπιταλιστικής «εξέλιξης» (Πουλαντζάς 2006: 63).

Από τα μέσα τις δεκαετίας του 1960, και κυρίως μετά τον γαλλικό Μάη, εμφανίστηκαν νέα ρεύματα σκέψης επηρεασμένα τόσο από τον λεγόμενο «δομικό μαρξισμό» του Αλτουσέρ όσο και από τους στοχαστές της Σχολής της Φρανκφούρτης. Σε αυτό το ιστορικοπολιτικό πλαίσιο ανέπτυξαν τις θεωρήσεις τους ο Νίκος Πουλαντζάς και ο Μισέλ Φουκώ. Και οι δυο βέβαια στοχαστές δημιούργησαν τομές στο πεδίο της κοινωνικής θεωρίας. Ο φασισμός, και ειδικότερα ο ναζισμός, ως ιδεολογικό ρεύμα που στιγμάτισε (αρνητικά) τον 20ο αιώνα, δεν μπορούσε να λείπει από τις προσεγγιστικές τους θεωρήσεις. Παίρνοντας, λοιπόν, ως βάση τις θεωρήσεις αυτές, θα επιχειρηθεί μια συνθετική (και συγκριτική) προσέγγιση του ναζιστικού φαινομένου.

Στο πρώτο μέρος θα παρουσιαστούν οι προσεγγίσεις του Ν. Πουλαντζά σχετικά με τον φασισμό και συγκεκριμένα τον γερμανικό ναζισμό. Θα αναλυθεί ο ναζισμός ως μορφή Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης και θα επιχειρηθεί μια πολυεπίπεδη προσέγγιση στο πλαίσιο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του (ιδεολογία, πολιτειακή δομή, ιδεολογικοί και κατασταλτικοί μηχανισμοί). Στο δεύτερο μέρος θα παρουσιαστούν οι θέσεις του Μ. Φουκώ για το ναζιστικό φαινόμενο. Μέσα από την προσέγγιση περί βιοπολιτικής και της βιοεξουσίας, θα καταδειχτεί η ιδιαιτερότητα του ναζισμού τόσο στο ιδεολογικό πεδίο όσο και στο πεδίο των πρακτικών πολιτικών του ναζιστικού κράτους. Στο τρίτο και τελευταίο μέρος, θα παρουσιαστούν τα συμπεράσματα μέσα από μια συγκριτική αποτίμηση των θέσεων των δυο στοχαστών.


2. Ο ναζισμός ως μορφή Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης στις θεωρήσεις του Ν. Πουλαντζά


Ο Πουλαντζάς προσεγγίζει το φαινόμενο του φασισμού κυρίως μέσα από το έργο του Φασισμός και Δικτατορία το οποίο γράφει το 1969. Η χρονική συγκυρία της συγγραφής του έργου, ένα χρόνο μετά το ξέσπασμα του Μάη του ’68, επέτρεψε στον Πουλαντζά να εντείνει την κριτική του στον οικονομισμό της Τρίτης Διεθνoύς και κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η Διεθνής «δογματοποιούσε», σχεδόν με θρησκευτική ευλάβεια, το μαρξικό σχήμα βάση - εποικοδόμημα, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο εξέπεμπε ντετερμινιστικές θέσεις για την αναπόφευκτη κατάρρευση του καπιταλισμού (Πουλαντζάς 2006: 16-18, 43-49). Ο Πουλαντζάς, έχοντας αντιληφθεί την προβληματική των συγκεκριμένων αναλύσεων της Διεθνούς, τόσο στην προσέγγιση των φιλελεύθερων καπιταλιστικών κρατών όσο, κυρίως, στην προσέγγιση του φασιστικού φαινομένου, προσπαθεί καταρχάς να εντοπίσει και να εξηγήσει το φασιστικό φαινόμενο στην ολότητά του. Παράλληλα, προσπαθεί επίσης να αποκαταστήσει, κατά κάποιο τρόπο, τη μαρξιστική θεωρία – πέρα από τον μηχανιστικό οικονομισμό της Διεθνούς – και στο πεδίο των κοινωνικοπολιτικών σχέσεων (Πουλαντζάς 2006: 63-71· Μηλιός 2010).

Χωρίς να αποκόπτεται από τον πυρήνα των αλτουσεριανών αντιλήψεων, 1 ο Πουλαντζάς προσεγγίζει το φασιστικό κράτος – και εν προκειμένω το ναζιστικό – ως μια ιδιαίτερη μορφή Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης, διακρίνοντας τον φασισμό από άλλες μορφές δικτατορικού καθεστώτος, όπως π.χ. τη στρατιωτική δικτατορία και τον βοναπαρτισμό: αφενός πρόκειται για έναν ιδιαίτερο τύπο κρίσης του καπιταλιστικού κράτους· αφετέρου δεν πρόκειται απλώς για την αναδιάρθρωση της λειτουργίας του αστικού κράτους μέσα από την επιβολή-κυριαρχία σε αυτό ενός κλάδου του κατασταλτικού μηχανισμού (στρατός, ανώτατος άρχων κλπ.), αλλά για την «κατάληψή του από έξω», από το φασιστικό κίνημα και κόμμα.2


2.1. Η κρίση της άρχουσας ιδεολογίας και η φάση εμπέδωσης του ναζισμού


Για τον Πουλαντζά, το φασιστικό-ναζιστικό κράτος αποτελεί μορφή καπιταλιστικού κράτους. Διαφοροποιείται, όμως, από τη μορφή τόσο του φιλελεύθερου αστικού κράτους όσο και από εκείνη του βοναπαρτισμού ή ενός δικτατορικού καθεστώτος. Αυτή η ιδιότυπη μορφή σχετίζεται με την κρίση (ιδεολογική, πολιτική και οικονομική) που διαπερνά, στο σύνολό του, τον συγκεκριμένο κρατικό και ευρύτερο κοινωνικό σχηματισμό (Πουλαντζάς 2006: 345-346). Άρα, και η ιστορική συγκυρία που ευνοεί την άνοδο του φασισμού αντιστοιχεί σε μια διαδικασία κρίσης της άρχουσας ιδεολογίας εντός ενός συγκεκριμένου καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού. Αυτή η διαδικασία συγκεκριμενοποιείται ως ιδεολογική κρίση της άρχουσας τάξης εντός του συγκεκριμένου σχηματισμού. Η κυρίαρχη, λοιπόν, ιδεολογία, ως ηγεμονική εντός του κοινωνικού σχηματισμού, γίνεται διάτρητη ως προς τις καταπιεζόμενες τάξεις και επί της ουσίας κλονίζεται η λειτουργία της. Βρίσκεται σε δυσκολία να επιτελέσει τον κυρίαρχο σκοπό της, δηλαδή να διατηρήσει σε υποτέλεια και πολιτική υποταγή τις καταπιεζόμενες και υφιστάμενες την καπιταλιστική εκμετάλλευση τάξεις (Πουλαντζάς 2006: 83).

Στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, όμως, παρατηρείται επίσης γενικευμένη ιδεολογική κρίση. Δηλαδή, η κρίση δεν περιορίζεται μόνο στην κυρίαρχη ιδεολογία αλλά βιώνεται και στα υποσύνολά της (μικροαστική ιδεολογία, ιδεολογία της εργατικής τάξης κλπ). Η κυρίαρχη, όμως, αστική ιδεολογία κυριαρχεί και στα υποσύνολα, σε βαθμό μάλιστα που διαποτίζει το εσωτερικό των υποσυνόλων. Άρα, κάθε κρίση της κυρίαρχης ιδεολογίας επηρεάζει το σύνολο του ιδεολογικού σχηματισμού, χωρίς βέβαια αυτή η επιρροή να είναι της ίδιας έντασης. Τούτη όμως η κατάσταση, αποκαλύπτει το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης ιδεολογικής κρίσης, κατά την οποία υπάρχει ταυτόχρονα κρίση της άρχουσας ιδεολογίας, αλλά και κρίση της ιδεολογίας της βασικής κυριαρχούμενης ομάδας. Λύση σε αυτή την κατάσταση έρχεται να δώσει ο φασισμός∙στη περίπτωση της Γερμανίας ο ναζισμός (Πουλαντζάς 2006: 83-85).

Εδώ όμως τίθεται ένα ερώτημα: Με δεδομένη τη γενικευμένη ιδεολογική κρίση της περιόδου, η οποία συμπίπτει με την περίοδο εμπέδωσης του ναζισμού, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για καθυπόταξη του άρχοντος συγκροτήματος στις (μικροαστικές κυρίως) κοινωνικές ομάδες που κινητοποιεί και οργανώνει κομματικά ο ναζισμός; Ο Πουλαντζάς είναι ρητά αντίθετος σ’ αυτό. Το ναζιστικό κράτος παραμένει καπιταλιστικό κράτος, αλλά πλέον ως μια ειδική μορφή Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης, το οποίο, λόγω της δεδομένης ιστορικής συγκυρίας, διατηρεί μια προσίδια αυτονομία έναντι του άρχοντος συγκροτήματος, άρα και απέναντι στο τμήμα που μονοπωλεί και εγκαθιδρύει την ηγεμονία (Πουλαντζάς 2006: 94). Αυτή η σχετική αυτονομία οφείλεται σε δυο παράγοντες. Καταρχάς στις αντιφάσεις που αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια του εκφασισμού (και συνεχίζονται και κατά την εμπέδωσή του) μεταξύ των κοινωνικών τάξεων και τμημάτων της συμμαχίας που φέρνει τον φασισμό στην εξουσία, όπου εδώ γίνεται αντιληπτή η αντίφαση στο πολιτικό επίπεδο, μέσα από την αναδιοργάνωση των κρατικών μηχανισμών που όμως δεν θίγουν την επιβολή του μεγάλου κεφαλαίου στο κράτος.3 Αφετέρου οφείλεται στις αντιφάσεις μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων και τμημάτων τους και των κυριαρχούμενων τάξεων (Πουλαντζάς 2006: 95-96). Οι συγκεκριμένες αντιφάσεις διέπουν ολόκληρο το κοινωνικό οικοδόμημα. Τούτη η παραδοχή έχει να κάνει με τις περίπλοκες σχέσεις που αναπτύσσει ο φασισμός με τις κυριαρχούμενες τάξεις και, συγκεκριμένα, τα λαϊκά-μικροαστικά στρώματα. Και ακριβώς αυτές οι αντιφάσεις (επανασταθεροποίηση) της πολιτικής κυριαρχίας και της ηγεμονίας του άρχοντος συγκροτήματος καλείται να επιλύσει το φασιστικό κράτος (Πουλαντζάς 2009: 343-347).


2.2. Η πολιτειακή δομή του ναζιστικού κράτους


Στο πολιτειακό πλαίσιο, το ναζιστικό κράτος διαφοροποιείται από το φιλελεύθερο καπιταλιστικό κράτος. Η διαφοροποίηση έγκειται στην τροποποίηση του νομικού συστήματος και σχετίζεται με τις μορφές της πολιτικής λειτουργίας του δικαίου. Το δίκαιο στον ναζισμό παύει να είναι ρυθμιστικός παράγοντας της άσκησης εξουσίας των κρατικών μηχανισμών. Έτσι, το ναζιστικό κράτος, δεν παραβιάζει απλά τους κανόνες δικαίου, αλλά δεν θέτει καν κανόνες λειτουργίας του πολιτειακού πλαισίου. Παύει, δηλαδή, να θέτει όρια στην άσκηση πολιτικής εξουσίας, στις παρεμβατικές δράσεις των κρατικών μηχανισμών. Οι κανόνες πολιτειακής λειτουργίας, πλέον, απορρέουν από την κυρίαρχη «βούληση του αρχηγού». Άρα ο περιοριστικός ρόλος του δικαίου, που αποτελεί δομικό συστατικό του φιλελεύθερου καπιταλιστικού κράτους, στον ναζισμό δεν υφίσταται. Ως προς την έλλειψη περιοριστικού εμποδίου (δίκαιο), δηλαδή, το ναζιστικό κράτος έχει «απεριόριστη» εξουσία. Κι επειδή ακριβώς το δίκαιο αδυνατεί να ρυθμίσει το πλαίσιο μεταξύ «ιδιωτικού» και «δημοσίου» (δεν υπάρχουν νομικά όρια εξουσίας), σημαίνει ότι η παρεμβατική εξουσία ασκείται αδιαμεσολάβητα από τον κατασταλτικό μηχανισμό του ναζιστικού κράτους. Η ανυπαρξία, βέβαια, του νομικού πλαισίου έγκειται ακριβώς στο γεγονός της άμεσης και παρεμβατικής λογικής του ναζισμού στη διατήρηση της ηγεμονίας έναντι των κυριαρχούμενων τάξεων (Πουλαντζάς 2006: 356-359).

Η χρήση του δικαίου στον φιλελεύθερο καπιταλισμό – κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αυτό ρυθμίζει, οργανώνει και εν τέλει επικυρώνει τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις στο σύνολό τους – φανερώνει μια σειρά από διαφορές σε σχέση με τη λειτουργία, ή τη μη λειτουργία, του δικαίου στον ναζισμό. Οι διαφορές αυτές, επισημαίνει ο Ν. Πουλαντζάς, δεν οφείλονται στον ναζισμό – ως μορφή Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης – αλλά στο στάδιο που βρίσκεται ο καπιταλιστικός σχηματισμός στη συγκεκριμένη ιστορική του φάση (Πουλαντζάς 2006: 360). Τούτο, βέβαια, σημαίνει ότι, οι παρεμβάσεις του φασιστικού κράτους στον πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων είναι μη ουσιώδεις ή, για να είμαστε ακριβείς, περιορίζονται στο δίκαιο και τον έλεγχο της εργασίας (Νόυμαν 2018: 334-336). Αυτό γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτό στην περίπτωση του ναζιστικού καθεστώτος, όπου τυπικά διατηρείται το δίκαιο της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης», το δίκαιο δηλαδή που χάραξε το δρόμο για τον μετασχηματισμό του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού προς το στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού (Πουλαντζάς 2006: 360-361).

Η παραπάνω ανάλυση του Πουλαντζά σχετικά με τη όψη του δικαίου στη μορφή Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης είναι σαφώς επηρεασμένη από τον τρόπο που ο Μαρξ αναλύει τον βοναπαρτισμό:


«Ο Βοναπάρτης ως η αυτονομημένη δύναμη της εκτελεστικής εξουσίας αντιλαμβάνεται το κάλεσμά του, τη διασφάλιση της “αστικής τάξης πραγμάτων”. Η ισχύς αυτή της αστικής τάξης πραγμάτων όμως είναι η μεσαία τάξη. Δηλώνει λοιπόν τον εαυτό του ως αντιπρόσωπο της μεσαίας τάξης και εκδίδει διατάγματα με αυτό το νόημα. Ωστόσο αυτός ο ίδιος είναι κάτι μόνο επειδή έχει διαρρήξει την πολιτική δύναμη αυτού του μεσαίου στρώματος και τη διαρρηγνύει καθημερινά. Δηλώνει λοιπόν τον εαυτό του ως αντίπαλο της πολιτικής και συγγραφικής δύναμης της μεσαίας τάξης. Προστατεύοντας όμως την υλική της δύναμή της γεννά εκ νέου την πολιτική της δύναμη» (Μαρξ 2018: 393).


Εν ολίγοις, ο Μαρξ διαπιστώνει ότι το βοναπαρτικό κράτος κρατά ανέπαφο το πλαίσιο του δικαίου που ρυθμίζει τις οικονομικές σχέσεις του καπιταλιστικού σχηματισμού (Πουλαντζάς 2006: 361).

Διαφοροποίηση του ναζιστικού κράτους, σε σχέση με τις ομαλές μορφές καπιταλιστικού κράτους, εντοπίζεται και στα πεδία της πολιτικής εκπροσώπησης και της εκλογικής διαδικασίας. Εντούτοις, η αναστολή της αρχής των εκλογών είναι κυρίως αποτέλεσμα της ιδεολογικής κρίσης που διαπερνά το σύνολο του καπιταλιστικού οικοδομήματος, της αδυναμίας, δηλαδή, των πολιτικών σχηματισμών να επιβληθούν ιδεολογικά. Η κρίση όμως αυτή, για να μπορέσει να αντιμετωπιστεί – μιας και οι πολιτικοί σχηματισμοί αδυνατούν να την αντιμετωπίσουν – χρειάζεται μια αναδιοργάνωση των συσχετισμών στο πλαίσιο των κρατικών μηχανισμών. Οι μηχανισμοί αυτοί ενεργοποιούνται στο φασιστικό κράτος. Επιπλέον, η ίδια η εκλογική διαδικασία αποτελεί ιστορικό μέσο διεκδικήσεων και δράσης των λαϊκών στρωμάτων. Αυτό το μέσο διεκδίκησης, λοιπόν, το αναστέλλει το φασιστικό κράτος (Πουλαντζάς 2006: 361-365).

Η παραπάνω ακολουθία δείχνει σε τι διαφοροποιείται, σε μεγάλο βαθμό, το ναζιστικό κράτος από μια κοινοβουλευτική μορφή καπιταλιστικού κράτους. Η διαφοροποίηση αυτή έγκειται στη σχεσιακή δομή μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας και κυρίως φανερώνεται μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η καπιταλιστική ελίτ (μονοπωλιακό κεφάλαιο) να επιβάλει την ηγεμονία της εντός του κοινοβουλευτικού πλαισίου (Πουλαντζάς 2006: 364-365). Αυτή η αναδιαμόρφωση των σχέσεων νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας – προς όφελος τελικά της δεύτερης – βρίσκεται στο πυρήνα των ναζιστικών θεωρήσεων σχετικά με τον κοινοβουλευτισμό. Ο ιστορικός Φρ. Νόυμαν είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικός ως προς τις σκέψεις του συνταγματολόγου Καρλ Σμιτ, ο οποίος στήριξε τον ναζισμό, σχετικά με την ανάγκη ενός ολοκληρωτικού κράτους:


«Η βασική αρχή του διαχωρισμού των εξουσιών περιορίζει το κοινοβούλιο στη νομοθέτηση – μ’ άλλα λόγια, στη θέσπιση αφηρημένων γενικών κανόνων. Η πράξη έχει πάλι απομακρυνθεί από τη θεωρία. Το κοινοβούλιο δεν είναι πια αποκλειστικά νομοθέτης∙ είναι ακόμη περισσότερο διοικητής, και μάλιστα αναποτελεσματικός» (Νόυμαν 2018: 56).


Εστιάζοντας στις σκέψεις του Σμιτ, γίνεται φανερό ότι η ολοκληρωτική θεωρία για το ναζιστικό κράτος ικανοποιούσε πλήρως τους «κέρβερους» του άρχοντος συστήματος. Πανεπιστημιακοί, υψηλόβαθμα στρατιωτικά στελέχη, γραφειοκράτες και, φυσικά, το μεγάλο βιομηχανικό κεφάλαιο, θεωρούσαν ότι το ολοκληρωτικό κράτος είναι το μόνο που μπορεί να διαφυλάξει το γενικό συμφέρον του οικοδομήματος. Με λίγα λόγια, η κρατική κυριαρχία εκφράζει την ασφάλεια των καπιταλιστικών δομών και, στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, το ναζιστικό κράτος μπορεί να εξυπηρετήσει την κυριαρχία αυτή (Νόυμαν 2018: 62-63).

Στο ναζιστικό κράτος, η τάση για ολοκληρωτισμό συσχετίζεται με την έντονη ανάπτυξη της γραφειοκρατίας. Η συγκεκριμένη τάση απορρέει από την ιδιαίτερη ιδεολογία του ίδιου του καθεστώτος και σχετίζεται με τον τρόπο λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού, χωρίς, όμως, να τροποποιείται κάτι στον πυρήνα των οικονομικών σχέσεων. Έτσι, η διαφοροποίηση του ναζιστικού κράτους στην έντονη ανάπτυξη της γραφειοκρατίας, σε σχέση με μια κοινοβουλευτική μορφή καπιταλιστικού κράτους, έγκειται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο οι μικροαστικές τάξεις εισχωρούν στον κρατικό μηχανισμό, αλλά και στη γενικευμένη αναστολή των εκλογών (Πουλαντζάς 2006: 365).

Τούτη η κατάσταση ασφαλώς και επιφέρει μια γραφειοκρατική δυσκινησία σε όλο το φάσμα της κρατικής λειτουργίας, δυσκινησία που ενδέχεται να επηρεάσει τόσο την ταξική δομή των μηχανισμών του κράτους, όσο και την κίνηση του ίδιου του κεφαλαίου. Η παραπάνω αντίφαση λύνεται, υποστηρίζει ο Πουλαντζάς, με την παραλληλότητα και την αλληλεπικάλυψη των κρατικών μηχανισμών. Μέσω αυτής της κίνησης των μηχανισμών, το φασιστικό καθεστώς μπορεί να ξεπεράσει τα γραφειοκρατικά εμπόδια, να κινηθεί πιο γρήγορα, να προφυλαχθεί και να επιτεθεί στον ταξικό του εχθρό. Στην περίπτωση του ναζισμού, αυτή η αλληλεπικάλυψη και η παραλληλότητα κατέληγε στην κανονιστική, ως προς την αυστηρή ιεραρχική δομή, «αρχή του φύρερ [αρχηγού]» (Πουλαντζάς 367-368).


2.3. Κατασταλτικοί και ιδεολογικοί μηχανισμοί στο ναζιστικό κράτος


Όπως ήδη επισημάναμε, αυτό που διαφοροποιεί το ναζιστικό κράτος, ως μορφή Κράτους Έκτακτου Ανάγκης, από αντίστοιχα καθεστώτα εκτάκτου ανάγκης είναι κυρίως η ύπαρξη ενός ιδιότυπου κόμματος, με μαζικά χαρακτηριστικά, το οποίο δρα στο πλαίσιο των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους και αναπτύσσει, ανάλογα με την ιστορική φάση, μια ιδιαίτερη σχέση με τους κρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς (Πουλαντζάς 2006: 369). Η συγκεκριμένη σχέση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη προκειμένου να κατανοηθεί ο τρόπος με τον οποίον το φασιστικό κόμμα «διαχέεται» στον κρατικό μηχανισμό, χωρίς όμως – και αυτό πρέπει να τονιστεί – να συγχωνεύεται ποτέ με το κράτος.

Η ύπαρξη του κόμματος, ως ιδεολογικός μηχανισμός, αποτελεί παράγοντα της σχετικής αυτονομίας του ναζιστικού κράτους έναντι του μεγάλου κεφαλαίου. Την πρώτη περίοδο ανόδου του φασισμού στην εξουσία, η βάση του κόμματος, αποτελούμενη κυρίως από μικροαστικά στρώματα, γίνεται «κυβερνώσα τάξη» (δηλαδή στελεχώνει τους κρατικούς μηχανισμούς και προσφέρει τα στελέχη που αναρριχώνται στις κορυφές τους). Με άλλα λόγια, η μικροαστική τάξη, μέσω του κόμματος, εισβάλλει στον κρατικό μηχανισμό, καταλαμβάνοντας σχεδόν το σύνολο των επιτελικών θέσεων. Σταδιακά, όμως, και κυρίως στη φάση εμπέδωσης του ναζισμού, η μικροαστική τάξη χάνει τη θέση της ως κυβερνώσα τάξη. Στην περίοδο σταθεροποίησης του φασισμού, το κόμμα υποτάσσεται στον κρατικό μηχανισμό, χωρίς όμως να συγχωνεύεται ολοκληρωτικά. Αυτό συμβαίνει καθώς ο φασισμός συνεχίζει να βρίσκει στηρίγματα στις μικροαστικές τάξεις, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως μέρος της σχετικής αυτονομίας του κράτους έναντι του μεγάλου κεφαλαίου (Πουλαντζάς 2006: 124-125).

Η παραπάνω κατάσταση, παρ’ όλο που μοιάζει αντιφατική (σχέσεις κόμματος, κράτους και μεγάλου κεφαλαίου) οφείλεται στις στάσεις που κρατά (παιχνίδι σχέσεων εξουσίας) ο ναζισμός έναντι της καπιταλιστικής ελίτ και των υπόλοιπων τάξεων του άρχοντος συστήματος (Πουλαντζάς 2006: 126-127). Εν ολίγοις, στη σχέση κόμματος και κρατικού μηχανισμού, διαμορφώνεται ένα συγκρουσιακό πεδίο, καθ’ όλη τη διάρκεια που ο φασισμός βρίσκεται στην εξουσία, το οποίο συνοψίζεται ως εξής: στην πρώτη φάση του φασισμού στην εξουσία, το κόμμα κυριαρχεί στους κρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς, κάτι όμως που σταδιακά ανατρέπεται και τελικά το κόμμα υποτάσσεται στους τελευταίους (Πουλαντζάς 2006: 370).

Αυτό ακριβώς παρατηρείται και στο ναζιστικό κράτος, όπου το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα υποτάσσεται τελικά στους κρατικούς μηχανισμούς καταστολής (μηχανισμός Γκεστάπο-SS), παρά τους ισχυρισμούς του Χίτλερ περί του αντιθέτου.4 Εδώ ο Πουλαντζάς σαφώς διαφοροποιείται από τις ιστορικές προσεγγίσεις (βλ. Νόυμαν 2018) που υποστηρίζουν ότι το κόμμα επικρατεί τελικά του κατασταλτικού μηχανισμού και όχι το αντίθετο.5 Η διαφοροποίηση του Πουλαντζά δεν είναι τυπική αλλά ουσιαστική και έγκειται στην οριοθέτηση των κατασταλτικών κρατικών μηχανισμών. Ο Νόυμαν λόγου χάρη, θεωρούσε τα SS αναπόσπαστο κομμάτι του κόμματος – προσπερνώντας βέβαια το ότι τα SS υποσκέλισαν τα SA, ήδη από το 1931, δρώντας ως ανεξάρτητος μηχανισμός ελέγχου (έξω από το κόμμα), αστυνομεύοντας το ίδιο το κόμμα6 – και όχι κομμάτι της ναζιστικής κρατικής μηχανής. Ο Πουλαντζάς, επηρεασμένος σαφώς από την ανάλυση του Αλτουσέρ(2010), βλέπει συνολικά τη λειτουργία των SS ως μέρος – και μάλιστα δομικό – μιας καπιταλιστικής κρατικής μηχανής, αναδεικνύοντας μάλιστα τα ηγεμονικά χαρακτηριστικά της εντός του εμπεδωμένου ναζισμού (Πουλαντζάς 2006: 382-385).

Η επικράτηση, όμως, του μηχανισμού των SS δεν σηματοδοτεί μόνο την επικράτηση της κρατικής μηχανής έναντι του κόμματος στη δομή εξουσίας του ναζιστικού κράτους, αλλά και την επικράτηση της μεγαλοαστικής ελίτ έναντι των μικροαστικών τάξεων που αποτελούσαν και τη βάση του κομματικού μηχανισμού του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος:


«Κατά τα λεγόμενα του ίδιου του Χίτλερ, τα SS αποτελούν “τον εσωτερικό σύνδεσμο μεταξύ αστυνομίας, προστάτιδας της κοινότητας του λαού, του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, φορέα της εθνικής θέλησης”. Στην πραγματικότητα ο κλάδος των SS ελέγχει τόσο το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα όσο και τον κρατικό καταπιεστικό μηχανισμό στο σύνολό του: διοίκηση, στρατός, δικαστικό σώμα. Αποτελεί ένα παράλληλο δίκτυο εξουσίας, μια πραγματική “αστυνομική-ιδεολογική διοίκηση” που κυριαρχεί στο σύνολο του κρατικού συστήματος» (Πουλαντζάς 2006: 382).


Συνοψίζοντας στις θεωρήσεις του Πουλαντζά για τα φασιστικά καθεστώτα, παρατηρείται μια μετατόπιση του κέντρου κυριαρχίας στο εσωτερικό του κατασταλτικού κρατικού μηχανισμού από τη διοίκηση στο φασιστικό-ναζιστικό κόμμα και εν συνεχεία κατάργηση της σχετικής αυτονομίας των ιδεολογικών μηχανισμών από τον κυρίαρχο κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους (βλ. και Μηλιός, 1990). Γενικότερα όμως, οι ολοκληρωτικές μορφές κράτους στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες (βοναπαρτισμός, δικτατορία, φασισμός) αποτελούν ειδικές μορφές εκτάκτων εξουσιών, διαφορετικές από τις αστικοδημοκρατικές κοινοβουλευτικές κρατικές μορφές (Πουλαντζάς 2008: 104-105).


3. Ναζισμός: η φουκωϊκή προσέγγιση


Καταρχάς θα πρέπει να επισημανθεί το εξής: Ο Φουκώ δεν εξέτασε ποτέ του λεπτομερώς το ζήτημα του ναζιστικού φαινομένου. Εντούτοις, οι αναφορές του στο ναζιστικό φαινόμενο, κυρίως μέσα από ορισμένες διαλέξεις του, μας δίνουν ένα σημαντικό ερέθισμα να εντοπίσουμε τόσο το μεθοδολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διακρίνονται οι ιστορικές ιδιαιτερότητες των πολιτικών φαινομένων – στην περίπτωσή μας του ναζισμού – όσο και να εξετάσουμε τη ναζιστική βιαιότητα μέσα από το σχεσιακό πεδίο της ίδιας της εξουσίας (Δοξιάδης 2015α∙ Traverso 2016: 221). Ο Φουκώ, αναδιατυπώνοντας τις (σχεδόν) αχρησιμοποίητες για χρόνια έννοιες της βιοπολιτικής και της βιοεξουσίας, δημιούργησε ένα καινούργιο πεδίο για το πώς αντιλαμβανόμαστε τις πολιτικοκοινωνικές έννοιες στον ιστορικό τους χρόνο. Έτσι, όταν ο ρατσισμός, η αποικιοκρατία ή ο ναζισμός, ερμηνεύονται κάτω από την οπτική της βιοεξουσίας, τούτη η μεθοδολογική προσέγγιση σαφώς και οφείλεται στον Φουκώ (Traverso 2016: 223-225).

Ο Φουκώ, προκειμένου να διακρίνει τη λειτουργία της νεωτερικής κοινωνίας σε σχέση με το προ-νεωτερικό παράδειγμα, εστιάζει στις έννοιες της βιοπολιτικής και της βιοεξουσίας, μέσω το οποίων επεξεργάζεται τα «θετικά» (ως προς τη σχέση μεταξύ εξουσίας και ανθρώπινης ζωής) χαρακτηριστικά της εξουσίας (Δοξιάδης, 2015β: 155-156). Έτσι, ενώ στους προ-νεωτερικούς κοινωνικούς σχηματισμούς η εξουσία εμφανίζεται ως κυριαρχία που θανάτωνε και επέτρεπε τη ζωή, εξουσία επί της ζωής και του θανάτου, στις νεωτερικές καπιταλιστικές κοινωνίες, εμφανίζεται μια ρυθμιστική εξουσία που δίνει ζωή (φροντίζει δηλαδή γι’ αυτή) και επιτρέπει το θάνατο.7 Η εξουσία δηλαδή στην καπιταλιστική νεωτερικότητα δεν έχει επιρροή στον θάνατο αλλά στη θνησιμότητα (Foucault 2002: 303-305).

Στις φουκωικές προσεγγίσεις σχετικά με τον ναζισμό, εντοπίζονται τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά, τέσσερεις ιδεολογικές συνιστώσες, που παρουσιάζει ο ναζισμός ως νεωτερικό ή ως νεωτερικό και προ-νεωτερικό, ταυτόχρονα, φαινόμενο. Ο τελευταίος συσχετισμός μοιάζει λίγο αντιφατικός, υπό την έννοια του πώς μπορεί να είναι κάποιος σχηματισμός νεωτερικός και προ-νεωτερικός ταυτόχρονα. Εντούτοις, ακολουθώντας την φουκωϊκή ανάλυση μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι στην περίπτωση του ναζισμού η παραπάνω συσχέτιση είναι πιθανή. Τα τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά του ναζισμού είναι ο επιθετικός ρατσισμός, το κράτος ως κυριαρχία (ακραιφνής κρατισμός), η ναζιστική βιοεξουσία και ο κρατικός ρατσισμός της ομαλοποίησης (Δοξιάδης 2015α).


3.1. Ο ναζισμός ως επιθετικός ρατσισμός


Ο ρατσισμός αποτελεί δομικό στοιχείο της λειτουργίας των νεωτερικών κρατών. Εγγυάται τη λειτουργία του θανάτου στην οικονομία της βιοεξουσίας, στο πλαίσιο λειτουργίας, δηλαδή, των εθνικών καπιταλιστικών κρατών. Αυτός ο θάνατος των «άλλων» αποτελεί για τον Φουκώ και το εγγυητικό στοιχείο της «δικής» μας ύπαρξης. Έτσι, ο ρατσισμός «λειτουργικοποιεί», κατά μια έννοια, την κρατική κυριαρχική εξουσία, ενσωματώνοντας όμως την προνεωτερική έννοια της φυλής με τα παράγωγά της (φυλετική κυριαρχία, φυλετική καθαρότητα και ούτω καθεξής). Τούτο σημαίνει, ότι ο ρατσισμός αποτελεί συνδετική έννοια μιας ιστορικής συνέχειας για το πέρασμα από την προνεωτερική εξουσία του δικαιώματος του θανάτου, στη νεωτερική βιοεξουσία. Ή, για να ακριβολογούμε, ο ρατσισμός εντάχθηκε στους μηχανισμούς του κράτους με την ανάδυση της βιοεξουσίας. Έτσι, ο ρατσισμός, θέτει με ένα νέο τρόπο – συμβατό προς τη βιοεξουσία – μια πολεμική σχεσιακή κατάσταση που η επιβίωση ορίζεται μέσα από τον θάνατο του «άλλου» (Foucault 2002: 313-318).

Ακολουθώντας τη φουκωϊκή οπτική, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε, ότι η βιοεξουσία ενεργοποιεί, και εν τέλει εδραιώνει, τον κρατικό ρατσισμό, προκειμένου να αναπαράγει τον εαυτό της ως κυρίαρχη εξουσία. Η δολοφονική, δηλαδή, λειτουργία του νεωτερικού καπιταλιστικού κράτους, στο πλαίσιο της βιοεξουσίας, μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με τον ρατσισμό (Foucault 2002: 315). Στον ναζισμό, αυτός ο κρατικός ρατσισμός παίρνει μια ιδιαίτερη, πολύ επιθετική, συγκρουσιακή μορφή. Αυτό συμβαίνει καθώς δεν πρόκειται για έναν ρατσισμό που απλά αντιτίθεται στον «άλλο», ή, σε επίπεδο έθνους-κράτους, για ένα ρατσισμό που απλά βλέπει «υπανάπτυχτες» φυλές, αντίθετες προς τον δυτικό πολιτισμό. Στη ναζιστική περίπτωση, ο ρατσισμός είναι άκρως επιθετικός αντλώντας, παράλληλα, τις επιθετικές του ορμές από τη προνεωτερική ευρωπαϊκή ιστορία και τις μεσαιωνικές φυλετικές διαμάχες8 (Δοξιάδης 2015α).

Στις προσεγγίσεις του Φουκώ, ο ναζισμός τροποποιεί, κατά κάποιο τρόπο, τον κρατικό ρατσισμό, όπως αυτός εμφανίζεται προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Αυτή όμως η ναζιστική μεταλλαγή, η οποία έρχεται ως προστάτιδα μιας βιολογικής καθαρότητας της φυλής, ενσωματώνει στη θεωρητική δομή της, έναν προ-νεωτερικό λόγο, επαναφέροντας έτσι στη θεματική της τη φυλετική πάλη. Χρησιμοποιεί, δηλαδή, τη μεσαιωνική γερμανική μυθολογία προκειμένου να συσχετίσει τον νεωτερικό κρατικό ρατσισμό με την προ-νεωτερική φυλετική πάλη (Foucault 2002: 108). Το ιδιαίτερο με το ναζιστική βιοεξουσία είναι ότι σχηματοποιεί, γύρω από μια προνεωτερική μυθολογία, την πιο πειστική και δολοφονική μηχανή εξουσίας, που εμφανίζεται στη νεωτερική περίοδο (Foucault 2002: 319). Έτσι, σε αντίθεση με την προσέγγιση των στοχαστών της Σχολής της Φρανκφούρτης, κυρίως των Χορκχάιμερ και Αντόρνο (1996: 277-378), ο Φουκώ δεν εντάσσει τον ναζισμό αυστηρά στην εξέλιξη της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, καθώς θεωρεί ότι εμπεριέχει αρκετά προ-νεωτερικά στοιχεία.


3.2. Η ναζιστική βιοεξουσία


Η προνεωτερική κυρίαρχη εξουσία της θανάτωσης επανέρχεται στον ναζισμό, στο πλαίσιο της νεωτερικής βιοεξουσίας. Ο Φουκώ υποστηρίζει ότι σε τούτη την ακραία μορφή βιοεξουσίας, – την καθολικά προστατευτική, ρυθμιστική και πειθαρχική κοινωνία – η εξουσία της θανάτωσης διατρέχει τη ναζιστική κοινωνία στο σύνολό της. Δικαίωμα επί της ζωής και του θανάτου δεν έχει μόνο το κράτος αλλά και μια σειρά ατόμων όπως τα SS, τα Τάγματα Εφόδου κλπ. (Foucault 2002: 319). Σ’ αυτή την αποστροφή του λόγου του Φουκώ παρατηρείται μια διαφοροποίηση από την αντίστοιχη προσέγγιση του Ν. Πουλαντζά. Ο Φουκώ δεν εντάσσει τα SS στους κρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς όπως κάνει ο Πουλαντζάς, αλλά τα αφήνει στο γενικότερο πεδίο δράσης της ναζιστικής κοινωνίας. Η εξουσία, δηλαδή, επί του θανάτου στον ναζισμό διαχέεται και στο πεδίο των ατομικών ή ομαδικών συμπεριφορών και δράσεων και όχι μόνο στο αυστηρό πλαίσιο ενός κρατικού ή ενός ιδεολογικού μηχανισμού:


«Θα λέγαμε μάλιστα ότι, στο ναζιστικό κράτος, όλος ο κόσμος έχει εν τέλει δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στο γείτονά του, έστω και διαμέσου της κατάδοσης, με την οποία μπορεί κανείς να εξολοθρεύσει ή να προκαλέσει την εξολόθρευση του διπλανού του» (Foucault 2002: 319).


Πράγματι, αυτή είναι μια σημαντική διαφοροποίηση στον Φουκώ η οποία σχετίζεται με τις γενικότερες προσεγγίσεις του σχετικά με την έννοια της εξουσίας, όπως αυτή αναπτύσσεται στον τρίτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας (Foucault 2011: 157-186).

Παρατηρείται, όμως, ένας άμεσος συσχετισμός μεταξύ του ακραίου και επιθετικού ρατσισμού, όπως αυτός εντοπίζεται στον ναζισμό, και στην ίδια την έννοια βιοεξουσίας. Επακόλουθο αυτού του συσχετισμού είναι η νεωτερική βιοεξουσία να μετασχηματίζεται σε ναζιστική βιοεξουσία. Τούτο το χαρακτηριστικό αποτελεί, επίσης, μια ιδεολογική συνιστώσα του ναζισμού. Αυτή λοιπόν η ιδιαίτερη βιοεξουσία συνίσταται, επί της ουσίας, στην ευγονική του ναζισμού. Η συγκεκριμένη ευγονική, όμως, δεν αποσκοπεί σε μια γενικότερη βελτίωση της ζωής, του πληθυσμού γενικότερα, αλλά στη βελτίωση του γερμανικού έθνους, ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, της γερμανικής φυλής. Η ευγονική αυτή, προσηλωμένη στον ακραίο φυλετισμό και εθνικισμό, διαμορφώνει τον όρο «ναζιστική βιοεξουσία» (Δοξιάδης 2015α). Την ίδια, βέβαια, στιγμή, η ευγονική της ναζιστικής βιοεξουσίας, αναιρείται ακόμα και για τη γερμανική φυλή. Και αναιρείται μέσα από τις ίδιες τις προ-νεωτερικές πρακτικές του ναζισμού:


«Συνεπώς, ο στόχος του ναζιστικού καθεστώτος δεν είναι απλώς η καταστροφή των άλλων φυλών. Η καταστροφή των άλλων φυλών είναι μια από τις όψεις του σχεδίου, που η άλλη όψη του είναι η έκθεση της ίδιας της φυλής στον απόλυτο και καθολικό κίνδυνο του θανάτου» (Foucault 2002: 320).


Η παραπάνω αντίφαση δείχνει κάτι το πραγματικά ασυνήθιστο. Ο ναζισμός δηλώνει την αφοσίωσή του στη φυλή, μάχεται για τη βελτίωση του γερμανικού έθνους και, την ίδια ακριβώς στιγμή, ενδέχεται να οδηγήσει ολόκληρη τη φυλή στο θάνατο. Ακριβώς, όμως, αυτή η αντίφαση πιστώνει και την ιδιομορφία της ναζιστικής βιοεξουσίας: μια ευγονική διευθέτηση της κοινωνίας, δομικό συστατικό μιας νεωτερικής κοινωνίας, με μια παράλληλη εξύμνηση του ανώτερου αίματος, με σαφή προνεωτερικά χαρακτηριστικά (Foucault 2011: 174).


3.3. Ο ναζισμός ως σκέτη κυριαρχία


Η ευγονική του ναζισμού αναπτύσσεται σε ένα κυρίαρχο – και ακραίο παράλληλα – κράτος. Χαρακτηριστικό, δηλαδή, της ναζιστικής εξουσίας αποτέλεσε ο ακραιφνής και διάχυτος κρατισμός της. Ο κρατισμός αυτός αποκτά ιδιαίτερη μορφή στον ναζισμό, καθώς αχρηστεύει, κατά μια έννοια, το νεωτερικό αστικό κράτος-έθνος από τα δημοκρατικά του χαρακτηριστικά, επικεντρώνοντας κυρίως στο πεδίο της κυριαρχίας. Στην κυριαρχία, δηλαδή, επί της ζωής και του θανάτου πάνω στους υπηκόους του. Τούτη η παραδοχή είναι δομική στη φουκωϊκή προσέγγιση του ναζιστικού φαινομένου (Δοξιάδης 2015α∙ Foucault 2012: 117).

Τούτο όμως το χαρακτηριστικό του ναζισμού εμπεριέχει μια αντίφαση, η οποία γίνεται αντιληπτή αρκεί να δούμε πώς τοποθετεί τη σχέση του ναζισμού με το κράτος ο φιλόσοφος του ναζιστικού κόμματος, Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ:


«Αυτό που συνέβη το 1933 […] δεν είναι η εγκαθίδρυση της ολότητας του κράτους αλλά η εγκαθίδρυση της ολότητας του ναζιστικού κινήματος. Το κράτος δεν είναι μια οντότητα που αντιπαρατάσσεται στο λαό και στο κίνημα, δεν συλλαμβάνεται πια ως μηχανικός μηχανισμός ή όργανο κυριαρχίας∙ το κράτος είναι ένα όργανο της ναζιστικής φιλοσοφίας της ζωής» (σε Νόυμαν 2018:75).


Από το παραπάνω απόσπασμα είναι απολύτως σαφές ότι ο Ρόζενμπεργκ αντιτίθεται τόσο στον Καρλ Σμιτ, όταν μιλά για «όργανο κυριαρχίας», όσο και στους κρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς του καθεστώτος (SS, Γκεστάπο) όταν κάνει λόγο για «μηχανικό μηχανισμό». Δείχνει, όμως, και το συγκρουσιακό – σε πολιτικό και φιλοσοφικό επίπεδο – πεδίο που αναπτύσσεται εντός του ναζιστικού κόμματος, στο πλαίσιο των σχέσεων του τελευταίου με το κράτος. Στην ανάλυση του Ν. Πουλαντζά είδαμε ότι αυτή η συγκρουσιακή σχέση «τελειώνει» με την καθυπόταξη του κόμματος στους κατασταλτικούς κρατικούς μηχανισμούς.

Ο Φουκώ έχει μια διαφορετική άποψη για τη συγκρουσιακή αυτή σχέση. Μέσα από την κριτική που ασκεί στους Γερμανούς ορντοφιλελεύθερους του Μεσοπολέμου, εξηγεί αυτή τη σχεσιακή κατάσταση ως την προσπάθεια του ναζισμού να αχρηστεύσει το κράτος. Όχι όμως το κράτος ως κυριαρχία, αλλά ως νομική υπόσταση (αστικό κράτος δικαίου, λόγου χάρη). Το κράτος στη ναζιστική εξουσία ορίζεται ως όργανο κάποιου πράγματος, ως όργανο του λαού, του Volk, που αποτελεί το αληθινό θεμέλιο του νόμου. Το κράτος, δηλαδή, όποια μορφή και να έχει, είναι αυστηρά όργανο κάποιου πράγματος (Foucault 2012: 117). Παράλληλα, το ναζιστικό κράτος, για τον Φουκώ, απαξιώνεται από τα μέσα, από το ίδιο, δηλαδή, το ναζιστικό κόμμα. Τούτη η απαξίωση φανερώνεται άμεσα, καθώς «απορρίπτεται» εξαρχής η ιεραρχική δομή των κρατικών μηχανισμών, η δομή δηλαδή που εμφανίζεται στο κλασικό νεωτερικό κράτος, και εν τέλει όλοι υποτάσσονται στην αρχή του αρχηγού (Foucault 2012: 118). Τέλος, ο Φουκώ υποστηρίζει ότι το νομοθετικό πλαίσιο το οποίο ρύθμιζε τις σχέσεις κόμματος και κρατικών-διοικητικών μηχανισμών, έγειρε την πλάστιγγα προς τη μεριά του κόμματος. Τούτο είχε σαν αποτέλεσμα τον μετασχηματισμό του κράτους σε καθαρό όργανο κυριαρχίας υποταγμένο στην αρχή του αρχηγού [του Φύρερ] (Foucault 2012: 118). Το κράτος δηλαδή στον ναζισμό εμφανίζεται ως σκέτη κυριαρχία (sovereignty), υποταγμένο στην αρχή του αρχηγού, και επεκτείνεται σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα (Δοξιάδης 2015α).


3.4. Το στοιχείο του κρατικού ρατσισμού της ομαλοποίησης στη ναζιστική βιοεξουσία


Είδαμε ήδη ότι κυρίαρχο χαρακτηριστικό του ναζισμού είναι ο φυλετικός ρατσισμός. Εκτός όμως από το στοιχείο του φυλετικού ρατσισμού, ο ναζισμός χαρακτηρίζεται – και μάλιστα σε ακραίο βαθμό – από το κατεξοχήν νεωτερικό στοιχείο του ρατσισμού της ομαλότητας (Δοξιάδης 2015α). Το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό αποτελεί στοιχείο όλων των νεωτερικών κοινωνιών. Ο Φουκώ, εξάλλου, θεωρεί ότι ο ρατσισμός είναι θεμελιώδης μηχανισμός εξουσίας μέσα από τη μορφή που ασκήθηκε από τα σύγχρονα κράτη, με τον τρόπο δηλαδή που εντάχθηκε σ’ αυτά με την ανάδυση της βιοεξουσίας (Foucault, 2002: 313) και που εν τέλει αποτέλεσε μέρος της νεωτερικής εξουσίας για τη διασφάλιση των σχέσεων κυριαρχίας και των φαινομένων ηγεμονίας, απαραίτητο στοιχείο, τελικά, για την ανάπτυξη του ίδιου του καπιταλισμού (Foucault 2011: 164). Έτσι, το συγκεκριμένο στοιχείο δημιουργεί μια ιστορική συνέχεια, ένα σημείο συνύπαρξης προνεωτερικών και νεωτερικών κοινωνικών στοιχείων (Δοξιάδης 2015α).

Ο νεωτερικός, βέβαια, ρατσισμός, που εμφανίζεται είτε με την κρατική είτε με τη βιολογίζουσα μορφή του (Foucault 2011: 174), είτε και με τις δυο μορφές του ταυτόχρονα, όπως στην περίπτωση του ναζισμού, ασφαλώς και έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από την αρχαϊκή του μορφή. Τούτο, όμως, που έχει σημασία είναι πώς εμφανίζεται ο ρατσισμός της ομαλότητας. Εμφανίζεται ως η μη αποδοχή του διαφορετικού ή ακόμα και η εξόντωση του διαφορετικού, του «άλλου». Του διαφορετικού σε σχέση με το φύλο, τη φυλή, το παρεκκλίνον, δηλαδή από μια «δοσμένη κανονικότητα» (Δοξιάδης 2015α). Τονίζει χαρακτηριστικά ο Φουκώ:


«Ο θάνατος του άλλου δεν είναι απλώς η ζωή μου, επειδή μου εξασφαλίζει την προσωπική μου ασφάλεια με τον θάνατο του άλλου, της κακής φυλής, της κατώτερης φυλής (ή του έκφυλου, ή του μη φυσιολογικού), η ζωή θα γίνει πιο υγιής· πιο υγιής και πιο καθαρή» (Foucault, 2002: 315).


Αυτή η πολεμική προς το διαφορετικό, προς το «μη ομαλό», στον ναζισμό εμφανίζεται με την πιο ακραία του μορφή. Και ακριβώς αυτή η ακραία μορφή, σχετίζεται με το ασυνήθιστο γεγονός, όπως τονίζει ο Φουκώ, σύμφωνα με το οποίο η προνεωτερική εξουσία (εξουσία επί της ζωής και του θανάτου των υπηκόων) και ο νεωτερικός μηχανισμός βιοεξουσίας στον ναζισμό συμπίπτουν απόλυτα (Δοξιάδης 2015α∙ Foucault 2002: 320). Εν ολίγοις, το ναζιστικό κράτος την ίδια στιγμή που οργανώνει, προστατεύει και καλλιεργεί βιολογικά τις ζωές των ανθρώπων – λειτουργεί δηλαδή ως βιοεξουσία –, ακριβώς την ίδια στιγμή εμφανίζει τα προνεωτερικά στοιχεία της κυριαρχίας, μέσω του κυριαρχικού δικαιώματος του θανάτου επί των άλλων, αλλά και επί των δικών του πολιτών (Foucault 2002: 320).

Το ναζιστικό «πρόγραμμα Ευθανασίας» μέσω του οποίου θανατώθηκαν 70.000 ΑμεΑ και το οποίο αποτελεί το πιο τρανό παράδειγμα του κρατικού ρατσισμού της ομαλοποίησης, δείχνει ακριβώς την παραπάνω σύμπτυξη (Δοξιάδης 2015α). Είναι τούτο το στοιχείο του ναζισμού το οποίο τελικά συμπυκνώνει τον ακραιφνή κρατισμό (ως κυριαρχία) και τη ναζιστική βιοεξουσία, και που την ίδια στιγμή συσχετίζεται με τον ακραίο και συγκρουσιακό ρατσισμό, βασική συνιστώσα της ναζιστικής ιδεολογίας, προκειμένου να διαμορφώσει πολιτικές πρακτικές. Αυτό μπορεί κανείς να το εντοπίσει, αρκεί να εγκύψει στους «νόμους της Νυρεμβέργης», είτε στον «νόμο της Προστασίας του Αίματος και της Τιμής του Γερμανικού Έθνους», διακρίνοντας τον ακραιφνή αντισημιτισμό τους (Δοξιάδης 2015α).

Εν κατακλείδι, το κυρίαρχο στις φουκωικές προσεγγίσεις σχετικά με τον ναζισμό είναι, ότι τόσο ο ιδεολογικός του μανδύας όσο και οι πρακτικές που ακολούθησε κατά την κυριαρχία του, αποτελούν ένα συμπύκνωμα νεωτερικών και προ-νεωτερικών στοιχείων, μια συγχώνευση της βιομηχανικής νεωτερικότητας και του αντιδιαφωτισμού (Traverso 2013: 51). Και ακριβώς αυτό σκιαγραφείται μέσα από την ιδιόμορφη έννοια της ναζιστικής βιοεξουσίας.


4. Συμπερασματικά


Συνοψίζοντας, στις θέσεις των Πουλαντζά και Φουκώ σχετικά με τον ναζισμό θα μπορούσαμε να πούμε τα εξής:

Για τον Πουλαντζά το ναζιστικό κράτος παραμένει στη σφαίρα των σχέσεων (οικονομικών, πολιτικών ιδεολογικών) ενός καπιταλιστικού κράτους. Άρα η δομική του λειτουργία συνεχίζει να κυριαρχείται από τις καπιταλιστικές σχέσεις. Εντούτοις, είναι διακριτές οι αντιφάσεις στο σύνολο του εποικοδομήματος, ως αποτέλεσμα της ανάγκης σταθεροποίησης του άρχοντος συστήματος στο σύνολο των δομών του. Οι αντιφάσεις, δηλαδή, διαμορφώνουν τον ναζισμό ως μια ιδιαίτερη μορφή Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης και όχι ως ένα δικτατορικό καθεστώς όμοιο με άλλες μορφές αντικοινοβουλευτικών κρατών. Και η μορφή αυτή σχετίζεται με την (ιδεολογική, πολιτική και οικονομική) κρίση που διαπερνά, στο σύνολό του, τον συγκεκριμένο κρατικό και ευρύτερο κοινωνικό σχηματισμό. Έτσι, η μορφή του ναζιστικού κράτους, έγκειται στη σχεσιακή δομή της εξουσίας και στο πώς αυτή συμπυκνώνεται στο πεδίο των ταξικών αντιπαραθέσεων και των (αντιφατικών) σχέσεων που αναπτύσσονται εντός του και αφορούν το σύνολο του κοινωνικού σχηματισμού (ιδεολογική ηγεμονία, πολιτειακή δομή, ιδεολογικοί και κατασταλτικοί μηχανισμοί).

Ο Πουλαντζάς, εν ολίγοις, προβάλλει μια ολιστική προσέγγιση στη δομική λειτουργία του ναζιστικού κράτους εστιάζοντας, κυρίως, στη μορφολογική ιδιαιτερότητα των κατασταλτικών μηχανισμών που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του και οι οποίες χαρακτηρίζονται από την εξής κίνηση: μετατόπιση του κέντρου κυριαρχίας στο εσωτερικό του κατασταλτικού κρατικού μηχανισμού από τη διοίκηση στο φασιστικό-ναζιστικό κόμμα και εν συνεχεία κατάργηση της σχετικής αυτονομίας των ιδεολογικών μηχανισμών από τον κυρίαρχο κατασταλτικό μηχανισμό.

Ο Φουκώ, σε αντίθεση με τον Πουλαντζά, δεν εστιάζει λεπτομερώς στη δομή του ναζιστικού κράτους, αλλά σε ορισμένα ιδεολογικά του χαρακτηριστικά, τα οποία και αναλύονται στο πεδίο της βιοεξουσίας. Τούτο όμως, όχι μόνο δεν μειώνει τη φουκωϊκή προσέγγιση για τον ναζισμό, αλλά μας δίνει μια νέα οπτική, φωτίζοντας ορισμένα σημεία που συμπληρώνουν τη μαρξιστική ανάλυση. Καταρχάς ο Φουκώ αναγνωρίζει στο ναζιστικό κράτος στοιχεία της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Υπ’ αυτή την έννοια Φουκώ και Πουλαντζάς συμφωνούν ως προς την καπιταλιστική όψη του ναζισμού. Αντίθετα, όμως, με τον Πουλαντζά που θεωρεί τον ναζισμό νεωτερικό φαινόμενο, ο Φουκώ διακρίνει στη βιοεξουσία του ναζισμού μια ιδιαιτερότητα που έγκειται στη ταυτόχρονη συμπλοκή νεωτερικών και προνεωτερικών στοιχειών στο εσωτερικό του.

Η παραπάνω διαφοροποίηση στον Φουκώ κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μπορεί, εν μέρει, να εξηγήσει τη φρίκη του ολοκαυτώματος και τις πρακτικές της «τελικής λύσης» από τη μία, αλλά και την αυτοκτονική τάση του ναζισμού από την άλλη.9 Και ακριβώς αυτή η ακραία δολοφονική «φύση» του ναζισμού, αυτός ο ακραίος και επιθετικός φυλετισμός, μπορεί να εξηγηθεί με τη φουκωϊκή προσέγγιση της κυριαρχίας επί της ζωής και του θανάτου.

Εν κατακλείδι, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι οι φουκωϊκές ερμηνείες για το ναζιστικό κράτος μάλλον λειτουργούν συμπληρωματικά-συνθετικά στις μαρξιστικές προσεγγίσεις του Πουλαντζά. Τούτο γίνεται φανερό αν δούμε συμπληρωματικά την κοινωνιολογική χαρτογράφηση της μορφής Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης, τον τρόπο δηλαδή που η μορφή αυτή καπιταλιστικού κράτους διαρθρώνεται ιστορικά και τις ιδιαιτερότητες της ναζιστικής βιοεξουσίας, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο προνεωτερικότητα και νεωτερικότητα ενυπάρχουν στο ναζιστικό κράτος. Και ακριβώς αυτή η συμπλοκή διαφορετικών προσεγγίσεων μπορεί να δώσει μια ολιστική οπτική για τον ναζισμό.



Βιβλιογραφία


Αλτουσέρ, Λ. (2010). «Γιατί το κράτος είναι μια μηχανή», Θέσεις, τ. 113, Οκτώβριος – Δεκέμβριος: 73-89.

Δοξιάδης, Κ. (2015α). «Οι ιδεολογικές συνιστώσες του ναζισμού», Εισήγηση στο συνέδριο που διοργάνωσε η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων με θέμα: «Το φασιστικό φαινόμενο στην Ευρώπη: Παλαιές και σύγχρονες όψεις» (7 και 8 Νοεμβρίου 2015), Κέρκυρα.

Δοξιάδης, Κ. (2015β). Ο Foucault της φιλοσοφίας και της Αριστεράς, Αθήνα: Νήσος.

Foucault, M. (2002). Για την υπεράσπιση της κοινωνίας, Αθήνα: Ψυχογιός.

Foucault, M. (2011). Ιστορία της σεξουαλικότητας I : Η βούληση για γνώση, Αθήνα: Πλέθρον.

Foucault, M. (2012). Η γέννηση της βιοπολιτικής: Παραδόσεις στο Kολλέγιο της Γαλλίας (1978-1979), Αθήνα: Πλέθρον.

Μαρξ, Κ. (1986). Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Αθήνα: Θεμέλιο.

Μηλιός, Γ. (1990). «Από τη “συντριβή της κρατικής μηχανής” στην “κρίση και μετεξέλιξη του κράτους”», Θέσεις, τ. 30, Ιανουάριος – Μάρτιος: 59-78.

Νόυμαν, Φ. (2018). Βεεμώθ, Θεσσαλονίκη: Νησίδες.

Πουλαντζάς, Ν. (2006). Φασισμός και δικτατορία, Αθήνα: Θεμέλιο.

Πουλαντζάς, Ν. (2008). Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Αθήνα: Θεμέλιο.

Πουλαντζάς, Ν. (2009). Κείμενα: μαρξισμός, δίκαιο, κράτος, Αθήνα: Νήσος.

Traverso, E. (2013). Οι Ρίζες της ναζιστικής βίας, Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.

Traverso, E. (2016). Η ιστορία ως πεδίο μάχης, Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.

Χορκχάιμερ, Μ., και Αντόρνο, Τ. (1996). Διαλεκτική του Διαφωτισμού, Αθήνα: Νήσος.

1 Μετά το Φασισμός και Δικτατορία αρχίζει μια σταδιακή μετατόπιση των θέσεων του Πουλαντζά σχετικά με το κράτος, που είναι περισσότερο εμφανής στο έργο του Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός. Εντούτοις και στην ύστερή του φάση, υποστηρίζει ότι οι «ρίζες του κακού» των φασιστικών μορφών Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης είναι βαθιά χωμένες στην καρδιά των σχέσεων παραγωγής, του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και εν τέλει στην υλική βάση του ίδιου του αστικού κράτους (Πουλαντζάς, 2008: 105).

2 «Ο φασισμός είναι μια ιδιαίτερη μορφή καθεστώτος του καπιταλιστικού Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης – γιατί όπως είναι γνωστό υπάρχουν κι άλλες μορφές, ειδικότερα, ο βοναπαρτισμός και οι διάφορες μορφές στρατιωτικής δικτατορίας. Θα ήταν, συνεπώς, αδύνατο ν’ αναλυθεί το συγκεκριμένο πολιτικό φαινόμενο του φασισμού χωρίς ταυτόχρονα να προταθεί μια γενικότερη θεωρία για το Κράτος Εκτάκτου Ανάγκης και την πολιτική κρίση» (Πουλαντζάς 2006: 10. Βλ. και Μηλιός 1990).

3 Οι αντιφάσεις ανάμεσα στις κυρίαρχες ομάδες και ο συσχετισμός των δυνάμεων εντός του άρχοντος συστήματος είναι δομικό συστατικό του Κράτους (Πουλαντζάς 2008: 191). Άρα το Κράτος μπορεί να εμφανίζεται ως συμπύκνωση των αντιφατικών σχέσεων ακόμα και στις ειδικές μορφές Εκτάκτου Ανάγκης.

4 Το Δεκέμβρη του 1933 ο Χίτλερ διακηρύττει την ενότητα κόμματος και κράτους, δηλώνοντας ότι το κόμμα έχει γίνει κράτος. Κάθε εξουσία ανήκει πλέον στην κυβέρνηση (Πουλαντζάς 2006: 379).

5 Ο Νόυμαν αναφέρει σχετικά: «Η πραγματική εξέλιξη της σχέσης ανάμεσα στο κόμμα και στο κράτος δείχνει ότι η έννοια του δημόσιου σωματείου δεν ισχύει εδώ. Το κόμμα όχι μόνο συνεργάζεται σε ζητήματα νομοθέτησης, διοίκησης και στη δικαστική διαδικασία, αλλά κατέχει θέση ανώτερη από αυτή του κράτους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα SS και τη Χιτλερική Νεολαία» (Νόυμαν 2018: 80).

6 Ο Πουλαντζάς υποστηρίζει ότι τα SS υπήρχαν πολύ πριν από την άνοδο του NSDAP στην εξουσία, λειτουργώντας ως «αστυνόμος» απέναντι στις λαϊκές πολιτοφυλακές του κόμματος (SA) του Ρεμ και των αδελφών Στράσερ (Πουλαντζάς 381-382). Ο Νόυμαν τονίζει ότι τα SS λειτουργούσαν σαν κλειστή ομάδα, ήδη από την ίδρυσή τους – μέσα της δεκαετίας του 1920 – «υπακούοντας» στους δικούς τους νόμους. (Νόυμαν 2018: 80-81). Εντούτοις, η διαφωνία συνεχίζει να υφίσταται στο κατά πόσο τo σύστημα SS-Γκεστάπο είναι μέρος του κρατικού μηχανισμού ή εκτελεστικός βραχίονας του κόμματος.

7 Τούτη η διάκριση είναι πολύ κρίσιμη στη φουκωική ανάλυση των ιστορικο-πολιτικών φαινομένων. Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Φουκώ δεν υποστηρίζει ότι το νεωτερικό κράτος δεν ασκεί το δικαίωμα θανάτου επί των πολιτών του (Δοξιάδης 2015β: 156).

8 Η φυλετική πάλη σε επίπεδο συγκρούσεων (πολέμου) χαρακτηρίζει ιστορικά τη προ-νεωτερική περίοδο. Ο Φουκώ όχι μόνο το διακρίνει αυτό, αλλά σημειώνει και τη μαρξική άποψη: Δεν θα πρέπει εντέλει να ξεχνάμε ότι ο Μαρξ, στο τέλος της ζωής του, το 1882 έγραφε στον Ένγκελς τα εξής: «Την ταξική μας πάλη όμως, ξέρεις πολύ καλά που τη βρήκαμε, στους Γάλλους ιστορικούς που αφηγούνταν την πάλη των φυλών» (Foucault, 2002: 104).

9 Το σχέδιο της «τελικής λύσης» αποδόμησε πλήρως τους ισχυρισμούς αρκετών ιστορικών της περιόδου (μεταξύ των οποίων και του Νόυμαν) περί της ύπαρξης «αποδιοπομπαίου τράγου» – στη λογική της εργαλειακής λειτουργίας των καπιταλιστικών νεωτερικών κρατών – σχετικά με τις εβραϊκές διώξεις (Traverso 2016: 269).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή