Μύθοι του Αιγαίου. (Η Ελληνοτουρκική κρίση και το «εθνικό σύνδρομο» της ελληνικής Αριστεράς) Εκτύπωση
Τεύχος 20, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1987


Μύθοι του Αιγαίου. (Η Ελληνοτουρκική κρίση και το «εθνικό σύνδρομο» της ελληνικής Αριστεράς)
των Μπάμπη Αντωνίου, Τάσου Κυπρινιάδη, Γιάννη Μηλιού και Θανάση Τσεκούρα


«Ο τέλειος συμβιβασμός: Να προσαχθεί το ζήτημα του Αιγαίου στο (διεθνές) δικαστήριο και σε αντάλλαγμα να εξετασθεί το ζήτημα της εισόδου της Τουρκίας στην ΕΟΚ». (The Economist, 410 Απριλίου 1986, σελ. 17).

1. Εισαγωγή.
Στο σημερινό σκηνικό αναφορικά με τα θέματα εξωτερικής πολιτικής και ειδικότερα τα λεγόμενα εθνικά θέματα, της υφαλοκρηπίδας και εναέριου χώρου του Αιγαίου και το Κυπριακό, διάχυτη είναι η αντίληψη ότι τα πάντα πηγάζουν από την υπαρκτή απειλή συρρίκνωσης του «εθνικού χώρου» και αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων του έθνους. Στο σύνολο του πολιτικού φάσματος αυτή η διαπίστωση είναι κοινός τόπος και ενορχηστρώνεται γύρω από ορισμένα βασικά εθνικιστικά μοτίβα που η προβολή τους διαφέρει σε ένταση ανάλογα με τη βαθύτερη πολιτική φιλοσοφία του κάθε κομματικού σχηματισμού, ή και το ακροατήριο και το βαθμό εθνικής έξαρσης με το οποίο συντονίζεται ο κάθε «αρχηγός». Συναντάμε παραλλαγές που κυμαίνονται ανάμεσα στα πατροπαράδοτα ένστικτα της ελληνορθόδοξης χριστιανικής τουρκοφαγίας, μέχρι την «ορθολογική» επίκληση για «αναχαίτιση της τουρκικής επιθετικής πολιτικής». Σε κάθε περίπτωση, μόνο μια μερίδα της Αριστεράς φαίνεται να ενοχλείται από την εικόνα που συχνά προβάλλεται, του άξεστου αλλά και αιμοβόρου Οθωμανού που από την εποχή της Τουρκοκρατίας μέχρι και τη Μικρασιατική εκστρατεία βυσσοδομεί κατά του ελληνικού έθνους. Μορφοποιείται έτσι ένα συμπαγές και αδιάτρητο ιδεολογικό εθνικό μέτωπο που καλεί σε εγρήγορση για την αντιμετώπιση της απειλής.

Εδώ όμως σταματούν και οι εθνικές συμπλεύσεις των αστικών δυνάμεων γιατί όσον αφορά την ακολουθητέα τακτική οι δρόμοι χωρίζουν: ενώ το μεγαλύτερο κομμάτι της δεξιάς υποστηρίζει ότι ο δρόμος για την «αναχαίτιση» διέρχεται μέσα από την εξασφάλιση της συναίνεσης των συμμαχικών στρατηγείων και κυβερνήσεων, ο υπόλοιπος πολιτικός χώρος στοιχηματίζει περισσότερο πάνω σε μια στρατηγική ελεγχόμενης αντίθεσης, ή και σύγκρουσης, με τους συμμάχους ως προϋπόθεση για την εξασφάλιση της εθνικής επιβίωσης. Στο ευρύτερο στρατόπεδο της «Αλλαγής», μαζί και τον κυβερνητικό λόγο, διαγράφεται λίγο ή πολύ ξεκάθαρα η ερμηνεία της νέας τουρκικής επιθετικότητας: η αμερικανική και νατοϊκή επιλογή, που θέλει την Τουρκία ως κύριο στυλοβάτη των συμμαχικών συμφερόντων στην περιοχή, «θυσιάζοντας» έτσι την Ελλάδα. Είναι φανερό ότι τη θέση αυτή εύκολα δένεται με τον παραδοσιακό αντιϊμπεριαλισμό της ελληνικής Αριστεράς και τις τρέχουσες λαϊκές ιδεολογίες που θέλουν τους «ξένους» ως υπαίτιους για «τα δεινά αυτού του τόπου».

Διαγράφεται λοιπόν ένα σταθερό ιδεολογικό πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο οι ΗΠΑ και το NATO έχουν «επιλέξει» την Τουρκία ως «τοποτηρητή» των συμφερόντων τους στην περιοχή. Η σταθερότητα της αντίληψης αυτής είναι τέτοια, ώστε τελικά αποκτά την ισχύ γεωπολιτικού δόγματος. Η πρόσφατη κρίση, λοιπόν, που έφερε το Μάρτη '87 τις δυο χώρες στο χείλος του πολέμου είναι η επιβεβαίωση, σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, της αμερικανονατοϊκής επιλογής να ενθαρρύνει την επιθετικότητα της Τουρκίας και αποκαλύπτει την ανάγκη για απαγκίστρωση από τα παραδοσιακά ερείσματα της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.

Όμως γιατί τελικά ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός ή η νατοϊκή στρατηγική να επιδιώκει να «θυσιάσει» ένα σύμμαχο, την Ελλάδα; Γιατί υποκινεί ή έστω στηρίζει την τουρκική επιθετικότητα; Για να διατηρείται αμείωτη η ένταση στην περιοχή και να εξοπλίζονται ασταμάτητα και οι δυο χώρες, θα υποστηρίξουν ορισμένες απόψεις μέσα στην Αριστερά.

Η προαιώνια τουρκική επιθετικότητα ενάντια στο «έθνος μας», ή η αμερικανική πολιτική που δημιουργεί «τεχνητές οξύνσεις» είναι, λοιπόν, η αιτία της κρίσης; Ή μήπως επιπροστίθενται και οι δυο παράγοντες;

Νομίζουμε, ότι ούτε η μια, ούτε η άλλη εκδοχή, ούτε ο συνδυασμός τους μπορεί να εξηγήσει επαρκώς την ελληνοτουρκική κρίση.

2. Το ιστορικό της ελληνοτουρκικής αντίθεσης.
Είναι βέβαιο ότι για να μπορέσουμε να αναλύσουμε τη διεθνοπολιτική συγκυρία, πρέπει να τοποθετήσουμε την ελληνοτουρκική αντίθεση στην πραγματική ιστορική της διάσταση, να αντικρίσουμε την εξέλιξη και τους μετασχηματισμούς της στην ιστορία. Εδώ θα προτείνουμε μόνο ένα σύντομο ιστορικό σχήμα που δίνει κάποια στοιχεία για την εκτίμηση της αντίθεσης στη σημερινή της διάσταση και επιτρέπει τον εντοπισμό των «νόμων κίνησης» της.

Η ίδρυση του ελληνικού κράτους στην περίοδο της αποσύνθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας άνοιξε μια ολόκληρη ιστορική φάση επέκτασης των συνόρων του ελληνικού κράτους προς Βορρά και Ανατολάς, με τη διαρκή μετατόπιση των συσχετισμών δύναμης προς όφελος του ελληνικού αστισμού και εις βάρος της συρρικνούμενης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. (Για ό,τι ακολουθεί στο κεφάλαιο αυτό βλ. Milios 1987, Kapitel 9).

Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ ότι οι Έλληνες βίωσαν το διπλασιασμό της εθνικής τους επικράτειας την περίοδο 191222 ως απελευθέρωση εθνικών εδαφών από τον ξένο ζυγό.

Από διεθνοπολιτική άποψη επρόκειτο για μια διαδικασία ραγδαίου μετασχηματισμού των συσχετισμών δύναμης στη Ν.Α. Ευρώπη υπέρ της Ελλάδας (και των άλλων βαλκανικών κρατών) και εις βάρος της Τουρκίας, η οποία τείνει έτσι να εξοβελιστεί από το ευρωπαϊκό έδαφος και την ευρωπαϊκή διεθνή σκηνή. Άλλωστε οι προσαρτήσεις του 191213 και πολύ περισσότερο οι προσαρτήσεις του 1920 μόνο εν μέρει αποτελούσαν απελευθέρωση ελληνικών εδαφών και αυτό φυσικά όχι από τη σκοπιά της ελληνικής εθνικιστικής ιδεολογίας περί των 2000 χρόνων της «Μακεδονίας μας», αλλά από την άποψη της πληθυσμιακής σύνθεσης των περιοχών που προσαρτήθηκαν. Αν παραμείνουμε αποκλειστικά στο ελληνοτουρκικό ζήτημα και σύμφωνα με τα επίσημα ελληνικά στοιχεία που παρατίθενται στο χάρτη που ακολουθεί, στα εδάφη που προσαρτήθηκαν το 1912-13 μόλις το 42,6% του πληθυσμού ήταν Έλληνες, ενώ το 39,4% ήταν Τούρκοι. Βεβαίως το ελληνικό ποσοστό είναι διογκωμένο, γιατί ως Έλληνες λογίζονται όλοι οι ορθόδοξοι πληθυσμοί που δεν εγκατέλειψαν την ελληνική επικράτεια μετά την ελληνική προσάρτηση, καθόσον δεν αναγνωρίστηκε από το ελληνικό κράτος το δικαίωμα (και η πραγματικότητα) ύπαρξης μειονοτήτων από τα άλλα βαλκανικά κράτη. Όμως ακόμα και αν δεχθούμε τα επίσημα ελληνικά στοιχεία ως απολύτως ακριβή παρατηρούμε ότι η πληθυσμιακή σύνθεση όλων σχεδόν των βόρειων και ανατολικών εδαφών (νομών) που προσαρτήθηκαν ήταν κατά μεγάλη πλειοψηφία τουρκική. Το 1912 οι Τούρκοι αποτελούσαν το 98% των κατοίκων του τότε νομού Νέστου, το 79% του νομού Δράμας, το 69% του νομού Καβάλας, το 74% του νομού Φυλλίδος, το 47% του νομού Σερρών (Έλληνες 40%), το 40% του νομού Σιδηροκάστρου, (Έλληνες 19%), το 66% του νομού Κιλκίς, το 42% του νομού Παιανίας (Έλληνες 36%), το 54% του νομού Αλμωπίας, το 48% του νομού Εδέσσης (Έλληνες 40%) κλπ. Ανάλογη πλειοψηφία είχε ο τουρκικός πληθυσμός, μέχρι τις μετακινήσεις των πληθυσμών του 1922-23, στα εδάφη της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης, τα οποία προσαρτήθηκαν από τη Βουλγαρία το 1912-13 και περιήλθαν στην Ελλάδα το 1920 με τη Συνθήκη των Σεβρών. Όσο για τα εδάφη της Μ. Ασίας που με την ίδια συνθήκη προσάρτησε η Ελλάδα, «σύμφωνα με στατιστικές του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το Βιλαέτι του Αϊδινίου με πρωτεύουσα τη Σμύρνη είχε 950.000 Τούρκους και 620.000 Έλληνες» (Βερέμης 1986, σελ. 49).

Αυτή διαδικασία συνεχούς μετατόπισης του κέντρου βάρους προς όφελος της Ελλάδας, με συνέπεια την εδραίωση και ενίσχυση της ελληνικής αστικής τάξης απέληξε σε ένα σημείο καμπής και ισορροπίας μόλις το 1922, με την αποτυχία της ιμπεριαλιστικής Μικρασιατικής εκστρατείας και τον παράλληλο εσωτερικό μετασχηματισμό στην Τουρκία με το κίνημα του Κεμάλ. Η ελληνική συντριβή στην Ανατολία έδειξε τα όρια του ελληνικού επεκτατισμού στην τότε διεθνή συγκυρία και σήμανε το τέλος της γεωγραφικής επέκτασης του ελληνικού αστισμού, ενώ το κίνημα του Κεμάλ δρομολογούσε την Τουρκία στην κατεύθυνση της απαγκίστρωσης από την καθυστέρηση και της αναζήτησης μιας διαδικασίας αστικής κρατικής συγκρότησης.

Τη φάση της ελληνικής επέκτασης και της τουρκικής συρρίκνωσης διαδέχεται, λοιπόν, μια φάση ισορροπίας δυνάμεων η οποία πήρε, ήδη από το Μεσοπόλεμο τη μορφή της ελληνοτουρκικής συνεννόησης και Συμμαχίας (Βερέμης 1986, σελ. 51-61). Η φάση ισορροπίας θα διατηρηθεί και κατά την πρώτη περίοδο μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το βασικό που θα πρέπει να κρατήσουμε από αυτή την πορεία είναι ο μετασχηματισμός της αντίθεσης: από επεκτατική επιβουλή σε ανταγωνισμό «συμμαχικών» κρατών. Σημείο εκκίνησης της νέας φάσης ήταν η ισορροπία δυνάμεων μετά τη λήξη της περιόδου του ελληνικού επεκτατισμού. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου συμβαίνουν πολλά που πιστοποιούν το δυναμισμό του ελληνικού αστισμού (όπως π.χ. η βιομηχανική ανάπτυξη της δεκαετίας του '20) και την υστέρηση του τουρκικού κοινωνικού σχηματισμού λόγω εγγενών δυσχερειών. Δεν πρόκειται όμως, να σταθούμε σ' αυτό γιατί μετά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τις ανακατατάξεις που επιφέρει, το ζήτημα των ισορροπιών, των συσχετισμών και της ελληνοτουρκικής αντίθεσης τίθεται και πάλι σε νέα φάση.

Στη συγκυρία αμέσως μετά τον Πόλεμο η «ελληνοτουρκική συνεργασία» καθορίζεται από την κυρίαρχη διεθνοπολιτική αντίθεση της εποχής, ανάμεσα στη «Δύση» και την «Ανατολή», με την ένταξη και των δυο χωρών στο δυτικό συνασπισμό. Τόσο η Ελλάδα, όσο και η Τουρκία παίζουν σημαντικό ρόλο στα πλαίσια της δυτικής στρατηγικής του «roll back» (περιορισμός της σοβιετικής επιρροής στην επικράτεια της Σοβιετικής Ένωσης).

Με την πρόσδεση της στο δυτικό στρατόπεδο, η Ελλάδα επιδιώκει, σε γενικές γραμμές με επιτυχία, να βελτιώσει τη θέση της στην ιμπεριλιαστική αλυσίδα και να αναβαθμίσει το στρατηγικό της ρόλο στα Βαλκάνια. Το 1947 ενσωματώνονται στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα. Το 1950 η Ελλάδα συμμετέχει στην ιμπεριαλιστική επέμβαση στην Κορέα. Το 1952 συμμετέχει ως πλήρες μέλος στο NATO. Μια ανάλογη πορεία ακολουθεί και η Τουρκία.

Το 1954 οι δυο χώρες, ως φορείς της νατοϊκής στρατηγικής του «rollback» συνάπτουν με τη Γιουγκοσλαβία - που βρισκόταν σε ρήξη με τη Σοβ. Ένωση - τη «Συνθήκη Συμμαχίας Πολιτικής, Συνεργασίας και Αμοιβαίας Βοήθειας» (Βερέμης 1986, σελ. 67 68).

Η ελληνοτουρκική «προσέγγιση» διαλύεται όμως ήδη από το 1954-55, όταν ξεσπά το «Κυπριακό πρόβλημα»: Το αίτημα της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελληνοκυπρίων για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα οξύνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις (διώξεις της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη το 1955), χωρίς όμως να ανατρέψει τους συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν ανάμεσα στις δυο χώρες στο Μεσοπόλεμο και παγιώθηκαν μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η «Ένωση» θα σήμαινε για την Τουρκία περαιτέρω υποβάθμιση του ρόλου της στην περιοχή έναντι της Ελλάδας.

Η όξυνση της κυπριακής κρίσης έχει λοιπόν σαν άμεση συνέπεια την εμπλοκή του αυτήν κατ' αρχάς των δύο αντίστοιχων εθνικών κρατών, της Ελλάδας και της Τουρκίας και την ενεργοποίηση, εκ νέου, της ελληνοτουρκικής αντίθεσης.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε, ότι για μια μακρόχρονη περίοδο η ελληνοτουρκική αντίθεση έχει έναν ιδιόμορφο χαρακτήρα: το επίδικο αντικείμενο της περιορίζεται στην εκατέρωθεν διαχείριση της κυπριακής κρίσης, και πολύ αργότερα, κατά την περίοδο 1973-74 και μετά επεκτείνεται και σε άλλα επίπεδα, παίρνοντας τη μορφή που διατηρεί έως και σήμερα. (Τσεκούρας, 1984, 1985).

Εκτός αυτού, η όξυνση της εκείνη την περίοδο είναι κατά κάποιο τρόπο, αποτέλεσμα της όξυνσης των διακοινοτικών αντιθέσεων, στο εσωτερικό της κυπριακής κοινωνίας. Τόσο το ελληνικό, όσο και το τουρκικό κράτος οδηγήθηκαν σε όξυνση των σχέσεων τους, μια περίοδο, που οι κυρίαρχες πολιτικές και στρατηγικές επιλογές τους δεν συναινούσαν, ίσως και να αντιτίθενταν, σ' αυτήν την προοπτική. Από τη στιγμή όμως που ξέσπασε ανοιχτά η κυπριακή κρίση, η εμπλοκή τους γινόταν, κατά κάποιο τρόπο, αντικειμενική αναγκαιότητα, γιατί σ' αντίθετη περίπτωση, δηλ. ·αν άφηναν απροστάτευτα τα αντίστοιχα εθνικά σύνολα τους στην τύχη τους, θα φαινόταν ανίκανα να διαχειριστούν τα «εθνικά συμφέροντα» των χωρών τους και θα έμπαινε σε κρίση, το σημαντικότερο ίσως συστατικό της οργάνωσης της ηγεμονίας τους, πάνω στις υπόλοιπες τάξεις, δηλ. η ικανότητα από τη μεριά των ιθυνουσών τάξεων και του αστικού κράτους να υπερασπίζουν το «έθνος» απέναντι στις οποιεσδήποτε επιβουλές.

Είναι φυσικό όλοι οι παράγοντες που, άμεσα ή έμμεσα, συμπλέκονται με επίκεντρο το Κυπριακό ζήτημα, να διαρθρώνονται σε ένα συνεκτικό πλαίσιο με καθορισμένες σχέσεις δύναμης, συγκλίσεις, τυπικές και άτυπες συμμαχίες, με βάση τόσο τη σχετική αυτονομία του κάθε παράγοντα, όσο και τις «εξαρτήσεις» και τις δυνατότητες που επιβάλλει η συγκυρία.

Η ανοιχτή παρέμβαση των Η.Π.Α., σαν δεσπόζουσας δύναμης τον καπιταλιστικού κόσμου, στόχευε κατ' αρχήν στο ξεπέρασμα της κρίσης και την εξομάλυνση των αντιθέσεων, για να διαφυλαχθούν τα γενικότερα και μακροπρόθεσμα συμφέροντα του ιμπεριλιαστικού συστήματος στην περιοχή. Να πάψει η Κύπρος να αποτελεί μια μόνιμη εστία αναταραχής, και να ξαναδιατυπωθούν οι όροι της «ελληνοτουρκικής φιλίας» που είχε επικίνδυνα θιγεί.

Δύο παράλληλες και αμοιβαίες κινήσεις της αμερικανικής πολιτικής, νομίζουμε ότι χαρακτηρίζουν τους σκοπούς και την οπτική της στη διαχείριση της κυπριακής κρίσης: Τον Ιούνιο του '64 στέλνεται η επιστολή Τζόνσον προς τον Ινονού, όπου με καθαρό και απροκάλυπτο τρόπο, αποτρέπεται οποιαδήποτε σκέψη για «δυναμική» ανάμιξη της Τουρκίας στην Κύπρο.

Κατόπιν, ανατίθεται στον πρώην υπουργό Εξωτερικών Ντην Άτσεσον να διερευνήσει τους όρους για μια συμβιβαστική επίλυση της κρίσης. Η αμερικανική παρέμβασή αναθέτει τον προνομιακό ρόλο στη διαχείριση και την εξομάλυνση της κυπριακής κρίσης, στο ελληνικό κράτος, συναινώντας ουσιαστικά στην ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα με το σχέδιο Άτσεσον. Το επίκεντρο των διαπραγματεύσεων για ολόκληρη την περίοδο, μέχρι λίγο πριν την επιβολή της απριλιανής δικτατορίας, δεν είναι άλλο από το χαρακτήρα που θα έπαιρνε η ένωση και την ποιότητα των ανταλλαγμάτων που θα αποσπούσε η Τουρκία για να δικαιολογήσει τη συμφωνία της.

Οι βασικές πρόνοιες του Σχεδίου Άτσεσον είναι οι εξής: άμεση ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, με αναγνώριση πλήρους κυριαρχίας του Ελληνικού Στέμματος, της ελληνικής κυβέρνησης, της ελληνικής νομοθεσίας και του ελληνικού Δημοσίου στο νησί, και ορισμός υπουργού, μέλους της ελληνικής κυβέρνησης σαν Γενικού Διοικητή. Εκμισθώνεται για μια πεντηκονταετία στην Τουρκία βάση στην Καρπασία, της οποίας η έκταση δεν υπερβαίνει το 4,5% της συνολικής εδαφικής έκτασης της Κύπρου. Για τους Τούρκους του νησιού καθορίζεται μειονοτικό καθεστώς, σαν αυτό που ισχύει για την τουρκική μειονότητα της Δ. Θράκης, καθώς επίσης στις δύο από τις οκτώ επαρχίες της Κύπρου, ορίζονται Τούρκοι έπαρχοι από την ελληνική κυβέρνηση. Στην Καρπασία θα επεκτείνεται η ελληνική κυριαρχία, παρά την εκμίσθωση της στρατιωτικής βάσης.

Αν θέλαμε με σχηματικό τρόπο, να περιγράψουμε τη διεθνοποίηση και τη μορφή της κυπριακής κρίσης, την περίοδο που εξετάζουμε, θα λέγαμε ότι παρατηρείται αντικειμενική σύγκλιση της στρατηγικής της σταθεροποίησης των γενικών και μακροπρόθεσμων συμφερόντων του ιμπεριαλισμού στην περιοχή, όπως εκφράζεται από την αμερικανική πολιτική και της στρατηγικής του ελληνικού κράτους, και γι' αυτόν το λόγο ανατίθεται σ' αυτό ο προνομιακός ρόλος στην εξομάλυνση της κυπριακής κρίσης.

Η αναβάθμιση της θέσης του ελληνικού καπιταλισμού στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, μέσα κυρίως από την ταχύρυθμη οικονομική του ανάπτυξη από τα μέσα της δεκαετίας του '50 και μετά και η αντίστοιχη ενίσχυση του έναντι της Τουρκίας είναι ο παράγοντας που επέτρεψε να αναδειχθεί η «Ένωση» ως η ηγεμονική «δυτική» λύση στο «Κυπριακό πρόβλημα».

Εντούτοις, οι εσωτερικές σχέσεις εξουσίας που είχαν εν τω μεταξύ διαμορφωθεί στην Κύπρο (μια αυτοτελής άρχουσα ελληνοκυπριακή αστική τάξη, απ' τη μια, η οποία είχε εξασφαλίσει πλέον τη συναίνεση της μεγάλης πλειοψηφίας των ελληνοκυπρίων στην προοπτική της διατήρησης της εξουσίας της ως διακριτού από την Ελλάδα ανεξάρτητου κράτους και ένα χωριστικό καθεστώς εθνικής καταπίεσης σε βάρος των Τουρκοκυπρίων, που διαμορφώνεται το Δεκέμβρη του 1963, από την άλλη) ακύρωσαν την προοπτική της «Ένωσης». Οι ίδιοι παράγοντες επέτρεψαν την παρέμβαση της Τουρκίας για την αλλαγή υπέρ της των γενικότερων γεωπολιτικών συσχετισμών στην περιοχή.

Ο «άγνωστος πόλεμος Αθηνών - Λευκωσίας» (Κρανιδιώτη 1987) ξεσπάει με την απόρριψη από τον Μακάριο του «σχεδίου Άτσεσον». Το επιχείρημα του Μακαρίου προς την Ελλάδα ήταν ότι με το σχέδιο προβλεπόταν «διπλή ένωση» της Κύπρου με την Ελλάδα και την Τουρκία, παρότι, βέβαια, το σχέδιο στην πραγματικότητα προέβλεπε «ότι η βάση που θα παρεχωρείτο στην Τουρκία (...) δεν θα ήταν κατά κυριαρχία αλά με εκμίσθωση» (Κρανιδιώτης 1987).

Από το Μάιο του 1965 αρχίζουν ελληνοτουρκικές συνομιλίες, ερήμην της Κύπρου, για την επίλυση του Κυπριακού, με βάση την ελληνική θέση για την Ένωση. Η Τουρκία όμως γρήγορα αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση Αθήνας - Λευκωσίας και από το Δεκέμβριο του 1966 «εμμένει στη διατήρηση καθεστώτος ανεξαρτησίας στην Κύπρο, ή, διαζευκτικά, καθεστώτος συγκυριαρχίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας» (Κρανιδιώτης, 1987).

Η δικτατορία επιχειρεί χωρίς αποτέλεσμα να λύσει «δυναμικά» το πρόβλημα, μέσα από τη δράση της ΕΟΚΑ Β', που στρέφεται τόσο ενάντια στους Τουρκοκύπριους (σφαγές Τουρκοκυπρίων το Νοέμβρη 1967, παρέμβαση της Άγκυρας, βρετανική και αμερικανική ανάμιξη, υποχρέωση της Ελλάδας να μειώσει τη δύναμη της Εθνοφρουράς), όσο και ενάντια στην Κυπριακή κυβέρνηση. Το Δεκέμβρη του 1967 σταματούν χωρίς κανένα αποτέλεσμα οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες για το Κυπριακό

Μέσα, λοιπόν, σε τρία με τέσσερα χρόνια οι συσχετισμοί δύναμης ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, χωρίς να έχουν ανατραπεί, έχουν εντούτοις μετασχηματιστεί σημαντικά. Η «επιθετική κίνηση» του ελληνικού κράτους για την επέκταση της επικράτειας του στην Κύπρο συναντάει την κυπριακή κρατική εξουσία και αποτυγχάνει. Ταυτόχρονα, η Τουρκία εκμεταλλεύεται τον «πόλεμο Αθηνών - Λευκωσίας» για να περιορίσει την ελληνική παρουσία στην Κύπρο.

Η διεθνής απομόνωση της ελληνικής δικτατορίας και οι διεθνοπολιτικές ανακατατάξεις (ύφεση στα Βαλκάνια, Παλαιστινιακό, όξυνση των σχέσεων Δύσης - αραβικών χωρών) λειτουργούν ενισχυτικά ως προς τους μετασχηματισμούς της προηγούμενης περιόδου: η διεθνοπολιτική θέση της Τουρκίας ενισχύεται, οι ελληνοτουρκικές αντιθέσεις μπορούν να χρησιμεύσουν ως αφετηρία για παραπέρα διεκδίκηση ενός «ευρωπαϊκού ζωτικού χώρου»: Το 1973 θέτει για πρώτη φορά μεταπολεμικά η Τουρκία θέμα Αιγαίου, υφαλοκρηπίδας, εναέριου χώρου κλπ. Όταν η Ιωαννιδική δικτατορία, μέσα στην επιθανάτια αγωνία της, επιχειρεί την «τελική λύση» του Κυπριακού, η «ιστορική ευκαιρία» για την Τουρκία, να ανατρέψει τους ιστορικά παγιωμένους συσχετισμούς στην Α. Μεσόγειο είχε φτάσει.

Γίνεται, λοιπόν, προφανές ότι η Τουρκία ούτε υπήρξε ανέκαθεν «επιτιθέμενη», ούτε αποτελεί η ελληνοτουρκική διαφορά μια «τεχνητή όξυνση» που καλλιέργησε το NATO. Πρόκειται για μια σύγκρουση που το καταρχήν περιεχόμενο της έχει τοπικό χαρακτήρα, το χαρακτήρα ενός τοπικού γεωπολιτικού ανταγωνισμού ανάμεσα σε δυο χώρες που εντάσσονται στο ίδιο ιμπεριαλιστικό στρατηγικό σύστημα, παρότι κατέχουν μια σχετικά διαφορετική θέση στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. (Η Ελλάδα έχει πλέον ενσωματωθεί στο χώρο των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, η Τουρκία βρίσκεται ακόμα στο «κατώφλι» αυτού του χώρου, χωρίς να είναι δεδομένη - λόγω της οξύτητας, της ανομοιογένειας και της ρευστότητας των ταξικών συσχετισμών στο εσωτερικό της - η δυνατότητα της να αναβαθμίσει στο μέλλον τη θέση της στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα).

Η τουρκική επιθετικότητα υπήρξε, λοιπόν, το αποτέλεσμα τον μετασχηματισμού των ιστορικά διαμορφωμένων διεθνοπολιτικών συσχετισμών ανάμεσα στις δυο χώρες, μετασχηματισμού ο οποίος ξεκίνησε με την αποτυχία της επιθετικής ελληνικής πρωτοβουλίας για προσάρτηση της Κύπρου το 1964-65 και επιταχύνθηκε από την τυχοδιωκτική διαχείριση αυτής της πρωτοβουλίας από τη δικτατορία. Ο ρόλος των ΗΠΑ και του NATO έρχεται εκ των υστέρων, να επηρεάσει τους συσχετισμούς και να επιταχύνει ή να επιβραδύνει κάποιες εξελίξεις με βάση ένα και μοναδικό κριτήριο: τη σταθερότητα και ενότητα του ιμπεριαλιστικού στρατηγικού συστήματος στην περιοχή. Και ο πρωταρχικός όρος για να διασφαλιστεί αυτή η στρατηγική σταθερότητα του νατοϊκού συστήματος είναι να αποκατασταθεί η «ελληνοτουρκική συνεργασία», ακόμα κι αν αυτό συνεπαγόταν (πράγμα που δεν είναι, βεβαίως, σίγουρο) ότι θα μειώνονταν σταδιακά κατά 5% ή 10% οι στρατιωτικές δαπάνες των δυο χωρών.

Αν αυτή η διαπίστωση ήταν προφανής πάντοτε, σήμερα η αποκατάσταση της ενότητας της συμμαχίας είναι επιτακτικό καθήκον και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η παρατεινόμενη αστάθεια στην ανατολική μεσόγειο (Λίβανος, Ισραήλ), ο περσοϊρακινός πόλεμος στην εγγύς Μέση Ανατολή, η ναυσιπλοία στον Περσικό κόλπο και η πιθανότητα σύγκλισης διεθνούς διάσκεψης για το μεσανατολικό επιβάλλουν ακόμα περισσότερο τη σταθεροποίηση της συμμαχίας στο Ν. Α. ακρότατο της σημείο.

Με βάση τις θέσεις που διατυπώσαμε εδώ θα επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε στα επόμενα τις συγκεκριμένες μορφές μέσα από τις οποίες επιχειρεί ο αμερικανονατοϊκός παράγοντας να «εξομαλύνει» την ελληνοτουρκική κρίση.

3. Η εξέλιξη της ελληνοτουρκικής διαμάχης μετά το 1974.

3.1. Η ελληνική στρατηγική
Η Ελλάδα βρίσκεται, λοιπόν, το καλοκαίρι του 1974 σε μια θέση άμυνας και υποχώρησης. Ο μέγιστος στόχος της ελληνικής στρατηγικής είναι έκτοτε να επανέλθει η κατάσταση στο επίπεδο της προηγούμενης φάσης: να σταματήσουν οι τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και να αποκατασταθεί το προ της εισβολής καθεστώς στην Κύπρο. Βεβαίως, αυτός ο δεύτερος στόχος μόνο ως στρατηγικό «όραμα» μπορεί να αναφέρεται. Οι μετακινήσεις των πληθυσμών και η παγίωση της τουρκοκυπριακής κυριαρχίας στο βόρειο τμήμα του νησιού δεν αφήνουν πλέον περιθώρια παρά για μια λύση «διζωνικής μορφής». Τέτοιες ανακατατάξεις δεν αποτελούν άλλωστε, όπως είδαμε, καινούργιο φαινόμενο στην ιστορία της Ν.Α. Ευρώπης.

Η στρατηγική του ελληνικού κράτους στοχεύει έτσι από το '74 και μετά στη δημιουργία των όρων που θα επιτρέψουν την εκ νέου μετατόπιση των συσχετισμών υπέρ της Ελλάδας. Στηρίζεται δε απαρέγκλιτα σε τρεις άξονες:

α) Στροφή του αμυντικού στρατιωτικού μηχανισμού της χώρας από Βορρά προς Ανατολάς. Για να εξυπηρετηθεί κυρίως αυτός ο στόχος αποχώρησε η Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του NATO κατά την πενταετία 74-79.

β) Άσκηση πίεσης στο NATO ώστε να συνηγορήσει προς μια «λύση» της ελληνοτουρκικής διαφοράς με την επαναφορά της κατάστασης στα δεδομένα της πριν το 1974 περιόδου. Η πίεση αυτή βασίζεται στη διατήρηση εκκρεμοτήτων στις σχέσεις Ελλάδος - NATO. Αρχικά με τη μη συμμετοχή στο στρατιωτικό σκέλος, στη συνέχεια με την άρνηση ίδρυσης του νατοϊκού στρατηγείου στη Λάρισα, εκτός αν γίνουν αποδεκτές από το NATO οι ελληνικές θέσεις για το Αιγαίο και τη στρατικοποίηση των νησιών, αργότερα, επιπλέον, με τη μη συμμετοχή στις νατοϊκές ασκήσεις στο Αιγαίο, πρόσφατα με τη συσχέτιση της παραμονής των αμερικανικών βάσεων με την επίλυση της ελληνοτουρκικής διαφοράς.

γ) Ενίσχυση της διεθνούς θέσης της Ελλάδας μέσα από μια «πολυδιάστατη» εξωτερική πολιτική που περιλαμβάνει τόσο τη βελτίωση των σχέσεων της Ελλάδας με τον ανατολικό συνασπισμό, όσο και κυρίως με τις αραβικές και «αδέσμευτες» χώρες. Το σκέλος αυτό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ενισχύεται αντικειμενικά από τη θέση της χώρας στο δίκτυο των διεθνών οικονομικών σχέσεων (ένταξη στην ΕΟΚ, σχέσεις μερίδων του ελληνικού κεφαλαίου με τις αραβικές χώρες κλπ.).

Παρότι οι άξονες αυτοί της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής παραμένουν σταθεροί από το 1974 και μετά, εντούτοις υπάρχει μια εμφανής διαφορά ανάμεσα στη νεοδημοκρατική και την πασοκική διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής.

Η πολιτική Καραμανλή παρά τις αναμφισβήτητες επιτυχίες της για τη σταδιακή ανατροπή των συσχετισμών με την Τουρκία, παραμένει μια πολιτική αμυντική, μια πολιτική «πολέμου θέσεων» που εναποθέτει την επίλυση της κρίσης σε κάποια μελλοντική συγκυρία, όπου οι συνθήκες θα έχουν ωριμάσει και η ηγεμονία της Ελλάδας θα είναι πιθανά τόσο αισθητή ώστε να μπορεί να υπαγορεύει όρους.

Ενώ είναι φανερό ότι ήδη σ' αυτή την επταετία 74-81, το διεθνές κλίμα αλλάζει, με το άνοιγμα της εξωτερικής πολιτικής και τα νεοαποκτώμενα ερείσματα, η ανάπτύξη της Ελλάδας συνεχίζεται έστω και με μικρότερους ρυθμούς λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και το χάσμα με την Τουρκία διατηρείται και διευρύνεται, εντούτοις η κρίση με την Τουρκία (Αιγαίο, Κύπρος), δεν αντιμετωπίζεται ούτε με δυναμισμό, ούτε ενιαία, αλλά στο πλαίσιο μιας αναμονής για την απόκτηση καλύτερων ερεισμάτων και καλύτερης διαπραγματευτικής θέσης.

Οι αντιφάσεις και ελλείψεις της πολιτικής Καραμανλή για τα ελληνικά αστικά συμφέροντα γίνονται φανερές από τη σύγκριση με την ποιοτική στροφή που συνιστά η πολιτική Παπανδρέου για τα ελληνοτουρκικά μετά το '81. Ο Παπανδρέου ενώ διατηρεί αμείωτη την ισχύ του ευρωπαϊκού σκέλους της πολιτικής αυτής, αναπροσανατολίζει ριζικά τα άλλα σκέλη της εξωτερικής πολιτικής. Διευρύνει αρχικά τη βαλκανική συναίνεση, (κυρίως με Βουλγαρία - Ρουμανία) που μια και επικεντρώνεται στα πυρηνικά και την απύραυλη ζώνη θέτει την Τουρκία εκτός πλαισίου συνεννόησης, χωρίς να εφαρμόσει κανένα διοικητικό a priori αποκλεισμό. Με αφορμή αυτό το πλαίσιο συζήτησης, η απομόνωση της Τουρκίας είναι σχεδόν απόλυτη, ιδιαίτερα από την (αρκετά σημαντική) Βουλγαρία, κατάσταση που επιτείνεται και από το πρόβλημα των εκεί Τουρκόφωνων μειονοτήτων. Στη συνέχεια δοκιμάζεται μια αντίστοιχη πολιτική στην κατεύθυνση των αραβικών χωρών: στην πρώτη φάση επιχειρήθηκε να εφαρμοσθεί με πόλο συμπύκνωσης το παλαιστινιακό, αλλά όταν αυτό αποδείχθηκε ατελέσφορο, ως αποτέλεσμα της όξυνσης των αντιφάσεων μέσα στους Παλαιστινίους, η συνεννόηση έγινε απ' ευθείας σε κρατικό επίπεδο με άξονες τη Συρία κύρια, τη Λιβύη, αλλά και τις άλλες αραβικές χώρες όπως την Αίγυπτο δευτερευόντως, ανατρέποντας τον προηγούμενο συσχετισμό υπέρ της Τουρκίας, που μέχρι τότε επικρατούσε στον αραβικό κόσμο. Σήμερα η Τουρκία είναι εμφανώς απομονωμένη από παραδοσιακά στηρίγματα της εξωτερικής της πολιτικής εκτός του ΝΑΤΟικού πλαισίου και η θέση του ελληνικού αστισμού είναι σημαντικά ενισχυμένη στην ίδια κατεύθυνση. Πρόσφατα τέλος διαπιστώσαμε ότι ο Παπανδρέου είναι έτοιμος να διαπραγματευθεί με την Τουρκία έχοντας στο χέρι τα χαρτιά της αίτησης ένταξης στην ΕΟΚ από τη μεριά της Τουρκίας, καθώς και τη δυνατότητα ανανέωσης της συμφωνίας με τις ΗΠΑ για (κάποιες από) τις βάσεις με προϋπόθεση μια ευνοϊκή επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Το πρώτο λοιπόν στοιχείο για την αλλαγή της πολιτικής στα ελληνοτουρκικά από το 1981 είναι η δημιουργία ενός πολυεδρικού συστήματος στήριξης το οποίο χρησιμοποιείται ως εφαλτήριο για την ανάπτυξη μιας επιθετικής πολιτικής επίλυσης των διαφορών και υπέρβασης της κρίσης.

Το δεύτερο. στοιχείο αφορά μια εξίσου σημαντική στρατηγική μετατόπιση. Είναι φανερό ότι για τη νέα πολιτική Παπανδρέου τα «εθνικά θέματα» (Αιγαίο, Κύπρος) δηλαδή τα ζητήματα των ελληνοτουρκικών διαφορών αποτελούν ενιαίο σύνολο για διαπραγμάτευση. Δεν υπάρχει πρόθεση να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης χωριστά, ενώ αντίθετα η ενιαία αντιμετώπιση τους επιτρέπει το συγκερασμό τον κερδών και υποχωρήσεων στο ενιαίο «πακέτο». Αυτό υπαγορεύεται καθαρά από τον αντικειμενικό συσχετισμό δυνάμεων, αλλά και τις δυνατότητες της ελληνικής πλευράς. Ενώ φερειπείν στο Αιγαίο η γραμμή υποχώρησης είναι το Διεθνές Δίκαιο (προσφυγή στη Χάγη), πράγμα που σχεδόν εξ ολοκλήρου ικανοποιεί τις ελληνικές διεκδικήσεις, στην Κύπρο τα πράγματα είναι διαφορετικά μια και το status quo της τουρκικής κατοχής δεν αφήνει πολλά περιθώρια ελιγμών.

Η διαπραγμάτευση λοιπόν σε «πακέτο» είναι η άλλη όψη της επιθετικής πολιτικής Παπανδρέου που συγκεράζει τα κέρδη (Αιγαίο) με τις ζημίες (Κύπρο), και μάλιστα τις ζημίες εκεί όπου μόνο κατ' όνομα τα πράγματα δεν έχουν ακόμα χαθεί. Ενδείξεις γι' αυτό αποτελούν η ανυποχώρητη στάση στο Αιγαίο, πράγμα που θα φαινόταν παράλογο αν ήταν αυτό καθ' εαυτό αντικείμενο διαπραγμάτευσης, μια και η Ελλάδα παρουσιάζεται να διαπραγματεύεται μόνο το μέγιστο των απαιτήσεων της, καθώς και η στήριξη προς το παρόν της «αγωνιστικής» τάσης Κυπριανού στην Κύπρο, αντί για τον «ρεαλιστή» Κληρίδη. Μια πρόωρη διευθέτηση τον Κυπριακού θα στερούσε την Ελλάδα από το διαπραγματευτικό αυτό χαρτί στο διάλογο με την Τουρκία και θα κατάστρεφε τη στρατηγική τον «πακέτου».

Έτσι λοιπόν καταγράφεται η πολιτική συγκυρία σήμερα αναφορικά με τα «εθνικά ζητήματα»: ως μια συνολική και ενιαία αντιμετώπιση στα πλαίσια μιας επιθετικής πολιτικής που επιχειρεί να αποκρυσταλλώσει ένα νέο συσχετισμό κατά το δυνατόν προς όφελος του ελληνικού καπιταλισμού, χρησιμοποιώντας όλες τις δυνατές διεθνείς συμμαχίες, τα νομικά κεκτημένα της Ελλάδας, την πραγματική υπεροχή του ελληνικού καπιταλισμού σε σχέση με την αναπτυσσόμενη Τουρκία και τη θεσμοθέτηση της υπεροχής αυτής με τη συμμετοχή στο διεθνή καπιταλιστικό «όμιλο» της ΕΟΚ.

3.2. Η θέση της Τουρκίας
Η Τουρκία βρίσκεται στη σημερινή συγκυρία σε ένα οριακό σταυροδρόμι που εικονογραφείται σχηματικά από την κυριαρχία της αντίφασης ανάπτυξη υπανάπτυξη και τις αντίστοιχες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές της προεκτάσεις.

Η ηγεμονική στρατηγική των κυρίαρχων τάξεων για καπιταλιστική ανάπτυξη και διεθνή οικονομική και πολιτική «ολοκλήρωση» στα πλαίσια της καπιταλιστικής Δύσης τείνει να ακυρωθεί από παράγοντες όπως η κοινωνική, εθνική και πολιτιστική ετερογένεια και αντιφατικότητα, η αστάθεια των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών, η αστάθεια των θεσμών, η υπανάπτυξη ευρύτατων περιφερειών, που «εγκλωβίζουν» τον καπιταλιστικό τομέα της οικονομίας και απειλούν τους ρυθμούς της διευρυμένης αναπαραγωγής του κλπ. (Seven, 1984).

Η αναβάθμιση του στρατηγικού ρόλου της Τουρκίας μέσα από την στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο και την ανακίνηση των ζητημάτων του Αιγαίου, που εξασφάλιζε μια νέα ισορροπία στη σχέση της με την Ελλάδα, ενώ αρχικά δημιούργησε κάποιες προϋποθέσεις για μια συνολική πορεία αναβάθμισης τον ρόλο της χώρας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, δεν κατάφερε ωστόσο να αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα. Ιδιαίτερα στην περίοδο Παπανδρέου, τα κέρδη της Τουρκίας από την ελληνοτουρκική κρίση περιορίσθηκαν ή ακυρώθηκαν και η διεθνής απομόνωση της στα πλαίσια των παραδοσιακών εξωσυμμαχικών στηριγμάτων της ενισχύθηκε παραπέρα. Ο δρόμος για την καπιταλιστική ανάπτυξη περνάει λοιπόν κατά κύριο λόγο μέσα από το «όραμα» της ΕΟΚ και κατά δεύτερο λόγο μέσα από την αμφίβολη στρατηγική αναβάθμιση με την ανακίνηση της ελληνοτουρκικής κρίσης.

Πρέπει ιδιαίτερα να προσεχθεί ότι η στρατηγική αναβάθμιση της Τουρκίας και η εγκυρότητα της ως διαχειριστή των συμφερόντων του ιμπεριαλιστικού μπλοκ δεν επικαθορίζεται μόνο από την αδιαμφισβήτητη στρατιωτική της φερεγγυότητα αλλά διαπλέκεται και με τις μόνιμες τάσεις του τούρκικου κοινωνικού σχηματισμού. Η μέχρι τώρα κοινωνική, πολιτική και πολιτειακή αστάθεια ήταν αρνητικό συνοδευτικό στοιχείο για τη στρατηγική αναβάθμιση, και η πρόσφατη ισλαμική έξαρση σίγουρα δεν λειτούργησε θετικά ως προς αυτό. Άρα και η στρατηγική του τουρκικού αστισμού για ένταξη στην ΕΟΚ και το όραμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης λειτουργεί θετικά και για τις γενικότερες στρατηγικές βλέψεις του. Όμως είναι σαφές ότι η ΕΟΚ δεν μπορεί να γίνει θέατρο της ελληνοτουρκικής διαμάχης ούτε να επιφορτισθεί με τη διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών και πολύ περισσότερο να διαπλακεί με τα γενικότερα προβλήματα στρατηγικής επάρκειας της Ν,Α. πτέρυγας του NATO. Αυτό συνεπάγεται ότι η Τουρκία θα πρέπει να αποδεχθεί τη λύση των ελληνοτουρκικών διαφορών στο βαθμό που το «όραμα ΕΟΚ» θα γίνεται πολιτική, οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα για την πορεία ανέλιξης του τουρκικού κράτους.

Είναι προφανές ότι για τις προωθημένες τουρκικές αστικές μερίδες η στρατηγική της ΕΟΚ, διέρχεται δια μέσου του κόμβου της Ελλάδας και είναι επίσης φανερό ότι η απαραίτητη ελληνική ανοχή για την επιτυχία του «εγχειρήματος ΕΟΚ περνάει μέσα από την ανοιχτή ή σιωπηρή τουρκική υποχώρηση στα κρίσιμα ελληνοτουρκικά ζητήματα. Ακόμα, είναι ιδιαίτερα εμφανές ότι η στρατηγική Παπανδρέου με το «πακέτο» Αιγαίο - Κύπρος δεν είναι αντίθετη προς τις γενικότερες βλέψεις του τουρκικού αστισμού και συμβαδίζει με κάποιες γενικότερες αρχές τακτικής.

Είναι προφανές ότι για τις προωθημένες τουρκικές αστικές μερίδες η στρατηγική της ΕΟΚ, διέρχεται δια μέσου του κόμβου της Ελλάδας και είναι επίσης φανερό ότι η απαραίτητη ελληνική ανοχή για την επιτυχία του «εγχειρήματος ΕΟΚ περνάει μέσα από την ανοιχτή ή σιωπηρή τουρκική υποχώρηση στα κρίσιμα ελληνοτουρκικά ζητήματα. Ακόμα, είναι ιδιαίτερα εμφανές ότι η στρατηγική Παπανδρέου με το «πακέτο» Αιγαίο - Κύπρος δεν είναι αντίθετη προς τις γενικότερες βλέψεις του τουρκικού αστισμού και συμβαδίζει με κάποιες γενικότερες αρχές τακτικής. Η έλλειψη γραμμής υποχώρησης στο Αιγαίο μαζί με την ύπαρξη πολλών γραμμών υποχώρησης στην Κύπρο (ομοσπονδία ή με χωρίς ελεύθερη διακίνηση) επιτρέπει και στις δυο πλευρές την αμοιβαία υποχώρηση με ταυτόχρονη τήρηση των προσχημάτων: καθένας βγαίνει από τις διαπραγματεύσεις με καθαρό το μέτωπο, και καθένας νίκησε σε χωριστά ταμπλώ και για διαφορετικούς λόγους. Διαπραγματεύσεις σε τέτοια βάση είναι ακόμα περισσότερο επιτακτικές και επείγουσες μια και απ' ό,τι φάνηκε πρόσφατα ο Παπανδρέου έχει την πρόθεση να βάλει μέσα στο παιχνίδι τον ελληνοτουρκικών συσχετισμών και το ζήτημα των αμερικανικών βάσεων κάτω από το σχήμα: παραμονή των βάσεων αν ικανοποιηθούν τα εθνικά μας θέματα και εξασφαλισθούν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Βεβαίως εδώ περιοριστήκαμε αποκλειστικά στην επισήμανση της κυρίαρχης πλευράς των πραγμάτων. Η ιστορικά κληρονομημένη δυναμική της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης αλλά και η στρατηγική αντιφατικότητα (και αστάθεια) της τουρκικής εξουσίας εγγράφουν πάντα στον ορίζοντα την πιθανότητα μιας δυναμικής αναμέτρησης ανάμεσα στις δύο χώρες.

Τις όψεις που είναι εν δυνάμει φορείς της δυναμικής αναμέτρησης φαίνεται να υπολογίζει σοβαρά και η πολιτική Παπανδρέου που, παρά την κατά καιρούς ένταση, κρατά άθικτες τις γέφυρες με τις ηγεμονικές μερίδες του τουρκικού αστισμού: Η ελληνική κυβέρνηση απέχει, από πολιτικές όξυνσης του προβλήματος εθνικών μειονοτήτων στην Τουρκία, γενικότερα αποστάσεις που θα υπονόμευαν τις προσπάθειες αστικής ολοκλήρωσης στην Τουρκία και περιορίζεται είτε στην καταγγελία της στρατιωτικής κατοχής στην Κύπρο, είτε στην ανάγκη αποκατάστασης της δημοκρατίας και υποχώρησης της στρατοκρατίας στην Τουρκία.

3.3. Ο χαρακτήρας της αμερικανονατοϊκής παρέμβασης.
Είναι προφανές από τα προηγούμενα ότι η αναγκαιότητα παρέμβασης της συμμαχίας καθίσταται επίκαιρη μόνο στο βαθμό που η κρίση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία έχει σαφέστατες στρατηγικοπολιτικές επιπτώσεις, ενώ αντίστροφα πάλι, στο βαθμό που η ισορροπία ανάμεσα στις δυο χώρες είναι διατηρητική και σχετικά σταθερή κανένας λόγος παρέμβασης δεν συντρέχει. Είναι ακριβώς η κίνηση της αντίφασης που επιφέρει την ανάγκη για την παρακολούθηση της από το NATO καθώς και την εκ των υστέρων επικύρωση των συσχετισμών εκείνων που αναδεικνύονται (σήμερα και όχι 10 ή 50 χρόνια πριν) σταθεροποιητικοί και μόνιμοι. Είναι ακριβώς το γεγονός ότι η διαμάχη είναι τοπική που επιβάλλει στο NATO να αναζητήσει τα σταθεροποιητικά εκείνα στοιχεία γύρω από τα οποία συγκλίνουν τα στρατηγικά του συμφέροντα. Είναι χαρακτηριστικό π.χ. ότι το NATO δεν έχει πάρει καμιά θέση στο ζήτημα του στρατηγικού εξοπλισμού των νησιών του Αιγαίου από την Ελλάδα, παρά τις διεθνείς συνθήκες που τα ορίζουν ως αποστρατιωτικοποιημένα.

Η αναγνώριση του γεγονότος ότι υφίσταται μια προς επίλυση τοπική διαφορά μεταξύ των δυο χωρών, αναδεικνύει την αναγκαιότητα σύγκλισης των συμφερόντων ηγεμονίας του NATO στην περιοχή μ' εκείνη την τάση που καταλαμβάνει την κύρια όψη της αντίφασης (σήμερα είναι η τουρκική πολιτική), και τούτο για την διαφύλαξη των στρατηγικών του συμφερόντων και όχι από κάποια γενική αρχή πρακτόρευσης τους από τον ένα ή τον άλλον εταίρο.

Παράλληλα η παρέμβαση του ιμπεριαλιστικού μπλοκ είναι αποτρεπτική για μια πιθανά ανεξέλεγκτη τροπή των γεγονότων και αποσταθεροποίηση του στην περιοχή. Όσο όμως τα όρια της σταθερότητας γίνονται σεβαστά, η παρέμβασή του έρχεται να επικυρώσει τις σταδιακά διαμορφούμενες δυναμικές ισορροπίες στην τοπική διαμάχη ανάμεσα στις δύο χώρες.

Εδώ θα πρέπει να συνυπολογίσουμε τα εξής δυο στοιχεία: α) Ότι πάγιο στοιχείο της στρατηγικής του ελληνικού κράτους, από το 1874 και μετά, ήταν το να διατηρούνται οι εκκρεμότητες με το NATO ως στοιχείο διαπραγμάτευσης - πίεσης για την τελική ελληνική «αποκατάσταση», και την επαναφορά των διεθνοπολιτικών συσχετισμών στο προηγούμενο επίπεδο τους. Η όξυνση λοιπόν των σχέσεων Ελλάδας - NATO (χωρίς βέβαια να αμφισβητείται η ελληνική ένταξη στην Συμμαχία) εγγράφεται από το 1974 και μετά, και μάλιστα μέχρι το 1981 με πιο έντονη μορφή, στην ημερήσια διάταξη των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στη χώρα και στη Συμμαχία. Ο προνομιακός φορέας της νατοϊκής πολιτικής στην περιοχή είναι, λοιπόν, μετά το '74, η Τουρκία. Το στρατηγικό συμφέρον του NATO δεν είναι όμως να «προωθεί» την τουρκική εξωτερική πολιτική, αλλά να ξαναλειτουργήσει το στρατηγείο της Λάρισας, να ενταχθεί «κανονικά» η Ελλάδα στο στρατιωτικό σκέλος του και να αμβλυνθούν οι αντιθέσεις στη Ν. Α. πτέρυγα του κλπ. Δηλαδή να εξομαλυνθεί η ελληνοτουρκική διαμάχη.

Όσο καιρό η ελληνοτουρκική διαμάχη διατηρείται, και με το δεδομένο ότι δεν υφίσταται μια ανάλογη εκκρεμότητα ή ένταση στις τουρκονατοϊκές σχέσεις, η ιδεολογία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μπορεί να παρουσιάζει τη στάση του NATO ως στρατηγικά φιλοτουρκική. Παράλληλα, η Αριστερά μπορεί να ξεχνάει το ρόλο της Ελλάδας στα πλαίσια της συνολικής (οικονομικής, πολιτικής, στρατιωτικής) ιμπεριαλιστικής παρέμβασης της Δύσης, και να θεωρεί ότι το πρόβλημα έγκειται στην «καταδυνάστευση» και «απειλή» της χώρας από τη μεριά του ιμπεριαλισμού, που έχει εργολαβικά αναθέσει το ρόλο του τοποτηρητή των συμφερόντων του στην Τουρκία. Τέλος, διάφοροι προοδευτικοί αρθρογράφοι μπορούν να επαναλαμβάνουν στερεότυπα τη «λαϊκή σοφία» ότι ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός δεν θέλει παρά «να πουλάει όπλα», ότι ο «Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φραντς» σκοτώνονται μόνο και μόνο για το χατίρι κάποιου «Κραφτ» που «φτιάχνει τανκς».

Αντίθετα, η ανάλυση της ελληνοτουρκικής διαμάχης χωρίς τα γυαλιά του εθνικισμού, μας οδηγεί σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα: Ότι ο «από ανατολάς κίνδυνος» δεν είναι παρά η έκφραση στο επίπεδο των καθημερινών πολιτικών ιδεολογιών, τον ανταγωνισμού ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία για τη θέση στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα: την ηγεμονία και τη διεκδίκηση μιας καλύτερης θέσης στο πλέγμα των στρατηγικών σχέσεων στην περιοχή. Αφετηρία μάλιστα για τη σημερινή τουρκική επιθετικότητα αποτέλεσε η αποτυχημένη ελληνική απόπειρα κατά το 1964-74 να αναβαθμισθεί η γεωπολιτική θέση της Ελλάδας στην περιοχή, απόπειρα που αποσταθεροποίησε τους ιστορικά διαμορφωμένους ελληνοτουρκικούς συσχετισμούς.

Η δυναμική της ελληνοτουρκικής αντίθεσης εγγράφει σήμερα στον ορίζοντα τη δυνατότητα της εξομάλυνσης των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες, με την κατοχύρωση των προ του 1974, ελληνικών θέσεων στο Αιγαίο και μιας μορφής διζωνική λύση στην Κύπρο. Φυσικά πρόκειται για μια δυνατότητα που θα υφίσταται μέχρις ότου υλοποιηθεί ή ανατραπεί. Η δυναμική των συσχετισμών δύναμης δεν υπακούει ούτε στις προφητείες ούτε στα σενάρια, ούτε, τέλος, στις «πολιτικές βουλήσεις».

12.6.87

Βιβλιογραφία

Βερέμης θ. (1986): «Ελληνοτουρκικές σχέσεις», εκδ. Σάκκουλα.

Κρανιδιώτης Ν. (1987): «Ο άγνωστος πόλεμος Αθηνών - Λευκωσίας» το Βήμα 3.5.87 (και 17.5.87).

Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (1934): Λήμμα Ελλάς.

Milios J. (1987): "Kapitalistische Entwicklung, Nationalstaat, Imperialismus. Der Fall Griechenlands". Dis. Uni. Osnabrück

Seven Ο. (1984): "Türkei", VSA

Τσεκούρας θ. (1984): «Κυπριακό: Από την ένωση στη Ζυρίχη», θέσεις τ. 1. . Τσεκούρας θ. (1985): «Σημειώσεις για τους ταξικούς αγώνες στην Κύπρο», θέσεις τ. 10.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή