«Εν δεξιά του Θεού»: η πολιτική ταυτότητα της εκκλησιαστικής διοίκησης... Εκτύπωση
Τεύχος 152, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2020


«ΕΝ ΔΕΞΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»:

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥΣ

ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ1


του Δημήτρη Αρκάδα


Ως αφετηριακό σημείο για τη διερεύνηση της πολιτικής ταυτότητας του εκκλησιαστικού οργανισμού στην Ελλάδα προκρίναμε το πεδίο των συνοδικών εγκυκλίων. Οι εγκύκλιοι της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος διαμορφώνουν μάλλον ευκρινώς την πολιτική στάση της τελευταίας, ως του ανώτερου διοικητικού οργάνου της εκκλησιαστικής κοινότητας.2 Ήδη η πανεπιστημιακή θεολόγος Νίκη Παπαγεωργίου, με τη διατριβή της πάνω στο υλικό των εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου, μας έχει δώσει μια κατ’ αρχήν εικόνα της πολιτικής θέσμισης του εκκλησιαστικού οργανισμού στις σχέσεις εξουσίας και δύναμης, ως θεσμού νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, καθοδήγησης των πιστών προς την κυρίαρχη εξουσία, αλλά και ενσωμάτωσης και αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας του εθνικισμού και του «εθνικού φρονήματος».3


1. Στηρίζοντας την «Εθνικήν Οργάνωσιν Νέων»


Η νεολαία της μεταξικής δικτατορίας, αλλά και το πολιτικό καθεστώς της χώρας μοιάζουν να αποτελούν έναν ιδανικό σύμμαχο της εκκλησιαστικής διοίκησης στο έργο της ηθικο-θρησκευτικής ανάπτυξης στο πλαίσιο του «Νέου Εθνικού Κράτους». Με την εγκύκλιο που εξαπολύει στις 11 Ιουλίου 1939 και τίτλο «Όπως διαφωτισθή ο Ιερός Κλήρος και οι Μοναχοί περί του θεσμού και του έργου της Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας (Ε.Ο.Ν.)» η Ιερά Σύνοδος τονίζει το ενδιαφέρον του «Εθνικού ημών Κυβερνήτου» να αναλάβει προσωπικά την παραπάνω εργασία, περιγράφεται η «χαρά» που δοκίμασε η Εκκλησία για την απόφαση να αποτελεί το κράτος «ενθουσιώδη προστάτην εις το ιερόν αυτής έργον», γι’ αυτό και εξουσιοδοτεί όλους τους τοπικούς ιεράρχες της επικράτειας να «διαφωτίσουν» τον κλήρο και τους μοναχούς για το έργο της Ε.Ο.Ν. και να μην λησμονούν να αποδίδουν την οφειλομένη τιμή προς αυτήν, τα στελέχη και τους εκπροσώπους της, καθώς και να την ενισχύουν και διευκολύνουν σε ό, τι κι αν τυχόν χρειαστεί για την αποστολή της.4

Με την ίδια θέρμη περίπου έναν χρόνο μετά, την αμέσως επόμενη ημέρα της επίθεσης από τους Ιταλούς, στις 29 Οκτωβρίου 1940, η Ιερά Σύνοδος με εγκύκλιό της επιγραφόμενη «Περί συστάσεως του περιοδικού “Η Νεολαία”» επισημαίνει στα μέλη της την επί τριετία κυκλοφορία του επίσημου περιοδικού της Ε.Ο.Ν., ενός εντύπου που συμβάλλει στην εθνική, ηθική και θρησκευτική ανάπτυξη της νεολαίας, άρα καλούνται οι αποδέκτες για την υποστήριξή του, με την προτροπή «δι’ οιωνδήποτε ηθέλετε κρίνει προσφόρων και καταλλήλων προς τούτο μέτρων».5


2. Τα Πιστοποιητικά Κοινωνικών Φρονημάτων


Η Ιερά Σύνοδος στις 17 Ιανουαρίου 1939 και με την εγκύκλιό της «Περί συνυποβολής πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων μετά των λοιπών πιστοποιητικών, των υποβαλλομένων υπό των προς ιερατείαν υποψηφίων», λειτουργώντας ως ιδεολογικός μηχανισμός του μεταξικού κράτους, συμμορφώνεται προς τον Αναγκαστικό Νόμο 1075 της 9ης Φεβρουαρίου 1938 «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των πολιτών» και επιβάλλει την προσκόμιση του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων σε όλους τους υποψηφίους ιερείς, προκειμένου να αποφευχθεί ενδεχόμενη είσοδος στις τάξεις του κλήρου προσώπων «μη εμφορουμένων […] εκ της επιβαλλομένης αγάπης προς την Ελληνικήν πατρίδα», 6 με άλλα λόγια κομμουνιστές. Η συγκεκριμένη διάταξη που αποσκοπούσε στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη στεγανοποίηση του σώματος των κληρικών από αριστερές ιδέες, επαναβεβαιώθηκε επίσης και στα μετεμφυλιακά χρόνια, όταν στις 7 Μαρτίου 1952, με την εγκύκλιο «Περί αποκλεισμού εκ της Ιεροσύνης των εμφορουμένων υπό κομμουνιστικών φρονημάτων και πεποιθήσεων», η Ιερά Σύνοδος καλεί όλους τους Ιεράρχες σε «εξονυχιστικήν έρευναν, αναφορικώς με το ζήτημα των κοινωνικών λεγομένων φρονημάτων».7 Ενδεχομένως το πλήθος των ΕΑΜικών ιερέων, για τους οποίους ο εκκλησιαστικός οργανισμός διέθετε πλέον μια ευκρινή εικόνα, να είχε θορυβήσει την ιεραρχία, τόσο ώστε κρίθηκε απαραίτητο το συγκεκριμένο μέτρο προστασίας από τους αριστερούς χριστιανούς, στον βαθμό μάλιστα που δύο μήνες μετά στις 9 Μαΐου 1952 η εγκύκλιος επαναπροωθείται, καθώς η Ιερά Σύνοδος είχε πληροφορίες ότι υπήρχαν υποψήφιοι ιερείς κομμουνιστικών φρονημάτων έτοιμοι να εισέλθουν στον κλήρο προκειμένου να ασκήσουν «αντεθνική προπαγάνδα».8


3. Συστάσεις «υγιών» βιβλίων


Ιδιαίτερη μέριμνα της Ιεράς Συνόδου συνιστούσε, εκτός των άλλων, και το πολιτικό περιεχόμενο των αναγνωσμάτων των πιστών της, ιδίως όταν αυτά ήταν κομμουνιστικά ή παρέπεμπαν ευθέως ή εμμέσως σε αυτό το πολιτικό σύστημα. Ήδη στη σύνοδο της Ιεραρχίας που συγκαλείται στις 3 Οκτωβρίου 1924 οι ιεράρχες προβληματίζονται εάν θα παραπέμψουν τον Γιάννη Κορδάτο στα δικαστήρια ή αν θα πρέπει να του επιβάλουν την ποινή του αφορισμού, εξ αιτίας του βιβλίου του με τίτλο Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, καθώς ο συγγραφέας αμφισβητούσε τόσο τον αμιγώς εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα της επανάστασης, όσο και τη θέση του εκκλησιαστικού οργανισμού σ’ αυτήν, προτάσσοντας κοινωνικές και ταξικές αιτίες. Τελικά η Ιερά Σύνοδος προκρίνει ως λύση την ανάθεση στο διακεκριμένο στέλεχος της θρησκευτικής αδελφότητας θεολόγων «Ζωή» Παναγιώτη Τρεμπέλα μιας αναιρετικής μελέτης των θέσεων του Κορδάτου, χωρίς να στρέφεται ειδικά εναντίον του, αλλά με στόχο την αποδόμηση των κομμουνιστικών αντιλήψεων.9

Ο Παναγιώτης Τρεμπέλας γράφει το εν λόγω βιβλίο υπό τον τίτλο Ο Ιστορικός Υλισμός εξ επόψεως φιλοσοφικής με χρονιά έκδοσης το 1925, στο οποίο αφού εξηγεί ότι το πόνημα που προήλθε με αφορμή το έργο του Γιάννη Κορδάτου αποσκοπεί να καταδείξει «πόσον επικίνδυνος καθίσταται ο ιστορικός υλισμός προς πάντας τους πνευματικούς παράγοντας της ανθρωπίνης ιστορίας, μηδ’ αυτής της θρησκείας και της ηθικής εξαιρουμένης».10 Το βιβλίο έχει τυπωθεί με έξοδα του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου και η Ιερά Σύνοδος αναλαμβάνει επιπλέον τη διανομή του σε όλες τις μητροπόλεις της χώρας. Με την εγκύκλιο επιγραφομένη «Αποστολή αντιτύπων του συγγράμματος “Ο ιστορικός υλισμός εξ επόψεως φιλοσοφικής” του Π. Τρεμπέλα, προς κατάλληλον αυτών διανομήν», που εξαπολύει στις 26 Μαΐου 1925, καθιστά γνωστή την επιθυμία της ούτως ώστε το συγκεκριμένο βιβλίο να μοιρασθεί στους «λογίους» της εκάστοτε μητρόπολης, ως διαφωτιστικό υλικό ενάντια στα επιχειρήματα του κομμουνισμού.11 Ο αντίκτυπος των αντιλήψων του Γιάννη Κορδάτου φαίνεται πως ήταν εξαιρετικά ισχυρός στο χώρο του εκκλησιαστικού οργανισμού, καθώς οι δονήσεις που προκάλεσε στη σκέψη συνεχίστηκαν, και το ιδεολογικό οπλοστάσιό του παρέμεινε δραστικό για δεκαετίες, ακόμα και πολλά χρόνια μετά το θάνατό του. Στη δεκαετία του 1980 και πιο συγκεκριμένα το 1983 εκδίδεται μια μελέτη από τον ιερέα Ευάγγελο Μαντζουνέα με τίτλο Στο Γιάνη Κορδάτο οφειλομένη απάντηση, όπου επιχειρείται άλλη μία ανασκευή των αντιλήψεων και της ιδεολογίας του, ιδίως σχετικά με τη διαδικασία γένεσης και ανάπτυξης του χριστιανισμού, όπως καταγράφονται στο δίτομο έργο του Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός.12

Στα χρόνια του Μεσοπολέμου η εκκλησιαστική διοίκηση υπογραμμίζει το ενδιαφέρον της για το είδος των βιβλίων που χρησιμοποιούν οι χριστιανοί στην Ελλάδα. Στις 10 Ιουλίου 1926 με την εγκύκλιο που εξαπολύει η Ιερά Σύνοδος και τίτλο «Περί αποστολής τη Διευθύνσει Γενικής Ασφαλείας βιβλίων κομμουνιστικού και αντιθρησκευτικού περιεχομένου» συστήνει σε όλους τους ιερείς της χώρας οποιοδήποτε βιβλίο κομμουνιστικό ή προπαγανδιστικό έπεφτε στην αντίληψή τους να το αποστείλουν προς τον οικείο ιεράρχη τους και αυτός με τη σειρά του στο «Γραφείον Τύπου τμήμα Υ» της Γενικής Ασφάλειας.13 Η συνεργασία της αστυνομικής εξουσίας του ελληνικού κράτους με την ομόλογή της θρησκευτική τίθεται πλέον σε θεσμική βάση.14 Και η επαγρύπνηση της Ιεράς Συνόδου συνεχίζεται στην ίδια γραμμή με την εγκύκλιο της 4ης Ιανουαρίου 1930 «Περί αποστολής αντιτύπων παραινετικής Εγκυκλίου κατά των αθεϊστικών και ανατρεπτικών θεωριών».15

Την ίδια χρονιά και πιο συγκεκριμένα στις 17 Σεπτεμβρίου 1930, εμφανίζεται η εγκύκλιος με την οποία συνιστάται το βιβλίο του στρατηγού μα και «ζηλωτού και θαρσαλέου κατά του Κομμουνισμού μαχητού» Γεώργιου Θ. Φεσσόπουλου με τίτλο Η εξέλιξις του Κομμουνισμού εν Ρωσία και η πρόοδος αυτού εν Ελλάδι, με την οποία παρακαλούνται οι ιεράρχες να προμηθευθούν ανάλογο αριθμό αντιτύπων έκαστος, προκειμένου να τα μοιράσουν στον κλήρο και το λαό της επαρχίας τους, ως ένα υπόδειγμα αντικομμουνιστικής φιλολογίας.16 Στην ίδια λογική συστήνεται, επίσης, στις 5 Αυγούστου 1937 – έχοντας και τη σύμφωνη γνώμη του υπουργείου Στρατιωτικών – το πόνημα του Ελευθέριου Μιχαλόπουλου, λοχαγού Πυροβολικού, με τον ξεχωριστό τίτλο Σύντροφοι επλανήθημεν, ως λίαν επωφελές διήγημα το οποίο καταπολεμά τις κομμουνιστικές θεωρίες.17 Η στρατιωτική εξουσία έρχεται να συμπληρώσει τον συσχετισμό δυνάμεων μαζί με την αστυνομική εξουσία στο ζήτημα της ποιότητας του μορφωτικού αγαθού, έχοντας ως κοινή αναφορά τους τη θρησκευτική εξουσία.

Η ενδεχόμενη λειτουργικότητα των τριών αυτών εξουσιών έθεσε τις βάσεις και για την κατοπινή συνεργασία τους, αφού και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας της 21ης Απριλίου η πολιτική των εγκυκλίων συνεχίστηκε για την Ιερά Σύνοδο. Στις 8 Οκτωβρίου 1968 συστήνει σε όλους τους μητροπολίτες να γνωστοποιήσουν στους μορφωμένους ιερείς τους τη δυνατότητα να εγγραφούν ως συνδρομητές στο περιοδικό Θέσεις και Ιδέαι, το επίσημο ιδεολογικό περιοδικό της δικτατορίας, μιας και το τελευταίο χαρακτηρίζεται ως «εξαίρετον», σκοπός του οποίου είναι «η ανάλυσις, διάδοσις και προαγωγή των ιδεολογικών θέσεων της Εθνικής Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου 1967».18 Επιπλέον η Ιερά Σύνοδος στις 15 Ιουνίου 1971 αναλαμβάνει να προωθήσει διαμέσου των κατά τόπους μητροπόλεων αντίτυπα της σειράς της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών με τίτλο Ενημερώνοντας τον Λαόν, ώστε οι Έλληνες πολίτες να πληροφορηθούν περί «του δημιουργικού έργου της Εθνικής Κυβερνήσεως», με άλλα λόγια δηλαδή «περί των επιτευγμάτων της Εθνικής Κυβερνήσεως εφ’ όλων των θεμάτων του κοινωνικού, οικονομικού, πολιτικού κλπ. βίου της χώρας».19


4. Ο εμφύλιος πόλεμος και η εκκλησιαστική διαχείριση της μνήμης


Επιθυμώντας να εκφράσει την αντίθεσή της στην Οκτωβριανή Επανάσταση και να ικανοποιήσει ταυτόχρονα ένα αίτημα του μητροπολίτη Χερσώνος και Οδησσού Πλάτωνα, η Ιερά Σύνοδος, με την εγκύκλιό της που εξαπολύει στις 13 Φεβρουαρίου 1919, επιγραφόμενη «Περί τελέσεως κοινής προσευχής κατά του Μπολσεβικισμού» συστήνει σε όλους τους αρχιερείς της ελληνικής επικράτειας να πραγματοποιήσουν την Κυριακή της Ορθοδοξίας εκείνου του έτους προσευχή και επιμνημόσυνη τελετή.20 Η επιλογή της ημέρας πιθανόν δεν ήταν τυχαία. Επελέγη η επέτειος της νίκης των εικονόφιλων δυνάμεων έναντι των εικονομαχικών στον ομώνυμο αγώνα επί Βυζαντίου – εικονομαχικές δυνάμεις οι οποίες θεωρήθηκαν ως αίρεση. Έτσι και τώρα οι δυνάμεις της επανάστασης περιβάλλονται το νόημα της αντίθεης και θεομάχου εξουσίας, η οποία απειλεί την Ορθόδοξη Εκκλησία, άρα και το κράτος στο οποίο η τελευταία αναπτύσσεται.

Στην περίοδο του ελληνικού εμφυλίου πολέμου η παραγωγή συνοδικών εγκυκλίων σχετιζόμενων με τα γεγονότα αυξάνεται, όπως είναι αναμενόμενο, κατακόρυφα. Στα 1947 η Ιερά Σύνοδος δημοσιεύει την εγκύκλιό της με τίτλο «Συνοδική παραίνεσις προς κατάπαυσιν της εν Ελλάδι ανταρσίας». Στο συγκεκριμένο κείμενο η εκκλησιαστική διοίκηση αρχίζει ονοματίζοντας τον εμφύλιο πόλεμο ως «αδελφοκτόνον αγώνα», ωστόσο, αμέσως μετά λαμβάνει ξεκάθαρη θέση: ο πόλεμος προσλαμβάνεται ως αντίθεση «προς τα εθνικά ιδανικά», είναι μια ανταρσία «κατά του πνευματικού θησαυρού του Γένους», υπογραμμίζεται ως «ωργανωμένη» και «προμελετημένη» απόπειρα ώστε «να καταλυθή δι’ επιμόνου μακράς και υπούλου εργασίας ο εθνικός κόσμος», ενώ καλεί τους πιστούς της «να αποσπασθούν από τας δυνάμεις του κακού», παρέχοντας επιπλέον διαβεβαιώσεις προστασίας «εις τα ειλικρινώς μετανοούντα» μέλη της.21 Στον αποκαλυπτικό λόγο της εκκλησιαστικής διοίκησης οι κομμουνιστές παίρνουν τη θέση του «κακού», της αντίχριστης δύναμης η οποία μάχεται ενάντια στο «καλό», δηλαδή εν προκειμένω στις πολιτικές και στρατιωτικές δυνάμεις που στηρίζουν το αστικό πολιτικό σύστημα και τη μοναρχία. Τούτο το μοτίβο της αντίστιξης καλλιεργήθηκε με προσοχή από την εκκλησιαστική εξουσία, δομώντας ένα ολοκληρωμένο ιδεολογικό σύστημα το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως πηγή έμπνευσης τόσο για τις πολιτικές όσο και για τις ποιμαντικές ανάγκες του εκκλησιαστικού οργανισμού έως και τα χρόνια της δικτατορίας της 21ης Απριλίου.22

Όσο ο εμφύλιος κορυφώνεται, τόσο η εκκλησιαστική διοίκηση εντείνει τη στήριξή της προς τις αστικές δυνάμεις. Με την εγκύκλιο που εξαπολύει στις 28 Ιουνίου 1949 και φέρει τον τίτλο «Περί πνευματικής υπό της Εκκλησίας ενισχύσεως του αγώνος της πατρίδας» θεωρεί ότι ο πόλεμος αυτός είναι «πόλεμος ιερός», άρα οι ιεράρχες οφείλουν να κάνουν εντονότερη την παρουσία τους στα πεδία των μαχών: χρειάζεται να επισκεφθούν «αυτοπροσώπως τα θέατρα του πολέμου», παρηγορώντας και ενισχύοντας με τα λόγια και τα έργα τους τραυματίες των νοσοκομείων ή τις οικογένειές τους στα μετόπισθεν.23 Στο τέλος της ίδιας χρονιάς και ενώ ο πόλεμος έχει ήδη κριθεί, η Ιερά Σύνοδος ορίζει την 29η του Δεκέμβρη, ημέρα κατά την οποία στο εκκλησιαστικό ημερολόγιο εορτάζεται ο θάνατος των 14 χιλιάδων νηπίων από τον Ηρώδη, ως «ημέρα εθνικού πένθους», κατά το οποίο οι πιστοί καλούνται να θυμηθούν τους «απαχθέντας Ελληνόπαιδας» που δηλητηριάζονται με το δηλητήριο του «αντιχρίστου όφεως», δηλαδή «του μιάσματος του θεοστυγούς και ξενοδούλου συμμοριτισμού».24

Η Ιερά Σύνοδος θα αναδειχθεί επιπλέον και ως συνεπής τηρητής της μνήμης του αντικομμουνιστικού αγώνα του εμφυλίου. Μέσα από τις λατρευτικές πράξεις της, όπως είναι τα μνημόσυνα και οι δεήσεις, συντηρεί και διαχειρίζεται στο επίπεδο της καθημερινότητας τις μνήμες του εμφυλίου πολέμου, αναπαράγοντας ταυτόχρονα την εμφυλιοπολεμική της ιδεολογία. Σε αυτήν την προοπτική στις 25 Αυγούστου 1951 εξαπολύει εγκύκλιο με τίτλο «Περί τελέσεως δεήσεως υπέρ των πεσόντων στρατιωτικών εις τον αντικομμουνιστικόν αγώνα», όπου και ανάγει την ημέρα λήξης του εμφυλίου την 29η Αυγούστου ως «ημέρα εθνικού προσκυνήματος».25 Με άλλη εγκύκλιό της στις 5 Δεκεμβρίου 1958 περιγραφόμενη «Περί της τελέσεως επιμνημοσύνων δεήσεων υπέρ των πεσόντων κατά το Δεκεμβριανόν Κίνημα του 1944» καλεί όλους τους κατά τόπους μητροπολίτες να τελέσουν στις 14 Δεκεμβρίου μνημόσυνα υπέρ πεσόντων, ενώ οι ιεροκήρυκες θα έπρεπε να τονίσουν τη συμβολή των «εθνικών δυνάμεων» στη νίκη.26 Το επόμενο έτος στις 14 Αυγούστου η εγκύκλιος «Περί τελέσεως Δοξολογίας και επιμνημοσύνων δεήσεων επί τη επετείω της μάχης του Γράμμου» τονίζει ότι την Κυριακή 30 Αυγούστου θα εορτασθεί η επέτειος της νίκης του έθνους «κατά του Κομμουνιστοσυμμοριτισμού», όλοι, δε, οι εκκλησιαστικοί παράγοντες οφείλουν να εξάρουν το νόημα της κατίσχυσης έναντι «του επικινδύνως και δρώντος κοινωνικού εχθρού» υπογραμμίζοντας τη συμβολή του εκκλησιαστικού χώρου σε αυτήν.27 Επιπλέον η 20ή Δεκεμβρίου του ίδιου έτους ορίζεται ως ημέρα τελέσεως επιμνημόσυνων δεήσεων «υπέρ εκτελεσθέντων υπό κομμουνιστών».28


5. Διώξεις αριστερών κληρικών


Ο νέος Αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδος που επέβαλε η δικτατορία της 21ης Απριλίου Ιερώνυμος Κοτσώνης, επιθυμώντας να ελέγξει στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τους ιερείς και τα φρονήματά τους εγκαινιάζει το «Γραφείο Ελέγχου Κληρικών», μια υπηρεσία που αναλαμβάνει να παρακολουθεί και να ελέγχει την ποιότητα, τόσο την ηθική όσο και την πολιτική, των κληρικών της επικράτειας, με ευθύνες έρευνας των τυχόν καταγγελιών, διοικητικής εξέτασης, αλλά και παραπομπής των εμπλεκομένων στο Συνοδικό ή Επισκοπικό Δικαστήριο με το ερώτημα του αποσχηματισμού.29 Στο Ημερολόγιο της Εκκλησίας της Ελλάδος του έτους 1970 διαβάζουμε ότι το Γραφείο Ελέγχου Κληρικών είχε στελεχωθεί με τον ιερέα Γεώργιο Κατινά, έχοντας ως διοικητικό προϊστάμενο τον επίσης ιερέα Ελευθέριο Πετριτσόπουλο.30 Το ίδιο ακριβώς έτος οι συγκεκριμένοι κληρικοί εμφανίζονται ως Γραμματέας και Αντιπρόεδρος αντίστοιχα του Ιερού Συνδέσμου Κληρικών της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, γεγονός που φανερώνει τον έλεγχο του συνδικαλιστικού σώματος των κληρικών της πολυπληθέστερης μητρόπολης της χώρας. 31

Εκτός από τις εκατοντάδες κληρικών που τιμωρούνται για πάσης φύσεως «ηθικούς» λόγους, 32 εντοπίζουμε στις συνοδικές εγκυκλίους της εποχής και τρεις ιερείς που στιγματίζονται και τιμωρούνται για πολιτικούς λόγους. Ο ιερέας Γ.Σ. της μητρόπολης Νικοπόλεως και Πρεβέζης υπέπεσε στο παράπτωμα του «αριστερισμού» και της «αντεθνικής δράσης», με αποτέλεσμα να του επιβληθεί η ποινή της εξάμηνης αργίας ως ένοχος σκανδάλου, στον ιερέα Α.Π. της μητροπόλεως Τριφυλλίας επιβάλλεται η ποινή της αργίας ενός έτους με παράλληλη στέρηση αποδοχών έξι μηνών για το αδίκημα της «παραδοχή(ς) κομμουνιστικών φρονημάτων», ενώ στον ιερέα Γ.Δ. της μητρόπολης Μαντινείας και Κυνουρίας επιβάλλεται δεκαπενθήμερη αργία με στέρηση μισθού για «ανεπίτρεπτα κοινωνικά φρονήματα».33 Για τη δικτατορία της 21ης Απριλίου ένας αριστερός ιερέας δεν αποτελούσε μόνο ένα ακατανόητο πολιτισμικό υβρίδιο, αλλά πολύ περισσότερο μια δυστοπική αναίρεση του μεσσιανικού νοήματος με το οποίο είχε κατασκευάσει την ορθόδοξη θρησκευτική ταυτότητά του το καθεστώς.34

6. Συμπεράσματα


Μέσα από την ανάλυση των ιδεολογικο–νοηματικών σχέσεων, όπως αυτές αποτυπώνονται στις εγκυκλίους της Ιεράς Συνόδου από την περίοδο του Μεσοπολέμου και της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου έως και την εποχή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου, αναδεικνύεται η πολιτική ταυτότητα της εκκλησιαστικής διοίκησης και ο προσανατολισμός της ως ιδεολογικού μηχανισμού του ελληνικού κράτους. Πιο συγκεκριμένα στα σχήματα σκέψης και πράξης της διακρίνουμε την Ιερά Σύνοδο να προσλαμβάνει και να ενσωματώνει την κυρίαρχη ιδεολογία του αντικομμουνισμού και του εθνικισμού.

Αφ’ ενός δρα ως θεσμός πολιτικής διαφώτισης στιγματίζοντας αριστερούς στοχαστές όπως ο Γιάννης Κορδάτος και αναδεικνύοντας, ταυτόχρονα, αντικομμουνιστές όπως ο Γεώργιος Φεσσόπουλος, αφ’ ετέρου στηρίζει έμπρακτα θεσμούς της μεταξικής δικτατορίας, όπως η Εθνική Οργάνωσις Νέων· καλωσορίζει τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων (τα οποία θεμελίωσαν πολιτικά όλη την ελληνική μετεμφυλιακή πραγματικότητα) στα οποία βασίστηκε και η ίδια προκειμένου να ελέγξει τα φρονήματα των κληρικών της, ενώ στην περίοδο της απριλιανής δικτατορίας επί αρχιεπισκοπίας Ιερωνύμου δεν δίστασε να εκδιώξει αριστερούς κληρικούς, οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν ως «μιάσματα» στο πλαίσιο της γενικευμένης «ηθικοποίησης» του εκκλησιαστικού σώματος και του ευρύτερου κοινωνικού σχηματισμού. Επιπλέον προσηλώθηκε με ευλάβεια στην διατήρηση και αναπαραγωγή της εκκλησιαστικής μνήμης του εμφυλίου πολέμου, αναδεικνύοντας την πολεμική αναμέτρηση των αστικών και κομμουνιστικών δυνάμεων στην αποκαλυπτική–εσχατολογική μάχη ανάμεσα στον Χριστό και τον Αντίχριστο.

Τούτες οι κεντρικές επιλογές της Ιεράς Συνόδου έδωσαν τη δυνατότητα σε όλο τον εκκλησιαστικό οργανισμό να εγχαράξει διαστάσεις της αντικομμουνιστικής και εθνικιστικής ιδεολογίας τόσο στην πρακτική του εκκλησιαστικού κηρύγματος, όσο και στην κατηχητική διαφώτιση που παρείχαν αδελφότητες θεολόγων όπως η «Ζωή». Επιπλέον οι ίδιες ιδεολογικές εγχαράξεις πραγματοποιήθηκαν στα σημεία όπου η εκκλησιαστική εξουσία εφαπτόταν δομών της κρατικής εξουσίας, όπως είναι ενδεικτικά το Πανεπιστήμιο και ο στρατός, μέσα από τον κυρίαρχο λόγο των Θεολογικών Σχολών, καθώς και τον λόγο των στρατιωτικών ιερέων.


Βιβλιογραφία


Αγουρίδης Σάββας (1976), «Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός (Γένεση και Επικράτηση του Χριστιανισμού)», Γρηγόριος ο Παλαμάς 59: 73-87.

Αγουρίδης Σάββας (2013), «Ο Ιησούς και η Χρήση Βίας», σε Παναγιώτου Ι. Σκαλτσή, Νικοδήμου Α. Σκρέττα, αρχιμ. (επιμ.) Γηθόσυνον Σέβασμα. Αντίδωρον Τιμής και Μνήμης εις τον Μακαριστόν Καθηγητήν της Λειτουργικής Ιωάννην Φουντούλην (+2007), τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη: 173-192.

Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Α΄ [1901–1933] (1955), Αθήναι: Εκ του Τυπογραφείου της Αποστολικής Διακονίας.

Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Β΄ [1934–1956] (1956), Αθήναι: Εκ του Τυπογραφείου της Αποστολικής Διακονίας.

Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Γ΄ [1957–1967] (2000), Αθήναι: Εκ του Τυπογραφείου της Αποστολικής Διακονίας.

Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Δ΄ [1968–1971] (2000), Αθήναι: Εκ του Τυπογραφείου της Αποστολικής Διακονίας.

Ανδριόπουλος Χαράλαμπος Μιχ. (2016), Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στην Ελλάδα κατά την Επταετία (1967–1974), Διατριβή, Θεσσαλονίκη: Τμήμα Θεολογίας–Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Αρκάδας Δημήτρης (2015), «“Το κατά Αντικομμουνιστήν Ευαγγέλιον”: Δυνάμεις του Εμφυλίου Πολέμου στην πολιτικο–θρησκευτική ιδεολογία της Ελληνικής Εκκλησιαστικής Διοίκησης», Θέσεις, τ. 132 (Ιούλιος–Σεπτέμβριος): 115-138.

Αρκάδας Δημήτρης (2017), «“Μεσσίας Έρχεται”: Η θρησκευτική ταυτότητα της 21ης Απριλίου», Θέσεις, τ. 140 (Ιούλιος–Σεπτέμβριος): 71-104.

Ηλιάδης Δημήτριος Η., πρεσβ. (1970), «Είναι Σταθμός!», Ενορία ΚΕ: 145-146.

Ημερολόγιον της Εκκλησίας της Ελλάδος του έτους 1970 (1970), Αθήναι: Εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ιερώνυμος, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, 1829 Ημέραι εις το Πηδάλιον, τόμος Α΄ (1972), εν Αθήναις.

Καραμούζης Πολύκαρπος Κ. (2004), Κράτος, Εκκλησία και εθνική ιδεολογία στη νεώτερη Ελλάδα (Κλήρος, θεολόγοι και θρησκευτικές οργανώσεις στο Μεσοπόλεμο), Διατριβή, Αθήνα: Τμήμα Κοινωνιολογίας–Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Μαντζουνέας Ευάγγελος Κ. (1983), Στο Γιάνη Κορδάτο οφειλομένη απάντηση, Αθήναι.

Μπαχάρας Δημήτρης (2008), «Μελετώντας τις απαρχές του αντικομμουνισμού. Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920 στην Ελλάδα», Μνήμων, τ. 29: 175-198.

Παπαγεωργίου Νίκη (2000), Η Εκκλησία στη νεοελληνική κοινωνία. Γλωσσοκοινωνιολογική ανάλυση των Εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου, Θεσσαλονίκη: Παναγιώτης Π. Πουρναράς.

Σακελλαρίου Αλέξανδρος (2008), Δικτατορίες και Ορθόδοξη Εκκλησία στον 20ό αιώνα: Πολιτικές, οικονομικές και ιδεολογικο–νοηματικές σχέσεις υπό καθεστώτα εκτάκτου ανάγκης, Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα: Τμήμα Κοινωνιολογίας–Πάντειο Πανεπιστήμιο.

SamatasMinas (2014), «ABriefHistoryoftheAnticommunistSurveillanceinGreeceanditsLastingImpact», σεKees Boersma, Rosamnunde Van Brakel, Chiara Fonio and Pieter Wagenaar (eds), Histories of State Surveillance in Europe and Beyond, London and New York: Routledge: 44-64.

Στράγκας Θεόκλητος Α., αρχιμ. (1970), Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ Πηγών Αψευδών 1817–1967, τόμος Β΄, Αθήναι.

Τρεμπέλας Π. Ν. (1925), Ο Ιστορικός Υλισμός εξ επόψεως φιλοσοφικής. Μελέτη απολογητική εντολή της Ι. Συνόδου συνταχθείσα, Αθήναι.

1 Το παρόν κείμενο αποτελεί προδημοσίευση του 3ου κεφαλαίου, με τη μορφή άρθρου, της υπό έκδοση μονογραφίας του συγγραφέα με τίτλο Ο Σύντροφος Ιησούς: Αριστεροί Ορθόδοξοι Χριστιανοί στην Ελλάδα του 20ού Αιώνα.

2 Η ίδια η Ιερά Σύνοδος, με την ευκαιρία της έκδοσης του σώματος των εγκυκλίων της, τονίζει την σπουδαιότητά τους, καθώς συνιστούν «μίαν των πρωτίστων πηγών της νεωτέρας Ιστορίας της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος», Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τ. Β΄, 1956: 754.

3 Παπαγεωργίου 2000: 294-296.

4 Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Β΄, 1956: 232.

5 Όπ.π.: 301.

6 Όπ.π.: 208.

7 Όπ.π.: 624. Η Ιερά Σύνοδος με την πολιτική της αυτή στην πραγματικότητα ενσωματώνει και θεσμοποιεί στο δικό της πεδίο την οικογενειακή ευθύνη απέναντι στην αντικομμουνιστική νομιμότητα, όπως υποστηρίζει ο Samatas 2014: 55.

8 Όπ.π.: 630. Για την κομβική σημασία και χρήση των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων στην επιλογή στελεχών του εκκλησιαστικού οργανισμού την περίοδο της 21ης Απριλίου, διαφωτιστικά στοιχεία μας παραθέτει η διατριβή του Χαράλαμπου Μιχ. Ανδριόπουλου 2016: 229-233.

9 Στράγκας, αρχιμ. 1970: 1292-1296.

10 Τρεμπέλας 1925: 6-7.

11 Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Α΄, 1955: 440. Στην αναμέτρηση Ιεράς Συνόδου και Γιάννη Κορδάτου εντοπίζει ο Πολύκαρπος Καραμούζης την απαρχή του συστηματικού αντικομμουνιστικού αγώνα της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά τον Μεσοπόλεμο, Καραμούζης 2004: 218.

12 Μαντζουνέας 1983: 7-8. Αξίζει να σημειώσουμε και την κριτική προς τα συγκεκριμένα βιβλία του Κορδάτου που κάνει και ο πανεπιστημιακός θεολόγος Σάββας Αγουρίδης 1976: 73-87. Το ενδιαφέρον του Σάββα Αγουρίδη για τη σκέψη του Γιάννη Κορδάτου συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του πρώτου. Σε ένα από τα τελευταία άρθρα του σχετικά με το ζήτημα της βίας στην ανάπτυξη του χριστιανισμού, διαλέγεται με τις απόψεις του KarlKautsky και του Γιάννη Κορδάτου σχετικά με την μαρξιστική ανάγνωση των Ευαγγελίων και του αρχέγονου χριστιανισμού, Αγουρίδης +2007 σε. Σκρέττας, αρχιμ. (επιμ.) 2013: 173-192.

13 Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Α΄ 1955: 463.

14 Περισσότερα για τις σχέσεις της υπηρεσίας Γενικής Ασφαλείας του ελληνικού κράτους με την εκκλησιαστική διοίκηση στη διατριβή του Αλέξανδρου Σακελλαρίου 2008: 360-361.

15 Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Α΄ 1955: 539.

16 Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Α΄ 1955: 560-561. Σύμφωνα με τον Δημήτρη Μπαχάρα τα βιβλία του Φεσσόπουλου με τη δομή και την τεκμηρίωσή τους θεωρούνταν πολύ αποτελεσματικά στην αντικομμουνιστική πολεμική τους, όχι μόνο για εθνικόφρονες, αλλά και για «“αριστερό” κοινό», Μπαχάρας 2008: 186, υποσημ. 47.

17 Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Β΄ 1956: 171-172.

18 Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Δ΄ 2000: 118.

19 Όπ.π.: 680.

20 Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Α΄ 1955: 329.

21 Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Β΄ 1956: 451-452.

22 Περισσότερα για την ανάλυση αυτού του ιδεολογικού σχήματος βλ. Αρκάδας 2015: 115-138.

23 Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Β΄ 1956: 494.

24 Όπ.π.: 528-529.

25 Όπ.π.: 600.

26 Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Γ΄ 2000: 125.

27 Όπ.π.: 164-165.

28 Όπ.π.: 183.

29 Ιερώνυμος 1972: 21.

30 Ημερολόγιον της Εκκλησίας της Ελλάδος του Έτους 1970: 232.

31 Ηλιάδης, πρεσβ. 1970: 145-146.

32 Στην εκκλησιαστική επίσημη διάλεκτο, ο όρος «ηθικός», όταν το συγκείμενό του αφορά σε διαδικασία της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης ή την επιβολή μιας ποινής, αναφέρεται σχεδόν πάντοτε σε σεξουαλικής φύσης ζητήματα.

33 Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Δ΄ 2000: 419.

34 Αρκάδας 2017: 71-104.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή