Το Κέντρο ή η διαρκής πόλωση της πολιτικής σκηνής, 1950-1967 Εκτύπωση
Τεύχος 23-24, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1988


Το «Κέντρο» ή η διαρκής πόλωση της πολιτικής σκηνής 1950-1967
Η πολιτική εκπροσώπηση του «ΕΑΜογενούς» κοινωνικού μπλοκ μετεμφυλιακά
των Χριστόφορου Βερναρδάκη και Γιάννη Μαύρη

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. Η πολιτική εκπροσώπηση των 2 κοινωνικών μπλοκ μετεμφυλιακά.

1.1. Η πολιτική εκπροσώπηση του αστικού μπλοκ: Ελληνικός Συναγερμός (ΕΣ) και Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ).

1.2. Η πολιτική εκπροσώπηση του «ΕΑΜογενούς» λαϊκού μπλοκ: Κέντρο Αριστερά Κέντρο...

2. Κριτική των βασικών προσεγγίσεων του κεντρώου φαινομένου.

3. Οι συγκεκριμένες βασικές κομματικές μορφές του «Κέντρου»: ΕΠΕΚ και Ένωση Κέντρου (ΕΚ).

4. Η διαρκής κοινωνική και εκλογική πόλωση στην προδικτατορική πολιτική σκηνή (1950-1967),

4.1. Η κοινωνική και εκλογική επιρροή του Ελληνικού Συναγερμού και της ΕΡΕ.

4.2. ΕΠΕΚ και Δημοκρατική Παράταξη (ΔΠ).

4.3. Η πόλωση στο εσωτερικό του «Κέντρου».

4.4. 1952-1956: Η κοινοβουλευτική επανεγγραφή της πόλωσης.

4.5. Οι εκλογές του 1958.

4.6. Η περίοδος 1961-1963.

4.7. Οι εκλογές του 1964: Το απόγειο της ταξικής και εκλογικής πόλωσης.

5. Δικομματισμός: η πολιτική έκφραση της κοινωνικής πόλωσης.

• Παράρτημα Α: Περικοπές από το πρόγραμμα της ΕΠΕΚ.

• Παράρτημα Β: Ο δικομματισμός στις βασικές καπιταλιστικές χώρες κατά την μεταπολεμική περίοδο.

«Πιο καθαρά ακόμη φαίνεται ο χωρισμός κάθε κοινωνίας σε πολιτικά κόμματα, όταν υπάρχουν βαθιές κρίσεις που συγκλονίζουν όλη τη χώρα. Οι κυβερνήσεις αναγκάζονται τότε να ζητήσουν στήριγμα στις διάφορες τάξεις της κοινωνίας. Μια σοβαρή πάλη σαρώνει κάθε φρασεολογία, καθετί το μικρόλογο, το παρείσακτο. Τα κόμματα εντείνουν όλες τις δυνάμεις τους, απευθύνονται, στις μάζες του λάου και οι μάζες, οδηγούμενες από το σίγουρο ένστικτο, φωτισμένες από την πείρα της ανοιχτής πάλης, ακολουθούν τα κόμματα εκείνα που εκφράζουν τα συμφέροντα της μιας ή της άλλης τάξης.

Οι εποχές τέτοιων κρίσεων καθορίζουν πάντα για πολλά χρόνια, ακόμη και για δεκαετίες, το χωρισμό σε κόμματα των κοινωνικών δυνάμεων μιας δοσμένης χώρας. Στις Γερμανία λ.χ. τέτοια κρίση ήταν οι πόλεμοι τον 1866 και του 1870. Στη Ρωσία τα γεγονότα του 1905. Δεν μπορεί να καταλάβει κανείς την ουσία των πολιτικών μας κομμάτων, δεν μπορεί να ξεκαθαρίσει ποιες τάξεις αντιπροσωπεύει το άλφα ή το σήμα κόμμα στη Ρωσία, αν δεν γυρίσει πίσω στα γεγονότα εκείνου του χρόνου».

(Λένιν: «Τα πολιτικά κόμματα στη Ρωσία» Μάης 1912, άπαντα, τόμος 21, εκδ. ΣΕ σελ. 288)

1. Η πολιτική εκπροσώπηση των 2 κοινωνικών μπλοκ μετεμφυλιακά.

1.1. Η πολιτική εκπροσώπηση του αστικού μπλοκ: Ελληνικός Συναγερμός (ΕΣ) και Εθνική Ριζοσπαστική (ΕΡΕ).

Είδαμε στο Α' μέρος του άρθρου μας για τα κοινωνικά μπλοκ στη σύγχρονη ελληνική ιστορία (θέσεις 20) την αδυναμία ανασυγκρότησης του αστικού μπλοκ και την ανυπαρξία αστικού πολιτικού προσωπικού ικανού να αναλάβει αυτή την πρωτοβουλία στην περίοδο 1945-1952. Το γεγονός αυτό, όπως έχει επισημανθεί αντανακλάται και στο φαινόμενο της μη ανανέωσης του αστικού προσωπικού. Είναι ενδεικτικό ότι από τους 354 βουλευτές της Βουλής του 1946 οι 183 (ποσοστό 51.7%) είχαν διατελέσει βουλευτές και προπολεμικά (Νικολακόπουλος 1985).

Εν τούτοις στη Βουλή του 1946 θα εκλεγεί για πρώτη φορά ολόκληρος σχεδόν ο βασικός πυρήνας τον μεταπολεμικού αστικού προσωπικού που θα παραμείνει και θα καθοδηγήσει την αστική πολιτική και στη μεταπολίτευση (πίνακας 1). Η συνέχεια και σταθερότητα του που συμβολίζει την συνέχεια και σταθερότητα του αστικού κοινωνικού μπλοκ μετεμφυλιακά για 40 σχεδόν χρόνια δεν σημαίνει προφανώς καμιά απλή «συνέχεια» ανάμεσα στον ΕΣ και στην ΕΡΕ από τη μια και τη ΝΔ από την άλλη. Η ταύτιση ανάμεσα στη συνέχεια του πυρήνα του αστικού πολιτικού προσωπικού - στο σύνολο του αστικού πολιτικού προσωπικού η ΝΔ χαρακτηρίζεται από ριζική ανανέωση (την μεγαλύτερη πολιτικού κόμματος μεταπολεμικά) και σ' αυτό (πίνακας 2) - και στην υποτιθέμενη συνέχεια των κομματικών σχηματισμών είναι ένα λάθος στο οποίο έχουν υποπέσει αρκετοί μελετητές της μεταπολίτευσης.

Η πολιτική εκπροσώπηση των νικητών του εμφύλιου (του αστικού μπλοκ) θα σταθεροποιηθεί με τη συγκρότηση του Ελληνικού Συναγερμού. Η εκλογική νίκη στις Β.52 όπως επισημάναμε άλλου αποκρυσταλλώνει και συμβολοποιεί τη διαμόρφωση της κοινωνικής συμμαχίας που αποκλήθηκε «Δεξιά» (βλ. θέσεις 20). Αυτήν την εκπροσώπηση θα κληρονομήσει η Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ)



που ιδρύει ο Καραμανλής επιχειρώντας την ανανέωση της πολιτικής έκφρασης του αστικού μπλοκ. Αυτήν την εκπροσώπηση θα διατηρήσει σταθερά μέχρι την επιβολή της δικτατορίας.

1.2. Η πολιτική εκπροσώπηση του «ΕΑΜογενούς» λαϊκού κοινωνικού μπλοκ: Κέντρο · Αριστερά · Κέντρο...

Ενώ η εκπροσώπηση του αστικού μπλοκ επιδεικνύει σημαντική σταθερότητα, αντίθετα η πολιτική εκπροσώπηση του (ηττημένου) ΕΑΜικού (και στη συνέχεια ΕΑΜογενούς) λαϊκού μπλοκ εμφανίζεται «ασταθής». Η «αστάθεια» αυτή έχει γίνει αιτία για μια σειρά λανθασμένες, κατά τη γνώμη μας, αναλύσεις της προδικτατορικής περιόδου της πάλης των τάξεων.

Οι μετατοπίσεις των λαϊκών μαζών εκλαμβάνονται σαν «υψηλή κινητικότητα εκλογέων» η οποία με τη σειρά της αποδίδεται στο ιδεολόγημα των «πελατειακών σχέσεων». Προφανώς, ως «κινητικότητα των εκλογέων» οι απόψεις αυτές εννοούν τη λαϊκή μετατόπιση προς τα κόμματα του «Κέντρου» η οποία αποδίδεται στην ανάγκη εξυπηρέτησης ίδιων, συντεχνιακών κλπ. συμφερόντων («πελατειακές σχέσεις»)1. Οι αναλύσεις αυτές που τοποθετούνται στο εσωτερικό της αστικής ιδεολογίας δεν μπορούν να συνεισφέρουν στην επιστημονική ανάλυση του «κεντρώου φαινομένου».

Η ήττα του Εαμικού μπλοκ και η διάσπαση του προγράμματος του ΕΑΜ, η ιστορική χρεοκοπία καθώς και η ιστορική διάρρηξη των σχέσεων εκπροσώπησης του ΚΚΕ με τις κοινωνικές δυνάμεις που εξέφρασε στην δεκαετία του '40 είναι οι υλικές προϋποθέσεις για την ανάδυση του ιδιόμορφου πολιτικού χώρου του «Κέντρου» στην μετεμφυλιακή περίοδο.

Το «Κέντρο» εντούτοις δεν υπάρχει ευθύγραμμα στην προδικτατορική περίοδο. Όπως φαίνεται στο διάγραμμα (1) υπάρχουν δυο ουσιαστικοί περίοδοι κυριαρχίας του «Κέντρου»: α) 1950-1952, 6) 1961-1967 που ταυτίζονται κατά βάση με τη συγκρότηση της ΕΠΕΚ και της Ένωσης Κέντρου (ΕΚ)2. Η περίοδος που παρεμβάλλεται, 1952-1961, είναι περίοδος κρίσης, διάλυσης, ανυπαρξίας «Κέντρου» στην πραγματικότητα3. Αυτός ο πολιτικός χώρος χαρακτηρίζεται λοιπόν από ασυνέχεια.



Το «Κέντρο» και της πρώτης και της δεύτερης περιόδου, παρά τις σημαντικές διαφορές αποτελεί το ίδιο πολιτικό πείραμα: απόπειρα να διαμορφωθεί η εναλλακτική αστική λύση απέναντι στο μπλοκ της «Δεξιάς», στηριγμένη σε παρεμφερείς κοινωνικές δυνάμεις. Το σημείο σύγκλισης της ΕΠΕΚ και της ΕΚ είναι ότι αναλαμβάνουν συγκυριακά («στιγμιαία» και όχι μακροπρόθεσμα) την πολιτική εκπροσώπηση του ηττημένου ΕΑΜικού μπλοκ (και ΕΑΜογενούς πλέον στη συνέχεια), το οποίο παραμένει χωρίς εκπροσώπηση (εμφανίζει «αστάθεια») μετά τον εμφύλιο για τους λόγους που εξηγήσαμε.

Διαφέρουν όμως ριζικά σε δυο ζητήματα: 1. την πολιτική συγκυρία μέσα στην οποία δοκιμάζονται, 2. το πολιτικό προσωπικό που αναλαμβάνει κάθε φορά το εγχείρημα.

Η ΕΠΕΚ θα εμφανιστεί σε μια περίοδο κυριολεκτικά αντεπαναστατική, πλήρους συντριβής του λαϊκού μπλοκ και ανασύνταξης του αστικού. Η επιβολή τελικά της συγκεκριμένης μορφής του αστικού κράτους, λόγω της έκβασης της ταξικής πάλης, δεν αφήνει καθόλου έδαφος για την ανάπτυξη τέτοιων λύσεων4.

Η ΕΚ αντίθετα συγκροτείται σε μια περίοδο όπου το ΕΑΜογενές μπλοκ έχει ανασυνταχτεί (έστω κοινοβουλευτικά) δια μέσου της ΕΔΑ, σαν απάντηση ακριβώς σ' αυτήν την ανασύνταξη. Στη συνέχεια η ΕΚ θα συμπέσει με την ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων της δεκαετίας του '60, την ανοδική πορεία των οποίων βρέθηκε να εκφράζει πέρα και έξω από τις αρχικές προθέσεις και την συνείδηση των «δρώντων φορέων» της. Τέτοια παραδείγματα πολιτικών κομμάτων συναντώνται συχνά στην παγκόσμια ιστορία3.

Η δεύτερη διαφορά ΕΠΕΚ-ΕΚ αφορά το πολιτικό προσωπικό. Ενώ το πολιτικό προσωπικό της ΕΠΕΚ είναι ΕΑΜογενές, το πολιτικό προσωπικό της ΕΚ είναι σαφώς αστικό.

Το «Κέντρο» και η Αριστερά αποτελούν στην μετεμφυλιακή περίοδο την πολιτική έκφραση, όπως είπαμε προηγούμενα, του ίδιου κοινωνικού χώρου, του λαϊκού μπλοκ. Η ενότητα δηλαδή «Κέντρου»Αριστεράς που διόλου τυχαία περιγράφεται συνήθως ενιαία (Κεντροαριστερά, Δημοκρατική Παράταξη, Αντιδεξιά, Δημοκρατικές δυνάμεις ή όπως αλλιώς ονομάστηκε) είναι πριν απ' όλα μία ιστορικά διαμορφωμένη κοινωνική πραγματικότητα. Μόνο οι δέσμιοι του πολιτικισμού αναζητούν τις διαφορές των πολιτικών κομμάτων στις «κορυφές» τους και αγνοούν τις κοινωνικές δυνάμεις που αναγνωρίζονται σ' αυτά. Παραμένουν έτσι «τυφλωμένοι» από τις διαφορές των πολιτικών επιτελείων και αδυνατούν να κατανοήσουν την πραγματική κοινωνική κίνηση.

Η ενότητα αυτή εκφράζεται κοινοβουλευτικά ήδη από τις πρώτες μετεμφυλιακές εκλογές του 1950. Στην δεκαετία του '60 θα βρει την έκφραση της στην ίδια την ανάπτυξη και τη δυναμική των κοινωνικών αγώνων, του ανένδοτου, των Ιουλιανών κλπ.6.

Το «Κέντρο» και η Αριστερά όμως δεν κατανέμουν «ισόρροπα» την εκπροσώπηση του λαϊκού μπλοκ. Μέσα σ' αυτή την πολιτική και κοινωνική ενότητα, το «Κέντρο» θα κατακτήσει και θα διατηρήσει σταθερά την πρωτεύουσα θέση. Αντίθετα η Αριστερά θα παραμείνει ηγεμονευόμενη. δευτερεύουσα πλευρά αυτής της εκπροσώπησης, (θέσεις, τεύχος 22).

Πρόκειται σαφώς για ένα ιστορικό αποτέλεσμα που η σημασία του θα φανεί καθαρά στην μεταπολίτευση, στη σχέση του ΠΑΣΟΚ με την κομμουνιστική αριστερά.

Βέβαια. η πολιτική εκπροσώπηση του ΕΑΜικού μπλοκ μετεμφυλιακά, ακολουθεί ακριβέστερα - αν και σχηματικά - το σχήμα Κέντρο Αριστερά Κέντρο (διάγραμμα 2).

Στην πρώτη περίοδο 1950-52 του «κεντρώου διαλείμματος» (όπως την ονομάζει πετυχημένα ο Η. Νικολόπουλος), την πολιτική εκπροσώπηση αναλαμβάνει βασικά η ΕΠΕΚ και δευτερευόντως η Δημοκρατική Παράταξη (ΔΠ). Η αποτυχία της ΕΠΕΚ (1952) θα ανοίξει το δρόμο στην Αριστερά και θα διευκολύνει την ανάδυση της στην πολιτική σκηνή. Η έκβαση αυτή διευκολύνεται τόσο από την διαδικασία ανασύνταξης του ΕΑΜικού μπλοκ (που υποβοηθά η ίδρυση της ΕΔΑ το 1951), όσο και από την στρατηγική και τακτική στροφή του ΚΚΕ (1954-56). (Βλέπε για το πρόβλημα αυτό θέσεις, τεύχος 22).

Η ΕΔΑ θα κατορθώσει στην επόμενη περίοδο 1952-1961 να αναδειχθεί στον πρωτεύοντα και ηγεμονικό εκφραστή του ΕΑΜογενούς λαϊκού μπλοκ, αποσπώντας την εκπροσώπηση του από το «Κέντρο» (λόγω της αποτυχίας του πειράματος της ΕΠΕΚ). Το γεγονός αυτό πιστοποιείται στο συγκυριακό («στιγμιαίο») αλλά καθόλου τυχαίο εκλογικό αποτέλεσμα του 25% στις εκλογές του 1958. Η εκπροσώπηση όμως αυτή είναι (όπως θα αποδειχθεί στη συνέχεια) υπονομευμένη.

Η συγκρότηση της ΕΚ το 1961, ένα μήνα μόλις πριν τις εκλογές θα αφαιρέσει ταχύτατα την πολιτική εκπροσώπηση του ΕΑΜογενούς λαϊκού μπλοκ από την ΕΔΑ. Στις εκλογές του 1961, η ΕΚ με ένα μήνα ζωής μονάχα, θα πάρει (μαζί με το μικρό Κόμμα των Προοδευτικών) 33,65%, ποσοστό που αντιπροσωπεύει περισσότερους από 1.500.000 ψήφους (Νικολακόπουλος 1985, σελ. 504).

Ένα τέτοιο γενικευμένο κοινωνικό εκλογικό ρεύμα (εκλογική μετατόπιση) είναι φανερό ότι δημιουργεί άλυτα ερωτηματικά στους πολιτικούς επιστήμονες που αναζητούν στις ίδιες τις εκλογές την αιτία. Γι αυτό άλλωστε και πολλοί προσπαθούν να λύσουν αυτό το μυστήριο μιλώντας για «αστάθεια» των εκλογέων στην Ελλάδα. Δεν πρόκειται όμως παρά για μια απλή ταυτολογία, που εμφανίζει το αποτέλεσμα (αναπάντεχη μετατόπιση ψήφων) σαν αιτία. Η τρομοκρατία («Βία και νοθεία»), με την οποία το «Κέντρο» ήταν σύμφωνο προσμένοντας εκλογικά κέρδη σε βάρος της ΕΔΑ, δεν μπορεί προφανώς να είναι ούτε η μόνη, ούτε η βασική ερμηνεία για μια τέτοιου μεγέθους κοινωνική κίνηση.

Οι βασικοί όροι για τον υπερκερασμό της Αριστεράς από την Ένωση Κέντρου είναι οι ιδεολογικές και πολιτικές προϋποθέσεις που έχουμε ήδη περιγράψει. Από τη στιγμή που: 1. Το «πρόγραμμα» του ΕΑΜ έχει διασπαστεί και το άμεσο αιτούμενο είναι η (Εθνική Δημοκρατική) «Αλλαγή», 2. οι σχέσεις εκπροσώπησης του ΚΚΕ με το κοινωνικό μπλοκ του έχουν διαρρηχθεί σε σημαντικό βαθμό, έχει ανοίξει ο δρόμος για το πολιτικό υποκείμενο που θα προβάλλει αυτό το άμεσο πρόγραμμα, συναρθρώνοντας το όμως σε μια άλλη κατεύθυνση. Αυτήν της αστικής εναλλακτικής λύσης που θα αποπειραθεί να αποτελέσει η ΕΚ. (Αρχικά η ΕΠΕΚ). Εφόσον το πρόβλημα είναι πλέον το «εφικτό», η ΕΚ ένας άφθαρτος «νεοσύστατος πολιτικός οργανισμός», εύκολα θα κατορθώσει να εμφανιστεί, στα μάτια των ηττημένων ΕΑΜογενών μαζών, περισσότερο φερέγγυος διαχειριστής αυτής της προοπτικής από ότι η (ιστορικά χρεοκοπημένοι) Αριστερά. Την τάση αυτή θα εμπεδώσει η σαφώς αγωνιστικότερη πολιτική γραμμή που θα ακολουθήσει το «Κέντρο» σε σχέση με την Αριστερά. Με βάση αυτήν τη γραμμή θα της αποσπάσει την ηγεμονία και καθοδήγηση του αντιδεξιού αγώνα (ανένδοτος)8. Από την άλλη η ΕΔΑ, όντας ιστορικά και πολιτικά ναρκοθετημένη και ακολουθώντας μια πολιτική γραμμή αμυντισμού - λεγκαλισμού - κοινοβουλευτισμού περιθωριοποιείται. Αδυνατεί να εκμεταλλευτεί την βασική αντίφαση της ΕΚ (αστικό κόμμα με λαϊκές κοινωνικές προσβάσεις). (Ζητήματα 1974).

Γι αυτούς τους λόγους, μετά τη συγκρότηση της ΕΚ, σ' ολόκληρη την περίοδο 1961-1967, την πολιτική εκπροσώπηση του ΕΑΜογενούς λαϊκού μπλοκ και της ανασύνθεσης του (θέσεις 21) αναλαμβάνει, πάλι όμως συγκυριακά, πρωτευόντως το «Κέντρο» και δευτερευόντως η Αριστερά.

Ουδέποτε η Αριστερά μπόρεσε να συλλάβει τον ιδιόμορφο χαρακτήρα του «Κέντρου». Ερμήνευσε πάντοτε αυτό το πολιτικό φαινόμενο, μηχανιστικά, διαστρεβλωμένα μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς του κοινοβουλευτισμού και του πολιτικισμού.

Αντί να εκλάβει το «Κέντρο» σαν αυτό που ήταν στην πραγματικότητα, το κατανόησε μόνο σαν εκλογικό κίνδυνο, σαν διαρροή ψήφων και ανάλογα το αντιμετώπισε πολιτικά. Πρόκειται για το περίφημο «σταυρικό ζήτημα» όπως το είχε ονομάσει ο Η. Ηλιού. Αλλά και στις αναλύσεις της ΕΔΑ ΚΚΕ για τις κοινωνικές δυνάμεις που εκφράζει το «Κέντρο» είναι φανερή η απόσταση από την πραγματικότητα. Η ανάγκη πολιτικής οριοθέτησης οδηγεί σε χονδροειδείς και σχηματικές «θεωρητικοποιήσεις» σύμφωνα με τις οποίες το «Κέντρο» εκφράζει την «εθνική αστική τάξη», «τα μεσαία στρώματα» κλπ.1 ".

Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι αντίστοιχες κριτικές θα απευθύνουν στο ΠΑΣΟΚ μεταπολιτευτικά οι πιο διαφορετικές πλευρές της Αριστεράς (επίσημης και ανεπίσημης)".

2. Κριτική των βασικών προσεγγίσεων του Κεντρώου φαινομένου.

Αναλύοντας το «κεντρώο φαινόμενο» και τις συγκεκριμένες κομματικές μορφές του «Κέντρου» θα σταθούμε κριτικά στις τρεις βασικότερες - κατά τη γνώμη μας απόπειρες ερμηνείας του κεντρώου φαινομένου. (Μεϋνώ 1966, Χαραλάμπης 1985, Νικολακόπουλος 1985).

Η «κεντρώα» ιδιομορφία πριν απ' όλα διαφαίνεται από το γεγονός ότι ο πολιτικός αυτός χώρος έχει εκλείψει απ' όλες τις ευρωπαϊκές (και όχι μόνο) πολιτικές σκηνές. Ας παρακολουθήσουμε στο σημείο αυτό την άποψη του Ζαν Μευνώ: «Το φαινόμενο του Κέντρου ερμηνεύεται δυσκολότερα από την Δεξιά. Εκείνο που προκαλεί κατάπληξη είναι λιγότερο η ύπαρξη από τη σημασία του. Επί πολλά χρόνια η αντίθεση Συντηρητικοί Φιλελεύθεροι εδέσποζε την ελληνική πολιτική διαμάχη και οι δεύτεροι αποτελούσαν εξ ορισμού την Αριστερά της πολιτικής ζωής. Είναι μια κατάσταση, της οποίας το αντίστοιχο υπάρχει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και κατά πρώτο λόγο στην Αγγλία. Όμως στις περισσότερες περιπτώσεις, οι Φιλελεύθεροι υποχρεώθηκαν να παραχωρήσουν λίγο ως πολύ την θέση των, σαν μία από τις βασικές πολιτικές δυνάμεις, στην Αριστερά που εγέννησε η βιομηχανική επανάσταση. Συμπερασματικά, η κίνηση που τους ωθούσε προς το Κέντρο τους αφαιρούσε μέρος της σημασίας των (και ορισμένες φορές, σχεδόν κάθε σημασία). Στην Ελλάδα, αντίθετα, σήμερα το Κέντρο διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία». (Μευνώ 1966, σελ. 136-137). Την ίδια ακριβώς επισήμανση τονίζει κι ένας άλλος πολιτειολόγος ο Μωρίς Ντυβερζέ όταν υποστηρίζει ότι η έννοια του «Κέντρου» είναι ανύπαρκτη στην πολιτική σκηνή12.

Πού οφείλεται λοιπόν αυτή η ελληνική προδικτατορική ιδιομορφία; Ο Μευνώ παρακάμπτει το ερώτημα που θέτει ο ίδιος συγχέοντας το πολιτικό προσωπικό του Κόμματος με την κοινωνική εκπροσώπηση που αναλαμβάνει: «Η νεόκοπη Δεξιά θ' απορροφήσει όλα τα παλαιά στελέχη που δέχονται να υποταχθούν στα συνθήματα και τη κυβερνητική της μεθοδολογία. Όσο για τα στελέχη που δεν θέλουν να ενδώσουν σ' αυτές τις μεταβολές, η Ριζοσπαστική Ένωση θα προσπαθήσει, και συχνά μ' επιτυχία, να υποκλέψει τους οπαδούς τους. Έτσι ορισμένοι απ' αυτούς δεν θα κατορθώσουν να εξασφαλίσουν την πολιτική τους επιβίωση παρά μόνο αφού δέχθηκαν να προσχωρήσουν στο Κέντρο, υπό την ηγεσία ενός αρχηγού που κι εκείνος, καθώς θα δούμε, δεν εδίσταζε να δείξει αυταρχικότητα» (Μευνώ, 1966, σελ. 135).

Ενώ, καθώς φαίνεται, αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχουν οι κοινοτικές προϋποθέσεις που να εξηγούν την αυθύπαρκτη σημασία του «Κέντρου», τελειώνει την σκέψη του εκεί όπου θα έπρεπε να την αρχίσει: πράγματι ενώ δεν υπάρχει «κεντρώο κοινωνικό μπλοκ», «κεντρώες» κοινωνικά και ταξικά μάζες, «κεντρώα» ιδεολογία σε αντιπαράθεση με την φιλελεύθερη, την σοσιαλιστική, τη σοσιαλδημοκρατική. την κομμουνιστική κλπ. ο Μευνώ δεν συνεχίζει το συλλογισμό του για να ανακαλύψει πού έγκειται τελικά αυτή η ελληνική ιδιομορφία, αλλά παρακάμπτει το πρόβλημα αναλύοντας (σωστά) το πολιτικό προσωπικό. Η απουσία της έννοιας της ταξικής πάλης και της κίνησης των μαζών αποτελεί τεράστιο επιστημολογικό εμπόδιο.

Ας παρακολουθήσουμε όμως μια άλλη ανάλυση του «κεντρώου» φαινομένου που δεν ξεφεύγει - κατά τη γνώμη μας - από τον πολιτικισμό. Ο Δ. Χαραλάμπης (1985) διαβλέπει σωστά τη λαϊκή δυναμική που διανοίγει ο «Ανένδοτος», δυναμική που όπως έχει αναλύσει εδράζεται στην αντίφαση της Ένωσης Κέντρου να αποτελεί αστική εναλλακτική λύση αλλά και έκφραση λαϊκών στρωμάτων: «Οι λαϊκές δυνάμεις που εκφράστηκαν με τον «ανένδοτο» ήταν οι δυνάμεις έναντι των οποίων στρεφόταν η στρατηγική του Καραμανλή, την πολιτικοποίηση των οποίων προσπάθησε να εμποδίσει με θεσμικά και οικονομικοπολιτικά μέτρα (προτάσεις αναπροσαρμογής Συντάγματος, προσέλκυση ξένου κεφαλαίου, σύνδεση με Κοινή Αγορά κλπ.). Η Ε.Κ. ήταν τουλάχιστον στο επίπεδο της ηγεσίας της, αποτέλεσμα της εφαρμογής μιας - διαφορετικής από τη λύση Καραμανλή - επίσης προληπτικής στρατηγικής (ρόλος ΗΠΑ και μοναρχίας στη δημιουργία της Ε.Κ., ταξική τοποθέτηση των δουλευτών και, της ηγεσίας του Κέντρου κλπ.), άσχετα αν η έκφραση των λαϊκών δυνάμεων ξεπέρασε τα όρια στα οποία ήθελε να κρατηθεί η Ε.Κ. και τα όρια μέσα στα οποία ήθελαν να την περιορίσουν η μοναρχία και τα αστικά συμφέροντα» (Δ. Χαραλάμπης, 1985, σελ. 136). Οι ίδιες όμως αυτές λαϊκές δυνάμεις που ξεπέρασαν κάποια στιγμή την Ένωση Κέντρου και τις οποίες η τελευταία τις είχε αποσπάσει κυρίως από την ΕΔΑ και φυσικά τον ΕΑΜογενή χώρο χαρακτηρίζονται ανεξήγητα από τον Χαραλάμπη αντικομουνιστικές. «Ένα ακόμη ιδεολογικό στοιχείο του νέου λαϊκισμού (ΣΣ εννοεί της Ε.Κ.) τον καθιστούσε ιδιαίτερα επικίνδυνο. Το γεγονός, ότι ο αντικομουνισμός - παρ' όλο που και η ηγεσία και η Ε.Κ. σαν σύνολο παραγόντων, και οι μάζες που την υποστήριζαν ήταν αντικομουνιστικές - δεν αποτελούσε τον ποιοτικό, ιδεολογικό συνδετικό κρίκο αυτής της νέας. ακόμα αυθόρμητης κοινωνικής συμμαχίας» (όπ.π., σελ. 147).

Λίγο αργότερα στη κριτική του για την πολιτική της Ε.Κ. ως κυβέρνηση θα διατυπωθεί ο εξής συλλογισμός. «Και βέβαια δεν έγινε κανένας λόγος για νομιμοποίηση του ΚΚΕ... Το ίδιο ίσχυε και για το ΕΑΜ. η αναγνώριση του οποίου ήταν πολιτικά περισσότερο ακόμη επικίνδυνη, μια και που μπορούσε να οδηγήσει σε βαθύτερη πολιτικοποίηση των λαϊκών μαζών, δημιουργώντας μια ιδεολογική συνέχεια στη κοινωνική βάση μεταξύ ΕΑΜ και «ανένδοτου», πράγμα τελείως αντίθετο με τη πολιτική στρατηγική που ήθελε να εφαρμόσει η Ε.Κ. (υπογραμμ. Χ.Β.Γ.Μ.)» (όπ.π., σελ. 162).

Είναι πραγματικά περίεργο το πώς «αντικομουνιστικές» μάζες μπορεί να πολιτικοποιηθούν αναγνωρίζοντας τον εαυτό τους στην ΕΑΜική ιδεολογία, αλλά και στην «συνέχεια» της (εκτός βέβαια κι αν αυτή η «συνέχεια» είναι πραγματική).

Η απουσία της έννοιας του «κοινωνικού μπλοκ» και της «σχέσης εκπροσώπησης» οδηγεί τον Χαραλάμπη στην ίδια με τον Μευνώ υπέρβαση: να συγχέει πολλές φορές στην ανάλυση του για το Κέντρο το πολιτικό προσωπικό του με την κοινωνική εκπροσώπηση που αντικειμενικά έχει αναλάβει το κόμμα αυτό, τις κοινωνικές προσδοκίες και την ιδεολογία των λαϊκών μαζών που την στηρίζουν.

Μια διαφορετική θέση για την ερμηνεία του φαινομένου του «Κέντρου» υποστηρίζει ο Η. Νικολακόπουλος (1985). Ο Η.Ν. εξηγεί το Κέντρο σαν αποτέλεσμα μιας διπλής οριοθέτησης: ως προς τη Δεξιά, το Κέντρο οριοθετείται με βάση τη προπολεμική σύγκρουση Βενιζελισμού (αντιμοναρχισμού) - Μοναρχίας. Ως προς την Αριστερά οριοθετείται με βάση την αντίθεση του στη σύγκρουση του Εμφύλιου13. Η θέση αυτή είναι απόρροια της αποδοχής του Ροκκανικού σχήματος των διαιρετικών τομών (Εθνική Επανάσταση - Βιομηχανική επανάσταση).

Είχαμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε (θέσεις 18) γιατί το σχήμα αυτό είναι - κατά τη γνώμη μας - μια δομιστική φορμαλιστική συσκότιση της υλικής κοινωνικής κίνησης. Πρέπει όμως να επανέλθουμε συγκεκριμένα σε δυο ζητήματα: αν οι δυο βασικές διαιρετικές τομές, που ενστερνίζεται και ο Η.Ν., είναι αυτές που διαμορφώνουν τα πολιτικά κόμματα, γιατί το φαινόμενο του «Κέντρου» αποτελεί ελληνική ιδιομορφία και όχι μια γενικευμένη τάση σ' όλη την Ευρώπη;

Το δεύτερο ζήτημα αφορά την διατήρηση των παλιών προπολεμικών διαιρέσεων (κύρια την αντίθεση γύρω από τη Μοναρχία) που ο Η.Ν. θεωρεί καθοριστική για την εξήγηση του «Κέντρου». Έχουμε εξηγήσει σε προηγούμενο τεύχος (θέσεις 20) γιατί θεωρούμε την ΕΑΜική Επανάσταση 1941-45 και την επόμενη περίοδο '45'49 σαν την βασική τομή της ελληνικής κοινωνίας που κατάργησε κοινωνικά, ταξικά, ιδεολογικά και πολιτικά κάθε προπολεμική διαίρεση. Ας δούμε όμως και την άποψη ενός αστού πολιτικού επιστήμονα όπως ο Ζαν Μευνώ στο ζήτημα αυτό: «Είδαμε ότι ο πόλεμος και η κομμουνιστική ανταρσία είχαν σαν αποτέλεσμα την προσέγγιση προς τη μοναρχία - προσέγγιση που, ανάλογα με τις περιπτώσεις, υπήρξε λιγότερο ή περισσότερο στενή - πολλών πολιτικών ανδρών, οι οποίοι διεπνέοντο άλλοτε από αντιμοναρχικά φρονήματα, πολιτικών τόσο διαφορετικών, όσο ο Π. Κανελλόπουλος και ο Γ. Παπανδρέου. Μπορούμε να δεχθούμε ότι αυτό συνέβη με τους περισσότερους αντιμοναρχικούς οι οποίοι στα κοινωνικά θέματα είχαν συντηρητικές τάσεις. Με άλλα λόγια ο φόβος του κομμουνισμού ενίσχυσε την υπόθεση της μοναρχίας που εθεωρήθη και δίκαια, δεδομένης της σημερινής αφοσιώσεως του στρατού προς το Στέμμα, θεμέλιο της καθεστωτικυίας τάξεως. Έκτοτε οι αντιμοναρχικοί που ευνοούν την κρατούσα κοινωνική κατάσταση δεν φαίνεται πλέον ν' αποτελούν αυτόνομο και εξειδικευμένο τομέα του ελληνικού πολιτικού κόσμου. Προσχώρησαν σε ένα από τα δύο συντηρητικά κόμματα, το φιλελεύθερο κόμμα κυρίως, και δέχονται προς το παρόν τον μοναρχικό θεσμό, καίτοι δεν τρέφουν κανένα μυστικιστικό θαυμασμό για την δυναστική αρχή και κανένα θρησκευτικό σεβασμό προς το σημερινό φορέα του Στέμματος. Υπενθυμίζουμε ότι την στιγμή που τα Ανάκτορα έδειχναν ανοικτά την εύνοια των προς την ΕΡΕ, ο ίδιος ο Παπανδρέου, ενώ επέκρινε τη στάση αυτής της μοναρχίας, εδήλωνε ότι ανέμενε εκ μέρους της την αποκατάσταση της ομαλότητας» (Μευνώ. 1966, σελ. 321)u.

Η διάλυση τον ιστορικόν «Κέντρου» της προπολεμικής περιόδου, που είναι προφανώς ταυτόσημη διαδικασία με την υπέρβαση της διαιρετικής τομής τον διχασμού, επιτυγχάνεται και με την συγκρότηση των πολιτικών εκφράσεων του αστικού κοινωνικού μπλοκ, του Ελληνικού Συναγερμού (ΕΣ) και της ΕΡΕ.

Η συγκρότηση του ΕΣ, (έκφραση της διαμόρφωσης στο κοινωνικό επίπεδο της ταξικής συμμαχίας της «Δεξιάς»), υπήρξε σύμφωνα με τον Η. Νικολακόπουλο: «(...) η πρώτη συνειδητή, συστηματική και με ευρεία απήχηση προσπάθεια για να υποταχθεί ο Εθνικός Διχασμός στις διαιρέσεις που προέκυψαν από τον εμφύλιο πόλεμο (...) Ο ΕΣ κατόρθωσε να συγκεντρώσει σημαντικό τμήμα της λαϊκής βάσης που εκφραζόταν παραδοσιακά από την βενιζελική παράταξη» (υπ. Χ.Β.Γ.Μ. Νικολακόπουλος 1985, σελ. 77). Η διάλυση του «Κέντρου» αντανακλάται και στην πόλωση τον αστικού πολιτικού προσωπικού, σαν «προσχώρηση στον ΕΣ πληθώρας στελεχών με βενιζελική προέλευση» (όπ.) αλλά και στην υποστήριξη του ΕΣ από παραδοσιακά στηρίγματα της βενιζελικής παράταξης όπως το ΒΗΜΑ, τα ΝΕΑ, ο Ελληνικός Βορράς".

Η τάση αυτή θα ολοκληρωθεί με την δημιουργία της ΕΡΕ (4 1 1956). Για πρώτη φορά η υπέρβαση του Εθνικού Διχασμού τίθεται και στο επίπεδο των διακηρυγμένων στόχων του κόμματος"1.

Η προφανής κατάργηση της αντίθεσης του Εθνικού Διχασμού επισημαίνεται και από μία σημαντική προσωπικότητα της μετεμφυλιακής Δεξιάς, τον Κωνσταντίνο Τσάτσο. Ο «φιλόσοφος» του αντικομουνισμού έγραφε το 1952: «το Κέντρον ως τμήμα της αντικομουνιστικής παράταξης, όχι ως αυτοτελής παράταξη,, ανάμεσα στην κομμουνιστική και την αντικομουνιστική, αποκτά μιαν ιδιαίτερη σημασία. Κύριος σκοπός του είναι και δεν μπορεί να είναι άλλος από την καταπολέμηση του κομμουνισμού. Ο βασικός λοιπόν σκοπός του θα είναι κοινός με όλα τα κόμματα της αντικομουνιστικής παράταξης. Οι διαφωνίες δημιουργούνται πέρα από αυτόν τον κοινό βασικό σκοπό, κατά προπό λόγο στη μέθοδο για την επίτευξη του κοινού αυτού βασικού σκοπού και κατά δεύτερο λόγο σε άλλους πολιτικούς σκοπούς που δεν αποτελούν σήμερα το προπό θέμα... Το Κέντρον, είτε θέλει, είτε δεν θέλει, για να μείνει πιστό στην επιδίωξη του σήμερα πρωταρχικού σκοπού, που είναι η καταπολέμηση του κομμουνισμού, δεν είναι δυνατόν να αποτελεί πια μια τρίτη παράταξη. Αποτελεί μια μερίδα, την πιο προοδευτική, την πιο συγχρονισμένη μέσα στο πλαίσιο της εθνικής παράταξης. Μέσα στην οξύτητα του σημερινού αντικομουνιστικού αγώνα μόνο δύο παρατάξεις χωρούν. Το Κέντρον μπορεί και πρέπει να υπάρχει ως τμήμα της μιας παράταξης, της αντικομουνιστικής». (Τσάτσος 1952, σελ. 182-183)'7.

Αλλά και ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου λίγο πριν ιδρύσει την Ε.Κ. (το 1960-61), διαπραγματευόταν την ένταξη στην ΕΡΕ, όπως αναφέρει ο Σ. Λιναρδάτος δήλωνε: «θα κάνωμεν πολιτικήν και εκλογικήν συνεργασίαν με τον Καραμανλήν. Τα στρατόπεδα θα είναι δύο: από το ένα μέρος θα είμεθα οι εθνικόφρονες, από το άλλο μέρος οι κομμουνισταί. θα κάνωμε τας εκλογάς με τους χωροφύλακες και με το πιστόλι στο χέρι».

(Λιναρδάτος 1988α)

Οι παλιές αντιθέσεις έχουν λοιπόν αρθεί. Η διάκριση μοναρχικών αντιμοναρχικών της προπολεμικής περιόδου δεν αποτελεί θεμελιακή διαφορά για την δικαιολόγηση του πολιτικού χώρου του «Κέντρου».

Το διατακτικό σχήμα Δεξιά Κέντρο Αριστερά της προδικτατορικής περιόδου δεν είναι παρά μια τοπογραφική αναπαράσταση της κοινωνικής πόλωσης στη πολιτική σκηνή1 *. Ο πολιτικός χώρος του «Κέντρου» δεν είναι ούτε η συμπύκνωση του αντιμοναρχισμού (άλλωστε υπάρχει και η φιλοβασιλική πτέρυγα της Ε.Κ. υπό τον Σ. Βενιζέλο), ούτε όμως και μια περίεργη πολιτική έκφραση μιας «κεντρώας» κοινωνικής συμμαχίας με αντικομουνιστικό μάλιστα χαρακτήρα.

Η ερμηνεία που έχουμε δώσει για το «Κέντρο» νομίζουμε ότι ενισχύεται από την ανάλυση των συγκεκριμένων βασικών κομματικών του μορφών, τόσο της ΕΠΕΚ όσο και της Ε.Κ.

3. Οι συγκεκριμένες βασικές κομματικές μορφές του «Κέντρου»: ΕΠΕΚ και Ένωση Κέντρου (ΕΚ).

Η Εθνική Προοδευτική Ένωση Κέντρου (ΕΠΕΚ) ιδρύθηκε από τον Ν. Πλαστήρα τον Γενάρη του 1950, ελάχιστους μήνες μετά τη λήξη του εμφύλιου19.

Η ίδια η ΕΠΕΚ, δηλαδή το «Κέντρο» της περιόδου 1950-195220, ερμηνεύει την εμφάνιση της ως εξής, στην δεύτερη παράγραφο των προγραμματικών της κατευθύνσεων:

«2. Ο Εμφύλιος Πόλεμος. Η ΕΠΕΚ αναπήδησε μέσα από τας φλόγας και τας συμφοράς, τους στεναμούς και τα δάκρυα, μακροχρόνιου και σκληρού εμφυλίου πολέμου, τον οποίον επέβαλεν εις τον Λαόν το ΚΚΕ. Ο πόλεμος αυτός ημπορούσεν ασφαλώς, ύστερα μάλιστα από τας απέραντους θυσίας του Έθνους, κατά τον παγκόσμιον πόλεμον και κατά την περίοδον της κατοχής και της δουλείας, να οδηγήσει την Ελλάδα εις τον τάφον, χωρίς την ακατάβλητον αντοχήν του λαού μας και το πνεύμα της θυσίας, που ανέκαθεν τον διέκρινε και εξακολουθεί να τον διακρίνει(...)»

Προϊόν καθαρά του εμφύλιου, η ΕΠΕΚ αποτελεί υπέρβαση των προπολεμικών διαιρέσεων, στη βάση της ΕΑΜικής τομής. Προσπαθεί, στο έδαφος της ήττας του ΕΑΜικού κοινωνικού μπλοκ, της χρεοκοπίας και διάλυσης του ΚΚΕ, αλλά και της χρεοκοπίας και πόλωσης του παλιού αστικού πολιτικού προσωπικού να εκφράσει το ΕΑΜικό μπλοκ21

Οι υποψήφιοι που θα πολιτευτούν με την ΕΠΕΚ το 1950 για πρώτη φορά, αποτελούν το 62,2% των υποψηφίων της (πίνακας 2). Αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο ποσοστό ανανέωσης πολιτικού προσωπικού κόμματος στην προδικτατορική περίοδο22.

Από την μια πλευρά οριοθετείται κάθετα από τον χρεοκοπημένο «παλαιοκομματισμό»: «3. Η καπηλεία των Αντιδραστικών Δυνάμεων. Αλλά οι αγώνες και οι θυσίαι του Λαού έγιναν και εις την περίπτωσιν αυτήν αντικείμενον ευρύτατης εκμεταλλεύσεως και καπηλείας από μέρους του φαύλου παλαιοκομματισμού και γενικότερα των αντιδραστικών και αντιλαϊκών δυνάμεων, τας οποίας έφερεν εις την επιφάνεια από τους βάθους της αβύσσου, εις την οποίαν τας είχε κατακυλίσει ο Λαός, η έξαλλος τακτική του ΚΚΕ.

Πραγματικά ο παλαιοκομματισμός, η πλουτοκρατική ολιγαρχία μαζί με τα υπολείμματα της φασιστικής δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και τους συνεργάτας των κατακτητών, κατά τους ζοφερούς χρόνους της κατοχής και της δουλειάς, εύρηκαν την ευκαιρίαν, μέσα εις την σύγχυσιν και την έξαψιν που είχαν δημιουργηθεί και που αυταί σκοπίμως ετροφοδότουν και υπέθαλπαν, να εξαπολύσουν σκληρόν και εξοντωτικόν διωγμόν εναντίον των ζωντανών δυνάμεων του Λαού, τας οποίας, μαζί με την βαθειάν προσήλωσιν των εις τα εθνικά ιδανικά, εθέρμαινεν ο πόθος της δημοκρατικής αναπλάσεως της χώρας, της συντριβής των δεσμών της οικονομικής δουλειάς και της αποκαταστάσεως κοινωνικής δικαιοσύνης. Διότι αυταί οι λαϊκαί δυνάμεις ευρέθησαν πάντοτε πρόσκομμα εις την άνοδο του παλαιοκομματισμού. Αυταί διεξήγαγον του αγώνα κατά της φασιστικής μεταξικής δικτατορίας. Αυταί κυρίως συνέτριψαν την φασιστικήν επιοβλήν κατά της Πατρίδος. Αυταί επολέμησον εις την Αίγυπτον και κατά την μεγαλειώδη εθνικήν αντίστασιν, την οποίαν απεθαύμασαν όλοι οι Λαοί. Ενώ, αντιθέτως, οι αντιλαϊκές δυνάμεις, τας οποίας απηριθμήσαμεν ανωτέρων, μόνον συμφοράς απειργάσθησαν κατά της Πατρίδος, κατά δε την περίοδον των τιτανείων αγώνων του Λαού κατά των επιδρομέων και κατακτητών ή απουσίασαν εντελώς από δειλίαν είτε συνειργάσθησαν αμέσοις ή εμμέσως μαζί καν. Αυταί οι αντιλαϊκαί δυνάμεις, αντελαμβάνοντο ότι η άνοδος των δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων του Λαού θα αποτελεί την πλέον θανάσιμον κατά της υπάρξεως των απειλήν, ενώ αντιθέτως η απώθησίς των. και ακόμη περισσότερον η συντριβή των, θα ήνοιγε ευρείαν την λεωφόρον της επικρατήσεώς των». (Προγραμματικές κατευθύνσεις).

Οριοθετείται όμως και από τη μοναρχία1 *. Η βασιλική υστερία απέναντι στον Πλαστήρα είχε ακόμη μεγαλύτερες συνέπειες ακριβώς επειδή η μοναρχία συσπείρωνε και συμβολοποίησε το σύνολο των αστικών δυνάμεων. Η ΕΠΕΚ ετίθετο εκτός «εθνικών» πλαισίων. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, ότι ένας άλλος κεντρώος ο Γ. Παπανδρέου χαρακτήριζε την ΕΠΕΚ «εθνικόν ΕΑΜ»!!24

Προβάλλει το σύνθημα της «Αλλαγής» και της ειρήνευσης, ενώ παράλληλα υιοθετεί ανοιχτά ένα μεγάλο μέρος του ΕΑΜικού προγράμματος (της «Λαοκρατίας») αφαιρώντας όμως κάθε στοιχείο επαναστατικής ρήξης, συναρθρώνοντας το σε μια προοπτική αστικής εναλλακτικής λύσης που θα βασιστεί στην ενσωμάτωση των λαϊκών μαζών (που εμπνέονται ακόμα από το ΕΑΜ)35. Πράγματι, όπως διαβάζουμε: «Η ΕΠΕΚ αποτελεί το κίνημα των γνησίως δημοκρατικών και ριζοσπαστικώς προοδευτικών δυνάμεων της χώρας, τας οποίας συγκλονίζει ο τριπλούς πόθος: α) της διασφαλίσεως και κατοχυρώσεως των συμφερόντων του Έθνους, 6) της στερεώσεως, διευρύνσεως και προαγωγής των δημοκρατικών μας θεσμών, γ) της καταλύσεως των δεσμών της οικονομικής δουλείας, της οικονομικής απελευθέρωσης των εργαζομένων, της εξαλείψεως της εκμεταλλεύσεως ανθρώπου από άνθρωπο. Κατά την έννοια των ανώτερο}, η ΕΠΕΚ είναι κόμμα βαθύτατα εθνικόν, γνησίως δημοκρατικόν και από οικονομικής και κοινωνικής απόψεως ριζοσπαστικώς προοδευτικόν, με δυο λέξεις η ΕΠΕΚ είναι το κατ' εξοχήν κόμμα του συνόλου του εργαζόμενου Λαού» (υπ. Χ.Β.Γ.Μ.).

Το πρόγραμμα της ΕΠΕΚ είναι ένα πρόγραμμα «πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δημοκρατίας». Βασικοί στόχοι είναι η αποκατάσταση του κράτους Δικαίου (κατάργηση παρακράτους, αποκατάσταση των συνδικαλιστικών ελευθεριών, η αμνηστία κλπ.) η επέκταση της πολιτικής αντιπροσώπευσης, η αποκέντρωση του κράτους κλπ.

Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που προτείνει η ΕΠΕΚ είναι εντυπωσιακές: εθνικοποιήσεις μεγάλων βιομηχανιών, τραπεζών, επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, εργατική συμμετοχή (§ 32) [Βλέπε παράρτημα Α].

Το πρόγραμμα ολοκληρώνει η εξαγγελία του κράτους Πρόνοιας με εντυπωσιακά διευρυμένες κοινωνικές παροχές. Ορισμένες πλευρές του προγράμματος αυτού, μόνο στο κυβερνητικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ θα επαναδιατυπωθούν...

Με αυτή την έννοια αποτελεί ένα ιδιότυπο σοσιαλδημοκρατικό πείραμα, αντίστοιχα με ό,τι συμβαίνει στην ίδια περίοδο στις δυτικές καπιταλιστικές χώρες.

Το εγχείρημα αυτό βρίσκει την έκφραση του στο πρόσωπο του Νικολάου Πλαστήρα, προφανώς όχι τυχαία. Όπως παρατηρεί ο Σ. Λιναρδάτος: «(...) παρέμεινε, για ευρύτατες μάζες το σύμβολο του αντιμοναρχισμού και της δημοκρατίας [ΣΣ ο περίφημος «Μαύρος Καβαλλάρης»] (...). Ο άγιος πατριωτισμός του, η λαϊκότητα και ο αυθορμητισμός του τον έφερναν κοντά στο λαϊκό αίσθημα και ιδιαίτερα στον προσφυγικό κόσμο» (Λιναρδάτος, 1977, σελ. 25)26.

Για αυτόν το λόγο, οι ΕΑΜικές μάζες θα αναγνωριστούν «στιγμιαία «(1950-52) στην ΕΠΕΚ. Ο ίδιος ο Πλαστήρας φαίνεται πως είχε συνείδηση αυτού του γεγονότος27.

Το «κεντρώο διάλειμμα» των εκλογών του 1950-1951-1952 δεν είναι λοιπόν παρά μια «στιγμιαία εκπροσώπηση» του ΕΑΜικού μπλοκ που αποκρυσταλλώνεται βασικά στην ΕΠΕΚ, για τους λόγους που αναπτύξαμε προηγουμένως.

Η συγκρότηση όμως της ΕΠΕΚ εμπεριέχει μιας εκρηκτική αντίφαση. Η προσπάθεια για την διαμόρφωση μιας αστικής εναλλακτικής λύσης σαφώς σοσιαλδημοκρατικού τύπου δεν μπορεί να υπάρξει στις μετεμφυλιακές ελληνικές συνθήκες. Η συντριβή της ΕΑΜικής επανάστασης με την ανοιχτή βία και η εγκαθίδρυση της συγκεκριμένης μορφής τους αστικού κράτους, η ανυπαρξία ηγεμονικής αστικής ιδεολογίας ικανής να ενσωματώσει τις λαϊκές τάξεις μετά την ΕΑΜική εμπειρία, αλλά και τη βαθειά οικονομική κρίση των αρχών της δεκαετίας του '50, δεν επέτρεψαν στο εγχείρημα να ευδοκιμήσει.

Η σοσιαλδημοκρατία είναι αδιανόητη μαζί με εκτελέσεις (Μπελογιάννης, Μπάτσης κλπ) Ρ.

Έτσι με την ήττα της ΕΠΕΚ και την επικράτηση του Ελληνικού Συναγερμού και τον θάνατο του Πλαστήρα λίγο αργότερα, το «Κεντρώο» εγχείρημα ενταφιάζεται. Μετά την ΕΠΕΚ το Κέντρο μπαίνει σε κρίση και διαλύεται. Για μια ολόκληρο δεκαετία 1952-1961 μέχρι την δημιουργία της Ένωσης Κέντρου, το «Κέντρο» θα παραμείνει περιθωριακή πολιτική δύναμη2 ''.

Η υπόθεση του «Κέντρου» θα ξανατεθεί με τη συγκρότηση της ΕΚ σε διαφορετικές πλέον συνθήκες3 ".

Στο επίπεδο κατ' αρχήν του πολιτικού προσωπικού, πρόκειται για μια συνεργασία αστικών προσωπικοτήτων ή τοπικών παραγόντων «ορισμένοι από τους οποίους εντάσσονται στο Κέντρο γιατί δεν βρίσκουν θέση, ή ίσιος δεν τους προσφέρεται η θέση που τους αρμόζει στη Δεξιά». (Μευνώ 1966, σελ. 276, επίσης και Χαραλάμπης 1985)31.

Η τάση αυτή αποτελεί και την συντριπτική πλειοψηφία της Ένωσης Κέντρου (από το 1961 που δημιουργείται). Η ηγεσία αλλά και το πολιτικό της πρόσωπο είναι αστικής καταγωγής και με δεδομένες υλικές διαπλοκές με τη δομή της αστικής μετεμφυλιακής εξουσίας (Σ. Βενιζέλος, Στ. Στεφανόπουλος, Γαρουφαλιάς κλπ.)32. Διαπνέεται από την λογική της εναλλακτικής λύσης απέναντι στην ΕΡΕ μέσα στα πλαίσια τον μετεμφυλιακού Κράτους κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δημιουργείται μετά την νίκη της ΕΔΑ το '58, νίκη που εγκυμονούσε ξανά τον κίνδυνο μιας κάθετης πόλωσης και στο πολιτικό πεδίο. Μετά τις εκλογές του 1958, ο Γ. Ράλλης αισθάνεται υποχρεωμένος εθνικά να τονίσει:

«Το καθήκον της ανακτήσεως υπέρ του Έθνους των ψηφοφόρων, που οδηγήθηκαν στην ΕΔΑ από το εκλογικό σύστημα και της οριστικής αναστολής του φαινομένου αυτού που βαρύνει (...) και τους υπόλοιπους εθνικόφρονας πολιτικούς - πρόσωπα και οργανισμούς - που αντιτίθεται προς την ΕΡΕ (...)

Εθνική, λοιπόν, ανάγκη επιβάλλει ν' αναδιοργανωθεί σ' ένα πολιτικό οργανισμό ή εθνικόφρων αντιπολίτευση. Το 30% του συνόλου των εκλογέων της 11 Μαΐου που ακολούθησαν το Κόμμα των Φιλελευθέρων και την ΠΑΔΕ διατρέχουν τον κίνδυνο, εάν δε δημιουργήθη ένας υγιής και ενιαίος πολιτικός οργανισμός, που θα τους εκπροσωπεί να διολισθήσουν κατά μέγα ποσοστό προς τα αριστερά, ενώ το υπόλοιπο θα ενταχθεί στις τάξεις της ΕΡΕ. Τούτο όμως θα επιφέρει την πόλωση, που επιδιώκει η αριστερά, οπότε αργά ή γρήγορα η Ελλάς θα παύση να είναι χώρα ελευθέρα, διότι θα βρεθεί πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα». (Γ. Ράλλη, «Οι δυο δρόμοι: δημοκρατία κομμουνισμός»).

Από την άλλη μεριά βέβαια ένα πολιτικό κόμμα δεν είναι ούτε η ηγεσία του μόνο, ούτε το σύνολο των παραγόντων του. Αν η «συνεργασία» αυτή των διαφόρων προσωπικοτήτων υπό τον τίτλο της Ε.Κ. υπήρξε τελικά επιτυχής, είναι βεβαίως γιατί υπήρξαν κοινωνικές δυνάμεις οι οποίες στοιχήθηκαν πίσω απ' αυτή τη συνεργασία. Και προφανώς πρόκειται για λαϊκές δυνάμεις που προσέβλεπαν στην «Αλλαγή» και στον εκδημοκρατισμό που θα απέφερε (έστω και οριακά) η απαλλαγή από την ΕΡΕ και την Δεξιά. Πρόκειται για μια «εκπροσώπηση» λαϊκών δυνάμεων που καταδείχνεται από την διαρκή κοινωνική (και εκλογική) πόλωση που σ' όλη την μετεμφυλιακή περίοδο δεν παύει να υφίσταται, αλλά και από το γεγονός ότι η ήττα της ΕΑΜικής επανάστασης, η διάλυση του ΚΚΕ και η (ιδεολογική) διάσπαση του λαϊκοδημοκρατικού προγράμματος, επιφέρει μια διαρκή κρίση πολιτικής εκπροσώπησης του λαϊκού μπλοκ που συγκυριακά (και μόνο) θα λυθεί στις εκλογές '61, '63 και '64.

Η αποτυχία του «κεντρώου» πειράματος στην προδικτατορική περίοδο έγκειται σ' αυτή την εκρηκτική αντίφαση που χαρακτήριζε το «Κέντρο»; ένα αστικό (και αντικομουνιστικό) πολιτικό επιτελείο αναλάμβανε να υλοποιήσει την εναλλακτική αστική λύση στην ΕΡΕ (που λογικά εφθείρετο), στηριζόμενο αντικειμενικά σε λαϊκά στρώματα που οι προσδοκίες τους ξεπερνούσαν αυτήν την πολιτική. Και τα κοινωνικά αυτά στηρίγματα (που μέσω της Ε.Κ. αλλά και της ΕΔΑ) ανασυντάσσονται πια σ' όλα τα επίπεδα έθεταν σε υπαρκτό κίνδυνο την μετεμφυλιακή δομή της εξουσίας. (Χαραλάμπης 1985).

Η ελληνική αστική τάξη έχει πράγματι μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές. Είναι η μόνη που κινδύνεψε σοβαρά να χάσει την εξουσία από τις λαϊκές μάζες. Αυτό ερμηνεύει νομίζουμε την υστερική φοβία απέναντι σε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση.

«Η μεγαλοαστική τάξη στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης εσυνήθισε με τον καιρό στην σκέψη μιας ειρηνικής συνυπάρξεως με τα κόμματα της μετριοπαθούς Αριστεράς που ζητούσαν μεταρρυθμίσεις και επίσης - πράγμα αρκετά εκπληκτικό - με όλα τα μαρξιστικής εμπνεύσεως σοσιαλιστικά κόμματα. Γνωρίζει πλέον και η ιστορική εμπειρία το απέδειξε, ότι η άνοδος σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων στην εξουσία δεν συνεπάγεται για τα συμφέροντα της πάρα πολύ μικρούς κινδύνους, κινδύνους που συνήθως πού εύκολα μπορούν να εξουδετερωθούν.(...)

Για τους ευρωπαίους μεγαλοαστούς έχουν λοιπόν περάσει ανεπιστρεπτί τα χρόνια που ένα μετριοπαθές μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα σαν τα σχέδια της ελληνικής κυβερνήσεως του Γ. Παπανδρέου θα μπορούσε να προκαλέσει ανησυχίες, διαθέσεις αντιδράσεως και αναταραχή. (...)

Όμως, στην Ελλάδα, όπου η οικονομική ολιγαρχία έμεινε καρφωμένη πεισματικά στο στάδιο της άκαμπτης, χωρίς καμιά παραχώρηση προασπίσεως της ασφυκτικής κυριαρχίας της και όλων των προνομίων, δεν παρατηρείται αντίθετα καμιά ανάλογη εξέλιξη. Ο εμφύλιος πόλεμος θα έπρεπε κανονικά να είχε ξυπνήσει τους προνομιούχους αυτής της χώρας για την ανάγκη μιας πιο ευλύγιστης και πιο εκσυγχρονισμένης αντιλήψεως tcdv κοινωνικών σχέσεων. Φαίνεται όμως ότι, αντί να τους διδάξει το μάθημα εκείνο, αντίθετα επαγίωσε την συστηματική τους εχθρότητα σε οποιαδήποτε μεταβολή των κοινωνικό'« πλαισίων που είχαν κληρονομηθεί από το παρελθόν.

(...) Ο φόβος της ιδίας μιας οποιασδήποτε αλλαγής μας φαίνεται ότι αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση τόσο του πραξικοπήματος των στρατιωτικών όσο και της εκτροπής των Ανακτόρων κατά του Κοινοβουλευτισμού με την αποπομπή της λαοπρόβλητης κυβερνήσεως Παπανδρέου» (Μευνώ 1966, σελ. 176).

Η ιδέα αποιασδήποτε μεταρρύθμισης προκαλούσε τον πανικό και αναζωπύρρωνε την φοβία για την απώλεια της εξουσίας. Και αυτό όχι τόσο γιατί η αστική τάξη φοβήθηκε το συγκεκριμένο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της ΕΚ. Φοβήθηκε κυρίως το λαϊκό κοινωνικό μπλοκ που το υποστήριξε. Οι μεταρρυθμίσεις οδηγούσαν αναπόφευκτα στην πολιτικοποίηση του, γεγονός που η δομή της εξουσίας δεν μπορούσε να ενσωματώσει33.

Ας τονίσουμε επίσης ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτού του «Κέντρου»: οι «σχέσεις εκπροσώπησης» που κατέγραψε με το μεγαλύτερο μέρος του λαϊκού μπλοκ δεν ξεπέρασαν ποτέ την εκλογική καταγραφή. Ήταν σχέσεις «ιδιόμορφες» με την έννοια ότι δεν διαμεσολαβούνταν ούτε οργανώνονταν από ένα κόμμα οργανωμένο και δομημένο στους κοινωνικούς χώρους, με την «κομματική» του εσωτερική ιδεολογία, την κομματική ζωή κλπ.

Η Ε.Κ. δεν υπήρξε ποτέ ένα κόμμα σύγχρονα οργανωμένο. Η εσωτερική του λοιπόν αντίφαση εύκολα μπορούσε να εκφρασθεί αυτόνομα και να πυροδοτήσει εξελίξεις. Το παράδειγμα των Ιουλιανών είναι χαρακτηριστικό34.

4. Η διαρκής κοινωνική και εκλογική πόλωση στην προδικτατορική πολιτική σκηνή (1950-1967).

Το «Κέντρο» λοιπόν δεν συνιστά μια επιστημονική έννοια που θα μας επέτρεπε να κατανοήσουμε το κεντρώο φαινόμενο αλλά μια ιδεολογική εμπειριστική συσκότιση της πραγματικότητας. Είναι η ψευδώνυμη και πολιτικιστική αναπαράσταση ενός πραγματικού κοινωνικού φαινομένου της μετεμφυλιακής Ελλάδας· της διατήρησης, σ' ολόκληρη την προδικτατορική περίοδο της κοινωνικής ταξικής πόλωσης που κυοφορήθηκε στην ελληνική κοινωνία την δεκαετία 1940-1950.

Η διατήρηση αυτής της πόλωσης έχει σαν αποτέλεσμα η πολιτική σκηνή της περιόδου 1950-1967 να παραμένει διαρκώς πολωμένη. Η «αντανάκλαση» αυτή της κοινωνικής πόλωσης στην πολιτική σκηνή εμφανίζεται έκδηλα στην κοινωνική σύνθεση της εκλογικής επιρροής των κομμάτων της περιόδου.

Η αντίθεση αστικού ΕΑΜογενούς μπλοκ, παρά τη συντριβή του τελευταίου στον εμφύλιο, παραμένει η βασική διαχωριστική γραμμή. Ερμηνεύεται έτσι η εμφάνιση δύο βασικών πόλων - ο περίφημος δικομματισμός - στην πολιτική σκηνή (πίνακας 3 - διάγραμμα 3). («Δεξιά Δημοκρατική Παράταξη») και στο ιδεολογικό επίπεδο («Εθνικόφρονες μη εθνικόφρονες»).

Η πόλωση, λοιπόν, της πολιτικής σκηνής στη μεταπολίτευση (1974-1985), ιδιαίτερα μετά το '77 (σε Δεξιά και ΠΑΣΟΚ) δεν προέκυψε με παρθενογέννηση. Χωρίς προφανώς να υποστηρίζουμε την ευθύγραμμη η μηχανιστική συνέχεια, σίγουρα η προδικτατορική πόλωση εγγράφεται - σαν ιστορικό αποτέλεσμα της κοινωνικής κίνησης - στις προϋποθέσεις της Μεταπολίτευσης.

Οι υποστηρικτές της θεωρίας της '«τεχνητής πόλωσης» των «δυο μονομάχοι» κλπ., οφείλουν μιαν εξήγηση...

Θα εξετάσουμε τώρα την πόλωση της πολιτικής σκηνής και την κοινωνική σύνθεση της εκλογικής επιρροής των βασικών κομμάτων της περιόδου που αποδεικνύει τη διατήρηση της κοινωνικής πόλωσης. Σχετικά με την κοινωνική σ,ύνθεση της εκλογικής επιρροής των κομμάτων πρόκειται ουσιαστικά για εμπειρική τεκμηρίωση καθότι εκτός από ελάχιστες εργασίες, η κοινωνική έρευνα της προδικτατορικής περιόδου σ' αυτό το πεδίο είναι σχεδόν ανύπαρκτη. (Για τις εξαιρέσεις Δαμιανάκος 1981, Κομνηνού 1981, Νικολακόπουλος 1985). Ακόμα περισσότερο θα βασιστούμε στη μελέτη της εκλογικής γεωγραφίας του πολεοδομικού συγκροτήματος της πρωτεύουσας και όχι, εξ ίσου αναλυτικά, της υπαίθρου, διότι μόνο γι' αυτό διαθέτουμε - χάρη στο Δαμιανάκο (1981) - μια ικανοποιητική προσέγγιση της ταξικής του διάρθρωσης που μας επιτρέπει ασφαλείς παρατηρήσεις σχετικά με τον ταξικό χαρακτήρα της ψήφου.

Εκτός από αυτά, το βασικότερο και αξεπέραστο εμπόδιο είναι η ίδια η μορφή των κομμάτων και του κράτους, δηλαδή η ανυπαρξία θεσμών αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και μαζικών κομμάτων (με τη σημερινή τους μορφή) που θα επέτρεπε τη αποτύπωση των «εκλογικών προτιμήσεων». Έτσι αναγκαστικά το μόνο πεδίο όπου μπορεί να εκδηλωθεί η εκλογική κοινωνική γεωγραφία των κομμάτων είναι οι γενικές εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου.


4.1. Η κοινωνική και εκλογική επιρροή του Ελληνικού Συναγερμού και της ΕΡΕ.

Η κοινωνική σύνθεση της ταξικής συμμαχίας της Δεξιάς αντανακλάται έκδηλα στην εκλογική επιρροή του Ελληνικού Συναγερμού ήδη από το 1951 και μετέπειτα της ΕΡΕ:

Πράγματι, ο Ελληνικός Συναγερμός το 1951 εκτός από την μεγάλη εκλογική επιρροή στις αγροτικές περιοχές (35,8%) απορρόφησε και το μεγαλύτερο ποσοστό των αστικών και μεσαίων αστικών στρώματος της περιοχής της πρωτεύουσας που στις εκλογές του 1950 είχαν ψηφίσει το κόμμα του Γ. Παπανδρέου (ΔΣΚ). (Στην κατεξοχήν «νεόπλουτη» περιοχή της Φωκίωνος Νέγρη, στη Φιλοθέη, στο Ψυχικό, στο Κολωνάκι, στο Κέντρο της Αθήνας, στο Παγκράτι, αλλά και στην αστική προσφυγική συνοικία της Νέας Σμύρνης. (Νικολακόπουλος 1985, σελ. 170 και 183).

Η άνοδος του ΕΣ ήταν αντίστροφα εξαιρετικά χαμηλή στις λαϊκές συνοικίες του Δήμου της Αθήνας, περιορισμένη στην περιφέρεια της Αθήνας και στο δήμο του Πειραιά και σχεδόν αμελητέα στους κατ' εξοχήν εργατικούς δήμους της Β' Πειραιά (όπ. 183) (πίνακας 4).

Στις εκλογές του 1952, που κλείνουν την περίοδο της πολιτικής κρίσης (1945-1952) και συμβολοποιούν την διαμόρφωση της ταξικής συμμαχίας του αποκλήθηκε «Δεξιά», ο Ε.Σ. θα εμπεδώσει την ηγεμονία τους στην ύπαιθρο, συγκεντρώνοντας στις αγροτικές περιοχές το 52,7% (όπ. σελ. 204).

Πράγματι οι αγρότες θα αποτελέσουν το μαζικό στήριγμα της Δεξιάς και του αστικού μπλοκ για μια ολόκληρη δεκαετία.

Η εκλογική επιρροή της ΕΡΕ (διάδοχο σχήμα του ΕΣ) το 1956 θα διατηρήσει αναλλοίωτο το βασικό δομικό κοινωνικό χαρακτηριστικό του Ε.Σ. «Το χάσμα δηλαδή μεταξύ αγροτικών περιοχών και αστικών κέντρων: στις αγροτικές περιοχές η Δεξιά διέθετε άνετη πλειοψηφία (52,8%) στην οποία βασίστηκε και η τελική επικράτηση της, ενώ στα αστικά κέντρα μειοψηφούσε (42,0%) (όπ.π. σελ. 224).

Αλλά και η ανάλυση της ταξικής σύνθεσης της πρωτεύουσας δείχνει ακριβώς αυτή την αντίστροφη επιρροή Δεξιάς και Κέντρου Αριστεράς (Βλ. πίνακες 5,6).

Όπως έδειξε ο Δαμιανάκος (1981) για τις εκλογές του 1956 και 1958, η ΕΡΕ συγκεντρώνει τα υψηλότερα ποσοστά της στις κατεξοχήν αστικές περιοχές. Στις αστικές συνοικίες του δήμου της Αθήνας (Κέντρο, Κολωνάκι, Πλάκα κλπ.) 69% το 1956, 40-49% το 1958, στους κατ' εξοχήν αστικούς δήμους Εκάλης και Ψυχικού 60-89% του 1956, 40-69% το 1958. Συγκεντρώνει δηλαδή ποσοστά διπλάσια σχεδόν του εθνικού μέσου όρου της ΕΡΕ (Πίνακας 6). Αντίθετα όσο αυξάνεται η παρουσία των λαϊκών τάξεων (και αυτό συμβαίνει όσο απομακρυνόμαστε από το κέντρο: Δήμος Αθήνας, Δήμος Πειραιά προς τους περιφερειακούς δήμους της Β' Αθήνας και Β' Πειραιά), τόσο περιορίζεται η επιρροή της (πίνακες 5,6):

Έτσι στην κατ' εξοχήν εργατική περιοχή της Β Πειραιά η ΕΡΕ συγκεντρώνει 22% το 1956 και 20% το 1958 ποσοστά δηλαδή που φτάνουν μόλις το 50% του εθνικού μέσου όρου της (Πίνακας 6).

Γενικά στις εκλογές του 1958, «στην περιφέρεια της πρωτεύουσας η ΕΡΕ γνώρισε τη μεγαλύτερη, συγκριτικά πτώση της υποχωρώντας από το 40,5 που είχε



συγκεντρώσει στις προηγούμενες εκλογές στο 32%». (Νικολακόπουλος 1985. σελ. 237). Η πτώση της ΕΡΕ, με εξαίρεση τις εκλογές του '61 (βίας και νοθείας), θα είναι εντυπωσιακή στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις Β63 και Β64 (Βλ. αναλυτικότερα παρακάτω). ·

4.2. ΕΠΕΚ και Δημοκρατική Παράταξη (ΔΠ)

Στην περίοδο 1950- 52 (του «κεντρώου διαλείμματος») την εκπροσώπηση του ΕΑΜικοΰ μπλοκ αναλαμβάνει η ΕΠΕΚ (δευτερευόντως η Δημοκρατική Παράταξη (ΔΠ) και η ΕΔΑ - ιδρύεται το 1951). Πρόκειται όμως για μια εντελώς πρόσκαιρη εκπροσώπηση («στιγμιαία»). Μετά την ήττα στις Β52 και το θάνατο του Ν. Πλαστήρα, όπως ειπώθηκε, το «Κέντρο» μπαίνει σε κρίση. Δεν μπόρεσε να αποτελέσει την εναλλακτική αστική λύση.

Οι εκλογές του Μαρτίου 1950, οι πρώτες μετά τον εμφύλιο, είναι η νομιμοποίηση και εκλογική επισφράγιση του αποτελέσματος του εμφύλιου. (Νικολακόπουλος 1985). Το ηττημένο λαϊκό ΕΑΜικό μπλοκ θα εκφραστεί σε δυο πολιτικούς σχηματισμούς, την ΕΠΕΚ και τη Δημοκρατική Παράταξη (ΔΠ)". (Βλ. και διάγραμμα 2). Αυτό το γεγονός επιβεβαιώνεται και από τα εκλογικά αποτελέσματα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης*. Όπως αποδεικνύει ο Η. Νικολακόπουλος «ο κύριος κορμός της εκλογικής όασης της ΕΠΕΚ προέρχονταν αναμφίβολα από το τμήμα του εκλογικού σώματος που το 1946 είχε επιλέξει την αποχή. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στις περισσότερες περιοχές, όπου το άθροισμα των ψήφων της ΕΠΕΚ και της ΔΠ ταυτίζεται σχεδόν με το αντίστοιχο ποσοστό της «πολιτικής αποχής» (Νικολακόπουλος , 1985. σελ. 170).

Ενώ το πανελλαδικό ποσοστό της ΕΠΕΚ είναι 16.4%. στην περιφέρεια της Αθήνας η ΕΠΕΚ συγκεντρώνει το 2024.9% ενώ στην κατεξοχήν εργατική περιφέρεια τη; Β'Πειραιά 25- 29.9% (Πίνακας 4).

Όσον αφορά τη Δημοκρατική Παράταξη «ήρθε πρώτο κόμμα στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη και κατέλαβε την πρώτη ή τη δεύτερη θέση σ' όλα σχεδόν τα μεσαία αστικά κέντρα όπου παρουσίασε υποψήφιους. Στις περισσότερες μάλιστα από τις περιπτώσεις αυτές, η ΔΠ μπόρεσε να συσπειρώσει το σύνολο ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος από την «πολιτική αποχή» του 1946. (υπ. Χ.Β.Γ.Μ.)». (Νικολακόπουλος 1985, σελ. 171). Στις εργατικές λαϊκές περιφέρειες της ΒΆΘήναςκαι της Β'Πειραιά, η Δ.Π. θα συγκεντρώσει αντίστοιχα το 2529.9% και πάνω από 30% (Πίνακας 4).

Συνολικά δηλαδή η ΕΠΕΚ με τη ΔΠ συγκεντρώνουν στην περιφέρεια της πρωτεύουσας 45%55% ενώ στη Β' Πειραιά 55%60% τουλάχιστον (Πίνακας 4) 9 μόλις μήνες μετά τον επίσημο τερματισμό της ένοπλης σύγκρουσης!

Αντίθετα, στην ύπαιθρο, εξαιτίας της συντριβής και της τρομοκρατίας, η ΔΠ θα καταποντιστεί".

Η ταξική πόλωση της εκλογικής όασης των κομμάτων που θα αποτυπωθεί και στις εκλογές του 1950 πιστοποιεί την τομή στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό που συντελέστηκε την προηγούμενη δεκαετία38.

4.3. Η πόλωση στο εσωτερικό του «Κέντρου»

Η κοινωνική και πολιτική πόλωση που παρήγαγε η ΕΑΜική τομή αναπαράγεται «εξ' επαγωγής» στο εσωτερικό της «κεντρώας» (παλιάς «Βενιζελικής») παράταξης σαν πόλωση (ιδεολογική, πολιτική, κοινωνική) ανάμεσα στην ΕΠΕΚ και στο Κόμμα των Φιλελεύθερων (ΚΦ). Οι διαχωριστικές γραμμές στην εκλογική κοινωνική βάση των 2 κομμάτων εμφανίζεται και το 1950 αλλά εμπεδώνεται στις εκλογές του 1951.

Μπορούμε να διακρίνουμε 3 τέτοιες διαχωριστικές γραμμές (Νικολακόπουλος 1985). 1. Την γεωγραφική διαφοροποίηση. Η ΕΠΕΚ συγκεντρώνει την μεγαλύτερη δύναμη της στις Νέες Χώρες (Θεσσαλία, Μακεδονία, Θράκη). Αντίθετα το ΚΦ υπερίσχυσε στην Παλαιά Ελλάδα και στην Κρήτη. 2. Η ΕΠΕΚ κέρδισε την λαϊκή υποστήριξη στα αστικά κέντρα ενώ το ΚΦ διατήρησε τους δεσμούς του «Κέντρου» με τον αγροτικό πληθυσμό (Βλ. παραπάνω υποσημ. 2). 3. Η πιο σημαντική όμως, κατά τη γνώμη μας, διαφοροποίηση βρίσκεται στην επιρροή των 2 κομμάτων στο (εργατικό) προσφυγικό στοιχείο.

«Στις προσφυγικές περιοχές της Αθήνας και τον Πειραιά π.χ. η δύναμη της ΕΠΕΚ ήταν της τάξης τον 40%, ενώ τον Κ.Φ. περίπου 7% (...) Στους τρεις κατεξοχήν προσφυγικούς (Χ.Β.Γ.Μ. και εργατικούς) δήμους της περιφέρειας τον Πειραιά (Δραπετσώνα, Νίκαια, Κερατσίνι) η ΕΠΕΚ συγκέντρωσε συνολικά το 47,7% του συνόλου των ψήφων και το Κ,Φ. μόλις το 5,1% (υπ. Χ.Β.Γ.Μ.)» (Νικολακόπουλος 1985, 187) (πίνακας 4).

Η αναπαραγωγή της κοινωνικής πόλωσης στο εσωτερικό του παλιού «Κέντρου», εντείνονταν και από την τοποθέτηση απέναντι στη μοναρχία. Ενώ η ΕΠΕΚ βρίσκεται σε ρήξη με τη μοναρχία (βλ. παρακάτω), αντίθετα το Κ.Φ. βρίσκεται πολωμένο προς· τη μοναρχία, συσπειρώνει αστικό πολιτικό προσωπικό που λόγου της ΕΑΜικής επανάστασης και μπροστά στον κίνδυνο απάθειας της αστικής εξουσίας θα υποκλιθεί στο σύμβολο της αντεπανάστασης (τη μοναρχία). Αυτό το γεγονός της ιδεολογικής και ταξικής διαφοροποίησης στο επίπεδο του πολιτικού προσωπικού πιστοποιείται και λίγο αργότερα με τη συγκρότηση του Ελληνικού Συναγερμού.

Όταν το 1952 ένα σημαντικό ποσοστό πολιτευτών του «Κέντρου» προσχωρούν στο κόμμα του Παπάγου - στους 300 υποψήφιους του ΕΣ το 1952, 69 δηλαδή ποσοστό 23% προέρχεται από «κεντρώα» κόμματα - θα φανεί ότι το μεγαλύτερο μέρος προέρχεται από το Κ.Φ. Από το σύνολο των 69 προσχωρήσεων, ενώ από το Κ.Φ. προέρχονται οι 24 (35%) από την ΕΠΕΚ προέρχονται μόνο οι 6 (8.7%) (ό.π. σελ. 197). Δεν είναι λοιπόν ακατανόητο γιατί η εκλογική γεωγραφία τον Κ. Φ. «παρακολουθεί» αυτήν της Δεξιάς, ενώ αντίθετα της ΕΠΕΚ την αντίστοιχη της Αριστεράς:

«(...) κατά κανόνα και με κυριότερη εξαίρεση την Κρήτη, οι περιοχές που χαρακτηρίζονταν από ισχυρή εκλογική απήχηση της Δεξιάς χαρακτηρίζονταν επίσης από την υπεροχή, στο εσωτερικό της κεντρώας παράταξης του Κ.Φ. ενώ αντίθετα, η ισχυρή απήχηση της ΕΠΕΚ συμβάδιζε (πάλι κατά κανόνα) με αξιόλογη επιρροή της Αριστεράς (...). Οι διαφοροποιήσεις αυτές βάθαιναν ακόμα περισσότερο τις διαφορές οπτικής που υπήρχαν ανάμεσα στην εκλογική βάση της ΕΠΕΚ και σ' αυτήν του Κ.Φ. ευνοώντας αντικείμενα τις μετοχικές συμπράξεις και αντιπαραθέσεις μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς», (στο ίδιο, σελ. 188).

4.4. 1952-1956: Η κοινοβουλευτική επανεγγραφή της πόλωσης

Στις εκλογές του 1952 «η υιοθέτηση του πλειοψηφικού επέτεινε το χαρακτήρα παραταξιακής σύγκρουσης που είχαν προσλάβει οι εκλογές. Καθοριστικό - και σχεδόν αποκλειστικό - αντικείμενο τους ήταν η επιλογή μεταξύ των δυο πολιτικών σχηματισμών που, ουσιαστικά, διεκδικούσαν την εξουσία, του ΕΣ και της συμμαχίας των κεντρώων κομμάτων (ΕΠΕΚΚΦ). Η επιλογή αυτή εμφανιζόταν ως η οριστική λύση της πολιτικής και κυβερνητικής αστάθειας που χαρακτήριζε την περίοδο 1950-52. (...)

Τις δυο αντιτιθέμενες πολιτικές επιλογές προσωποποιούσαν οι επικεφαλής των δυο εκλογικοί σχηματισμών, δυο χαρακτηριστικοί ηγέτες σύμβολα, γεγονός που προσέθετε στις εκλογές δημοψηφισματικό χαρακτήρα επιλογής προσώπων». (Νικολακόπουλος 1985, σελ. 195).

Η ΕΔΑ, δευτερεύουσα πλευρά της πολιτικής εκπροσώπησης του ΕΑΜογενούς μπλοκ, εδραιώνεται στην πολιτική σκηνή (9.55%). Η χρεοκοπία των κομμάτων του «Κέντρου» σαν εναλλακτικής αστικής λύσης θα της ανοίξουν προς στιγμήν το δρόμο...39

Με τη αποτυχία του ιδιότυπου «σοσιαλδημοκρατικού πειράματος της ΕΠΕΚ και τη\ αλλαγή φάσης μετά την πρώτη αποπνικτική περίοδο 1949-1956, η στροφή του ΚΚΕ (και στο ζήτημα των συμμαχιών με τα «κεντρώα» αστικά κόμματα) θα καταλήξει στην ίδρυση ενός πλατιού πολιτικού συνασπισμού, της Δημοκρατικής Ένωσης (17.1.1956).

Έτσι οι εκλογές του 1956 αποτελούν τομή στην μετεμφυλιακή πολιτική σκηνή, καταγράφοντας περισσότερο από τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις (1950, 1951, 1952) την πόλωση. Η ΕΡΕ και η Δ.Ε. θα συγκεντρώσουν 95.5% των ψήφων!... (πίνακας 3 και διάγραμμα 3).

Η αντίθεση Δεξιάς Αντιδεξιάς («Δημοκρατικής Παράταξης») έχει διαμορφωθεί. Έτσι το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών (του 1958) δεν είναι λοιπόν καθόλου «ξαφνικό», «τυχαίο» ή συγκυριακό.

Παρόλο που, όπως είχε ρητά συμφωνηθεί και δηλωθεί, η συνεργασία των κομμάτων του Κέντρου με την ΕΔΑ ήταν αυστηρά και μόνον εκλογική και αποκλειόταν οποιαδήποτε κυβερνητική συνεργασία, ο σχηματισμός, εξήμισι μόλις χρόνια μετά το τέλος του εμφύλιου, ενός Λαϊκού Μετώπου, έστω και με στενά εκλογικό χαρακτήρα, αποτελούσε πολιτικό γεγονός καθοριστικής σημασίας.

Με τη δημιουργία της Δ.Ε. οι εκλογές απέκτησαν τη μορφή πολωτικής και μετωπικής αναμέτρησης ανάμεσα στο άρχον συγκρότημα εξουσίας και στο σύνολο των πολιτικών δυνάμεων που είχαν παραμείνει εκτός εξουσίας ή είχαν αποκλειστεί απ' αυτήν. Επρόκειτο δηλαδή για την παγίωση ή ανατροπή μιας συνολικής πολιτικής επιλογής που είχε επιβληθεί το 1952 και της οποίας φάνηκε προς στιγμήν ότι διακυβεύοταν η συνέχιση, χωρίς βέβαια να διακρίνεται καθαρά σε τι θα συνίστατο μια εναλλακτική πολιτική λύση. Η συμμαχία των κομμάτων του Κέντρου με την ΕΔΑ οροθετούσε πάντως την έξοδο της Αριστεράς από την πολιτική απομόνωση και κυρίως έτεινε να.εμπεδώσει μια νέα διαχωριστική τομή - ανάμεσα στη Δεξιά (όπως είχε διαμορφωθεί από τον Ε.Σ.) και το σύνολο των αντιδεξιών δυνάμεων». (Νικολακόπουλος, 1985, σελ. 214).

Οι εκλογές του 1956 θα αποκτήσουν παράλληλα αντιμοναρχικό χαρακτήρα. Ο αντιμοναρχισμός άλλωστε αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία της λαϊκοδημοκρατικής ιδεολογικής παράδοσης (Λακλάου) της προδικτατορικής4 " περιόδου.

4.5. Οι εκλογές του 1958

Το κύριο χαρακτηριστικό των εκλογών του '58 είναι η «πόλωση» ανάμεσα στην ΕΡΕ και στην ΕΔΑ. Πόλωση όχι μόνο πολιτική αλλά κοινωνική41. Δεν νομίζουμε ότι μπορεί να αποδώσει καλύτερα το κλίμα και το χαρακτήρα της αναμέτρησης τίποτε άλλο όσο ένα από τα κεντρικά συνθήματα της προεκλογικής εκστρατείας της ΕΡΕ: «Στο ΕΑΜ απάντησε ΕΡΕ»(!)42

Στις εκλογές του 1958 το ΕΑΜογενές λαϊκό μπλοκ θα εκφραστεί κυρίαρχα στην ΕΔΑ. Αυτό είναι αποτέλεσμα: α. της ανασύνταξης του λαϊκού μπλοκ και των κοινωνικών αγώνων που έχουν αναπτυχθεί (θέσεις 21), 6. της αποτυχίας της ΕΠΕΚ και της διάλυσης του «Κέντρου».

Το 1958, είναι το κομβικό σημείο (κοινοβουλευτικής) ανασύνταξης, του ιστορικά πια ηττημένου λαϊκού κοινωνικού μπλοκ του ΕΑΜ. Το εκλογικό αποτέλεσμα είναι αντανάκλαση αυτής της κοινωνικής διεργασίας στο επίπεδο της πολιτικής σκηνής. Εν τούτοις οι σχέσεις εκπροσωπήσεις που αποκαθίστανται με την Αριστερά είναι χαλαρές και υπονομευμένες για τους λόγους που αποδείξαμε άλλου (ήττα, διάρρηξη των σχέσεων εκπροσώπησης με το ΚΚΕ, διάσπαση αποσύνδεση του προγράμματος του ΕΑΜ - βλ. θέσεις 22) γεγονός που θα διαφανεί στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις 1961-1963-1964.

Οι λαϊκές μάζες, όπως άλλωστε δείχνει και το φαινόμενο της ΕΠΕΚ μπορούν εύκολα να μετακινηθούν.

Αν όμως η πολιτική τους εκπροσώπηση επιδεικνύει «αστάθεια», η ιδεολογική πολιτική και κοινωνική τους υπόσταση παραμένει σταθερότατη.

Γι αυτό και τα εκλογικά αποτελέσματα του 1958 συμπίπτουν ουσιαστικά με τα αντίστοιχα της αποχής τον 1946. Η απόδειξη οφείλεται και πάλι στον Η. Νικολακόπουλο:

«Η ομοιότητα που υπάρχει ανάμεσα στον εκλογικό χάρτη της ΕΔΑ το 1958 και στον χάρτη της πολιτικής αποχής του 1946, δείχνει καθαρά ότι η» έκπληξη» του 1958 δεν ήταν παρά η εκ νέον συσπείρωση μιας μεγάλης μερίδας του εαμικού κινήματος, γι ' αυτό και άφηνε στην ΕΔΑ σημαντικά περιθώρια για περαιτέρω ανάπτυξη. (Νικολακόπουλος, σελ. 83).

Η εκλογική νίκη της ΕΔΑ το 1958 δεν είναι λοιπόν καθόλου ανεξήγητη. Παραμένει μυστήριο μόνο για τους «πολιτικούς επιστήμονες» που αναζητούν την εξήγηση στις σφαίρες της «Ψυχολογίας» ή του «Πολιτικού»44.

Η ΕΔΑ όπως ειπώθηκε θα κατορθώσει να απορροφήσει (συγκυριακά όμως), την πολιτική εκπροσώπηση εκείνου του τμήματος του ΕΑΜικού μπλοκ, ιδιαίτερα του «σκληρού πυρήνα του» που είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στην ΕΠΕΚ.

«Τα συγκριτικά υψηλότερα ποσοστά της [ΣΣ της ΕΔΑ] στα προσφυγικά προάστια εξηγούνται επίσης από τη μεγάλη επιρροή του διέθετε, ειδικά σ' αυτά, η (πρώην) ΕΠΕΚ και την οποία ως ένα βαθμό μπόρεσε να κερδίσει η ΕΔΑ. Η ευρύτατη επικάλυψη της εκλογικής βάσης της ΕΠΕΚ στάθηκε εξάλλου, γενικότερα, η βασική αιτία για την μεγάλη εκλογική επιτυχία της ΕΔΑ στην περιφέρεια της πρωτεύουσας, ενώ το αντίστοιχο φαινόμενο υπήρξε αισθητά πιο περιορισμένο στην υπόλοιπη χώρα. Όπως φαίνεται [ΣΣ βλέπε πίνακα στην υποσημείωση 45], στην περιφέρεια της πρωτεύουσας η ΕΔΑ μπόρεσε να απορροφήσει, κατά προσέγγιση, περίπου τα 4 5 της εκλογικής επιρροής που διέθετε η ΕΠΕΚ το 1951». (Νικολακόπουλος, 1985. 245). (Πίνακες 5 και 6).

Η ΕΔΑ εμφανίζει τη μεγαλύτερη εκλογική της δύναμη στο κατεξοχήν εργατικό λαϊκό συγκρότημα του λεκανοπεδίου, τις δυτικές και νοτιοδυτικές συνοικίες (Δραπετσώνα, Κερατσίνι, Νίκαια, Κορυδαλλός, Αγία Βαρβάρα, Αιγάλεω, Ταύρο:. Περιστέρι, Πετρούπολη) όπου ξεπερνάει παντού το 50%, «για να φτάσει στη Νίκαια το 65,8%, κορυφαίο ποσοστό της στην περιφέρεια της πρωτεύουσας. (Νικολακόπουλος 1985, σελ. 244)46.

Στην Β' Πειραιά συγκεντρώνει 3πλάσιο ποσοστό από την ΕΡΕ (πίνακες 5 και 6).

Αντίθετα στις κατεξοχήν μικροαστικές συνοικίες της Α θήνας συγκεντρώνει ποσοστά περίπου 30%: Εξάρχεια (29,2%), Παγκράτι (29%), Κυψέλη (27,6%, ενώ στις καθεαυτό αστικές συνοικίες κάτω από 20% (Πλάκα, Κέντρο, Κολωνάκι, Φωκίωνος Νέγρη, Ψυχικό, Φιλοθέη, Εκάλη). (Πίνακας 5).

Η ταξική πόλωση της εκλογικής βάσης της ΕΔΑ στις εκλογές του 1958 είναι ορατή οία γυμνού οφθαλμού. Όπως παρατηρεί ο Η. Νικολακόπουλος:

«Διαγράφεται ανάγλυφα ο έντονα ταξικός προσδιορισμός της αριστερής ψήφου, με κύρια χαρακτηριστικά της την απόλυτη υπέροχη στα εργατικά και γενικότερα στα λαϊκά στρώματα και μια διόλου ευκαταφρόνητη παρουσία στα μεσαία στρώματα» (σελ. 244).

Ένα επιπλέον στοιχείο που αποδεικνύεται από την μελέτη των εκλογικών αποτελεσμάτων των Β58 είναι η διαφοροποίηση στην προπολεμική και στην μετεμφυλιακή εκλογική συμπεριφορά των προσφυγικού πληθυσμού. Η διαφοροποίηση βρίσκεται ανάμεσα στην διαταξική υπερψήφιση του Κόμματος Φιλελευθέρων προπολεμικά και την ταξική πόλωση των προσφύγων μετά την εμπειρία της ΕΑΜικής επανάστασης (τομής)41.

4.6. Η περίοδος 1961-1963

Για τις ανάγκες της ανάλυσης μας δεν είναι σκόπιμο να επεκταθούμε στις εκλογές της «βίας και νοθείας» του 196148.

Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι η ΕΚ, που ιδρύεται τον Σεπτέμβριο του 1961 με ζωή μόνο 1 μήνα θα πάρει στις εκλογές του Οκτωβρίου 33,65%, Η αναβίωση του «Κέντρου» μετά από μια δεκαετία κρίσης δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αν σταθούμε μόνο στο επίπεδο της εκλογικής «στιγμής».

Το δεύτερο είναι ότι ήδη από την πρώτη στιγμή, η Ε.Κ. κερδίζει ένα κομμάτι του ΕΑΜογενούς μπλοκ που μέχρι τότε είχε εκπροσωπηθεί στην ΕΔΑ. Η τάση αυτή μετατόπισης από την ΕΔΑ προς την ΕΚ έγινε άμεσα ορατή στα μεγάλα αστικά κέντρα, στη Θεσσαλία κ.ά.: «Η κυριότερη επιτυχία της ΕΚ - ιδιαίτερα βαρύνουσα από πολιτική άποψη - ήταν η σημαντική άνοδος της στην περιφέρεια της πρωτεύουσας, όπου απέσπασε από την ΕΔΑ περίπου το 1 4 της δύναμης της (σε απόλυτα μεγέθη περίπου το 10%)». (Νικολακόπουλος, 1985, 278). (Πίνακας 6).

Οι εκλογές του '61 όπως γράψαμε άλλου πέτυχαν το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδίωκαν. Αντί να αποτέλεσαν απάντηση στην (κοινοβουλευτική) ανασύνταξη του ΕΑΜικού μπλοκ στην ΕΔΑ, το 1958, απονομιμοποίησαν τη Δεξιά και το κράτος49. Έγιναν το σημείο πυροδότησης των κοινωνικών αγώνων στην δεκαετία του '60 και της όξυνσης της ταξικής πάλης (περίοδος 1962-1967, θέσεις 21).

Η ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων οδηγεί στην ανατροπή της Δεξιάς και στην άνοδο της ΕΚ στην κυβέρνηση στις εκλογές του '63 και '64 (θέσεις 21).

Η πόλωση της πολιτικής σκηνής, ανάμεσα στην ΕΡΕ από τη μια και στην ΕΚ και την ΕΔΑ από την άλλη είναι πρωτοφανής.

Ο «δικομματισμός» φτάνει στο απόγειο του! Η ΕΡΕ και η ΕΚ συγκεντρώνουν το 1963 81.4% των ψήφων ενώ το 1964 το 88,0%! (Πίνακας 3 και διάγραμμα 3).

Αυτό όμως που συχνά παραγνωρίζεται είναι ότι η «πόλωση» αυτή είναι κοινωνική. Όπως δείξαμε, αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας αλλά στις εκλογές του '63 και ιδιαίτερα αυτές τον '64 αποκτά πρωτοφανείς διαστάσεις.

Από την άποψη της ταξικής πόλωσης της εκλογικής βάσης των κομμάτων, οι εκλογές του Φεβρουαρίου 1964 είναι οι πιο σημαντικές της προδικτατορικής περιόδου και παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες με αυτές του Ιουνίου 1985.

Αν και τα εκλογικά αποτελέσματα των εκλογών '63 και '64 δεν έχουν πλήρως μελετηθεί, μπορούν εντούτοις να διατυπωθούν ορισμένα συμπεράσματα.

1. Οι αγώνες που αναπτύσσονται στην ύπαιθρο και το σπάσιμο της τρομοκρατίας οδηγεί σε διάρρηξη των σχέσεων εκπροσώπησης που είχε διαμορφώσει η Δεξιά με τους αγρότες. Μεγάλες μάζες αγροτιάς αποδεσμεύονται από την ΕΡΕ και στρέφονται προς την ΕΚ.

Πρόκειται για τα αγροτικά στρώματα των πεδινών και οικονομικά αναπτυσσομένων περιοχών που ενσωματώνονται στην διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης, όπως η Θεσσαλία και η βόρεια και δυτική Πελοπόννησος όπου η ΕΚ συγκέντρωσε στα πεδινά το 54% των ψήφων, σε αντίθεση με τους ορεινούς απομονωμένους ή καθυστερημένους αγροτικούς πληθυσμούς, όπου η δύναμη της ΕΡΕ ξεπέρασε σχεδόν παντού το 50% (Νικολακόπουλος, 1985, 289-292).

Η τάση αυτή που θα διευρυνθεί και θα εμπεδωθεί και με τις εκλογές του '64, λόγω της ιστορικής διάρρηξης των σχέσεων εκπροσώπησης της αγροτιάς με το ΚΚΕ μετά τον εμφύλιο (διαδικασία που αναλύσαμε άλλου), θα αποτελέσει μόνιμο χαρακτηριστικό της πολιτικής έκφρασης rav αγροτικών στρωμάτων όχι μόνο στην ΕΚ προδικτατορικά αλλά και στο ΠΑΣΟΚ μεταπολιτευτικά. (Βλ. και Κομνηνού 1981)..

2. Αν και η εκλογική βάση της ΕΚ αποτελείται εξαρχής (1961) από ένα σημαντικό τμήμα του ΕΑΜικού μπλοκ και της ανασύνθεσης του στη μεταπολεμική περίοδο, εντούτοις από τις εκλογές του 1961 ως τις εκλογές του 1964 παρατηρείται μία εμβάθυνση της ταξικής της εκλογικής φυσιογνωμίας.

Αυτή η διεργασία είναι εμφανής στα εκλογικά αποτελέσματα 1961 της Β' Πειραιά, της κατ' εξοχήν (μέχρι σήμερα) εργατικής περιοχής του λεκανοπεδίου, όπου συγκεντρώνεται ο βασικός κορμός της ιστορικής εργατικής τάξης της πρωτεύουσας (και κορμός του ΕΑΜ της Αθήνας στην Κατοχή). Όπως φαίνεται στον πίνακα 6 η ΕΑΜογενής εργατική τάξη έχει εκφραστεί μέχρι την εμφάνιση της ΕΚ, σχεδόν αποκλειστικά στην ΕΔΑ (61.0% το 1958!). Το 1961 η ΕΔΑ κατορθώνει να συγκρατήσει παρά τη «βία» και «νοθεία» το μεγαλύτερο μέρος (44.5%). (Βέβαια η ΕΚ, παρά το γεγονός ότι έχει 1 μόνο μήνα ζωής θα κατορθώσει να αποσπάσει ένα ποσοστό από την ΕΔΑ).

Δεν θα συμβεί όμως το ίδιο και στις εκλογές του '63 και του '64. Παρά το γεγονός, οτιοι εκλογές του θα ήταν κατά γενική ομολογία οι πιο ελεύθερες, της μετεμφυλιακής περιόδου, η ΕΔΑ δεν θα κατορθώσει να διατηρήσει τις σχέσεις εκπροσώπησης που είχε με το ιστορικό της μπλοκ και μάλιστα με το σκληρό του πυρήνα. Το «Κέντρο» θα τις αμφισβητήσει και θα απορφανίσει την εκλογική της βάση στον πιο προνομιακό χώρο της5 ".

Μέσα σε 2 χρόνια (1961-1963) η ΕΔΑ θα χάσει στην Β' Πειραιά 7% δηλαδή 16% της δύναμης της στις εκλογές της «βίας και νοθείας» και η ΕΚ θα αυξήσει την επιρροή της κατά 11.5%. Πρόκειται δηλαδή καθαρά για «ιδεολογική ήττα»". Παρά το γεγονός της μετακίνησης εργατικών στρωμάτων προς την ΕΚ η ενίσχυση του «Κέντρου» στις εκλογές του 1963, εμφανίζεται πρωταρχικά μάλλον στα μικροαστικά στρώματα του ΕΑΜογενούς λαϊκού μπλοκ που μετακινούνται προς αυτήν με αποτέλεσμα η κοινωνική σύνθεση της εκλογικής της βάσης να εμφανίζεται διαταξική:

«Στην εκλογική [ΣΣ 1963] επιρροή της στην περιφέρεια της πρωτεύουσας αποτυπώνονται καθαρά και ορισμένες καίριες ιδιαιτερότητες της κοινοτικής της σύνθεσης: τα υψηλότερα συγκριτικά ποσοστά στις (μεταξύ 40% και 45% κατά κανόνα) τα συγκέντρωσε στα βόρεια και ανατολικά προάστια (περιοχές με σημαντική παρουσία μικροαστικών στρωμάτων), ενώ αντίθετα στην (εργατική και λαϊκή) δυτική ζώνη η δύναμη της κυμάνθηκε από 35% έως 40%. Αντίστοιχη ήταν και η κατανομή της επιρροής της στο εσωτερικό του δήμου Αθηναίων: τα κορυφαία ποσοστά της τα παρουσίασε σε καθαρά μικροαστικές συνοικίες και μάλιστα ύστερου σχετικά εποικισμού (Κάτω Πατήσια 43.5%, Αμπελόκηποι 41,3%) και τα χαμηλότερα στις παλιές συνοικίες της Αθήνας - είτε λαϊκής (Πετράλωνα 37.0%) είτε μικροαστικής (Πλάκα, θησείο, Μοναστηράκι 37,0%), είτε αστικής (Κέντρο 36.0%. Κολωνάκι 31,1%) σύνθεσης. (Νικολακόπουλος, 1985, 289).

4.7. Οι εκλογές του 1964: Το απόγειο της ταξικής και εκλογικής πόλωσης.

«Ντεμπρε: Δεν περίμεναν τη λαϊκή επιτυχία;

Αλλίέντε: Όχι. Ποτέ.

Ντεμπρε: Ίσως θα έπρεπε να εφεύρουμε ένα νέο ιστορικό νόμο,ή έναν αντινόμο, το νόμο των εκπλήξεων: όταν κάποιο σημαντικό γεγονός συμβαίνει στην ιστορία, παρουσιάζεται πάντοτε με μορφή έκπληξης».

(Από τις συνομιλίες του Ρεζί Ντεμπρε με τον Αλλίέντε, στο Ντεμπρε 1971).

Οι εκλογές του '64 αποτελούν κατά γενική ομολογία τη σημαντικότερη εκλογική αναμέτρηση της προδικτατορικής περιόδου. Η πολιτική και κοινωνική πόλωση που ενυπάρχει στην ελληνική κοινωνία σαν ιστορικό αποτέλεσμα της δεκαετίας '40, θα εκφραστεί ανοιχτά και σε εκλογικό επίπεδο σαν αντίθεση ΕΠΕΚ- ΕΚ (κατά κύριο λόγο). Τα δύο κόμματα θα συγκεντρώσουν 88,0% των ψήφων1 !

Η κυβέρνηση της ΕΚ που βγήκε από τις εκλογές του Νοεμβρίου 1963 προσχώρησε άμεσα 1. στην απόλυση των πολιτικών κρατουμένων, 2. στην υλοποίηση μιας πολιτικής παροχών προς τις λαϊκές τάξεις με βασικά στοιχεία, α) την καθιέρωση της δωρεάν παιδείας (πολιτικό αποτέλεσμα των οξυτάτων αγώνων για την εκπαίδευση στην μετεμφυλιακή περίοδο. (Βλ. θέσεις 21) και 6) τη ρύθμιση των αγροτικών χρεών, (Λιναρδάτος 1988α, σελ. 339 κ.ε.). Με μοχλό την κυβερνητική πολιτική δηλαδή η ΕΚ, προχώρησε στην ενίσχυση και διεύρυνση της λαϊκής κοινωνικής συμμαχίας που την ανέδειξε. Ταυτόχρονα, το νέο πολιτικό κλίμα'"2 και οι παροχές αποκάλυψαν στα μάτια των μαζών το νέο ταξικό συσχετισμό που διαμορφώθηκε και εμπέδωσαν την ευφορία αυτή της πρώιμης «προδικτατορικής Αλλαγής». Αυτοί οι παράγοντες αποτελούν την υλική κοινωνική βάση για το τεράστιο και γενικευμένο εκλογικό ρεύμα που θα καταγραφεί στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1964 (Β64).

Αυτό το εκλογικό ρεύμα θα ανεβάσει την ΕΚ μέσα σε 3 μονάχα μήνες από το 42,04% των ψήφων στο 52,72%. «Επρόκειτο για τη μαζικότερη εκλογική μεταστροφή που παρατηρήθηκε κατά την μεταπολεμική περίοδο, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα και χωρίς κανενός είδους παράλληλη μετατόπιση πολιτευτών (υπ. Χ.Β.Γ.Μ.)» (Νικολακόπουλος 1985, σελ. 303). Υπολογίζεται ότι 300.000 περίπου άτομα μετατοπίστηκαν από τη Δεξιά. Αυτό το εκλογικό άλμα (10% περίπου) είναι αποτέλεσμα, όπως ειπώθηκε, μιας απότομης μεταβολής του ταξικού συσχετισμού.

Μια αντίστοιχη εμπειρία για το ρόλο που μπορεί να παίξει η κυβερνητική πολιτική σαν μοχλός ενίσχυσης μιας κοινωνικής συμμαχίας αποτελεί το παράδειγμα της Χιλής του Αλλιέντε σε μια κατεύθυνση όμως σοσιαλιστικού μετασχηματισμού (Λαϊκή Ενότητα).

[Τον Σεπτέμβριο του 1970 ο Σ. Αλλιέντε κέρδισε τις προεδρικέ; εκλογές στη Χιλή με 36.3% των ψήφων. Η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας θα εφαρμόσει ένα πρόγραμμα σοσιαλιστικού χαρακτήρα: πάγωμα τιμών, αυξήσεις μισθών, κοινωνικές παροχές, προώθηση της αγροτικής μεταρρύθμισης, μέτρα ενίσχυσης του εργατικού ελέγχου κλπ. (Φονταίν 1984). Η ευφορία και ο ενθουσιασμός που δημιουργούν στις λαϊκές τάξεις δημιουργούν ένα αντίστοιχο εκλογικό ρεύμα προς τη Λαϊκή Ενότητα, η οποία στις δημοτικές εκλογές, τον Μάιο του 1971 παίρνει 51%. (Άνοδος 15% περίπου μέσα σε 8 μήνες)].

Η πολιτική αυτή έκβαση, θα αφήσει έκπληκτους τους αστού; πολιτικούς, ακόμη και τον ίδιο τον Καραμανλή, ο οποίος σε γράμμα του προς τον Π. Κανελλόπουλο δηλώνει αμήχανα ότι «απλούστατα δεν εξηγείται λογικώς»(1)>4

Το σημαντικότερο όμως χαρακτηριστικό των Β64 είναι ότι εντείνεται η ταξική πόλωση στην εκλογική βάση των κομμάτων.

Στην κατ' εξοχήν εργατική περιφέρεια της Β' Πειραιά, η Δεξιά θα πάρει το χαμηλότερο ποσοστό (17.2%) σ' ολόκληρη την μεταπολεμική ιστορία - προδικτατορική και μεταπολιτευτική που αποτελεί μόνο το 48 % του εθνικού της ποσοστού στις εκλογές του 1964 (35.26%)Χ " (Πίνακας 6). Αντίθετα οι «αντιδεξιές δυνάμεις» (ΕΚ και ΕΔΑ) θα πάρουν αθροιστικά το 82.4% των ψήφων της εκλογικής περιφέρειας.

Όπως παρατηρεί ο Η. Νικολακόπουλος:

«Είναι (...) χαρακτηριστικό ότι η πτώση αυτή υπήρξε αισθητά μικρότερη στις αστικές συνοικίες και στα αστικά προάστεια (μόλις 10% της δύναμης της στο Κολωνάκι, στη Φωκίωνος Νέγρη, στη Φιλοθέη κτλ.) ενώ αντίθετα πήρε ευρύτερες διαστάσεις στις λαϊκές συνοικίες της πρωτεύουσας (παντού πάνω από 15% της δύναμης της είναι στους περιφερειακούς δήμους του Πειραιά πάνω από 25% (...) μόνο τα αστικά στρώματα παρέμειναν σχετικά ανεπηρέαστα από το εκλογικό ρεύμα (·..)» (Νικολακόπουλος 1985, σελ. 306).

Και παρακάτω:

«Η αδιαφοροποίητη πτώση της Δεξιάς σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, με μόνη αξιοσημείωτη εξαίρεση την καθεαυτό αστική τάξη, είχε και μια άλλη σημαντική συνέπεια. Αποτελούσε σαφή ένδειξη ότι η Δεξιά έχανε την εκλογική ελκτικότητα που διέθετε ως προς τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, χάνοντας ταυτόχρονα και τα λαϊκίστικα χαρακτηριστικά της. Εντείνονταν έτσι η ταξική διάσταση που χαρακτήριζε την εκλογική της βάση, την έκανε να μοιάζει με την εκλογική βάση ενός συντηρητικού κόμματος. Το γεγονός αυτό υποδήλωνε μάλλον την απαρχή μιας διαδικασίας ανακατάταξης των εκλογικών ταυτίσεων προς την κατεύθυνση της αντιστοίχησης τους με ταξικές διαφοροποιήσεις (ό.π., σελ. 307).

5. Δικομματισμός: η πολιτική έκφραση της κοινωνικής πόλωσης

Το ιστορικό αποτέλεσμα που ενέγραψε η ΕΑΜική Επανάσταση στην ιστορία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού είναι η πόλωση δύο κοινωνικών μπλοκ που για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία συντελείται σε ταξική βάση.

Η πόλωση αυτή θα χαρακτηρίζει όλη την ελληνική μεταπολεμική πολιτική σκηνή. Όπως όμως ξαναείπαμε, λόγω της συντριβής (km όχι απλώς μιας ήττας όπως ήταν η έκβαση στην Δ, Ευρώπη, π.χ. Γαλλία, Ιταλία) η πολιτική εκπροσώπηση του λαϊκού μπλοκ πήρε στη προδικτατορική περίοδο τη μορφή του «Κέντρου» και όχι της σοσιαλδημοκρατικής ή της κομμουνιστικής Αριστεράς.

Με αυτήν την έννοια, το διατακτικό (τοπογραφικό) σχήμα «Λεξιά Κέντρο Αριστερά» που προτείνεται για την ερμηνεία της προδικτατορικής περιόδου αποτελεί μια πολιτικιστική συσκότιση της προδικτατορικής κοινωνικής πραγματικότητας. Αν θέλαμε να μιλήσουμε με τέτοιους όρους για τους 2 πόλους της πόλωσης, θα ήταν σωστότερο να μιλήσουμε για «Δεξιά» από την μια πλευρά και «Κέντρο Αριστερά» από την άλλη.

Το «Κέντρο» είναι ένα ελληνικό φαινόμενο, ένα αποτέλεσμα δηλαδή της ταξικής πάλης του συγκεκριμένου ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.

Η κοινωνική πόλωση εμφανίζεται βέβαια και στη πολιτική σκηνή, μέσα προφανώς από αλλεπάλληλες ιδεολογικές πολιτικές διαθλάσεις μια που δεν υπάρχει ευθεία αντανάκλαση («με καθρέπτη») των κοινωνικών τάξεων στη πολιτική σκηνή («κάθε τάξη και το κόμμα της»).

Στη πολιτική σκηνή εν πάσει περιπτώσει η πόλωση αυτή εμφανίζεται συνηθέστατα με τη μορφή του δικομματισμού αλλά και με τη μορφή της πόλωσης σε δυο αντιτιθέμενους κομματικούς συνασπισμούς (π.χ. στη Γαλλία η ιστορική πόλωση σε Δεξιά- Αριστερά).

Αντίθετα με ό,τι συχνά υπονοείται όταν ασκείται κριτική στον δικομματισμό, η (δικομματική) πόλωση στη πολιτική σκηνή δεν είναι ούτε μια τεχνητή ούτε όμως και μια βουλησιαρχική - από τα πάνω - κατασκευή των επιτελείων (με το μέσον του εκλογικού νόμου π.χ.). Αντίθετα αποτελεί α) τη πολιτική αντανάκλαση μιας κοινωνικής κίνησης που χαρακτηρίζεται από σταθερότητα τόσο της κοινωνικής συμμαχίας όσο και της πολιτικής εκπροσώπησης των δύο βασικών ταξικών συνασπισμών, αλλά και 6) το αποτέλεσμα της ενσωμάτωσης των βασικών εργατικών κομμάτων (Κομμουνιστικό Κόμμα) στους αστικούς μηχανισμούς αντιπροσώπευσης. Ο δικομματισμός αποτελεί το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται αβίαστα από ολόκληρη τη μεταπολεμική πολιτική ιστορία τη; Δυτικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (βλέπε αναλυτικά πίνακα 7 και παράρτημα Β).

Πρέπει λοιπόν να αποφεύγουμε μια ηθικιστική κριτική του δικομματισμού (όπως για π.χ. η κριτική των «δυο μονομάχων») που συσκοτίζει κυριολεκτικά τη πραγματική κοινωνική κίνηση, για να γλιστρήσει κατόπιν στον πιο ακραίο εκλογικισμό και «κοινοβουλευτικό κρετινισμό».

Βέβαια ο δικομματισμός αν και έχει πάντα το βασικό χαρακτηριστικό της πόλωσης σ' ένα συντηρητικό και σ' ένα «προοδευτικό» κόμμα, εμφανίζει σε κάθε χώρα διαφορετικές μορφές. Ή πάλι εμφανίζεται με διαφορετικά κόμματα (π.χ. το λαϊκό μπλοκ αλλού έχει σαν κυρία εκπροσώπηση ένα Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, αλλού ένα Κομμουνιστικό, αλλού ίσως ένα διαφοροποιημένο Εργατικό ή Σοσιαλιστικό Κόμμα).

Ο δικομματισμός όπου εμφανίζεται είναι πάντα μορφή εμφάνισης στη πολιτική σκηνή της συγκεκριμένης πάλης των τάξεων σε κάθε χώρα. Μια μελέτη λοιπόν του κάθε δικομματισμού, και του ελληνικού, προϋποθέτει φυσικά τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης της πάλης των τάξεων.

Αυτή την συγκεκριμένη ανάλυση έχουμε επιχειρήσει αναλύοντας την ειδική μορφή της ταξικής πόλωσης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, τα κοινωνικά μπλοκ που εγγράφηκαν με την ΕΑΜική επανάσταση (και τη συντριβή της) καθώς και την ανασύνθεση τους στην μετεμφυλιακή περίοδο. Η διατήρηση της κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης σ' ολόκληρη την προδικτατορική περίοδο εγγράφεται σαν ιστορικό αποτέλεσμα - όχι βέβαια γραμμικά και μηχανιστικά - στις προϋποθέσεις της Μεταπολίτευσης.

Βιβλιογραφία

Αποστόλου Λευτέρης (1985): Τι Παπάγο;:, τι Πλαστήρας, Αθήνα, εκδ. Γλάρος.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΚΛΟΓΩΝ 1946-1977. Αθήνα, εκδ. Διάλογος 1981.

Βλάχο: Άγγελος (1986): Μια φορά κι ένα καιρό ένας διπλωμάτης, τόμος Γ', Αθήνα, εκδ.

έστια.

Beyme. von Klaus (1985): Political parties in Western Democracies, London, Gower. Borella Francois (1981): Les partis politiques dans la France d'aujourd'hui, Paris ed. du Seuil,

4eme edition. Γουντχάουζ Κρίς 9.1982): Καραμανλής, ο ανορθωτής της ελληνικής δημοκρατίας, Αθήνα, εκδ. Μορφωτική Εστία.

Δαμιανάκος Στ. (1981): «Εκλογική και κοινωνική φυσιογνωμία των Αθηνών κατά τη πρώτη μεταπολεμική δεκαετία», Επιστημονική Σκέψη, τεύχος 3, Σεπτέμβρης. Δημητρίου Πάνος (1975): Η διάσπαση του ΚΚΕ, τόμοι 2, Αθήνα, εκδ. «Πολιτικά Προβλήματα».

Duverger Maurice (1976): Les partis politiques, Paris, Librairie Armand Colin. E.K. Λογικός (1985): «Κάλπη είναι και γυρίζει», ΑΝΤΙ τ. 291, Ιούνιος. ΕΚΛΟΓΕΣ (1981): Αποτελέσματα βουλευτικών εκλογών από το 1926, έρευνες εκδόσεις

Διαλογή.

ΕΛΑΒΟΝ (1977): Οδηγός εκλογών από το 1961, Αθήνα, εκδ. Βέργος. Ζαχαριάδης Νίκος (1945): Εισήγηση και τελικός λόγος στο 7ο Συνέόριο του ΚΚΕ. Ντοκουμέντα του ελληνικού προοδευτικού κινήματος, αρ. 17. Ζητήματα τον ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος (1974): Έκδοση της Κ.Ο. Παρισιού του ΚΚΕ εσωτερικού. Featherstone Kevin, Katsoudas Dimitrios (ed.) (1987): Political Change in Greece. Before and After the colonels, Groom Helm, London and Sydney. Ηλιου Ηλίας (1966): Η κρίση εξουσίας, Αθήνα, εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ. Ηλιου Ηλίας (1975): Γράμμα στην εφημερίδα Αυγή 16 2, στο Δημητρίου 1975. θερμός Η. (1981): «Εκλογές και πολιτική σύγκρουση», Επιστημονική Σκέψη, τεύχος 4,

Νοέμβρης - Δεκέμβρης.

Κανελλόπουλος Παναγιώτης (1988): «Πολιτική και κοινωνία στη νεότερη Ελλάδα» (συνέντευξη), περιοδικό Νέα Κοινωνιολογία, τ. 1, Ιανουάριος Μάρτιος, εκδ. Παπαζήση. Καράς Ηλίας (1976): «Ν.Δ. η ανατομία ενός κόμματος», ΑΝΤΙ, τεύχος 42, Απρίλη. Καράς Ηλίας (1977α): «Η αριστερά και οι εκλογές», Αντί, τεύχος 72. Καράς Ηλίας (19776): «Οι εκλογές και η Αριστερά», Αντί, τεύχος 81, 1 Οκτωβρίου. Καράς Ηλίας (1977γ): «Το αποτέλεσμα των εκλογών και η Αριστερά», Αντί, τεύχος 87, Δεκέμβρης. Καράς Ηλίας (1977δ): «Μια πρώτη γνωριμία με το σημερινό "άγνωστο" ΠΑΣΟΚ», Αντί,

τεύχος 89, 31 Δεκέμβρη. Καράς Νίκος (1973): «Το ΚΚΕ και η ΕΔΑ στα χρόνια της δημοκρατίας 1950-1967, ΚΟΜΕΠ, τ. 1.

Καράς Σταύρος (1966): «Γράμμα στη Κ.Ε. του ΚΚΕ 25 11 1966», στο Δημητρίου (1975). Καράς Σταύρος (1967): Ομιλία στη 10η ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ (Δεκέμβρης 1966 -

Γενάρης 1967), στο Δημητρίου (1975).

ΚάτρηςΓιάννης(1974): Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα, Αθήνα εκδ. Παπαζήση. Κομνηνού Μαρία (1981): «Αγρότες και πολιτική: η πολιτική πρακτική των αγροτών σε δύο νόμους: Αιτωλοακαρνανία και Καβάλα 19521964», Σύγχρονα θέματα, τεύχος 11,

Ιούλιος. Λαμπρούλιας Στάθης (1987): «Η ίδρυση της Ένωσης Κέντρου - 1961», Σύγχρονα Θέματα, τ. 30, Μάιος. Λένιν Β.Ι.: Άπαντα, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή. Λιβιεράτος Δ. - Καραμπελιάς Γ. (1985): Ιουλιανό '65, η έκρηξη των αντιθέσεων, Αθήνα, εκδ. Κομμούνα. Λιναρδάτος Σπύρος (1977): Από τον εμφύλιο στη χούντα, τόμος Α', 19491952. Αθήνα, εκδ. Παπαζήση.

Λιναρδάτος Σπύρος (1978α), τόμος Β', 1952-1955. ΛιναρδάτοςΣπύρος (1978β). τόμος Γ', 1955-1961. Λιναρδάτος Σπύρος (1988α), τόμος Δ', 1961-1964. Λιναρδάτος Σπύρος (1986β), τόμος Ε', 1964-1967. Lassale Jean Pierre (1985): Les institutions des EtatsUnits, Paris, Documentation Francaise, 1.01.

Μάξιμος Σεραφείμ (1977): Αλληλογραφία με την ηγεσία του ΚΚΕ, στο αφιέρωμα «Σεραφείμ Μάξιμος», Αντί, τ.75.

Μάργαρης Νίκος (1982): Ιστορία της Μακρονήσου, 2 τόμοι, Αθήνα, εκδόσεις Δωρικός.

Meynand Jean (1966): Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, εκδ. Μπάυρον.

Meynand Jean (1974): Μέρος Β' (Η βασιλική εκτροπή), Αθήνα, εκδ. Μπάυρον, 2η έκδοση.

Μουτζούρης Νίκος (επ.)(19Π): Γ. Παπανδρέου, ένας γέρος μεταξύ μας (συλλογή αποφθεγμάτων), Αθήνα, εκδ. Ακρίτας. Νικολακόπουλος Ηλίας (1985): Κόμματα και βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα, Αθήνα, εκδ. ΕΚΚΕ.

Ντεμπρέ Ρεζί (1971): Ο δρόμος της Χιλής, Αθήνα, εκδ. Μνήμη.

Παπαδημητρίου Νίκος (1986): Από την Ένωση Κέντρου στην Αποστασία, Αθήνα, εκδ. Ροές.

Παπανούτσος Ευάγγελος (Ϊ982): Απομνημονεύματα, Αθήνα, εκδ. Φιλιππότη.

Παρασκενόπουλος Πότης (1974): Μαρτυρία 1963-1967, Αθήνα, εκδ. διάλογος.

Παρασκευόπουλος Πότης (1987): Μετά τον Εμφύλιο, Αθήνα, εκδ. Φυτράκης.

Πουλαντζάς Νίκος (1979): «Γύρω από το θέμα των συμμαχιών», περιοδικό Αγώνας της Β'

Πανελλαδικής, τ. 7,' Οκτώβριος.

Ράλλης Γεώργιος (1958): Οι δύο δρόμοι· Δημοκρατία και Κομμουνισμός, Αθήνα.

Ρουμπάτης Γιάννης (1987): Δούρειρς Ίππος· η αμερικάνικη διείσδυση στην Ελλάδα 1947-1967, Αθήνα. εκδ. Οδυσσέας. Τσάτσος Κωνσταντίνος (1952): Ελληνική Πορεία, Αθήνα, εκδ. Εστία.

Τσεμπελής Γιώργος (1981): «Στοιχεία για μια εκλογική γεωγραφία της Ελλάδας (1958-1977)», Σύγχρονα θέματα, τ. 11, Ιούλιος.

Φίλίνης Γιάννης (1963): «Στατιστική Ανάλυση των εκλογικών αποτελεσμάτων», Ελληνική Αριστερά, τ. 45.

Φονταίν Αντρέ (1984): Η ιστορία της ύφεσης, Αθήνα, εκδ. Εστία.

Χαραλάμπης Δημήτρης (1982): «Η σταθερότητα του καθεστώτος. Η σοσιαλδημοκρατία στη μεταφασιστική Γερμανία», Πολιτική, τ. 4, Ιούλιος - Οκτώβριος. Χαραλάμπης Δημήτρης (1985): Στρατός και πολιτική εξουσία, Αθήνα, εκδ. Εξάντας.

Κομματικά Ντοκουμέντα

ΕΠΕΚ Προγραμματικές Κατευθύνσεις - Καταστατικόν, 1953, Αθήναι, εκδ. Κωβαίου.

Κόμμα Φιλελευθέρων Το πρόγραμμα του κόμματος των Φιλελευθέρων, Αθήνα, Συνέδριον 2427 Ιουνίου 1954.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α: ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ ΑΠΌ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΠΕΚ

Γενικοί προγραμματικοί κατευθύνσεις ΚΕΦ. Β': Το περιεχόμενον της Δημοκρατίας.

«§ 10 Κυβέρνησις του Λαού, υπέρ τον Λαού και οία του Λαού. Η ΕΠΕΚ πιστεύει ότι δια να ύπαρξη αληθινή κατοχύρωσις του ελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος πρέπει τούτο κυρίως να στηρίζεται εις τα ευρύτατα στρώματα του εργαζόμενου λαού, τους αγρότας, τους εργάτας, τους μισθωτούς, τους επιστήμονας, τους επαγγελματίας, τους οιοτέχνας και γενικά εκείνα τα στρώματα του λαού, επάνω εις τα οποία ασκείται η πίεσις της πλουτοκρατικής ολιγαρχίας», σ. 14.

§ 15 Η κατάργησις όλων των ανελεύθερων και αντιδημοκρατικών διατάξεων κύριο μέλημα της ΕΠΕΚ (...)

§ 16 Η πλήρης αποκατάστασις τω\ συνδικαλιστικών ελευθεριών (...) Διότι αυταί αποτελούν τις επάλξεις, από τας οποίας οι εργαζόμενοι εξορμούν, δια να προασπίσουν τα δίκαια και τα δικαιώματα των και να διευρύνουν τας οικονομικός και κοινωνικός κατακτήσεις των, τα οποία επιβουλεύεται η οικονομική ολιγαρχία. Η κατάπνιξις των συνδικαλιστικών ελευθεριών (...) καθυποτάσσει τους εργαζόμενους (...) τους παραδίδει δέσμιους εις την ανεξέλεγκτον της πλουτοκρατικής ολιγαρχίας διάκρισιν και εις την ανοικτίρμονα εκμετάλλευσίν της. (...)

§ 17 Διοικητική Αποκέντρωσις και Αυτοδιοίκησις. Βασικήν επίσης πολιτικήν επιδίωξιν της ΕΠΕΚ αποτελεί η πραγματοποίησις του δεύτερου βαθμού της αυτοδιοικήσεως, εν συνδυασμώ προς ευρείαν αποκέντρωσιν των κρατικών υπηρεσιών (...) Η έλλειψις εξ άλλου της αυτοδιοικήσεως κατά δεύτερου βαθμού στερεί τον Δαόν του δικαιώματος να αναλάδη ο ίδιος δ' αρκετών οργάνων του, την διαχείρισιν των τοπικών ζητημάτων και συμφερόντων του (...) της λαϊκής παιδείας, της υγιεινής, της συγκοινωνίας κλπ. (...)

§ 18 Η εκπαίδευσις (...) θα αύξηση επί πλέον το όριον αυτής από 6 εις 8 έτη (...) Η εκπαίδευσις θα τεθή, κατ' αυτόν τον τρόπον, εις την διάθεσιν όλων των κοινωνικών στρωμάτων, αντί να είναι, όπως συμβαίνει σήμερον, προνόμιον μόνον των πλουσίων...

§ 19 Η ισοτιμία των γυναικών. Η ΕΠΕΚ υπήρξεν ο πρωτουργός της χορηγήσεως εις τας Ελληνίδας του δικαιώματος της ψήφου (...) η ΕΠΕΚ είναι αποφασισμένη να διεξαγάγη όλους τους αγώνας, οι οποίοι θα χρειασθούν δια να εξαλείφθη και το τελευταίον εναπομένον ίχνος ανισότητος μεταξύ των δύο φύλων - και απομένουν ακόμη πολλά...

§ 20 Η Δικαιοσύνη προσιτή εις τον Λαόν. Τέλος η ΕΠΕΚ συναισθάνεται ότι όπως έχει σήμερον η οργάνωσις της απονομής της δικαιοσύνης, αυτή δεν είναι ποσώς προσιτή εις τα ευρέα λαϊκά στρώματα (...)

Αι οικονομικοί μεταρρυθμίσεις

«Αι μεταρρυθμίσεις αυταί στηρίζονται επί τριών βάσεων: α) την εθνικοποίησιν, 6) τον κρατικόν έλεγχον εν συνδυασμώ προς την συμμετοχήν των εργατών εις την διοίκησιν των επιχειρήσεων και γ) την κρατικήν ενίσχυσιν και αποβλέπουν εις την άρσιν της καταθλιπτικής πιέσεως, την οποίαν αϊ ισχυροί οικονομικώς τάξεις ασκούν επί των ασθενέστερων και εις την εξάλειψιν της εκμεταλλεύσεως των εργαζομένων», (σελ. 26).

«§ 28 Εθνικοποίησις της πίστεως, § 29 Εθνικοποίησις επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, § 30 Εθνικοποίησις μεγάλων βιομηχανιών (...) Με την εθνικοποίησιν των θα απαλλαγούν και μεγάλοι μάζαι εργατών από την εκμετάλλευσιν την οποίαν υφίστανται σήμερον και θα χειραφετηθούν, § 31 κρατικός έλεγχος των ανωνύμων εταιρειών, § 32 Συμμετοχή των εργατών εις την Διοίκησιν. Η ΕΠΕΚ πιστεύει ότι η συμμετοχή των εργατών εις την διοίκησιν των επιχειρήσεων, εις τας οποίας εργάζονται, θα αποβή εξόχως εξυπηρετική και των συμφερόντων των επιχειρήσεων και των συμφερόντων της κοινωνίας. Οι εργάται, αποτελούντες τον έτερον των παραγόντων της παραγωγής, με την συμμετοχήν των εις την διοίκησιν των επιχειρήσεων, θα προσφέρουν αληθινά έξοχους υπηρεσίας, θα συμβάλουν αποτελεσματικά εις την τελειοποίησιν των παραγομένων προϊόντων, εις την αύξησιν της αποδόσεως, εις την ελάττωσιν του κόστους. Η ΕΠΕΚ, πιστεύουαα εις τα εξαιρετικά αποτελέσματα, τα οποία θα έχη η συμμετοχή των εργατών εις την διοίκησιν των επιχειρήσεων, είναι αποφασισμένη να αγωνισθή δια να την κατάκτηση», (σελ. 29).

Αι κοινωνικοί μεταρρυθμίσεις

«§ 40 Εργαζόμενη γυναίκα και ανήλικοι (...) Οι όροι της εργασίας πρέπει να της επιτρέπουν όπως εκπληροί την σημαντικήν οικογενειακήν αποστολήν της και να εξασφαλίζουν εις την μητέρα και το παιδί ειδικήν ανάλογον προστασίαν. Η Δημοκρατία οφείλει επίσης να άγρυπνη οία την προστασίαν της εργασίας των ανηλίκων. (...)

§ 41 Η κοινωνική αλληλεγγύη (...) πας πολίτης ανίκανος προς εργασίαν και ο ιερούμενος των απαραίτητων μέσως ζωής δικαιούται συντηρήσεως και πρόνοιας παρά της κοινωνίας. Χρέος της Δημοκρατίας αποτελεί να καταστήση ενεργόν το δικαίωμα τούτο. Ομοίως εν περιπτώσει ατυχήματος, ασθενείας, αναπηρίας, γήρατος, ακουσίας ανεργίας, οι εργάται δικαιούνται πρόνοιας και εξασφαλίζονται εις αυτούς ανάλογα μέσα προς τας ανάγκας των.

§ 42 Ιδιαίτερα εντελώς αξίαν αποδίδει η ΕΠΕΚ εις την προστασίαν της λαϊκής υγείας και ιδίως του βρέφους και του παιδιού (...) (σελ. 32).

1.. «Οι αρνήσεις (ΣΣ εν. των κυριαρχούμενων τάξεων), όλες οι αντιθέσεις προς τα μονοπώλια, τις παροχές, τα πλεονεκτήματα, τα προνόμια είναι εκφράσεις της ιδεολογικής ενσωμάτωσης, γιατί ο στόχος τους είναι όχι η καταδίκη τους, αλλά η εκμετάλλευση τους προς το ίδιον συμφέρον. Άλλωστε εκεί βρίσκεται και η αιτία της ψηλής κινητικότητας των εκλογέων στην Ελλάδα. Κομματικοποιημένοι συνήθως και όχι πολιτικοποιημένοι αναζητούν μέσω της εκλογικής υποστήριξης άμεσα οικονομικά προσωπικά ή συντεχνιακά πλεονεκτήματα μέσα σε πλαίσια πελατειακών σχέσεων (υχ. Χ.Β.Γ.Μ.)». (Χαραλάμπης 1985. σελ. 186).

2. Δεν θα περιλάβουμε στην ανάλυση μας το Κόμμα των Φιλελευθέρων (ΚΦ) για τους εξής λόγους: α) δεν αποτελεί τη δυναμική του «κεντρώου» πειράματος της περιόδου '50'52, που αντίθετα αποτελεί η ΕΠΕΚ. 6) Στο επίπεδο του πολιτικού προσωπικού ακολουθεί πορεία αποσύνθεσης. Ένα μεγάλο μέρος θα απορροφηθεί από τη δεξιά (Συναγερμός, ΕΡΕ) ενώ το υπόλοιπο θα αποτελέσει τη δεξιάφιλοβασιλική πτέρυγα της Ένωσης Κέντρου στη δεκαετία του '60. Τέλος, γ) στο επίπεδο της κοινωνικής όασης, λόγω της ΕΑΜικής τομής, εμφανίζει φθίνουσα πορεία σε σχέση με τη μεσοπολεμική του δύναμη και δυναμική.

Σ' ολόκληρη τη περίοδο της δεκαετίας του '50 (όταν εμφανίζεται αυτόνομα) κυμαίνεται μεταξύ 15% και 20%: 1946: 14,4%. 1950: 17,2%, 1951:19%, 1958: 20,7%.

Το κυριώτερο όμως είναι ότι δεν πρόκειται για δυναμικά κοινωνικά ερείσματα. Όπως επισημαίνει ο Η. Νικολακόπουλος, οι ελάχιστες εστίες δύναμης που διαθέτει (όπως και το Λαϊκό Κόμμα) οφείλονται σε τοπικούς και ιδιαίτερους ιδεολογικούς λόγους που μπορούν να θεωρηθούν «ως περιθωριακά μάλλον φαινόμενα και ως προέκταση μιας παράδοσης που δεν είχε ακόμα φθαρεί» (Νικολακόπουλος 1985. σελ. 162). Τα περιορισμένα ερείσματα του (όπ.π.) εντοπίζονται γεωγραφικά στην Κρήτη, στα Δωδεκάνησα (λόγω του εθνικού ζητήματος) και στους Μουσουλμάνους της Θράκης.

Πρόκειται μάλλον για φτωχά και μεσαία αγροτικά στρώματα όπως και για μικροαστικά, με τα οποία το ΚΦ διατηρούσε μια ιδιαίτερη σχέση εκπροσώπησης. Αυτήν την υπόθεση ενισχύει και μια παλιά παρατήρηση του Ν. Πουλαντζά: «Ήταν όντως φανερό ότι η φτωχή και μέση αγροτιά και η μικροαστική τάξη "αντιπροσωπεύονται" με την πολύπλοκη έννοια του όρου. από κόμματα (των φιλελευθέρων συγκεκριμένα) που εξυπηρετούν στην ουσία αστικά συμφέροντα» (Πουλαντζάς 1979). Ιδιαίτερα για τα αγροτικά στρώματα, το φαινόμενο της εκπροσώπησης τους μετεμφυλιακά από αστικά «αγροτικά» (π.χ. ΠΑΔΕ) κόμματα δεν είναι άσχετο με την διάρρηξη της σχέσης εκπροσώπησης των αγροτών με το ΚΚΕ. 3. Για την κρίση του Κέντρου στην περίοδο αυτή: Λιναρδάτος 1978α, 19786.

4. «(...) Οι συνθήκες δεν θα επιτρέψουν στον στρατηγό να εφαρμόσει πραγματικά τις ιδέες του». (Μεϋνώ 1966, σελ. 86).

5.. Μελετώντας τις διαφορές των ρωσικών πολιτικών κομμάτων, το 1912 ο Λένιν παρατηρεί ότι αυτό που έχει σημασία είναι: «...προς ποια τάξη σπρώχνει η πορεία των γεγονότων το ένα ή το άλλο κόμμα παρά τη θέληση του και κάποτε παρά τη συνείδηση ορισμένων μελών του». (Άπαντα, τόμος 21, εκδ. ΣΕ, σελ. 255).

Είναι χαρακτηριστική από την άποψη αυτή η επιτυχία του Γ. Παπανδρέου, ενός καιροσκόπου και δημαγωγού αστού πολιτικού. Όπως επισημαίνει ο Ζ. Μεϋνώ: «η επιτυχία του Παπανδρέου οφείλεται στο γεγονός, ότι σε μια αποφασιστική στιγμή εξεπροσώπησε το σύνολο των ομάδων που ήθελαν την Αλλαγή και των δυνάμεων που επρόκειτο να την καταστήσουν δυνατή». (Μεϋνώ 1966, σελ. 288).

Ακόμα:

«Δεν είναι ούτε η ικανότητα του Παπανδρέου, ούτε η δύναμη των συνθημάτων του αυτή που συγκίνησε τις μάζες και δημιούργησε αυτό το μεγάλο ρεύμα μετά το 1961. (...) [ΣΣ. ο Παπανδρέου] εξέφρασε εκείνη τη στιγμή το άμεσο πρόβλημα που συγκινούσε τις μάζες». (Νίκος Καρά;. 1973, σελ. XXI).

6. «Αυτό που έχει πολύ μεγάλη σημασία είναι ότι οι δημοκρατικές δυνάμεις, δηλαδή και η Ένωση Κέντρου και η ΕΔΑ. βρέθηκαν στην από δω μεριά του οδοφράγματος και η ενότητα των μαζών που πραγματοποιήθηκε στη βάση ήταν μια μεγάλη κατάκτηση«. (Νίκος Καράς 1973, όπ.π.). Αποστόλου (1985, σελ. 85).

Ο Λευτέρη; Αποστόλου μάλιστα, ένα από του; ιστορικούς ηγέτες του κομμουνιστικού κινήματος και πρώτος γραμματέας του ΕΑΜ. παραθέτει στο βιβλίο του για την προδικτατορική Αριστερά, που ξανακυκλοφόρησε μετά τον θάνατο του. αποκαλυπτικό πίνακα για την αυθόρμητη συνείδηση αυτού του γεγονότος:

7.. «Η εμπέδωση toi' κράτους τη; Δεξιάς και η διάλυση της ΕΠΕΚ είχαν επίσης άμεσες επιπτώσεις και στη δόμηση του χώρου της Αριστεράς. Μετά την ήττα της ΕΠΕΚ (και τον θάνατο του Ν. Πλαστήρα) κανένας βιώσιμος κομματικός σχηματισμός δεν θα προέλθει από τους κόλπους τη; για να εκφράσει σε αυτόνομη βάση. τα στρώματα που είχε μπορέσει να συσπειρώσει. Η δυναμική της ΕΠΕΚ είχε στηριχθεί, σε μεγάλο βαθμό, στο ότι μπορούσε να προσφέρει άμεση διέξοδο σε σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος που, εκ των πραγμάτων, βρισκόταν στο περιθώριο της πολιτική; και κοινωνικής ζωής. Από τη στιγμή όμως που η ΕΠΕΚ ηττήθηκε, και απομακρύνθηκε επομένως κάθε προοπτική εξουσίας, το εγχείρημα της έχασε αυτόματα και τη δύναμη τη; πειστικότητα; του. Διανοιγόταν έτσι για την ΕΔΑ (σε συνεργασία ενδεχομένως με διάφορα κεντροαριστερά σχήματα και πολιτευτές) η δυνατότητα να επεκταθεί και να καλύψει, με άξονα συσπείρωσης την κοινή παραταξιακή ταυτότητα που είχε διαμορφωθεί μέσα από το εαμικό κίνημα ολόκληρο σχεδόν τον πολιτικό χώρο που καθόριζε η διαιρετική τομή της αντίστασης και του εμφύλιου». (Νικολακόπουλος 1985, σελ. 8082).

8. «Η ΕΔΑ, κουβαλώντας και το κόμπλεξ του ηττημένου, δεν κατορθώνει να μπει μπροστά στην αντιπαράθεση της ελληνικής κοινωνίας, αλλά μεταβάλλεται σύντομα σε ουρά του Παπανδρέου και του Κέντρου. (...) Τον αγώνα ενάντια στη Δεξιά θα τον αναλάβει πολιτικά το Κέντρο και ο «Γέρος», ενώ οι αριστεροί θα είναι οι νεροκουβαλητές και τα θύματα. Από τότε, τουλάχιστον οι μισοί αριστεροί και εαμογενείς ψηφοφόροι μεταναστεύουν μόνιμα πια στο Κέντρο και αργότερα στο ΠΑΣΟΚ». (Γ. Καραμπελιάς, στο Λιβιεράτος Καραμπελιάς, 1985, σελ. 102).

9. Η εκλογική τακτική της Αριστεράς (απόρροια της συνολικής στρατηγική της) απέναντι στο Κέντρο από το 1950 ως το 1967 (ιδιαίτερα οι εκλογικοί «ελιγμοί» του '63 και '64) αλλά και η τακτική της κομμουνιστικής αριστεράς (ΚΚΕ- ΚΚΕεσ.) απέναντι στο ΠΑΣΟΚ (1981, 1985. δημοτικές 1986) διασχίζονται ολοφάνερα από το ίδιο κόκκινο νήμα. (Αν και πρόκειται για δύο (ΕΚ- ΠΑΣΟΚ) τελείως διαφορετικά κομματικά σχήματα). Η κριτική σ' αυτήν την ενιαία ιστορικά τακτική, απόρροια του πολιτικισμού-κοινοβουλευτισμού αλλά και των επιπτώσεων της ήττας της ελληνικής μετεμφυλιακής αριστεράς είναι μια άλλη υπόθεση. Στα πλαίσια αυτής της ανάλυσης, μας ενδιαφέρει το πρόβλημα από μια άλλη οπτική γωνία, αυτήν της πολιτικής εκπροσώπησης τον ΕΑΜογενούς κοινωνικού μπλοκ μετεμφυλιακά και της στρεβλής αντεστραμμένης κατανόησης του φαινομένου «Κέντρου» από την Αριστερά.

Ο Η. Ηλιου είχε διατυπώσει πολύ καθαρά αυτό το πρόβλημα (το «σταυρικό ζήτημα»), στο εσωτερικό όμως της κοινοβουλευτικής ιδεολογίας:

«Είχα χαρακτηρίσει έτσι το μόνιμο ζήτημα, που ανατάραζε και διασπούσε τις γραμμές μας σε κάθε εκλογές, ήδη από το 1952, με το "τι Παπάγος, τι Πλαστήρας", και ύστερα, το 1958, με το σπάσιμο του μετώπου με το Μαρκεζίνη. Και τότε, αν και τελικά πήραμε 79 δουλευτές, πάλι μεγάλος σάλος είχε δημιουργηθεί μέσα στην Αριστερά για την εκλογική μας γραμμή. Η ίδια διχογνωμία και ταλάντευση, με την ιδιομορφία της κάθε φορά, εμφανίστηκε και στις εκλογές του 1961, του 1963... και του 1964. Είχε επίσης εμφανιστεί, σε μικρότερη έκταση, και στις αναπληρωματικές εκλογές της Βουλής του 1952- 955 ('Εβρου, Δράμας, θεσσαλονίκης κλπ.).

Το σταυρικό, όπως το χαρακτήριζα, ζήτημα ξεκινούσε από τις ακόλουθες καταστάσεις και διαπιστώσεις. Η Αριστερά δεινοπαθούσε από τις πιέσεις της Δεξιάς και των παρακρατικών. Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση παρουσιάζονταν η ευκαιρία να απαλλαγεί ενδεχομένως από τον βραχνά αυτόν, αν βρισκόταν τρόπος να προστεθούν, κάτι» από τη μια μορφή ή την άλλη, οι ψήφοι του Κέντρου και της Αριστεράς, οπότε περνούσαν, ή πιστεύονταν ότι θα μπορούσαν να περάσουν, τους ψήφους της Δεξιάς και να τη φέρουν μειοψηφία. Αυτή ήταν η μία τάση. Η άλλη τάση ήταν ν' αναδειχθεί ισχυρή η Αριστερά, έστω κι αν μ' αυτό τον τρόπο ο αντικειμενικός σκοπός να φύγει η Δεξιά από την εξουσία, απομακρύνονταν ή διακινδύνευε. Έτσι, καθώς παρουσιάζονταν το ίδιο ζήτημα, της εκλογικής τακτικής, σε κάθε εκλογές, και προκαλούσε μεγάλη διαταραχή και διασπάσεις στο Κόμμα, ήταν πράγματι το μόνιμο σταυρικό ζήτημα της Αριστεράς...» (γράμμα Η. Ηλιού προς την Αυγή 16275, στο Δημητρίου, 1975, 165). 10. Σταχυολογούμε ενδεικτικά:

1. Εγώ δεν έβαλα σαν σκοπό μου να αναλύσω την κοινωνική διάρθρωση του πολιτικού συγκροτήματος που λέγεται Κέντρο (...) Όμως η λεγόμενη εθνική μπουρζουαζία στο μεγαλύτερο της μέρος πιθανόν κατοικοεδρεύει σ' αυτό το Κέντρο». (Μάρκος Βαφειάδης 1958, στο Δημητρίου (1975), τόμος Α', σελ. 196).

2. (...) Κάτω από τις κινήσεις των κομμάτων του Κέντρου πρέπει να δούμε τις ζυμώσεις, αλλαγές και ανακατατάξεις που συντελούνται μέσα στα μεσαία στρώματα και την εθνική αστική τάξη, που πολιτικός τους εκπρόσωπος είναι τα κόμματα αυτά. (Λεωνίδας Στρίγκος, Δεκέμβρης 1960, Νέος Κόσμος, στο Δημητρίου 1975, σελ. 495).

3. «(...) πρέπει πριν απ' όλα να αναζητηθούν οι κοινωνικές δυνάμεις που κυρίως την στηρίζουν. Και όλα δείχνουν ότι τέτοιες δυνάμεις είναι η μεσαία αστική τάξη και ορισμένα από τα πιο εύπορα μικροαστικά στρώματα. (...) Αυτή είναι η μόνιμη και σταθερή κοινωνική βάση, το κοινωνικό στήριγμα του Κέντρου στην Ελλάδα». (Γράμμα του Σταύρου Καρά προς το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ 30.3.1966, στο Δημητρίου 1975, σελ. 353).

Βέβαια οι διατυπώσεις αυτές δεν επέχουν θέση θεωρητικής ανάλυσης για το «Κέντρο». Είναι πολιτικές και κυρίως δηλώνουν το άγχος εξορκισμού του «Κέντρου», της οβλικής κατασκευής ορίων μεταξύ ΕΔΑ ΕΚ. Σύμφωνα με αυτά τα σχήματα η ΕΔΑ ΚΚΕ είναι το «κόμμα της εργατικής τάξης» και η ΕΚ οτιδήποτε άλλο. Δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε σ' αυτές τις διατυπώσεις την μηχανιστική θέση σύμφωνα με την οποία «κάθε τάξη γεννιέται μ' ένα κόμμα κολλημένο στην πλάτη της σαν ταυτότητα της που σε κάθε περίπτωση αντιπροσωπεύει «συνειδητά» τα αποκλειστικά της συμφέροντα». (Βλέπε για το θέμα αυτό Πουλαντζάς 1979).

11. Μόνη εξαίρεση, ίσως, αποτελεί ο Ηλίας Ηλιου, το πολιτικό «ένστικτο» του οποίου του επιτρέπει να συλλαμβάνει σωστά αν και μερικά αυτό το πρόβλημα:

«Δημιουργούμε με τη στενοκεφαλιά το δογματισμό και την ακηδία μια σοσιαλδημοκρατία [ΣΣ. Δεν πρόκειται βέβαια για σοσιαλδημοκρατικό κόμμα η ΕΚ] από τις σάρκες μας. Κόσμος που μας ανήκε και έπρεπε να είναι δικός μας αποξενώνεται συναισθηματικά. Μην έχουμε αυταπάτες. Το φαινόμενο Σοφιανοπούλου. Γρηγοριάδη κλπ. που μόλις ξέκοψαν βούλιαξαν, δεν επαληθεύεται από την πρόσφατη πείρα. Το 1964 δεν είναι 1951. Ο Τσιριμώκος μας έκανε πελώρια ζημιά. Δε βούλιαξε. Μας ρήμαξε». Η. Ηλιου (1964) στο Δημητρίου 1975. σελ. 196. 12. «(...) το Κέντρο δεν υπάρχει πολιτικά: μπορεί να υπάρχει ένα κόμμα τον Κέντρου (ΣΣ με την έννοια του "γεωμετρικού χώρου" - όρος τον Ντνδερζέ) αλλά όχι μια κεντρώα τάση. μια κεντρώα ιδεολογία». (Duverger 1976. σελ. 303).

Δεν είναι τυχαίος ο τρόπος με τον οποίον αντιλαμβάνεται το «Κέντρο» στην Ελλάδα, ένα: από τους πιο γνωστούς πολιτικούς αναλυτές, ο γάλλος Αντρέ Φονταίν. Σ το βιβλίο του «Ιστορία της ύφεσης 1962-1981» αναφερόμενος στους λόγους του απριλιανού πραξικοπήματος γράφει: «Όλος ο κόσμος περίμενε τη νίκη της Ένωσης Κέντρου, δηλαδή της αριστεράς που είχε σαν ηγέτη τον Γεώργιο Παπανδρέου (...)»!! (Φονταίν 1984, σελ. 102).

13.. «Κεντρικό σημείο για τη διαμόρφωση ενός τριπαραταξιακού συστήματα; αποτέλεσε φυσικά η αυτόνομη συγκρότηση ενός συγκεκριμένου παραταξιακού χώρου που πήρε την ονομασία "Κέντρο" και ο οποίος οροθετείται με κάποια σχετική σαφήνεια - αν και με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό επίπεδο - από τα δύο "άκρα". Για την οροθέτηση του από την Αριστερά χρησιμοποιείται η διαχωριστική τομή του εμφυλίου, ενώ για τη διαφοροποίηση του από τη Δεξιά καθοριστικό ρόλο εξακολουθεί να παίζει η αναφορά στον Εθνικό Διχασμό.

(...) Το Κέντρο στήριξε αρχικά τη ζωτικότητα του στο γεγονός ότι ο εμφύλιος πόλεμος δεν μπορούσε να εξαλείψει ούτε να υποκαταστήσει ολοκληρωτικά τις διαιρέσεις και τα σύμβολα του Εθνικού Διχασμού - ενός διχασμού που και χρονικά δεν ήταν απομακρυσμένος αλλά και είχε συναρθρωθεί, στο επίπεδο της λαϊκής όασης, με άλλες καθοριστικές διαιρετικές τομές». (Νικολακόπουλος 1985, σελ. 73).

14.Την νέα αυτή πραγματικότητα αναγνωρίζουν οι πιο σημαντικοί εκπρόσωποι των 2 «άκρων» της εποχής.

1.. «Ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκαθάρισε κάπως τις τάσεις και κατευθύνσεις των Ελλήνων. Η κατοχή ήταν ένα φοόερό σχολείο, μεγάλο σχολείο αλλά φοβερό και τραγικό, που έκανε άλλου; να τραβήξουν αριστερότερα και άλλους, που θα είχαν όμως τη διάθεση να είναι προοδευτικοί, από αντίδραση προ; το ΕΑΜ. προς το ΚΚ. τους έκανε να τραβήξουν δεξιά. Και πάλι όμως. δεν μπορούμε να πούμε ότι όλοι αυτοί που δεν συμμερίστηκαν το καθοδηγημένο από το ΚΚ. ΕΑΜ (...) ήταν δεξιοί. Υπήρχαν κάθε λογής αποχρώσεις κεντρώων και δεξιών». (Παναγιώτη; Κανελλόπουλος 1988).

2. «Προπολεμικά το ιστορικό κόμμα των φιλελευθέρων εκπροσωπούσε στην Ελλάδα τις κορυφές της χρηματιστικής ολιγαρχίας. Με τι; κοινωνικές όμως ανακατατάξεις που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα της 4ης Αυγούστου και πριν απ' αυτή και στο διάστημα της κατοχής και μέσα στο Δεκέμβρη. οι κύριοι παράγοντες τη; πλουτοκρατικής ολιγαρχίας, ολέποντας την απειλή, που φούντωνε από το σήκωμα του λαϊκού κινήματος, τράοηξαν δεξιά, κάτω από το πολιτικό επιστέγασμα της μοναρχίας, για να μπορέσουν με ενωμένες δυνάμεις ν' αντιμετωπίσουν καλύτερα τη λαϊκή απειλή. Αυτό το δείχνει το γεγονός, ότι οι Γονατάς, Παπανδρέου, Αλεξανδρής. Χατζηκυριάκος, δηλαδή παράγοντε; Πολιτικοί οικονομικοί, που πριν ανήκανε στους φιλελεύθερους είτε στον αστερισμό τους, τράβηξαν δεξιά, επιδιώκοντα; ένα συνασπισμό των δυνάμεων της αντίδρασης». Ζαχαριάδης (1945), σελ. 6768.

15. «(...) σημαντικότατο ήταν το γεγονός ότι όταν σχηματίστηκε ο Ελληνικός Συναγερμός υπό τον Παπάγο, νικητή του εμφυλίου, τάχθηκε υπέρ του Στρατάρχου το Συγκρότημα του "Βήματος"

(Δ. Λαμπράκης) και αγωνίσθηκε για την επικράτηση του. Το παράδειγμα αυτό ακολούθησαν τα περισσότερα σημαντικά στελέχη του "Κέντρου". Προσχώρησαν στον "Συναγερμό" ο Τσουδερός, ο Γ. Παπανδρέου, ο Γονατάς, ο Ζέρβας, ο Αλεξανδρής, ο Λύχνος, ο Αβέρωφ, ο Εξηντάρης, ο Κ. Τσάτσος. Έτσι ο "Συναγερμός" μεταμορφώθηκε σε "Συνασπισμό" των κυρίων πολιτικών δυνάμεων της χώρας και άρχισε η κοπιώδης, μακρά, και δύσκολη αναστήλωση του Έθνους από τα ερείπια του είχε αφήσει πίσω του ο εμφύλιος σπαραγμός» (Βλάχος 1986, τόμος Γ' σελ. 1517).

Όπως φάνηκε στις εκλογές του 1952,

«(...) Το κυριότερο στοιχείο που προσέδωσε νέα όψη στον ΕΣ ήταν οι ομαδικές προσχωρήσεις, αμέσως μετά την προκήρυξη των εκλογών, ενός μεγάλου αριθμού πολιτευτών της κεντρώας παράταξης - από τους οποίους 40 περίπου συμπεριλήφθησαν στους εκλογικούς συνδυασμού του με επικεφαλής τον Εμμ. Τσουδερό». (Νικολακόπουλος 1985, σελ. 196).

Από τους 300 υποψηφίους του ΕΣ το 1952. 171 είχαν πολιτευτεί με τον ΕΣ το 1951, 34 πολιτεύονταν για πρώτη φορά, 26 προέρχονταν από το Λαϊκό Κόμμα και γενικά από την αντιβενιζελική παράταξη, 69 (ποσοστό 23.0%) προέρχονταν από τις διάφορες συνιστώσες του «Κέντρου» (όπ.π. υποσημείωση 12).

Βλέπε επίσης τις «7 συνιστώσες» του Ε.Σ. που διακρίνει ο Γρ. Δάφνης (ό.π. 197).

16.. Στις προγραμματικές δηλώσεις του ο Κ. Καραμανλής αναφέρει: «Αι όνο μεγάλοι πολιτικοί παρατάξεις, αίτινες προέκυψαν από τον διχασμόν του 1915, ετερμάτισαν ιστορικώς από μακρού χρόνου την αποστολήν των (υπ. Χ Β.Γ.Μ.)». Λιναρδάτος 1978β. σελ. 48. Βλέπε επίσης Νικολακόπουλος (1985 σελ. 77, 196-197).

17.. Την ίδια αντίληψη για το ρόλο του «Κέντρου» - που υποστηρίζει εκείνη την περίοδο (μετά τις εκλογές του 1958) - αναπτύσσει και ο Γ. Ράλλης (1958) στην μπροσούρα του: «Οι δυο δρόμοι: δημοκρατία κομμουνισμός».

18.. Είναι ενδεικτική νομίζουμε, για την ανυπέρβλητη δυσκολία να οριστεί επιστημονικά η έννοια «κέντρο», η παρακάτω διατύπωση:

«(...) Η διάταξη Δεξιά Κέντρο Αριστερά έπαιρνε έτσι τη μορφή μιας προφανούς και παγιωμένης πραγματικότητας, παρόλο που περιείχε πολλά διφορούμενα και αμφισημίες, ιδιαίτερα ως προς τα ακριβή όρια ανάμεσα στις πολιτικές παρατάξεις δηλαδή ουσιαστικά ως προς τα όρια του Κέντρου. Αυτή όμως η ασάφεια των ορίων δημιουργούσε την αίσθηση του συνεχούς, παγίωνε τη γραμμική διάταξη Δεξιά Κέντρο Αριστερά και έτεινε να μεταβάλει τις παραταξιακές ταυτίσεις σε ιδεολογικές τοποθετήσεις». (Νικολακόπουλος 1985. σελ. 73).

Βλέπε επίσης την αδημοσίευτη μέχρι τον θάνατο του συνέντευξη του Π. Κανελλόπουλου (1988).

19.. Για την ίδρυση της ΕΠΕΚ και το πολιτικό παρασκήνιο. Βλέπε Λιναρδάτος 1977, σελ. 25-34, 72-78, 84-87 και Νικολακόπουλος 1985,. σελ. 161.

20.. «Αν και από πολλές απόψεις το πρόγραμμα του στρατηγού Πλαστήρα είναι κεντροαριστεράς εμπνεύσεως, εκρίναμε προτιμότερο, με το δεδομένο της συνήθους πελατείας του, να ταξινομήσουμε το κόμμα αυτό μεταξύ των σχηματισμών του Κέντρου (...)». (Μεϋνώ, 1966, σελ. 86).

21.. «Στον κόσμο των δημοκρατικών, που είχαν κουραστεί από τους αιματηρούς αγώνες και τους κατατρεγμούς, που σκέφτονταν ότι η εξτρεμιστική πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΕ είχε οδηγήσει στην καταστροφή και το ξεκλήρισμα χωρίς αποτέλεσμα, στους γονείς και συγγενείς των φυλακισμένων, εξόριστων, εκπατρισμένων, που μοναδικός τους πόθος ήταν να ξαναδούν καντά τους τα παιδιά τους, ακόμα και σε κομμουνιστές που διαφωνούσαν με την τακτική του κόμματος τους. σ' όλους αυτούς, που, διατηρώντας το όραμα της Αλλαγής, δεν είχαν εμπιστοσύνη στα παλιά κόμματα, απευθύνονταν ο Πλαστήρας» (σελ. 29) και αλλού για τις εκλογές του 1952:

«Ένα σημαντικό μέρος, από απογοήτευση για την πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΕ και τις ήττες ή εξαιτίας τοπικών συνθηκών, ή από την πεποίθηση ότι αυτή είναι τώρα η καλύτερη τακτική, •ψηφίζει σταθερά, από το 1950, την ΕΠΕΚ». (Λιναρδάτος 1977, σελ. 527).

22.. «Η ΕΠΕΚ συγκροτήθηκε ως ανανεωτικός κομματικός φορέας, με νέο πολιτικό προσωπικό, σε μεγάλο βαθμό διαμορφωμένο από το ΕΑΜ ή τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις (ΕΔΕΣ. ΕΚΚΑ). (Νικολακόπουλος 1985, σελ. 75).

23.. Για την έντονη αντίθεση της μοναρχίας απέναντι στον Πλαστήρα: Λιναρδάτος 1977, «Βασιλιάς κατά Πλαστήρα», σελ. 84-87.

24.. Το αναφέρει ο Η. Νικολακόπουλος (1985), σελ. 76.

25.. Επειδή το θεωρούμε εξαιρετικά σημαντικό, παραθέτουμε στο παράρτημα Α. τις σχετικές περικοπές.

26.. Στο πρόγραμμα της ΕΠΕΚ διαβάζουμε:

«§ 5 Ο Στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας (...) συνέλαβε τον παλμό των διωκομένων αυτών λαϊκών στρωμάτων, (...) ησθάνθη σαν ιδικούς του τους πόθους των (...) διέγνωσεν οποίαν μέγαν ανοσιούργημα διεπράττετο κατά του Έθνους και του Λαού (...). εις μιαν δεδομένην ιστορικήν στιγμήν συνέλαβε τον παλμόν και τον πόθον του Λαού, τον εξεπροσώπησε, τον διεκήρυξε και τελικά τον επέβαλε».

27.. Στις 30 Δεκεμβρίου του 1949 έγραφε στον Κομνηνό Πυρομάγλου:

«Πρέπει να ξέρεις ότι ετάραξεν όλους η εμφάνισις του κόμματος μου. Παρατηρείται δε ιδιω: εις τας λαϊκός τάξεις και εις ολόκληρον την Ελλάδα πολύ μεγάλο ρεύμα και δεν αποκλείονται εκπλήξεις απρόβλεπτοι». (Στο Λιναρδάτος 1977. σελ. 27).

28.. «Η ΕΠΕΚ ήταν η χαμένη ελπίδα για μια γνήσια προοδευτική σοσιαλδημοκρατική λύση· είχε απήχηση στους εργαζόμενους, τους αγρότες και γενικά τα λαϊκά στρώματα, όπως επίσης και σε όλο το προσφυγικό στοιχείο (λόγω ιστορικού ρόλου Πλαστήρα) (...) Δεν μπορούμε να το εντάξουμε στα αντίστοιχα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα, θα λέγαμε ότι συγκέντρωσε τις μη κομμουνιστικές δυνάμεις του ΕΑΜ, σε εποχή όπου στην Ευρώπη εκτός της Ελλάδας, οι αντίστοιχες δυνάμεις είχαν ανανεώσει όλο το φάσμα της πολιτικής ζωής, ενώ αντίθετα στην Ελλάδα, λόγιο των γεγονότων του εμφύλιου πολέμου μεταπολεμικά, έχουμε το εξαιρετικό φαινόμενο της αναβίωσης του παλαιού πολιτικού κόσμου. (Λαμπρούλιας 1987, σελ. 56).

29.. «Η εκλογική ήττα της ΕΠΕΚ το 1952 (...) σήμανε και το οριστικό τέλος του γενικότερου πολιτικού διαδήματος που αντιπροσώπευε. Την ήττα της ΕΠΕΚ την προκάλεσε η συγκρότηση και επέκταση του Ελληνικού Συναγερμού (Ε.Σ.), ο οποίος αποτελεί τον σημαντικότερο σταθμό στη μεταπολεμική αναδιοργάνωση του συστήματος των κομμάτων. Ο Ε.Σ. συνιστούσε, από πολλές απόψεις, το αντίστροφο ακριβώς εγχείρημα από αυτό της ΕΠΕΚ: και ως προς τα κοινωνικά στρώματα που συσπείρωνε, και ως προς τις πολιτικές επιλογές που προωθούσε αλλά ακόμη και στο συμβολικό-ιδεολογικό επίπεδο. (Νικολακόπουλος 1985, σελ. 77).

30.. Για την ίδρυση της Ε.Κ. (παρασκήνιο, ρόλο των Αμερικανών κλπ.) ενδεικτικά: Μεϋνώ 1966, Παπανδρέου 1974, Λιναρδάτος 198βα, Χαραλάμπης 1985, Νικολακόπουλος 1985, Λαμπούλια; 1987, Ρουμπάτης 1987.

31.. «Στην κορυφή το νέο κόμμα ήταν μια συνάθροιση πολιτικών από τους πιο συντηρητικούς, φιλοανακτορικούς, ακόμα και ολιγαρχικούς φιλελεύθερους ως κεντροαριστερούς, που τους συνένωσε η κοινή επιθυμία για την εξουσία». (Λιναδάτος, 198βα, σελ. 52).

Επίσης: «Στην αφετηρία η ΕΚ εμφανίζεται σαν ένας ετερόκλητος συνασπισμός προσωπικοτήτων των οποίων οι πολιτικές τάσεις αρχίζουν απ' τη Δεξιά και φτάνουν μέχρι την Αριστερά - απ'· τον πατροπαράδοτο συντηρητισμό μέχρι αριστερίζουσες θέσεις» (Μεϋνώ 1966, 276).

Για το πρόγραμμα της ΕΚ, που συνιστά - σαν εγχείρημα - ένα πρόγραμμα αστικού εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού («πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής δημοκρατίας») βλέπε ενδεικτικά: 1. Μεϋνώ 1966, σελ. 292 και Μεϋνώ 1974, σελ. 21-30. 2. Λιναρδάτος 1988α. σελ. 411. 3. Για το πείραμα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης Παπανούτσος 1982, σελ. και 4. Χαραλάμπης 1985: «Διστακτικός κεϋνσιανισμός. Το πρόβλημα της συναίνεσης», σελ. 153-167.

32.. Γ. Μαύρος Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, «εύπορος άνθρωπος (γαμπρός εφοπλιστού)». Σ. Κωστόπουλος«τραπεζίτης και γνωστός για τους δεσμούς τους με τον κόσμο των επιχειρήσεων».

Π. Γαρουφαλιάς «Οι δεσμοί με την επιχείρηση ΦΙΞ είναι πασίγνωστοι».

Α. Κανελλόπουλος «συνδέεται στενά με το δημοσιογραφικό συγκρότημα Λαμπράκη και είχε επιλεγεί απ' τα Ανάκτορα υπουργός υπηρεσιακής κυβερνήσεως» (Μεϋνώ, 1966, 290291).

Α. Μπαλταζής γνωστός για τις «επεμβάσεις στην αγορά αγροτικών προϊόντων με αγροτική βιομηχανία» (Μεϋνώ 1974, σελ. 173).

33.. «... ύστερα από μια συντομότατη ανάπαυλα ανοχής για το πείραμα του "ανοίγματος προς το Κέντρο", ο Γ. Παπανδρέου και το κόμμα του αντιμετώπισαν μια ολομέτωπη επίθεση απ' όλους ανεξαιρέτως τους κύκλους της τάξεως των ελλήνων μεγαλοαστών και ότι όλοι αυτοί οι νεόπλουτοι έδειξαν απέναντι του γενικά αουσσαλέο μίσος.

Το μίσος αυτό μας φαίνεται ακόμη και τώρα λογικά ανεξήγητο αν κρίνουμε με βάση την ευνοϊκή των μεταχείρηση από την Κυβέρνηση του Κέντρου. Σε ύστατη ανάλυση, την κυβέρνηση Παπανδρέου υπεστήριζαν πραγματικά και μέχρι τέλους μόνον οι μάζες των εργαζομένων, στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο, όπως επίσης ορισμένες κατηγορίες των δημοσίων υπαλλήλων (π.χ. οι εκπαιδευτικοί με εξαίρεση πάντως των αρκετών καθηγητών των Ανώτατων Σχολών, που είχαν αναδειχθεί από την Δεξιά και έδειξαν απέναντι στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις επιφυλακτική και σ' ορισμένες περιπτώσεις ανοικτά εχθρική στάση)». (Μεϋνώ 1966, σελ. 177).

34.. 1) «Η Ένωσις Κέντρου δεν διαθέτει ακόμη παρά μια εμορυώδη γραφειοκρατία και ο σημερινός ηγέτης του κόμματος. Γ. Παπανδρέου, δεν φαίνεται να φλέγεται απ' την επιθυμία τελειοποιήσεως του μηχανισμού». (Μεϋνώ. 1966, σελ. 149).

2. «Η Ένωση, ακόμη και σήμερα, προσφέρει το θέαμα ενός κόμματος του οποίου η εσωτερική οργάνωση, τόσο στο κεντρικό όσο και στο τοπικό επίπεδο, δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί. Καίτοι παρουσίασε κατά τις σφυγμομετρήσεις του 1963 και του 1964 ευρύτατη εκλογική απήχηση, ο σχηματισμός αυτός οεν αποτελεί ένα μαζικό κόμμα με γραφειοκρατική δομή», (ό.π., σελ. 276).

3. «Στο σύνολο αμφιβάλλουμε αν η νέα οργάνωση (ΣΣ εννοεί την μαζική κάθετη και οριζόντια) έχει υποκαταστήσει τις παλαιές δομές που εστηρίζοντο σε προσωπαγείς σχέσεις», (ό.π., 281).

35.. «Αμέσως μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, δυο πολιτικές κινήσεις εκφράζουν, με τις διακηρύξεις τους, τον πόθο ευρύτερων στρωμάτων του λαού για εθνική συμφιλίωση, ισοτιμία, αποκατάσταση και λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, κατάργηση των εκτάκτων νόμων, των στρατοπέδων, των εκτελέσεων για πολιτικούς λόγους, ειρήνευση, οικονομική ανασυγκρότηση, με δικαιότερη κατανομή του εθνικού εισοδήματος: η ΕΠΕΚ του Ν. Πλαστήρα, στην οποία συγκεντρώνονται προσωπικότητες, που επεζήτησαν στη διάρκεια του Εμφύλιου Πόλεμοϊ τη συνεννόηση των δυο αντιμαχόμενων παρατάξεων και το συμβιβασμό. και εαμικής προέλευσης στελέχη, και σύνθημα της είχε την "Αλλαγή" και η "Δημοκρατική Παράταξις" των Ι. Σοφιανόπουλου. Αλ. Σβώλου και Ηλία Τσιριμώκου, και άλλων μη κομμουνιστών ηγετών του ΕΑΜ. την οποία πλαισιώνουν και τα υπολείμματα των παρανόμων οργανώσεων του ΚΚΕ». (Λιναρδάτικ 19786. 12). Για την ίδρυση της «Δημοκρατικής Παράταξης»: Λιναρδάτος 1977. σελ. 8384. Νικολακόπουλος 1985, σελ. 162 κε.

36.. «...Ψήφισαν και οι χιλιάδες κρατούμενοι και στρατιώτες της Μακρονήσου, όπου την ημέρατων εκλογών εγκατεστάθηκαν εκλογικά τμήματα και έφτασαν οι εφορευτικές επιτροπές και οιαντιπρόσωποι όλων των κομμάτων Το αποτέλεσμα μάλιστα ήταν απογοητευτικό για τους "αναμορφωτές": οι περισσότεροι "ανανήψαντες" εψήφισαν ΕΠΕΚ και Δ.Π.». (Λιναρδάτο; 1977. σελ.88).

Ο Ν. Μάργαρης χαρακτηρίζει ως εξής τις εκλογές του '50 στη Μακρόνησο. «Σεισμική δόνηση έγινε στη Μακρόνησο. Το "υπέρλαμπρο εθνικό αναμορφωτικόν έργον και οι οραματισμοί", καταποντίστηκαν μπροστά στα μάτια των αναμορφωτών του με τα απροσδόκητα αποτελέσματα των εκλογικών τμημάτων. Οι "ανανήψαντες", όλοι δηλαδή εκείνοι που "αυθορμήτως" είχαν βρει το. ..φως τους, που κάτω από τα ρόπαλα των "δασκάλων1 "τραγουδούσαν" ότι "στη Μακρόνησο αναγεννάται η Ελλάδα περισσότερο από κάθε άλλη φορά", καταδίκασαν με τη ψήφο τους, την "εθνική αγωγή", τα "αναμορφωτήρια", τους "ιδρυτές" τους "οραματιστές" και όλο το ματωμένο "πολιτισμό" της Μακρονήσου.

Η ΕΠΕΚ και η Δημοκρατική Παράταξη που εκείνη τη στιγμή ενσάρκωσαν και οιερμήυνεναν τη λαχτάρα τον βασανισμένου λαού μας για Ειρήνη και Δημοκρατία, συγκέντρωσαν στο περιλάλητο "χωνευτήρι των εθνικών ιδεών" το 70% των ψήφων», (υπ. Χ.Β.Γ.Μ.).

Το μεγαλύτερο ποσοστό της Δ.Π. εμφανίστηκε στο Γ τάγμα ενώ οι κρατούμενοι στο «σύρμα»

37.. Η ΔΠ συγκέντρωση 4%(!) στις αγροτικές περιοχές ενώ το Λαϊκό Κόμμα 40,2%. (Η. Νικολακόπουλος, πίνακας 1, σελ. 164).

38.. «(...) το κυριότερο ίσως στοιχείο που ανέδειξαν οι εκλογές ήταν η ύπαρξη ενός τμήματος του εκλογικού σώματος, το οποίο (επιλέγοντας είτε τη Δ.Π. είτε την ΕΠΕΚ) αποδοκίμασε καθαρά την πολιτική που ακολουθήθηκε την προηγούμενη τετραετία· αποδοκίμασε δηλαδή τους νικητές του εμφύλιου. Το τμήμα αυτό του εκλογικού σώματος ήταν ιδιαίτερα σημαντικό στα αστικά κέντρα, όπου ξεπερνούσε το 40%, και αποτελούσε ασφαλώς τον νέο καθοριστικό παράγοντα που διαφοροποιούσε ριζικά το εκλογικό πλαίσιο, σε σχέση με την προπολεμική περίοδο». (Νικολακόπουλος, 1985, σ. 173).

39.. «(...) η ΕΔΑ απέδειξε ότι διατηρούσε τον πλήρη έλεγχο ενός οημαντικού τμήματος του εκλογικού σώματος, που ήταν έτοιμο να την ακολουθήσει, οποιοδήποτε κι αν επρόκειτο να είναι το τίμημα αυτής της επιλογής. Με δεδομένο λοιπόν το νέο συσχετισμό δυνάμεων που διαμόρφωσαν οι εκλογές, η ΕΔΑ εμφανιζόταν πλέον ως η απαραίτητη συνιστώσα οποιασδήποτε «αντιδεξιάς» συσπείρωσης. Επιπλέον, με την ήττα της ΕΠΕΚ και των ιδεών που εκπροσωπούσε, κλονιζόταν ριζικά η ηγεμόνευση της στον κεντροαριστερό χώρο. Άνοιγε έτσι ο δρόμος για μια εντυπωσιακή επέκταση της ΕΔΑ. ΓΓ αυτό και το αποτέλεσμα των εκλογών έγινε δεκτό την επόμενη από την Αυγή με τον μάλλον μακάοριο τίτλο: "ο τάφος του διασπαστή Πλαστήρα ανοίγει το δρόμο στη δημιουργία δημοκρατικού μετώπου" (υπ. Χ.Β.Γ.Μ.)». (Νικολακόπουλος, 1985, 209).

40.. Η ανοιχτή βασιλική παρέμβαση «είχε προσδώσει στις εκλογές και λανθάνοντα αντιμοναρχικό χαρακτήρα, [υπ. 9. Ο λανθάνων αντιμοναρχικός χαρακτήρας ενυπήρχε εκ των πραγμάτων παρόλο που τα κόμματα της αντιπολίτευσης - ιδιαίτερα μάλιστα η ΕΔΑ και το ΔΚΕΛ - διακήρυσσαν με έμφαση ότι γι' αυτά δεν τίθεται «πολιτειακό ζήτημα»]. Ο θρόνος, ως συσπειρωτικό σύμβολο των αστικών πολιτικών δυνάμεων, και η «εθνικοφροσύνη», ως επίσημη κρατική ιδεολογία και καθημερινή πρακτική, έτειναν να βρεθούν στο επίκεντρο της εκλογικής αναμέτρησης, παρόλο που τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ιδιαίτερα η ηγεσία της Δ.Ε. κατά κανέναν τρόπο δεν αμφισβητούσαν ούτε το ένα ούτε το άλλο». Βλέπε επίσης Λιναρδάτος (19786, σελ. 5982). (Νικολακόπουλος 1985, σελ. 215).

41.. «Οι εκλογές του 1958, με την εντυπωσιακή άνοδο της ΕΔΑ και με την πτώση του ΚΦ, διαμό

ρφωσαν ένα ριζικά νέο πολιτικό πλαίσιο με κυρίαρχο στοιχείο την «πόλωση» μεταξύ της ΕΡΕ και τικ ΕΔΑ. (Νικολακόπουλος 1985, σελ. 255). (απομόνωση) αρνήθηκαν να ψηφίσουν. Πλούσιο υλικό για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν οι εκλογές του '50 στη Μακρόνησο και για ότι επακολούθησε λόγω των αποτελεσμάτων υπάρχει στην ιστορία του Ν. Μάργαρη (1982) τόμος Β', κεφάλαιο 34 «Βουλευτικές εκλογές, 5 Μαρτίου 1950», σελ. 628637.

42.. Η προεκλογική αφίσα της ΕΡΕ που το περιέχει είναι χωρισμένη στα δύο. Στο ένα τμήμα απεικονίζονται τα δεινά που προκάλεσε στη χώρα το ΕΑΜ: ρημαγμένες κατοικίες, φωτιά, καπνοί και τερατόμορφοι κομμουνιστές. Στο άλλο τμήμα, τα αγαθά της εθνικής διακυβέρνησης: έργα, εξηλεκτρισμός κλπ., κλπ. (Περιέχεται στο άρθρο του Χ. Ρίχτερ «Προβλήματα της σύγχρονης Ιστορίας». Αντί. τεύχος 40. σελ. 32, σ.3.1976).

43.. «Οι ομοιότητες που παρουσιάζει [ΣΣ. εν. ο χάρτης της πολιτικής αποχής του 1946] με τον εκλογικό χάρτη της ΕΔΑ του 1958 ενισχύουν την υπόθεση ότι το τμήμα του εκλογικού σώματος που ακολούθησε τη γραμμή της αποχής το 1946 αποτέλεσε τη βάση από την οποία η Αριστερά άντλησε, κυρίως αν όχι αποκλειστικά, την εκλογική της δύναμη κατά τη μεταπολεμική περίοδο» (σ. 144. Επίσης σελ. 247).

«Ήδη στις εκλογές τον 1958, όπου η ΕΔΑ επανακτά ένα σημαντικό μέρος των εαμογενών δυνάμεων, η τρομοκρατία, τουλάχιστον στα αστικά κέντρα, έχει ξεπεραστεί». (Ζητήματα 1974, σελ. 15). Για τις εκλογές του 1958 βλέπε αναλυτικά Η. Νικολακόπουλος, (1985), «Οι βουλευτικές εκλογές της 11ης Μάιου 1958: η έκπληξη», σελ. 230-254. Για το εκλογικό αποτέλεσμα των Β58 βλέπε ακόμα: Μεϋνώ 1974 σελ. 182, Λιναρδάτος 1978β, Μάξιμος 1977 και Ρουμπάτης 1987 σελ. 178-183. 44. «Ασφαλώς όμως η άνοδος της ΕΔΑ δεν είναι τόσο ξαφνική όσο δείχνουν οι αριθμοί. Ως ένα βαθμό υπήρχε και το 1956, αλλά δεν μπόρεσε να εκφραστεί επειδή αναμείχθηκαν οι ψήφοι της Αριστεράς με των άλλων κομμάτων της «Δημοκρατικής Ενώσεως». Η συνεργασία του 1956, οι συνθήκες των εκλογών του 1958 και η διεθνής συγκυρία έπεισαν μέρος των επηρεαζόμενων από την Αριστερά ψηφοφόρων, που ψήφιζαν κεντρώα κόμματα, ότι η ΕΔΑ θα μπορούσε να παίξει σοβαρό ρόλο ακόμα και σαν κόμμα κυβερνητικής πλειοψηφίας. Η προσχώρηση στους συνδυασμούς της προσωπικοτήτων, που ως μονάδες δεν είχαν σοβαρή κομματική δύναμη, αλλά δρούσαν σαν καταλύτες και η ταυτόχρονη διάσπαση του Κέντρου. ενίσχυσαν το ρεύμα. Η ΕΔΑ, από το 1954 με τις δημοτικές εκλογές, έχει αρχίσει να γίνεται ο πόλος του αντιδεξιού μετώπου». (Λιναρδάτος, 19786, 323).

Ο Η. Νικολακόπουλος υπολογίζει την αυτόνομη δύναμη της ΕΔΑ στις εκλογές του 1956 σε 18% περίπου.

45.. Πίνακας: Αύξηση της εκλογικής δύναμης της ΕΔΑ μεταξύ 1951 και 1958 στην περιφέρεια της πρωτεύουσας και η σχέση της με την εκλογική επιρροή της ΕΠΕΚ.

46.. Επίσης στην Καισαριανή έφτασε το 61,2% (όπ.).

47.. Είναι βέβαια γνωστή η ισχυρή επιρροή της Αριστεράς στον προσφυγικό κόσμο από τον μεσοπόλεμο. Η επιρροή αυτή ενισχύθηκε και στην κατοχή και διατηρήθηκε σαν ιστορικό αποτέλεσμα σ' ολόκληρη την μετεμφυλιακή περίοδο. Όπως παρατηρεί ο Η. Νικολακόπουλος «Στις αμιγώς προσφυγικές περιοχές η δύναμη της ΕΔΑ ήταν κατά κανόνα περίπου 5% έως 10% μεγαλύτερη απ' ό,τι στις μη προσφυγικές περιοχές με αντίστοιχη κοινωνική διαστρωμάτωση. Έτσι τα λαϊκά προσφυγικά προάστια (π.χ. Καισαριανή, Νέα Ιωνία, Νίκαια, Κερατσίνι, Δραπετσώνα) ήταν τα μόνα όπου ξεπέρασε το 60%, ενώ στις αντίστοιχες περιοχές εσωτερικής μετανάστευσης το ποσοστό της κυμάνθηκε περί το 50%. Το ίδιο παρατηρήθηκε και στα μεσοαστικά προσφυγικά προάστια (Νέα Σμύρνη, Νέα Φιλαδέλφεια), όπου η δύναμη της κυμάνθηκε περί το 40%, ήταν δηλαδή κάπως μεγαλύτερη απ' ό,τι στα αντίστοιχα μη προσφυγικά μεσοαστικά προάστια», (σελ. 245).

Αυτό ακριβώς το στοιχείο αποδεικνύει την σημασία της ΕΑΜιχής τομής. «Από τη σύγκριση αυτή φαίνεται και η σημαντική διαφοροποίηση που υπήρχε ανάμεσα στις όνο κατηγορίες προσφυγικών προαστίων, διαφοροποίηση που υποδηλώνει ότι ενώ προπολεμικά η εκλογική ταύτιση των προσφύγων με το Κ.Φ. ήταν ανεξάρτητη από ταξική θέση, η μεταπολεμική μαζική ένταξη τους στην Αριστερά υπήρξε άμεσα συναρτημένη με την κοινωνική τους θέση (υπ. Χ.Β.Γ.Μ.)». (στο ίδιο, 245).

48.. Βλέπε συνολικά για τις εκλογές 1961 Η. Νικολακόπουλο; 1985 όπου υπάρχει και μια στατιστική προσέγγιση της «βίας».

49.. Αμέσως μετά τις εκλογές του 1961 ο Γ. Παπανδρέου θα δηλώσει: «(...) «Η κυβέρνησις της ΕΡΕ έχει μεταβληθεί εις εσωτερική κατοχή ενώ η Ένωση Κέντρου εκπροσωπεί την Εθνική Αντίστασιν». (Κάτρης 1974).

50.. «[Το 1963] σε σύγκριση με το 1958 η ΕΔΑ χάνει, συνολικά το 41% της δύναμης της, η πτώση της είναι αισθητά μεγαλύτερη σε όλες τις αστικές και μικροαστικές συνοικίες και προάστια (περί το 50%), ενώ αντίθετα είναι αισθητά μικρότερη στις λαϊκές (μεταξύ 35%40%) και ειδικότερα στις προσφυγικές συνοικίες (μεταξύ 30% και 35% (...) η κάμψη της δύναμης της και στα λαϊκά στρώματα, αν και ελαφρώς μικρότερη, υπήρξε οπωσδήποτε ιδιαίτερη έντονη και σημαντική». (Η.Ν. 299).

51.. Βλέπε γϊαυτό το πρόβλημα, θέσεις 22, «6. Η ΕΔΑ σαν συνέχεια της συγκεκριμένης κομματικής μορφής του ΚΚΕ» και πίνακα 4, σελ. 112.

52.. «Το νέο πολιτικό κλίμα γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στην ύπαιθρο, όπου τα προηγούμενα από το 1963 χρόνια της μετεμφυλιακής περιόδου ήταν δύσκολο να διαδόσεις ακόμα και μετριοπαθείς εφημερίδες του Κέντρου και της Δεξιάς. Η απελευθέρωση αυτή από την πίεση του αστυνομικού κράτους καθώς και οι παροχές προς τους αγρότες που έκανε η πρώτη κυβέρνηση Παπανδρέου εξηγούν τη μεγάλη μετατόπιση ψήφων από τη Δεξιά προς το Κέντρο που θα παρουσιαστεί ιδιαίτερα στις επαρχίες». Και αλλού... ανάμεσα στο Νοέμβρη του 1963 και το Φλεβάρη του 1964 υποχώρησε ακόμη περισσότερο η φοδία και η αστυνομοκρατία στην ύπαιθρο (...)». (Λιναρδάτος 198βα, σελ. 369 και 390).

53.. «Η πτώση της Δεξιάς υπήρξε γενική, χωρίς να σημειωθεί καμιά απολύτως εξαίρεση και, το κυριότερο, η ένταση του εκλογικού ρεύματος παρουσίασε μικρές μόνο αποκλίσεις από περιοχή σε περιοχή. Χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της ομοιομορφίας είναι ότι στις περισσότερες πόλεις, καθώς και στις αγροτικές περιοχές των περισσοτέρων επαρχιών, η πτώση της Δεξιάς ελάχιστα διέφερε από τη γενική κάμψη της στο σύνολο της χώρας - κυμάνθηκε δηλαδή μεταξύ 15% και 25% σε σχέση με τη δύναμη της στις προηγούμενες εκλογές (Νικολακόπουλος 1985 σελ. 303).

54.. Γουντχάουζ 1982 σελ. 223. Αναφέρεται στο Νικολακόπουλος 1985. σελ. 303.

55.. Το 1956 22%, το 1958 20.0%, το 1961 (λόγω βίας και νοθείας) 27.65%, το 1963 21.2%, το 1964 17.2%, το 1974 37.67 (το μεγαλύτερο), το 1977 31.92%, το 1981 το 20.75% (το χαμηλότερο στη μεταπολίτευση) και το 1985 το 27.72%.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή