Η αντιστασιακή ιδεολογία. Μια πρώτη συστηματοποίηση Εκτύπωση
Τεύχος 23-24, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1988


H αντιστασιακή ιδεολογία. Μια πρώτη συστηματοποίηση
του Χρήστου Τυροβούζη

ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

1. Γενικά.

2. Εθνικοαπελευθερωτική ιδεολογία.

3. Πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές προσδοκίες.

4 Το συμμαχικό - διεθνικό ιδεώδες.

5. Αξίες και κανόνες της συλλογικής δράσης.

6. Αντιλήψεις για το ίσο, το ορθό, και το δίκιο.

7. Συγκριτικές - συνειρμικές παραστάσεις (Επανάσταση του 1821 - Εθνική Αντίσταση).

8. Μια πρώτη αποτίμηση. Σημειώσεις.

1. Γενικά

Η ιδεολογία της ελληνικής Αντίστασης είναι ένα πλέγμα αξιών και συμβολισμών, με χαρακτήρα δηλωτικό και ταυτόχρονα δεσμευτικό: μαρτυρικό, δηλαδή, για τις προθέσεις ή στοχεύσεις των φορέων της Αντίστασης, που είναι πολιτικοστρατιωτικές οργανώσεις, τάξεις μερίδες στρώματα της κοινωνίας ή άτομα. Εκείνο που διακρίνει τον αντιστασιακό ιδεολογικό λόγο από άλλες θέσεις και επεξεργασίες (γνωστικού ή πολιτικού συγκυριακού χαρακτήρα) είναι το δεοντολογικό στοιχείο, η αξιολογική φόρτιση που του δίνει, μερικές φορές, υφή «κατηγορικής προσταγής»1. Εντελώς περιγραφικά εμπειρικά: γνωστικής τάξης εγχείρημα είναι λ.χ. μια ανάλυση του ΕΑΜ (ή του ΚΚΕ) γύρω απ' την Επανάσταση του 1821 και τους κοινωνικούς συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν στη διάρκεια της, ενώ πολιτικό συγκυριακό χαρακτήρα έχει ένα κείμενο του ίδιου φορέα με το οποίο π.χ. ιεραρχούνται οι μορφές πάλης που θα πρέπει ν' ακολουθηθούν στην Αθήνα σε μια ορισμένη περίοδο. Όμως η υπογράμμιση των συγγενειών ανάμεσα στα οργανωτικά σχήματα (κλέφτες ανταρτικά σώματα) ή τις στοχεύσεις (εθνική απελευθέρωση) των αγώνων του 1821 και της Αντίστασης, ακριβώς γιατί εκφράζει μια προσδοκία ταύτισης και ταυτόχρονα καταργεί ιστορικές αποστάσεις και ποιοτικές διαφορές, αποτελεί στοιχείο του ιδεολογικού λόγου της Αντίστασης. Ιδεολογικό είναι και κάθε κείμενο του ΕΑΜ που θεωρεί δεδομένη τη μαχητικότητα, ενότητα και διαρκή ανοδική πορεία του αντιστασιακού κινήματος και εγκαλεί ηθικά όλους τους Έλληνες, υπογραμμίζοντας την πατριωτική τους οφειλή.

Πρωτογενής ιδεολογικός λόγος θα χαρακτηριζόταν εκείνος ο οποίος, στην περίοδο της Αντίστασης, πήγαζε απ' την συγκεκριμένη βίωση των κοινωνικών σχέσεων, εκφράζοντας τη διάδραση ατομικής ιδιοσυγκρασίας - δεκτικότητας και εργασιακής, οικογενειακής κλπ. πραγματικότητας. Στο πεδίο αυτό (άτομο, μικροκοινωνία) μορφοποιούνται καταρχήν κάποιες στάσεις, τάσεις ή επιλογές που μπορεί να κυμαίνονται απ' την προσαρμογή στις ιδιάζουσες κατοχικές συνθήκες (στρατηγικές ατομικής τακτοποίησης: «φρόνιμη» συμπεριφορά, μαύρη αγορά, κλοπή, μικρής κλίμακας συνεργασία με τους κατακτητές κ.ά.) ως την παθητική ή και την πιο προχωρημένη εκδοχή της Αντίστασης: τήρηση αποστάσεων, άρνηση εξυπηρέτησης των Γερμανών και Ιταλών, παρακοή διαταγών, επαφή με αντιστασιακούς πυρήνες, συμμετοχή σε απεργίες και διαδηλώσεις κλπ. Βρισκόμαστε, πλέον, στο (κρισιμότατο) κοινωνικοσυλλογικό επίπεδο, όπου οι προσεγγίσεις ή συσσωματώσεις έχουν είτε αμοιβεπαγγελματική - ταξική (αγώνες εργατών, υπαλλήλων, αγροτών κλπ.) είτε διαταξική βάση: δραστηριότητες σε επίπεδο συνοικίας, πολιτιστικές και άλλες κινήσεις ή διεκδικήσεις της νεολαίας, μετωπικές κινητοποιήσεις κ.ά. Όλες αυτές οι πρακτικές έχουν το ιδεολογικό τους ισοδύναμο: ο μαυραγορίτης ή συνεργάτης προβάλλει το αίτημα της επιβίωσης ή της ρεαλιστικής προσαρμογής στο συσχετισμό δυνάμεων (ώστε ν' αποφευχθούν δυσμενέστερες επιπτώσεις), ενώ ο αντιστασιακός τονίζει την ηθική - αλλά και πρακτική - σημασία του αγώνα για εθνική απελευθέρωση, βελτίωση των βιοτικών, πολιτισμικών και άλλων όρων και (ενδεχομένως) κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις.

Σ' αυτό το επίπεδο (όπου μεγάλες ομάδες ανθρώπων αναγνωρίζουν κάποια κοινότητα επιδιώξεων και, ταυτόχρονα, επικαλούνται «σύμβολα κοινού πεπρωμένου») αποβαίνει αποφασιστική η παρέμβαση των πολιτικών και στρατιωτικών οργανώσεων της Αντίστασης. Το πιθανότερο, μάλιστα, είναι ότι τα επιτελεία αυτά παρέχουν τόσο τον οργανωτικό ιστό της ανάπτυξης ενεργών μορφών Αντίστασης, όσο και την κωδικοποίηση των ιδεολογικών αρχών με τις οποίες αυτές επενδύονται. Οι σχέσεις διαμεσολάβησης-εκπροσώπησης που συνδέουν τις οργανώσεις με τις κοινωνικές δυνάμεις έχουν ένα χαρακτηριστικό και κρίσιμο πολιτικό αποτέλεσμα: τα αντιστασιακά επιτελεία μπορούν να επιλέγουν και να ιεραρχούν τις στοχεύσεις που αναδεικνύει η κοινωνική δυναμική. Το ίδιο ισχύει τόσο για τις οργανωτικές μορφές, τα μέσα και την κλιμάκωση των αγώνων, όσο και για τη μετεγγραφή αυτών των στοιχείων στη γλώσσα της ιδεολογίας.

Επομένως, οι μαρτυρικές πηγές γύρω απ' την ιδεολογική παραγωγή των οργανώσεων της Αντίστασης αναδεικνύονται σε προνομιακό (αν και όχι αποκλειστικό) πεδίο ανίχνευσης της αντιστασιακής ιδεολογίας2. Αυτό ισχύει στο βαθμό που γίνεται δεκτό ότι οι ιδεολογικές θέσεις αυτών των οργανώσεων (οι επαναλαμβανόμενες θεματικές, οι καμπές, το πολιτισμικό ύφος τους κλπ.) απηχούν ενδιαφέροντα και στάσεις των κοινωνικών δυνάμεων που εκπροσωπούν και, ταυτόχρονα, μπορούν να επενεργήσουν παιδαγωγικά πάνω στο ακροατήριο τους, χορηγώντας του σταθερά σημεία ιδεολογικοπολιτικής αναφοράς3. Δεν είναι τυχαίο ότι ο προσδιορισμός «ΕΑΜίτης» παραπέμπει περισσότερο σ' έναν κύκλο ιδεολογικοί αρχών παρά σε μια οργανωτική σχέση.

Πρέπει, πάντως, να θεωρείται δεδομένο ότι η «ανάγνωση» του προπαγανδιστικού υλικού των οργανώσεων, των πολιτικών και νομικών θεσμικών κειμένων της περιόδου, του γραπτού ή άγραφου λόγου των στελεχών της Αντίστασης, των ιδεολογικών κειμένων των εντύπων της εποχής, ακόμη και της αντιστασιακής έμμετρης παράδοσης, πληροφορεί κυρίως (ή αποκλειστικά) για την ιδεολογία των οργανώσεων, δηλαδή για τις αξίες, δεοντολογίες κλπ. που διαμορφώνονταν στα εξουσιαστικά επιτελικά κέντρα της οργανωμένης Αντίστασης. Οι τρόποι με τους οποίους οι απλοί άνθρωποι (αντιστασιακοί και μη) εκφέρουν αυτά τα ίδια ιδεολογικά στοιχεία συγκροτούν ένα σχετικά αυτόνομο φαινόμενο, που θ' απαιτούσε διαφοροποιημένο θεωρητικό, μεθοδολογικό και τεχνικό πλαίσιο προσέγγισης.

Η μελέτη των πηγών της «επίσημης» αντιστασιακής ιδεολογίας κι η επισήμανση των συνηθέστερων θεματικών της, κάνει δυνατή την ταξινόμηση τους με βάση κάποιους άξονες, οι οποίοι αποβαίνουν καθοριστικοί στη συγκρότηση και δραστικότητα της. Έτσι προκύπτουν, με την αναγκαία σχηματοποίηση, έξι κυρίως θεματικοί κύκλοι στο πλαίσιο της αντιστασιακής ιδεολογίας, οι οποίοι τιτλοφορούνται συμβατικά:

α) Εθνικοαπελευθερωτική ιδεολογία.

6) Πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές προσδοκίες.

γ) Συμμαχικό διεθνικό ιδεώδες.

δ) Αξίες και κανόνες της κοινωνικής οργάνωσης και της συλλογικής δράσης.

ε) Αντιλήψεις για το ίσο, το ορθό και το δίκαιο (αναπλήρωση της νομικής ιδεολογίας).

στ) Συγκριτικές συνειρμικές παραστάσεις (Επανάσταση του 1821 - Εθνική Αντίσταση).

Απ' αυτούς τους κύκλους, ο δ' και ο ε' ενδιαφέρουν ιδιαίτερα, γιατί το περιεχόμενο τους έχει μια συμμετοχή στη διάπλαση των θεσμών Αυτοδιοίκησης και Δικαιοσύνης της περιόδου 19411944. Πράγματι, οι αξίες του κοινοτισμού, του κοινωνικού ελέγχου, του συμβιβασμού, της επιείκειας κ.ά., που ανήκουν στο corpus της αντιστασιακής ιδεολογίας, αποτελούν και ρήτρες ή αρχές του δικαίου που διέπει την οργάνωση και λειτουργία των δύο θεσμών που προαναφέρθηκαν. Η ερμηνεία αυτών των ρητρών και αρχών προϋποθέτει κατανόηση των τρόπων με τους οποίους οι πολιτικοστρατιωτικές οργανώσεις (και οι κοινωνοί) συλλαμβάνουν, εκφέρουν, φορτίζουν ή μετασχηματίζουν ιδεολογικά στοιχεία όπως ο κοινοτισμός κλπ.

Είναι αυτονόητο ότι η ταξινόμηση που επιχειρήθηκε προηγουμένως είναι μια εκ των υστέρων τεχνική επέμβαση του μελετητή και όχι πραγματικό ιστορικό γεγονός. Όμως και η σύλληψη της ολότητας, του «σώματος» της αντιστασιακής ιδεολογίας είναι εγχείρημα μεθοδολογικό. Όσο και αν υπάρχουν, σε πρωτογενές επίπεδο, συνθετικές απόπειρες (όπως το γνωστό «τι είναι και τι θέλει το Ε AM»), το βέβαιο είναι πως ούτε οι κοινωνικές δυνάμεις, ούτε οι οργανώσεις, ούτε οι διανοούμενοι της Αντίστασης έχουν εκπονήσει κάποιο έργο που να κωδικοποιεί και ομογενοποιεί την αντιστασιακή ιδεολογία, ούτε - εξάλλου - έχουν απομονώσει και επεξεργαστεί τα βασικά «λήμματα» της. Γι αυτό η συστηματοποίηση και κατηγοριοποίηση που ακολουθεί παραπέμπει αποκλειστικά στην ευθύνη του μελετητή.

Τέλος, αυτονόητη είναι η ποικιλομορφία (κάποτε και η αντιφατικότητα) των ιδεωδών που ανέδειξε ο τετράχρονος αντιστασιακός αγώνας, αφού σ' αυτόν μετείχαν περισσότερες από μία πολιτικοστρατιωτικές οργανώσεις. Οι αντιθέσεις και διαφοροποιήσεις τους δεν αφορούν απλά και μόνο την αφετηριακή διακηρυκτική τοποθέτηση τους. Προσδιορίζονται, μέσα στην εξέλιξη του συσχετισμού δυνάμεων, των διεθνοπολιτικών ισορροπιών και των ιστορικών καμπών, από μια σειρά παραγόντων, η οποία αντανακλά το ύφος, τις προτεραιότητες ή τα «μέτωπα» που εμφανίζει ο ιδεολογικός λόγος κάθε χώρου. Αναθεωρήσεις και αντιφάσεις εμφανίζει και η ιδεολογία της κάθε οργάνωσης. Τα φαινόμενα αυτά θα γίνει προσπάθεια ν' ανιχνευτούν μέσα από παραθέσεις και ερμηνείες ιδεολογικών κειμένων πολλαπλής προέλευσης, μολονότι η χρήση τέτοιων πηγών θα είναι - αναγκαστικά - επιλεκτική και ενδεικτική.

2. Εθνικοαπελευθερωτική Ιδεολογία

Αιχμή της αντιστασιακής ιδεολογίας είναι το κάλεσμα για δυναμική αντιπαράθεση στον αλλοεθνή δυνάστη. Υπογραμμιζόταν ιδιαίτερα το γεγονός ότι το καθεστώς της αξονικής κατοχής προήλθε από άδικο - επιθετικό πόλεμο, σε βάρος ενός λαού με οξυμένο το αισθητήριο του εθνισμού (τουρκοκρατία και απελευθέρωση, αλυτρωτισμός, βαλκανικοί πόλεμοι, μικρασιατική καταστροφή). Κατά το μεσοπόλεμο, εξάλλου, η θεματολογία με άξονα την εθνική συνείδηση ανήκε στα ενδιαφέροντα των εκπαιδευτικών μηχανισμών, της ακαδημαϊκής πολιτικής φιλοσοφίας, αλλά και των κομμάτων. Η ιδιαιτερότητα του ελληνισμού τονιζόταν ποικιλόμορφα, σε συνδυασμό με την αξία της εθνικής ανεξαρτησίας4.

Αυτή η ιδεολογικοπολιτική ατμόσφαιρα φυσικό ήταν να επηρεάσει τους προσανατολισμούς των σχηματισμών που, ήδη στα τέλη του 1941, οικοδομήθηκαν πάνω στην αναγκαιότητα της αποτίναξης του ξενικού ζυγού. Πράγματι, η αυταξία της εθνικής ανεξαρτησίας αποτελεί τον αξιωματικό πυρήνα της αντιστασιακής ιδεολογίας. Η αναγκαιότητα της συμμετοχής στον αγώνα για την ανάκτηση της προβάλλεται ως αυτονόητη. Όποιος καταφάσκει προς την απόλυτη αξία «εθνική ανεξαρτησία» εγκαλείται ως Έλληνας που οφείλει ν' αντισταθεί.

Εξάλλου, η απόλυτη αντιπαλότητα ελληνικού έθνους - Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων εκπηγάζει (και δικαιολογείται) αυστηρά απ' το γεγονός της απρόκλητης επίθεσης και κατάκτησης. Σε μερικές περιπτώσεις, το αντικατοχικό μένος των αγωνιζομένων Ελλήνων ενισχύεται με φυλετικές αιχμές, όμως δεν εκδηλώνονται «ρατσιστικές» προκαταλήψεις. Οπωσδήποτε πάντως η επιτίμηση των αντιπάλων συνυπολογίζει και κάποια «ιστορικά» προηγούμενα, ειδικότερα στην περίπτωση των Βουλγάρων. Η αποστροφή προς τους «φασίστες» τα «λυσσασμένα εθνικοφασιστικά θεριά» κλπ. εκπορεύεται, ακόμη, από μια αξιολογική στάση απέναντι στο εσωτερικό κοινωνικοπολιτικό status των κυρίαρχων χωρών5. Οπωσδήποτε όμως η πολιτική κριτική λειτουργεί συμπληρωματικά, αφού διαμεσολαβείται καθοριστικά απ' την αντίθεση κατακτητή - κατακτημένου έθνους.

Η με εθνικούς όρους θεώρηση του προβλήματος τοποθετείται, γενικά, σε κοινωνιολογικό και όχι φιλοσοφικό υπόβαθρο. Οι ΕΑΜικές οργανώσεις δεν επιμένουν σε μια αφαιρετική δογματική προσέγγιση του εθνικού ζητήματος. Η ανάλυση της αντίθεσης υποδουλωμένου έθνους και ξένων κατακτητών δεν βασίζεται ούτε στην ορολογία ούτε στις «τεχνικές» της υπερβατικής πολιτικής φιλοσοφίας, του νομικού ιδεαλισμού ή του αγοραίου εθνικισμού. Τείνει περισσότερο σ' ένα κοινωνιολογικό εμπειρισμό: οι κατακτητές είναι εχθροί επειδή αποδιοργάνωσαν την παραγωγή, αποστέωσαν τους πολιτικούς θεσμούς, εξαχρείωσαν τα κοινωνικά ήθη κλπ. Ο «κοινωνιολογικός» λόγος χαρακτηρίζει - κατά βάση - το δίκτυο του ΕΑΜ ΕΛΑΣ, ενώ οι λοιποί σχηματισμοί συνήθως κλείνουν προς τη μεταφυσική και αξιοποιούν συχνότερα τον συμβολικό κώδικα του εθνισμού6.

Ταυτόχρονα, το επικο-αγωνιστικό στοιχείο, η μαχητική έπαρση, οι ηθικές αξίες της «λεβεντιάς» και του ηρωισμού είναι προσδιορισμοί ευδιάκριτοι στον εθνικοαπελευθερωτικό λόγο. Συνδέονται, μάλιστα, με το αντιθετικό σχήμα «ένας μικρός λαός ενάντια σ' έναν πάνοπλο δυνάστη». Επιπλέον δημιουργούνται, κάποιες φορές, ιδεολογικές «γέφυρες» προς το ιστορικό «προηγούμενο» του 1821. Σκιαγραφείται, έτσι, το πρότυπο του αγωνιστή: κατά τον Δ. Γληνό, «λεύτερος δεν μπορεί και δεν αξίζει να είναι παρά όποιος σε κάθε στιγμή και κάτω υπό οποιεσδήποτε συνθήκες αγωνίζεται για τη λευτεριά του και ποτέ δεν συμβιβάζεται και δεν συνθηκολογεί με τη σκλαβιά»7. Πρέπει να υποτεθεί ότι, στην παιδαγωγική λειτουργία των οργανώσεων, το πρότυπο αυτό αξιοποιείται συχνά...

Προβάλλεται επίσης η αξία της υπερήφανης και αυτοδύναμης αντιμετώπισης του εθνικού εχθρού. Με τους συμμάχους υπάρχει σύγκλιση στόχων, η επανάπαυση ωστόσο στη δική τους συμπαράσταση συνήθως στιγματίζεται ως μοιρολατρική. Η τάση, όμως, της παθητικής σύνδεσης με το συμμαχικό στρατόπεδο, εκπροσωπείται συχνά και χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τον αυτοεξόριστο πολιτικό κόσμο8. Ταυτόχρονα είναι ευρύτατα παραδεκτά τα απελευθερωτικά και δημοκρατικά ιδεώδη που συνέχουν τη συμμαχική ιδεολογία και ανάμεσα τους η αρχή της αυτοδιάθεσης των εθνών και λαών. Μ' αυτόν τον τρόπο οικοδομείται ένας ιδιότυπος αντιφασιστικός διεθνισμός, καθορισμένος θετικά από ορισμένες κρίσιμες συμπτώσεις σε θέματα πολιτικής προοπτικής και αρνητικά απ' την κοινή αντίθεση στον άξονα9.

Κρίνεται, όμως, αναγκαία η πολυσχιδής οργάνωση και κινητοποίηση στο πολεμικό και το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο. Η στοχοθεσία του αγώνα έχει πανεθνικό ενδιαφέρον και απαιτεί ευρύτατη συναίνεση, όσο και εγρήγορση. Η εθνικοαπελευθερωτική ρητορεία «υπερβαίνει» τον κοινωνικό εμπειρισμό, δεν παύει όμως ν' απευθύνεται σ' ένα ακροατήριο αντικειμενικά πολυταξικό. Επικαλείται, λοιπόν, αρχές και αξίες βασισμένες στην κοινότητα στόχων και στο εθνικό συμφέρον, έχοντας ρητό προσανατολισμό την εθνική ενότητα. Δεν επιδιώκεται, φυσικά, η κινητοποίηση κάποιας συμπαγούς εθνικής «ολότητας». Η οργανωτική δομή και ανάπτυξη των αντιστασιακών φορέων αντιστοιχεί στην υπαρκτή πολλαπλότητα του κοινωνικού σώματος: εκτείνεται κάθετα (οργανώσεις εργατών, διανοούμενων, επαγγελματιών κλπ.) και οριζόντια (νέοι, εργάτριες, επιστημόνισσες κλπ.) για να καλύψει όλο το κοινωνικοοικονομικό φάσμα10.

Έτσι η εθνικοαπελευθερωτική ιδεολογία, στην εθνικοενωτική της συνιστώσα, λειτουργεί ως συνεκτική ύλη ανάμεσα στις διαφοροποιημένες κοινωνικές μερίδες, βασισμένη στη δυναμική της (εμφανιζόμενης ως κύριας) αντίθεσης κατακτητή έθνους.

3. Πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές προσδοκίες

Την αντιστασιακή ιδεολογία διατρέχουν οραματισμοί δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων αλλά και κοινωνικών τομών, που θα συντελεστούν μετά την απελευθέρωση στην Ελλάδα και σ' ολόκληρο το μαχόμενο κόσμο. Αυτές οι προσδοκίες και στοχεύσεις της οργανωμένης Αντίστασης μορφοποιούνται, στη γλώσσα της τρέχουσας καθημερινότητας, σε συνοπτικά και απλοποιημένα σχήματα που συνήθως εκφράζουν την ιδέα της δημοκρατίας και το ιδανικό της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεν απουσιάζουν και οι σύνθετοι συλλογισμοί, η εξειδίκευση και απόπειρα θεμελίωσης της πολιτικοκοινωνικής ιδεολογίας κάποιων οργανώσεων11. Γενικότερα όμως η σχετική φιλολογία είναι σχηματική και «συνθηματολογική». Βασίζεται στον ουσιαστικό αιχμηρό λόγο, και παράγει συμβολισμούς και διατυπώσεις βατές και λειτουργικές στο πλαίσιο των αντιστασιακών πρακτικών.

Καταρχήν, η ίδια η φύση του ανεξαρτησιακού και αντιφασιστικού αγώνα κάνει εύλογο τον πολιτικό προβληματισμό και παραπέμπει στην «εσωτερική διάσταση» του κατοχικού status: την πολιτική εξουσιαστική δομή, αλλά και τις κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις με τις οποίες αυτή συναρθρώνεται. Η αντιστασιακή κινητοποίηση, σε πολλές περιπτώσεις, έπρεπε ν' αναμετρηθεί με πόλους πολιτικής εξουσίας και κοινωνικής ισχύος συνδεδεμένους άμεσα με την κατοχική «νομιμότητα». Η «κάθαρση» της δημόσιας ζωής και η άρση των οξυμένων κοινωνικών προβλημάτων, λειτούργησε ως «δείκτης» του κινήματος, ως συμφραζόμενο της εθνικοαπελευθερωτικής του στόχευσης. Οι ιδέες αυτές βρήκαν συνοπτική διατύπωση στα καταστατικά κείμενα, αλλά και στο διαφωτιστικό υλικό των αντιστασιακών οργανώσεων. Στον ιδεολογικό τους λόγο το ιδεώδες της δημοκρατικής κοινωνίας εξαγγέλλεται ως «έπαθλο» του αντιφασιστικού αγώνα, ενώ και οι πολιτικοί της Μέσης Ανατολής δεν δυσκολεύονται να δώσουν ανάλογες υποσχέσεις12.

Αποκαλύπτεται, εξάλλου, και στηλιτεύεται η υποτελειακή κρατική δομή που εγκαθίδρυσαν οι δυνάστες στην Ελλάδα σε συνεργασία με μια μικρή μερίδα του πολιτικού προσωπικού και του κοινωνικού σώματος. Οι συνεργάτες των κατακτητών αξιολογούνται με βαρύτατους χαρακτηρισμούς, φορτισμένους ηθικά, εκφραστικούς μιας αδιάλλακτης αποστροφής. Ο στιγματισμός των «προσκυνημένων» κάποτε συνοδεύεται απ' την απειλή της «δίκαιης εκδίκησης». Ο «κουίσλιγκ», ο «μαυραγορίτης», η «πουλημένη» γυναίκα κλπ. εγκληματούν σε βάρος του έθνους και του ελληνικού λαού, κατά περίπτωση γι' αυτό έχουν θέσει τον εαυτό τους έξω απ' την εθνική ολότητα13. Η απαξία της συνεργασίας με τον κατακτητή αντιδιαστέλλεται προς το πρότυπο του ενεργοποιημένου Έλληνα, που έχει οξυμένη την αίσθηση της συλλογικότητας και ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της κατάστασης εθνικής ανάγκης που δημιούργησε η κατάκτηση. Η επιείκεια και η αναγνώριση περιθωρίων για μεταμέλεια λειτουργούν ως οριακή εξαίρεση σ' έναν άκαμπτο κανόνα, μόνο στις μη προχωρημένες περιπτώσεις και εφόσον αναγνωριστούν σοβαροί λόγοι ανάγκης που οδήγησαν σε παράβαση του εθνικού καθήκοντος14. Όμως ο ηθικο-ιδεολογικός στιγματισμός είναι πάντοτε ανεξίτηλος, αφού και η «ανθρώπινη αδυναμία» συνιστά απόκλιση απ' την αρχετυπική μορφή του αγωνιστή της αντίστασης. Ειδικότερα, όλοι όσοι περιέπεσαν σε συνεργεία με τον κατακτητή στιγματίζονται ηθικο-ιδεολογικά («προδότες», «τσακάλια», «σταυρωτήδες», «γερμανοράλληδες», «αιματορουφηχτάδες» κλπ.) και αποκλείονται από κάθε επιεική αντιμετώπιση. Αυτή η θέση αρχής συνάδει με τις εξαγγελίες για μεταπολεμική «κάθαρση» του κράτους απ' τα φιλοκατοχικά (αλλά και φιλομεταξικά) στοιχεία. Όμως και ο παλαιοκομματισμός ελέγχεται, κάποιες φορές, ως υπόβαθρο και μήτρα που κυοφόρησε τις υποτελειακές και αντεθνικές συμπεριφορές του παρόντος...15 Η τιμωρία του δωσιλογισμού όπως και η δημοκρατική αναβάθμιση των πολιτικών θεσμών, αρθρώνονται εξάλλου και στη συμμαχική αντιφασιστική ιδεολογία.

Το καθήκον της εθνικοαπελευθερωτικής ενεργοποίησης συσχετίζεται, ακόμη, με μια αίσθηση κανονικότητας - ομαλότητας του δημοσίου βίου, που διασαλεύτηκε ανεπανόρθωτα με την επικράτηση του ναζισμού στην Ελλάδα. Η τάξη και η συνέχεια, αξιωματικές προϋποθέσεις του πολιτικού και ιδιωτικού βίου, έπρεπε ν' αποκατασταθούν με τη δράση του ένοπλου και του ειρηνικού λαού. Η διοίκηση, η δικαιοσύνη, η δημόσια ασφάλεια, οι συναλλαγές, τα ήθη και οι «συνήθεις πρακτικές» δεν είναι νοητό, κατά τον αντιστασιακό ιδεολογικό λόγο, να εμφανίζουν «κενά». Εξουσιαστικές δομές και σχέσεις δεν μπορεί παρά να υπάρχουν. Κρίνονται όμως αναγκαίες βασικές δημοκρατικές αλλαγές. Αυτός ο προβληματισμός, άλλωστε, από τα τέλη του 1942 και ιδιαίτερα από τον Αύγουστο του 1943 θα ενσαρκωθεί σε κάποιες αρχέγονες θεσμικές μορφές (Αυτοδιοίκηση και Λαϊκή Δικαιοσύνη). Έτσι, την αποκατάσταση του κράτους - που αποδιοργάνωσε η κατοχή και είχε υπονομεύσει ο παλαιοκομματισμός και κυρίως η δικτατορία - η πολιτική αντιστασιακή ιδεολογία «χρεώνει» στο μαχόμενο λαό16. Με τη σύντονη δράση του και τις επιτυχίες του στο ένοπλο κίνημα και τη λειτουργία των θεσμών, ο λαός θα εγγράψει υποθήκη (σύμφωνα με τις εξαγγελίες των οργανώσεων και των συμμάχων) για να σταθεί η ηγεμονική δύναμη και να δώσει τον τόνο στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Οι κοινωνικοοικονομικές διακηρύξεις όλων των οργανώσεων κατέχουν δευτερεύουσα θέση και πολλές φορές εκφέρονται από κοινού με τις σύστοιχες πολιτικές, στη βάση της γενικής επαγγελίας για «λευτεριά και προκοπή». Το κοινωνικοοικονομικό όραμα της Αντίστασης καθορίζεται - και περιορίζεται ασφυκτικά απ' την απελευθερωτική προτεραιότητα και τις μεταδοτικές νομικοπολιτικές αναγκαιότητες17. Ταυτόχρονα υποτάσσεται στον προγραμματισμό της κάλυψης των άμεσων ζητημάτων που ανακύπτουν απ' τους αναπροσδιορισμούς στις σχέσεις παραγωγής και διανομής. Πράγματι, η αντιμετώπιση του υποσιτισμού, της επίταξης των πλουτοπαραγωγικών πόρων, του πληθωρισμού, της στενότητας κλπ. συνιστούσε ήδη μια μορφή άσκησης «από τα κάτω» κοινωνικής πολιτικής. Τελικά, το βάρος του αγώνα για ανεξαρτησία και ανοικοδόμηση καθόριζε την αντιστασιακή ιδεολογία, δίχως ν' απουσιάζουν νύξεις κοινωνικοοικονομικής υφής. Έτσι, η αλληλουχία των διεκδικητικών κινητοποιήσεων, που προσανατόλιζαν οι αντιστασιακές οργανώσεις, διαμόρφωνε ένα σχέδιο πολιτικού προγράμματος εφικτού και ρεαλιστικού στο πλαίσιο των κατοχικών δομών και όρων18. Οι.ευρύτερες διεθνείς ανακατατάξεις και η ανατροπή του δυναστικού εσωτερικού καθεστώτος συνιστούν ήδη, για την κοινωνικοπολιτική αντιστασιακή ιδεολογία, ένα άλμα προς ένα «δικαιότερο μεταπολεμικό κόσμο», οι παράμετροι του οποίου σπάνια σκιαγραφούνται με κάποια ενάργεια.

4. Το συμμαχικό - διεθνικό ιδεώδες

Η αντιστασιακή ιδεολογία περιλαμβάνει και τη δέσμη των αξιών της Συμμαχικής Αλληλεγγύης. Ο παλλαϊκός και συλλογικός χαρακτήρας του αγώνα στο εσωτερικό μέτωπο συσχετίζεται με την πολυεθνική μορφή του αντιστασιακού μπλοκ στον ευρωπαϊκό κι ευρύτερο χώρο. Η διεθνική υφή της Αντίστασης ιδεολογικοποιείται ως καθήκον για πανανθρώπινη, συνειδητή, προσπάθεια εναντίον μιας «αυτοκρατορικής» - ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης που καταδυναστεύει ταυτόχρονα πολλά έθνη και λαούς. Ο συμμαχικός πόλεμος, ως δίκαιος, οδηγεί - ή πρέπει να οδηγήσει - σε συνεργασία λαούς που τον βιώνουν μέσα από διαφορετικά ή και αντίπαλα κοινωνικοπολιτικά συστήματα. Αυτή η διάσταση του αντιστασιακού κινήματος συνθηματοποιείται και προβάλλεται ποικιλότροπα19.

Εξάλλου, η συμμαχική συμπαράταξη επιτελεί και μια ειδική ψυχολογική λειτουργία, αφού η επίκληση της στοχεύει στην τόνωση του αισθήματος ασφάλειας και του αγωνιστικού φρονήματος του λαού που αντιστέκεται. Ο δυναμισμός της πολυεθνικής συμπόρευσης και το εύρος της πολεμικής ισχύος των ανεπτυγμένοι δυτικών συμμάχων θεωρείται πως αποτελούν εγγύηση για την αίσια έκβαση της παγκόσμιας Αντίστασης, αλλά και προστατευτικό κέλυφος για το εγχώριο κίνημα. Υποτίθεται ότι πάντοτε υπάρχει δυνατότητα προσφυγής στους ισχυρούς Συμμάχους, όταν επείγει πολιτικοστρατιωτική συμπαράσταση20. Ακόμη, η σύμπραξη ελληνικών και συμμαχικών δυνάμεων στις ελλαδικές επιχειρήσεις ενσαρκώνει και επιβεβαιώνει την υπερκείμενη αρχή της διεθνικής αλληλεγγύης ως ιδεολογικό και στρατιωτικοπολιτικό μέγεθος.

Οι αυτοεξόριστοι πολιτικοί (βασικά του κύκλου της Κυβέρνησης Καΐρου), μαζί με τις πολιτικά σύστοιχες εφημερίδες στην Ελλάδα, εκπέμπουν ένα τροποποιημένο διεθνικό μήνυμα. Εξυμνούν, επίσης, την πολυεθνική αντιχιτλερική συμπαράταξη και διακηρύσσουν ότι ενστερνίζονται τις δημοκρατικές αρχές της συμμαχικής ιδεολογίας, τις αποκρυσταλλωμένες στο χάρτη του Ατλαντικού και τη συμφωνία της Τεχεράνης. Όμως στις επιλογές τους βαραίνει η προπολεμική διεθνής θέση τη χώρας και οι πάγιοι προσανατολισμοί της εξωτερικής της πολιτικής. Μαζί με τις επιβαρύνσεις του παρελθόντος, η τωρινή ιδεολογικοπολιτική τους στάση επικαθορίζεται απ' την προνομιακή σύνδεση των ελληνικών διπλωματικών κύκλων του εξωτερικού με τη Μ. Βρετανία και τη στρατηγική της. Τ' αποτελέσματα αυτών των σχέσεων και προσδιορισμών, στο ιδεολογικό επίπεδο, συνοψίζονται στην αντίληψη που θέλει την Αγγλία μεσσία λυτρωτή για όποιον αποσπάσει την ευμένειά της. Η πανίσχυρη και δημοκρατική θαλασσοκράτειρα υποτίθεται ότι εγγυάται για μια Ελλάδα διευρυμένη εδαφικά και αναπτυγμένη κοινωνικοπολιτικά, εφόσον το Αντιστασιακό της κίνημα συμβάλλει στη συμμαχική νίκη και ενισχύει τις τακτικές και μακρόπνοες επιλογές του Λονδίνου και του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής21. Η ωφελιμιστική χροιά αυτού του συλλογισμού κάποτε συνυπάρχει με δουλοπρεπείς διατυπώσεις και λογικές. Πάντως αυτό το ιδεολογικό ρεύμα δεν παύει να είναι εθνοκεντρικό - ελληνοκεντρικό. Επιμένει όμως να προτάσσει τη διεθνική - συμμαχική υπόθεση, υπονοώντας πως η ιεράρχηση αυτή διασφαλίζει πληρέστερα το εθνικό συμφέρον22.

Γενικότερα το ιδεώδες του συμμαχικού αγώνα κατέχει θέση κεντρική, στο πλαίσιο της «επίσημης» αντιστασιακής ιδεολογίας. Ούτε η σημασία της διεθνικής αλληλεγγύης, ούτε οι καλές προθέσεις των συμμάχων (δυτικών και ανατολικών) τίθενται, κατά κανόνα, σε αμφισβήτηση. Και οι δυνάμεις του ΕΑΜ ΕΛΑΣ αρθρώνουν έναν ενθουσιώδη φιλοσυμμαχικό λόγο, επικαλούνται τη συμμαχική αλληλεγγύη και ιδεολογία και επενδύουν με τις αρχές της τον ιδεολογικοπολιτικό - ενημερωτικό τους λόγο. Κι αυτό μολονότι, αν συνυπολογίζονταν οι μεταγενέστερες εξελίξεις, θα διαπιστώνονταν αντιφάσεις και μεταστροφές, τουλάχιστον από τα τέλη του 194423. Τόσο η μετάπτωση αυτή όσο και ο μονοδιάστατα φιλοσυμμαχικός χαρακτήρας της ιδεολογίας των κυβερνήσεων εξωτερικού μόνο στο φως των γεγονότων πριν και μετά την απελευθέρωση θα ερμηνεύονταν με σχετική ασφάλεια...

5. Αξίες και κανόνες της συλλογικής δράσης

Στις νέες μορφές οργάνωσης και δράσης, κατά την περίοδο 194144, αντιστοιχεί ένας ιδιαίτερος ηθικοϊδεολογικός κώδικας. Στο επίπεδο της παραγωγής και των τοπικών λειτουργιών πολιτικοδιοικητικής υφής, αναπτύσσονται, βασικά, οι αξίες της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης και του κοινωνικού ελέγχου. Όμως τις αρχές αυτές συνοψίζει και σηματοδοτεί, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, η κοινοτική ιδέα. Η αντίληψη δηλαδή που θέλει το πληθυσμιακό σύνολο ενός χωριού ή μιας κωμόπολης διακριτή κοινωνική ενότητα, ένα «όλον» αυτόνομο τόσο από άλλες κοινωνικές ομαδώσεις όσο, φυσικά, και απ' το εξουσιαστικό και επικοινωνιακό δίκτυο που είχε εγκαταστήσει ο κατακτητής24. Στο επίπεδο της ένοπλης - ανταρτικής συσσωμάτωσης (σώματα ή συγκροτήματα, αργότερα μονάδες των πολιτικοστρατιωτικών οργανώσεων) η αντίστοιχη ιδεολογική σήμανση προβάλλει το ηρωικό μαχητικό πρότυπο ανθρώπου, τη συλλογικότητα και αυτοθυσία, τη λιτότητα και τη συνειδητή πειθαρχία. Εδώ ενδιαφέρει ειδικότερα η κοινοτική ιδεολογία. Η αντιστασιακή κοινοτική ιδεολογία περιέχει κριτικές αναφορές στην προκατοχική αυτοδιοίκηση και στον ειδικό τρόπο της άρθρωσης αυτού του θεσμού στην τοπική πολιτική κοινωνία. Απορρίπτει, βασικά, την αρνητική παράδοση των πελατειακών σχέσεων, του παραγοντισμού και της υποβάθμισης του θεσμού. Στο «βλαχοδημαρχικό» πρότυπο αντιπροτείνεται η αρχή της αφιλοκερδούς ενεργετικότητας: «ντόμπροι, νέοι, ανιδιοτελείς, άλλα μυαλά...» πρέπει ν' αναλάβουν τα «κοινά»25. Κριτήριο και όριο δεν είναι εδώ, καταρχήν, το ιδεολογικοπολιτικό στίγμα, η ρητή τοποθέτηση στο χώρο κάποιας αντιστασιακής ή κομματικής οργάνωσης. Πολιτική επιλογή συνιστά ήδη η στράτευση στο απελευθερωτικό κίνημα, η απόφαση για ολόπλευρη συμμετοχή στο έργο της κάλυψης κοινωνικοοικονομικών αναγκών που θεωρούνται καθολικές και διαταξικές. Πολιτικό τόνο προσδίδει και η αντιπαλότητα προς το μεταξικό «προηγούμενο» του θεσμού όπως και η γενική στόχευση, μέσα απ' την αντιστασιακή συλλογικότητα, σ' έναν «καλύτερο κόσμο». Εξάλλου, ο κατοχικός κοινοτισμός προσανατολίζει και προκαλεί τους πατριώτες - πολίτες για άμεση συμμετοχή σε κάποιες πολιτικοδιοικητικές διαδικασίες, για πρωτοβουλία και αυτενέργεια που θα τείνει, σ' έναν βαθμό, να υπερβεί τις ανεπάρκειες του προπολεμικού αντιπροσωπευτικού συστήματος26.

Οι κοινότητες στην ελεύθερη ορεινή Ελλάδα και οι αντίστοιχες οργανωτικές μορφές στις κατεχόμενες πόλεις (λαϊκές επιτροπές κλπ.) υπηρετούν, βέβαια, κάποιο ιδεολογικοπολιτικό «πρόταγμα», όμως καλύπτουν ταυτόχρονα μια σειρά αναγκαιότητες στη σφαίρα της παραγωγής, της διανομής και της κοινωνικής πρόνοιας. Η ιδεολογικοποίηση της κοινοτικής πραγματικότητας βασίζεται και στα άμεσα κοινωνικοοικονομικά ενδιαφέροντα των λαϊκών στρωμάτων: η αλληλεγγύη είναι απαραίτητη όχι μόνον για να πληρωθεί μια νεωτεριστική πολιτική σύλληψη, αλλά και για ν' αντιμετωπιστούν βασικά βιοτικά προβλήματα: η μάχη της σοδειάς στην αγροτική ύπαιθρο και οι αγώνες για τον επισιτισμό στην Αθήνα και αλλού, συλλαμβάνονται ιδεολογικά ως στιγμές μιας εξελικτικής πορείας προς συνθετότερες συλλογικές μορφές και δραστηριότητες, βασισμένες στην υποχώρηση της ατομικότητας απέναντι στο κοινό όφελος και τις εθνικοαπελευθερωτικές αξίες27.

Ειδικότερα για τον ΕΔΕΣ «η κοινότητα, αυτός ο ιστορικός θεσμός, λαϊκός ως τις ρίζες του και ζωντανή έκφραση της δημοκρατικής ιστορίας και παράδοσης του ελληνικού λαού, θα αναζήσει. Αυτή θα αποτελέσει όχι μονάχα την πρώτη βαθμίδα της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και το βασικό πολιτικό κύτταρο, τη βασική πολιτική μονάδα της Πολιτείας...» Κρίνεται αναγκαία η «έντονη συμμετοχή όλων των πολιτών στην τοπική προσπάθεια εφαρμογής του γενικού προγράμματος της πολιτείας, με τοπικά περιφερειακά συμβούλια, που θα λύνουν επί τόπου τα τοπικά ζητήματα και θα ελέγχουν τη διοίκηση...», ενώ ακόμη θα επιτηρούν «και τους περιφερειακούς δημοσίους υπαλλήλους, που δεν θα τους διορίζει πια η συναλλαγή του κέντρου...»28 Στον ιδεολογικό τους λόγο, λοιπόν, οι αντιστασιακές οργανώσεις προτείνουν εκδημοκρατισμό, εξυγίανση και «ηθικοποίηση» της διοίκησης και της αυτοδιοίκησης, την οποία αναβαθμίζουν μέσα στο πολιτειακό τους ιδεώδες.

Οι συνεργατικές μορφές (συνεταιρισμοί παραγωγών ή καταναλωτών κ.ά.) στη βάση της κοινότητας των προβλημάτων, ιεραρχούνται σε περίοπτη θέση μέσα στις αντιστασιακές διακηρύξεις. Η εθνικοενωτική προτεραιότητα αποτελεί κι εδώ τον ιδεολογικοπολιτικό οδηγό2 '. Συλλογικά όργανα, που λειτουργούν δημοκρατικά, αποτελούν τη νομιμοποιητική προϋπόθεση της συνειδητής και πολύμορφης ένταξης κάθε Έλληνα στον κοινό αγώνα. Όταν οι στόχοι ενός εγχειρήματος, σε τοπική κλίμακα, είναι κατανοητοί, πανθομολογούμενοι και λειτουργικοί για την προαγωγή της κοινότητας, καθένας πρέπει να συνεισφέρει εθελοντικά σε χρήμα, προσωπική εργασία και δημιουργική πρωτοβουλία30. Οι συνεταιρισμοί και τα κλαδικά επαγγελματικά συνέδρια προβάλλονται ως οι καταλληλότερες θεσμικές μήτρες, στο βαθμό που στην οικονομική αναγκαιότητα πρέπει να διασκεδάζουν, διαποτίζουν και (τελικά να) υπερβαίνουν οι αρχές της ελεύθερης, συλλογικής και δημοκρατικής οργάνωσης και δράσης. Έτσι το επαγγελματικό σχήμα ανάγεται σε παιδευτήριο δημοκρατίας31.

Αλλά και η ατομική ηθική οδηγείται σε κατάλληλες αναπροσαρμογές, στα πλαίσια της κοινωνικής «εγρήγορσης. Η συνθεώρηση ατομικού και συνολικού κρίνεται πάντοτε επιβεβλημένη. Σε μια περίοδο εθνικής δοκιμασίας τονίζεται διαρκώς ότι είναι αναγκαία η αυτοσυγκράτηση σε θέματα ατομικής απολαβής και ωφέλειας και κατακριτέα κάθε επανάπαυση, χαλάρωση ή ακηδία32. «Η οργανωμένη δραστηριότητα, η λειτουργία της Γενικής Συνέλευσης, η άσκηση της Λαϊκής Εξουσίας αλλάξανε, μεταμορφώσανε σε μεγάλο βαθμό το χωρικό, τον καταστήσανε λαϊκό αγωνιστή...», που τον διέκρινε «η πρωτοβουλία, η αυτενέργεια, η εμμονή, η σοφία και η ευστροφία, η εφευρετικότητα...»33 Ο γνωστικός ορίζοντας του καλλιεργητή, του κτηνοτρόφου και, γενικότερα, του άμεσου παραγωγού της ελληνικής περιφέρειας αρχίζει να διευρύνεται. Γι αυτό μεριμνούν αρκετές αντιστασιακές οργανώσεις και ιδιαίτερα εκείνες των νέων και των καλλιτεχνών, οι οποίες διακηρύσσοντας την αναγκαιότητα της παιδείας και της πολιτιστικής καλλιέργειας - συμβάλλουν και πρακτικά στην αναδιοργάνωση επιμορφωτικών εκδηλώσεων, τη λειτουργία θεατρικοί ομίλων κλπ.34.

Η αντιστασιακή ιδεολογία προτείνει, ακόμη, τη χειραφέτηση της γυναίκας ως χαρακτηριστικό του αντιστασιακού κινήματος, αλλά και ως κοινωνική και πολιτική προσδοκία. Καταρχήν, το καθήκον της απελευθερωτικής στράτευσης βαρύνει τους Έλληνες συνολικά, δίχως να επιμερίζεται ή τροποποιείται με βάση το φύλο. Άνδρες και γυναίκες καλούνται ν' αφοσιωθούν στο κίνημα. Οι όποιες βιολογικές και άλλες ιδιαιτερότητες δεν προσδιορίζουν, σε επίπεδο ιδεολογικό τουλάχιστο, ειδικούς και κατανεμημένους ρόλους και, πάντως, δεν δικαιολογούν αποκλεισμούς απ' τις ηγετικές θέσεις των οργανώσεων και τα λειτουργήματα που προβλέπουν οι θεσμοί. Γενικότερα, η νομικοπολιτική ισότητα των φύλων θεωρείται δεδομένη, αποτελεί κανόνα και αξία της αντιστασιακής τάξης πραγμάτων. Πρόβλημα, φυσικά, αποτελεί η τήρηση της στην πράξη, καθώς και το εύρος που της προσδίδεται. Πράγματι, η ισότητα των φύλων αναφέρεται κυρίως στο επίπεδο των θεσμών, της κατανομής των υποχρεώσεων και της ανάληψης των ηγετικών ρόλων. Η γυναίκα είναι αναγκαίο να διεκπεραιώνει «από τις πιο επικίνδυνες αποστολές...», να σφυρηλατεί την αυτοπεποίθηση της και ν' αξιώνει την προσωπική και πολιτική αυτονομία της απέναντι στον άνδρα35. Τελικά μέσα στις νέες μορφές οργάνωσης της πολιτικής κοινωνίας τείνει να κατοχυρωθεί, υπερβαίνοντας τις δεσμεύσεις του παρελθόντος, μια ουσιαστική παρουσία και συμμετοχή της γυναίκας, χωρίς πάντως η αντιστασιακή ιδεολογία και πρακτική να εξασφαλίζει την οριστική υπέρβαση της παραδοσιακής θεώρησης των ρόλων των δύο φύλων...

Πρέπει να υπογραμμιστεί και η εμμονή των εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων και στρατιωτικών σωμάτων στην επαγγελία για αυτόνομη και ανεπηρέαστη λειτουργία των αιρετών οργάνων της αυτοδιοίκησης και της δικαιοσύνης. Στην υπόσχεση, δηλαδή, για σχετική αποστασιοποίηση των ηγετικών κέντρων της οργανωμένης Αντίστασης απ' τις περιφερειακές πολιτικοδιοικητικές λειτουργίες, για τη θεσμοθέτηση των οποίων ο Ε AM, ο ΕΛΑΣ και οι άλλες οργανώσεις είχαν άμεσα ενδιαφερθεί. Δεν παραλείπουν να τονίζουν, κάποτε, πως οι αναγκαιότητες της περιόδου και όχι λόγοι αυστηρά πολιτικοί υπαγορεύουν τη σύσταση των λαϊκών επιτροπών και οργάνων36. Βέβαια αυτονομία δεν σημαίνει ούτε εξατομικευμένη, «αυθόρμητη», «συντάκτη πρωτοβουλία και δράση, ούτε αποσύνδεση από θεσμικά σχήματα λειτουργικά για την προαγωγή των γενικών στόχων του κινήματος. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι «...τίποτα το "αυθόρμητο" και "στοιχειακό" δεν υπάρχει σ' αυτή την επώδυνη πορεία η οποία, αντίθετα, υπήρξε μια τροχοπεδημένη υπόθεση που έστριβε έτσι ή αλλιώς ανάλογα με τις κάθε φορά ανάγκες των χωριών και του κινήματος Εθνικής Αντιστάσεως...»37. Αυτό όμως καθόλου δεν αποκλείει την ιδεολογική προβολή μιας θεσμικής - δικαιοκρατικής αντίληψης για κάποιες λειτουργίες με τις οποίες επιδιώκεται η λύση ζωτικών προβλημάτων και η επίλυση ενδοκοινοτικών αντιθέσεων. Ειδικότερα το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ βεβαιώνει, σε περίοδο εμπέδωσης των νέων θεσμών, ότι «σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει επέμβαση στις πράξεις της Αυτοδιοίκησης και στα έργα της Λαϊκής Δικαιοσύνης από καμιά πολιτική ή στρατιωτική οργάνωση...»38 Αντίστοιχη είναι η θέση του Κοινού Γενικού Στρατηγείου, στο οποίο μετείχε ο ΕΛΑΣ, ο ΕΔΕΣ και η ΕΚΚΑ39. Επαναλαμβάνεται και υιοθετείται, λοιπόν, μια συνταγματική (και, ευρύτερα, νομικοπολιτική) αρχή της προπολεμικής δικαιοταξίας. Είναι σχετικά διαφορετικό - αλλά οπωσδήποτε κρίσιμο - ζήτημα η ανάγκη «να διευκρινιστεί σε ποιο βαθμό η λειτουργία των θεσμών εξαρτήθηκε και επηρεάστηκε τόσο από τις ιδεολογικές κατευθύνσεις της κάθε αντιστασιακής οργάνωσης, όσο και από τις κατά καιρούς σχέσεις των οργανώσεων αυτών με τις εξόριστες Ελληνικές Κυβερνήσεις και τις συμμαχικές δυνάμεις»40.

Στο πεδίο αυτό η αντιπαράθεση των ίδιων των αντιστασιακών οργανώσεων, των εφημερίδων της εποχής και των πολιτικών προσώπων είναι οξύτατη. Ως επίδικο αντικείμενο, όμως, δεν τίθεται εδώ μόνο η εγγύηση της λειτουργικής ανεξαρτησίας των θεσμοποιημένων οργάνων αλλά, σε τελική ανάλυση, η ίδια η πολιτική εξουσία

. . „.W*.**... *,.l. „.... - - -. ...,,. ..,..,,.,, „,~.,„.„Γ.. ·......... __....·....__. .:......,. ....

Οι απλοί άνθρωποι της κλειστής αγροτικής μικροκοινωνίας είναι αναγκαίο να πειστούν ότι η είσοδος τους στα «κοινά» είναι εφικτή και λειτουργική για τον αγώνα, ενώ δεν πρόκειται να προκαλέσει αντιπαλότητες και προσωπικά προβλήματα ούτε πιέσεις ή κυρώσεις από κάποιους εξουσιαστικούς φορείς. Γι αυτό η τελική τους απόφαση, μέσα από επιφυλάξεις και αντιφάσεις, ενεργοποιεί όλες τους τις ευαισθησίες και ικανότητες ώστε να διασφαλιστεί η ευσυνείδητη και αν είναι δυνατό, «αλάθητη» διακονία των τοπικών λειτουργημάτων42. Με τη συσσώρευση της εμπειρίας και τις πολυεπίπεδες επιτυχίες της Αντίστασης, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, «δημιούργησε μια άλλη ποιοτική λειτουργία της ανθρώπινης συμπεριφοράς, μια συμπεριφορά που περιέχει ασαφή σπέρματα ενός ποιοτικού διαφορισμού ανάμεσα στο ατομικό και το γενικό συμφέρον, μια συμπεριφορά που ακόμα δεν έλυσε, μα τουλάχιστο λασκάρισε το δεμένο με προλήψεις χρόνων και χρόνων ανθρώπινο πνεύμα στο να δεχτεί μελλοντικά και να παρακάμψει το "εγώ" και να βαδίσει προς το "εμείς"...»43. Αυτή η αίσθηση της υπέρβασης του παρελθόντος, σε επίπεδο τόσο θεσμών όσο και αξιών, διατρέχει κάποιες φορές τη συμπεριφορά και τον ιδεολογικό λόγο των ανθρώπων της Αντίστασης44.

Ειδικότερα για τις ανταρτικές μικροκοινωνίες ο αξιολογικός κώδικας τροποποιείται σχετικά, με επίταση της σημασίας ορισμένων αρχών όπως η συλλογικότητα, η πειθαρχία και η αυτοθυσία. Η κλασική στρατιωτική ηθική γίνεται αποδεκτή σ' ορισμένα της στοιχεία, αμφισβητούνται όμως κάποτε τα «σκληροπυρηνικά» της χαρακτηριστικά: «Το στρατοκρατικό ύφος, ο αυταρχισμός και η έλλειψη ανθρώπινου σεβασμού, είναι αισχρά γνωρίσματα και για μερικούς λαογδήτες πλεονεκτήματα του φασιστικού στρατού. Για τον αντάρτη του Λαϊκού Στρατού οι κακόηχες αυτές λέξεις πρέπει να γίνουν άγνωστες...», αναφέρει ΕΑΜική πηγή45. Η ευθυμία των πολεμιστών απαγορεύει και την υπόνοια, έστω, της ιδιοτέλειας ή, πολύ περισσότερο, της εξαγοράς. Η οργανωμένη ένοπλη δράση και η συμμετοχή στο ευρύτερο πολιτικοδιοικητικό έργο της Αντίστασης είναι ανεπίτρεπτο να έχουν κίνητρα διαφορετικά απ' την πίστη στην ελευθερία και την πρόοδο46.

Τα πρότυπα κοινωνικής ηθικής που προβάλλει η αντιστασιακή ιδεολογία δίχως να εκφράζουν μετασχηματισμούς και προσανατολισμούς «δομικής» φύσης, αντανακλούν τις ιδιαιτερότητες της περιόδου 19411944. Η συλλογικότητα είναι λειτουργική και αναγκαία για τη λύση ζωτικών προβλημάτων, ταυτόχρονα όμως σηματοδοτεί μια κρίσιμη πολιτική εξέλιξη: την ενεργοποίηση ευρύτατων κοινωνικών δυνάμεων, που διαπαιδαγωγούνται στις ποικίλες αντιστασιακές πρακτικές, οξύνουν το ιδεολογικοπολιτικό τους κριτήριο και, ταυτόχρονα, συμμετέχουν ενεργά στην προώθηση και λειτουργία των αντιστασιακών θεσμών. Στο βαθμό που οι αποφάσεις και οι κινήσεις δεν καθορίζονται πλέον μόνο σε στεγανοποιημένα κέντρα εξουσίας, το οργανωμένο αντιστασιακό κίνημα, μέσα απ' τη συλλογικότητα, τη συνειδητή στράτευση και την επεξεργασία κοινωνικών και πολιτικών θέσεων και λύσεων, τείνει ν' αποκτήσει μια αξιοσημείωτη δυναμική, στα πλαίσια - πάντοτε - των αντικειμενικών όρων (συσχετισμός αντιστασιακών κατοχικών δυνάμεων) και των «υποκειμενικών» προϋποθέσεων: πολιτική και οργανωτική λογική του ΕΑΜ (και ιδίως του ΚΚΕ), νοοτροπία των ηγετών του ανταρτικού κινήματος κλπ.

6. Αντιλήψεις για το ίσο, το ορθό και το δίκαιο

Οι λαϊκές αντιλήψεις για το «ίσο», το «ορθό» και το «δίκαιο» κατά την αντιστασιακή περίοδο δεν απορρέουν από κάποια μεταφυσικά κριτήρια υπερθετικής και προκρατικής φύσης. Βέβαια η κοινωνική ηθική διατηρεί, και στη φάση αυτή, τη σχετική της αυτοτέλεια απ' το θετό δίκαιο, τους κανόνες με κρατική προέλευση που ρυθμίζουν καταναγκαστικά τις κοινωνικές σχέσεις47. Όμως η κοινωνική δεοντολογία, που ούτε ομοιόμορφη ούτε αδιάπτωτη είναι, δομείται πάνω σε μήτρες και «μνήμες» γραπτού δικαίου που είχε ισχύσει και δικαιοτελεστικών λειτουργιών που είχαν αναπτυχθεί κατά την προκατοχική περίοδο. Πάντως, με δεδομένο ότι η «επίσημη» δικαιοπαραγωγή και δικαιοσύνη κατά τη φάση 1941-1944 ατονεί στον καθαυτό ελλαδικό χώρο, η λαϊκή αίσθηση για το δίκαιο προσδιορίζεται ταυτόχρονα και σωρευτικά απ' το παραδοσιακό ιδεότυπο «νόμος-δίκη», από αντανακλάσεις προγενεστέρου δικαίου, έθιμα και συνήθειες, από κλασικές ηθικο-ιδεολογικές αρχές και από νεότερα πρότυπα, παράγωγα της αντιστασιακής δυναμικής. Στο βαθμό που τα νεοπαγή πολιτικά όργανα θεσπίζουν κανόνες κλασικού νομικού τύπου, ως άξονας της λαϊκής δικαιϊκής συνείδησης αποκαθίσταται το δίκαιο ως κρατικός (θεσμοποιημένος) καταναγκασμός. Πάντως τα νέα ιδεολογικοπολιτικά δεδομένα επενεργούν άμεσα στην υφή και το περιεχόμενο αυτών των (νομικών) ρυθμίσεων. Η αντιστασιακή νομοθεσία κωδικοποιεί και σταθεροποιεί τις νέες αξίες. Άλλοτε πάλι, τις ομογενοποιεί με βάση συγκεκριμένες πολιτικές ορίζουσες είτε και μεθοδεύει τον αναπροσδιορισμό τους. Έτσι, το «περί δικαίου αίσθημα» των κοινωνικών φορέων της Αντίστασης καθορίζεται απ' τους άξονες της κοινωνικής ηθικής της εποχής και από την ιδεολογία την οποία κωδικοποιούν οι οργανώσεις. Ακόμη - κατά περιοχή - από τις πάγιες επαγγελματικές και άλλες συνήθειες.

Η λαϊκή δικαιοσύνη βασίζεται στις ευρύτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης, στις (ιδιωτικές) συμφωνίες, στα τοπικά έθιμα και συναλλακτικά ήθη, καθώς και στην προγενέστερη νομική και δικαστική εμπειρία48. Σ' ότι αφορά τα κριτήρια και το γενικό πρίσμα του δικανικού συλλογισμού, «οι δικαστές δικάζουν σύμφωνα με τη συνείδηση τους και για να εκδώσουν την απόφαση τους στηρίζονται μόνο στα περιστατικά που βγήκαν απ' τη διαδικασία, έχοντας πάντοτε υπόψη τους ό,τι όλος ο κόσμος νομίζει ίσο, δίκαιο και ορθό»49. Στο βαθμό που ο αντιστασιακός νομοθέτης αναγορεύει ρητά τις δικαιϊκές αντιλήψεις των ενεργών κοινωνικών δυνάμεων της περιόδου σε κριτήριο και οδηγό της απονομής δικαίου, η αντιστασιακή ιδεολογία, σ' όλες τις εκφάνσεις της, θεσμοποιείται και εισδύει στην αντιστασιακή λαϊκή νομοθεσία και δικαιοσύνη. Η ανεύρεση, σημασιολόγηση και εφαρμογή - στη θέση της προκατοχικής δικαιοταξίας - των τοπικών εθίμων και συνηθειών, όσο και η χρήση των λοιπών «πηγών» του δικαίου, πρέπει να καθοδηγούνται απ' τις αρχές του αντιστασιακού ριζοσπαστισμού. Γι αυτό αποκτά σημασία κεντρική η οριοθέτηση των «περί δικαίου» παραστάσεων της ηγεσίας (και της λαϊκής βάσης) του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος.

Το «λαοκρατικό πνεύμα» και η «λαϊκή ψυχή», ως όροι ιδεολογικοί, είναι βέβαια δύσκολο να συγκεκριμενοποιηθούν, ενώ και η «απόλυτη ελευθερία στη συνείδηση» του δικαστή ενδέχεται να υπονομεύει την «ασφάλεια» και «συνέχεια» του δικαίου, με το διαφοροποιημένο - έστω - στη φάση αυτή νόημα των εννοιών αυτών50. Έτσι, η αντιστασιακή δικαιϊκή ιδεολογική προτείνει δεσμεύσεις και εγγυήσεις δικαιοκρατικού τύπου, οι οποίες ολοκληρώνονται και «νομικοποιούνται» σε επίπεδο κωδικοποιήσεων51. Η ιδέα της επιείκειας αποβαίνει, εξελικτικά έστω, κεντρική. Προβάλλεται και υπολογίζεται «το ήρεμο περί δικαίου αίσθημα του Ελληνικού Λαού, που σαν Λαός με μεσημβρινή ιδιοσυγκρασία, εύκολα παρασύρεται σ' ακρότητες, αλλά και εύκολα συγκινείται από το αίμα και τις τραγικότητες...»52 Εξάλλου, σ' ότι αφορά την επιμέτρηση των ποινών, ο ιδιότυπος ουμανισμός της Αντίστασης αποφαίνεται ότι «η παλιά αριθμητική πάνω στις ψυχολογικές αντιδράσεις του κάθε ανθρώπου δεν έχει καμιά χρησιμότητα για την απονομή της δικαιοσύνης.. .» Προπολεμικά ο δικαστής έπρεπε «να καταφεύγει σε ακροβασίες νομικές εκεί που φως φανάρι έπρεπε να τιμωρήσει επιεικέστερα από το "τουλάχιστον" του νόμου...»53 Η αμέλεια, η πλάνη, ο φόβος, η άγνοια και η κακή ψυχολογική κατάσταση πρέπει, σ' ένα ανθρωποκεντρικό και δημοκρατικό σύστημα απονομής δικαίου, να βαραίνουν στην τελική κρίση. Μόνον οι πράξεις προδοσίας σε βάρος του εθνικού αγώνα δεν επιδέχονται, κατά την αντιστασιακή ιδεολογία - αλλά και νομοθεσία - επιείκεια, αναγνώριση ελαφρυντικών ή μεταγενέστερη ευμενή μεταχείριση54.

Ουσιαστικά «δίκαιο» δεν θεωρείται το «νόμιμο», αφού η προϊσχύουσα δικαιοταξία καταρχήν δεν δεσμεύει, ενώ η νέα νομικοπολιτική πραγματικότητα δεν θεσπίζει παρά μόνο στοιχειώδεις και κατευθυντήριους κανόνες δικονομικής κυρίως υφής. «Νόμιμο» και άρα εφαρμοστέο είναι το πιθανολογούμενο απ' τους λαϊκούς δικαστές «κοινό αίσθημα», στη βάση του κοινωνικού ελέγχου και των πασίδηλων, στη μικροκλίμακα του χωριού, εθίμων και συνηθειών. Σ' ένα βαθμό, η ιδεολογία της Αντίστασης προβάλλει ως κεντρική τη θέση ότι «το κοινόν συνιστά κριτήριον και κριτήριον υπέρτατον όλων ομού των κριτηρίων...»55 Εξάλλου ο δικαστής είναι ομοχώριος, γνώστης προσώπων και πραγμάτων. Πολλές απ' τις διαφορές που τελικά υποβάλλονται στην κρίση του (και οι πραγματικοί τους όροι) είναι στοιχεία «γνωστά στο δικαστήριο». Αυτή η άμεση εποπτεία προβάλλεται ως μια μορφή εγγύησης. Η εμπειρία, η ευθυκρισία, η θυμόσοφη διάθεση και η συνείδηση της άσκησης εποπτευόμενου απ' το «κοινό» λειτουργήματος ήσαν οι βασικές προδιαγραφές του κατάλληλου λαϊκού δικαστή56.

Η νεοπαγής δικαιοσύνη έχει ως στόχο τον έλεγχο και την τυποποιημένη άρση των ενδοκοινωνικών αντιθέσεων. Οι αυθόρμητες εκδηλώσεις ενός πνεύματος «λαοδικίας» και μιας εκδικητικής διάθεσης απέναντι στους αμέτοχους ή αντιπάλους της Αντίστασης τώρα πλέον χαλιναγωγούνται57. Εφόσον υπάρχει Λαϊκή Δικαιοσύνη, η αυτοδικία περιττεύει και, μάλιστα, υπονομεύει τη συνοχή της αντιστασιακής αναδημιουργίας. Πάντως η αντιστασιακή «περί δικαίου» ιδεολογία «κατανοεί» τις συνοπτικές και βίαιες διαδικασίες τιμώρησης της προδοσίας κατά την πρώιμη ανταρτική περίοδο. «Με τις πρώτες καταδίκες και τις εκτελέσεις τους από αντάρτες ικανοποιείται το αίσθημα εθνικής εκδικήσεως και συγκρατούνται από παρεκτροπές άτομα με ελαστική συνείδηση, γιατί βλέπουν ότι το έθνος απόκτησε πλέον όργανο τιμωρίας, ενώ οι καταφερτζήδες και οι γλοιώδεις τύποι, που ποτέ δεν λείπουν από την κοινωνία, καταλαβαίνουν ότι τελείωσαν τα ψέματα στο θέμα της εθνικής συμπεριφοράς...»58 Με τον δικαιοκρατικό εξορθολογισμό του θεσμού τροποποιείται σχετικά και η κοινωνικοπολιτική του λειτουργικότητα: Τα δικαστήρια «επιβάλουν τιμωρία λογική, ανάλογη πάντοτε με τη βαρύτητα του αδικήματος. Σκοπός της ποινής δεν είναι η εκδίκηση αλλά η βελτίωση του υπαιτίου»59. Τα κομβικά σημεία της αντιστασιακής δεοντολογίας καθορίζουν - όσο κι αν απουσιάζει η πλήρης ομοιογένεια και η μηχανική επαναληπτικότητα στην κλίμακα του χωροχρόνου - τόσο την ιεραρχία της βαρύτητας των αδικημάτων όσο και το ανθρώπινο αρχέτυπο προς το οποίο πρέπει να ωθούνται οι τιμωρούμενοι.

Εκδηλώνεται και κάποια τάση για «απομυθοποίηση» τόσο του «επίσημου» - κρατικού χαρακτήρα της δικαστικής λειτουργίας, όσο και του τελετουργικού που παραδοσιακά τη συνοδεύει. Το λαϊκό δικαστήριο είναι, όμως, κοινοτικό όργανο, ταγμένο στη διασφάλιση συλλογικών και ατομικών δικαιωμάτων. Υπόκειται σε έλεγχο, ακόμη και σε ανάκληση. Η χρήση της δημοτικής γλώσσας στη διαδικασία, τις αποφάσεις και τα πρακτικά του είναι μια απ' τις λογικές συνέπειες αυτού του χαρακτήρα του. Εξάλλου η ΠΕΕΑ που, το 1944, θεσμοποιεί τη λαϊκή δικαιοσύνη, φρονεί ότι «μαζί με τη γλώσσα Οα εκλαϊκευτεί και το σύνολο - δηλαδή θ' απλοποιηθεί γενικότερα το τυπικό, ενώ θ' αξιωθεί περισσότερη προσοχή στο ουσιαστικό μέρος των αποφάσεων (αιτιολογικό μέρος των ποινικών αποφάσεων κλπ.)...»60. Η «κοινή γνώμη», η λαϊκή συνέλευση είτε το άτυπο ακροατήριο πρέπει να πείθονται για την ουσιαστική ορθότητα των αποφάσεων. Το ίδιο ισχύει (ή τουλάχιστο προσδοκάται) και για την τοποθέτηση του ίδιου του κατηγορούμενου που καταδικάζεται, ο οποίος πρέπει να εσωτερικεύσει τις αξίες και τις οριοθετήσεις της αντιστασιακής δικαιοταξίας. Τελικά η λαϊκή δικαιοσύνη εμφανίζεται να υπηρετεί το κίνημα της ελευθερίας και της δημοκρατίας και όχι την «ιδέα του δικαίου» ή κάποιες εξιδανικευμένες επιλογές της πολιτικής εξουσίας.

Η δικαιϊκή ιδεολογία της περιόδου δεν παραπέμπει, βέβαια, καταρχήν στο προϊσχύον δίκαιο, ούτε διεκδικεί «συνέχεια» και συνέπεια στη φιλοσοφία και τις αρχές του. Όταν όμως τοποθετεί στη θέση του ουσιαστικού δικαίου την κοινωνική ηθική, σιωπηρά αποδέχεται τη νομοθετική λογική της νομικοποίησης των «χρηστών» και των «συναλλακτικών ηθών». Η έκταση και η σημασία της χρήσης τους όμως είναι εδώ ευρύτερη απ' αυτή που αναγνωρίζει στον τακτικό δικαστή ο Αστικός Κώδικας61. Αυτή η αποδέσμευση του λαϊκού κριτή από κανόνες, ορισμούς και αρχές προβάλλεται ως εξέλιξη θετική. Μάλιστα η ελευθερία του αυτή, ορισμένες φορές, ενδέχεται να καλύπτει επιλογές και σταθμίσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια της δικαστικής διαφοράς δύο ή περισσότερων προσώπων γύρω από κάποια μονάδα οικονομικού αγαθού. Αυτό. συμβαίνει όταν οι κρινόμενες υποθέσεις πυροδοτούν ερωτήματα σχετικά με τις παραγωγικές σχέσεις, το χαρακτήρα της αντιστασιακής εξουσίας ή τον προσανατολισμό του αγώνα, οπότε ρόλο (πολιτικού) επιδιαιτητή διαδραματίζουν, στην ουσία, οι αντιστασιακές οργανώσεις. Σε τέτοια θέματα η «περί δικαίου» ιδεολογία και ρητορική δεν αναγνωρίζει, μάλλον, στο λαϊκό δικαστήριο δικαίωμα ερμηνείας62.

Η λαϊκή δικαιοσύνη στοχεύει, τελικά, στη διάπλαση νέων ψυχοκοινωνικών χαρακτηριστικών. Η ενδιάθετη προσαρμογή στα κελεύσματα της αντιστασιακής δεοντολογίας (νομικής και ιδεολογικής) ενδιαφέρει περισσότερο από κάποια κατασταλτική αναδρομική αποκατάσταση της τάξης. Ο συμβιβασμός είναι προτιμότερος, όχι μόνο γιατί αποτρέπει την κατανεμητική εξαναγκαστική επέμβαση του εξοπλισμένου με εξουσία λαϊκού οργάνου, αλλά και γιατί καθιστά περιττό τον δικαστικό αγώνα. Επομένως η πλήρης ενεργοποίηση της λαϊκής δικαιοσύνης - και ειδικότερα των κλασικών σταδίων της δικαιοδοτικής διαδικασίας - πρέπει να είναι εξαιρετική και όχι αναπόδραστη κατάληξη κάθε ενδοκοινωνικής αντίφασης, το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο υποχρεωτικά θα διοχετεύεται για να ελεγχθεί και να επέλθει η «κάθαρση» της. Εξάλλου ο «φόβος της αυστηρής τιμωρίας» είναι πιθανό να λειτουργεί ως ύστατη προληπτική δύναμη όπου δεν επαρκεί το φόβητρο της «δημόσιας καταισχύνης» ή δεν έχει παγιωθεί η αντιστασιακή νομιμοφροσύνη και συνείδηση63.

Τέλος, εξυπακούεται η υψηλή ιεράρχηση της αξίας «λαϊκή δικαιοσύνη» μέσα στα κείμενα αρχών (αλλά και τις νομικές πηγές) της Αντίστασης. Γι αυτό «...όποιος βρίσει, φοβερίσει ή προσβάλλει με οποιοδήποτε τρόπο... τους λαϊκούς δικαστές... την ώρα που εκτελούν τα καθήκοντα τους ή εξ αιτίας της υπηρεσίας τους και μάλιστα για εκδίκηση ή από απείθεια» τιμωρείται ποινικά, εκτός αν προβαίνει απλά σε «δημόσιο έλεγχο» και «κριτική των πράξεων» τους64. Επομένως η νομικοπολιτική κάλυψη και προστασία του έννομου αγαθού της «υπόστασης της πολιτειακής εξουσίας» υποχωρεί σχετικά, σε όφελος του δημοκρατικού κοινωνικού ελέγχου (ακόμη και) των αποφάσεων της δικαιοσύνης65.

Κατά την ώριμη περίοδο της αντιστασιακής ιδεολογικής και νομικής επίδοσης συνοψίζονται οι σταθερές της δικαιοπολιτικής φιλοσοφίας του κινήματος: Η Λαϊκή Δικαιοσύνη αποτελεί θεσμικό και λειτουργικό συστατικό της προσδοκούμενης Λαϊκής ή Λαοκρατούμενης Δημοκρατίας, που σημαίνει διεύρυνση της πολιτικής ελευθερίας και οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους προνοίας. Σ' αυτή τη μεταδοτική φάση, η άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας ανατίθεται, ουσιαστικά, στο Λαό (ως εκλογικό σώμα, αλλά και αφηρημένη κοινωνικοπολιτική συλλογικότητα), ενώ το τυπικό της απλοποιείται και προσαρμόζεται στις ζωτικές ανάγκες της περιόδου. Εκκρεμεί η θέσπιση και παγίωση ενός δικαιϊκού corpus που ν' αντιστοιχεί ικανοποιητικά στις ιστορικές μεταλλαγές που συντελούνται. Στα πλαίσια του, η θέση των «τεχνικών του δικαίου» - που πάντως, προβλέπεται - θα υποστεί τις ανάλογες αναθεωρήσεις. Το κεκτημένο και η εμπειρία του εκλεγμένου, άμισθου, ανακλητού και υπεύθυνου δικαστή μπορεί και πρέπει ν' αξιοποιηθεί και να εξελιχθεί. Οι ρήτρες όμως που (αντί για κωδικοποίηση) ίσχυσαν ως ουσιαστικό δίκαιο, μάλλον θα ταξιθετηθούν ως γενικές αρχές δικαίου και ερμηνευτικές - κατευθυντήριες διατάξεις στα πλαίσια της μελλοντικής έννομης τάξης. Η «περί δικαίου» ιδεολογία της Αντίστασης, παραπέμποντας στο μέλλον, αφήνει να διαφανεί ο σαφής της προσανατολισμός προς ένα συγκερασμό της «δημώδους» δικαιϊκής δυναμικής με θέσεις, μορφές και χαρακτηριστικά της «επίσημης» νομοθεσίας και δικαιοσύνης66. Η «επιστροφή» και πλήρης κατίσχυση των τελευταίων ήταν το αποτέλεσμα του συσχετισμού δυνάμεων που κατέγραψε καταρχήν η συμφωνία του Λιβάνου και αργότερα εκείνη της Βάρκιζας...

7. Συγκριτικές - συνειρμικές παραστάσεις (Επανάσταση του 1821 - Εθνική Αντίσταση)

Στο συμβολικό ιδεολογικό λόγο των αντιστασιακών οργανώσεων και γενικότερα στα στοιχεία του αυτοκαθορισμού τους, κεντρική θέση κατέχουν οι ιστορικές αναφορές και αντιστοιχήσεις. Πράγματι, η ιστορική μνήμη λειτουργεί και επικαθορίζει - σ' ένα βαθμό - ιδέες, σύμβολα, μορφές, ίσως και πρακτικές. Πέρα απ' την κριτική αναφορά στα τρωτά του κοινωνικοπολιτικού παρελθόντος, η Επανάσταση του '21 είναι το ιστορικό ορόσημο και «προηγούμενο» στο οποίο το κίνημα του 194144 αναζητά μηνύματα, συγγένειες ή και «ταυτίσεις».

Καταρχήν εντυπωσιακή είναι η παραπομπή σε θεσμικές και οργανωτικές μορφές που είχαν αποδειχθεί λειτουργικές πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Τις εμπειρίες αυτές η ιδεολογία της Αντίστασης προτείνει ως πηγή έμπνευσης για τη σμίλευση απαντήσεων σε ερωτήματα της αντιστασιακής περιόδου. Η κοινοτική παράδοση, η πολιτική οργάνωση κατά την Επανάσταση, καθώς και η οργάνωση των άτακτων ανταρτικών (και αργότερα τακτικών) στρατευμάτων της είναι οι προσφιλέστερες απ' τις σχετικές θεματικές. Επιχειρούνται και τολμηροί παραλληλισμοί όπως «αρματολοί και κλέφτες - ΕΛΑΣ», καθώς και μορφικοί συσχετισμοί: «Το στρατιωτικό όργανο του '21 ήταν ο στρατός των κλεφτών κι αρματολών. Στρατός πραγματικός, με τα στελέχη του, τις μονάδες του, την ιεραρχία του, βγαλμένος μέσα απ' τα σπλάχνα του λαού...»67 Ενδιαφέρουσα είναι και η αναφορά στο κοινοτικό προηγούμενο. Η ΕΚΚΑ, ειδικότερα, θεωρεί πως η απελευθερωμένη Ελλάδα «θα κάνει την οικονομική και κοινωνική της ζωή συντροφική, όπως πριν από το 1821 την είχαν οργανωμένη και οι δημοκρατικές μας κοινότητες με τις συντροφικές επιχειρήσεις, με τις «εταιρίες» πιο χαρακτηριστικά στ' Αμπελάκια και τις «συντροφιές» των ναυτικών στα Ψαρά, στην Ύδρα και στ' άλλα τα νησιά. Συντροφιές όμως αναπροσαρμοσμένες στις σύγχρονες συνθήκες...». Οι αγρότες πρέπει να οργανωθούν «επάνω στον αυτόχθονα ιστορικό τύπο της ιδιόμορφης δημοκρατικής κοινότητας...»68 Με ορισμένες λογικές και ποιοτικές μετατοπίσεις, η δημοσιονομική κοινότητα της τουρκοκρατίας (και η θεσμικοπολιτική της δυναμική) αναγνωρίζεται ως «προηγούμενο» και αναγορεύεται σε πρότυπο.

Ιδεολογική - και ταυτόχρονα θεωρητική - τοποθέτηση απέναντι στο ιστορικό παρελθόν συνολικά και τις κινητήριες δυνάμεις της εξέλιξης, επιχειρείται κάθε φορά που θεωρείται ότι ο κριτικός προσανατολισμός στο παρόν είναι δυνατό να υποβοηθηθεί απ' τη συνθετική γνώση της ιστορίας του τόπου. Τονίζεται έτσι η αίσθηση της «συνέχειας» και ταυτόχρονα της «τομής». Στις σχετικές αναφορές η Επανάσταση του '21 αποτελεί, συνήθως, την αφετηρία των περιοδολογήσεων και της οριοθέτησης των ιστορικών κύκλων. Ειδικότερα, για το χώρο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και τη διανόηση που τον εξέφραζε, η Επανάσταση αποτελεί τη μήτρα και την απαρχή της νεοελληνικής κοινωνίας και πολιτικής οργάνωσης και ταυτόχρονα το εθνικοκοινωνικό κίνημα που δεν δικαιώθηκε - ή ευτελίστηκε - με την επίδραση διεθνοπολιτικών και εσωτερικών παραγόντων που άμεσα «θυμίζουν» τις αντίρροπες «δυνάμεις του κακού» της κατοχικής αντιστασιακής επικαιρότητας. Αυτό τοποθετείται είτε στο γενικό κοινωνικοπολιτικό επίπεδο: «Ο πισωδρομικός χαρακτήρας της αστικής τάξης στην Ελλάδα την έκανε να κόψει την αστικοδημοκρατική πορεία του έθνους, να συμμαχήσει με τους κοτζαμπάσηδες ενάντια στις λαϊκές δυνάμεις, να εξαρτήσει τη χώρα στο ξένο κεφάλαιο...»69 Είτε αναφορικά με το πολιτικό προσωπικό και την ηθική του: Οι «πολιτικάντες και κομματάρχες... από τότε που λευτερωθήκαμε το '21 ως σήμερα δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά να ξεγελάν και να διαφθείρουν το λαό με τα λεφτά τους, που τα κλέβαν από τον ίδιο τον εργαζόμενο λαό...»70 Είτε σε σχέση με τις κοινωνικές τάξεις και μερίδες που επωμίζονται ή, αντίθετα, απεκδύονται τις ευθύνες των αγώνων: «Όπως και στα 1821 έπρεπε να πιάσει το τουφέκι στο χέρι ο χωρικός Έλληνας, ο εργάτης του εργαστηρίου, ο ναύτης, με μια λέξη ο εργαζόμενος λαός για να γίνει η επανάσταση μια πραγματικότητα, έτσι και τώρα...»71 Είτε, ακόμη, στο επίπεδο των επιμέρους κοινωνικοπαραγωγικών ζητημάτων, που στις δυνατότητες επίλυσης τους βαραίνει αρνητικά μια ιστορική παράδοση: «Το ολιγαρχικό πνεύμα του παλιού Κράτους που κράτησε από την Επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα, αποξένωσε τα βάση απ' τους αγροτικούς πληθυσμούς, σαν τον παλιό φεουδάρχη που τα κρατούσε αποκλειστικά για τη δική του ικανοποίηση...»72 Είτε, τέλος, σε σχέση με την επαναληπτικότητα των φαινομένων στην Ιστορία και την ελληνική παράδοση των εμφυλίων συγκρούσεων73.

Εξάλλου, στο πλαίσιο της αντιστασιακής πολιτικής ιδεολογίας, σε κάποιες περιπτώσεις τα Συντάγματα της Επανάστασης αντιμετωπίζονται ως η θετική εκείνη παράδοση που διακόπηκε βίάια από εξωγενείς παράγοντες κι επεμβάσεις και με την οποία επιχειρείται - στη βάση των λαϊκών θεσμών δημοσίου δικαίου - η ανασύνδεση. Τέτοια είναι η ιστορική τοποθέτηση της ΠΕΕΑ: «Η διοικητική εξουσία... ασκήθηκε επί 120 χρόνια συγκεντρωτικά, ενάντια στις κατευθυντήριες ιδέες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Οι ιδέες της Επανάστασης του '21 ήταν ιδέες δημοκρατικής διοίκησης, δηλ. Αποσυγκέντρωσης και Αυτοδιοίκησης με αιρετά σώματα, αλλά η διοίκηση αντίθετα εξελίχθηκε πάνω στην αρχή της τέλειας υποταγής του λαού, που πάλεψε για τη λευτεριά του Έθνους και το Λυτρωμό του, στον κοτσαμπασισμό και σε μια ξένη προς το Έθνος δυναστεία...»74 Ανιχνεύονται, τελικά, κοινωνικοοικονομικοί προσδιορισμοί, διεθνοπολιτικές πλαισιώσεις και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά πολιτικών θεσμών, προκειμένου ν' αξιολογηθεί η πορεία επιμέρους θεσμικών εκφράσεων της κρατικής εξουσίας. Η περίοδος 1821-1827 φαίνεται να εκφράζει την αφετηριακή καθαρότητα και αγνότητα ενός συνεχούς που ανακόπτεται και ανασυνδέεται, για ν' ανελιχθεί τελικά προς μια αρνητική κατεύθυνση. Έτσι το '21 και η Αντίσταση συνθεωρούνται ως φωτεινές - εξαιρετικές «στιγμές», ως απόπειρες για επαναφορά της ιστορικής πορείας στο δημοκρατικό δρόμο75.

Στο καθαρά συμβολικό επίπεδο, αυτή η ιστορική αυτο«αναγνώριση» εμφανίζεται εντυπωσιακά: πολιτικές και στρατιωτικές συσσωματώσεις, εμβλήματα, εκφραστικοί κώδικες, ακόμη και η ονοματοδοσία προσώπων και συλλογικών μορφών, αξιοποιούν στοιχεία της επαναστατικής παράδοσης: η οργάνωση «Φιλική Εταιρεία» (Λάρισα, Μάιος 1941), οι ανταρτικές ομάδες «Κατσάινη» και «Καραϊσκάκη» της πρώιμης περιόδου και ο παραλληλισμός «Επίδραυρος 1821 - Κορυσχάδες 1944» στη συνθηματολ9γία της Α' Συνόδου του Εθνικού Συμβουλίου, αντιπροσωπεύουν ένα πολύ ευρύτερο φάσμα παραπομπών και συσχετίσεοτν76. Οι εορτασμοί της επετείου της 25ης Μαρτίου κάθε χρόνο απ' το 1941 έως το 1944, η χρήση τραγουδιών του Ρήγα Φεραίου και της ευρύτερης επαναστατικής περιόδου, οι προσωπογραφίες των ηρώων του '21 σε γραμματόσημα, εκδηλώσεις και αλλού, καθώς και η αξιοποίηση συμβόλων των Επανάστασης εξειδικεύουν ένα μόνιμο γενικό προσανατολισμό77. Συγκινησιακή φόρτιση έχουν οι αναφορές στα κοινά ιδεώδη, την αντιστοιχία στης ιστορικής «μοίρας» (σε αναφορά προς τον αλλοεθνή δυνάστη) ή και τα κοινά πολεμικά ορμητήρια των αγωνιστών του 1821 κι εκείνων της Αντίστασης78.

Στην ιδεολογική παραγωγή των αντιστασιακών φορέων οι μνήμες του '21 αρθρώνονται - λίγο ή πολύ - οργανικά με τις άλλες συνιστώσες της ιστορικής συνείδησης, αίσθησης και αναφοράς. Ο στόχος της εθνικής απελευθέρωσης - και ταυτόχρονα η κοινωνικοπολιτική του υποσημείωση - άμεσα αναγνωρίζονται ως στοιχεία κοινά, με δεδομένη την ιδιαιτερότητα της κατοχικής περιόδου. Ταυτότητα (ή, πάντως, απλή αντιστοιχία) πιθανολογείται - πάντοτε στο χώρο της ιδεολογίας - και στο επίπεδο της ιστορικής «τύχης» των δύο κινημάτων79. Αλλά και γενικότερα, η αντιστασιακή ηγεσία και διανόηση σχηματοποιεί τις αναγκαιότητες της περιόδου 19411944 μ' έναν τρόπο που παραπέμπει άμεσα στις βασικές της παραστάσεις γύρω απ' την πορεία της Επανάστασης του 1821: αγώνας για εθνική ανεξαρτησία, εμφάνιση του κοινωνικού ζητήματος, ανταγωνισμός με την εντόπια και ξενική αντίδραση...

8. Μια πρώτη αποτίμηση

Η αντιστασιακή ιδεολογία, στην «επίσημη» εκδοχή της, μαρτυρεί - ουσιαστικά για τη στρατηγική και τις θεμελιακές πολιτικές επιλογές της ΕΑΜικής ηγεσίας: το στάδιο της εθνικής απελευθέρωσης αυτονομείται από το στάδιο της «Λαϊκής Δημοκρατίας» και, ταυτόχρονα, το λαοκρατικό πρόγραμμα αποστειρώνεται σχεδόν - από όσα στοιχεία θα μπορούσαν να του προσδώσουν μια ταυτότητα κομμουνιστική. Όμως τα ΕΑΜικά εξουσιαστικά κέντρα δεν δεσμεύουν το ΕΑΜικό κοινωνικό μπλοκ μόνο με την ιδεολογία και τις διακηρύξεις τους. Κυρίως τείνουν να το τιθασεύσουν με μια σειρά επιλογών, προσαρμογών, υποχωρήσεων και ανεπαρκειών στη σφαίρα της πολιτικής πρακτικής: αναζήτηση νομιμοποίησης κάτω από το συμμαχικό στέγαστρο, υπαγωγή στη βρετανική στρατηγική και πολεμική δραστηριότητα, υπόκλιση στους (κλονισμένους) συνταγματικούς όρους πολιτικής νομιμοποίησης (μεταβατική συντακτική φάση, κυβέρνηση εξωτερικού, πολιτειακό, προορισμός της Π.Ε.Ε.Α.), συμπίεση των κοινωνικών αντιφάσεων και προσδοκιών στο πλαίσιο των αντιφασιστικών ιδεολογημάτων, ταξικός πολυσυλλεκτισμός και πολιτική πλαδαρότητα κ.α. Από ένα σημείο και μετά, το πολυταξικό, πολυστρωματικό κλπ. κοινωνικό μπλοκ του ΕΑΜ ήταν αδύνατο να εκφραστεί πολιτικά σ' ένα «αμιγώς» σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Αντίθετα, οι ειδικοί κοινωνικοοικονομικοί και πολιτικοί όροι της κατοχικής περιόδου (πείνα, ανεργία, πληθωρισμός, ανασφάλεια, συμμαχία μερίδων της αστικής και των μικροαστικών τάξεων με τους κατακτητές, φυγή του παραδοσιακού πολιτικού προσωπικού, κατάρρευση του κοινοβουλευτισμού ήδη από το 1936, καταπίεση και καταστολή κ.ά.) έκαναν δυνατές ευρύτατες συγκλίσεις σε ελάχιστη κοινή βάση: επίλυση του επισιτιστικού, άμυνα στις κατασταλτικές πρακτικές, ένοπλη αντίσταση και - τελικά δημοκρατία και κράτος προνοίας. Σε τελευταία ανάλυση, λοιπόν, η ιδεολογία της οργανωμένης Αντίστασης συμπυκνώνει και αντανακλά τα σημεία πολιτικής σύγκλισης των (συχνά αντιπάλων) κοινωνικών εταίρων του ΕΑΜικού δικτύου. Αυτό, φυσικά, δεν εμπόδιζε καθόλου τον κομμουνιστή εαμίτη να βιώνει την αντιστασιακή εμπειρία πιστεύοντας ότι προάγει την ενιαία διαδικασία μετάβασης στη Λαοκρατία και προσδοκώντας κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη, κοινωνικοποίηση του πλούτου, σοβιέτ, Λαϊκά Δικαστήρια κλπ. Όμως και αυτή η (εύλογη) υπόθεση, με τη σειρά της, (που την ενισχύει π.χ. το γεγονός της τεράστιας οργανωτικής ανάπτυξης του ΚΚΕ), σε τίποτε δεν μεταβάλλει το γεγονός του υπερπροσδιορισμού του («επίσημου» και διάχυτου) λόγου της Αντίστασης από τις σταθερές της αστικής ιδεολογίας. Πολύ περισσότερο, εφόσον η ιδεολογία - και τότε όπως πάντα - αποδείχθηκε φτωχός συγγενής της πολιτικής. Και το δυστύχημα είναι ότι η πολιτική ταξική πάλη (από τα τέλη του 1944 και εφεξής) δεν άφησε όρθια ούτε την προσδοκία της δημοκρατίας και του κράτους προνοίας...

2.. Για το πρόβλημα της ιδεολογικής επικοινωνίας των αντιστασιακών οργανώσεων και των μαζών, από άποψη ιστορικής μεθοδολογίας, βλ. Σπύρου Ι. Ασδραχά «Μερικές σημειώσεις για τα τεκμήρια της Ελληνικής Αντίστασης» στα «Ζητήματα Ιστορίας», Αθήνα 1983, ιδίως σελ. 2067.

3.. Απομνημονεύματα ή ημερολόγια απλών αγωνιστών, αλλά και άγραφες πήγες (προφορική ιστορία, ιδίως συνεντεύξεις) μπορούν να φωτίσουν τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι της αντιστασιακής περιόδου προσλαμβάνουν, αφομοιώνουν και (ενδεχομένως) προσαρμόζουν και τροποποιούν τα ιδεολογικά μηνύματα που εκπέμπουν οι οργανώσεις. Για το ζήτημα αυτό νύξεις επιχειρεί ο Ασδραχάς (ό.π., σελ. 207 επόμ., ιδίως σελ. 211-12) και ο Αλέξης Πολίτης, στο σημείωμα του «Ο πεζός λόγος - δύο μαρτυρίες για το 1945», περιοδικό «Μνήμων», Αθήνα 1984 (τεύχος 9), σελ. 25-56. Για το ζήτημα της (επιλεκτικής) έκθεσης - πρόσληψης - μνημόνευσης και εκφοράς των ιδεολογικών μηνυμάτων χρήσιμη η σύνοψη που επιχειρεί ο Δημήτρης Καρμακόλιας- στο κείμενο του «Κοινωνικές επικοινωνίες: μια διακλαδική προσέγγιση», στην «Επιθεώρηση Κοινωνικών Επιστημών», του 1981, σελ. 92 επ.

4. Για τις ποικίλες εκδοχές της εθνικής ιδεολογίας κατά το μεσοπόλεμο, πλούσιο υλικό περιέχει το βιβλίο του Κ. Βεργόπουλου «Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη», Αθήνα 1978 σελ. 103-157. Για τη μεταξική σύλληψη της ελληνικότητας και του εθνισμού βλ. ενδεικτικά Ν. Αλιβιζάτου «Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974», στα ελληνικά Αθήνα 1983, σελ. 118 επόμ.

5. Για την επίταση της κριτικής για τους Βουλγάρους, χαρακτηριστική μια Απόφαση της Κ.Ε. του ΕΑΜ με ημερομηνία 13.7.1943: «οι τρομοκράτες της Βαλκανικής κατέλαβαν και την υπόλοιπη Μακεδονία, για να ολοκληρώσουν το δολοφονικό εξοντωτικό της φυλής μας έργο...». Στο περιοδικό «Εθνική Αντίσταση», Συλλογή πέμπτη, Αύγουστος 1963, σελ. 12 (4378). Συνοπτική πολιτική κριτική για τα «λυσσασμένα εθνικοφασιστικά θεριά» και το καθεστώς τους στου Δ. Γληνού «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», 6' έκδοση Αθήνα 1944 (έκδοση «Ρήγας»), αρχή του κεφαλαίου «η μαύρη σκλαβιά». Παραλληλισμός ναζιστικής «νέας τάξης» και «Ιερής Συμμαχίας» επιχειρείται σε προκήρυξη του ΕΑΜ, εφημερίδα «Ελεύθερη Ελλάδα», Αθήνα 25 Μαρτίου 1943.

6. Για την «τεχνικοοικονομική υφή» του ιδεολογικού λόγου του ΕΑΜ χαρακτηριστική η περιπτωσιολογία και ο κοστολογικός υπολογισμός του Δ. Γληνού, στο ίδιο. Αναφορές του ΕΔΕΣ και των φιλικών του εφημερίδων στο «Έθνος», τα «συμφέροντα του Έθνους», το «μέλλον της φυλής» κλπ. γίνεται, ενδεικτικά, στη «Μάχη» της 26.11.1942, όπου δημοσιεύεται και προκήρυξη της 8ης Ομάδας Ανταρτώνσωμάτων Ρούμελης. Η ίδια εφημερίδα, στις 2.6.1943 (φύλλο 25) διακηρύσσει πως η ιδεολογία της «περιεχόμενον έχει την Ελλάδα». Ήδη στα τέλη του 1941 ο ΕΔΕΣ, στο άρθρο 4 του καταστατικού του, έκανε άξονα αναφοράς του την «Εθνικήν Δημοκρατικήν σοσιαλιστικήν συνείδησιν...». Για το κείμενο του καταστατικού, Δημοσθ. Κούκουνα «Οι μυστικές διαπραγματεύσεις του ΕΑΜ με την κυβέρνηση Ι. Ράλλη», Αθήνα 1985 (έκδοση «Μέτρον»), σελ. 10.

7.. Δ. Γληνού «Εθνικοαπελευθερωτικός Αγώνας», πρώτη δημοσίευση «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», τεύχος 2, Ιούλιος 1942, σελ. 6 και επομ., και στη σειρά «Εκλεκτές σελίδες», τόμος Δ', Αθήνα 1975, σελ. 133. Την υπερβατική - ηρωική στάση ζωής προτείνουν σ' όλα τα στρώματα του λαού και οι προκηρύξεις της Κ.Ε του ΕΑΜ της 28 Οκτωβρίου 1942 («Ιστορία της Αντίστασης 194045», Αθήνα 1979, τόμος Ι, σελ. 354) και της 25 Μαρτίου 1944 («Ελεύθερη Ελλάδα» 25.3.1944), όπου αναφέρεται: «Είναι ιστορική επιταγή διατυπωμένη στη δική μας γενεά να κερδίσουμε την ελευθερία μας με αγώνα και θυσίες... Αυτή είναι η επιταγή και το συμφέρον του έθνους...».

8. Ενδεικτικά: Εφημερίδα «Ελληνικόν Αίμα», 10.10.1942: «Η δήλωσις του Ατλαντικού που προσεπικυρώνει την αρχήν της απόλυτης ελευθερίας κάθε λαού να ρύθμιση την τύχη του, οι σαφώς καθωρισμένες και καθορισθησόμενες προτιμήσεις της Αγγλίας, οι αλλεπάλληλες Αγγλοαμερικανικές διαβεβαιώσεις για μια δικαιότερη οργάνωση της πολιτισμένης οικουμένης... δίνουν το περίγραμμα που απαιτούν οι καινούργιες συνθήκες και οι αυριανοί χρόνοι», σε σημείωμα με τίτλο «το χρονικό μιας νεκραναστάσεως». Για την άποψη του Εμ. Τσουδερού, χαρακτηριστικά: «Καθ' όσον αφορά την Εξωτερικήν μας πολιτικήν αύτη είναι σαφώς προκαθορισμένη. Είμαι βέβαιος ότι η πολιτική όλων των Ελλήνων συμπίπτει και αύτη είναι η μετά της Μ. Βρετανίας στενή φιλία και συνεργασία και τώρα και μετά τον πόλεμον... το συμφέρον της Μ. Βρετανίας εν τη επιδιώξει της πολιτικής της εν τη Βαλκανική και εν τη Ανατ. Μεσογείω είναι να χρησιμοποίηση τον Ελληνικόν παράγοντα και προς τούτο να τον ενίσχυση...» Στα αρχεία Εμ. Τσουδερού (τμήμα Γενναδείου Βιβλιοθήκης), φάκελλος 2, 11 120 παράρτημα Ε', συνοπτική έκθεση συνομιλίας ΉντενΤσουδερού, Λονδίνο 1.3.1943, σελ. 19. Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και τα έγγραφα II 98 (12 Ιουνίου 1942), II 128 (1 Μαρτίου 1943) και II 142 (13 Μαρτίου 1943).

9. Για την ιδεολογικοποίηση της ενότητας στο εσωτερικό και διεθνές αντιστασιακό μέτωπο χαρακτηριστική η «Μάχη» της 23.7.1943, φύλλο 29 - αναδημοσίευση απ' το 6' φύλλο της Αναγέννησης: «Όλοι σήμερα, Βασιλεία, κεφαλαιοκρατία, αστοί και προλετάριοι δεν πρέπει παρά να λογαριάζονται αδέλφια, με ένα αντικειμενικό σκοπό, πως ο καθένας με το δικό του τρόπο θα μπορέσει να συνεισφέρει στην τελευταία φάση του κοινού αγώνα...».

10.. Στα 1943 εκδόθηκαν έξι τουλάχιστο φύλλα του «Αγώνα των φυματικών» ,το «Αστυνομικόν Βήμα - όργανον των Ελλήνων αστυνομικών», η «Επιμελητεία» όργανο της Ε.Τ.Α., η «Αγροτική Φωνή», η ΕΑΜική «Γυναικεία δράση» κλπ. Ορισμένα φύλλα σώζονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Εθνικής Αντιστάσεως - Ηρ. Πετμεζά, φάκελλος Κ. 52Α1. Στο φάκελλο Κ52Β1 διατηρούνται κάποιες προκηρύξεις του ΕΑΜ δημοσίων υπαλλήλων (3.10.1943) του ΕΑΜ νομικών προσώπων (χωρίς ημερομηνία), της Οργάνωσης Περιφρούρησης Λαϊκού Αγώνα (χωρίς ημερομηνία), της Εθνικής Αλληλεγγύης συνοικιών (χ. ημερ.), προκήρυξη του ΚΚΕ, τομέα εμπόρων - επαγγελματιών - βιοτεχνών Αθήνας (Σεπτέμβριος του 1943) και άλλες ιδεολογικές διακηρύξεις με ειδική απεύθυνση σε τμήματα της κοινωνικοεπαγγελματικής διαστρωμάτωσης, αλλά και με κοινό άξονα αναφοράς την εθνική ενότητα.

11. Πρόκειται για κείμενα πολιτικού προγραμματικού τύπου, δασωμένα στην ερμηνεία, ανάλυση και μέτρηση των στοιχείων της ελληνικής ιστορικο-κοινωνικής πραγματικότητας. Τέτοια είναι και η διακήρυξη του ΚΚΕ «Λαοκρατία και σοσιαλισμός», όπως και το πρόγραμμα του ΕΔΕΣ, που αναδημοσίευσε το «Ιστορικόν Αρχείον Εθνικής Αντιστάσεως», επιμέλεια Κομν. Πυρομάγλου, Α' τόμος, χωρίς χρονολογία, σελ. 34 επόμ. Αξιοσημείωτη είναι μία ανάλυση που επιχειρεί η ΕΚΚΑ, στο πρώτο φύλλο της «Απελευθέρωσης», Αθήνα 17.4.1943 (Γενικά Αρχεία, ό.π., Κ 52ΑΙ). Εκτιμά, λοιπόν, ότι η Ελλάδα «είναι τόπος κατ' εξοχήν μικροαστικός. Έχει οικονομία γεωφυσικά τεμαχισμένη, πολύ πενιχρή, που δε σηκώνει τους τρόπους της χονδρής φινέτσας και του κεφαλαιοκρατικού δικαίου. Δε σηκώνει καλά-καλά ούτε το ελληνορωμαϊκό δίκαιο της ιδιοκτησίας, θα κάνει συνεπώς κοινωνικοποίηση του πλούτου της... θα κάνει την οικονομική και κοινωνική της ζωή συντροφική όπως πριν από το 1821... Ζωή κοινωνικής ασφάλειας και όχι κοινωνικών ασφαλίσεων... Δε θα είναι σύστημα με «Ιδιώνυμα», με φονικές περιπόλους κι άλλα τέτοια σάπια ξυλοπόδαρα... τα συνδικάτα θα είναι το θεμέλιο, η φυσική φρουρά, ο μοχλός της προόδου της κοινωνικοοικονομικής παραγωγής...». Κοινωνική και πολιτική προβληματική εδώ διασταυρώνονται κι επικαλύπτονται χαρακτηριστικά.

12. Ενδεικτικός ο λόγος του Εμ. Τσουδερού απ' το ραδιόφωνο του Λονδίνου στις 22.3.1942, όπου τονίζει ότι «...ο σημερινός πόλεμος θα οδηγήσει στην λύση των προβλημάτων που βασάνιζαν, ενάμιση αιώνα τώρα, του; προοδευτικούς διανοούμενους και τους ανθρώπους του Λαού. Η μάχη η παγκόσμια θα ρίξη τα τελευταία φρούρια της ολιγαρχίας. Επάνω στα ερείπια τους... οι Λαοί θα στηρίξουν το Κράτος των ιστορικών τους διεκδικήσεων, το Κράτος της Κοινωνικής Δικαιοσύνης...». Στη συλλογή Εμ. Τσουδερού «Γνώμες και Λόγοι». Αθήνα 1946, σελ. 39 επόμ. Η επαγγελία της δικαιότερης μεταπολεμικής κοινωνίας πρωτοδιατυπώθηκε, απ' την σκοπιά της Αριστεράς, ήδη στο πρώτο γράμμα του Γ.Γ. του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη, στις 31.10.1940, όπου διακηρύσσει: «Έπαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα πρέπει να είναι και θα είναι μια καινούργια Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση, μ' ένα πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό». Ν. Ζαχαριάδη «Συλλογή Έργων», Αθήνα 1953, σελ. 119.

13.. Η ιδεολογική αντιπαράθεση των συνεργατών του κατακτητή φαίνεται σαθρή, δεν είναι όμως ανύπαρκτη. Βασίζεται κι αυτή στις αξίες του εθνισμού. Ενδεικτικό ένα διάγγελμα του Ι.Δ. Ράλλη, εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα» 2.1.1944: «Τα ευεργετικά δια τον Λαόν αποτελέσματα των προσπαθειών μας θα ήσαν εναργέστερα εάν οι εκ συστήματος επιβουλευόμενοι της εθνικής μας ενότητος δεν επεδίωκον να εκμεταλλευθούν την περιπέτειαν της πατρίδος μας υπό το προσωπείον των «απελευθερωτών» δια να δυνηθούν να επιβάλλουν, όταν η εθνική μας κυριαρχία αποκατασταθεί, την ειδεχθή τυραννίδια των...» Επενδύουν, ακόμη, και στην ιδεολογία της υπερήφανης - ανεξάρτητης εθνικής πορείας, όπως μαρτυρεί σχόλιο της ίδιας ερημερίδας, στις 19.1.1944. «Ο δρόμος της ελευθερίας είναι η σύνεσις... Ας κλείσωμε εις όλους τους ξένους τα ώτα. Εις όλους όσοι δεν είναι Έλληνες. Διότι αυτοί δεν επιδιώκουν το ιδικόν μας συμφέρον...».

14.. Ο ΕΑΑΣ, στις 7.12.1943 (εφημερίδα «Μαχητής», όργανο του ΕΛΑΣ Μακεδονίας, 8.1.1944), κάνοντας αναφορά στα τάγματα ασφαλείας «καλεί όσους παρασύρθηκαν και στρατολογήθηκαν σ' αυτά να τα εγκαταλείψουν. Προειδοποιεί όλους που συμμετέχουν σ' αυτά ή τα υποστηρίζουν ότι όσοι γλύτωσαν την άμεση λαϊκή τιμωρία, θα λάβουν μετά την απελευθέρωση τη δίκαιη τιμωρία που αρμόζει σε δολοφόνους, κοινούς πράχτορες του εχθρού... Η ευθύνη είναι τεράστια και θα πληρώσουν με τα κεφάλια τους...». Πάντως, όπως προκύπτει και από σχόλιο της «Ελεύθερης Ελλάδας» της 1.1.1944, κάποια στοιχεία επιείκιας εισχωρούν και σ' αυτές τις σκληρές λογικές. Και σε «κοινή δήλωση κατά των Ταγμάτων Ασφαλείας» που υπέγραψαν ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ στις 19.2.1944: «καλούν τους ανήκοντες εις τα ως άνω σώματα ν' αποχωρήσουν αμέσως από αυτά. Ουδεμία δικαιολογία οιασδήποτε φύσεως μετά την παρούσαν ειδοποίησιν ισχύει...» Τα όρια της επιείκειας είναι εδώ ανελαστικά. Μόνο όσοι άμεσα αποσύρονται απ' την αντεθνική δράση αποφεύγουν τις αυστηρότατες κυρώσεις, όχι όμως και την καταισχύνη του ανθέλληνα.

15. Χαρακτηριστικός είναι ο «λόγος της Λαμίας» του Άρη Βελουχιώτη, τον Οκτώβριο του '44: «Ο λόγος μου αυτός δεν θα μοιάζει καθόλου με τους λόγους που γνωρίσατε μέχρι σήμερα. Δεν πρόκειται να σας υποσχεθώ ούτε πως θα σας φτιάξω γεφύρια ή ποτάμια, όπως σας υποσχόντανε πως θα σας φέρουν οι παλιοί κομματάρχες...» Στην ιστορική του ανασκόπηση αναφέρει πως ο παλιός πολιτικός κόσμος «κατάφερε να πείσει το λαό ότι το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να ορθοποδήσει μόνο του κι ότι θα 'πρεπε να μας κυβερνήσουν οι ξένοι, ονομάζοντας γι' αυτό και τα πολιτικά κόμματα ρωσικά, αγγλικά και γαλλικά. Σε τέτοιο χάλι σημείο μας φέρανε οι κορυφές που διοικούσαν τον τόπο μας...» Και παρακάτω: «Τι μπορούσαμε να περιμένουμε από αυτούς που φορούσανε τα κλακ και τα μπακαλιαράκια; Τι μπορούσαν να μας πούνε αυτοί; Το μόνο που βρίσκανε να μας λένε είτανε: Ησυχία, παιδιά, και τάξη. Κάναμε κυβέρνηση. Ησυχάστε!...» Το κείμενο, μεταξύ άλλων, στου Ρίζου Μπόκοτα «Ποιος κρύβει το κεφάλι του Άρη Βελουχιώτη», Αθήνα 1984, σελ. 71 επόμ. Όμως και ο ΕΔΕΣ δεχόταν, λίγο ή πολύ, ότι το κενό κράτους και δικαίου αυτής της περιόδου οφειλόταν και στις αδυναμίες του προπολεμικού δημοσίου οίου. Γράφει ο Κομνηνός Πυρομάγλου για το ανταρτικό κίνημα: «Και σαν αυθόρμητο Λαϊκό δημιούργημα και αφού δεν υπάρχει πια ελεύθερο Ελληνικό Κράτος ήταν φυσικό και αναπόφευκτο να σπάσει και να διασαλεύσει τη μέχρι προς της κατοχής παραδεδεγμένη αξιωματική, κοινωνική και πολιτική ακόμα ιεραρχία...» Ακόμη: «Ο στρατιωτικός υπερασπίζεται το Κράτος που υπάρχει ελεύθερο και λειτουργεί ως έκφρασις ενός Έθνους. Ο αντάρτης εξεγείρεται εναντίον του Κατακτητού και του Δούλου κράτους με σκοπό να δημιουργήσει ένα νέο κράτος...» Από το «Ιστορικόν Αρχείον Εθνικής Αντιστάσεως», Τόμος Α', Αθήνα, χωρίς χρονολογία, σελ. 8 και 10. Πρόκειται, πιθανότατα, για έμμεση μομφή προς τις κυβερνήσεις ΚαίρουΛονδίνου και αναγνώριση της πολιτικής δυναμικής του αντιστασιακού κινήματος.

16.. Το εξουσιαστικό κενό λίγο ή πολύ συναισθάνεται και η κυβέρνηση Τσουδερού: «Η Ελευθέρα κυβέρνησις της χώρας δεν θα αντιμετώπιση πλήρες διοικητικό χάος, διότι οι διοικητικοί υπάλληλοι έμειναν εις τις θέσεις των. Βεβαίως θα γίνη άμεσος εκκαθάρισις του υπαλληλικού κόσμου από τους νομάρχας και τους Οιευθυντάς των υπηρεσιών υπό της Κυβερνήσεως...» Από συνέντευξη του Εμ. Τσουδερού στο Ρώντερ, σε σχόλιο της εφημερίδας «Ελληνική Φωνή» της 18.8.1943, με τίτλο «η τάξις και η διοικητική εκκαθάρισις». Εξάλλου, οι συνεργάτες των κατακτητών έχουν κάθε λόγο να εμφανίζουν ως αρραγή τη συνέχεια και την τάξη στο θεσμικό πλαίσιο αλλά και στην κοινωνικοοικονομική ζωή. Ενδεικτικά: «Τα ανώτερα πνευματικά μας ιδρύματα διατηρούν τον ρυθμόν των, όπως και πριν, παρακολουθούν τας ανάγκας που δημιουργούνται και δεν αφήνουν καμμίαν χαλάρωσιν εις την λειτουργία των...» Από σχόλιο με τίτλο «μια διαπίστωσις», της εφημερίδας «Αθηναϊκά Νέα», 25.2.1944. Για την έκδηλη ανησυχία του συντηρητικού κόσμου απ' το γεγονός της ίδρυσης και λειτουργίας λαϊκών οργανώσεων και θεσμών (μπροστά στην πραγματικότητα της απελευθέρωσης), μαρτυρικά τα σχόλια της ίδιας εφημερίδας στις 28 Οκτωβρίου (Να λείψει η ΕΑΜοκρατία), 6 Νοεμβρίου (Διατί;) και 16 Νοεμβρίου (θα πάρη ένα τέλος). Όμως ο φετιχισμός της οργανωμένης - διαρκούς - ακαταγώνιστης εξουσίας, στοιχείο και της αντιστασιακής ιδεολογίας, θ' άξιζε ειδικότερη μελέτη.

17.. Ενδεικτικά: Ιδρυτικό του ΕΑΜ, σημείο 2 (έκδοση «Στ' άρματα! Στ' άρματα!», Αθήνα 1967, σελ. 567) και προκήρυξη της ΚΕ του ΕΑΜ, στην «Ελεύθερη Ελλάδα» της 25.3.1943.

18.. Ιδεολογική συνηγορία ασκεί ο Δ. Γληνός, στις δύο διακηρύξεις που προαναφέρθηκαν: «Όποιος, κρατώντας οποιουσδήποτε προσωπικούς υπολογισμούς, συμφέροντα, μίση, αντιπάθειες, συμπάθειες, φιλοδοξίες και «ιδεολογίες», καταπολεμάει ή υπονομεύει ή ματαιώνει μ' οποιοδήποτε τρόπο την ενότητα του απελευθερωτικού αγώνα... είναι συνεργάτης των ξένων κατακτητών, θεληματικά ή άθελα, προδότης του αγώνα...» (Στο γνωστό «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», ό.π., τέλος του κεφαλαίου «τα συνθήματα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα»). Τη διαταξική «ενότητα πάλης» θέτει ως μόνιμο στόχο και η Απόφαση της Κ.Ε. του ΕΑΜ με την οποία επικυρώνεται η ίδρυση της ΠΕΕΑ. Κι εδώ κυριαρχεί η αντίληψη πως το αντιστασιακό κίνημα κλιμακώνεται και «ολοκληρώνεται» με την παρατακτική συνάρθρωση των επιμέρους διεκδικητικών και ανεξαρτησιακών πράξεων.

19.. Ο Δ. Γληνός έγραφε, απευθυνόμενος στον μαχόμενο ελληνικό λαό: «...ενεργείς σύμφωνα με τη θέληση των εκατομμυρίων και εκατομμυρίων λαών που κάνουνε τον ίδιο αγώνα με σένα κατά της φασιστικής τυραννίας... και παράλληλα με την ενέργεια των συμμάχων σου, των εκατομμυρίων μαχητών από εικοσιοχτώ λαούς, που σε στεριές και πελάγη, από την Κίνα ως τον Ατλαντικό, πάνω σ' όλη τη γη, μάχονται τον ίδιο αγώνα με σένα...» Στο ίδιο, τελευταίο κεφάλαιο με τίτλο «οι μορφές της πάλης».

20.. Σε Απόφαση της Κ.Ε. του ΕΑΜ («Ελεύθερη Ελλάδα», 30 Ιουνίου 1943) διαβάζουμε πως η οργάνωση αυτή «κάνει έκκληση στους συμμάχους να Βοηθήσουν με όλα τα μέσα τον άνισο αγώνα που διεξάγει ο περήφανος λαός μας και να απαντήσουν άμεσα και σκληρά στους θρασύδειλους δολοφόνους του άμαχου πληθυσμού...» Και στην προσπάθεια του να πρεμποδίσει τη συγκρότηση των Σωμάτων Ασφαλείας και τη συκοφαντική για την Αντίσταση προπαγάνδα της «κυβέρνησης» Ι.Δ. Ράλλη, το ΕΑΜ επικαλείται την «Συμμαχικήν αλληλεγγύην και αυτό το άμεσο συμφέρον του Συμμαχικού αγώνος...» (σε υπόμνημα προς τις κυβερνήσεις Η.Π.Α., Αγγλίας και Ρωσίας με ημερομηνία 15.10.1943). Αναδημοσιεύτηκε στην «Εθνική Αντίσταση», Συλλογή 24η, Aύγoυστoc 1980, σελ. 6.

21.. Σταχυολογούμε: α) Σχόλιο της Εφημ. «Ελεύθερον Βήμα» στις 14.4.1941,ότι «μόνον η γερμανοϊταλική προπαγάνδα προσπαθεί να παρουσίαση την ορεττανικήν προς την Ελλάδα δοήθεια ως απρόθυμουκαιπενιχρήν...» 6)Σχόλιο «Μετά την τελικήννίκην», στην ίδια εφημερίδα, στο φύλλο της 23.4.1941: «...το ελληνικόν έθνος θα συνέχιση τον πόλεμο οτιδήποτε και αν συμοή παρά το πλευρόν της μεγάλης συμμάχου μας, της Μεγάλης Βρετανίας, δια τον θρίαμβον των ευγενέστερων ιδανικιόν...» γ) Το έγγραφο II 98, «περί Εθνικών αξιώσεων», της 12.6.1942, που φέρει την υπογραφή του Εμ. Τσουδερού (στο Αρχείο του, ό.π., φάκελλος 2), που αναφέρει: «Ο Έλλην, εξ ιδιοσυγκρασίας αισθηματικός, είναι έτοιμος τα πάντα να υποστή δια την εξυπηρέτησιν της συμμαχικής ιδεολογίας, εφ' όσον γνωρίζει ότι αϊ θυσίαι του θα αποδώσι εν τέλει και επ' ωφελεία της Πατρίδος του...» δ) Το άρθρο «Η Ελλάς της Αύριον», στο «Ελληνικόν Αίμα», της 15.8.1942 (φύλλο 5), που διαδεβαιώνει: «από τη σημερινή κοσμοχαλασιά θα προβάλη ένας νέος κόσμος, ασφαλώς δικαιότερος και ωραιότερος. Μόνον αυτό όμως γνωρίζομεν. Κανείς δεν είναι σήμερον εις θέσιν, ούτε ο Ρούσοελτ, ούτε ο Στάλιν, ούτε ο Τσώρτοιλ να προδιαγράψη την πορείαν...» Βλ. και παραπάνω σημειώσεις 11 και 12.

22.. Η υψηλή ιεράρχηση του συμμαχικού ιδεώδες μέσα στην παραδοσιακή αγγλόφιλη ιδεολογία κάποτε συνυπάρχει με τόνους μεγαλοϊδεατισμού. Χαρακτηριστικό το σχόλιο «ετοιμασθήτε για την Ελευθερία», στην εφημ. «Ελληνικόν αίμα» της 1.1.1943: «Πρέπει να ξεριζώσουμε από μέσα μας όλες τις παλιές αντιλήψεις είτε αφορούν τη θέση της Ελλάδας ως μικρής και ασήμαντης Βαλκανικής Δύναμης είτε αφορούν τις αδικίες και ανισότητες της κοινωνικής ζωής...» Επίσης σχόλιο της ίδιας εφημερίδας στις 20.2.1943: «θεωρούμε σαν βρισιά και την απλήν υπόνοιαν ότι είναι δυνατόν να μπουν στην ίδια γραμμή των απασχολήσεων μας το μέλλον της Ελλάδος με τις μικρομιζέριες του εσωτερικού μας νοικοκυριού. Μεγάλες Ελλάδες γίνονται μια φορά στα χίλια χρόνια. Κυβερνήσεις και καθεστώτα κάθε μέρα...».

23.. Η πολιτική πρακτική των ΕΑΜικών δυνάμεων σ' ότι αφορά το συμμαχικό παράγοντα θίγεται σε καταλληλότερη θέση. Αντίστοιχα είναι και τα ιδεολογικά της παρακολουθήματα που επικεντρώνονται στη θετική αποτίμηση της συμμαχικής και ειδικότερα αγγλικής πολιτικής, ως το Δεκέμβριο του 1944. Ενδεικτικά: «Ελληνικέ Λαέ, μη φοοηθής πως θα γυρίση ο λαομίσητος βασιλιάς.

Οι σύμμαχοι θα σεβαστούν τη θέληση του συμμάχου τους Ελληνικού Λαού... Ο Κριπς, μέλος της Αγγλικής Κυβέρνησης, είχε κιόλας δηλώσει: Οι λαοί των σκλαβωμένων χωρών είναι ελεύθεροι να διαλέξουν το πολίτευμα που τους αρέσει, αδιάφορο αν αυτό αρέσει στους συμμάχους...». Προκήρυξη της Κ.Ο.Α. του ΚΚΕ, Αθήνα, χωρίς χρονολογία, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, ό.π., Κ 52Β1.

24.. Πρβλ. Γ.Δ. Κοντογιώργη «Πολιτικό σύστημα και πολιτική», ό.π., σελ. 98: «...υπό τις συνθήκες της εποχής, η τοπική αυτοδιοίκηση αποτέλεσε μια καθολική πολιτική ανάγκη και επιλογή, που προέκυψε τόσο από μια συγκεκριμένη ιδεολογική στάση όσο και κυρίως από το γεγονός της κατοχής και της αδυναμίας να λειτουργήσει ένα κεντρικό εθνικό κράτος...».

25.. Γ. Μπέικου «Η λαϊκή εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα», Ι. Αθήνα 1979, Σελ. 131. Αναφέρεται στην αντίθεση ανάμεσα σ' έναν κλασικό «κοινοτητοπατέρα» και τους νεολαίους που είχαν συγκροτήσει επιτροπή στο χωριό Κλειτσός της Ευρυτανίας, για την εξυπηρέτηση των στρατιωτών που επέστρεφαν απ' το αλβανικό μέτωπο.

26.. Κάποιες φορές, πάντως, η αντιστασιακή ηγεσία αφήνει αδιευκρίνιστο το πρόβλημα των σχέσεων άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στο μεταβατικό πολιτικό σύστημα. Ενδεικτική η εισήγηση του Γ. Σιάντου, Γραμματέα των Εσωτερικών στην ΠΕΕΑ, κατά τη σύνοδο του Εθνικού Συμβουλίου: «Η δραστηριοποίηση του λαού, η παλλαϊκή συμμετοχή στην πολιτική ζωή, μόνο δια μέσου μιας ζωντανής αυτοδιοίκησης μπορεί να μπει σε κίνηση και δράση, και τώρα και μεταπολεμικά για την ανοικοδόμηση της χώρας, η ανεξάντλητη δραστηριότητα των λαϊκών μαζών...» Ο λόγος του στο συλλογικό «Στ' άρματα! Στ' άρματα!», Αθήνα, χ.χρ., (έκδοση Γιαννίκου), III. σελ. 59 επόμ. Για τις απόψεις του Γ. Σιάντου σχετικά με την αυτοδιοίκηση και την αποκέντρωση, μαρτυρική και η αιτιολογική του Έκθεση στην Πράξη 23 της ΠΕΕΑ «οργάνωση των διοικητικών υπηρεσιών της Γραμματείας εσωτερικών», 10.4.1944, στο Δελτίο Πράξεων και Αποφάσεων της ΠΕΕΑ, 25.4.1944, σελ. 1415.

27.. Χαρακτηριστική μια προκήρυξη της Εθνικής Αλληλεγγύης συνοικιών, χωρίς ημερομηνία, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους - Αρχείο Ηρ. Πετμεζά, φάκελλος Κ 52Β1: «Με Λαϊκές επιτροπές βρες και μοίρασε με παραδειγματική τάξη τα κρυμμένα τρόφιμα σε λογικές τιμές. Μόνο με επιτροπές στους Γερμανούς και στην κυβέρνηση, με καθόδους δεν θ' αφήσεις να επαναληφθεί ο φριχτός χειμώνας του '41...» Για τη μάχη της σοδειάς στην ΒΔ Μακεδονία, Κώστα Παπαναστασίου «Το αντάρτικο στη Δυτική Μακεδονία 19411944», δακτυλογραφημένο χ.χρ., σελ. 836, για τη Θεσσαλία Λάζαρου Αρσενίου «Η Θεσσαλία στην Αντίσταση», Αθήνα 1977, Β', σελ. 255 επόμ. και για τη Στερεά κείμενο του Κώστα Ζαχαρία στου περιοδικό «Ενιαία ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση», τεύχος 1. 1985, σελ. 46 επόμ. Για μια «επιτροπή αγώνα» σχετικά με τη σίτιση στη Μυτιλήνη βλ. προκήρυξη του ΕΑΜ στον Απ. Ε. Αποστόλου «Μνήμες», Αθήνα 1985, σελ. 222. Οι Επιτροπές της Αυτοδιοίκησης επιφορτίστηκαν με την καταγραφή διαθέσιμων αγαθών και την ιεράρχηση των αναγκών, την οργάνωση της συγκέντρωσης και διανομής τροφίμων κλπ. Βλ. ενδεικτικά την Εγκύκλιο 2 της Γραμματείας Εσωτερικών της ΠΕΕΑ (14.3.1944), στην έκδοση «Στ' άρματα...», ό.π.. Β', σελ. 272.

28.. Από το πρόγραμμα του ΕΔΕΣ. που αναδημοσιεύεται στο «Ιστορικόν Αρχείον Εθνικής Αντιστάσεως» (Επιμέλεια Κομν. Πυρομάγλου), Αθήνα, χ.χρ., τόμος Α', σελ. 34 επόμ., η παράθεση σελ. 35.

29.. Ενδεικτικό είναι το πρώτο διάγγελμα του ΕΑΜ, στις 10.10.1941 (περιοδικό «Εθνική Αντίσταση», Αθήνα 1962, συλλογή 1η, σελ. 56) που αναφέρει: «Άσχετα απ' ότι σας χώρισε στο παρελθόν, άσχετα απ' ότι θα σας χωρίση στο μέλλον ύστερα απ' το ξεσκλάδωμά μας, ενώστε τις δυνάμεις σας στον Εθνικό Απελευθερωτικό Αγώνα...». Ακόμη, από άλλη οπτική, σχόλιο της εφημ. «Μάχη», στις 23.7.1943, φύλλο 29: «Όλοι σήμερα, Βασιλεία, κεφαλαιοκρατία, αστοί και προλετάριοι δεν πρέπει παρά να λογαριάζονται αδέλφια, με ένα αντικειμενικό σκοπό, πως ο καθένας με το δικό του τρόπο, θα μπορέσει να συνεισφέρει στην τελευταία φάση του κοινού αγώνα...»

30.. Για την εθελοντική ανάληψη της κατασκευής και συντήρησης κοινοτικών έργων στην Ευρυτανία το 1941, Γ. Μπέικου, ό.π., Ι. σελ. 176 επόμ.

31.. Σχετικά με τους συνεταιρισμούς και τα συνέδρια τους, καθώς και για κάποια κτηνοτροφικά συνέδρια βλ. εφημ. «Λαϊκή Κυριαρχία» (της Πανθεσσαλικής επιτροπής του Ε.Α.Μ.), 12.1.1944 (βη σελίδα), Ααζ. Αρσενίου, ό.π., σελ. 304 επόμ., καθώς και την Πράξη 60 της ΠΕΕΑ και του Ε.Σ., «προσωρινές διατάξεις για τη σύσταση και λειτουργία των Συνεταιρισμών», όπου γίνεται λόγος (αιτιολογική έκθεση) για «διεύρυνση του σκοπού τους», «απεριόριστη δυνατότητα της σύνδεσης των συνεταιρισμών σε δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες οικονομικές οργανώσεις», «δημοκρατική λειτουργία» κλπ. Το κείμενο της στο «Δελτίο», 10.9.1944, σελ. 95 επόμ.

32.. Χαρακτηριστική δίωξη της χαρτοπαιξίας από το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ με Διαταγή της 19.11.1943, που δημοσιεύεται στην «Ελεύθερη Ζωή», όργανο της Ν.Ε. Λάρισας του ΕΑΜ (25.12.1943). Για την πάταξη της χαρτοπαιξίας και της διακίνησης ναρκωτικών στην περιοχή της Τρίπολης βλ. σύντομη αναφορά στο περιοδικό «Τότε», Δεκέμβριος 1984 (τεύχος 19), σελ. 8690.

33.. Γ. Μπεικου, ό.π., Ι, σελ. 239 και 244.

34.. Πρωτογενείς πληροφορίες παρέχει ο Γ. Κοτζιούλας, «θέατρο στα βουνά - το θέατρο του αγώνα», Αθήνα 1976. Ενδιαφέρον υπήρξε και για τη διάσωοη των αρχαιολογικών θησαυρών, με την εποπτεία της Αυτοδιοίκησης. Βλ. «Ιστορικόν Αρχείον Εθνικής Αντιστάσεως», ό.π., Β', σελ. 2 επόμ. και Υπόμνημα Εθνοσυμβούλου Δ. Πάλλα προς τη Γραμματεία Παιδείας της ΠΕΕΑ (Ιούνιος 1944), στον Ν. Αναγνωστόπουλο «Παράνομος Τύπος». Κατοχή 19411944, Αθήνα 1960, σελ. 263.

35.. Χρύσας Χατζηοασιλείου «Το ΚΚΕ και το γυναικείο ζήτημα», έκδοση Κ.Ε. του ΚΚΕ, Αθήνα 1946, σελ. 27 και επόμ. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, ό.π., Κ52Α1 σώζονται τρία φύλλα της «Γυναικείας Δράσης», οργάνου του Ε.Α.Μ. που εκδόθηκαν παράνομα το 1943. Η Εθνοσύμβουλος Φωτεινή Φιλιππίδου Φίλιου (συνέντευξη στις 18.12.1985), συμφώνησε για το σωστό προσανατολισμό του ΕΑΜΕΛΑΣ, είχε όμως επιφυλάξεις για την τήρηση στην πράξη απ' τους ίδιους τους άνδρες των αρχών που συνεπάγεται η νομική ισότητα των φύλων. Φαίνεται ότι τις αδυναμίες της αντιστασιακής ιδεολογίας γύρω από το γυναικείο ζήτημα επέτειναν οι ασυνέπειες της κοινωνικής και πολιτικής πρακτικής.

36.. Άποψη του αντιστασιακού Λάζαρου Αρσενίου (συνέντευξη στη Λάρισα 2.11.1986), που υποστηρίζει πως η γραμμή του ΕΑΜ, ιδιαίτερα για τη Θεσσαλία, ήταν υπερκομματική και αποπολιτικοποιημένη. Υπάρχουν και, άλλες σχετικές πηγές, που παρουσιάζονται σε καταλληλότερη θέση.

37.. Π.Λ. Παπαγαρυφάλλου «Η αλήθεια για την καταγωγή και εφαρμογή του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης στην Ελεύθερη Ελλάδα της κατοχικής περιόδου», Αθήνα 1980 (ανάτυπο από περιοδικό «Τοπική Αυτοδιοίκηση», τεύχος 4, 1980) σελ. 28.

38.. Άρθρο 346' των «Διατάξεων για την Αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη» του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ (1.12.1943, σε ισχύ από 1.1.1944), που αναδημοσιεύονται και στο περιοδικό «Εθνική Αντίσταση», έβδομη συλλογή, Αθήνα, Αύγουστος 1964.

39.. Απόφαση 6 (διάταγμα) του Κ.Γ.Σ. (17.8.43), άρθρο 1, στο ίδιο περιοδικό, έκτη συλλογή, Δεκέμβριος 1963.

40.. Ν. Παπαντωνίου και Ν. Σοβρώνος, σελ. IV του Επιλόγου τους στο βιβλίου του Δ.Ι. Ζέπου. «Λαϊκή Δικαιοσύνη εις τας ελευθέρας περιοχάς της υπό κατοχήν Ελλάδος», 6' έκδοση Αθήνα 1986, ο οποίος (στο ίδιο, σελ. 24) πιστεύει πως η αρχή της ανεξαρτησίας, μολονότι διακηρύσσεται, στην πραγματικότητα ήταν δύσκολο να τηρηθεί, κυρίως στο χώρο της Δικαιοσύνης. Το πρόβλημα θίγεται και σε άλλη θέση.

41.. Ενδεικτικά, για το κλίμα της ιδεολογικής αυτής διαπάλης: α) Σχόλιο της «Ελεύθερης Ελλάδας», στις 15.4.1943, φύλλο 17: «Τα ανταρτικά σώματα στις πολιτείες και τα χωριά που απελευθερώνουν εγκαθιστούν ελληνικές τοπικές διοικήσεις από τις επιτροπές του ΕΑΜ. Τα αποθέματα των τροφίμων διανέμονται στο λαό, η ασφάλεια εμπεδώνεται, ελληνικές εφημερίδες εκδίδονται σε μεγάλο σχήμα, οι προδότες ξεκαθαρίζονται...» 6) Κείμενο της εφημερίδας «ΕΕ» (της οργάνωσης «Εθνική Επανάστασις»), Αύγουστος 1943, φύλλο 7: «Παντού όπου εμφανίζονται τοιαύται ανταρτικοί ομάδες υπό τα ονόματα ΕΑΜ ή ΕΛΑΣ δεν έπραξαν τίποτε άλλο, παρά λεηλασίας, σφαγάς, διώξεις και ακατονόμαστα άλλα όργια εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού της υπαίθρου, παντού ανέτρεψαν ελληνικός αρχάς και εγκαθίδρυσαν κατάστασιν της νοσηρός και εγκληματικής αυτών φαντασίας... μόνον και μόνον δια λόγους καθαρώς επικρατήσεώς των και τρομοκρατήσεως της υπαίθρου...» γ) Προκήρυξη ΕΑΜικών αστυνομικών, χ.χρ., Γενικά Αρχεία του Κράτους, ό.π., Κ52Β1, που αναφέρει: «Όμως ο Ελληνικός λαός δεν ξεγελιέται πια. Είδε ότι αυτό που λένε αναρχία είναι η αυτοδιοίκηση του, η Λαϊκή Δικαιοσύνη, η Λαϊκή Διακυβέρνηση. Η τάξη και Δικαιοσύνη που εγκατέστησε και χαίρεται, ακόμη και κάτω από τις σημερινές συνθήκες, στα ελευθερωμένα εδάφη της χώρας...» δ) Σχόλιο της εφημ. «Μεγάλη Ελλάς» (της «εθνικής οργανώσεως Ελληνοπαίδων»), 2829.10.1944 το οποίο διατείνεται ότι «η προπεύουσα διασχίζεται από παντοειδείς ενόπλους, οι συνοικίες της αναταράσσονται από την λεγομένην εθνικήν πολιτοφυλακήν, οι κάτοικοι της πιέζονται να συνεισφέρουν όλοι εις εράνους του ΕΑΜ και εις τα Υπουργεία και τους διαφόρους οργανισμούς εδρεύουν συνδικαλιστικές επιτροπές που αναστατώνουν τα πάντα... συλλήψεις και απαγωγές γίνονται από ανεύθυνους παράγοντας...»

42.. Ο Γ. Μπέικος, ό.π., Ι, σελ. 436 παραθέτει τη χαρακτηριστική επιφυλακτική απάντηση ανθρώπων που προτάθηκαν για τα όργανα των λαϊκών θεσμών: «...Εμείς ζευγίτες και τσοπαναραίοι, τελέψαμε μια δουλειά, κουτσάστραβά, που την ξέραμε. Μη μας βάζεις τώρα να κάνουμε και το δ.εξιό ψάλτη, τέτοιο χάρισμα δεν το 'χουμε!...». Βέβαια το παράθεμα, εκτός από επιφυλακτικότητα, υποδηλώνει και άσκηση πίεσης.

43.. Π.Λ. Παπαγαρυφάλλου, ό.π., σελ. 27. Για τις αρετές των ενεργοποιημένων ανθρώπων της υπαίθρου παραστατική η αναφορά του Γ. Μπέικου, ό.π., II, σελ. 47: "Η λαϊκή φιλοτιμία - «ας πάει και το παλιάμπελο», μια και «για ένα φιλότιμο ζει ο άνθρωπος». Η περηφάνια - «δε δέχεται μύγα στο σπαθί του». Η ευθιξία - «καίει το καλύβι του να μην τον τρων' οι ψύλλοι». Η πηγαία εντιμότητα κι η έγνοια για την υπόληψη του - «η τιμή, τιμή δεν έχει και χαρά στον που την έχει». Η συναίσθηση ευθύνης - «μπήκες στο χορό, βγάλ' τον ως το τέλος». Ο ενθουσιασμός εκείνος που κάνει τον άνθρωπο ειλικρινή στη συμπεριφορά του - «πετάει και τη σκούφια του...»".

44.. Στην εφημερίδα «Η φωνή του ΕΑΜ» (όργανο της Π.Ε. Καρδίτσας), 21.9.1943 περιγράφεται ένα επεισόδιο υπερήφανης άρνησης χωρικού να δεχτεί χρήματα για την εξαγορά της ψήφου του. Ιστορική κριτική επιχειρείται στο κύριο θέμα της «Λαϊκής Κυριαρχίας» (της Πανθεσσαλικής Επιτροπής του ΕΑΜ), 12.1.1944: «Στην "αυτοδιοίκηση" του πρώην καθεστώτος, δεν υπήρχε στην πραχτική τη; εφαρμογή ούτε ίχνο: λαοκρατικής αρχής, ώστε στο σύνολο της δεν ήταν παρά ένας θεσμό; αντικοινωνικός, αντισυνολικός, αντιλαϊκός, αντιδημοκρατικός...»

45.. «Η Πίνδος», χωρίς ημερομηνία (1943), που εκδόθηκε άτακτα στη Θεσσαλία, σε άρθρο με υπογραφή Μ.Μ.

46.. Χαρακτηριστικό επεισόδιο άρνησης τον Άρη Βελουχιώτη να δεχθεί αγγλική χρηματική ενίσχυση στη συλλογή «Άρης Βελουχιώτης. ο πρώτος του Αγώνα», Αθήνα χ.χρ., επιμέλεια Πάνου Λάγδα, Α', οελ. 187 και 189. όπου το αξιοσημείωτο: «Όχι φεύγοντας από δω να ογάλτε τα τεφτέρια σας και να το γράψετε σε κάποιο λογαριασμό και να μας τα γυρεύετε αύριο με αποκλεισμούς και πιέσεις και ελέγχους της οικονομίας μας, όπως κάματε με κάτι παλιότερα...» Τέτοια περιστατικά διηγείται και ο αντιστασιακός Θόδωρος Καλλίνος Αμάρμπεης, σε συνέντευξη μας στη Θεσσαλονίκη (Μάρτιος του 1986).

47.. Για την προβληματική θετικού φυσικού δικαίου τέτοια, γενικά, η τοποθέτηση του Αρ. Μάνεση, «Συνταγματικό Δίκαιο», Ι, θες νίκη 1980, σελ. 34 επόμ. Αντίθετος, μεταξύ άλλων, ο Κ. Δεσποτόπουλος. «Μελετήματα πολιτικής φιλοσοφίας», Αθήνα 1975, σελ. 50 επόμ. Ακόμη: Γ. Βλάχου «Κοινωνιολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου». Αθήνα 1979. σελ. 153 επόμ. Ήδη ο Πλάτων στον «Πρωταγόρα», παρουσιάζοντας θέσεις των σοφιστών, και ο Αριστοτέλης στη «Ρητορική» έθεταν τη διάκριση «φύσει» και «νόμω» δικαίου. Βλ. και Αρ. Μάνεση, ό.π., σελ. 38.

48.. Αυτό είναι το νόημα του άρθρου 33α' του «Κώδικα Αυτοδιοίκησης και Ααϊκής Δικαιοσύνης για τη Στερεά Ελλάδα» (α' έκδοση Επιτροπής Ε AM Στερεάς, Αύγουστος 1943). Επαναλαμβάνεται στο άοθρο 58 των «Διατάξεων για την Αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη» (α' έκδοση Επιτροπής ΕΑΜ Στερεάς, Δεκέμβριος 1943).

49.. Άρθρο 32 του «Κώδικα...» και επανάληψη του στο άρθρο 57ά των «Διατάξεων...». Κριτική ασκεί ο Δ.Ι. Ζέπος, ό.π., σελ. 6571.

50.. Οι αρχές αυτές περιέχονται σε οδηγίες του Τμήματος Δικαστικού του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ, σχετικές με τη λειτουργία των στρατοδικείων. Αναδημοσιεύονται ότου Δ.Ι. Ζέπου, ό.π., σελ. 1413.

51.. Κατά την πρώιμη περίοδο της ανάπτυξης ανταρτικού κινήματος οι δικαιοκρατικές εγγυήσεις ήσαν χαλαρές. Για αργότερα βλ. ενδεικτικά: Συμφωνητικό Έντυ Ψαρρού, δημοσιευμένο στην «Απελευθέρωση», Αύγουστος 1943, φύλλο 4 (Αθήνα), σημείο 8: «Δέον να μη γίνονται βαρβαρότητες εναντίον ουδενός παρά των μελών οιασδήποτε ανταρτικής ομάδος. Ουδεμία μόνιμος φυλάκισις επιτρέπεται άνευ τελείας αποδείξεως των γεγονότων...» Ακόμη, προφορική μαρτυρία αντιστασιακού δικηγόρου Γ. Παπαδογούλα (Καρπενήσι 30.6.1986), ότι απέτρεψε διαπόμπευση γυναικών (που θεωρήθηκαν ένοχες προδοσίας) απ' τον Άρη Βελουχιώτη, προτείνοντας ένορκη εξέταση, ενυπόγραφες καταθέσεις και ορισμένα άλλα αποδεικτικά μέσα.

52.. Στις «Οδηγίες», όπως στην σημείωση 90.

53.. Από την αιτιολογική έκθεση του Ηλία Τσιριμώκου στις «προσωρινές διατάξεις για τα αδικήματα και τις ποινές», Πράξη 63, στο Δελτίο Πράξεων και Αποφάσεων της ΠΕΕΑ, 15.9.1944, σελ. 101 επόμ.

54.. Για τα ελαφρυντικά και την εξέταση των συγκεκριμένων συνθηκών, ενδεικτικά τα άρθρα 58 και 59 των «Διατάξεων...», ό.π. Για περίπτωση εξαίρεσης από μετρό απόλυσης, το Φεβρουάριο του 1944, κρατουμένων που ήσαν υπόδικοι «δια πράξιν προδοσίας και βαρείας πράξεις κοινού Δικαίου» βλ. σχετική συμφωνία ΕΛΑΣ - ΕΚΚΑ - ΕΔΕΣ, που αναδημοσιεύεται στην «Εθνική Αντίσταση», δωδέκατη συλλογή, Οκτώβριος 1974, σελ. 9.

55.. Από επιστολή του Αν. Πολυζωίδη στα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογγίου, 1.10.1824.

56.. Περιπτώσεις «οίαιης» αντίδρασης δικαστών που γνώριζαν από προσωπική πείρα την ανακρίβεια των ισχυρισμών κάποιου διαδίκου, διηγήθηκαν σε συνεντεύξεις τους οι αντιστασιακοί Δημ. Τραχανής, Γ. Καραγιάννης και Γ. Παπαδογούλας.

57.. Δείγματα αυτού του πνεύματος: «θάνατος εις τους εκμεταλλευτές μαυραγορίτες και κρέμασμα αυτών εις τους τηλεγραφικούς στύλους! Σπάσιμο των αποθηκών, των σπιτιών και των καταστημάτων των και διανομή των υπαρχόντων εις τον πεινώντα λαόν!» Απ' την εφημερίδα «ΕΕ» (οργάνωσις εθνικής επαναστάσεως), Οκτώβριος 1943, φύλλο 11, Γενικά Αρχεία του Κράτους, ό.π., Κ52Β1. Ή ακόμη: «Ψευτοδημοκρατικοί πλουτοκράτες, σκυλόψαρα που τρώτε τις σάρκες του λαού μαζί με τους καταχτητές, το Λαϊκό Δικαστήριο σας περιμένει. Κάτω τα χέρια από τους αντάρτες μας, το καμάρι του λαού...» Από προκήρυξη προς τους Περιστεριώτες (Αθήνα), χ.χρ., στο ίδιο Αρχείο, Κ52Β1.

58.. Λαζ. Αρσενίου, ό.π., Α', σελ. 336.

59.. Άρθρο 59 6' και γ' των «Διατάξεων...», ό.π.

60.. Από την αιτιολογική έκθεση του Ηλία Τσιριμώκου (Γραμματέα της Δικαιοσύνης) στην Πράξη 30 της ΠΕΕΑ, «Γλώσσα αποφάσεων και πρακτικών των δικαστηρίων», Δελτίο Πράξεων και Αποφάσεων της 5.5.1944, σελ. 22.

61.. Ο Α.Κ., μετά από καθυστερήσεις κι εμπλοκές, τέθηκε σε ισχύ με τον Α.Ν 2783 1941 της πρώτης κυβέρνησης συνεργατών, για ν' ανασταλεί με το Ν.Δ. της 13 15 Μαΐου 1941 και ν' αποκατασταθεί οριστικά με το Ν.Δ της 7 10 Μαΐου 1946. Σήμερα ισχύει με διαδοχικές τροποποιήσεις, πιο πρόσφατες απ' τις οποίες είναι εκείνες των Ν. 1250 72 και 1329 83 και του Π.Δ 164α 24.10.1984. Στα «χρηστά ήθη» αναφέρονται τα άρθρα 33, 150, 178 επόμ., 281, 730, 919, 1375, 1782, 1787 επομ., ενώ στα «συναλλακτικά ήθη», τα άρθρα 142, 193, 197, 200, 288, 889.

62.. Βλ. Γ. Μπέικου, ό.π., II, σελ. 166 επόμ., υπόθεση διεκδίκησης από ακτήμονες μιας μεγάλης ιδιωτικής γαιοκτησίας. Στο βαθμό που το συγκρότημα ΕΑΜΕΛΑΣ είχε αποφασίσει να σεβαστεί γενικά το καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας, τα τοπικά όργανα θα ήταν δύσκολο να προωθήσουν διαφορετική λύση. Γι αυτό η κατάληψη του κτήματος δεν εγκρίθηκε και τελικά εμποδίστη

63.. Βλ. «Οδηγίες...» του ΕΛΑΣ, ό.π., και Γ. Μπέικου, ό.π., Ι, σελ. 24.

64.. Άρθρο 58 2 και 5 των «Προσωρινών διατάξεων για τα αδικήματα και τις ποινές», ό.π.

65.. Πάντως στις «Γενικές Συνελεύσεις του Λαού», αντίθετα με ό,τι ισχύει για τις επιτροπές της Αυτοδιοίκησης, δεν προβλέπεται να λογοδοτούν και να εκθέτουν τα πεπραγμένα τους τα μέλη των Λαϊκών Δικαστηρίων - Άρθρο 24 των «Διατάξεων...» του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ, ό.π. Σ' ότι αφορά την τιμωρία της περιύβρισης και της διατάραξης των συνεδριάσεων δικαστηρίου, σχετικά με τα άρθρα 181 §1 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 Ν.Δ. 2493 53) και 197 §2 (καθώς και άρθρο 6 Ν.410 76) του Ποινικού Κώδικα (Ν. 1492 της 17 17 Αυγούστου 1950), αντίστοιχο του άρθρου 202 του προγενέστερου Ποινικού Νόμου (1834).

66.. Χαρακτηριστική η αιτιολογική έκθεση για την Πράξη 57, «Κώδικα της Λαϊκής Δικαιοσύνης», στο Δελτίο Πράξεων και Αποφάσεων της ΠΕΕΑ, 25.8.1944, σελ. 73 επομ.

6.7. Εφημ. «Ο Απελευθερωτής», έκτακτη έκδοση 25 Μαρτίου 1943, φύλλο 18. Αδόκιμη, μάλλον, η σύνδεση «λαϊκότητας» και τακτικής ιεραρχικής διάρθρωσης του στρατού. Για την προβληματική του ΕΛΑΣ πάνω στο χαρακτήρα και την καταλληλότητα του ανταρτικού στρατού βλ. και το φυλλάδιο «Φύση και προορισμός του ΕΛΑΣ», Αθήνα Μάρτιος 1946, έκδοση «Εθνικής Αντίστασης», κυρίως σελ. 23. Πρβλ. σχετικούς στίχους: «Ξαναζωντάνεψε τ" Αρματολίκι...» κλπ. του γνωστού τραγουδιού της εποχής, κι εκείνους της Σοφίας ΜαυροειδήΠαπαδάκη: «...αντάρτης, κλέφτης, παληκάρι πάντα είν' ο ίδιος ο Λαός...» Βλ. Γιάννη Κορδάτου «Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας», Η, 6'έκδοση, Αθήνα 1983, σελ. 799 και 801, και ποίημα του Αγγ. Σικελιανού, σελ. 803.

68.. Εφημ. «Απελευθέρωση» (της ΕΚΚΑ), Αθήνα 17.4.1943, φύλλο 1. Πρβλ. άποψη Γ.Δ. Κατσούλη, «Το κατεστημένο στη νεοελληνική Ιστορία», 6' έκδοση, Αθήνα 1975, σελ. 322: «Το "κύτταρο της κοινότητας" ξανάρχονταν με καινούργια ζωή στην επιφάνεια...».

69.. «Η ανάπτυξη του καπιταλισμού και το ζήτημα της Επανάστασης στην Ελλάδα», έκδοση ΚΟΜ. ΕΠ., Ιανουαρίους 1945. σελ. 9 και ακόμη σελ. 5 επόμ. και 16.

70.. Εφημ. «Η Φωνή του ΕΑΜ», Καρδίτσα 21.9.1943, φύλλο 70, σχόλιο «ψηφοθήρες και δημοκόποι».

71.. Προκήρυξη Κ.Ε. του ΕΑΜ, Εφημερίδα «Ελεύθερη Ελλάδα», 25.3.1943.

7.2. Αιτιολ. έκθεση Πράξης 35 της ΠΕΕΑ, που αφορά τις βασικές εκτάσεις και τους βοσκότοπους, στο «Δελτίο...», ό.π., 1.6.1944, σελ. 30 επόμ.

73.. Βλ. Γιάννη Καραγιάννη «Η προγραμμένη Εθνική Αντίσταση», Αθήνα, Φεβρουάριος 1977, σελ. 74 επόμ.

74.. Αιτιολ. Έκθεση Γ. Σιάντου στην Πράξη 55, «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης», «Δελτίο...», 15.8.1944, σημείο Ι.

7.5. Πρβλ. έγγραφο Διοικητικής Επιτροπής Θεσσαλίας, Καρδίτσα 15.9.44 (Γιάννης Καραγιάννης - Κώστας Αρίδας) προς τα όργανα της Αυτοδιοίκησης της περιοχής: «...Να παραβάλλεται ο σημερινός αγώνας προς τον αγώνα του 1821 και να εξάγονται τα αναγκαία συμπεράσματα, να εξηγείται δε στους τροφίμους των σχολείων, γιατί οι παππούδες μας του '21 νίκησαν μεν τον Τούρκο τύραννο, νικήθηκαν όμως από τον Έλληνα κοτσάμπαση κι έτσι έχασαν από τα αιματωμένα χέρια τους τη λαοκρατία της εποχής εκείνης...» Ως εγχειρίδιο - βοήθημα προτείνεται η «Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας» του Γιάννη Ζέυγου. Στην «Ιστορία της Αντίστασης 194045», Αθήνα, «Αυλός», χ.χρ., τρίτος τόμος, σελ. 1124.

7.6. Συνέντευξη εθνοσυμβούλου Φωτεινής ΦιλιππϊδουΦίλιου (Αθήνα 18.1.1985), επίσης Γ. Μπέικου, ό.π., Π, σελ. 4489. Απ'τα ψευδώνυμα ανταρτώνστρατιωτικών της περιόδου, ενδεικτικά: Νικηταράς, Μπότσαρης, Δυοβουνιώτης, Γραοιάς, Σουλιώτης, Κολοκοτρώνης, Τζαβέλλας, Κανάρης, Παπαφλέσσας, Διάκος, Ανδρούτσος, Ζαχαρίας, Φερραίος.

77.. Μεταξύ άλλων: Προκήρυξη Κ.Ε. του ΕΑΜ («Ελεύθερη Ελλάδα» 25 Μαρτίου 1943) και έκκλήση του προς τους δουλευτές και γερουσιαστές (στην ίδια), για τον εορτασμό της 25 Μαρτίου. Γραμματόσημα και ένσημα για την είσπραξη εισφορών του ΕΑΜ Θεσσαλίας, Λαζ. Αρσενίου, ό.π., Α', σελ. 81 και για συναφή θέματα σελ. 109110. Χρήση του «τσαρουχιοΰ» ως συμβόλου του ΕΑΜ, στο Διάγγελμα της 10.10.1941, που αναδημοσιεύεται στην «Εθνική Αντίσταση», πρώτη συλλογή, Απρίλιος 192, σελ. 56.

78.. Ενδεικτικά: θέση της Κ.Ε. του ΕΑΜ ότι «το ΕΑΜ είναι η σημερινή Φιλική Εταιρία», στην παραπάνω προκήρυξη (25.3.1943) και έκκληση της προς τους Έλληνες αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και εφέδρους (διάγγελμα 10.10.1941) να συνεισφέρουν στην Αντίσταση κατά το παράδειγμα «των ναυτών του 1821, του Κολοκοτρώνη, του Μιαούλη...» κλπ. Παραπομπή στη μαχητική ρήση-απάντηση του Κολοκοτρώνη προς τον Ιμπραήμ, σε διάγγελμα της ΠΠΕΑ, 19.4.1944, στο «Δελτίο...» 20.4.1944, σελ. 12. Αναφορά του Άρη Βελουχιώτη σε ήρωες του '21 που, πριν απ' αυτόν, είχαν αγωνιστεί σε πελοποννησιακό έδαφος («Ανοιχτό γράμμα προς το Λαό της Πελοποννήσου», Ν. Αναγνωστόπουλου «Παράνομος Τύπος...»ό.π., σελ. 260261) και, του ίδιου στις προδρομικές μορφές της Επανάστασης, στο «λόγο της Λαμίας» (αφιέρωμα «Άρης Βελουχιώτης...», ό.π., Β', σελ. 461). Πρβλ. στίχους Νίκου Κα6βαδία: «...Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι λικνίζει κάτου από το Δρυ και την Ιτιά το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη». Στου Γιάννη Κορδάτου, ό.π., σελ. 804.

79.. Πρβλ. αμέσως παραπάνω, σημείωση 75.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή