Η «κρίση της Αλλαγής» και οι προοπτικές της Αριστεράς Εκτύπωση
Τεύχος 20, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1987


Η «κρίση της Αλλαγής» και οι προοπτικές της Αριστεράς
του Τάσου Κυπριανίδη

Με μια «επίθεση πολιτικών πρωτοβουλιών» το ΠΑΣΟΚ δήλωσε ότι «αναπροσαρμόζει» το πρόγραμμα του και «ανασυγκροτεί» τον κομματικό του μηχανισμό. Έτσι από την «πρόταση εμπιστοσύνης» φτάσαμε στην ανακίνηση του ζητήματος των βάσεων και μετά στην αναγγελία της «ανακαίνισης» του ιδεολογικού περιγράμματος του ΠΑΣΟΚ.

Για την Αριστερά οι πρωτοβουλίες αυτές φανερώνουν απλά την εγκυρότητα των μέχρι σήμερα πολιτικών εκτιμήσεων της.

Το ΚΚΕ θα μας πει ότι το ΠΑΣΟΚ «επισφραγίζει τη συντηρητικότερη στροφή της κυβερνητικής πολιτικής που γίνεται όλο και πιο ραγδαία το τελευταίο διάστημα με χαρακτηριστικά παραδείγματα το τέχνασμα του δημοψηφίσματος για τις βάσεις και την επίθεση σε θεμελιακές κατακτήσεις των εργαζομένων... επισημοποιείται ανοιχτά η εγκατάλειψη των στόχων της αλλαγής... σπρώχνουν τον τόπο συνεχώς δεξιότερα... Στις συνθήκες αυτές γίνεται ακόμα πιο επιτακτικός ο δρόμος της συμπαράταξης όλων των αριστερών προοδευτικών δυνάμεων για την υπεράσπιση των λαϊκών κατακτήσεων, την υπέρβαση του δικομματισμού σε όφελος της αλλαγής και του λαού» (Κυριακάτικη 7,6.87). Οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, όπως η Ν.Δ., η ΔΗΑΝΑ και ο Κύρκος περιορίζονται σε διαπιστώσεις ηθικοπλαστικού χαρακτήρα, που υπογραμμίζουν την αναξιοπιστία του ΠΑΣΟΚ και την υποκλοπή του προγράμματος τους (Ν.Δ.), τη σύγχυση και τις αντιφάσεις του (ΔΗΑΝΑ), ενώ ο Κύρκος θα κατορθώσει να συνδυάσει τα ασυμβίβαστα λέγοντας ότι η εισήγηση Παπανδρέου στην Κ.E. είναι «φυγή προς το μέλλον», ενώ του προσάπτει ότι «το 2000 δεν μπορεί να προσεγγισθεί με αναπτυξιακές συνταγές της δεκαετίας του '60, όπως τα 6 μεγάλα έργα», υπογραμμίζοντας έτσι το μεταμοντέρνο χαρακτήρα του κόμματος του.

Οι διαπιστώσεις των πολιτικών δυνάμεων που πιο πάνω παραθέσαμε εικονογραφούν και προσεγγίζουν φαινομενολογικά το αδιαμφισβήτητο γεγονός της τομής στην πορεία της «Αλλαγής», την κρίση στη στοχοθεσία της σε συνδυασμό με την εξέλιξη της καπιταλιστικής κρίσης στην Ελλάδα, που οδηγεί στην πολιτική «λιτότητας» του Οκτώβρη '85. Είχαμε την ευκαιρία να δούμε σε προηγούμενα άρθρα πως η πολιτική αυτή συναρθρώνει και τείνει να εμφανίσει ως ενιαίο σύνολο τις τρεις διακριτές κρίσεις στον κοινωνικό σχηματισμό: την κρίση στη διαδικασία αναπαραγωγής του κεφαλαίου, την κρίση του κράτους και την κρίση του εργατικού κινήματος (Σταμάτης Θέσεις 15). Ακόμα έχει επισημανθεί πως η «φιλολαϊκή» διαχείριση του καπιταλισμού από το ΠΑΣΟΚ την πρώτη τετραετία, με κεντρικό άξονα το κράτος και τον αριστερό «κυβερνητισμό» οδηγεί στη μετατόπιση του κέντρου βάρους και στη στροφή της πορείας της «Αλλαγής» με στόχο την εξυγίανση του βασικού κρίκου, του κράτους, που τα ελλείμματα και οι μακροοικονομικές ανισορροπίες φέρνουν στο χείλος της αναποτελεσματικότητας και αφερεγγυότητας. Έτσι, φθάνουμε στην κρίση της «Αλλαγής» και την εναρμόνιση της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ με τη γενική κατεύθυνση της διεθνούς σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης μέσα στην κρίση, όπου οι πολιτικές φιλολαϊκής «αναδιανομής» υποτάσσονται στις γενικότερες κατευθύνσεις της μείωσης των κρατικών και μη αναπαραγωγικών δαπανών. Τίθεται βέβαια ένα τέλος στην «αριστερή διαχείριση» της πρώτης τετραετίας, αλλά τα παράθυρα προς τα αριστερά παραμένουν ανοικτά, μια και η «πολιτική σταθεροποίησης» θεωρείται ένα σύντομο διάλειμμα, οδυνηρό αλλά αναγκαίο, που θα οδηγήσει στη συνέχεια σε μια νέα πολιτική «αναδιανομής» σε υγιέστερες βάσεις. Μ' αυτή την έννοια το ΠΑΣΟΚ εναρμονίζεται προσωρινά με τη γενική τάση αποπληθωρισμού της οικονομίας μέσα από μείωση της ζήτησης και συμπίεσης των εισοδημάτων των λαϊκών τάξεων, «νοικοκύρεμα» του δημόσιου τομέα κλπ. Όμως οι αλλαγές αυτές στην αυστηρή τους μορφή έχουν βραχυπρόθεσμη ισχύ: το 1988 υποτίθεται ότι θα μας φέρει στις παλιές καλές μέρες. Συνοπτικά, βρισκόμαστε μπροστά στην ακόλουθη κατάσταση: Μετά τις εκλογές του '85 διερχόμαστε μια φάση ενίσχυσης του κεφαλαίου («σταθεροποίηση της οικονομίας») και ταυτόχρονα ο κυβερνητικός πολιτικός λόγος ευαγγελίζεται το τέλος αυτής της φάσης και το πέρασμα σε μια ελαστικότερη μορφή διαχείρισης. Για να μπορέσουμε να αποκωδικοποιήσουμε τη συγκυρία θα πρέπει να ακολουθήσουμε μια μικρή παρακαμπτήριο: να εντοπίσουμε τις δυσχέρειες της πολιτικής αυτής, τις αντιφάσεις που αναδεικνύει καθώς και τις πιθανές προοπτικές για την υπέρβαση τους.

Η στροφή και τα επακόλουθα της.
Και πρώτα απ' όλα ας δούμε τα χαρακτηριστικά αποτελέσματα που παρήγε και παράγει η πολιτική «σταθεροποίησης» τόσο στο επίπεδο των κρατικών μηχανισμών όσο και στο επίπεδο των κοινωνικών σχέσεων γενικότερα, θα τα συνοψίσουμε στα ακόλουθα σημεία:

α) Σημαντικές αντιστάσεις καταγράφηκαν στους κοινωνικούς χώρους των εργαζομένων με την άμεση (ΑΤΑ) και έμμεση (κόστος υπηρεσιών δημόσιο τομέα) συμπίεση των εισοδημάτων των λαϊκών τάξεων, με αποτέλεσμα την έξαρση των συνδικαλιστικών διεκδικήσεων και κινητοποιήσεων. Οι προσπάθειες ελέγχου του κινήματος αυτού από την κορυφή (διάσπαση της ΓΣΕΕ) δεν απέδωσαν, αντίθετα όμως πολύ συνέβαλε στην υποταγή του κινήματος η έλλειψη πολιτικής στοχοθεσίας και ολοκληρωμένης αντιμετώπισης από την Αριστερά και το ΚΚΕ ιδιαίτερα. Ακόμα, για πρώτη φορά η δεξιά επιχειρεί με μια λαϊκιστική παρέμβαση να συγκροτήσει τις λαϊκές αντιστάσεις προς όφελος της.

β) Το πρόγραμμα «σταθεροποίησης», που επιβάλλει έναν αναπροσανατολισμό στη δράση του δημόσιου τομέα στην κατεύθυνση της μείωσης των κρατικών δαπανών, συναντά σημαντικές αντιστάσεις από τις μακροχρόνιες τάσεις λειτουργίας των μηχανισμών, πράγμα που εικονογραφείται και από τη στάση του (διευθυντικού) πολιτικού προσωπικού της «Αλλαγής». Η σκανδαλολογία που για κάποιους μήνες φάνηκε να κυριαρχεί αποδείχθηκε ο μόνος αλλά και επώδυνος τρόπος σηματοδότησης της αντιστροφής στην κατεύθυνση λειτουργίας του δημόσιου τομέα.

(γ) Παρά τη λαϊκή δυσαρέσκεια που πήρε σημαντικές διαστάσεις τα δυο τελευταία χρόνια, δεν συνέβη κάποια ουσιαστική μετατόπιση δυνάμεων ούτε από τη δεξιά προς το μπλοκ της «Αλλαγής», ούτε αντίστροφα. Μια μικρή μετατόπιση προς τα δεξιά στις δημοτικές εκλογές δεν σηματοδοτεί ουσιαστικές πολιτικές ανακατατάξεις (παρά το ότι εκλογικά δυνατόν να σημαίνει αλλαγή σκηνικού). Η Αριστερά δεν φαίνεται να καταγράφει τη δυσαρέσκεια αυτή πολιτικά, με μόνη ίσως εξαίρεση την πολιτική αποδέσμευσης από το «μπλοκ της αλλαγής» στις δημοτικές της Αθήνας, και την εκλογή τριών δημάρχων της δεξιάς στις τρεις μεγαλύτερες πόλεις. Συνολικά, θα λέγαμε περιγραφικά ότι η στάση των λαϊκών μαζών είναι προς το παρόν μια παθητική παρακολούθηση αναμονής του άρματος της «Αλλαγής» στους ελιγμούς που διαγράφει, ενώ η δυσαρέσκεια δεν μονιμοποιείται σε μια κατεύθυνση και μόνον επιλεκτικά εξωτερικεύεται.

(δ) Μέχρι σήμερα η οριοθέτηση και ο αυτοπροσδιορισμός της νέας φάσης της «Αλλαγής» του ΠΑΣΟΚ παρέμενε νεφελώδης και αντιφατικός τα τελευταία δύο χρόνια. Ενώ η στροφή του '85 εγκαινιάσθηκε ως τομή τόσο σε επίπεδο πολιτικής, όσο και σε επίπεδο προσώπων εντούτοις το στοιχείο της συνέχειας προβάλλεται σε ισοδύναμη βάση με τη μορφή των «6 χρόνων της Αλλαγής» με την υπόμνηση ότι η «σταθεροποίηση» είναι διάλειμμα, με την εμμονή στον (μακροπρόθεσμα) φιλολαϊκό, ανεξαρτησιακό και αναπτυξιακό χαρακτήρα της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ. Όμως εκείνο που γίνεται όλο και περισσότερο εμφανές είναι ότι η βάση των συμμαχιών και του «κοινωνικού συμβολαίου της Αλλαγής» δεν ήταν τόσο το ανεξαρτησιακό αναπτυξιακό σκέλος όσο η «φιλολαϊκή» πολιτική και η «προστασία» των λαϊκών τάξεων από την επίθεση του κεφαλαίου με βάση τα πάγια οράματα της ελληνικής Αριστεράς. Αυτά ακριβώς είναι που έρχονται σε αντίθεση με την πολιτική της λιτότητας και υποσκάπτουν το κύρος και την εμβέλεια του καθιερωμένου πολιτικού λόγου της «Αλλαγής». Χωρίς να έχουμε φτάσει σε σημείο διάρρηξης των δεσμών συναίνεσης του λαϊκού ακροατηρίου, το ΠΑΣΟΚ έχει εντούτοις φτάσει σήμερα σε ένα σημείο κομβικό στη λειτουργία του αυτή. Ταυτόχρονα η νέα πολιτική διαχείρισης μετά το '85 έχει τους ιστορικούς και πολιτικούς δεσμούς συνέχειας με την πρώτη φάση της Αλλαγής γι' αυτό και προσκρούει στη δυσπιστία του τεχνοκρατικού και επιχειρηματικού κοινωνικού στρώματος το οποίο φαίνεται να εγκαλεί. Βρισκόμαστε λοιπόν σε ένα σημείο ασταθούς ισορροπίας που, όντας κρίσιμο και κομβικό, είτε προμηνύει την απαρχή της πορείας αποσύνθεσης, είτε προκαλεί την επιδίωξη ενός νέου στρατηγικού πλαισίου για την έξοδο από την κρίση· και αυτή τη φορά εννοούμε την κρίση της «Αλλαγής».

Το εγχείρημα στρατηγικού αναπροσανατολισμού.
Χωρίς να προδικάζουμε την εξέλιξη των αντιφάσεων που περιληπτικά διαγράψαμε είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι τα πρόσφατα γεγονότα στην πολιτική σκηνή μας πείθουν ότι έχουμε να κάνουμε με μια νέα, ενιαία και σημαδιακή προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ για ανασύνθεση των αντιφάσεων, προσδιορισμό ενός νέου στρατηγικού πλαισίου και ανάληψη των πολιτικών πρωτοβουλιών για την έξοδο από την κρίση της «Αλλαγής», Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται η πρόταση για ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή (24 5), η εισαγωγική ομιλία στη συζήτηση της Βουλής (22 5), η εισήγηση και το κλείσιμο του Α. Παπανδρέου στη σύνοδο της Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ (2931 5). Η απάντηση αυτή του ΠΑΣΟΚ στην αστάθεια των τελευταίων δυο χρόνων τείνει να συμπυκνώσει σε μια νέα στρατηγική τα συμπεράσματα από την κρίση της «Αλλαγής» και μπορεί να περιγραφεί από τα ακόλουθα σημεία:

(α) Η στροφή του '85 δεν είναι δεξιά στροφή με την έννοια της προσέγγισης του ΠΑΣΟΚ (ή κάποιας μερίδας του) προς την πολιτική της δεξιάς, αλλά μια συνολική και ενιαία στροφή της κρατικής διαχείρισης από το ΠΑΣΟΚ που συμπαρασύρει το ιστορικό μπλοκ των δυνάμεων της «Αλλαγής», είτε αυτές τη στηρίζουν είτε πάλι τη μάχονται από τα πλαίσια που αυτή η στροφή ορίζει. Παράλληλα η αντιπαλότητα προς τη δεξιά στην παλιά μορφή δεν συνιστά τη μόνη δυνατή πολιτική αντιπαράθεση στη νεοφιλελεύθερη επίθεση. Τώρα διευρύνεται και εμπλουτίζεται με την επίκληση της διαχειριστικής φερεγγυότητας της Αλλαγής σε αντιδιαστολή με την «έλλειψη προγράμματος» της δεξιάς. Ή πάλι, η αδυναμία πολιτικής συμπύκνωσης των αντιφάσεων, που γεννήθηκαν από τη στροφή αυτή, από τη μεριά της Αριστεράς, και ιδιαίτερα του ΚΚΕ (πράγμα που φαινομενολογικά χαρακτηρίζεται από την ατολμία του ΚΚΕ να προωθήσει μια πολιτική ρήξης του στρατοπέδου της Αλλαγής) επικυρώνει αυτό που ισχυριζόμαστε: η στροφή είναι συντηρητική μετατόπιση του συνόλου του «μπλοκ της Αλλαγής» και η αντιπαράθεση με την Αριστερά γίνεται πάλι στο εσωτερικό της.

(β) Η ευρωπαϊκή διάσταση της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ και μάλιστα από τη θέση του διαχειριστή της κρατικής εξουσίας μέσα στην καπιταλιστική κρίση, που προβλήθηκε στη συνεδρίαση της Κ.Ε. ως αριστερή στρατηγική ευρωπαϊκής εμβέλειας ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό, αντικατοπτρίζει τόσο την αντικειμενική βάση της κίνησης της αντίφασης όσο και την προσπάθεια «λύσης» της αντίφασης σε κάποια νέα πλαίσια πολιτικής στρατηγικής. Είναι αντικειμενικά δεδομένο πλέον από την πορεία των 6 χρόνων κρατικής διαχείρισης ότι η εμβέλεια των αριστερών οραμάτων και της στρατηγικής «κοινωνικού μετασχηματισμού» με άξονα την κρατική εξουσία, δηλαδή ο αριστερός «κυβερνητισμός», έχει σαν όριο τους αντικειμενικούς νόμους κίνησης του κεφαλαίου μέσα στην κρίση. Αυτό εικονογραφείται από την ανάγκη «θεραπείας» των κρατικών ελλειμμάτων και τον περιορισμό της εισοδηματικής πολιτικής και τροχοδρομεί το ξεθύμασμα των οραμάτων της «Αλλαγής» για κρατικά ελεγχόμενη αναδιανομή. Είναι λοιπόν αναγκαίο αυτός ο νέος οικονομικός και κοινωνικός «ρεαλισμός» που σημάδεψε τη στροφή της «Αλλαγής», να φορτιστεί ιδεολογικά με τα περιεχόμενα εκείνα που καλύτερα προσιδιάζουν στο νέο έδαφος του κοινωνικά συγκεκριμένου μετά από 6 χρόνια διαχείρισης

(γ) Τα οράματα μιας «νέας ευρωπαϊκής Αριστεράς» συναρθρώνονται οργανικά με την προοπτική της «ανάπτυξης» μέσα από την πλήρη ενσωμάτωση στο καπιταλιστικό «κέντρο». Τα ορόσημα του 1992 και του 2000, ως «πιλότοι» της εμπέδωσης της καπιταλιστικής ανάπτυξης με την καπιταλιστική αναδιάρθρωση που θα ανταποκρίνεται στις νέες μορφές ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά, αντί ν' αποτελούν «φυγή» από τα υπαρκτά προβλήματα προς τις ακαδημαϊκές αναζητήσεις, όπως συχνά υποστηρίχθηκε, συνιστούν το τεχνοκρατικό συμπλήρωμα του νέου ευρωπαϊκού «αριστερού» οράματος που το ΠΑΣΟΚ καλείται να ενσαρκώσει σαν φυσική εξέλιξη της «ανάπτυξης προς όφελος του λαού και τόπου» της πρώιμης φάσης της «Αλλαγής».

(δ) Η προβολή των νέων οραμάτων και η ένταξη της τρέχουσας πολιτικής στα πλαίσια τους, σε πλήρη συνέχεια και ως ομαλή μετεξέλιξη των παλιών, συνεπάγεται και το μετασχηματισμό των παλιών ιδεολογιών και μετώπων πολιτικής αντιπαράθεσης. Η υποχώρηση της αναφοράς στο παρελθόν και η τάση αποδέσμευσης από το παραδοσιακό αντιδεξιό πλαίσιο είναι από τη μια συνέπεια της μεταστροφής των ιδεολογικών συντεταγμένων στην κατεύθυνση της σύγχρονης «ρεαλιστικής Αριστεράς» με ευρωπαϊκά οράματα, που μάχεται τη δεξιά στην σύγχρονη νεοφιλελεύθερη μορφή της και από την άλλη σημαδεύει μια επιθετική φάση που στοχεύει στην άλωση του συνολικού πολιτικού χώρου της «Αλλαγής». Για το τελευταίο συνηγορεί και η πρόσφατη δήλωση Παπανδρέου για «άρση της ασυλίας στο ΚΚΕ». Πράγμα που σηματοδοτεί πιθανότατα την έναρξη ενός νέου διμέτωπου με στόχο τον περιορισμό των κερδών της δεξιάς και τη συμπίεση του ΚΚΕ στα κατώτατα δυνατά όρια. Ο «αγώνας» αυτός, όπως φαίνεται, θα διεξαχθεί στο όνομα του «ρεαλισμού», της «φερεγγυότητας» και της «μόνης δυνατής» απάντησης στην κρίση της «Αλλαγής».

Συνοψίζοντας θα επισημάνουμε και τη συνθηματολογική συμπύκνωση αυτής της νέας στρατηγικής που εκφράζεται με το κωδικό δίπτυχο: αναγέννηση, που σηματοδοτεί τον αναπροσανατολισμό του συνολικού «μπλοκ της Αλλαγής» για την υπέρβαση των ασταθειών από τη στροφή του '85 και συναίνεση, που προμηνύει το εγχείρημα πολιτικής διείσδυσης του ΠΑΣΟΚ σε νέους χώρους, τόσο προς τα αριστερά όσο και προς τα δεξιά, με στόχο την εμπέδωση της ηγεμονίας του κάτω από τη σημαία της «ευρωπαϊκής αριστερής απάντησης» στη νεοφιλελεύθερη πρόκληση.

Η Αριστερά μπροστά στη στροφή...
Είναι φανερό ότι το εγχείρημα στρατηγικού αναπροσανατολισμού του ΠΑΣΟΚ που περιγράψαμε πιο πάνω αποτελεί μια ενιαία συνεκτική και ομοιογενή προσπάθεια αναδιατύπωσης των όρων και των ορίων μιας νέας ηγεμονίας του τόσο στο επίπεδο του «μπλοκ της Αλλαγής» όσο και στην πολιτική σκηνή της χώρας. Σαν τέτοιο είναι ένα ιστορικό στοίχημα και η πραγμάτωση του εξαρτάται τόσο από τις εσωτερικές αντιφάσεις του στρατοπέδου της «Αλλαγής» όσο και από τη διαμόρφωση του συσχετισμού δυνάμεων με τη δεξιά. Στο δεξιό μέτωπο η στρατηγική αυτή έχει να αντιμετωπίσει το «λαϊκισμό» της Ν.Δ. και την προσπάθεια ενσωμάτωσης στην αντιπολιτευτική της στρατηγική της δυσαρέσκειας των μικροαστικών κυρίως στρωμάτων. Ένα αδύνατο σημείο της στρατηγικής του ΠΑΣΟΚ μπορεί να εντοπισθεί στις τάσεις εξελίξεις των οικονομικών δεικτών των κρατικών ελλειμμάτων και της εισοδηματικής πολιτικής και ειδικά στο γεγονός ότι μια πιθανή αρνητική πορεία θα υποσκάψει την αποτελεσματικότητα του «νέου ρεαλισμού». Όμως κι εδώ τα πράγματα είναι πιο σύνθετα μια και το ΠΑΣΟΚ κρατά στο χέρι του το χαρτί των βάσεων και των εθνικών θεμάτων που με κατάλληλους χειρισμούς αποτελούν έναν ισχυρό πόλο εξέλιξης για το «εθνικό ακροατήριο».

Στο αριστερό μέτωπο αποσταθεροποιητικά μπορούν να λειτουργήσουν η διόγκωση της λαϊκής δυσαρέσκειας και μια πιθανή διάρρηξη του κοινωνικοί μπλοκ της Αλλαγής, ένα μικρό δείγμα της οποίας είχαμε στη διάρκεια των δημοτικών εκλογών του '86. Όμως για την αποτροπή μιας παρόμοιας εξέλιξης, το ΠΑΣΟΚ μπορεί να υπολογίζει ως ένα βαθμό στο σενάριο βελτίωσης των οικονομικών δεικτών και συνακόλουθα σε μια χαλάρωση της λιτότητας, και κύρια στο εσφαλμένο στρατηγικό προσανατολισμό των δυνάμεων της Αριστεράς. Πράγματι, τα αδύνατα σημεία της Αριστεράς συμπυκνώνονται στην εμμονή στο πλαίσιο της «Αλλαγής» και στον κυβερνητισμό, μαζί με την έλλειψη πολιτικής στρατηγικής, που την οδηγούν αποκλειστικά στη στοχοθεσία του σπασίματος της αυτοδυναμίας του ΠΑΣΟΚ με ή χωρίς τα σενάρια της «άδολης» απλής αναλογικής. Δέσμιες οι δυνάμεις της Αριστεράς στη λογική της «δεξιάς στροφής» του ΠΑΣΟΚ και χωρίς να αμφισβητούν το συνολικό πλαίσιο της «Αλλαγής», άρα δέσμιες ακόμη μιας εν γένει αντιδεξιάς στοχοθεσίας με ορίζοντα την πραγματική ή «με κατεύθυνση το σοσιαλισμό» «Αλλαγή», κτυπάνε κάποια φαντάσματα δεξιών συνεργασιών και «συναινέσεων» του ΠΑΣΟΚ ικετεύοντας για «στροφή στις ρίζες της Αλλαγής». Δεν αντλούν καν συμπεράσματα από τη μέχρι τώρα πορεία του ΠΑΣΟΚ που κάθε «συνεργασία» του ήταν επιστέγασμα της διάλυσης του αντίστοιχου πολιτικού χώρου και κύρια δεν μπορούν να διαγνώσουν τη νέα επίθεση του ΠΑΣΟΚ για ηγεμόνευση του «ρεαλισμού» στο χώρο της Αλλαγής. Ειδικότερα για το ΚΚΕ, η πολιτική ανεπάρκεια του στο ζήτημα των απεργιών και η μόνον ενδεικτική και συμβολική πρωτοβουλία διάρρηξης των «μετώπου της Αλλαγής» στις δημοτικές εκλογές της Αθήνας, προετοίμασαν το έδαφος πάνω στο οποίο θα εξελιχθεί η επίθεση εναντίον του. Εδώ, βέβαια, η συγκυρία στην ΕΣΣΔ μαζί με τη διάψευση των ελπίδων για «ανανέωση» και άνοιγμα στις δυνάμεις της Αριστεράς στο 12ο συνέδριο και οι αντιφάσεις που ξεπήδησαν από αυτό το γεγονός είναι ανέλπιστο όπλο στην προσπάθεια πολιτικού παροπλισμού και συρρίκνωσης του.

Ο όρος για τη μεταμφίεση της επίθεσης του κεφαλαίου είναι λοιπόν η επιτυχία του ΠΑΣΟΚ στην προσπάθεια του να συμπαρασύρει στη στροφή αυτή το σύνολο του «μπλοκ της Αλλαγής». Η μη διάρρηξη των δεσμών στο εσωτερικό του μπλοκ και η «εσωτερική» κριτική της Αριστεράς δίνει τη δυνατότητα να εμφανισθεί η στροφή αυτή ως μια οδυνηρή αλλά αναγκαία φάση στην πορεία της «Αλλαγής» και όχι ως τομή στην εξέλιξη των συσχετισμών σε βάρος του εργατικού και λαϊκού κινήματος.

... και οι προοπτικές της
Γίνεται λοιπόν σαφές ότι η κρίση της Αριστεράς και ειδικότερα του ΚΚΕ, που αποτελεί πια ουσιαστικά τη μόνη οργανωμένη αριστερή δύναμη με πολιτική εμβέλεια, παρέχει την ευρύτερη δυνατή ευκαιρία για το ξεδίπλωμα της επίθεσης του ΠΑΣΟΚ. Η πριμοδότηση αυτής της καταστροφικής τάσης για την Αριστερά που. ξεκινάει πρωταρχικά από δικούς της χειρισμούς και διαμεσολαβείται από το στρατηγικό αναπροσανατολισμό του ΠΑΣΟΚ, έχει δυο βασικά σκέλη: την εμμονή στα πλαίσια της «Αλλαγής», απόρροια των στρατηγικών της προσανατολισμών, του «κυβερνητισμού», του προσανατολισμού στο κράτος ως όργανο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, και την παγίδευση της στα «εθνικά ζητήματα», απόρροια της πάλης ενάντια στην «εξάρτηση». Ακόμα και στην περίπτωση που η στρατηγική του ΠΑΣΟΚ για αναπροσανατολισμό της «Αλλαγής» αποτύχει, ακόμα και αν το ΚΚΕ διαφύγει τον κλοιό της ασφυκτικής πίεσης του ΠΑΣΟΚ, η πολιτική του παρουσία και η εμβέλεια του θα συγκροτείται στη βάση των αδιεξόδων της «Αλλαγής», που αντί για «κατεύθυνση το σοσιαλισμό» μάλλον οδηγεί στα πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδα, στα διλήμματα στήριξης ή μη του εκάστοτε ηγεμονικού πόλου της «Αλλαγής», στην παγίδευση της Αριστεράς στον αδύνατο κυβερνητισμό και στις επιταγές της συγκυρίας που θα διαμορφώνεται κάτω από καθεστώς ηγεμόνευσης, του εργατικού κινήματος. Αν λοιπόν το πρόβλημα είναι η ανασυγκρότηση μιας ρεαλιστικής προοπτικής για την ελληνική Αριστερά, αυτή μπορεί να γίνει μόνο σε αντιπαλότητα με τις κυρίαρχες τάσεις της και ειδικότερα το ΚΚΕ, έξω από τη λογική της «Αλλαγής» και τους εκάστοτε προσανατολισμούς της, και πάντα σε σύγκρουση με τις τακτικές και στρατηγικές που αναδείχθηκαν τα τελευταία χρόνια στους πολιτικούς χώρους της Αριστεράς. Η σοσιαλιστική προοπτική για τους αγώνες των λαϊκών μαζών και του εργατικού κινήματος δεν μπορεί λοιπόν να είναι αποτέλεσμα παρέμβασης μέσα στους ιδεολογικά και πολιτικά παροπλισμένους σχηματισμούς της Αριστεράς μαζί και το ΚΚΕ, στο βαθμό που αυτοί αποδείχθηκαν και διαρκώς αποδεικνύονται δέσμιοι του ιδεολογικού λόγου της «Αλλαγής» και υποτάσσουν τη δυναμική των κοινωνικών αντιστάσεων στην πολιτική αμηχανία των ιδεολογημάτων τους. Η μόνη δυνατότητα που μπορεί να αναδείξει μια θετική δυναμική ανασυγκρότησης του πολιτικού και ιδεολογικού λόγου της Αριστεράς, πρέπει να εντοπισθεί στην άμεση παρέμβαση στους κοινωνικούς χώρους όπου οι αντιστάσεις ογκούνται και συντονίζονται, και μάλιστα, ενάντια στις δυνάμεις εκείνες που προσπαθούν να τις ελέγξουν και να τις εντάξουν στην μικροπολιτική αδυναμία της «γενικότερης πάλης και προοπτικής». Η δυναμική των αυθόρμητων λαϊκών αντιστάσεων είναι και σήμερα και στην προοπτική της όποιας μελλοντικής εξέλιξης, ό,τι πολυτιμότερο έχουμε για την αλλαγή των συσχετισμών και την ανασυγκρότηση της Αριστεράς. Και τούτο, σε πείσμα της κάθε είδους πολιτικής αμηχανίας και στρατηγικής παροπλισμού των αριστερών πολιτικών σχηματισμών.
 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή