Μια δι’ αναρριχήσεως επί της προσόψεώς της εισπήδηση στη μαρξιστική οικονομική θεωρία. Μέρος 5ο Εκτύπωση
Τεύχος 152, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2020


ΜΙΑ ΔΙ’ ΑΝΑΡΡΙΧΗΣΕΩΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΟΨΕΩΣ ΤΗΣ

ΕΙΣΠΗΔΗΣΗ ΣΤΗ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ


Μέρος 5ο


του Γιώργου Σταμάτη


Αφήνουμε κατά μέρος όλα, όσα γράφει ο Schefold (2004: 898ε.) για τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής, επειδή παρά τις προσπάθειές μας δεν μπορέσαμε να διακρίνουμε, αν έχει να πει επ’ αυτού κάτι συγκεκριμένο, και περνάμε σ’ αυτά που λέει αμέσως μετά για τη μαρξική επισώρευση κεφαλαίου και τον μαρξικό νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Διαβάζουμε: «Επιτυχέστερος υπήρξε ο Μαρξ στη θεωρία της επισώρευσης. Ιδιαιτέρως η παρουσίασή του των διαφόρων μορφών της τεχνικής προόδου επενέργησε ισχυρά – κατά την πεποίθησή μου ιδίως δια της επιρροής των στον JosephSchumpeter[…]1 » (Schefold 2004: 899). Ο Μαρξ αναπτύσσει τις διάφορες μορφές τεχνικής προόδου σε ορισμένα κεφάλαια του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, τα οποία αφορούν τη μανουφακτούρα και τη μεγάλη βιομηχανία. Εκεί αναπτύσσει τις κατ’ αυτόν επικρατούσες «ειδικά καπιταλιστικές μεθόδους παραγωγής», οι οποίες συνίστανται στην παραγωγή με τη βοήθεια μηχανών και πριν απ’ όλα στο ότι σύμφωνα με αυτές τις μεθόδους κάθε ποσοστιαία αύξηση της (σε σταθερές τιμές υπολογισμένης) παραγωγικότητας της εργασίας απαιτεί μια μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου, δηλαδή της τιμιακής, σε σταθερές τιμές υπολογισμένης, έντασης κεφαλαίου. Σε κάθε περίπτωση όμως ο Μαρξ δεν χαρακτηρίζει κατά κανέναν τρόπο μόνον «φαινομενολογικά», όπως γράφει ο Schefold (2004: 900), αυτές τις μεθόδους. Όλως αντιθέτως, στα προαναφερθέντα κεφάλαια του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου ο Μαρξ αναπτύσσει ότι

  • το πραγματικό ωρομίσθιο αυξάνεται,

  • η παραγωγικότητα της εργασίας, υπολογισμένη σε σταθερές τιμές, αυξάνεται ποσοστιαία περισσότερο από το πραγματικό ωρομίσθιο, έτσι που, συνεπεία των (a) και (b),

  • το σε αξίες υπολογισμένο ωρομίσθιο, δηλαδή η αξία μιας μονάδας εργασιακής δύναμης, μειούται,

  • η υπεραξία ανά μονάδα εργασίας αυξάνεται κατά το ίδιο απόλυτο ποσό, κατά το οποίο μειούται η αξία μιας μονάδας εργασιακής δύναμης, έτσι που, συνεπεία των (c) και (d),

  • ο λόγος της υπεραξίας ανά μονάδα εργασίας προς την αξία μιας μονάδας εργασιακής δύναμης, δηλαδή το ποσοστό υπεραξίας, αυξάνεται.

    Για να επιτύχουν όλα τα παραπάνω, ιδίως το τελευταίο, οι καπιταλιστές είναι αναγκασμένοι να αυξάνουν συνεχώς την σε σταθερές τιμές υπολογισμένη παραγωγικότητα της εργασίας. Έστω ότι την αυξάνουν κατά ένα ορισμένο ποσοστό. Τότε θα πρέπει, για να επιτύχουν αυτήν την αύξηση, να αυξάνουν σύμφωνα με τις «ειδικά καπιταλιστικές μεθόδους παραγωγής», την σε σταθερές τιμές υπολογισμένη ένταση κεφαλαίου κατά ένα μεγαλύτερο ποσοστό. Το τελευταίο απαιτεί μια

    (f) συνεχή αύξηση του λόγου της αποταμίευσης και επισώρευσης (=επένδυσης) των καπιταλιστών προς την υπεραξία, δηλαδή του λεγόμενου λόγου αποταμίευσης των καπιταλιστών.

    Έχουμε δείξει (δες Stamatis 1976, Stamatis 1976α, Stamatis 1977, Σταμάτης 1984, Σταμάτης 1986α και Σταμάτης 1993) ότι, αν ισχύουν οι συνθήκες (α) έως (f), τότε το ποσοστό κέρδος αναγκαστικά μειούται. Αυτό το συμπέρασμα, καίτοι όχι όπως εδώ λεπτομερώς αιτιολογημένο, το εξάγει ο Μαρξ σε περισσότερο του ενός σημεία στα προαναφερθέντα κεφάλαια του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, όπου πραγματεύεται τον ειδικά καπιταλιστικό τρόπο και τις ειδικά καπιταλιστικές μεθόδους παραγωγής (όπως και σε μια επιστολή στον Engels της 30ης 4ου 1868), παρατηρώντας συγχρόνως πως το εδώ δεδομένο επίπεδο παρουσίασης του κεφαλαίου δεν είναι το κατάλληλο για την ανάπτυξη και την παρουσίαση του νόμου της πτωτικής τάσης του γενικού ποσοστού κέρδους. Και ορθώς, διότι εδώ, στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, τα εμπορεύματα παριστώνται ως προϊόντα της εργασίας και όχι, όπως στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, ως προϊόντα του κεφαλαίου και ως εκ τούτου δεν υφίσταται (δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί) η έννοια του ποσοστού κέρδους και συνεπώς δεν δύναται να γίνει λόγος για την όποια τάση του.

    Ο Schefold έχει όμως παραμείνει στην JoanRobinson2 και μας μεταφέρει δυο επιχειρήματά της, τα οποία στηρίζουν την άποψη, ότι το ποσοστό κέρδους δεν μειούται (Schefold 2004: 899). Το πρώτο επιχείρημα: Η τεχνολογική πρόοδος φθηναίνει μέσω αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας τα μέσα παραγωγής, έτσι που, ενώ η ποσότητα των μέσων παραγωγής ανά εργαζόμενο, δηλαδή η τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου, αυξάνεται, το ονομαστικό κεφάλαιο ανά εργαζόμενο, δηλαδή η σε σταθερές τιμές υπολογισμένη ένταση κεφαλαίου, δύναται να μειούται. Αυτό μπορεί ασφαλώς να συμβεί. Και συμβαίνει, εάν μια ορισμένη ποσοστιαία αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας απαιτεί μια μικρότερη ποσοστιαία αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου, δηλαδή της σε σταθερές τιμές υπολογισμένης έντασης κεφαλαίου. Δεν συμβαίνει όμως στην περίπτωση των ειδικά καπιταλιστικών μεθόδων παραγωγής, όπου μια ποσοστιαία αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας απαιτεί μια μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση της έντασης κεφαλαίου. Ο Μαρξ γνωρίζει και αναφέρει περιπτώσεις σαν αυτές, στις οποίες στηρίζεται η Robinson. Τις θεωρεί όμως περιθωριακές εξαιρέσεις. Και πάντως το ζήτημα δεν είναι, ποιες μεθόδους παραγωγής μπορεί να φανταστεί κανείς ότι δύνανται να υπάρξουν, αλλά ποιες απ’ αυτές, πότε και επί πόσον υπήρξαν, δηλαδή εφαρμόστηκαν, πράγματι. Το δεύτερο επιχείρημα είναι: «Το ποσοστό κέρδους μειούται με αυξανόμενη οργανική σύνθεση [και τελικά με αυξανόμενη σε σταθερές τιμές υπολογισμένη ένταση κεφαλαίου – Γ.Σ.] μόνον, όταν το ποσοστό υπεραξίας δεν αυξάνεται εξίσου» (Schefold 2004: 899). Η Robinson είναι της άποψης, ότι σύμφωνα με τον Μαρξ το ποσοστό υπεραξίας παραμένει αμετάβλητο (Schefold 2004: 899). Έτσι λοιπόν σύμφωνα με αυτήν το ποσοστό κέρδους δεν μειούται (Schefold 2004: 899). Ωστόσο σύμφωνα με τον Μαρξ το ποσοστό υπεραξίας αυξάνεται και παρ’ όλα αυτά το ποσοστό κέρδους μειούται.

    Οι «ειδικά καπιταλιστικές μέθοδοι παραγωγής» του Μαρξ επικρατούσαν μέχρι τη δεκαετία του ’20 του περασμένου αιώνα. Όπως δείχνουν τα στατιστικά στοιχεία, κατά την ίδια περίοδο το ποσοστό κέρδους εμειούτο. Μετά την προαναφερθείσα δεκαετία η παραγωγικότητα της εργασίας αυξανόταν ποσοστιαία περισσότερο από την τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου, έτσι που πλέον το ποσοστό κέρδους, ανάλογα με την τάση του ποσοστού υπεραξίας, μπορεί επίσης και να αυξάνεται. Ο Schefold ισχυρίζεται ότι, όπως έδειξε στις δεκαετίες του 1950 και 1960 η θεωρία της οικονομικής μεγέθυνσης, το ποσοστό κέρδους παρέμεινε αμετάβλητο, επειδή η παραγωγικότητα της εργασίας και η ένταση κεφαλαίου, αλλά και το ονομαστικό ωρομίσθιο αυξανόταν με συνέπεια ο λόγος του (σταθερού) κεφαλαίου προς τους συνολικούς ονομαστικούς μισθούς να παραμένει αμετάβλητος. Αμετάβλητη παρέμενε και η κατανομή του εισοδήματος και συνεπώς και το ποσοστό κέρδους (Schefold 2004: 900). Και κλείνει με την παρατήρηση: «Με τον “νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους” ο Μαρξ δεν έδωσε μεν στη θεωρία της μεγέθυνσης τη σύγχρονη απάντηση, αλλά έθεσε όμως ερωτήματα» (Schefold 2004: 900).

    Πώς να εννοήσει κανείς αυτό το τελευταίο; Μόνον ερωτήματα έθεσε ο Μαρξ στους όποιους τότε αργοπορημένους και σήμερα ήδη ξεχασμένους θεωρητικούς της μεγέθυνσης; Στην εποχή του Μαρξ, αλλά ήδη πολύ πρωτύτερα, η πτώση του ποσοστού κέρδους ίσχυε για όλους ως μια οιονεί αισθητηριακά αντιληπτή βεβαιότητα. Κατά τον AdamSmith ο λόγος της πτώσης του ήταν ο ανταγωνισμός. Κατά τον DavidRicardo η αύξηση του πληθυσμού και η επακόλουθη αύξηση της ζήτησης για μέσα διατροφής, δηλαδή κυρίως δημητριακά, με συνέπεια να καλλιεργούνται επιπροσθέτως όλο και πιο άγονα εδάφη. Το πρώτον ο Μαρξ έδειξε, ότι η τάση – αδιάφορο ποια, πτωτική ή αυξάνουσα – του γενικού ποσοστού κέρδους είναι συνάρτηση και αποτέλεσμα των χρησιμοποιούμενων μεθόδων παραγωγής. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό και πολύ μεγάλο επιστημονικό επίτευγμα. Η αστική οικονομία χρειάστηκε ένα ολόκληρο αιώνα, αφού ο Μαρξ είχε φτάσει σ’ αυτήν την επίγνωση, για να φθάσει με την ανάπτυξη της θεωρίας της μεγέθυνσης στην ίδια – χωρίς ωστόσο μέχρι σήμερα να έχει κατανοήσει πλήρως τη σημασία της. Παραμένει γι’ αυτήν κάτι το αυτονόητον.3 Εκτός αυτού ο Μαρξ διερεύνησε, ανάλυσε και παρουσίασε στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου στα κεφάλαια για τη μεγάλη βιομηχανία τις «ειδικά καπιταλιστικές μεθόδους παραγωγής», οι οποίες εχρησιμοποιούντο στην εποχή του, αλλά και αργότερα, και έδειξε πώς αυτές είχαν ως συνέπειά τους μια πτωτική τάση του γενικού ποσοστού κέρδους. Αλλ’ ακόμη κι εάν την εποχή του Μαρξ και μετά απ’ αυτήν δεν επικρατούσαν οι «ειδικά καπιταλιστικές», αλλά άλλες μέθοδοι παραγωγής, οι οποίες δεν οδηγούσαν σε μια πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, – και τότε ακόμη θα παρέμενε ως το μεγάλο επίτευγμα του Μαρξ: Η απόδειξη της εξάρτησης και του προσδιορισμού του ποσοστού κέρδους και της εξέλιξής του (εκτός βέβαια από την κατανομή του εισοδήματος) από τις εκάστοτε χρησιμοποιούμενες μεθόδους παραγωγής.

    Στη συνέχεια ο Schefold (Schefold 2004: 900f επ.) εκθέτει τις δικές του απόψεις για το ζήτημα, οι οποίες δυστυχώς δεν μας είναι αρκετά σαφείς ώστε να μπορέσουμε να τις σχολιάσουμε. Ό, τι ακολουθεί κατόπιν για τη θεωρία της πίστης και των κυκλικών διακυμάνσεων του Μαρξ, δεν στέκει, χωρίς αμφιβολία, στο ύψος των αντικειμένων του. Παρόμοια ισχύουν και σχετικά με αυτά για την ενεργό ζήτηση στον Μαρξ. Τι θέλει να εκφράσει η φράση: «Η περίφημη πρότασή του [του Kalecki – Γ.Σ.], σύμφωνα με την οποία κατά την αρχή της ενεργού ζήτησης οι καπιταλιστές κερδίζουν ό, τι δαπανούν, ενώ οι εργάτες δαπανούν ό, τι κερδίζουν […]»; (Schefold 2004: 901). Η παρατεθείσα πρόταση του Kalecki δεν είναι εν τέλει τίποτε άλλο παρά ένα ευτελές κεϋνεσιανό bonmot χωρίς νόημα, γνωστό περισσότερο λόγω της διασημότητάς του παρά λόγω της σπουδαιότητάς του – όπως εκείνο το «κάθε επένδυση δημιουργεί αυτή η ίδια τη δική της αποταμίευση». Και επίσης πώς οφείλει να εννοήσει κανείς ότι αυτή η φράση «εκφράζει την από τον στο 23ο κεφάλαιο του τρίτου τόμου αναγνωρισθείσα συνάρτηση μεταξύ επισώρευσης και κατανομής του εισοδήματος»; (Schefold 2004: 901). Αυτήν τη συνάρτηση μεταξύ της εξέλιξης στον χρόνο του ωρομισθίου και του ποσοστού κέρδους (και της επισώρευσης) μαθηματικοποίησε σε ένα σύντομο έξοχο άρθρο του ο Goodwin (Goodwin 2004. Δες επίσης Μίνογλου/Σταμάτης 1987 ή Minoglou/Stamatis 2004). Ο Schefold επιλέγει να το παρασιωπήσει.

    Αντιπαρερχόμαστε τις αναπτύξεις του Schefold (2004: 901-903) για τις σχέσεις μεταξύ ποσοστού κέρδους και επιτοκίου κι ερχόμαστε στο τέλος της Εισαγωγής του, όπου αυτός παίρνει θέση και ξεκαθαρίζει την κριτική στάση του απέναντι στον Μαρξ:


    «Είναι ένα αξιομνημόνευτο και χρήζον ερμηνείας γεγονός, το ότι τα στη ρικαρδιανή Σχολή δεδομένα “μοντέλα δημητριακών” και οι παραλλαγές τους με την επανανακάλυψή τους από τον Sraffa μπόρεσαν να περιέλθουν έτσι πλήρως σε λήθη. Σε αυτά και στην κεϋνεσιανή θεωρία με τους πολυειδείς προδρόμους της, ιδίως στην BankingSchool, βασίζεται η δική μας κριτική πρόσληψη των ουσιωδών συμβολών του τρίτου τόμου [του Κεφαλαίου – Γ.Σ.] στην οικονομική θεωρία.4 Είναι μια πρόσληψη, η οποία δεν στηρίζεται στις βασικές σκέψεις της νεοκλασικής θεωρίας και δεν θεωρεί τις παραμέτρους της κατανομής του εισοδήματος ως τιμές των συντελεστών παραγωγής σε μια κατάσταση γενικής ισορροπίας με πλήρη απασχόληση. Στο μέτρο αυτό μπορεί να κάνει κανείς λόγο για μια τροποποιούσα τις μαρξικές βασικές σκέψεις επενέργεια, η οποία εκκινεί από την κριτική του [του Mαρξ – Γ.Σ.] της εξομοίωσης των εισοδημάτων από εργασία, γη και κεφάλαιο, η οποία δηλαδή έχει με τον Μαρξ mutatismutandis κοινή την κριτική στον “τριαδικό τύπο” και η οποία μπορεί επίσης να νοηθεί ως θεωρία του καπιταλισμού ως μιας αναπτυγμένης μορφής οικονομίας – είναι ίσως δυνατόν να υπήρξαν ή να υπάρχουν ακόμη άλλα συστήματα και στυλ (sic) Οικονομίας, καίτοι σήμερα δεν διαγράφονται εναλλακτικές λύσεις» (Schefold 2004: 909).


    Ενδιαφέρουσα δήλωση! Ο Schefold δεν δηλώνει, ότι είναι νεορικαρδιανός, αλλά ότι η θέση του, από την οποία ασκεί κριτική στον Μαρξ, βασίζεται στα διάφορα cornmodels καθώς και στην κεϋνισιανή θεωρία και στους προδρόμους της. Δηλώνει επίσης, ότι δεν είναι νεοκλασικός, επειδή – δεν το λέει, αλλά αυτό ακριβώς εννοεί – δεν νοεί το ονομαστικό ωρομίσθιο, το ποσοστό κέρδους και την πρόσοδο μιας μονάδας γεωργικής γης αντιστοίχως ως την τιμή του οριακού προϊόντος της εργασίας, την τιμή του οριακού προϊόντος του κεφαλαίου και την τιμή της χρήσης μιας μονάδας γεωργικής γης. Ισχυρίζεται ότι η απόρριψη της νεοκλασικής θεωρίας της παραγωγής και της κατανομής είναι ταυτόσημη με τη μαρξική κριτική στον «τριαδικό τύπο», η οποία δύναται να νοηθεί και ως θεωρία του καπιταλισμού ως μιας ανεπτυγμένης μορφής οικονομίας, την οποία συμμερίζεται κι αυτός. Πώς όμως να είναι όλ’ αυτά δυνατά; Η μαρξική κριτική στον «τριαδικό τύπο» βασίζεται σε μια ορισμένη θεωρία της παραγωγής και της κατανομής του εισοδήματος, σ’ αυτήν της υπεραξίας και της εκμετάλλευσης. Πώς είναι δυνατόν να συμμερίζεται ο Schefold τη μαρξική κριτική στον «τριαδικό τύπο», ενώ συγχρόνως απορρίπτει τη μαρξιστική θεωρία της υπεραξίας και της εκμετάλλευσης; Δύναται ίσως να ασκεί κριτική στη νεοκλασική θεωρία της παραγωγής και κατανομής, ωστόσο δεν έχει τίποτα απολύτως να της αντιπαραθέσει.

    Η μοναδική σημαντική συζήτηση, η οποία έλαβε χώρα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν εκείνη μεταξύ Νεοκλασικών και Νεορικαρδιανών με επίδικο ζήτημα, αν το φυσικό κεφάλαιο είναι ένα ομοιογενές, απόλυτα μετρήσιμο μέγεθος. Εάν είναι, όπως ισχυρίζονται οι Νεοκλασικοί, τότε μπορούν, αν και η εργασία είναι ένα ομοιογενές και απόλυτα μετρήσιμο μέγεθος, να διατυπώσουν μια αθροιστική μακροοικονομική συνάρτηση παραγωγής με αλληλοϋποκαθιστώμενους συντελεστές παραγωγής, π.χ. μια του είδους Cobb-Douglas. Οι Νεοκλασικοί χρειάζονται μια τέτοια συνάρτηση παραγωγής για τη θεωρία τους της λειτουργιακής κατανομής του κοινωνικού προϊόντος, δηλαδή της κατανομής του στους «συντελεστές παραγωγής» «εργασία» και «κεφάλαιο», οι οποίοι το έχουν δήθεν παραγάγει. Αυτή η θεωρία κατανομής συνίσταται στο ότι η τιμή μιας μονάδας «εργασίας», δηλαδή το ονομαστικό ωρομίσθιο, είναι ίσο με την τιμή του φυσικού οριακού προϊόντος του «συντελεστή παραγωγής» «εργασία» και η τιμή της χρήσης μιας μονάδας του «συντελεστή παραγωγής» «κεφάλαιο», δηλαδή το ποσοστό κέρδους, είναι ίση με την τιμή του φυσικού οριακού προϊόντος του «συντελεστή παραγωγής» «κεφάλαιο», έτσι που κάθε «συντελεστής παραγωγής» λαμβάνει από το κοινωνικό προϊόν ό, τι ακριβώς παρήγαγε απ’ αυτό.5 Δεν υπάρχει βέβαια δικαιότερη κατανομή! Ο Schefold (1962) παρουσίασε μια τέτοια συνάρτηση παραγωγής, για την οποία ο Garegnani (1970) έδειξε ότι δεν ισχύει.

    Η απλή εμπειρία δείχνει, ότι το υλικό κεφάλαιο, δηλαδή τα μέσα παραγωγής, δεν δύνανται ποτέ να είναι ένα ομοιογενές, απόλυτα μετρήσιμο μέγεθος – δεν μπορεί να είναι «malleable» («εύπλαστο»), όπως ισχυρίζονται οι Νεοκλασικοί. Στη συνέχεια οι Νεοκλασικοί κατέφυγαν στον ισχυρισμό ότι το υλικό κεφάλαιο μπορεί να υποκατασταθεί στον μόλις αναφερθέντα ρόλο του από ένα δείκτη, και συγκεκριμένα από το σε τιμές υπολογισμένο υλικό κεφάλαιο. Η όλη κριτική των Νεορικαρδιανών στους Νεοκλασικούς μοιάζει με βυζαντινολογία. Συνίσταται σε αποδείξεις ότι η ζήτηση για χρήση όχι μόνον κεφαλαίου, αλλά και για χρήση αυτού του υποκατάστατου του υλικού κεφαλαίου δύνανται να αυξάνεται (να μειούται) με αυξανόμενο (μειούμενο) ποσοστό κέρδους, δηλαδή με αυξανόμενη (μειούμενη) τιμή αυτού του υποκατάστατου του κεφαλαίου – πράγμα που προφανώς αντιφάσκει στη νεοκλασική θεωρία – και ότι με μειούμενο (αυξανόμενο) ποσοστό κέρδους η ένταση κεφαλαίου δύναται να μειούται (να αυξάνεται) – πράγμα που κι αυτό αντιφάσκει στη νεοκλασική θεωρία. Και εδώ έλαβε τέλος η διένεξη μεταξύ των δυο Σχολών. Οι Νεοκλασικοί συνέχισαν μετά απ’ αυτήν ανενόχλητοι να διδάσκουν και να γράφουν ό, τι δίδασκαν και έγραφαν πάντα. Σήμερα κανείς τους δεν θυμάται ή δεν γνωρίζει τίποτε από την περίφημη συζήτηση. Και οι Νεορικαρδιανοί ή, ακριβέστερα, οι απόγονοι των Νεορικαρδιανών συμμετεχόντων στη συζήτηση, μια και, στα πλαίσια της ενασχόλησής τους με την προαναφερθείσα κριτική, χρησιμοποίησαν γραμμικά συστήματα παραγωγής και ασχολήθηκαν με την κατάταξη και την επιλογή τεχνικών ως προς την κερδοφορία τους, συνέχισαν να δραστηριοποιούνται σ’ αυτό το πεδίο, μέχρι που και εδώ τους τέλειωσαν τα Λατινικά τους και στράφηκαν στην ιστορία των οικονομικών θεωριών (Κλασικοί και ό, τι προκύψει στον δρόμο).

    Αφού, με το περίφημο άρθρο του Garegnani (1970), πήραν οριστικά το πάνω χέρι στη συζήτηση με τους Νεοκλασικούς για τη δυνατότητα της διατύπωσης μιας αθροιστικής-μακροοικονομικής συνάρτησης παραγωγής με νεοκλασικές ιδιότητες, οι Νεορικαρδιανοί διέκοψαν κάθε περαιτέρω κριτική στους Νεοκλασικούς. Τι είδους κριτική θα μπορούσε να είναι αυτή; Μα μια θεμελιώδης κριτική της νεοκλασικής θεωρίας λειτουργιακής κατανομής του εισοδήματος, της βασιζόμενης σε μια συνάρτηση παραγωγής με νεοκλασικές ιδιότητες. Η διατύπωση μιας μακροοικονομικής συνάρτησης παραγωγής6 είναι καθεαυτή ένα αθώο πράγμα. Ακριβώς, όπως και η νεορικαρδιανή κριτική σ’ αυτήν. Πριν απ’ όλα: Μια μακροοικονομική συνάρτηση παραγωγής, πέραν του ότι δεν δύναται να υπάρξει και συνεπώς δεν δύναται να διατυπωθεί, δεν έχει αυτή καθεαυτή απολύτως τίποτα το νεοκλασικό. Νεοκλασική γίνεται μέσω της ειδικής χρήσης, την οποία κάνουν αυτής οι Νεοκλασικοί, για να αναπτύξουν τη θεωρία τους της κατανομής του εισοδήματος. Γι’ αυτήν την τελευταία χρειάζονται, όπως είδαμε ήδη, το φυσικό οριακό προϊόν του κεφαλαίου και το φυσικό οριακό προϊόν της εργασίας, τα οποία μόνον από μια συνάρτηση παραγωγής με ομοιογενές κεφάλαιο (και ομοιογενή εργασία) δύνανται να πάρουν: Σ’ αυτήν τη νεοκλασική θεωρία της κατανομής δεν άσκησαν οι Νεορικαρδιανοί ποτέ κριτική, όπως άσκησαν οι πρώτοι αριστεροί, Νεορικαρδιανοί, π.χ. ο L.v. Bortkiewicz.7 Μερικοί μάλιστα, όπως οι Kurz/Salvatori, φαίνεται πως προωθούν αθόρυβα την αδελφοποίησή τους με τους Νεοκλασικούς και πάντως την ένταξή τους σε μια κατηγορία οικονομολόγων που δεν κατατάσσεται ούτε στους Νεορικαρδιανούς ούτε στους Νεοκλασικούς (Kurz/Salvatori 1995, Potestio 1999, Kurz/Salvatori 1998, Potestio 2001, Σταμάτης 2016). Άλλοι πάλι, όπως ο Schefold, δεν θέλουν πλέον να είναι Νεορικαρδιανοί, αλλά τώρα πλέον μόνον Νεοκεϋνεσιανοί.

    Πώς να νοήσει κανείς μετά απ’ όλα αυτά την εκβίαση οικειότητας του μη νεοκλασικού Schefold από τον κριτικό του «τριαδικού τύπου» Mαρξ; – ιδίως όταν κλείνει την Εισαγωγή του με τη φράση: «Η επί δεκαετίες επιδιωχθείσα σύνθεση Sraffa και Keynes, την οποία άρχισαν κάποτε για να ξεπεράσουν τον Μαρξ, ούτε ολοκληρώθηκε ούτε ήρθη8 » (Schefold 2004: 910), η οποία ακούγεται για μαρξιστές σαν μια απροκάλυπτη απειλή;

    Μετά από μια επιστροφή στην από μέρους του Mαρξ απόρριψη του corn model ο Schefold συμπεραίνει, ανεξεύρετο από πού, επιγραμματικά: «Η μαρξική θεωρία της αξίας απεδείχθη αστήρικτη». Όμως παρά ταύτα «και μελλοντικά θα τη μελετά ασφαλώς κανείς στα πλαίσια του μαρξικού “γιγαντιαίου έργου”» (Schefold 2004: 910). Ακολουθούν εικασίες για τις μελλοντικές εξελίξεις μερικών κατευθύνσεων της οικονομικής θεωρίας: «Το αν τα σήμερα πριν απ’ όλα με το όνομα του Sraffa συνδεδεμένα στοιχεία θεωρίας θα επιβεβαιωθούν πλάι στον Μαρξ και στη νεοκλασική θεωρία ως μια αυτοδύναμη τρίτη δύναμη ή αν αυτά χρησιμεύσουν μόνον στην αναλυτική ανακατασκευή της Μαρξικής θεωρίας και μιας ειδικής κριτικής στη νεοκλασική θεωρία, φαίνεται προς το παρόν ακόμη ένα ανοιχτό ζήτημα» (Schefold 2004: 910). Η Εισαγωγή κλείνει με την ήδη παρατεθείσα απειλή. Ένα ταιριαστό κλείσιμο μιας ταιριαστής Εισαγωγής στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου στην MEGA.

    Κατά τα λοιπά, τα παραπάνω συνιστούν την απαρχή μιας πρώτης ρεαλιστικής εκτίμησης του Sraffa. Διαβάσαμε μόλις, ότι ο Sraffa δεν κατέθεσε καμία θεωρία, παρά απλώς στοιχεία μιας τέτοιας. Επιπροσθέτως ο Schefold δεν χρειάζεται να ελπίζει, ότι στο μέλλον τα στοιχεία θεωρίας του Sraffa θα εξελιχθούν πλάι στον Mαρξ και τη νεοκλασική θεωρία σε μια τρίτη αυτοδύναμη θεωρητική κατεύθυνση. Είναι, όσον αφορά το περιεχόμενο, πολύ περιορισμένα, για να ήσαν ικανά γι’ αυτό. Αυτό που θα μπορούσε να αναμένει κανείς είναι πως αυτά θα εμπλούτιζαν τη νεοκλασική θεωρία – εάν αυτή, πράγμα εξαιρετικά αμφίβολο, τα χρειαζόταν. Αλλά ούτε ν’ ανησυχεί κανείς χρειάζεται πως αυτά τα στοιχεία θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν μόνον σε μια αναλυτική ανακατασκευή στοιχείων της μαρξικής θεωρίας και σε μια ειδική κριτική της νεοκλασικής θεωρίας. Τη δεύτερη δυνατότητα είχαν, όπως είδαμε ήδη, οι Νεορικαρδιανοί μετά το πέρας της διένεξης για το κεφάλαιο μεταξύ αυτών και των Νεοκλασικών και την αφήσαν συνειδητά να περάσει ανεκμετάλλευτη. Έτσι αυτή η κριτική ήταν και παραμένει ένα θέμα Μαρξιστών οικονομολόγων. Στον βαθμό που το πράγμα αφορά την πρώτη δυνατότητα – ο Schefold δεν μπορεί μάλλον εδώ, με ανακατασκευή στοιχείων της Μαρξικής θεωρίας με τη βοήθεια των στοιχείων θεωρίας του Sraffa, παρά να εννοεί μια «βοήθεια» μέσω των εργαλείων των γραμμικών συστημάτων παραγωγής –, η σύγχρονη μοντέρνα μαξιστική θεωρία οφείλει, όπως κι ο ίδιος ο Sraffa, πολλά σ’ εκείνους, οι οποίοι ανέπτυξαν τη θεωρία των γραμμικών συστημάτων παραγωγής, όπως, εκκινώντας από τον ίδιο τον Mαρξ με τα σχήματα αναπαραγωγής του, στους οικονομολόγους και στατιστικούς και μηχανικούς της Στατιστικής Υπηρεσίας της Σοβιετικής Ένωσης και κυρίως στον Leontief, στους προγραμματιστές τη διαφόρων Αρχών Προγραμματισμού της ίδιας χώρας και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών, όπως επίσης στους Mühlpfordt, von Bortkiewicz, Dmitriev και von Charasoff, οι οποίοι δυστυχώς, με εξαίρεση τον von Bortkiewicz, έγιναν πολύ αργά γνωστοί, στον Sraffa ωστόσο δεν οφείλουν τίποτα ή σχεδόν τίποτα.

    Ας δούμε όμως τι έγραφε ο Schefold τρείς δεκαετίες πριν για τη σχέση μεταξύ μαρξισμού και νεοκεϋνεσιανισμού: «Η θεωρία μας [αυτή του Schefold – Γ.Σ.] είναι γεμάτη ανακολουθίες και ανοιχτά προβλήματα, που δεν θα διαλάθουν της προσοχής του προσεκτικού αναγνώστη. Την παρουσιάζουμε εδώ παρ’ όλα αυτά, επειδή πρόκειται για μια σημαντική, επιδεκτική πολυπληθών εμβαθύνσεων κατάστρωση, η οποία δείχνει πόσο πολύ μπορεί να διδαχθεί ακόμη ο νεοκεϋνεσιανισμός από τον μαρξισμό, και αντιστρόφως» (Schefold 1973: 168ε.). Και εν κατακλείδι: «Η συνείδηση της κριτικής προοπτικής της θεωρίας τους θα έπρεπε όμως να μην εμποδίσει τους μαρξιστές να λάβουν γνώση ότι η νεοκεϋνεσιανή Σχολή εισέφερε νέες επιγνώσεις, οι οποίες πρέπει να βρουν τη θέση τους στο μαρξικό σύστημα και οι οποίες είναι προσωρινά – και σ’ αυτήν εδώ την εργασία – μόνον επιφανειακά ολοκληρωμένες με το μαρξικό σύστημα» (Schefold 1973: 175). Αν δεν πλανώμαι, η παραπάνω ολοκλήρωση με το μαρξικό σύστημα είναι μια ολοκλήρωση της νεοκεϋνεσιανής θεωρίας, αφορά αυτήν, και θα έπρεπε κανείς συνεπώς να απευθύνεται στους εκπροσώπους της και όχι στους μαρξιστές και σε εκείνους να επαινεί τη θεωρία ετούτων και όχι σε τούτους τη θεωρία εκείνων. Αν, πάλι, πρόκειται για ενσωμάτωση του μαρξικού συστήματος στη νεοκεϋνεσιανή θεωρία, τότε το να απευθύνεται κανείς στους μαρξιστές και να τους επαινεί τη νεοκεϋνσιανή θεωρία αποτελεί μάλλον κακογουστιά. Εν συντομία: Εδώ στον Schefold πρόκειται μάλλον για την ενσωμάτωση της μαρξικής οικονομικής θεωρίας στη νεοκεϋνεσιανή ή σ’ ό, τι τελωσπάντων αυτός εννοεί με νεοκεϋνεσιανή θεωρία.

    Στο ίδιο άρθρο ο Schefold ασχολείται και με το πρόβλημα του μετασχηματισμού. Παρουσιάζει τη λύση των Morishima και Seton, την οποία σχολιάζει ως εξής:


    «Αυτή η λύση του προβλήματος του μετασχηματισμού εντυπωσιάζει με την κομψότητά της, ωστόσο έχει μειονεκτήματα, από τα οποία, τα εντυπωσιακότερα είναι: 1ον. Δεν είναι δυνατόν μέσω τυποποίησης των τιμών να επιτύχουμε για σύνολα εμπορευμάτων να είναι συγχρόνως άθροισμα των τιμών = άθροισμα των αξιών και άθροισμα των κερδών = άθροισμα των υπεραξιών. Απ’ αυτήν την ιδιότητα τής από τον Μαρξ επιδιωκόμενης λύσης του προβλήματος του μετασχηματισμού εξαρτάται ωστόσο η ερμηνεία του κέρδους ως μιας ανακατανομής της υπεραξίας κατ’ αναλογίαν προς το συνολικό κεφάλαιο σε κάθε τομέα. 2ον. Επειδή το σε αξίες μετρημένο ποσοστό υπεραξίας διαφέρει κατ’ αυτόν τον τρόπο από το σε τιμές μετρημένο (P/W), προκύπτει μια εμπειρικά χωρίς σημασία και θεωρητικά δευτερεύουσα έννοια: η αναφορά στην αξία της εργασιακής δύναμης χρησιμεύει πλέον μόνον στη διακοσμητική θεαματική παράσταση της κατανομής της τούρτας ως παραχθείσας από αναγκαία εργασία και υπερεργασία» (Schefold 1973: 170).


    Ως γνωστόν, η λύση αυτή των Morishima και Seton είναι ορθή.

    Οι δυο εξισώσεις, την ταυτόχρονη ισχύ των οποίων σύμφωνα με τον Schefold απαιτεί ο Μαρξ, θα ήσαν ταυτόσημες με μια διπλή τυποποίηση των τιμών. Το σύστημα εξισώσεων προσδιορισμού των τιμών, που θα προέκυπτε κατόπιν, θα ήταν υπερπροσδιορισμένο και δεν θα είχε λύση. Θα είχε λύση σε δυο μόνον ειδικές περιπτώσεις: πρώτον, όταν οι παραγωγικοτεχνικές συνθήκες του συστήματος παραγωγής είναι τέτοιες, ώστε οι τιμές να είναι ανάλογες ή ίσες των αξιών. Και, δεύτερον, όταν το υπερπροϊόν και το ακαθάριστο προϊόν (και συνεπώς και το σύνολο των μέσων παραγωγής και των πραγματικών μισθών) έχουν την ίδια σύνθεση, δηλαδή αποτελούνται από το ίδιο σύνθετο προϊόν. Αυτή η τελευταία λύση δεν είναι φυσικά μια γενική, δηλαδή μια για κάθε σύστημα παραγωγής ισχύουσα, αλλά μια ειδική λύση, η οποία υπάρχει μόνον σε συστήματα παραγωγής, τα οποία εμφανίζουν τις μόλις περιγραφείσες ιδιότητες.

    Ο Schefold (1973: 170-172) θεωρεί τη λύση της Joan Robinson, η οποία εξισώνει το κέρδος με την υπεραξία και την τιμή του καθαρού προϊόντος με την αξία του, ως την ορθή λύση, επειδή μέσω της ισότητας μεταξύ τού σε τιμές παραγωγής και του σε αξίες υπολογισμένου ποσοστού υπεραξίας, που προκύπτει από τις παραπάνω δυο εξισώσεις, ανταποκρίνεται κατ’ αυτόν ορθά στη μαρξική θεωρία της υπεραξίας. Ξεχνά όμως να αναφέρει, ότι το σύστημα εξισώσεων της JoanRobinson είναι υπερπροσδιορισμένο και ως εκ τούτου δεν έχει λύση. Έχει σε δυο μόνον περιπτώσεις λύση. Στην περίπτωση που είναι δεδομένες οι παραγωγικοτεχνικές συνθήκες, υπό τις οποίες οι τιμές παραγωγής είναι ίσες με τις αξίες και στην περίπτωση που το υπερπροϊόν και το καθαρό προϊόν (και συνεπώς και οι πραγματικοί μισθοί) έχουν την ίδια σύνθεση, δηλαδή αποτελούνται από το ίδιο σύνθετο εμπόρευμα (με συνέπεια το σε τιμές παραγωγής να είναι ίσο με το σε αξίες υπολογισμένο ποσοστό υπεραξίας). Αυτή η τελευταία δεν είναι μια γενική, αλλά μια ειδική λύση, η οποία υπάρχει μόνον σε συστήματα με τις μόλις περιγραφείσες ιδιότητες. Και αυτό, αυτό κυρίως, ξεχνά να αναφέρει ο Schefold. Ωστόσο περιγράφει αυτή την περίπτωση ως μια ειδική περίπτωση, ως την ειδική περίπτωση ενός πρότυπου συστήματος, στο οποίο, εν διακρίσει προς το σραφφαϊανό πρότυπο σύστημα, και το υπερπροϊόν και οι πραγματικοί μισθοί έχουν την ίδια σύνθεση με το καθαρό προϊόν, ενώ τα μέσα παραγωγής (και συνεπώς και το ακαθάριστο προϊόν) έχουν μια διαφορετική σύνθεση από το τελευταίο (Schefold 1973: 171ε.).

    Ενδιαφέρον είναι ότι εδώ ο Schefold μάς λέει για πρώτη φορά, ότι «οι Standard proportions του Sraffa [τα επίπεδα δραστηριότητας του προτύπου συστήματος του Sraffa – Γ.Σ.] είναι η ορθή έκφραση της μαρξικής έννοιας της μέσης βιομηχανίας, στην οποία βασίζεται η συζήτηση των επιδράσεων διακυμάνσεων του εργατικού μισθού στις τιμές παραγωγής στο 11ο και 12ο Κεφάλαιο του “Κεφαλαίου”, τόμος III» (Schefold 1973: 172). Όπως είδαμε ήδη, αυτή η έννοια δεν παίζει κανένα ρόλο κατά τη διερεύνηση μεταβολών των τιμών συνεπεία μεταβολών της κατανομής του εισοδήματος.

    Και συνεχίζει, αναφορικά με τη λύση της Joan Robinson:


    «Αν θεωρήσουμε δεδομένη τη λύση του προβλήματος του μετασχηματισμού από την Robinson, τότε δεν είναι καν δυνατόν πλέον να προσάψει κανείς στον Μαρξ ουσιώδεις αναλυτικές αντιφάσεις, όπως είναι αναγκασμένοι να κάνουν οι υπερασπιστές της λύσης των Seton-Morishima. Όχι μόνον είναι αδύνατον κατά τη λύση των Seton-Morishima, να επιτύχει κανείς άθροισμα τιμών = άθροισμα αξιών και άθροισμα κερδών = άθροισμα υπεραξιών· επιπλέον κατά τη λύση των Morishima-Seton το σε αξίες υπολογισμένο ποσοστό υπεραξίας διαφέρει από το σε τιμές υπολογισμένο, ενώ στον Μαρξ και τα δυο συμπίπτουν [πράγμα που κατά κανένα τρόπο δεν ευσταθεί – Γ.Σ.]. Ωστόσο επίσης η αναφορά στις εργασιακές αξίες φαίνεται στο μέτρο περιττή, στο οποίο η βασιζόμενη στην έννοια της αγοραζόμενης εργασίας θεωρία των τιμών φαίνεται ότι δεν την χρειάζεται, εάν είναι δεδομένη η μήτρα των εισροών-εκροών. Γνωρίζει κάποιος περισσότερα για τις τιμές παραγωγής, εάν είναι δεδομένα η τεχνολογία και το ποσοστό κέρδους, παρά εάν γνωρίζει κανείς μόνον τις εργασιακές αξίες» (Schefold 1973: 172ε.).


    Κάτι ασήμαντο φαίνεται να ξέχασε εδώ ο Schefold: Η λύση των Morishima/Seton δεν είναι μόνον μια κομψή, όπως παρατηρεί ο ίδιος, λύση, αλλά και μια γενική λύση, δηλαδή μια, που ισχύει για κάθε σύστημα παραγωγής, ενώ η λύση της JoanRobinson, όταν υπάρχει, δεν είναι μια γενική, αλλά μια ειδική λύση, δηλαδή μια, η οποία, όπως δείξαμε ήδη, ισχύει για ορισμένα μόνον άκρως ειδικά συστήματα παραγωγής. Κατά τα λοιπά δεν μας εκπλήσσει ιδιαιτέρως, ότι κάποιος γνωρίζει περισσότερα για τις τιμές παραγωγής, όταν γνωρίζει την τεχνολογία και το ποσοστό κέρδους, παρά όταν γνωρίζει μόνον τις εργασιακές αξίες. Διότι σημαίνει απλώς, ότι κάποιος, ο οποίος γνωρίζει την τεχνική [A, l] [την «τεχνολογία» - Γ.Σ.] και απ’ αυτήν μπορεί να υπολογίσει τις εργασιακές αξίες u, γνωρίζει λιγότερα από εκείνον, ο οποίος εκτός από την τεχνική [A, l] γνωρίζει και το ποσοστό κέρδους r.

    Παρά την τελευταία, ασήμαντη επιφύλαξη, την οποία, όπως θα δούμε, θα προσπαθήσει να μετριάσει, αν όχι να την αποσύρει τελείως, ο Schefold δηλώνει – εν αντιθεσει προς την καλλίτερη γνώση του τού πράγματος9 – ότι τα παραπάνω ανήκουν τόσο στην ορθή λύση του προβλήματος του μετασχηματισμού όσο και στη μαρξική θεωρία της εκμετάλλευσης και της υπεραξίας.10 Το ωραιότερο όμως συνίσταται στο κλείσιμο του άρθρου, το οποίο έχει τη λειτουργία, να αντισταθμίσει τη δυσάρεστη για τους αριστερούς διαπίστωσή του, σύμφωνα με την οποία μπορεί κανείς να λύσει το πρόβλημα του μετασχηματισμού χωρίς τη βοήθεια των αξιών, και ως εκ τούτου παριστά ούτως ειπείν μια προσπέραση από τον Schefold των αριστερών από τα αριστερά, δηλαδή κατά τον μοναδικό νομοταγή τρόπο να προσπεράσει κανείς κάποιον και να περάσει δεξιά: «Η θεωρία της αξίας όμως», συνεχίζει ο Schefold (1973: 173-175),


    «έχει και άλλες λειτουργίες στο σύστημά του απ’ ό, τι μόνον την ποσοτική ερμηνεία των τιμών. Αυτή η “ποιοτική” θεωρία της αξίας, στην οποία παρέπεμψα στην αρχή (η ορολογία δεν είναι ιδιαιτέρως επιτυχής και η διάκριση όχι αυστηρή), είναι συνδεδεμένη με την ποσοτική δια της έννοιας της απόλυτης αξίας, από την οποία απορρέουν η μαρξική θεωρία του χρήματος και γενικότερα η θεωρία της αξιακής μορφής. Προς τη θεωρία της αξιακής μορφής, η οποία μέχρι τούδε ερευνήθηκε περισσότερο από φιλοσόφους παρά από οικονομολόγους, πρέπει ως εκ τούτου να στραφεί το ενδιαφέρον της οικονομικής έρευνας. Η επιτακτική ιδέα τού να συλλάβει κανείς τη διττή εμφάνιση του κεφαλαίου (ως μέσο παραγωγής, γενικότερα ως εμπόρευμα, και ως χρήμα) ως αλλαγή μορφής μιας και της αυτής ουσίας, δεν έγινε ποτέ αποδεκτή από την αστική οικονομία, καίτοι η παράσταση εννοιακά δεν φαίνεται δυσκολότερη από αυτήν της μεταβολής μορφής της ενέργειας στο εκκρεμές, η οποία μεταβάλλεται από κινητική σε δυναμική και τανάπαλιν, καίτοι σ’ αυτήν την παράσταση βασίζεται η σε κανέναν άλλον παρά μόνον στον Μαρξ απαντώμενη συνοχή και καίτοι αυτή η παράσταση δύναται να θεωρηθεί προϋπόθεση της για την χαρακτηριστικής δυναμικής πραγμάτευση της διαδικασίας επισώρευσης και εκτός των λόγω υπερβολικής ακρίβειας προτιμούμενων από τους νεοκεϋνεσιανούς steadystates. Όποιος έχει στραμμένη την προσοχή του μόνον στην τυπική δομή, σ’ αυτόν θα πρέπει να φαίνεται ότι τη θεωρία της αξιακής μορφής μόνον από καθαρά οικονομική άποψη μπορεί να την πραγματευθεί κανείς. Ωστόσο είναι λιγότερο η δομή της σκέψης, απέναντι στην οποία μη μαρξιστές και πολλοί μαρξιστές οικονομολόγοι τηρούν απόσταση και περισσότερο η πίσω απ’ αυτήν κείμενη θεωρία της αξίας με τη γένεσή της από τη διαφορά μεταξύ ανταλλακτικής αξίας και αξίας χρήσης, τον διττό χαρακτήρα της εργασίας και με τα ενεχόμενά της: τον φετιχισμό του εμπορεύματος, τη θεωρία του χρήματος ως παράδειγμα μιας διαδικασίας πραγματοποίησης και τον στη θεωρία της εκμετάλλευσης βασιζόμενο ορισμό του κεφαλαίου ως “αξία που γεννά υπεραξία”. Κανείς μετά απ’ όλα αυτά δεν θα εκπλήσσεται που η αστική προκατάληψη φράσσει την πρόσβαση στη θεωρία της αξιακής μορφής. Λυπηρότερο είναι ήδη, όταν μαρξιστές δεν πραγματεύονται καθόλου ή μόνον δογματικά τις βαθύτερες όψεις της θεωρίας της αξίας. Όσο η γένεσις των μαρξικών θεμελιωδών κατηγοριών δεν τυγχάνει καμίας άλλης ερμηνείας, η θεωρία της αξίας παραμένει και πάντως στα βασικά της χαρακτηριστικά απαραίτητη. Διαφορετικά, με την ενθουσιάζουσα ανακάλυψη της κατανεμητικής λειτουργίας των σκιωδών τιμών σε οικονομίες προγραμματισμού υπό όρους σπανιότητας, θα ξεχαστεί γιατί ο κομμουνισμός ως κοινωνία της πληθώρας μόνον με την κατάργηση των εμπορευματικών σχέσεων μπορεί να ξεκινήσει.11 Η συνείδηση των κριτικών προοπτικών της θεωρίας τους δεν θα έπρεπε όμως να εμποδίσει τους μαρξιστές να λάβουν γνώση του ότι η νεοκεϋνεσιανή Σχολή έχει εισφέρει νέες επιγνώσεις, οι οποίες πρέπει να βρουν τη θέση τους στο μαρξικό σύστημα και οι οποίες προσωρινά – και σ’ αυτήν την εργασία – μόνον επιφανειακά ολοκληρώθηκαν με το μαρξικό σύστημα» (Schefold 1973: 173-175).


    Πρόκειται προφανώς για μια λόγω άγνοιας του αντικειμένου αδέξιας προσπάθειας εκβίασης οικειότητας από τους μαρξιστές – για λόγους που υπαινιχθήκαμε ήδη. Επίσης είναι εμφανές ότι ο Schefold με ολοκλήρωση της νεοκεϋνσιανής θεωρίας με το μαρξικό σύστημα εννοεί τελικά μια ενσωμάτωση του τελευταίου στην πρώτη − μια μάλλον μεγάλη μπουκιά για τον ουσιαστικά ανύπαρκτο Νεοκεϋνσιανισμό. Υπάρχει αναφορικά με τη στάση μια χτυπητή διαφορά από το κείμενο του 2004. Κάτι άλλαξε μεταξύ 1973 και 2004.

    Η παραπάνω κριτική θεώρηση της Εισαγωγής στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου στην MEGA2 έδειξε ότι γράφτηκε ατάκτως και με άνεση στο γόνατο από κάποιον που γνωρίζει εν τέλει σίγουρα το αντικείμενο, στο οποίο εκλήθη να εισαγάγει του αναγνώστη – και πάντως στο μέτρο, που είναι αναγκαίο, για να είναι σε θέση να παραποιεί και να συκοφαντεί ορισμένα σημαντικά μέρη του, όπως τη θεωρία της αξίας, των τιμών παραγωγής και της υπεραξίας ως θεωρίας της εκμετάλλευσης. Δεν μιλάει δύο γλώσσες, αλλά, όσον αφορά τις προθέσεις του, μια, ηθελημένα ασαφή. Και κατά τα λοιπά μιλάει κάθε φορά μια μόνον – ωστόσο κατά καιρούς, σε αντιστοιχία με τους τελευταίους, διαφορετική γλώσσα.

    Προϋποθέτω ως δεδομένη τη συναίνεση του αναγνώστη στην επιλογή μου να μην θέσω το ερώτημα για την επιστημονική ακεραιότητα και το επιστημονικό ήθος του συγγραφέα της Εισαγωγής.

    Η τελευταία και η επιλογή του συντάκτη της θα παραμείνουν στον χρόνο ως μαρτυρία των άθλιων καιρών μας – δυστυχώς και για τον λόγο πως η πρώτη στέκει στη θέση μιας Εισαγωγής σε έναν από τους τόμους ενός βιβλίου σαν το Κεφάλαιο σε μια μνημειώδη έκδοση Απάντων σαν την MEGA2.


    Βιβλιογραφία


    Garegnani, P. (1970), Heterogeneous Capital, the Production Function and the Theory of Distribution, Review of Economic Studies, vol. 37: 407 - 436.

    Goodwin, R.M. (2004), A Growth Cycle, Political Economy, No14: 5-12 (πρώτηδημοσίευσηστο: C.H. Feinstein (ed.), Capitalism and Economic Growth, Cambridge University Press 1967: 54-58).

    Kurz, H.D. and N. Salvatori (1995), Theory of Production. A Long-Period-Analysis, Cambridge, Melburne and New York.

    Kurz, H.D. and N. Salvatori (1998), Reverse Capital Deepening and the numéraire: a note, Review of Political Economy, vol. 10: 415-426.

    Μίνογλου, Θ. και Γ. Σταμάτης (1987), Παρατηρήσεις στο άρθρο του R.M. Goodwin «Ένα είδος κυκλικών διακυμάνσεων σε μια διευρυνόμενη οικονομία», Τεύχη Πολιτικής Οικονομίας, τ. 1: 13-43.

    Minoglou, Th. and G. Stamatis (2004), Comments on the Paper by R.M. Goodwin “A Growth Cycle”, Political Economy, No 14: 13-44.

    Potestio, P. (1999), The aggregate neoclassical theory of distribution and the concept of a given value of capital: towards a more general critique, Structural Change and Economic Dynamics. Vol.10: 381-394.

    Potestio, P. (2001), The aggregate neoclassical theory of distribution and the concept of a given value of capital: a counter-reply, Structural Change of Economic Dynamics, vol.12: 487-490.

    Schefold, B. (1973), Wert und Preis in der marxistischen und neokeynesianischen Akkumulationstheorie, Mehrwert, Nr. 2: 125-175.

    Schefold, B. (2004), Einführung, in MEGA2 II/15: 871-999.

    Stamatis, G. (1976), Zum Marxschen Gesetz vom tendenziellen Fall der allgemeinen Profitrate, Mehrwert, Nr. 10: 70-138.

    Stamatis, G. (1976a), Zum Beweis der Konsistenz der Merxschen Gesetzes vom tendenziellen Fall der allgemeinen Profitrate, Prokla, Nr. 25: 105-116.

    Stamatis, G. (1977), Die „spezifisch kapitalistischen“ Produktionsmethoden und der tendenzielle Fall der allgemeinen Profitrate bei Karl Marx, Berlin.

    Σταμάτης, Γ. (1984), Απόδειξη της λογικής συνοχής του μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του γενικού ποσοστού κέρδους, Θέσεις, τ. 7, Απρίλιος – Ιούνιος: 69-81.

    Σταμάτης, Γ. (1986a), Τεχνολογική εξέλιξη και τάση του ποσοστού κέρδους στον Μαρξ, Θέσεις, τ. 17, Οκτώβριος – Δεκέμβριος: 91-98.

    Stamatis, G. (1993), The Impossibility of a Comparison of Techniques und the Ascertainment of a Reswiching Phenomenon, Jahrbücher für National konomie und Statistik, Band 211, Heft 5-6: 426-446.

    Σταμάτης, Γ. (2016), Συμπεράσματα από την έριδα των δυο Cambridges για το κεφάλαιο, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα.

    1 Αυτό θα πρέπει να συνέβη ή χωρίς να γίνει αντιληπτό ή να συνέβη σχετικά προσφάτως. Γ.Σ.

    2 Ο Schefold δεν σκοντάφτει σε καμία από τις πολυάριθμες σχετικές εργασίες που εκπονήθηκαν κυρίως στη Γερμανία τη δεκαετία του 1970. Ούτε καν την εξαιρετικά τεκμηριωμένη εργασία του vonSinn (1975) γνωρίζει (πρόκειται για τον ίδιο Διευθυντή του IFO του Μονάχου, ο οποίος σχολίασε τα τελευταία χρόνια πολύ συχνά την οικονομική κατάσταση της χώρας μας).

    3 Χτυπητό παράδειγμα είναι οι Νεοκαρδιανοί με τα γραμμικά συστήματά τους παραγωγής. Σ’ αυτά τα τελευταία είναι πασιφανής ο προσδιορισμός του ποσοστού κέρδους και της τάσης του από τις μεθόδους παραγωγής (= τεχνικές παραγωγής). Για τους Νεορικαρδιανούς αυτό είναι ένα φαινόμενο τόσο αυτονόητο όσο κι αυτό της βροχής που πέφτει από πάνω προς τα κάτω κι όχι από κάτω προς τα πάνω. Ένα άλλο παράδειγμα του ότι οι Νεορικαρδιανοί δεν κατανοούν ό, τι αντιλαμβάνονται εμπειρικά, δηλαδή δεν είναι σε θέση να αναγάγουν την άμεση αντίληψη σε έννοια, σε κατηγορία, συνιστάται στο ότι, ενώ εγκαλούν τη μαρξική αφηρημένη εργασία ως ένα αυθαιρέτως ομοιογενές θεωρούμενο μέγεθος, θεωρούν οι ίδιοι την άμεση εργασία αυτονοήτως ένα ομοιογενές μέγεθος.

    4 Δεν θα διέφευγε της προσοχής του αναγνώστη, ότι ο Schefold με cornmodel δεν εννοεί πλέον το καθαυτό cornmodel, δηλαδή ένα onegood ή quasionegoodproductionsystem, δηλαδή ένα σύστημα παραγωγής, του οποίου το καθαρό προϊόν, το ακαθάριστο προϊόν, το υπερπροϊόν, οι πραγματικοί μισθοί και τα μέσα παραγωγής αποτελούνται από το ίδιο απλό ή σύνθετο προϊόν, αλλά ένα σύστημα παραγωγής, η δομή του οποίου περιγράφεται από ποσότητες «αξιών χρήσης», δηλαδή ένα οποιοδήποτε σύστημα παραγωγής.

    5 Αυτό φαίνεται να είναι, δεν είναι όμως ορθό. Ας το αφήσουμε όμως να ισχύει ως ορθό, όπως ισχύει στις αίθουσες των πανεπιστημιακών παραδόσεων.

    6 Το θεωρήσαμε αυτονόητο, ότι εδώ πρόκειται γενικώς για μια συνάρτηση παραγωγής με αλληλοϋποκαθιστούμενους συντελεστές παραγωγής

    7 Είναι γνωστό (;) το πνευματώδες, ειρωνικό σχόλιο του vonBortkiewicz στις νεοκλασικές απόψεις για την ικανότητα του κεφαλαίου να παράγει κέρδος «όπως η κερασιά κεράσια».

    8 Τα πλάγια δικά μου – Γ.Σ.


    9 Δεν υπάρχει βέβαια κανείς, ο οποίος να πιστεύει πως ο Schefold δεν διακρίνει, ότι το σύστημα εξισώσεων της JoanRobinson είναι υπερπροσδιορισμένο, και να μην αναρωτάται, γιατί αυτός δεν ασχολείται καθόλου με την – άμεσα ως εσφαλμένη αναγνωριζόμενη – μαρξική λύση, αλλά με το αν άλλοι έδωσαν μια ορθή ή λανθασμένη λύση του προβλήματος, καθώς επίσης δεν αναρωτάται, μήπως εντέλει αυτή, η μη επαναληφθείσα, κολακευτική αβρότητά του απέναντι στους μαρξιστές έχει να κάνει με το ότι τότε οι αριστεροί στα πανεπιστήμια ήσαν ακόμη σχετικά ισχυροί, έτσι που και θέσεις καθηγητών για μαρξιστική πολιτική οικονομία προκηρύσσονταν και πληρούνταν, όπως στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, με τη συνέργειά τους.

    10 Έτσι που, όταν η μαρξική θεωρία της υπεραξίας είναι ορθή (λύση Robinson), δεν υπάρχει γενική λύση του προβλήματος του μετασχηματισμού – και αντιστρόφως (λύση των Morishima/Seton).

    11 Όποιος έχει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομικού προγραμματισμού γνωρίζει ότι σε καμία κοινωνία, ούτε στην κομμουνιστική, δεν μπορεί να παραιτηθεί κανείς από τη διαμεσολάβηση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας από τις εμπορευματικές σχέσεις. Αν τις καταργήσει κανείς, θα καταρρεύσει η παραγωγή στο σύνολό της με αποτέλεσμα ένα γενικευμένο λιμό. Το άκρον άωτον της πλειοδοσίας όμως αποτελεί πανηγυρικό άρθρο για τα 100 χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης και την «Αποφυγή, κατά το δυνατόν, του καταμερισμού της εργασίας» στην Εφημερίδα των συντακτών. Συνήθως οι άνθρωποι πιστεύουν ότι, ακόμη κι όταν ακούν απλώς και μόνον λόγια, πρέπει εντέλει να έχουν αυτά κάποιο νόημα.


  •  
    < Προηγ.
    Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
    Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή