Η βιομηχανία Τεχνικών Κατασκευών και το εργατικό κίνημα Εκτύπωση
Τεύχος 21, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1987


Η βιομηχανία Τεχνικών Κατασκευών και τo εργατικό κίνημα
του Ανέστη Ταρπάγκου

Εισαγωγή

Στο τεύχος 18 των «Θέσεων» δημοσιεύθηκαν τα δυο πρώτα μέρη της ανάλυσης μας για τις Τεχνικές Κατασκευές: Εξετάσαμε εκεί, 1) την κοινωνική δομή της κατασκευαστικής βιομηχανίας κατά την περίοδο 1951-1984 (απασχολούμενο εργασιακό δυναμικό, κατανομή της τεχνικής γνώσης, ταξική διαστρωμάτωση, επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, συμμετοχή του κλάδου στο ΑΕΠ) και 2) την οικονομική διάρθρωση των τεχνικών εταιριών κατά την ίδια περίοδο («μονοπωλιακές», μεγάλες, μεσαίες, μικρομεσαίες και προσωπικού χαρακτήρα τεχνικές επιχειρήσεις).

Με το άρθρο αυτό θα επιχειρήσουμε κατ' αρχή (μέρος 3) να επεκτείνουμε την ανάλυση μας στην παρουσίαση και κριτική των πολιτικών πρακτικών που προωθούνται στο χώρο των Κατασκευών από το συνδικαλιστικό κίνημα και τα κόμματα της παραδοσιακής Αριστεράς. Στη συνέχεια (μέρος 4) θα παρουσιάσουμε τους άξονες μιας πολιτικής στρατηγικής, που βρίσκεται σήμερα υπό διαμόρφωση στο χώρο των Κατασκευών και η οποία επιδιώκει να συμβάλει στον επαναστατικό αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό του εργατικού κινήματος.

3. Πολιτικές πρακτικές στο τεχνικό κατασκευαστικό κύκλωμα.

Μέσα σ' αυτό το συνολικό οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο των Τεχνικών Κατασκευών ποια είναι η τοποθέτηση των αριστερών πολιτικών φορέων, των εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων, των οργανώσεων των τεχνικών, από τη σκοπιά του αριστερού κινήματος: Ποιες αντιλήψεις και πρακτικές σ' αυτό το κοινωνικό πεδίο συγκροτούν μια σοσιαλιστικού χαρακτήρα παρέμβαση, μια στρατηγική αριστερής εναλλαγής απέναντι στα θεμελιώδη δομικά στοιχεία του τρόπου συγκρότησης και λειτουργίας των Τεχνικών Κατασκευών; Πώς αντιμετωπίζεται από στρατηγική άποψη, πέρα από συγκυριακές επιλογές και παρεμβάσεις, τόσο η κοινωνική δομή του εργασιακού δυναμικού της κατασκευαστικής βιομηχανίας, όσο και η καπιταλιστική διάρθρωση του κατασκευαστικού επιχειρηματικού δυναμικού; Ποιες είναι οι μορφές συνδικαλιστικής και πολιτικής οργάνωσης των εργαζομένων σ' αυτό τον παραγωγικό κλάδο και τα συμπεράσματα που έχουν προκύψει από τη μέχρι σήμερα δραστηριοποίηση τους; Σ' αυτά τα πλαίσια του τρίτου μέρους αυτής μας της ανάλυσης εξετάζουμε τις υπαρκτές εμπειρίες και τοποθετήσεις των υποκειμένων του αριστερού κινήματος και το κατά πόσο ανταποκρίνονται σε στρατηγικό επίπεδο σε μια αριστερή πολιτική.

Τα ζητήματα που αναδεικνύονται σαν κυρίαρχα προς αντιμετώπιση στις Τεχνικές Κατασκευές από στρατηγική άποψη, πέρα από τα κοινά και ενιαία προβλήματα που αφορούν την εργατική τάξη σ' ολόκληρη την κοινωνική παραγωγή (εισοδηματική πολιτική, συνδικαλιστικές ελευθερίες, εργατικός έλεγχος κ.ά.) είναι βασικά:

• Οι μορφές συνδικαλιστικοπολιτικής οργάνωσης των εργαζομένων στις Κατασκευές (το ζήτημα των υποκειμένων της σοσιαλιστικής στρατηγικής).

• Η μορφωτική συγκρότηση του «συλλογικού» εργαζόμενου σε συνδυασμό με το θέμα της τεχνικής εργοληπτικής ικανότητας (το πρόβλημα της τεχνικής εκπαιδευτικής πυραμίδας).

• Ο τρόπος οργάνωσης της τεχνικής παραγωγής (το θέμα των ιδιωτικών τεχνικών εταιριών στις Κατασκευές).

• Η λειτουργία και η μορφή παρέμβασης των Κρατικών Τεχνικών Υπηρεσιών (το πρόβλημα του ρόλου του κράτους στην τεχνική παραγωγή).

3.1. Οργανωτική συγκρότηση και συνδικαλιστική πρακτική των εργατοϋπαλλήλων στις τεχνικές κατασκευές.

Στην κατασκευαστική βιομηχανία όπως άλλωστε και στη συνολική κοινωνική παραγωγή κυριαρχεί αφενός ο πολυκερματισμός των μορφών συνδικαλιστικής οργάνωσης των μισθωτών εργαζομένων και αφετέρου η έντονη συντεχνιακή επαγγελματική πρακτική. Σε αντίθεση με την ενιαία ταξική συνδικαλιστική οργάνωση της τεχνικής εργοδοσίας (Σύνδεσμος Ανωνύμων Τεχνικών Εταιριών και Πανελλήνια Ένωση Συνδέσμων Εργοληπτών Δημοσίων Έργων, κεντρικές οργανώσεις αντίστοιχα του τεχνικού κεφαλαίου και της εργοληπτικής τεχνοκρατίας), στο επίπεδο των εργαζόμενων στις Τεχνικές Κατασκευής λειτουργούν:

α) Εργατοτεχνικά κλαδικά ομοιοεπαγγελματικά πρωτοβάθμια σωματεία (εκατοντάδες συνδικάτα εργατοτεχνιτών οικοδομών, δεκάδες πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις χειριστών, οδηγών κλπ.) που συναπίζονται σε δευτεροβάθμιο επίπεδο σε διάφορες Εργατικές Ομοσπονδίες (Οικοδόμων, Χειριστών κ.ά.).

β) Αντίστοιχες κλαδικές ομοιοεπαγγελματικές οργανώσεις των τεχνικών εργαζομένων στις Κατασκευές (εργοδηγών δομικών, σχεδιαστών, υπομηχανικών, τεχνολόγων κλπ.).

γ) Επιστημονικοί κλαδικοί σύλλογοι, που χωρίς να τέμνονται άμεσα με τους εργαζόμενους τεχνικούς επιστήμονες (αντιστοιχούν περισσότερο στην Πανελλήνια Ένωση Διπλωματούχων Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων), ωστόσο διαδραματίζουν βασικό ρόλο, κύρια σε δευτεροβάθμιο επίπεδο (Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας) στο χώρο των Τεχνικών Κατασκευών και μελετών.

δ) Επιχειρησιακά εργοταξιακά εργατοϋπαλληλικά σωματεία που έχουν αναπτυχθεί μεταπολιτευτικά, σε αντιστοιχία με το εργοστασιακό συνδικαλιστικό κίνημα, είτε στο επίπεδο μεγάλων τεχνικών εργοταξίων, είτε στις κεντρικές εγκαταστάσεις των «μονοπωλιακών» τεχνικών εταιριών.

Η πολυμορφία και πολυδιάσπαση αυτή, που βασίζεται στην αποσπασματική επαγγελματική ειδίκευση και στις διαβαθμίσεις της αστικής εκπαιδευτικής ιεραρχίας, παράγει τα ακόλουθα αποτελέσματα στο επίπεδο της συνδικαλιστικής πολιτικής οργάνωσης της εργατικής τάξης στις Κατασκευές:

Κατά πρώτο, αναπαράγει, μονιμοποιεί και ενισχύει τη διαδικασία ενσωμάτωσης των εργαζομένων στρωμάτων στον καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας.

Κατά δεύτερο, εμποδίζει την όποια μαζική αποτελεσματική ταξική οργάνωση των εργατοϋπαλλήλων σε μια ενιαία βάση στις Τεχνικές Κατασκευές.

Κατά τρίτο, αναιρεί κάθε δυνατότητα συγκρότησης συνολικής αντίληψης και κοινωνικής στρατηγικής απέναντι στο κύκλωμα παραγωγής τεχνικών έργων.

Μοναδική εξαίρεση, σε αντιστοιχία με την ανάπτυξη του εργοστασιακού συνδικαλισμού στις βιομηχανικές μονάδες, αποτέλεσε η επιχειρησιακή μορφή οργάνωσης των εργαζομένων στις τεχνικές εταιρίες, που συνιστά την κατ' εξοχή επαναστατική μορφή ταξικής υποκειμενοποίησης της εργατικής τάξης. Έτσι, στις «μονοπωλιακές» κατασκευαστικές εταιρίες που εμφάνισαν μια σημαντική συγκεντροποίηση τεχνικοεπιστημονικού υπαλληλικού προσωπικού στις κεντρικές τους εγκαταστάσεις, που όμως ασχολείται κύρια με εργασίες διοίκησης, λογιστικής διαχείρισης και τεχνικής μελέτης προγραμματισμού, όντας αποκομμένο ουσιαστικά από το εργατοτεχνικό προσωπικό παραγωγής των εργοταξίων, τα επιχειρησιακά σωματεία κατόρθωσαν να αναπτυχθούν σε μια μεσοπρόθεσμη τουλάχιστον βάση, με περιορισμένες όμως δυνατότητες παρέμβασης συνολικά, εξ αιτίας κατά κύριο λόγο αυτής της μονοδιάστατης σύνθεσης τους και της οργανικής διχοτομίας κεντρικών εγκαταστάσεων - τεχνικών εργοταξίων. Τέτοια υπήρξε η περίπτωση των επιχειρησιακών σωματείων της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ, της ΕΔΟΚΕΤΕΡ, του ΔΟΞΙΑΔΗ, της ΑΡΧΙΡΟΔΟΝ (ΑΘΗΝΑ), από τα οποία άλλα οδηγήθηκαν στον αποδεκατισμό και την αποδιάρθρωση και άλλα συνέχισαν τη λειτουργία τους με περιορισμένη εμβέλεια. Από την άλλη πλευρά, στα μεγάλα εργοτάξια της χώρας που απασχόλησαν για μια σειρά ετών εκατοντάδες εργατοτεχνίτες το καθένα (π.χ. ΑΕΓΕΚ - ΟΔΩΝ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ - ΕΔΟΚ ΕΤΕΡ στα Υδροηλεκτρικά Έργα ΔΕΗ στην Ημαθία ή ΕΛΛΚΑΤ στα Αρδευτικά Έργα Ανατολικού Βερμίου), αναπτύχθηκαν εξίσου επιχειρησιακά (εργοταξιακά) σωματεία. Όμως η συνεχής εναλλαγή προσωπικού σ' αυτά, η αυξομείωση του ανάλογα με τη φάση κατασκευής των έργων, η απουσία συνοχής των εργαζομένων, η απασχόληση σ' ένα βαθμό τοπικού αγροτοεργατικου δυναμικού, στάθηκαν καθοριστικοί παράγοντες σ' αυτή την εργοταξιακή συνδικαλιστική οργάνωση. Σε κάθε περίπτωση, με την ολοκλήρωση των μεγάλων κατασκευών, η χρονικά προσδιορισμένη κάθε φορά (όσο εκτεταμένη κι αν είναι) διάρκεια λειτουργίας των μεγάλων εργοταξίων, οδηγεί την εργοταξιακή συνδικαλιστική συγκρότηση στη συρρίκνωση και τον αφανισμό.

Έτσι, στη σημερινή κατάσταση του κινήματος των εργαζομένων στις Τεχνικές Κατασκευές, διαπιστώνεται μια διπλή ανεπάρκεια:

Από τη μια πλευρά, η επιχειρησιακή μορφή συνδικαλιστικής οργάνωσης, εξαιτίας αυτής της ίδιας της ιδιαίτερης διάρθρωσης της κατασκευαστικής παραγωγής, δεν είναι σε θέση, για αντικειμενικούς λόγους, να αποτελέσει πλαίσιο σταθερής ανάπτυξης της συνδικαλιστικής συγκρότηοης των εργατοϋπαλλήλων στις κατασκευές, παρ' όλο που θα ήταν η μόνη μαζικού χαρακτήρα και αποτελεσματικής παρέμβασης και θα μπορούσε έτσι να αποτελέσει εν δυνάμει κοινωνικό υποκείμενο μιας αριστερής στρατηγικής στο κύκλωμα παραγωγής των τεχνικών έργων.

Από την άλλη πλευρά, οι παραδοσιακές κλαδικές ομοιοεπαγγελματικές ενώσεις (εργατοτεχνιτών, τεχνικών, χειριστών, επιστημόνων) δεν στάθηκαν ικανές μέχρι σήμερα να ξεφύγουν από τα στενά πλαίσια των προβλημάτων του κάθε «επαγγέλματος» - παράγωγου του καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας: δεν ξέφυγαν δηλαδή από τα ζητήματα είτε ασφαλιστικού χαρακτήρα, είτε συνθηκών απασχόλησης, επιδομάτων κλπ., (εργατοτεχνικά σωματεία), ή από τα θέματα κατοχύρωσης του ειδικού επαγγελματοτεχνικού ρόλου στην παραγωγή (οργανώσεις μεσαίων και ανώτερων τεχνικών), είτε από επιδιώξεις της κοινωνικής επικυριαρχίας της επιστημονικής τεχνοκρατίας στις Τεχνικές Κατασκευές (σύλλογοι τεχνικών επιστημόνων).

Συμπερασματικά, διαπιστώνεται ότι οι εμπειρίες και η κατάσταση των πολύμορφων οργανωτικών συγκροτήσεων των εργαζομένων στις Κατασκευές δεν έχει αναδείξει μια μορφή αριστερής κοινωνικής υποκειμενικότητας σταθερού και μακροπρόθεσμου χαρακτήρα (όπως είναι τα εργοστασιακά σωματεία στη βιομηχανία), που να είναι σε θέση να διαγράψει προοπτικές και να αναπτύξει πολιτικο συνδικαλιστικές πρακτικές σοσιαλιστικής παρέμβασης των μισθωτών εργαζομένων σ' αυτό το χώρο κοινωνικής παραγωγής, θεμελιώδης αιτία είναι η ίδια η αντικειμενική ιδιομορφία της τεχνικής παραγωγής, σε συνάρτηση με την ίδια τη χωρίς αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο οργανωτική πολιτική και ιδεολογία δυνάμεων του αριστερού κινήματος, που συμβάλλουν στην αναπαραγωγή αυτής της οργανωτικής ανεπάρκειας του αντίστοιχου κινήματος των εργαζομένων.

3.2. Η εκπαιδευτική ιεραρχική πυραμίδα στις κατασκευές.

Η διάρθρωση του εργασιακού κατασκευαστικού δυναμικού στη βάση της μορφωτικής τεχνικής πυραμίδας, καθώς και η διαπλοκή αυτού του καταμερισμού της εργασίας με τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής τεχνικών έργων, όχι μόνο δεν αντιμετωπίζονται σαν διαρθρωτικά στοιχεία της καπιταλιστικής συγκρότησης των Τεχνικών Κατασκευών, από οργανώσεις εργαζομένων που αντανακλούν ουσιαστικά φορείς του αριστερού κινήματος, αλλά απεναντίας εκείνο που επιδιώκεται σε μεγάλο βαθμό σε σχέση με την εκπαιδευτική συγκρότηση του συνολικού εργασιακού δυναμικού, είναι η ενίσχυση των επαγγελματικών «ρόλων», η εμπέδωση του αστικού καταμερισμού της εργασίας (σε επιστημονική τεχνοκρατία - ανώτερους τεχνικούς - εργοδηγούς - εργατοτεχνίτες - εργάτες). Πολύ περισσότερο μάλιστα που σ' αυτόν ακριβώς τον παραγωγικό κλάδο η τεχνική γνώση συνυφαίνεται στενά με την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και με τη διευθυντική εξουσία. Ακόμη και στις πιο προωθημένες προτάσεις συγκρότησης μιας σοσιαλιστικής πολιτικής παρέμβασης στις Κατασκευές, που θέτουν το στόχο της «απαλλοτρίωσης των εργοληπτών», της «κοινωνικοποίησης της κατασκευής», η τεχνική μορφωτική πυραμίδα θεωρείται δεδομένη σα δομή οργάνωσης της τεχνικής παραγωγής: σε τέτοιο σημείο μάλιστα που καταλήγουν να προωθούν την αντίληψη για τη συγκρότηση μιας ενιαίας, πανελλαδικού χαρακτήρα Δημόσιας Επιχείρησης που θα αναλάμβανε τη συνολική κατασκευαστική δραστηριότητα, όπου «το Τ.Ε.Ε. θα ήταν ο πιο κατάλληλος οργανισμός για να οργανώσει αυτή την επιχείρηση» (!). Γιατί ακριβώς στις Τεχνικές Κατασκευές ο ίδιος ο πυρήνας των καπιταλιστικών εργοληπτικών επιχειρήσεων όλων των κατηγοριών συγκροτείται αποκλειστικά από την ίδια την επιστημονική τεχνοκρατία που είναι ταυτόχρονα υποκείμενο:

• Και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας του δομικού μηχανολογικού εξοπλισμού παραγωγής των τεχνικών έργων.

• Και της τεχνικής επιστημονικής γνώσης και κατασκευαστικής εμπειρίας και άρα του βαθμού της εργοληπτικής ικανότητας.

• Και της διευθυντικής εξουσίας στην τεχνική παραγωγή.

Κατά συνέπεια, ακόμη και η ριζοσπαστικότερη κοινωνική ανατροπή στην κατασκευαστική βιομηχανία, που θα εστιάζονταν αποκλειστικά και μόνο στο ζήτημα της ιδιωτικής ή δημόσιας μορφής οργάνωσης των κατασκευαστικών φορέων, χωρίς να επιδιώκει παράλληλα την ανατροπή της μορφωτικής τεχνικής πυραμίδας, θα αναπαρήγαγε μια καινούργια μορφή κοινωνικής κυριαρχίας της επιστημονικής τεχνοκρατίας

στην εργατική τάξη των Κατασκευών. Άλλωστε η ίδια η κοινωνική εμπειρία, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις αυτού του κοινωνικού στρώματος δια μέσου του Τ.Ε.Ε., της ΠΕΔΜΕΔΕ και του Σ ΑΤΕ, καταδείχνει ότι βρίσκεται στον αντίποδα ακριβώς του ρόλου που θα διεκδικούσαν να αναθέσουν δυνάμεις του αριστερού κινήματος στο σύμπλεγμα κράτους - τεχνοκρατίας, δηλαδή του οργανωτή της «κοινωνικοποιημένης» τεχνικής παραγωγής.

Η «εργοληπτική τεχνική ικανότητα» στις διαδοχικές της διαβαθμίσεις αποτελεί το βασικό πυρήνα της κατασκευαστικής παραγωγής και περικλείει τις παραμέτρους της τεχνολογικής γνώσης, της ιδιοκτησίας του δομικού εξοπλισμού, της διευθυντικής εξουσίας στην οργάνωση της τεχνικής παραγωγής. Αναγνωρίζεται αποκλειστικά στο στρώμα της επιστημονικής τεχνοκρατίας, είτε σαν ατομικοί εργολήπτες τεχνικοί επιστήμονες, είτε σαν τεχνικές εργοληπτικές επιχειρήσεις που συγκροτούνται στη βάση καθορισμένων επιτελικών ομάδων τεχνικών επιστημόνων - εργοληπτών. Είναι εμφανές, κατά συνέπεια, ότι η ιεραρχική κατανομή της τεχνικής γνώσης που παράγεται και αναπαράγεται από το αστικό σύστημα της τεχνικής εκπαίδευσης, αποτελεί θεμελιώδη βάση της καπιταλιστικής συγκρότησης των Τεχνικών Κατασκευών, σε στενή σύνδεση με την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής των τεχνικών έργων και με την άσκηση της διεύθυνσης στην οργάνωση και λειτουργία της τεχνικής παραγωγής. Η ίδια δηλαδή η θεσμική νομοθετική ρύθμιση του αστικού κράτους δεν αναγνωρίζει την τεχνική παραγωγή σαν αποτέλεσμα της συλλογικής εργασίας των εργατοτεχνιτων - χειριστών - τεχνικών κ.ά. εργαζομένων, σαν προϊόν της τεχνικής εργασίας του «συλλογικού εργαζόμενου», αλλά αποκλειστικά και μόνον της επιστημονικής τεχνοκρατίας, με την οποία και συναλλάσσεται το κράτος - εργοδότης. Έτσι, ο κυρίαρχος ρόλος του στρώματος των τεχνικών επιστημόνων σαν ατομικό ή εταιρικό αποκλειστικό υποκείμενο της «εργοληπτικής τεχνικής ικανότητας», εδράζεται σ' αυτή την ίδια την κρατική νομική παρέμβαση. Το θεμελιακό αυτό γεγονός διαφωτίζει σημαντικά το ρόλο του αστικού κράτους στην αναπαραγωγή της καπιταλιστικής δομής των Τεχνικών Κατασκευών και αποτελεί σαφή απάντηση σε όσες δυνάμεις του αριστερού κινήματος ταυτίζουν την όποια σοσιαλιστική μεταλλαγή με τη «διεύρυνση - ενεργοποίηση» των αστικών κρατικών μηχανισμών παρέμβασης στις οικονομικές και κοινωνικές διαδικασίες. Επιπλέον, αυτό το ίδιο το γεγονός της επικέντρωσης όλων των τεχνικών κατασκευαστικών διαδικασιών γύρω από την επιστημονική τεχνοκρατία δεν γίνεται κατά κανένα τρόπο αντικείμενο κριτικής ανάλυσης ή κοινωνικής αμφισβήτησης από τους εργατικούς και πολιτικούς φορείς του αριστερού κινήματος.

Ωστόσο, παρά την οξεία μορφή της τεχνικής κοινωνικής πυραμίδας, παρά το οφθαλμοφανές γεγονός της συναίρεσης των τριών συνιστωσών της καπιταλιστικής οργάνωσης (ιδιωτικής ιδιοκτησίας - τεχνολογικής γνώσης - διευθυντικής εξουσίας) στο ίδιο κοινωνικό υποκείμενο (επιστημονική τεχνοκρατία), οι τοποθετήσεις και οι προσανατολισμοί συνδικαλιστών οργανώσεων των εργαζομένων στις Κατασκευές, κάτω από την καταλυτική επίδραση της μικροαστικής, παραδοσιακής, συντεχνιακής αριστεράς, (κι όχι βέβαια σαν αποτέλεσμα της πρωτογενούς ταξικής αγωνιστικής τους παρέμβασης στην παραγωγική διαδικασία των Τεχνικών Κατασκευών), εμφανίζονται να παρακάμπτουν εντελώς το κεντρικό αυτό ζήτημα, ή ακόμη να επιζητούν την πληρέστερη εμπέδωση του καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας.

• Οι ίδιοι οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι των μέσων τεχνικών της κατασκευαστικής βιομηχανίας εκτιμούν ότι: «ο εργοδηγός είναι ειδικότητα που εμφανίστηκε κάτω από την ανάγκη για τον παραπέρα καταμερισμό και την εξειδίκευση στελεχών στην Κατασκευή, για την καλύτερη οργάνωση της δουλειάς με στόχο το ικανοποιητικότερο δυνατό οικονομικό τεχνικό αποτέλεσμα... κάθε μέρα και πιο πολύ ο εργοδηγός, με την προσφορά του, δικαιώνει την αναγκαιότητα της παρουσίας του στην κατασκευή τεχνικών έργων της χώρας μας». Έτσι, στη βάση αυτών των πεποιθήσεων επιδιώκουν «την κατοχύρωση της δουλειάς του εργοδηγού για το καλό του κλάδου και το ανέβασμα της ποιότητας της κατασκευής», την «εξεύρεση τρόπων ώστε στην κατασκευή των τεχνικών έργων να συμμετέχουν ανάλογα όλες οι βαθμίδες των τεχνικών, ο καθένας στην ειδικότητα του», τελικά τη «νομική κατοχύρωση του επαγγέλματος του εργοδηγού και ειδικότερα να καθοριστεί με μόνο το αντικείμενο της εργασίας που προσφέρει στο εργοτάξιο (συντονισμός και οργάνωση εργοταξίου - εφαρμογή κατασκευαστικών στοιχείων - επιμετρήσεις - σύνταξη πιστοποιήσεων κλπ.)».

• Οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι των εργατοϋπαλλήλων σε κατασκευαστικές επιχειρήσεις (ΠΣΥΤΕ) εκτιμούν τα προβλήματα των εργαζομένων στις τεχνικές εταιρίες στο επίπεδο «της υπογραφής Σ.Σ.Ε. που να κατοχυρώνει όλες τις ειδικότητες του κλάδου των Κατασκευών, στην εντατικοποίηση της εργασίας, στη βελτίωση των συντάξεων, στο πρόβλημα της ανασφάλειας της εργασίας από τις απολύσεις, στα μέτρα ασφάλειας στα εργοτάξια, στην απουσία συμμετοχής των εργαζομένων στον προγραμματισμό των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων, στην έλλειψη μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων στα έργα του εξωτερικού».

Για τους συνδικαλιστικούς αντιπροσώπους της Πανελλήνιας Ένωσης των ανώτερων τεχνικών (υπομηχανικών - τεχνολόγων) «η ανώτερη τεχνική βαθμίδα αποτελεί απαραίτητο συνθετικό στοιχείο στην διάρθρωση της τεχνικής ιεραρχίας παγκόσμια», εφ' όσον αυτό το στρώμα των τεχνικών «προσφέρει άμεση τεχνική βοήθεια στους επιστήμονες τεχνικούς πάνω στην έρευνα και τον προγραμματισμό, σχεδιάζει και αναπτύσσει τεχνικές διαδικασίες υπό την εποπτεία επιστημόνων, σχεδιάζει την παραγωγή σαν μέλος της μονάδας διοίκησης, κ.ά.», μια και θεωρεί σαν δεδομένη τη διευθυντική λειτουργία της επιστημονικής τεχνοκρατίας που «θα επιλέξει τις μεθόδους, θα μελετήσει τα μέσα και τον τρόπο παραγωγής, τα υλικά των μέσων παραγωγής και του παραγόμενου προϊόντος, τη λειτουργική διαδικασία της παραγωγής, καθώς και την προσαρμογή της παραγωγικής διαδικασίας σε νέες απαιτήσεις βελτίωσης του προϊόντος». Έτσι, οι επιδιώξεις τους συνίστανται στην επίτευξη μιας «σωστής, ορθολογικής και εθνικής αντιμετώπισης του προβλήματος Ανώτερος Τεχνικός και Παιδεία», πράγμα που θα επιφέρει «την ποιοτική βελτίωση της παραγωγής και παραγωγικότητας, την ορθολογικότερη οργάνωση των επιχειρήσεων κλπ.».

• Τέλος, οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι των εργατοτεχνιτών εργαζομένων στις Κατασκευές επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά και μονοσήμαντα σε ζητήματα συλλογικών διαπραγματεύσεων, μισθολογικών ρυθμίσεων, βελτίωσης των παροχών κοινωνικής ασφάλισης, ενίσχυσης των χορηγήσεων των οργανισμών κοινωνικής πολιτικής, στα «συσσωρευμένα δηλαδή προβλήματα που σχετίζονται με την απασχόληση και την αμοιβή», ή απεναντίας περνώντας στο άλλο άκρο με την καταγγελιολογία της «ανισομερής ανάπτυξης - στρεβλωμένου και εξαρτημένου χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας», ενώ σε καμιά περίπτωση η ίδια η ταξική θέση της εργατικής τάξης στις Τεχνικές Κατασκευές στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας όχι μόνο δεν αμφισβητείται, αλλά αυτό το ίδιο το ζήτημα ούτε κατά διάνοια τίθεται προς διερεύνηση.

3.3. Η καπιταλιστική οργάνωση των τεχνικών εταιριών.

Η πολιτική στρατηγική της κομμουνιστικής αριστεράς, όπως παραδοσιακά έχει εκφραστεί κατά κύριο λόγο από τις δυνάμεις του ΚΚΕ, και σε δεύτερο βαθμό από εκείνες του ΚΚΕεσ., στο χώρο των Τεχνικών Κατασκευών, αν δεν επικαλύπτονταν από την εκσυγχρονιστική μεταρρυθμιστική παρέμβαση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, καθορίστηκε κυρίαρχα από την αντίληψη της «αντιμονοπωλιακής στρατηγικής»: σε συσχετισμό μ' αυτή προσδιορίστηκε η τοποθέτηση τους απέναντι στην καπιταλιστική οργάνωση του συμπλέγματος των ιδιωτικών τεχνικών κατασκευαστικών επιχειρήσεων, σε συνάρτηση μ' αυτή διαμορφώθηκε η τακτική των κοινωνικών συμμαχιών στην κατασκευαστική βιομηχανία. Το αποτέλεσμα ήταν, σ' ολόκληρη τη μεταπολιτευτική εξέλιξη του κλάδου των Τεχνικών Κατασκευών, με την πτωτική πορεία των τεχνικών «μονοπωλίων», την άνοδο των σύγχρονων μεγάλων - μη «μονοπωλιακών» τεχνικών επιχειρήσεων, τις νομοθετικές - θεσμικές παρεμβάσεις του ΠΑΣΟΚ (Νόμος 1418 84 για τις δημόσιες τεχνικές κατασκευές - Νόμος 1332 83 για την ΕΚΕΤΕ), κ.ά., ότι η μοναδική πολιτική τοποθέτηση του ΚΚΕ απέναντι στο καπιταλιστικό κύκλωμα παραγωγής τεχνικών έργων, επικεντρώθηκε αποκλειστικά στο ζήτημα των ανύπαρκτων από την αρχή της δεκαετίας του 1980 «μονοπωλίων», της τραπεζικής τους υπερχρέωσης και της κρίσης της ιμπεριαλιστικής τους επέκτασης στη διεθνή αγορά, όπως αντίστοιχα περιστασιακά και σποραδικά συνέβη με ορισμένες τοποθετήσεις του ΚΚΕεσ. Εκείνο που σε τελική ανάλυση προβλήθηκε σαν μακροπρόθεσμη σκοπιμότητα της «αντιμονοπωλιακής (ουσιαστικής - πραγματικής) αλλαγής» ήταν η εθνικοποίηση των υπερχρεωμένων «μονοπωλιακών» τεχνικών συγκροτημάτων, που θα οδηγούσε στον περιορισμό και την κατάργηση του «μονοπωλιακού» ελέγχου στις Τεχνικές Κατασκευές, μέσα από την ανάπτυξη του αντίστοιχου «δημοκρατικού κρατικού» ελέγχου, κι έτσι θα αποκαθιστούσε τον «υγιή ανταγωνισμό» και τα συμφέροντα των «μικρομεσαίων κατασκευαστικών επιχειρήσεων».

Μια τέτοια πολιτική στάση εδράζονταν στην αντίληψη ότι «στο σύγχρονο στρατηγικό στάδιο της επαναστατικής πάλης η εργατική τάξη των καπιταλιστικών χωρών θέτει σα σκοπό της τον τερματισμό της παντοδυναμίας των μονοπωλίων, μέσα από πλατιές αντιμονοπωλιακές ενώσεις της εργατικής τάξης, της αγροτιάς, των μεσαίων στρωμάτων της πόλης, και της διανόησης», απέναντι στη «χούφτα των κρατικομονοπωλιακών εκμεταλλευτών, του κύριου εχθρού των εργαζομένων μαζών των καπιταλιστικών χωρών». Στα πλαίσια της «πλατφόρμας της αντιμονοπωλιακής ένωσης σημαντική θέση κατέχει το σύνθημα για την εθνικοποίηση των επιχειρήσεων των αποφασιστικών κλάδων της παραγωγής, στους οποίους κυριαρχούν τα μονοπώλια». Η εργατική τάξη πρέπει, σύμφωνα πάντα μ' αυτές τις αντιλήψεις, να πρωτοστατήσει στην «πάλη για να χρησιμοποιηθούν οι εθνικοποιημένες επιχειρήσεις και ολόκληρος ο κρατικός τομέας της οικονομίας όχι σαν όργανο ενίσχυσης της εξουσίας των μονοπωλίων, αλλά προς το συμφέρον όλου του λαού».

Αντίστοιχα εκτιμάται ότι βασικός άξονας των «αλλαγών αντιμονοπωλιακού χαρακτήρα» είναι το «πέρασμα κάτω από εθνικοδημοκρατικό έλεγχο των βασικών κλειδιών που κατέχουν οι ξένοι στην οικονομία» (δηλαδή η εθνικοποίηση με αποζημίωση πενήντα περίπου ξένων εταιριών «μονοπωλιακού» χαρακτήρα), καθώς και «μιας σειράς εγχώριων μονοπωλίων που παραμένοντας ανεξέλεγκτα θα παρεμποδίζουν την άλλη, την αντιμονοπωλιακή πολιτική της οικονομικής ανάπτυξης αλλά και θα αναπαράγουν τις δομές της ξένης διείσδυσης - εξάρτησης - άλωσης, μέσα στη λογική της επιζήτησης του μονοπωλιακού κέρδους» (δηλαδή η εθνικοποίηση με πλήρη αποζημίωση τριάντα περίπου ελληνικών εταιριών, τραπεζικών, ασφαλιστικών, βιομηχανικών και τεχνικών και μεταξύ αυτών των ΕΔΟΚ - ΕΤΕΡ, ΣΚΑΠΑΝΕΑ (έχουν πτωχεύσει), ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ, ΞΕΚΤΕ (έχουν συρρικνωθεί) και ΕΤΕΘ (είναι μόνο μια από τις είκοσι μεγάλες μη«μονοπωλιακές» σημερινές τεχνικές εταιρίες), πράγμα που θα οδηγούσε «στη μετατροπή της Ελλάδας σε μια σύγχρονη αναπτυγμένη δημοκρατική χώρα, με ένα εθνικό - δημοκρατικό οικονομικό σχέδιο ανάπτυξης».

Μια τέτοια πολιτική τοποθέτηση στρατηγικού χαρακτήρα της παραδοσιακής κομμουνιστικής αριστεράς απέναντι στο καπιταλιστικό τεχνικό δυναμικό, δηλαδή η επιζήτηση της εθνικοποίησης των υπερχρεωμένων «μονοπωλιακών» τεχνικών συγκροτημάτων, ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα, είναι πολλαπλά ανεπαρκής ως προς τη σοσιαλιστική της σύσταση:

Κατ' αρχή, η ίδια η εξέλιξη της εσωτερικής κατασκευαστικής αγοράς έχει αναδείξει ένα σύνολο μεγάλων τεχνικών εταιριών σαφώς ανταγωνιστικού χαρακτήρα, ενώ τα τεχνικά «μονοπώλια» από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 σημειώνουν καθοριστική πτωτική πορεία, έτσι ώστε η εθνικοποίηση τους θα αφορούσε αποκλειστικά την ιμπεριαλιστική τους επέκταση στη διεθνή αγορά, κι όχι την εσωτερική κατασκευαστική δραστηριότητα, πολύ περισσότερο μάλιστα που ο «μονοπωλιακός» αυτός πυρήνας του τεχνικού κεφαλαίου είναι εντελώς συρρικνωμένος και χωρίς κυρίαρχη θέση στην ελληνική τεχνική παραγωγή, ενώ παράλληλα έχει εκτοπισθεί από τη διεθνή κατασκευαστική αγορά. Η επίδραση, κατά συνέπεια, που θα ασκούσε μια τέτοια εθνικοποίηση στη συνολική οικονομική και κοινωνική δομή της τεχνικής παραγωγής στα ελληνικά πλαίσια θα ήταν καθαρά περιθωριακή αν όχι μηδενική στη σημερινή κατάσταση.

Κατόπιν, ένα τέτοιο μέτρο θα άφηνε ολοκληρωτικά άθικτες τις καπιταλιστικές δομές λειτουργίας των μεγάλων και μεσαίων κατασκευαστικών επιχειρήσεων, όπως και το συνολικό θεσμικό πλαίσιο των Κατασκευών που αναπαράγει την ιδιωτική - κεφαλαιοκρατική συγκρότηση του κατασκευαστικού δυναμικού. Βέβαια, σε εντελώς θεωρητικό επίπεδο, γίνεται λόγος για την κοινωνικοποίηση των παραγωγικών μέσων, όπου μ' αυτή τη μορφή θα μπορούσαν να ενταχθούν οι μεγάλες και μεσαίες τεχνικές εταιρίες: όμως μια τέτοια αναφορά γίνεται εντελώς ιδεαλιστικά, χωρίς να έχει θέση στα πολιτικά προγράμματα της κομμουνιστικής αριστεράς κατά κανένα σαφή και συγκεκριμένο τρόπο, μόνο και μόνο για να καλύψει το «κενό σοσιαλιστικής στρατηγικής», χωρίς καμιά οργανική σύνδεση της εθνικοποίησης της «μονοπωλιακής» (τελικά ανύπαρκτης στις Τεχνικές Κατασκευές) και μη«μονοπωλιακής» (μόνης υπαρκτής στην κατασκευαστική βιομηχανία) τεχνικής ιδιοκτησίας.

Τέλος, μια τέτοια αντίληψη πολιτικής στρατηγικής, διέπεται από μια καθαρά μηχανιστική - κρατιστική - οικονομίστικη λογική, εφ' όσον άλλωστε διακηρυγμένα αποσκοπεί όχι να αποτελέσει μοχλό για τη σοσιαλιστικοποίηση των παραγωγικών σχέσεων, για την κοινωνική εξουσία της εργατικής τάξης στη συνολική οικονομική διαδικασία, αλλά εφαλτήριο για την «εθνικοδημοκρατική οικονομική ανάπτυξη», που δεν είναι προφανώς άλλη από την παραπέρα διεύρυνση των μη «μονοπωλιακών» ανταγωνιστικών τεχνικών επιχειρήσεων ιδιωτικού χαρακτήρα. Άλλωστε, μια τέτοια διαδικασία «αντιμονοπωλιακής» κοινωνικής αλλαγής, συλλαμβάνεται κυρίαρχα σαν μονοσήμαντα οικονομική διαδικασία, και όχι σα μια συνολική επαναστατική διαδικασία μετασχηματισμών στις οικονομικές αλλά και ταυτόχρονα στις εκπαιδευτικές, κρατικές και κοινωνικές δομές, που με τη λειτουργία τους αναπαράγουν τα θεμελιώδη στοιχεία της καπιταλιστικής συγκρότησης των Τεχνικών Κατασκευών.

3.4. Ο ρόλος των κρατικών τεχνικών υπηρεσιών.

Το διπλό γεγονός της ανάληψης από το κράτος της κατασκευής των έργων τεχνικής υποδομής, που είναι το αναγκαίο υπόβαθρο για την ανάπτυξη και εμπέδωση της καπιταλιστικής παραγωγής καθώς και για την ικανοποίηση των αναγκών αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, και παράλληλα η ταυτόχρονη ανάθεση της εκτέλεσης τους στις ιδιωτικές τεχνικές εταιρίες, προσδιορίζει και το χαρακτήρα των τεχνικών κρατικών μηχανισμών (υπουργείου Δημοσίων Έργων, τεχνικών υπηρεσιών άλλων υπουργείων, όπως Γεωργίας, Εσωτερικών κλπ., Τοπικής Αυτοδιοίκησης), σαν φορείς διεκπεραίωσης της κρατικής πολιτικής στις Τεχνικές Κατασκευές. Η λειτουργία που επιτελείται απ' αυτές τις Κρατικές Τεχνικές Υπηρεσίες, που συμπεριλαμβάνουν ένα σύνολο τεχνικού, διοικητικού και οικονομικού υπαλληλικού προσωπικού, αφορά κατ' εξοχή στον προγραμματισμό, στο σχεδιασμό, στην ανάθεση, στην παρακολούθηση και στη χρηματοδότηση δια μέσου του κρατικού προϋπολογισμού, των τεχνικών έργων υποδομής (από διοικητική, τεχνολογική και οικονομική άποψη) που αναλαμβάνονται από τις καπιταλιστικές τεχνικές επιχειρήσεις. Πρόκειται, δηλαδή, για μια λειτουργία μη παραγωγική που πραγματοποιεί η κρατική τεχνοκρατική - διοικητική γραφειοκρατία, πολύ περισσότερο μάλιστα που αυτή η εποπτική - διευθυντική της λειτουργία αφορά στον έλεγχο των τεχνικών επιχειρήσεων που με τη σειρά τους έχουν οργανωμένα τα δικά τους διευθυντικά - εποπτικά τεχνικά επιτελεία ελέγχου και παρακολούθησης της παραγωγικής εργασίας των μισθωτών εργαζόμενων. Έτσι, η εργασία αυτή των Κρατικών Τεχνικών Υπηρεσιών είναι μια κοινωνικά μη αναγκαία δραστηριότητα της τεχνικής παραγωγής που προέρχεται κατευθείαν από το γεγονός της λειτουργίας του κράτους σα χρηματοδότη του τεχνικού κεφαλαίου, και που με τη σειρά του πηγάζει από το χαρακτήρα του αστικού κράτους σαν μηχανισμού διασφάλισης των γενικών όρων (στην προκειμένη περίπτωση τεχνικής υποδομής), ανάπτυξης και αναπαραγωγής της καπιταλιστικής παραγωγής.

Κατά συνέπεια, μπορούμε να πούμε ότι αυτή η μη αναγκαία κρατική λειτουργία της εποπτείας των ιδιωτικών τεχνικών επιχειρήσεων, που με τη σειρά τους εποπτεύουν τους άμεσους παραγωγούς των Τεχνικών Κατασκευών, δημιουργός μιας περιττής κοινωνικής δαπάνης, είναι σύμφυτη μ' αυτό τον ίδιο το χαρακτήρα του κράτους σαν αστικού και της τεχνικής παραγωγής σαν καπιταλιστικής. Γίνεται έτσι φανερό ότι ο «εκσυγχρονισμός» και ο «εκδημοκρατισμός» της δημόσιας διοίκησης, στην προκειμένη περίπτωση των τεχνικών υπηρεσιών του κρατικού μηχανισμού, η «ουσιαστικοποίηση» και η «αποτελεσματικότητα» του ρόλου των Κρατικών Τεχνικών Υπηρεσιών, όπως πραγματοποιήθηκε με τη μεταρρυθμιστική τομή του νόμου πλαισίου για τις δημόσιες κατασκευές, αλλά και όπως διεκδικείται από δυνάμεις του αριστερού κινήματος, δεν μεταλλάσσει, ούτε και διαμορφώνει προοπτικές διαφοροποίησης του συγκεκριμένου ταξικού κοινωνικού ρόλου που επιτελεί η δημόσια τεχνοκρατική γραφειοκρατία. Η αποκέντρωση αυτών των δημόσιων υπηρεσιών, η (αδύνατη) αποτροπή της συναλλαγής κρατικής τεχνοκρατίας - τεχνικού κεφαλαίου που δεν μπορεί παρά να αναπαράγεται συνέχεια από την ίδια τη φύση των σχέσεων τους, η ορθολογικοποίηση της τεχνικοδιοικητικής οργάνωσης, αφορούν όλα στην αποτελεσματικότερη, ακόμη και δημοκρατικότερη, επιτέλεση της λειτουργίας της γενικότερης εποπτείας των καπιταλιστικών εργοληπτικών εταιριών, πράγμα που όχι μόνο δεν καταργεί το μη παραγωγικό τους ρόλο αλλά τον ενδυναμώνει.

Παρ' όλα αυτά, οι ίδιες οι παρεμβάσεις των εργαζομένων στις Κρατικές Τεχνικές Υπηρεσίες, επικεντρώνονται στην επισήμανση της «πολυδιάσπασης» τους, της «αντιπαραγωγικής τους οργάνωσης» (εννοείται του μη παραγωγικού τους ρόλου), της «ελλιπούς τους επάνδρωσης», της ενασχόλησης τους κύρια με τη «διοίκηση διαχείριση» των Τεχνικών Κατασκευών και δευτερευόντως μόνο με την «τεχνική τους παρακολούθηση». Έτσι, οι επιδιώξεις, που προάγουν, εντοπίζονται στην «ενοποίηση των δημόσιων τεχνικών υπηρεσιών», στην «απόδοση της αρμοδιότητας λήψης των αποφάσεων στα τεχνικά θέματα στις αρμόδιες γι' αυτό τεχνικές υπηρεσίες». Ωστόσο η κύρια απασχόληση τους σαν οργάνων «εποπτείας των τεχνικών έργων (μελετών, πινάκων, δημοπράτησης κλπ.)», καθώς και «ελέγχου των κατασκευών, επίβλεψης των ποσοτήτων και της ποιότητας τους» όχι μόνο δεν τίθεται καθ' εαυτή σε εξέταση της κοινωνικής και παραγωγικής της σημασίας, αλλά απεναντίας επιζητείται η ενίσχυση αυτής της «ελεγκτικής - εποπτικής» λειτουργίας των Κρατικών Τεχνικών Υπηρεσιών, μέσα από την «κατάλληλη στελέχωση τους με τεχνικό δυναμικό», «εξορθολογισμό της δημόσιας διοικητικής οργάνωσης», «ουσιαστική συμμετοχή στον προγραμματισμό των έργων και στη λήψη των αποφάσεων για την υλοποίηση τους» (ΕΜΒΥΔΑΣ).

4. Στρατηγικές επιδιώξεις του αριστερού κινήματος στις Τεχνικές Κατασκευές.

Μια αριστερή στρατηγική, τόσο στον τομέα των Κατασκευών, όσο και στο συνολικό κοινωνικό επίπεδο της σύγχρονης Ελλάδας, δεν μπορεί κατ' αρχή να συγκροτείται στο έδαφος ενός «αθροιστικού διεκδικητισμού» που απευθύνεται συνήθως προς την επικρατούσα κυβερνητική εξουσία, είτε αυτός προέρχεται από συνδικαλιστικές οργανώσεις, είτε από πολιτικούς σχηματισμούς του αριστερού κινήματος. Πρόκειται, στην περίπτωση της κατασκευαστικής βιομηχανίας, κυρίως για την τακτική που έχουν υιοθετήσει οι εργατοτεχνικές συνδικαλιστικές ενώσεις, που διαμορφώνουν την πολιτική τους παρέμβαση στο εργατικό κίνημα των τεχνικών επιχειρήσεων στη βάση κύρια άμεσων διεκδικήσεων (π.χ. προστασία των ανέργων - μείωση των ωρών εργασίας - ένταξη στα βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα - μέτρα ασφαλείας της εργασίας κ.ά.), που όσο κι αν είναι αναγκαίες δεν είναι προφανώς σε θέση να συγκροτήσουν τους άξονες μιας αριστερής εργατικής στρατηγικής. Είναι φανερό ότι μια τέτοια πολιτική πρακτική, όσο κι αν είναι επιβεβλημένη η προώθηση της, ωστόσο δεν μπορεί παρά να απολήγει από μόνη της, στην καλύτερη περίπτωση σ' ένα «μεταρρυθμιστικό κοινωνικό βελτιωτισμό», πέρα από οποιαδήποτε παρέμβαση στις καπιταλιστικές δομές του κατασκευαστικού κυκλώματος συνολικά.

Από την άλλη πλευρά, μια σοσιαλιστική στρατηγική δεν μπορεί εξίσου να συγκροτείται στη βάση της επίκλησης μιας «ενδιάμεσης φάσης» (σταδίου) που θα έπεται της «δημοκρατικής προοδευτικής αλλαγής» και θα προηγείται της «σοσιαλιστικής προοπτικής», δηλαδή εκείνης των «αντιμονοπωλιακών μέτρων», που θα «περιόριζαν τη δράση και θα έθεταν σε έλεγχο τα υπερκέρδη των μονοπωλίων», θα εμπεριέκλειαν ενδεχόμενα την εθνικοποίηση των «μονοπωλιακών» τεχνικών εταιριών, και θα χρησιμοποιούσαν το κράτος σαν «μοχλό κίνησης της οικονομίας». Είναι η πολιτική στρατηγική της παραδοσιακής κομμουνιστικής αριστεράς και πρόκειται για μια αντίληψη που υποβόσκει στο μεγαλύτερο μέρος του αριστερού κινήματος, που τόσο οι αφετηριακές της εκτιμήσεις (κυριαρχία των «τεχνικών μονοπωλίων» στην κατασκευαστική αγορά), όσο και οι κοινωνικές συμμαχίες που υποδηλώνει (συμπαράταξη της εργατικής τάξης, της επιστημονικής τεχνοκρατίας, των μικρομεσαίων κατασκευαστικών επιχειρήσεων, της κρατικής τεχνικής γραφειοκρατίας, και τελικά του συνόλου των μη «μονοπωλιακών» κοινωνικών τάξεων), όσο και τέλος το ίδιο της το περιεχόμενο (ακόμη κι αυτή η εθνικοποίηση των «τεχνικών μονοπωλίων» δεν θα επέφερε κατά κανένα τρόπο το λαϊκό έλεγχο της εγχώριας κατασκευαστικής βιομηχανίας), δεν τέμνονται με μια αντικαπιταλιστική θεώρηση και στρατηγική του λαϊκού εργατικού κινήματος στις Τεχνικές Κατασκευές.

Δεν είναι εξίσου δυνατό μια τέτοια στρατηγική σοσιαλιστικού χαρακτήρα στις Κατασκευές να εδράζεται σε αντιλήψεις «ορθολογικών αναδιαρθρώσεων» του κατασκευαστικού κυκλώματος, «εκδημοκρατισμού των δομών» των Κρατικών Τεχνικών Υπηρεσιών, «ανάπτυξης της κατασκευαστικής δραστηριότητας προς όφελος του λαού», ένταξης της σ' ένα «εθνικοδημοκρατικό αυτοδύναμο προγραμματισμό» και απαλλαγής τους από την επικυριαρχία του «ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου», ή τέλος «αξιοποίησης του τεχνικού κατασκευαστικού δυναμικού με την εξαγωγή του στη διεθνή κατασκευαστική αγορά», απόψεις που έχουν ήδη εφαρμοσθεί στην τελευταία πενταετία από τη μεταρρυθμιστική παρέμβαση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ στις Τεχνικές Κατασκευές σ' ένα μεγάλο μέρος τους, και που η εφαρμογή τους όχι μόνο δεν οδήγησε στην αμφισβήτηση των καπιταλιστικών χαρακτηριστικών της δομής και λειτουργίας τους, αλλά επιδιώκει να συμβάλει στην σταθεροποίηση τους σε μονιμότερη κοινωνική βάση.

Πρόκειται για τρία σύνολα πολιτικών αντιλήψεων που διατρέχουν και διαμορφώνουν τη στάση των αριστερών κομματικών και κοινωνικών υποκειμένων, και που με την ανάμιξη τους καθορίζουν τη συνολική τοποθέτηση του αριστερού κινήματος στις Τεχνικές Κατασκευές, κι όχι μόνο σ' αυτές αλλά και στο συνολικότερο κοινωνικό πολιτικό χώρο, δίνοντας έμφαση κατά περίπτωση είτε στον «αθροιστικό διεκδικητισμό» (εργατικές οργανώσεις) είτε στα «αντιμονοπωλιακά μέτρα» (ΚΚΕ) είτε στους «ορθολογικούς δημοκρατικούς εκσυγχρονισμούς» (ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕεσ.). Ωστόσο προκύπτει από τη συνολική ανάλυση που επιχειρήθηκε και στο πρώτο μέρος της εργασίας μας (θέσεις, τεύχος 12) και στο τωρινό δεύτερο μέρος της, ότι αυτό το «μίγμα αντιλήψεων και πρακτικών» δεν συγκροτεί κατά κανένα τρόπο μια σοσιαλιστική στρατηγική στην κατασκευαστική βιομηχανία, ενώ απεναντίας σε πολλές περιπτώσεις συμβάλλει ευθέως ή έμμεσα στη σταθεροποίηση και αναπαραγωγή των καπιταλιστικών δομών του κατασκευαστικού κυκλώματος. Η αναγκαιότητα κατά συνέπεια ιδεολογικού και πολιτικού, καθώς και κοινωνικού επαναπροσδιορισμού της στάσης του αριστερού κινήματος σ' αυτό τον κοινωνικό και οικονομικό χώρο είναι επιτακτική.

Ο σοσιαλισμός μετασχηματισμός στις Τεχνικές Κατασκευές αποτελεί μια διαδικασία επαναστατικού χαρακτήρα πολύπλευρων μορφών κοινωνικοποίησης που αναφέρονται:

• Στην ιδιωτική τεχνική ιδιοκτησία.

•Στην τεχνική επιστημονική γνώση.

•Στις κρατικές Τεχνικές Υπηρεσίες.

•Στην τεχνική εργοληπτική ικανότητα.

•Στην οργάνωση της κατασκευαστικής δραστηριότητας.

Πρόκειται για βασικές παραμέτρους, διαχρονικού χαρακτήρα, της κομμουνιστικής πολιτικής στις Τεχνικές Κατασκευές, που αποσκοπούν κύρια και κατ' εξοχή στην εγκαθίδρυση της κοινωνικής, οικονομικής και μορφωτικής κυριαρχίας των μισθωτών παραγωγικών εργαζομένων στις διαδικασίες προγραμματισμού, διεύθυνσης, τεχνικής σύνθεσης και πρακτικής εκτέλεσης του κατασκευαστικού κυκλώματος. Είναι φανερό ότι οι κατευθύνσεις αυτές αποτελούν «καθοδηγητικές σταθερές», οδηγούς στρατηγικού προσανατολισμού του αριστερού κινήματος, «κατευθυντήριους άξονες» της δράσης των πολιτικών και κοινωνικών οργανώσεων των εργαζομένων στις Τεχνικές Κατασκευές. Είναι αρχές ιδεολογικής διαμόρφωσης του αριστερού κινήματος σ' αυτό τον παραγωγικό χώρο, κοινωνικής συγκρότησης και ανάπτυξης της πρακτικής του, σύνθεσης των στρατηγικών του προγραμματισμών. Οι κατευθύνσεις βέβαια αυτές δεν μπορούν να προωθηθούν μεμονωμένα αλλά αποτελούν επιμέρους πλευρές μιας και μοναδικής ενιαίας στρατηγικής επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνικής δομής των Κατασκευών, όπως είναι εξίσου φανερό ότι δεν είναι δυνατό να πραγματοποιηθούν αποσυνδεμένες από αντίστοιχες συνολικές διαδικασίες κοινωνικοποίησης, που αναφέρονται στην ευρύτερη κοινωνική, οικονομική και πολιτική οργάνωση της χώρας.

4.1. Η απαλλοτρίωση του τεχνικού κεφαλαίου.

Στρατηγικός σοσιαλιστικός στόχος στις Τεχνικές Κατασκευές, προϋπόθεση της σοσιαλιστικής τους οργάνωσης, είναι η απαλλοτρίωση του συσσωρευμένου τεχνικού κεφαλαίου των μεγάλων και μεσαίων τεχνικών εταιριών, κύρια δηλαδή του δομικού μηχανολογικού εξοπλισμού αυτών των τεχνικών επιχειρήσεων. Ειδικά ο χώρος των Κατασκευών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό απ' τις δημόσιες επενδύσεις. Το κράτος είτε με τη μορφή των κεντρικών του υπηρεσιών, είτε μ' εκείνη των περιφερειακών του οργανισμών κλπ., είναι ο χρηματοδότης της κατασκευαστικής δραστηριότητας, και κατά συνέπεια η απαλλοτρίωση του τεχνικού κεφαλαίου τίθεται με διαφορετικούς, ευνοϊκότερους για το αριστερό κίνημα, όρους απ' ό,τι στη βιομηχανία ή στο εμπόριο, όπου η κρατική παρέμβαση στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου αφορά τους γενικότερους κοινωνικούς όρους της λειτουργίας των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Κατά συνέπεια, η κατάκτηση της κρατικής εξουσίας απ' τις πολιτικές και κοινωνικές οργανώσεις των εργαζομένων καθιστά πολύ ευχερέστερο τον έλεγχο της κατασκευαστικής βιομηχανίας απ' ό,τι των παραγωγικών μονάδων της μεταποίησης, γιατί ακριβώς σ' αυτή την περίπτωση γίνεται δυνατός ο άμεσος έλεγχος και η ίδια η χρησιμοποίηση των κοινωνικών πόρων που διοχετεύονται δια μέσου του κρατικού μηχανισμού στην κατασκευαστική παραγωγή. Υποκείμενο της ιδιοκτησιακής αλλαγής των παραγωγικών μέσων στις Τεχνικές Κατασκευές δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι το κράτος: αντίθετα, αυτό το υποκείμενο δεν μπορεί παρά να συντίθεται από τις κοινωνικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, από αντιπροσώπους της κεντρικής πολιτικής λαϊκής εξουσίας, καθώς και από εκπροσώπους των θεσμών κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης (τοπικής αυτοδιοίκησης, αγροτικών συνεταιρισμών κ.ά.). Σ' αυτή την περίπτωση οι κοινωνικοποιημένοι κατασκευαστικοί φορείς που θα διαμορφώνονταν, θα αναλάμβαναν την τεχνική δημόσια κατασκευαστική δραστηριότητα σε καθορισμένες περιφέρειες, έξω απ' τα πλαίσια του καπιταλιστικού ανταγωνισμού που βασίζεται στις διαδικασίες των διαγωνισμών ανάθεσης των τεχνικών έργων στις ιδιωτικές τεχνικές εταιρίες. Είναι ευνόητο ότι η προώθηση μιας τέτοιας επαναστατικής αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στις μεγάλες και μεσαίες τεχνικές επιχειρήσεις θα δρούσε καταλυτικά για ολόκληρο το κατασκευαστικό κύκλωμα: η υπόθεση της «αρμονικής σύζευξης» της δημόσιας, ιδιωτικής και κοινωνικοποιημένης οικονομικής δραστηριότητας και της ενίσχυσης των «μικρομεσαίων τεχνικών εταιριών» που υποβόσκει σε δυνάμεις της Αριστεράς είναι έξω απ' την κοινωνική δυναμική μιας τέτοιας διαδικασίας σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, που αναπότρεπτα θα επεκτείνονταν σ' ολόκληρο το φάσμα της τεχνικής κατασκευαστικής δραστηριότητας.

4.2. Η γενίκευση της τεχνικής επιστημονικής γνώσης.

Θεμελιώδης παράμετρος της σοσιαλιστικοποίησης της τεχνικής παραγωγής, παράλληλα με την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των τεχνικών εταιριών, είναι η ανατροπή του καπιταλιστικού - ιεραρχικού καταμερισμού της εργασίας, της τεχνικής μορφωτικής πυραμίδας που συνδέεται με την αντίστοιχη κάθετη κατανομή της διευθυντικής εξουσίας στις Τεχνικές Κατασκευές. Μια τέτοια μεταλλαγή συνεπάγεται τον ολοκληρωτικό μετασχηματισμό αυτού του ίδιου του περιεχομένου της εργασιακής δραστηριότητας: στη θέση της σημερινής διάσπασης της παραγωγικής δραστηριότητας σε επιστημονική σύνθεση, οικονομική διεύθυνση, τεχνική καθοδήγηση, εργατοτεχνική παραγωγή, της μονοδιάστατης δηλαδή, με αυστηρή ιεραρχική δόμηση, εργασιακής δραστηριότητας, μπαίνει η πολύπλευρη, οριζόντια διαμορφωμένη, παραγωγική εργασία, κοινή για όλους ανεξαίρετα τους εργαζόμενους, που εμπερικλείει στο εσωτερικό της την ισότιμη ενεργητική συμμετοχή τόσο στην επιστημονική σύνθεση - τεχνική διεύθυνση, όσο και στην οικονομική - διοικητική διαχείριση, όσο και τέλος στην πρακτική εκτέλεση της τεχνικής παραγωγής. Η ανάδειξη στα πλαίσια αυτής της σοσιαλιστικής παραγωγικής οργάνωσης του νέου τύπου εργαζόμενου - διανοούμενου συναρτάται με τον επαναστατικό μετασχηματισμό της πανεπιστημιακής γνώσης: η καθολικοποίηση της τριτοβάθμιας τεχνολογικής εκπαίδευσης για το σύνολο των εργατοτεχνιτών των Τεχνικών Κατασκευών, με την ταυτόχρονη ριζοσπαστική μεταλλαγή του περιεχομένου της είναι η σπονδυλική στήλη της επαναστατικής διαδικασίας της μορφωτικής χειραφέτησης των μισθωτών παραγωγικών εργαζομένων. Μιας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης που να εμπερικλείει τόσο κατευθύνσεις κοινωνικοοικονομικής γνώσης (π.χ. οικονομικής - λογιστικής), όσο και επιστημονικοτεχνικής κατάρτισης (π.χ. μαθηματικών - στατικής), όσο και τέλος πρακτικής εργασίας στην παραγωγή τεχνικών έργων (π.χ. χειρισμός δομικών μηχανημάτων). Η συλλογική, αντιτεχνοκρατική, εργατική διαχείριση της τεχνικής παραγωγής προϋποθέτει απαρέγκλιτα τη γενίκευση της τεχνογνωσίας της επιστημονικής τεχνοκρατίας για το σύνολο της εργατικής τάξης των Κατασκευών, πράγμα που και συνεπάγεται την κατάργηση της σαν τέτοιας, δηλαδή σαν αποκλειστικού σήμερα φορέα της τεχνολογικής γνώσης - διευθυντικής εξουσίας ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Το στόχο αυτό που τον αντιμάχεται πεισματικά ολόκληρη η ελληνική τεχνοκρατική γραφειοκρατία, δεξιά και αριστερή, δια μέσου του TEE και των πολιτικών κομμάτων που ουσιαστικά ελέγχει.

4.3. Η κοινωνικοποίηση των κρατικών τεχνικών υπηρεσιών.

Στο τεχνικό κατασκευαστικό κύκλωμα παρεμβαίνουν τρεις βασικοί παράγοντες: οι Κρατικές Τεχνικές Υπηρεσίες - οι Εργοληπτικές Επιχειρήσεις - το Εργατοτεχνικό Παραγωγικό Δυναμικό. Η βασική λειτουργία των Τεχνικών Υπηρεσιών του κρατικού μηχανισμού σαν φορέων προγραμματισμού, επίβλεψης και εποπτείας των Τεχνικών Κατασκευών συναρτάται με τον ιδιωτικό χαρακτήρα των εργοληπτικών επιχειρήσεων, καθώς και με τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό αυτών των εταιριών: υπάρχουν σαν τέτοιες μόνο στο βαθμό που και η τεχνική παραγωγή ασκείται από το τεχνικό κεφάλαιο. Δεν αποτελεί δηλαδή μια αναγκαία λειτουργία της ίδιας της τεχνικής παραγωγικής διαδικασίας: πολύ περισσότερο μάλιστα που στις Κατασκευές ουσιαστικά υφίσταται μια διπλή διευθυντική - εποπτική λειτουργία, σε σχέση με τη βιομηχανική παραγωγή που είναι μονοσήμαντη (στην πρώτη περίπτωση του κράτους και του τεχνικού κεφαλαίου ενώ στη δεύτερη μόνο της καπιταλιστικής εργοδοσίας). Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση η τεχνική παραγωγική εργασία των μισθωτών εργαζομένων είναι αντικείμενο διπλού διευθυντικού εξουσιασμού - εποπτείας: απ' τη μια πλευρά από μέρους του εργοδοτικού διευθυντικού τεχνικού μηχανισμού των τεχνικών εταιριών, κι απ' την άλλη πλευρά του κρατικού τεχνικοδιοικητικού μηχανισμού που εποπτεύει τους δύο προηγούμενους (εργατική τάξη και ιδιωτική εργοδοσία). Κατά συνέπεια, η κυριαρχία των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων στις Τεχνικές Κατασκευές επιφέρει και συνδέεται με την επιπρόσθετη επιβάρυνση του διπλασιασμού των λειτουργιών διεύθυνσης και εποπτείας. Επομένως, η απαλλοτρίωση της ιδιωτικής τεχνικής ιδιοκτησίας και άρα η εργατική συλλογική διαχείριση και τεχνική οργάνωση των Κατασκευών θα προκαλέσει την αχρήστευση του κρατικού τεχνικού εποπτικού μηχανισμού, παράλληλα μ' εκείνη του αντίστοιχου ιδιωτικού - καπιταλιστικού. Η εποπτική - διευθυντική λειτουργία των Κρατικών Τεχνικών Υπηρεσιών θα χάσει κάθε αντικειμενική βάση ύπαρξης, ενώ οι λειτουργίες τεχνικού - οικονομικού προγραμματισμού και διαχείρισης θα περιέλθουν αναπόφευκτα στους κοινωνικούς εργατικούς φορείς. Η κατάργηση έτσι της κυριαρχίας του τεχνικού κεφαλαίου στην κατασκευαστική παραγωγή συνδέεται άμεσα με την αχρήστευση της μη παραγωγικής κρατικής τεχνικής γραφειοκρατίας.

4.4. Η συλλογικοποίηση της τεχνικής εργοληπτικής ικανότητας.

Στη σοσιαλιστική προοπτική η «τεχνική εργοληπτική ικανότητα» είναι αναγκαίο να συλλογικοποιηθεί, δηλαδή σαν υποκείμενο της να προσδιορίζεται το σύνολο των εργατοτεχνιτών εργαζομένων που συμμετέχουν στην τεχνική παραγωγή κι όχι μόνο και αποκλειστικά η επιστημονική τεχνοκρατία, στο βαθμό ακριβώς που προωθείται παράλληλα η επαναστατική διαδικασία της καθολικοποίησης της τεχνολογικής γνώσης. Αλλά και πέρα απ' αυτό, η διατήρηση του προνομίου της «εργοληπτικής ικανότητας» των τεχνικών επιστημόνων θα αναπαρήγαγε τις σχέσεις της μισθωτής εργασίας και κοινωνικής αλλοτρίωσης στις Κατασκευές και συνολικά θα δρούσε αναπαραγωγικά για τις υπάρχουσες καπιταλιστικές δομές του κατασκευαστικού κυκλώματος. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια απόδοση της «τεχνικής εργοληπτικής ικανότητας» στους εργατοτεχνικούς εργαζόμενους σαν μεμονωμένα παραγωγικά εργαζόμενα άτομα, αλλά στο σύνολο αποκλειστικά των εργαζομένων στρωμάτων της κοινωνικοποιημένης κατασκευαστικής επιχείρησης στη βάση της παραγωγικής τους συμμετοχής στη συνολική εργασιακή διαδικασία, με την ταυτόχρονη προαγωγή των μέτρων κοινωνικοποίησης της τεχνικής γνώσης για ολόκληρη την εργατική τάξη. Είναι σαφές ότι μια τέτοια διεύρυνση της «τεχνικής ικανότητας» δεν έχει σχέση με τη διαμάχη για την περιορισμένη ή εκτεταμένη απονομή της στα κατώτερα στρώματα της τεχνικής πυραμίδας (τεχνολόγους - εργοδηγούς - εμπειροτέχνες), γεγονός που αφορά καθαρά συντεχνιακές επιδιώξεις, αν και βάσιμες στην ουσία τους. Η «τεχνική εργοληπτική ικανότητα» στην κοινωνικοποιημένη της εκδοχή αποτελεί δηλαδή συλλογικό και μόνον δικαίωμα, ασκείται συλλογικά από τον «συλλογικό εργαζόμενο» της απαλλοτριωμένης ή συνεταιριστικής τεχνικής επιχείρησης, κατ' αντιστοιχία με τα συλλογικά κοινωνικά δικαιώματα (για παράδειγμα συνδικαλιστώ δικαίωμα). Φυσικά οι αναφορές αυτές αφορούν κύρια τη μεταβατική περίοδο προς την ολοκληρωμένη σοσιαλιστική οργάνωση της τεχνικής παραγωγής, γιατί προοπτικά η επαναστατική γενίκευση της πανεπιστημιακής τεχνολογικής εκπαίδευσης θα αχρήστευε αυτή την προβληματική, εφ' όσον το κοινωνικό προνόμιο της επιστημονικής τεχνοκρατίας θα γενικεύονταν στο σύνολο των εργαζομένων στην τεχνική παραγωγή.

4.5. Η σοσιαλιστική διάρθρωση της τεχνικής παραγωγής.

Οι κοινωνικοποιημένες κατασκευαστικές επιχειρήσεις δεν μπορούν και δεν είναι αναγκαίο να έχουν το χαρακτήρα πανελλαδικής εξάπλωσης της δραστηριότητας τους, όπως συμβαίνει στη σημερινή κατάσταση με τις ιδιωτικές τεχνικές εταιρίες μεγάλου και μεσαίου μεγέθους: είναι αναγκαίο να έχουν επαρχιακό ή νομαρχιακό χαρακτήρα, εφ' όσον θα πρόκειται για τεχνικές επιχειρήσεις γενικού χαρακτήρα, και διανομαρχιακό ή περιφερειακό χαρακτήρα, στο βαθμό που η παραγωγική τους δραστηριότητα αφορά εξειδικευμένα τεχνικά έργα και εργασίες. Ο γεωγραφικά άλλωστε προσδιορισμένος χαρακτήρας τους είναι σε θέση να εξασφαλίσει τη σταθερότητα της λειτουργίας. τους και τη συνέχεια της απασχόλησης των εργαζομένων σ' αυτές, σε σχέση με την «νομαδική» φύση της εργασίας τους στις σημερινές τεχνικές επιχειρήσεις. Οι δραστηριότητες τους θα υπάγονται στο συνολικό λαϊκό έλεγχο της αντίστοιχης περιοχής ή περιφέρειας, τόσο μέσα από κοινωνικά συμβούλια αυτοδιεύθυνσης που θα λειτουργούν σε τοπικό επίπεδο, όσο και από λαϊκούς εκπροσώπους που θα συμμετέχουν στη συλλογική εργατική τους διεύθυνση (της τοπικής αυτοδιοίκησης, των εργατικών κέντρων, των αγροτικών οργανώσεων κλπ.). Σε πανελλαδικό επίπεδο, τα τοπικά εργασιακά συμβούλια των επιμέρους κοινωνικοποιημένων τεχνικών επιχειρήσεων θα συσπειρώνονται σε δευτεροβάθμιο επίπεδο σε μια αντιπροσωπευτική κοινωνική συνέλευση των Τεχνικών Κατασκευών πανελλήνιου χαρακτήρα, με την αντίστοιχη συμμετοχή και εκπροσώπων των κοινωνικών πολιτικών φορέων, που θα αντικαθιστά τον κρατικό γραφειοκρατικό τεχνικό μηχανισμό που σήμερα εκφράζεται σ' αυτό τον χώρο με τις Κρατικές Τεχνικές Υπηρεσίες. Η αντιπροσωπευτική πανελλαδική συνέλευση των εκπροσώπων των παραγωγικών εργασιακών συμβουλίων των κοινωνικών συμβουλίων των κοινωνικών τεχνικών εταιριών θα προσδιορίζει όλες εκείνες τις πολιτικές, τεχνικές και οικονομικές διαδικασίες που συγκροτούν τη «συνολική κοινωνική ρύθμιση» των Τεχνικών Κατασκευών, ως προς τον προγραμματισμό των τεχνικών έργων, τη χρηματοδότηση της κατασκευαστικής δραστηριότητας, τους τεχνικούς όρους μελέτης - κατασκευής, την απασχόληση του εργασιακού δυναμικού, τη σχέση αμοιβών εργαζομένων και επενδύσεων, και γενικότερα όλους τους συνολικούς όρους της τεχνικής παραγωγής.

4.6. Τα υποκείμενα του αντικαπιταλιστικού αγώνα.

Η μακροπρόθεσμη επιδίωξη αυτών των σοσιαλιστικών επαναστατικών κατευθύνσεων προϋποθέτει και επιβάλλει, πέρα από τις αναγκαίες ιδεολογικές και πολιτικές ριζοσπαστικές αναπροσαρμογές στο αριστερό κίνημα, τη συνολική ανασυγκρότηση της συνδικαλιστικής και πολιτικής μορφής οργάνωσης των εργαζομένων στις Τεχνικές Κατασκευές. Σαν τέτοια μορφή κοινωνικής και πολιτικής συγκρότησης προβάλλει για την εργατική τάξη των Κατασκευών, με βάση τη συγκεκριμένη ταξική εμπειρία των μέχρι σήμερα συνδικαλιστικών μορφών οργάνωσης, ένα διπλό πλαίσιο:

Η ανάδειξη διεπαγγελματικών κλαδικών συνδικάτων επαρχιακού ή νομαρχιακού επιπέδου όλων των μισθωτών εργαζομένων και ανέργων στις Κατασκευές, στη θέση των ομοιοεπαγγελματικων σωματείων και των τεχνικοεπιστημονικών συλλόγων (τεχνικοί, εργατοτεχνίτες, χειριστές κ.ά.) με παράλληλη διατήρηση και ανάπτυξη των επιχειρησιακών σωματείων στις τεχνικές επιχειρήσεις που οι αντικειμενικές συνθήκες παραγωγής το επιτρέπουν. Συγκρότηση αυτών των ενιαίων επαρχιακών - νομαρχιακών διεπαγγελματικών συνδικάτων των εργαζομένων στις Τεχνικές Κατασκευές σε δευτεροβάθμιο επίπεδο σε μια Ομοσπονδία Σωματείων Τεχνικών Επιχειρήσεων (Ο.Σ.Τ.Ε.), έξω και πέρα απ' τη λογική των ομοιοεπαγγελματικων Ομοσπονδιών των Οικοδόμων, των Χειριστών κλπ., καθώς και των αντιστοίχων επιστημονικών οργανώσεων συντεχνιακού χαρακτήρα (TEE).

Παράλληλα, ενιαία πολιτική οργάνωση των αριστερών (τεχνικών, χειριστών, εργατοτεχνικών κλπ.) εργαζομένων στις Τεχνικές Κατασκευές, που ενστερνίζονται τη συνολική αυτή αντικαπιταλιστική θεώρηση και πρακτική, κατ' αντιστοιχία προς τα αντίστοιχα εργατικά συνδικάτα: η πολιτική αυτή οργάνωση των κομμουνιστών και σοσιαλιστών εργαζομένων παρεμβαίνει πολιτικά στο κοινωνικό πλαίσιο των αντίστοιχων εργατικών κοινωνικών οργανώσεων, προωθεί τη δημιουργία τους και εξασφαλίζει την αγωνιστική τους λειτουργία, συνδέει τις άμεσες επιδιώξεις τους με τη σοσιαλιστική κοινωνική στρατηγική (το σημαντικότερο περιεχόμενο της πολιτικής παρέμβασης των αριστερών εργαζομένων), διαμορφώνει το εργατικό συνδικάτο σε εναλλακτική μορφή - υποκείμενο διεύθυνσης και οργάνωσης της αντίστοιχης τεχνικής κατασκευαστικής δραστηριότητας.

Θεσσαλονίκη, Δεκέμβρης 1986

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή