Παρατηρήσεις για μια κριτική των αστικών ιδεολογιών της ανάπτυξης Εκτύπωση
Τεύχος 16, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1986


Παρατηρήσεις για μια κριτική των αστικών ιδεολογιών της ανάπτυξης
των Γιάννη Μηλιού και Χρήστου Θεοχαρά

1. Η Αριστερά και η «ανάπτυξη»
Στο έδαφος της παρατεινόμενης κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού βλέπουν το φως κάθε είδους απόψεις που προβάλλουν τις «διαρθρωτικού χαρακτήρα αδυναμίες», τα «στρεβλά, χρεοκοπημένα μοντέλα ανάπτυξης» τις «εξαρτημένες δομές», το «αναχρονιστικό θεσμικό πλαίσιο» και, βεβαίως, τη «δυσκίνητη - αντιπαραγωγική κρατική μηχανή», το «μικρό ποσοστό των παραγωγικών μισθωτών στο σύνολο του ενεργού πληθυσμού», την «τεράστια έκταση της παραοικονομίας» κ.λ.π., για να ερμηνεύσουν την όξυνση της οικονομικής κρίσης κατά τα τελευταία χρόνια, αλλά και για να αντιμετωπίσουν με σκεπτικισμό την κυβερνητική «αισιοδοξία» που προεξοφλεί την έξοδο από την κρίση στο τέλος μιας δίχρονης πορείας σκληρής λιτότητας.

Το ενδιαφέρον στοιχείο στην προκείμενη περίπτωση βρίσκεται στο γεγονός ότι ανεξάρτητα από το πόσο ριζική εμφανίζεται να είναι η αντίθεση των κομμάτων της παραδοσιακής Αριστεράς, αλλά και των κινήσεων που μορφοποιούνται από τις φυγόκεντρες τάσεις του ΠΑΣΟΚ, στα μέτρα «σταθεροποίησης» που προωθεί η κυβέρνηση, εντούτοις οι πάντες - κυβέρνηση και Αριστερά - μοιάζουν να συμφωνούν στο ίδιο πλαίσιο ανάλυσης: «Το μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία τριάντα χρόνια ήταν τέτοιο που οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην υποβάθμιση της χώρας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, όξυνε τα αδιέξοδα και προκαθόρισε τη σημερινή κρίση (...) Μπορεί να σχηματίσει κάποιος την αντίληψη ότι η σημερινή κρίση της οικονομίας μας οφείλεται στο μοντέλο ανάπτυξης που ακολούθησε η άρχουσα τάξη της χώρας τα τελευταία τριάντα τουλάχιστον χρόνια».

Τα «γυάλινα πόδια της οικονομίας μας» είναι λοιπόν η κοινή αφετηρία των αναλύσεων όλου του ιδεολογικού φάσματος που ορίζεται εκατέρωθεν από τον Χαλίκια και από την αντιπολίτευση ΚΚΕ ΣΣΕΚ, μέχρι και την «17 Νοέμβρη». Τίποτα το αφύσικο λοιπόν αν η υπέρβαση των «γυάλινων ποδιών» γίνεται το σημείο συνάντησης όλων των αποχρώσεων του ιδεολογικού φάσματος που αναφέραμε.

Η Αριστερά λοιπόν, στο σύνολο της, φαίνεται να αποδέχεται τις προτεραιότητες της «σταθεροποίησης και ανάκαμψης ανάπτυξης» και να διαφωνεί βέβαια για το αν έχουν πραγματικά αναπτυξιακό χαρακτήρα η πράξη νομοθετικού περιεχομένου, η κατεύθυνση του Σημίτη για διαχείριση των ΔΕΚΟ με βάση ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, ή ακόμα το κλείσιμο των προβληματικών.

Είναι όμως προφανές ότι η αποδοχή των προτεραιοτήτων της «ανάπτυξης» από την Αριστερά είναι αυτή που διασφαλίζει την ηγεμόνευση των αστικών ιδεολογικών μύθων περί κοινού εθνικού συμφέροντος, περί της ανάγκης ανεύρεσης ενός πλαισίου εθνικής συνεννόησης των παραγωγικών τάξεων κ.λ.π.

Η βασική διαχωριστική γραμμή που διαπερνά πέρα ως πέρα την ελληνική κοινωνία, η αντίθεση κεφαλαίου εργασίας, αποσιωπάται. Πρόκειται μ' άλλα λόγια για μια προβληματική που αφοπλίζει την Αριστερά ακόμα και στην αντιπαράθεση της με τη νέα οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. Στο κυβερνητικό επιχείρημα ότι οι αυξήσεις στις αμοιβές των εργαζομένων πρέπει να ακολουθούν τις αυξήσεις ανταγωνιστικότητας των προϊόντων «μας», η Αριστερά έχει πολύ λίγα επιχειρήματα να αντιπαραθέσει.

Ταυτόχρονα, η ηγεμόνευση του πολιτικού λόγου της Αριστεράς από την αστική στρατηγική της ανάπτυξης και τους ιδεολογικούς μύθους της «εθνικής οικονομίας» τροφοδοτείται και νομιμοποιείται από την ιδεολογική σύγχυση που χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο κομμάτι της θεωρητικής παραγωγής που αναφέρεται στο ζευγάρι «ανάπτυξη υπανάπτυξη».

Από την άποψη αυτή είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ανεξάρτητα από τα συγκεκριμένα θεωρητικά εργαλεία που προτείνονται κάθε φορά, αυτό που κατά κανόνα επιχειρείται είναι η συγκρότηση ενός ομογενούς θεωρητικού πεδίου όπου βρίσκουν τη θέση τους όλα τα προβλήματα της «μη ολοκληρωμένης ανάπτυξης»: τα προβλήματα που αναφέρονται στην «υπανάπτυξη» της Βραζιλίας και του Μεξικού, ή τη σχετική καθυστέρηση του ιταλικού νότου, ή ακόμα τις όποιες διαφορετικές «διεξόδους» εγκυμονεί η κρίση των χωρών της «καπιταλιστικής μητρόπολης».

Χαρακτηριστικό επίσης των θεωρητικών ακαδημαϊκών προβληματικών είναι ότι κι αυτές, όπως και οι αναλύσεις των κυβερνητικών τεχνοκρατών, θέτουν το ζήτημα της ανάπτυξης μ' ένα τρόπο κυρίαρχα «τεχνικό». Λειτουργούν ως εκ τούτου εξωραϊστικά σε σχέση με την καπιταλιστική κυριαρχία και εκμετάλλευση: Η ανάπτυξη δεν γίνεται αντιληπτή ως καπιταλιστική ανάπτυξη, δηλαδή ως το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ταξικής κυριαρχίας και της πάλης των τάξεων στα πλαίσια της, αλλά ως συσσώρευση κοινωνικού πλούτου, ως κοινωνική ευημερία, την οποία, κατά την πλέον διαδεδομένη εκδοχή, στερούν οι ιμπεριαλιστικές χώρες και οι ντόπιοι «μεταπράτες ή αεριτζήδες» καπιταλιστές από τα εξαρτημένα έθνη.

Ακόμα όμως κι όταν δεν προκρίνεται το σχήμα του «παγκόσμιου καπιταλισμού» και της «εξάρτησης», η «ολοκληρωμένη» ή η «περιορισμένη ανάπτυξη» μπορεί να παρουσιάζεται ως «υλοποίηση» ενός μοντέλου που με ένα συγκεκριμένο τρόπο έχει ήδη από τα πριν προκριθεί.

Από την άποψη αυτή είναι αρκετά ενδεικτική η παρουσίαση της βιβλιογραφίας που επιχειρεί το άρθρο του Γ. Μιχαηλίδη σ' αυτό το τεύχος των θέσεων. Όπως μπορεί να διαπιστώσει ο αναγνώστης, επιχειρείται πολύ συχνά να συγκροτηθεί μια θεωρία των διαφόρων μορφών υπό τις οποίες μπορούν να αρθρωθούν οι γνωστοί τρόποι παραγωγής, ώστε να δώσουν τους διαφορετικούς τύπους κοινωνικών σχηματισμών. Στα πλαίσια μιας τέτοιας αντίληψης, ο βαθμός καθυστέρησης των χωρών του τρίτου κόσμου, ή οι πολιτικές τους ιδιαιτερότητες, αλλά επίσης τα χαρακτηριστικά των χωρών του αναπτυγμένου καπιταλισμού ή των «νέων βιομηχανικών χωρών», οι διαφορετικοί ρυθμοί συσσώρευσης, αλλά και η διαφορετική ένταση με την οποία πλήττει η οικονομική κρίση τις διαφορετικές χώρες κ.λπ., μπορούν να αναλυθούν σαν αποτέλεσμα του ιδιαίτερου τρόπου διαπλοκής των τρόπων παραγωγής (ή των επιμέρους επιπέδων τους) που είναι παρόντες στους δεδομένους κοινωνικούς σχηματισμούς. Το υποτιθέμενο «μοντέλο ανάπτυξης» αναλύεται εδώ στα υποτιθέμενα δομικά μέρη του. Όπως θα προσπαθήσουμε να δείξουμε στα επόμενα, αυτό που και πάλι απουσιάζει είναι η επιστημονική ανάλυση, δηλαδή η συγκεκριμένη ανάλυση των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας και της πάλης των τάξεων στο εσωτερικό του κάθε συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού.

Οι προσεγγίσεις αυτές, ακόμα κι αν δεν το επιχειρούν άμεσα οι ίδιες, επιτρέπουν εντούτοις στους «προοδευτικούς» τεχνικούς της καπιταλιστικής εξουσίας να νομιμοποιούν με «επιστημονικό κύρος» τα «οράματα» τους για ένα σωστό «μοντέλο» «αυτοδύναμης» (καπιταλιστικής) ανάπτυξης. Η διευρυμένη αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης μπορεί έτσι να ονομάζεται τώρα «πορεία προς το σοσιαλισμό», η αλλαγή του νομικού πλαισίου αυτής της εκμετάλλευσης «εθνικοποίηση», η παρωδία συμμετοχής των εργαζομένων σε δευτερεύουσες πλευρές της επιχειρηματικής δραστηριότητας «κοινωνικοποίηση» κ.ο.κ. Η Αριστερά μετατρέπεται μ' αυτό τον τρόπο σε «καθεστωτική πολιτική δύναμη», σε πολιτικό εκπρόσωπο των συμφερόντων του συνολικού (εθνικού) κοινωνικού κεφαλαίου, σε απολογητή του «ήπιου καπιταλισμού», δηλαδή μιας ταχύρυθμης καπιταλιστικής ανάπτυξης υπό συνθήκες κοινωνικής εξειρήνευσης και λαϊκής συναίνεσης. (Βλ. και Νόυζυς - Μύλλερ 1982, Μηλιός 1983).

Όμως η μαρξιστική θεωρία δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τα κάθε λογής θεωρήματα που καλούνται να εξωραΐσουν την καπιταλιστική κυριαρχία. Το ακριβώς αντίθετο, ο μαρξισμός συγκροτείται ως «κριτική της πολιτικής οικονομίας», ως κριτική των «εθνικοοικονομικών» κατηγοριών και της φιλολογίας περί «μοντέλων ανάπτυξης».

Στα επόμενα θα επιχειρήσουμε να τοποθετήσουμε το πρόβλημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο εσωτερικό του θεωρητικού πεδίου της «κριτικής της πολιτικής οικονομίας». Να δούμε δηλαδή την καπιταλιστική ανάπτυξη ως προϊόν της πάλης των τάξεων.

2. Καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και εθνικός κοινωνικός σχηματισμός


Η μαρξιστική έννοια του τρόπου παραγωγής και ειδικότερα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ) δεν αναφέρεται σ' ένα υπαρκτό αντικείμενο, δεν αποτελεί την έννοια μιας εμπειρικά πιστοποιούμενης οντότητας. Πρόκειται για μια θεωρητική κατηγορία που εντοπίζει την ειδοποιό διαφορά της συγκεκριμένης (καπιταλιστικής) ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, τον πυρήνα των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης, τον πυρήνα που διαφοροποιεί το συγκεκριμένο «τρόπο» εκμετάλλευσης και κυριαρχίας από οποιονδήποτε άλλο.

Ο ΚΤΠ δεν αναφέρεται βέβαια μόνο στο βασικό κοινωνικό επίπεδο, το οικονομικό. Αναφέρεται και στο πολιτικό και το ιδεολογικό επίπεδο.

Η καπιταλιστική κυριαρχία, ως σχέση εξουσίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία, υλοποιείται, ως γνωστόν, πέρα από το οικονομικό επίπεδο, και ως μια ειδικά καπιταλιστική οργάνωση του πολιτικού επιπέδου (αστικό κράτος) και ως μια ειδικά καπιταλιστική ιδεολογική μορφή και κυριαρχία.

Πρόκειται λοιπόν για μια συνολική κοινωνική ταξική κυριαρχία η οποία «συγκεφαλαιώνεται» στο καπιταλιστικό κράτος. Το κράτος, διατηρώντας μια σχετική αυτονομία από το οικονομικό επίπεδο, αλλά και από τις διαφορετικές μερίδες του κεφαλαίου, εμφανίζεται ως ο εκφραστής του κοινού συμφέροντος της κοινωνίας, ως η «αταξική» δημόσια πολιτική οργάνωση του κοινού συμφέροντος. Πρόκειται για την ειδικά καπιταλιστική μορφή της πολιτικής κυριαρχίας, για την πολιτική κυριαρχία του κεφαλαίου ως συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου μιας κοινωνίας. Καθοριστική είναι εδώ η παρέμβαση της κυρίαρχης ιδεολογίας, που αναπαριστά τις σχέσεις των τάξεων με τις υλικές συνθήκες της ύπαρξης τους ως σχέσεις μεταξύ ατόμων, ως σχέσεις ατομικού ανταγωνισμού.

Η ιστορικά συγκροτούμενη ειδικά καπιταλιστική συνοχή ανάμεσα στις ανταγωνιστικές τάξεις, στο ιδεολογικό πολιτιστικό και το οικονομικό επίπεδο, παίρνει τη μορφή του έθνους. Το κράτος εμφανίζεται έτσι στα πλαίσια της κεφαλαιακής σχέσης ως η πολιτική ολοκλήρωση του έθνους, παίρνει τη μορφή του εθνικού κράτους.

Από τα παραπάνω γίνεται προφανές ότι εάν ο μαρξισμός συγκροτεί ως κεντρική θεωρητική του έννοια τον ΚΤΠ, αυτό συμβαίνει γιατί με βάση ακριβώς αυτή την έννοια γίνεται δυνατή η επιστημονική ανάλυση των θεμελιωδών δομικών χαρακτηριστικών και αιτιακών σχέσεων που χαρακτηρίζουν την καπιταλιστική κυριαρχία, όπως αυτή συγκροτείται στο εσωτερικό των εθνικών κρατικών ορίων. Με βάση την έννοια του ΚΤΠ μπορούν μ' άλλα λόγια να συγκροτηθούν οι έννοιες των υπαρκτών αντικειμένων, δηλαδή των συγκεκριμένων καπιταλιστικών κοινωνιών, των συγκεκριμένων εθνικών κοινωνικών σχηματισμών (ή κάποιων περιφερειακών δομών τους) και των διεθνών τους συναρθρώσεων.

Ένας εθνικός κοινωνικός σχηματισμός που «συγκεφαλαιώνεται» στα πλαίσια του κράτους χαρακτηρίζεται λοιπόν ως καπιταλιστικός καθόσον συγκροτείται στη βάση της κυριαρχίας των ειδικά καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και δομών, στη βάση της κυριαρχίας του ΚΤΠ.

Η βασική απόκλιση των θεωριών «μητρόπολης-περιφέρειας» έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι, θεωρώντας τον καπιταλισμό ως μια ενιαία παγκόσμια κοινωνικοοικονομική δομή, αγνοούν το αστικό κράτος - ως την πολιτική συμπύκνωση της αστικής ταξικής κυριαρχίας - και συνακόλουθα το στρατηγικό στόχο της εργατικής τάξης να ανατρέψει αυτό το κράτος.

Πρόκειται για μια χαρακτηριστική έκφανση του «οικονομισμού», δηλαδή της κυρίαρχης μορφής υπό την οποία εμφανίζεται η υπαγωγή και υποταγή της μαρξιστικής θεωρίας στην αστική ιδεολογία. Προς την ίδια οικονομιστική προβληματική κατατείνει και μια συγκεκριμένα εργαλειακή θετικιστική προσέγγιση στο αστικό κράτος, η οποία αναφέρεται στην «εδαφική αναντιστοιχία» κράτους και κεφαλαίου στα πλαίσια της διεθνοποίησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, για να ισχυριστεί ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία «υπέρβασης» του αστικού κράτους (βλ. π.χ. Murray 1971). Και πάλι το κράτος δεν γίνεται αντιληπτό ως κοινωνική σχέση, αλλά εκλαμβάνεται ως το άθροισμα κάποιων λειτουργιών «κρατικού τύπου». Βέβαια στα θετικά της εργαλειακής θετικιστικής προσέγγισης, σε σύγκριση με τις θεωρίες «μητρόπολης-περιφέρειας», θα πρέπει να καταλογίσουμε το ότι αντιλαμβάνεται πως μια παγκόσμια καπιταλιστική δομή μπορεί να συγκροτηθεί μόνο στα πλαίσια ενός παγκόσμια καπιταλιστικού κράτους, καθόσον ακριβώς ο καπιταλισμός δεν είναι ένα «οικονομικό φαινόμενο», αλλά μια συνολική (οικονομική, πολιτική, ιδεολογική) κοινωνική εξουσία. Το λάθος έγκειται ότι ακριβώς φαντασιώνεται την ύπαρξη μιας τέτοιας παγκόσμιας «κρατικής λειτουργίας».

Η οικονομιστική αντίληψη του «παγκόσμιου καπιταλισμού» δεν είναι φυσικά νέα. Εισήχθη στην κλασική μαρξιστική συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Μπουχάριν και υιοθετήθηκε μέσα στη διεθνή Σοσιαλδημοκρατία από τους πολέμιους του αιτήματος για την αυτοδιάθεση των εθνών. Ο Λένιν από πολύ νωρίς ανασκεύασε αυτή την προβληματική, ονομάζοντας την «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό». Ασκώντας κριτική στα πορίσματα της θεωρίας του «παγκόσμιου καπιταλισμού», σύμφωνα με τα οποία, μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση θα καταργηθεί η υπάρχουσα αντιστοιχία μεταξύ έθνους και εδαφικής περιοχής κυριαρχίας, και ότι το έθνος θα έχει απλώς το χαρακτήρα ενός «πολιτιστικού κύκλου», ο Λένιν θα γράψει τον Ιούλιο του 1916: «Δεν θέλουν να σκεφτούν ούτε για τα σύνορα του κράτους, ούτε ακόμα και γενικά για το κράτος. Πρόκειται για ένα είδος "ιμπεριαλιστικού οικονομισμού", όμοιο με τον παλιό "οικονομισμό" της περιόδου 1894-1902 (...) Αντί να μιλάνε για το κράτος (και συνεπώς για τον καθορισμό των συνόρων του!), μιλάνε για "σοσιαλιστικό πολιτιστικό κύκλο", δηλαδή διαλέγουν επίτηδες μια έκφραση αόριστη από την άποψη ότι σβήνονται όλα τα κρατικά προβλήματα». (Λένιν, 1953, τ. 22 σελ. 330-331).

Χαρακτηριστικό της σύγχυσης που εξακολουθεί να κυριαρχεί στη διεθνή βιβλιογραφία είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το άρθρο του Γ. Μιχαηλίδη σ' αυτό το τεύχος των θέσεων:

«Για τους θεωρητικούς των τρόπων παραγωγής ο Κ.Τ.Π. δε μπορεί να είναι παγκόσμιος από τη στιγμή που διατηρούνται σχέσεις παραγωγής μη καπιταλιστικές και δεν είναι δυνατή η συγκρότηση, σε παγκόσμιο επίπεδο, των δύο πόλων της βασικής εκμεταλλευτικής σχέσης που ορίζει τον Κ.Τ.Π., της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Η «ενσωμάτωση» όλων των κοινωνικών σχηματισμών στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά (Frank) ή η εγκατάσταση μηχανισμών συσσώρευσης κεφαλαίου σε διεθνή κλίμακα (Amin) δεν αποτελεί γι' αυτούς επιχείρημα, εφόσον γι' αυτούς το κεφάλαιο είναι πρώτα απ' όλα κοινωνική σχέση και όχι χρηματικό ποσό ή μέσα παραγωγής».

Το μόνο ζήτημα που δεν θέτει ποτέ ο οικονομισμός είναι το ζήτημα του κράτους.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην έννοια του εθνικού κοινωνικού σχηματισμού. Πρόκειται για την έννοια των υπαρκτών καπιταλιστικών κοινωνιών όπως αυτές διαμορφώθηκαν μέσα στην ιστορική διαδικασία της πάλης των τάξεων. Για τη θεωρητική προσέγγιση και μελέτη ενός κοινωνικού σχηματισμού δεν είναι λοιπόν δυνατόν να αγνοήσει κανείς τα συγκεκριμένα αποτελέσματα αυτής της ιστορικής διαδικασίας. Δεν αρκεί επομένως να εντοπίσουμε τη συνάρθρωση των τρόπων παραγωγής στο εσωτερικό του κοινωνικού σχηματισμού, κι αυτό για δυο λόγους:

α) Η έννοια τον τρόπον παραγωγής δεν αναφέρεται στις συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις εξουσίας καθεαυτές, αλλά στον «πυρήνα» τους, στην ουσιώδη πλευρά της ειδοποιού διαφοράς τους.

Ας φέρουμε εδώ ένα παράδειγμα: Ο ΚΤΠ (όπως και κάθε τρόπος παραγωγής) αναφέρεται ως γνωστόν σε δύο μόνο τάξεις. Γιατί στις κοινωνικές σχέσεις εγγράφονται τότε περισσότερες τάξεις; Γιατί οι κοινωνικοί σχηματισμοί περιέχουν περισσότερους τρόπους παραγωγής, θα μας πουν όσοι νομίζουν ότι το" κάθε τι προκύπτει από τη «συνάρθρωση των τρόπων παραγωγής». Η απάντηση όμως αυτή περιέχει μόνο τη μισή αλήθεια. Γιατί πραγματικά σε ποιο τρόπο παραγωγής και σε ποια συνάρθρωση ανάγεται η νέα μικροαστική τάξη, στην οποία ως γνωστόν εντάσσονται, μέσα στο εργοστάσιο, π,χ. οι τεχνικοί και οι μηχανικοί; Εδώ η εμμονή στη θέση των περισσότερων τρόπων παραγωγής οδηγεί σε οφθαλμοφανείς αντιφάσεις. Ας παρακολουθήσουμε στο σημείο αυτό την επιχειρηματολογία του Ν. Πουλαντζά: «Εάν εξετάσει κανείς αποκλειστικά τους τρόπους παραγωγής (...), τότε περιέχει κάθε τρόπος παραγωγής δυο τάξεις (...). Όμως μια συγκεκριμένη κοινωνία, ένας συγκεκριμένος κοινωνικός σχηματισμός περιέχει περισσότερες από δυο τάξεις, και μάλιστα στο βαθμό, που συγκροτείται από περισσότερους τρόπους και μορφές παραγωγής (...) Στη σημερινή Γαλλία για παράδειγμα οι δύο κύριες τάξεις είναι η αστική τάξη και το προλεταριάτο. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει η παραδοσιακή μικροαστική τάξη, (...) η νέα μικροαστική τάξη, η οποία εξαρτάται από τη μονοπωλιακή μορφή του καπιταλισμού (...)» (Poulantzas 1973, σελ. 16). Βέβαια, η «μονοπωλιακή μορφή του καπιταλισμού» δεν μπορεί να καταμετρηθεί στους μη καπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής. Εκτός αυτού, οι μηχανικοί και οι τεχνικοί της παραγωγής, ως διακριτοί φορείς τόσο από την εργατική τάξη όσο και από τους καπιταλιστές ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, δεν εφευρέθηκαν κατά το λεγόμενο μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού. Εμφανίστηκαν μαζί με τη μεγάλη βιομηχανία.

Η αντίφαση παύει να υπάρχει αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο (Κ)ΤΠ αναφέρεται αποκλειστικά στον «πυρήνα» των σχέσεων εξουσίας, στο εσωτερικό των οποίων ορίζονται οι τάξεις. Πιο συγκεκριμένα, οι τάξεις συγκροτούνται ως αποτέλεσμα τόσο της διευρυμένης αναπαραγωγής των θέσεων (και λειτουργιών) που προσιδιάζουν στον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας, όσο και της διευρυμένης αναπαραγωγής των φορέων που θα καταλάβουν αυτές τις θέσεις. Ο ΚΤΠ αναφέρεται όμως μόνο στον πυρήνα αυτής της διαδικασίας, στην κυρίαρχη όψη της: στη διευρυμένη αναπαραγωγή των θέσεων και λειτουργιών στον κοινωνικό (καπιταλιστικό) καταμερισμό εργασίας. Εδώ πραγματικά υπάρχουν μόνο δυο ειδών κοινωνικές θέσεις και λειτουργίες: αυτές του κεφαλαίου και αυτές της εργασίας. Στους υπαρκτούς κοινωνικούς σχηματισμούς όμως η αστική τάξη έχει εκχωρήσει ορισμένες από τις λειτουργίες που ανάγονται στην άσκηση της εξουσίας της, δηλαδή ορισμένες από τις «λειτουργίες του κεφαλαίου» σε φορείς που δεν ανήκουν στην αστική τάξη και οι οποίοι μάλιστα υπόκεινται συχνά σε άμεση καπιταλιστική εκμετάλλευση (λειτουργίες που διασφαλίζουν την εξαγωγή της υπεραξίας όπως π.χ. επίβλεψη επιτήρηση έλεγχος της παραγωγικής διαδικασίας, ή λειτουργίες που διασφαλίζουν τη συνοχή της καπιταλιστικής εξουσίας, όπως π.χ. η κρατική καταστολή). Προϊόν της αντιφατικής αυτής όψης των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας στο εσωτερικό των υπαρκτών κοινωνικών σχηματισμών (σχηματικά: λειτουργίες του κεφαλαίου ανατίθενται σε φορείς που δεν ανήκουν στην αστική τάξη αλλά στις εκμεταλλευόμενες τάξεις) είναι η νέα μικροαστική τάξη.

6) Ένας κοινωνικός σχηματισμός δεν συγκεφαλαιώνει μόνο περισσότερους τρόπους παραγωγής, αλλά και μια ιστορία. Εφόσον η δομή των σχέσεων εξουσίας (κυριαρχία ΚΤΠ) δεν έχει ανατραπεί, πρόκειται πάντα για ένα καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό. Εντούτοις ο ταξικός συσχετισμός των δυνάμεων στο εσωτερικό του έχει αναμφίβολα υποστεί σωρεία μετασχηματισμών και μεταβολών, που όλες τους αποκρυσταλλώνονται σε μετασχηματισμούς των μορφών μέσα από τις οποίες υλοποιείται η κυριαρχία του ΚΤΠ. Για παράδειγμα, το ότι πρόκειται για ένα καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό δεν υποδηλώνει κατά κανένα τρόπο ότι η εργάσιμη μέρα πρέπει να είναι 12 ή 10 ή 7 ώρες, ότι το κράτος στη λειτουργία του ως οργανωτής της κοινωνίας (με βάση πάντα το συνολικό κεφαλαιοκρατικό συμφέρον) πρέπει να έχει περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένες τις λειτουργίες πρόνοιας, ότι το κεφάλαιο πρέπει να είναι περισσότερο ή λιγότερο συγκεντροποιημένο, ότι η εργατική δύναμη πρέπει να έχει μια ψηλή ή χαμηλή εξειδίκευση. Αναφερόμαστε όπως είναι προφανές στο πλήθος των «εξωτερικών», ως προς τις δομικές-αιτιακές σχέσεις που συγκροτούν τον ΚΤΠ, προσδιορισμών, οι οποίοι όμως δρουν δια μέσου αυτών των δομικών αιτιακών σχέσεων. (Βλ. Αλτουσέρ 1986, Ιωακείμογλου 1986). Δεν πρόκειται λοιπόν ούτε για αποτελέσματα που προκύπτουν από τη συνάρθρωση διαφορετικών τρόπων παραγωγής, ούτε για μετασχηματισμούς των νόμων της συσσώρευσης ή των δομικών χαρακτηριστικών της κεφαλαιοκρατικής κυριαρχίας. Πρόκειται για μετασχηματισμούς των ιστορικών όρων εμφάνισης των σχέσεων εξουσίας. Χωρίς την ανάλυση αυτών ακριβώς των ιστορικών αποτελεσμάτων και της δυναμικής της πάλης των τάξεων, η οποιαδήποτε μελέτη της «συνάρθρωσης των τρόπων παραγωγής», ιδίως αν επεδίωκε να συναγάγει κάποια συμπεράσματα για την «ανάπτυξη», θα έπαιρνε αναγκαστικά μια τεχνικίστικη χροιά.

3. Καπιταλιστική ανάπτυξη και πάλη των τάξεων
Μπορούμε τώρα, με βάση όσα προηγήθηκαν, να αναφερθούμε στο πρόβλημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Είναι προφανές ότι το πρόβλημα αυτό δεν τίθεται σε αναφορά με τον πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης, τον ΚΤΠ. Ο ΚΤΠ αποτελεί ένα θεωρητικό αντικείμενο το οποίο συγκροτείται με βάση την αφαίρεση τόσο των μη καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων όσο και των «εξωτερικών» - ως προς τους νόμους της καπιταλιστικής συσσώρευσης προσδιορισμών. Σ' αυτό το επίπεδο αφαίρεσης, ο Μαρξ έδειξε λοιπόν, ότι η «απόλυτη» κυριαρχία της κεφαλαιακής σχέσης συνεπάγεται την αδιάκοπη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, ότι δηλαδή ο ΚΤΠ είναι σύμφυτος με την τάση διαρκούς ανάπτυξης των (καπιταλιστικών) παραγωγικών δυνάμεων.

«Γενικά παραγωγικότητα της εργασίας = μάξιμουμ του προϊόντος με μίνιμουμ της εργασίας, άρα όσο το δυνατόν υποτίμηση των εμπορευμάτων. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αυτό γίνεται νόμος ανεξάρτητα από τη θέληση του κάθε καπιταλιστή (...) Ο σκοπός είναι, το καθένα προϊόν κ.λ.π. να περιέχει όσο το δυνατόν περισσότερη απλήρωτη εργασία και αυτό είναι κατορθωτό μόνο μέσα από παραγωγή για χάρη της παραγωγής (...) Ωστόσο αυτή η ενυπάρχουσα τάση της καπιταλιστικής σχέσης πραγματοποιείται κατ' αρχήν με επαρκή τρόπο - και γίνεται η ίδια μια αναγκαία προϋπόθεση ακόμα και τεχνολογικά μόλις αρχίζει να αναπτύσσεται ο ειδικά καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και μαζί μ' αυτόν η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο» (Μαρξ 1983, σελ. 126127).

Το πρόβλημα της ανάπτυξης τίθεται λοιπόν στην πραγματικότητα μόνο στο επίπεδο του κοινωνικού σχηματισμού. Εδώ καθορίζει όχι μόνο η ύπαρξη ανταγωνιστικών (προκαπιταλιστικών) τρόπων παραγωγής, αλλά και το σύνολο των «εξωτερικών» (ως προς τους νόμους της συσσώρευσης) προσδιορισμών τη δυνατότητα ή μη δυνατότητα ή ακόμα την περιορισμένη δυνατότητα, της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά και τους ρυθμούς αυτής της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Δεν υπάρχουν έτσι διαφορετικά είδη του ΚΤΠ, ή διαφορετικά «μοντέλα» καπιταλιστικής ανάπτυξης, ορισμένα από τα οποία είναι «αναπτυξιακά» ενώ ορισμένα άλλα είναι «στρεβλά και αντιαναπτυξιακά». Υπάρχουν αναπτυγμένοι και υπανάπτυκτοι (καπιταλιστικοί) κοινωνικοί σχηματισμοί, καθώς και κοινωνικοί σχηματισμοί που αναπτύσσονται καπιταλιστικά με διαφορετικούς ρυθμούς, σαν αποτέλεσμα του συνολικού ταξικού συσχετισμού των δυνάμεων που αποκρυσταλλώνεται στον εσωτερικό τους.

Οφείλεται στην ολοκληρωτική σύγχυση των εννοιών του ΚΤΠ και του κοινωνικού σχηματισμού, την οποία καλλιεργούν οι αστοί και οι κάθε λογής τριτοκοσμικοί θεωρητικοί, ο ισχυρισμός ότι ο Μαρξ θεώρησε «νομοτελειακό» το πέρασμα όλων των κοινωνικών σχηματισμών από τα ίδια στάδια καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ απ' τη μια περιέγραψε την εγγενή τάση για αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και επαναστατικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων, όταν μέσα στην πάλη των τάξεων διασφαλίζεται η απόλυτη κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, και από την άλλη περιέγραψε τους όρους κάτω από τους οποίους καθίσταται δυνατή (όχι όμως και «νομοτελειακή») αυτή η κυριαρχία του ΚΤΠ σ' ένα κοινωνικό σχηματισμό. Έγραφε λοιπόν ο Μαρξ το 1881: «Έχω δείξει στο Κεφάλαιο ότι η μεταμόρφωση της φεουδαλικής παραγωγής σε καπιταλιστική παραγωγή έχει ως αφετηρία της την απαλλοτρίωση των παραγωγών και ιδιαιτέρως ότι η βάση όλης αυτής της εξέλιξης είναι η απαλλοτρίωση των αγροτών (...) Περιόρισα λοιπόν αυτό το «ιστορικά αναπόφευκτο» στις χώρες της δυτικής Ευρώπης (...) Χωρίς άλλο, αν η καπιταλιστική παραγωγή είναι να εγκαθιδρυθεί στη Ρωσία, τότε πρέπει η μεγάλη πλειοψηφία των αγροτών, δηλαδή του ρωσικού λαού, να μετατραπεί σε μισθωτούς εργάτες και συνεπώς να απαλλοτριωθεί, μέσα από την προηγούμενη κατάργηση της κοινοτικής ιδιοκτησίας. Αλλά σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί αυτό που συνέβη στη Δύση να αποδείξει εδώ τίποτα (...) Αυτό που απειλεί τη ζωή της ρώσικης κοινότητας δεν είναι ούτε το ιστορικά αναπότρεπτο ούτε μια θεωρία. Είναι η καταπίεση από τη μεριά του κράτους και η εκμετάλλευση από τους διεισδύοντες καπιταλιστές, οι οποίοι έχουν αυξήσει τη δύναμη τους μέσω αυτού του ίδιου του κράτους και εις βάρος και εναντίον των αγροτών» (M.E.W τ. 19 σελ. 396, οι υπογραμμίσεις δικές μας, Γ. Μ. - Χ. θ.).

Όταν λοιπόν εξετάζουμε τη δυνατότητα αλλά και τους όρους της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε κοινωνικούς σχηματισμούς όπου εξακολουθούν να αναπαράγονται προκαπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής, η θεωρητική προσέγγιση της συνάρθρωσης των διαφορετικών τρόπων παραγωγής είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Μπορούμε να ξεκινήσουμε απ' αυτήν και παίρνοντας υπόψη μας τους κάθε είδους «εξωτερικούς» ως προς τους τρόπους παραγωγής προσδιορισμούς, να αντιληφθούμε το συνολικό ταξικό συσχετισμό των δυνάμεων, καθώς και το αν αυτός κατατείνει στη συντριβή και εξαφάνιση των προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής (και συνεπώς στην καπιταλιστική ανάπτυξη), ή στην - έστω υπό την κυριαρχία του ΚΤΠ - διατήρηση και διευρυμένη αναπαραγωγή αυτών των μη καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων (και συνεπώς στην καπιταλιστική υπανάπτυξη, ή την κατά «περιοχές» ανάπτυξη), όπως συμβαίνει στις περισσότερες χώρες της Ασίας της Αφρικής και της Λ. Αμερικής.

Βεβαίως, αν μείνουμε αποκλειστικά σε μια «τεχνικού τύπου» τυπολογία συναρθρώσεων των τρόπων παραγωγής είναι πολύ πιθανό να καταλήξουμε σε μια επαναδιατύπωση της αστικής προβληματικής των «μοντέλων ανάπτυξης», δηλαδή στην πλήρη αποσιώπηση της πάλης των τάξεων, όπως ήδη σημειώσαμε στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου. Αξίζει εδώ να πούμε, ότι ακόμα και ο Rey, ο οποίος αναμφίβολα συνέβαλε στη μελέτη του ζητήματος της καπιταλιστικής ανάπτυξης, καθόλου δεν απέφυγε τις «τεχνικίστικες» σχηματοποιήσεις αναφορικά με το ζήτημα της συνάρθρωσης των τρόπων παραγωγής, όπως σωστά επισημαίνουν οι FosterCarter (1978) και ο Eikenberg (1983).

Θα πρέπει επίσης να τονίσουμε σ' αυτό το σημείο, ότι στο πλαίσιο των προσδιορισμών που καθορίζουν τη δυνατότητα, τους όρους αλλά και τους ρυθμούς της καπιταλιστικής ανάπτυξης ενός κοινωνικού σχηματισμού, σημαντικό ρόλο παίζουν οι διεθνείς σχέσεις, οι οποίες στο σύνολο τους διαμορφώνουν την «ιμπεριαλιστική αλυσίδα»: Τόσο - και κατά κύριο λόγο - ως οικονομικές σχέσεις (παγκόσμια αγορά, διεθνείς κεφαλαιακές κινήσεις, διεθνοποίηση της παραγωγής), όσο και ως πολιτικοστρατιωτικές σχέσεις. Σε κάθε περίπτωση πάντως είναι οι εσωτερικοί ταξικοί συσχετισμοί και σχέσεις εξουσίας που καθορίζουν το χαρακτήρα της συνάρθρωσης του κάθε συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού στο «διεθνές σύστημα». Από κει και πέρα οι διεθνείς σχέσεις και εξαρτήσεις μπορεί να λειτουργήσουν ανασχετικά ή προωθητικά ως προς την εσωτερική διαδικασία καπιταλιστικής ανάπτυξης. Με την έννοια αυτή η θέση μιας χώρας στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα δεν είναι εξ ορισμού και για πάντα δεδομένη, αλλά αντίθετα υπόκειται σε συνεχείς τροποποιήσεις. (Hurtienne 1981, Menzel 1986).

Αναφέραμε στα προηγούμενα ότι το πρόβλημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης συναρτάται αποφασιστικά με τη διάλυση των ανταγωνιστικών προς τον καπιταλισμό τρόπων παραγωγής. Η διαδικασία αυτή παίρνει ιστορικά τη μορφή της «αγροτικής μεταρρύθμισης», καθόσον ακριβώς πρόκειται κυρίως για τρόπους παραγωγής που βασίζονται σε προκαπιταλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας στην ύπαιθρο. (Senghaas 1982).

Πρόκειται για μια διαδικασία που η ιστορική της εκκίνηση έλαβε χώρα στην Αγγλία και η οποία ολοκληρώθηκε στις χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Στην Ελλάδα η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, κυρίως κατά την περίοδο αμέσως μετά τη Μικρασιατική καταστροφή.

Η αγροτική μεταρρύθμιση δεν καταλήγει κατά κανόνα στην εγκαθίδρυση καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στην ύπαιθρο. Αντίθετα η ίδια η διευρυμένη αναπαραγωγή του βιομηχανικού καπιταλισμού (συμπίεση τιμών αγροτικών προϊόντων και συνακόλουθα συμπίεση του επιπέδου των μισθών, ξεπέρασμα του «φράγματος της γαιοπροσόδου») προκρίνει την εγκαθίδρυση σχέσεων απλής εμπορευματικής παραγωγής στην ύπαιθρο («ανεξάρτητοι» ιδιοκτήτες καλλιεργητές) με την παράλληλη υπαγωγή των αγροτών στο κράτος και το πιστωτικό σύστημα (καθορισμός τιμών, «κίνητρα», αγροτικά δάνεια). (Βλ. Kautsky 1972, Βεργόπουλος 1975). Έτσι, η αγροτική έξοδος που λαμβάνει χώρα παράλληλα με την καπιταλιστική ανάπτυξη, καθόλη την περίοδο που ακολουθεί την αγροτική μεταρρύθμιση, δεν συνοδεύεται παρά δευτερευόντως με μετασχηματισμούς των σχέσεων ιδιοκτησίας (απλή εμπορευματική παραγωγή) στην ύπαιθρο.

Στους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς υφίσταται λοιπόν μόνο ένας τρόπος παραγωγής, ο καπιταλιστικός, ο οποίος συναρθρώνεται με τη μορφή της απλής εμπορευματικής παραγωγής. Όμως η απλή εμπορευματιή παραγωγή τόσο στην ύπαιθρο όσο και στο μη αγροτικό τομέα της οικονομίας, δεν αποτελεί ένα ανταγωνιστικό προς τον καπιταλισμό σύστημα κοινωνικής οργάνωσης και εκμετάλλευσης. Οι ρυθμοί διάλυσης της απλής εμπορευματικής παραγωγής ή η διατήρηση και διευρυμένη αναπαραγωγή της, συναρτώνται κατά κύριο λόγο με την αύξηση της παραγωγικότητας του κυρίαρχου καπιταλιστικού τομέα της οικονομίας. (Βλ. και Μαύρης 1984).

Έχει μάλιστα τεκμηριωμένα δειχθεί ότι οι χώρες που στη διεθνή σύγκριση των διαδικασιών καπιταλιστικής ολοκλήρωσης έπονται χρονικά (όπως η Δυτ. Ευρώπη και η Ιαπωνία σε σχέση με τις ΗΠΑ, οι νοτιοευρωπαϊκές χώρες σε σχέση με τις χώρες της κεντρικής Ευρώπης κ.λπ.) παρουσιάζουν κατά κανόνα ψηλότερους ρυθμούς καπιταλιστικής ανάπτυξης (Busch 1978, Busch 1984), κι αυτό για τους εξής λόγους:

α) Η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου είναι χαμηλότερη στη λιγότερο αναπτυγμένη καπιταλιστική βιομηχανική χώρα, άρα το ποσοστό κέρδους είναι εδώ κατά κανόνα ψηλότερο (πράγμα που αποδεικνύεται και από την κατεύθυνση που έχει η διεθνής κίνηση κεφαλαίων ανάμεσα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες: Ο κύριος κεφαλαιακός όγκος κατευθύνεται από τις περισσότερο αναπτυγμένες προς τις λιγότερο αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες).

β) Στις λιγότερο αναπτυγμένες βιομηχανικές καπιταλιστικές χώρες το ειδικό βάρος της απλής εμπορευματικής παραγωγής είναι μεγαλύτερο αλλά είναι επίσης υψηλότεροι οι ρυθμοί διάλυσης της απλής εμπορευματικής παραγωγής. Το αποτέλεσμα είναι ένας σχετικά μεγαλύτερος βιομηχανικός εφεδρικός στρατός και συνεπώς μια αυξημένη πίεση στην τιμή του εμπορεύματος εργατική δύναμη.

γ) Τέλος, η αύξηση του σχετικού μεριδίου των μισθωτών στον ενεργό πληθυσμό των περισσότερο αναπτυγμένων βιομηχανικών χωρών, πιέζει προς τα πάνω το πραγματικό μερίδιο των μισθών και πιέζει έτσι προς τα κάτω το γενικό ποσοστό κέρδους της περισσότερο αναπτυγμένης καπιταλιστικής οικονομίας.

Μια απλή ματιά στα στατιστικά δεδομένα μπορεί να μας πείσει για την εγκυρότητα των πιο πάνω θέσεων. Για παράδειγμα, το κατά κεφαλή ΑΕΠ της Ελλάδας, σε σταθερές τιμές, αποτελούσε το 1961 το 30,3% του μέσου κατά κεφαλή ΑΕΠ των 9 χωρών της ΕΟΚ, για να φθάσει, συνεχώς αυξανόμενο, στο 44,7% του μέσου κατά κεφαλή ΑΕΠ της ΕΟΚ9 το 1978. («Η ελληνική οικονομία σε αριθμούς», 1984). Κατά τα τελευταία χρόνια οι υψηλότεροι ελληνικοί ρυθμοί ανακόπτονται (για το 1982 ο λόγος που αναφέραμε πιο πάνω είναι 43,5%), πράγμα που συναρτάται με την τροποποίηση των όρων της ανισομερής διεθνούς καπιταλιστικής ανάπτυξης μέσα στην «ασυνέχεια» της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης (βλ. το άρθρο του Τ. Κυπριανίδη σ' αυτό το τεύχος).

Όπως είναι φανερό, οι γενικοί όροι με βάση τους οποίους μπορεί να ερμηνευτεί το εμπειρικά πιστοποιούμενο γεγονός, ότι οι λιγότερο ανεπτυγμένες βιομηχανικές καπιταλιστικές χώρες τείνουν να καλύψουν την απόσταση που τις χωρίζει από τις περισσότερο αναπτυγμένες, δεν μπορούν με κανένα τρόπο να αναχθούν στα χαρακτηριστικά κάποιας «συνάρθρωσης διαφορετικών τρόπων παραγωγής». Πρόκειται αντίθετα για διαφορετικούς ρυθμούς καπιταλιστικής ανάπτυξης που προκύπτουν τόσο από την εσωτερική δυναμική της κεφαλαιακής σχέσης (οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και επιπτώσεις της στο ποσοστό κέρδους), όσο και από τους «εξωτερικούς» ως προς την κεφαλαιακή σχέση προσδιορισμούς, όπως αυτοί δρουν δια μέσου της κεφαλαιακής σχέσης (επιπτώσεις από ύπαρξη εφεδρικού στρατού, από το διαφορετικό βαθμό οργάνωσης και την αγωνιστικότητα της εργατικής τάξης κ.λπ., σε τελευταία ανάλυση δυνατότητα συγκρότησης ενός περισσότερο ή λιγότερο παραγωγικού συλλογικού εργάτη για την καπιταλιστική παραγωγή).

Μια λεπτομερειακή μάλιστα ανάλυση των όρων και των ρυθμών της καπιταλιστικής συσσώρευσης σε συγκεκριμένους αναπτυγμένους κοινωνικούς σχηματισμούς (δηλαδή σε κοινωνικούς σχηματισμούς που έχει ολοκληρωθεί η διάλυση των προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής) μπορεί να μας δείξει ότι είναι ακριβώς οι εξωτερικοί ως προς τους νόμους της συσσώρευσης προσδιορισμοί που παίζουν τον κάθε φορά καθοριστικό ρόλο μέσα στη συγκυρία, σ' ότι αφορά τα «ποσοτικά» δεδομένα της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Μια τέτοια συγκεκριμένη ανάλυση επιχειρεί ο Κ. Busch (1978)1 για τέσσερις χώρες της ΕΟΚ (Ιταλία, Γαλλία, Ο. Δ. Γερμανίας και Μ. Βρετανία) και για τη χρονική περίοδο 19521975. Εδώ αξίζει να αναφερθούμε παραδειγματικά σε ορισμένες πλευρές της ανάπτυξης των δύο χωρών που από την άποψη της «συνάρθρωσης» παρουσιάζουν «ακραία» χαρακτηριστικά: της Μ. Βρετανίας, που ήδη με την λήξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου πλησίαζε το «μοντέλο» του «καθαρού» καπιταλισμού, και της Ιταλίας, με το διογκωμένο πρωτογενή τομέα και την ιδιαίτερη έκταση της απλής εμπορευματικής παραγωγής στις παραγωγικές της σχέσεις.

Ήδη λοιπόν το 1950 η Μ. Βρετανία είχε το μικρότερο παγκοσμίως ποσοστό απασχολουμένων στον πρωτογενή τομέα: 5,4%. Το ποσοστό αυτό ήταν για την ίδια χρονιά 12,2% στις ΗΠΑ, 24,8% στην Ο.Δ. Γερμανίας, 29,3% στη Γαλλία, και 42,8% στην Ιταλία. Εντούτοις, καθόλη την εξεταζόμενη περίοδο, η Μ. Βρετανία όχι μόνο παρουσιάζει τους χαμηλότερους συγκριτικά ρυθμούς ανάπτυξης (γύρω στα 2,5% τις δεκαετίες του 50 και του 60, 1,7% την πενταετία 71-75), αλλά και ο όγκος της βιομηχανικής παραγωγής της (που το 1950 ήταν ο δεύτερος παγκοσμίως, μετά αυτόν των ΗΠΑ), ξεπερνιέται από τη γερμανική βιομηχανική παραγωγή στα τέλη της δεκαετίας του 50, από την ιαπωνική στα μέσα της δεκαετίας του 60 και από τη γαλλική στα τέλη της δεκαετίας του 70. Η τόσο ραγδαία παρακμή του βρετανικού καπιταλισμού δεν μπορεί με κανένα τρόπο να ερμηνευτεί με βάση μόνο την «υπερβολική ωριμότητα» των καπιταλιστικών σχέσεων στη Βρετανία. Καθορίστηκε τόσο από τον ταξικό συσχετισμό των δυνάμεων ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία (υψηλή αγωνιστική συνείδηση του βρετανικού προλεταριάτου), όσο και από το διεθνή ρόλο που επεχείρησε ανεπιτυχώς να παίξει το βρετανικό κεφάλαιο, στα πλαίσια του δυτικού ιμπεριαλιστικού συνασπισμού. (Π.χ. εμμονή στην αποικιοκρατική πολιτική και τις υπερβολικά υψηλές - σε διεθνή σύγκριση - στρατιωτικές δαπάνες, εμμονή στη μη υποτίμηση της στερλίνας για να διατηρήσει το ρόλο της ως διεθνές νόμισμα, και ως νόμισμα αποθεματοποίησης, κ.λ.π.).

Από την άλλη μεριά, η εξέλιξη των ταξικών αγώνων στην Ιταλία είχε σαν αποτέλεσμα να διακόπτονται οι περίοδοι υψηλών ρυθμών καπιταλιστικής συσσώρευσης από ενδιάμεσες περιόδους έντονης οικονομικής ύφεσης: το 1964-65 και μετά το 1971. Επιπλέον, παρότι το ιταλικό κεφάλαιο παρουσιάζει τη χαμηλότερη οργανική σύνθεση στη σύγκριση των τεσσάρων χωρών, οι ρυθμοί ανάπτυξης του ιταλικού καπιταλισμού ξεπερνούν αυτούς των άλλων τριών χωρών μόνο κατά την περίοδο 1961-1970. Κατά την περίοδο 1952-1960 οι ρυθμοί καπιταλιστικής ανάπτυξης της Ιταλίας ήταν χαμηλότεροι από τους αντίστοιχους της Γερμανίας, ενώ κατά την περίοδο 1971-1974 ακολουθούσαν τους αντίστοιχους ρυθμούς της Γαλλίας (με τρίτη τώρα τη Γερμανία και τελευταία πάντα τη Μ. Βρετανία).

Δεν είναι λοιπόν ο τύπος της συνάρθρωσης ανάμεσα στους διαφορετικούς τρόπους και μορφές παραγωγής, αλλά τα συνολικά αποτελέσματα της πάλης των τάξεων, όπως αυτά επενεργούν ως «εξωτερικοί» προσδιορισμοί πάνω στα δομικά χαρακτηριστικά της κεφαλαιακής σχέσης, που καθορίζουν, στους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς, τους ρυθμούς και τη δυναμική της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Επίλογος
Όσα αναπτύξαμε μέχρι εδώ αποκτούν πολιτικό περιεχόμενο στο πλαίσιο της συζήτησης για την εξουσία, το καπιταλιστικό κράτος και τη στρατηγική της Αριστεράς.

Στους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, ιδιαίτερα στους αναπτυγμένους, δηλαδή σ' αυτούς που έχει ολοκληρωθεί η διάλυση των προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής και ο ΚΤΠ αρθρώνεται μόνο με τη μορφή της απλής εμπορευματικής παραγωγής, το πρόβλημα της (καπιταλιστικής) ανάπτυξης δεν μπορεί με κανένα τρόπο να αποτελέσει στόχο της εργατικής τάξης και των άλλων εκμεταλλευόμενων τάξεων. Ανάπτυξη για την εργατική τάξη και τους συμμάχους της δεν σημαίνει παρά βάθεμα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και κυριαρχίας, αύξηση δηλαδή της ικανότητας του κεφαλαίου να εκμεταλλεύεται κερδοφόρα την εργασία.

Ο στρατηγικός στόχος της εργατικής τάξης ήταν και παραμένει η ανατροπή της καπιταλιστικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης.

Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να απαλλοτριώσουν «οικειοθελώς» οι εργαζόμενοι τις οικονομικές και συνδικαλιστικές κατακτήσεις τους προς χάριν κάποιου υποτιθέμενου «εθνικού συμφέροντος» για ανάκαμψη και ανάπτυξη της οικονομίας «μας». Οι καθημερινοί τους αγώνες αποκαλύπτουν πως αυτό που οι κυβερνητικοί παράγοντες και οι τεχνοκράτες παρουσιάζουν ως το «κοινό εθνικό συμφέρον» δεν είναι παρά το κοινό συμφέρον της κεφαλαιοκρατίας και των συμμάχων της.

Βιβλιογραφία
Αλτουσέρ Λουί (1986): Η έννοια του οικονομικού νόμου στο «Κεφάλαιο», θέσεις τ.15. Βεργόπουλος Κώστας (1975): Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα, Εξάντας. Busch Klaus (1978): Die Krise der Europäischen Gemeinschaft, EVA Busch Klaus (1984): H Ευρωπαϊκή Κοινότητα σε κρίση, θέσεις· τ.8.

Eikenberg Armin (1983): Die paradigmatische Krise der Theorie ökonomisch unterentwickelter Gesellshaftsformationen, Dissertation Uni. Osnabrück.

Foster - Carter Aidan (1978): The Modes of Production Controversy στο New Left Review τ. 107. Η ελληνική οικονομία σε αριθμούς (1984), εκδ. Electra Press.

Hurtienne Thomas (1981): Peripherer Kapitalismus und autozentrierte Entwicklung, PROKLA 44. Ιωακείμογλου Ηλίας (1986): Για την αντικαπιταλιστική έξοδο από την κρίση. Μέρος πέμπτο:

Ορισμένα συμπεράσματα.

Kautsky Karl (1971): Die Agrarfrage (φωτομηχανική επανατΰπωση της έκδοσης του 1899), Graz. Λένιν Β. Ι. (1953): Άπαντα, τόμος 22.

Μαρξ Καρλ (1983): Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής, εκδ. Α συνέχεια. M.E.W. (1972) (MarxEngels Werke): τόμος 19. Μαύρης Γιάννης (1984): Το πρόβλημα της μικροαστικής τάξης στην Ελλάδα, θέσεις, τ.9

Menzel Ulrich (1986): Οι νέες βιομηχανικές χώρες της Ν. Α. Ασίας και η θεωρητική συζήτηση για την ανάπτυξη, θέσεις τ. 15. Μηλιός Γιάννης (1983): Ο ιμπεριαλισμός και οι θεωρίες «μητρόπολης-περιφέρειας», θέσειςτ.4 και 5. Müller W. και Neusüss Chr. (1982): Σχετικά με τη θεωρία του κράτους κοινωνικής προνοίας,

θέσεις· τ. 1. Murray Robin (1971): The Internationalization of Capital and the Nation State, New Left Review,

τ. 67. Poulantzas Nicos (1973): Zum marxistischen Klassenbegriff, Merve Verlag Berlin

Senghaas Dieter (1982): Von Europa lernen. Entwicklungsgeschichtliche Betrachtungen, Ed. Suhrkamp.

1. Το βιβλίο αυτό θα κυκλοφορήσει μέσα στη χρονιά που διανύουμε από τις εκδόσεις Ερατώ σε μετάφραση Μυρτώς Βαλσαμίδου και επιμέλεια Γιάννη Μηλιού.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή