Για την κύρωση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης: Ένας διάλογος που δεν έγινε Εκτύπωση
Τεύχος 23-24, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1988


Για την κύρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής πράξης: Ένας διάλογος που δεν έγινε
του Αργύρη Πασσά συνεργασία, Ανδρέα Λοβέρδου*

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΜΕΡΟΣ Α'

1. Καταγραφή του προβλήματος.

2. Η Ε.Ε.Π.: Πράξη θεσμοποίησης της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας.

2.1. Γενικά χαρακτηριστικά

2.2. Διατάξεις για την Ευρωπαϊκή Συνεργασία στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής.

3. Η προσφυγή του R. Grotty στη συνταγματική δικαιοσύνη.

3.1. Εισαγωγή.

3.2. Η συνταγματική δικαιοσύνη στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας.

3.3. Η απόφαση της 9 4 87 του Supreme Court.

ΜΕΡΟΣ Β'

4. Η Ελληνική περίπτωση.

4.1. Εισαγωγή.

4.2. Οι θεσμικές επιπτώσεις της Ε.Π.Σ. όπως προκύπτουν από την πολιτική ανάγνωση των διατάξεων της διεθνούς σύμβασης της Ε.Ε.Π.

4.3. Η νομική καταγραφή της διαδικασίας ως προϋπόθεση ανάπτυξης της πολιτικής.

5. Για το διάλογο που δεν έγινε.

1. Καταγραφή του Προβλήματος

1. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Μιλάνου, τον Ιούνιο του 1985, για τη σύγκληση διακυβερνητικής Διάσκεψης με σκοπό την συγκεκριμένη προώθηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με αντικείμενο, αφενός τη σύναψη συνθήκης «για κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας» και αφετέρου την αναθεώρηση της συνθήκης Ε.Ο.Κ. με γνώμονα τη βελτίωση των διαδικασιών λήψης απόφασης του Συμβουλίου, την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας της Επιτροπής, την αύξηση των εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και την επέκταση των κοινοτικών πολιτικών σε νέα πεδία δραστηριοτήτων1, αποτελεί την κατάληξη προσπαθειών που εκκινούν ήδη από την εποχή της έκθεσης Tindemans για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Δεκέμβριο του 19752. Οι προσπάθειες αυτές συνεχίστηκαν με την «Ευρωπαϊκή Πράξη» των Genscher Colombo το 19813 και την «Πανηγυρική Διακήρυξη για την Ευρωπαϊκή Ένωση» της Στουτγάρδης τον Ιούνιο του 19834. Κορύφωση των προσπαθειών αυτών ήταν η εκπόνηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του «Σχεδίου Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης» το Φεβρουάριο του 19845, του οποίου οι φιλόδοξοι στόχοι περιορίστηκαν στην απόφαση των κρατών μελών, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Φονταινμπλώ, τον Ιούνιο του 19846, να συσταθούν αφενός μία ad hoc θεσμική επιτροπή, γνωστή ως «Επιτροπή SPAAK II» ή «Επιτροπή Dooge», για τη μελέτη των θεσμικών προβλημάτων της Κοινότητας και τη διατύπωση προτάσεων για τη βελτίωση της λειτουργίας της και, αφετέρου, μία επιτροπή για την Ευρώπη των πολιτών, γνωστή ως «Επιτροπή Adonnino». Η Επιτροπή στην έκθεση της προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου 1985, πρότεινε τη σύγκληση «Διάσκεψης των Αντιπροσώπων των Κυβερνήσεων των κρατών μελών που θα διαπραγματευθεί σχέδιο Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση»7. Με την πρόταση αυτή διαφώνησαν η Μ. Βρετανία, η Ελλάδα και. η Δανία.

2. Η διακυβερνητική Διάσκεψη διήρκεσε περίπου τρεις μήνες (9 Σεπτεμβρίου με 17 Δεκεμβρίου 1985) με σημαντικότερη βέβαια στιγμή τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Λουξεμβούργου στις 2 και 3 Δεκεμβρίου 1985. όπου οι ηγέτες των Δώδεκα ενέκριναν τα κείμενα που τροποποιούν τις ιδρυτικές συνθήκες καθώς και σχέδιο χωριστής συνθήκης για την ευρωπαϊκή συνεργασία στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, τη λεγόμενη Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία (στο εξής Ε.Π.Σ.). Η απόφαση να συμπεριληφθούν οι δύο αυτές πτυχές σε ένα ενιαίο κείμενο8 πάρθηκε από τους υπουργούς Εξωτερικών στη συνεδρίαση τους της 1βης και 17ης Δεκεμβρίου όπου και συνέταξαν το προΐμιο και τις κοινές διατάξεις της διεθνούς σύμβασης που έλαβε τον τίτλο «Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη»9 (στο εξής Ε.Ε.Π.). Το τελικό κείμενο της Ενιαίας Πράξης εγκρίθηκε στις 27 Ιανουαρίου 1986.

3. Οι θεσμικές μεταβολές, οι διατάξεις για την εσωτερική αγορά και τις συμπληρωματικές κοινοτικές πολιτικές που καταγράφηκαν στην Ε.Ε.Π. κρίθηκαν θετικές για το προοδευτικό ξεπέρασμα των δυσλειτουργιών και του «θεσμικού αδιεξόδου»10 της Κοινότητας, ιδιαίτερα με την προοπτική της τρίτης διεύρυνσης προς την ευρωπαϊκό Νότο και την ένταξη της Ισπανίας και Πορτογαλίας (111986), χώρες που συμμετείχαν στις εργασίες της Διάσκεψης. Γενικότερα, η Ε.Ε.Π. στο σύνολο της, με το προΐμιο, τις κοινές και τελικές διατάξεις καθώς και τις διατάξεις για την πολιτική συνεργασία «σημαίνει», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Ι. Μπούτος στην αγόρευση του στην ελληνική βουλή, «ότι αναλάβαμε πλέον την πολιτική, αλλά πιστεύω και τη νομική δέσμευση να συμβάλουμε ενεργά και θετικά στην ενοποιητική διαδικασία και την προσπάθεια που γίνεται για μια διαρκώς στενότερη ένωση των ευρωπαϊκών λαών»11. Με άλλα λόγια η Ε.Ε.Π. αποτελεί βήμα στην κατεύθυνση της δημιουργίας την Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι, βεβαία, πράξη ίδρυσης της12.

4. Οι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιήθηκαν για την αποτίμηση της προόδου που επιφέρει τη Ε.Ε.Π. στην εξέλιξη του κοινοτικού οικοδομήματος ποικίλλουν και κινούνται από τη διαπίστωση «κοσμογονικών αποφάσεων»13, «μικρού βήματος προς τη σωστή κατεύθυνση», ή «ενδιαμέσου σταδίου»14, έως την αρνητική αξιολόγηση της ΕΕΠ ως «οπισθοδρομικής»15. Η χρήση, βέβαια, του ενός ή του άλλου χαρακτηριστικού εκκινεί από την οπτική και τις ιδιαίτερες πολιτικές και ιδεολογικές αφετηρίες αντιμετώπισης του γίγνεσθαι της ενοποιητικής διαδικασίας της δυτικοευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Με άλλες λέξεις η ΕΕΠ ως διεθνής σύμβαση επιδέχεται τόσο πολιτική όσο και νομική ανάγνωση: πολιτική «ανάλογα με τις προσδοκίες και την ιδεολογικοπολιτική τοποθέτηση απέναντι στην ευρωπαϊκή υπόθεση» και νομική, αναζητώντας «μέσα από ένα αναπτυγμένο νομικό ιστό περισσότερες ή λιγότερες ενδείξεις προοδευτικής ομοσπονδιοποίησης»16.

Πέρα, όμως, από την όποια συμβολή της ΕΕΠ στην εξέλιξη του κοινοτικού οικοδομήματος, ως διεθνής σύμβαση θεσπίζει διαφόρων τύπων υποχρεώσεις για τα συμβαλλόμενα μέρη. Έτσι και με το δεδομένο ότι το κράτος έθνος αποτελεί φορέα αλλά και διαμορφωτικό υποκείμενο της ενοποιητικής διαδικασίας, η ΕΕΠ υπόκειται στην αντίστοιχη πολιτική και νομική ανάγνωση με γνώμονα τις επιδράσεις που επιφέρει στη λειτουργία του κράτους.

5. Η ΕΕΠ υπογράφηκε στις 17 και 28 Φεβρουαρίου 1986 στο Λουξεμβούργο και στη Χάγη αντίστοιχα17. Για να τεθούν σε ισχύ τόσο οι διατάξεις που τροποποιούν τις ιδρυτικές συνθήκες (αρθρ. 236 συνθ. ΕΟΚ) όσο και η ΕΕΠ στο σύνολο της απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 33 της Πράξης, η επικύρωση της από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς τους κανόνες. Ενεργοποιήθηκαν δηλαδή εκείνες οι πολιτειακές διαδικασίες νομιμοποίησης των διεθνών υποχρεώσεων που το συμβαλλόμενο στην ΕΕΠ κράτος ανέλαβε καθώς και οι διαδικασίες αυθεντικής ερμηνείας των επιδράσεων τους στη λειτουργία του κράτους.

6. Στα περισσότερα εθνικά Κοινοβούλια η Ενιαία Πράξη εγκρίθηκε με πλατειές πλειοψηφίες ή ακόμη και ομόφωνα. Εξαίρεση αποτέλεσε η περίπτωση της Ιρλανδίας όπου, και ενώ είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία θέσπισης του κυρωτικού της ΕΕΠ νόμου (Δεκέμβριος 1986) και απέμενε η επικύρωση από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και η κατάθεση στην ιταλική κυβέρνηση των εγγράφων επικύρωσης, μετά από προσφυγή του ιδιώτη κ. R. Grotty, το Supreme Court της Ιρλανδίας στην απόφαση του της 9ης Απριλίου 1987 θεώρησε πως η ΕΕΠ με τις διατάξεις του τίτλου III περί πολιτικής συνεργασίας είναι αντίθετη με τις διατάξεις του Συντάγματος, και απαιτείται για την επικύρωση της η προηγούμενη τροποποίηση του. Συνέπεια της απόφασης αυτής ήταν η διενέργεια δημοψηφίσματος18 στις 26 Μαΐου 1987 όπου η πλειοψηφία του 70% - με ποσοστό συμμετοχής περίπου 50% του εκλογικού σώματος - των Ιρλανδών ψηφοφόρων ενέκρινε τον αναθεωρητικό του Συντάγματος νόμο19.

Στην Ελλάδα ελάχιστα ζητήματα τέθηκαν - τόσο επί της ουσίας όσο και διαδικαστικά - κατά τη συζήτηση στη Βουλή του κυρωτικού νομοσχεδίου τον Ιανουάριο 1987, δεδομένου ότι η πλειοψηφία των πολιτικών κομμάτων, πλην του Κ.Κ.Ε., τάχθηκαν υπέρ της κύρωσης της ΕΕΠ.

7. Η εργασία περιορίζεται στη διερεύνηση των επιδράσεων που η εφαρμογή των διατάξεων της ΕΕΠ περί πολιτικής συνεργασίας (τίτλος III) επιφέρει στη λειτουργία του κράτους-έθνους και συγκεκριμένα στην Ιρλανδία και την Ελλάδα. Με άλλα λόγια και με δεδομένα ότι, α) η ΕΕΠ ως διεθνής σύμβαση θεσμοποίησε την άτυπη μέχρι τότε ΕΠΣ και θέσπισε για τα συμβαλλόμενα μέρη κοινές και δεσμευτικές - με κανόνες διεθνούς συμβατικού δικαίου - υποχρεώσεις στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και, 6) τόσο η Ελλάδα όσο και η Ιρλανδία διαθέτουν αυστηρά, σε διαφορετικό βέβαια βαθμό, συντάγματα, διερευνάται η ικανότητα υποδοχής τους και τα συγκεκριμένα μέσα που επιλέγηκαν γι' αυτό το σκοπό, τόσο των σημερινών άμεσων δεσμεύσεων όπως προκύπτουν από την γραμματική ερμηνεία της σύμβασης της ΕΕΠ, όσο και των πολιτικοθεσμικών αποτελεσμάτων όπως εγγράφονται στη λογική της ιστορικής κατάληξης στην οποία τείνει το συνολικό κοινοτικό εγχείρημα.

2. Η Ε.Ε.Π.: πράξη θεσμοποίησης της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας.

2.1. Γενικά χαρακτηριστικά

1. Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη εμφανίζεται ως ένα ενιαίο κείμενο με την ακόλουθη διάρθρωση: μετά το προοίμιο, στον τίτλο Ι περιέχονται οι κοινές για τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και την πολιτική συνεργασία διατάξεις, με παράλληλη αναφορά στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο· στον τίτλο II περιέχονται οι διατάξεις που τροποποιούν τις συνθήκες και ενσωματώνονται σε αυτές· στον τίτλο III περιλαμβάνονται οι διατάξεις για την ευρωπαϊκή συνεργασία στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής· στον τίτλο IV περιέχονται οι γενικές και τελικές διατάξεις και τέλος, στην «Τελική Πράξη» περιέχονται έντεκα δηλώσεις που υιοθετήθηκαν από τη Διάσκεψη και οι οποίες χωρίς να αποτελούν μέρος της σύμβασης είναι χρήσιμες για την ερμηνεία της, καθώς επίσης και άλλες εννέα δηλώσεις - της Προεδρίας, της Επιτροπής και των Κυβερνήσεων - οι οποίες δεν δεσμεύουν παρά τους συντάκτες τους20.

2. Η απόφαση των κοινοτικών κρατών να διατυπώσουν σε ένα ενιαίο κείμενο τη βούλησή τους «να μετασχηματίσουν το σύνολο των μεταξύ των κρατών τους σχέσεων σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με την πανηγυρική Διακήρυξη της Στουτγάρδης της 19ης Ιουνίου 1983»21 (προΐμιο, παρ. 1η) καθώς και τους μηχανισμούς - Ευρωπαϊκές Κοινότητες και Ε.Π.Σ. - που θα «συμβάλλουν από κοινού στην ουσιαστική πρόοδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (τίτλος Ι, αρθρ. 1) προσδίδοντας της «τα απαραίτητα μέσα δράσης» (προΐμιο, παρ. 2η) αποτελεί αναμφισβήτητα πράξη συμβολικού χαρακτήρα. Από τη στιγμή όμως που το κείμενο αυτό

102......

περιβάλλεται το νομικό τύπο της διεθνούς σύμβασης, και με την έναρξη ισχύος της, «η εγκαθίδρυση μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης ανάγεται σε σκοπό για την εκπλήρωση του οποίου υφίσταται πλέον υποχρέωση των κρατών μελών που υπερβαίνει τα όρια μιας πολιτικής δήλωσης προθέσεων»22 και εκφεύγει από τα γενικά και αόριστα πλαίσια του συμβολισμού. Έτσι με την ΕΕΠ δημιουργούνται μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της ΕΠΣ δεσμοί που καταργούν αφενός τη δυνατότητα διαφοροποιημένης συμμετοχής των κρατών μελών στους μηχανισμούς αυτούς και, αφετέρου, αποκλείεται η επέκταση της ΕΠΣ σε τρίτες, εκτός Κοινότητας, χώρες23.

Οι βάσεις της Πολιτικής Συνεργασίας (τίτλος III) διατυπώνονται ήδη από το προοίμιο της ΕΕΠ στην 5η παράγραφο του με την ακόλουθη διατύπωση: «Έχοντας συνείδηση ότι η Ευρώπη οφείλει να προσπαθεί να εκφράζεται όλο και περισσότερο με μια φωνή και να δρα με συνοχή και αλληλεγγύη ώστε να υπερασπίζεται αποτελεσματικότερα τα κοινά της συμφέροντα και την ανεξαρτησία της, καθώς και να προβάλλει όλως ιδιαιτέρως τις αρχές της δημοκρατίας και το σεβασμό του δικαίου και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, στα οποία τα συμβαλλόμενα μέρη είναι προσηλωμένα, ώστε να συμβάλλουν από κοινού στη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας...».

3. Πέρα όμως από την υπαγωγή της ΕΠΣ και της Κοινότητας στον κοινό στόχο της δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ενιαία Πράξη στις κοινές της διατάξεις (τίτλοι Ι και IV), καταγράφει με επιμέλεια τη διάκριση μεταξύ των δύο μηχανισμών τόσο στο επίπεδο των κανόνων δικαίου που διέπουν τη λειτουργία τους (αρθρ. 1, παρ. 2 και 3), όσο και των οργάνων που ασκούν τις εκάστοτε αρμοδιότητες (αρθρ. 3). Επιπρόσθετα στον τίτλο IV αποσαφηνίζεται ότι η ΕΠΣ δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (αρθρ. 31) καθώς επίσης ότι οι διατάξεις του τίτλου III δεν συνιστούν τροποποίηση των συνθηκών περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (αρθρ. 32)24.

4. Για την προώθηση του κοινού στόχου η ΕΕΠ στο αρθρ. 2 του τίτλου Ι θεσμοθετεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το οποίο, αν και στην ΕΕΠ δεν διευκρινίζονται οι αρμοδιότητες του, «δίνει γενική πολιτική ώθηση στην οικοδόμηση της Ευρώπης... κατευθυντήριες γραμμές γενικού πολιτικού χαρακτήρα για τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και την Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία· συσκέπτεται για θέματα που αφορούν την Ευρωπαϊκή Ένωση σ' όλες της τις πτυχές, φροντίζοντας ώστε να υπάρχει μεταξύ τους συνοχή...»25.

5. Τέλος στον τίτλο II περιλαμβάνονται οι διατάξεις για την τροποποίηση και συμπλήρωση των συνθηκών που ίδρυσαν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, που αφορούν στις θεσμικές μεταβολές - αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (διαδικασία συνεργασίας Κοινοβουλίου - Συμβουλίου και εξωτερικές σχέσεις), εκτελεστικές εξουσίες της Επιτροπής, σύσταση πρωτοβάθμιου κοινοτικού δικαστηρίου - στις διατάξεις για την «εσωτερική αγορά» καθώς και στις διατάξεις για τις κοινοτικές πολιτικές - νομισματική ικανότητα, κοινωνική πολιτική, οικονομική και κοινωνική συνοχή, έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη, περιβάλλον26.

2.2. Διατάξεις για την Ευρωπαϊκή Συνεργασία στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής (τίτλος III).

1. Με τον τίτλο III (αρθρ. 30) η ΕΕΠ θεσμοποίησε την ΕΠΣ επιβεβαιώνοντας και συμπληρώνοντας τις διαδικασίες που συμφωνήθηκαν στις εκθέσεις του Λουξεμβούργου (1970), της Κοπεγχάγης (1973), του Λονδίνου (1981) και στην πανηγυρική Διακήρυξη για την Ευρωπαϊκή Ένωση της Στουτγάρδης (1983) και τις πρακτικές που καθιερώθηκαν σταδιακά μεταξύ των κρατών μελών.

Τα κοινοτικά κράτη έθεσαν ως στόχο της συνεργασίας τους να «προσπαθούν να διατυπώνουν και να εφαρμόζουν από κοινού μία ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική» (αρθρ. 30 παρ. 1). Για το σκοπό αυτό «αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ενημερώνονται αμοιβαία και να διαβουλεύονται μεταξύ τους»21 σε θέματα εξωτερικής πολιτικής «που παρουσιάζουν γενικό ενδιαφέρον» (αρθρ. 30 παρ. 2α) για τον συντονισμό, τη σύγκλιση των θέσεων τους και την πραγματοποίηση κοινών δράσεων. Οι διαβουλεύσεις αυτές διενεργούνται πριν τα κράτη καθορίσουν την οριστική τους θέση (αρθρ. 30 παρ. 26). Επιπρόσθετα τα κράτη μέλη ανέλαβαν τη δέσμευση, οι πολιτικές που συμφωνούνται στα πλαίσια της ΕΠΣ να έχουν συνοχή με τις εξωτερικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Κοινότητας28 (αρθρ. 30 παρ. 5).

2. Πέρα όμως από τη διαδικαστική υποχρέωση που ανέλαβαν τα κράτη μέλη να διαβουλεύονται μεταξύ τους πριν οριστικοποιήσουν την εθνική τους θέση, η ΕΕΠ με τις διατάξεις του άρθρου 30 δημιουργεί και ορισμένες δεσμεύσεις που αφορούν στο αποτέλεσμα της συνεργασίας τους στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής.

Συγκεκριμένα:

- Όταν κάποιο κράτος μέλος αναλαμβάνει εθνική δράση «λαμβάνει πλήρως υπόψη» τις θέσεις των άλλων κοινοτικών εταίρων και «συνεκτιμά δεόντως» το ενδεχόμενο υιοθέτησης κοινών θέσεων (αρθρ. 30 παρ. 2γ).

- Τα κράτη μέλη «μεριμνούν για την προοδευτική ανάπτυξη και τον καθορισμό κοινών αρχών και στόχων» (αρθρ. 30 παρ. 2γ εδ. 2).

- «Προσπαθούν να αποφεύγουν» να θίξουν με τις θέσεις τους ή τη δράση τους την εικόνα της ΕΠΣ, και κατ' επέκταση της Κοινότητας συνολικά, «ως συμπαγούς δύναμης» στις διεθνείς σχέσεις ή στους διεθνείς οργανισμούς (αρθρ. 30, παρ. 2δ).

- «Καταβάλλουν προσπάθεια» ώστε να υιοθετούν κοινές θέσεις στους διεθνείς οργανισμούς και τις διεθνείς διασκέψεις (αρθρ. 30 παρ. 7α).

- Στους διεθνείς οργανισμούς και διασκέψεις που συμμετέχουν ορισμένα μόνον κράτη-μέλη «λαμβάνουν πλήρως υπόψη» τις κοινές θέσεις που έχουν ήδη συμφωνηθεί στην ΕΠΣ.

- «Ο καθορισμός κοινών θέσεων συνιστά σημείο αναφοράς για τις πολιτικές» των κρατών μελών (αρθρ. 30, παρ. γ, εδ. 3).

3. Είναι, λοιπόν, προφανές πως τόσο από την, πολιτικού διπλωματικού χαρακτήρα, διατύπωση όσο και από την ίδια την ουσία της ΕΠΣ - όπου λαμβάνονται πολιτικές αποφάσεις και δεν θεσπίζονται κανόνες δικαίου - οι παραπάνω δεσμεύσεις συνιστούν κανόνες συμπεριφοράς οι οποίοι, όμως, και σε τελευταία ανάλυση, δεν αναιρούν, τυπικά, τη δυνατότητα του κράτους μέλους να υιοθετεί θέσεις διαφορετικές από εκείνες των άλλων εταίροι29.

4. Η συνεργασία των κρατών μελών στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής υλοποιείται από τα όργανα και με τις διαδικασίες που καταγράφονται στο άρθρο 30 της ΕΕΠ και συμπληρώθηκαν από την απόφαση31 των υπουργών Εξωτερικών στη συνεδρίαση τους της 28ης Φεβρουαρίου 1986, ημέρα της υπογραφής της ΕΕΠ. Τα αρμόδια για την ΕΠΣ όργανα είναι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και οι υπουργοί Εξωτερικών που συνέρχονται στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας - τέσσερις τουλάχιστον φορές το χρόνο - οι οποίοι όμως μπορούν να εξετάζουν θέματα που αφορούν στην ΕΠΣ και «κατά τις συνόδους του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων»30 (αρθρ. 30 παρ. 3α).

5. Στην ΕΠΣ προεδρεύει το κράτος μέλος που ασκεί την Προεδρία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η Προεδρία έχει την ευθύνη της πρωτοβουλίας, του συντονισμού και της διαχείρισης της ΕΠΣ, εκπροσωπεί τα κράτη μέλη έναντι των τρίτων, (αρθρ. 30 παρ. α και β) ενώ παράλληλα έχει την υποχρέωση της σύνδεσης της ΕΠΣ με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο31 (αρθρ. 30 παρ. 4). Η Επιτροπή ως εκπρόσωπος των Κοινοτήτων συμμετέχει πλήρως (αρθρ. 30 παρ. 36) και σε όλα τα επίπεδα στις εργασίες της ΕΠΣ και με την Προεδρία έχουν «την ειδική ευθύνη... για την επιδίωξη και διατήρηση» της συνοχής μεταξύ των πολιτικών που αποφασίζονται στις Κοινότητες και την πολιτική Συνεργασία (αρθρ. 30 παρ. 5).

6. Η ΕΠΣ λειτουργεί με βάση την αρχή της συναίνεσης και σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 3γ, τα κράτη μέλη «αποφεύγουν, στο μέτρο του δυνατού, να θέτουν εμπόδια στη διαμόρφωση της γενικής συναίνεσης και στην κοινή δράση που θα μπορούσε ενδεχομένως να προκύψει από αυτή». Καθιερώνεται με άλλα λόγια η αρχή της προσφυγής στην αποχή των μειοψηφούντων κρατών μελών32, με σκοπό τη διευκόλυνση στη λήψη των κοινών αποφάσεων. Στο οργανωτικό επίπεδο η ΕΕΠ (αρθρ. 30 παρ. 10 γ, δ, ε και στ) καταγράφει και επιβεβαιώνει το ρόλο των πολιτικών διευθυντών των εθνικών υπουργείων Εξωτερικών που συνέρχονται τακτικά - μία φορά το μήνα - στο πλαίσιο της λεγόμενης «Πολιτικής Επιτροπής», της ομάδας των ευρωπαίων ανταποκριτών καθώς και των ομάδων εργασίας (εμπειρογνώμονες), ενώ παράλληλα επιδιώκει την ένταση της συνεργασίας των διπλωματικών εκπροσώπων των κρατών μελών, με τη συμμετοχή της Επιτροπής, στις τρίτες - προς την κοινότητα - χώρες και τους διεθνείς οργανισμούς33 (αρθρ. 30 παρ. 9).

7. Η βασική και ουσιαστική καινοτομία της ΕΕΠ αφορά στην σύσταση μιας μόνιμης Γραμματείας74 της Πολιτικής Συνεργασίας, (αρθρ. 30 παρ. 10), η οποία εδρεύει στις Βρυξέλλες και στεγάζεται στο χώρο της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου των Κοινοτήτων. Η Γραμματεία λειτουργεί κάτω από τη διεύθυνση της Προεδρίας την οποία και επικουρεί στην προετοιμασία και την εκπλήρωση των δραστηριοτήτων της ΕΠΣ, καθώς επίσης και στα διοικητικά θέματα. Εκτός από τον Προϊστάμενο της η Γραμματεία απαρτίζεται από πέντε υπαλλήλους που προέρχονται από τη χώρα που ασκεί την προεδρία καθώς και από τις δύο προεδρίες που προηγούνται και έπονται35.

Τέλος, με τις διατάξεις του αρθρ. 30 παρ. ΒΑ, 6 και γ καταγράφεται η διάθεση των κρατών μελών «να συντονίσουν περισσότερο τις θέσεις τους πάνα) στις πολιτικές και οικονομικές πτυχές της ασφάλειας» θεωρώντας πως η στενότερη αυτή συνεργασία «μπορεί, από τη φύση της, να συμβάλλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής».

Ο τίτλος III της ΕΕΠ στην ακροτελεύτια διάταξη του (αρθρ. 30 παρ. 12) προβλέπει τη δυνατότητα αναθεώρησης του εφόσον πέντε χρόνια μετά την έναρξη της ισχύος του διαπιστωθεί τέτοια ανάγκη.

3. Η προσφυγή του R. Grotty στη συνταγματική δικαιοσύνη

3.1. Εισαγωγή

1. Όπως ήδη σημειώθηκε, τον Δεκέμβριο του 1986 ο R. Grotty προσέφυγε στη δικαιοσύνη προσβάλλοντας ως αντισυνταγματικές όλες τις διατάξεις του κυρωτικού της Ε.Ε.Π. νόμου (European Communities [Amendment] Bill, 1986, στο εξής κυρωτικός νόμος του 1986). Στην προσφυγή, όμως, αυτή του R. Grotty προβαλλόταν και ένας ακόμη ισχυρισμός: η αντισυνταγματικότητα της παράλειψης της κυβέρνησης να προωθήσει την κύρωση και του τίτλου III της Ε.Ε.Π. που αφορά στην Ε.Π.Σ. Πράγματι ο κυρωτικός νόμος του 1986 άφηνε έξω από την κυρωτική του εμβέλεια τις διατάξεις του τίτλου III της Ε.Ε.Π. Κι αυτό γιατί κατά την ιρλανδική Κυβέρνηση, επειδή ο τίτλος III περιλάμβανε μόνο «διακηρύξεις περί πολιτικής συνεργασίας», δεν χρειαζόταν να αποτελέσει αντικείμενο νομοθετικής κύρωσης, αφού σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 5 (1) του ιρλανδικού Συντάγματος του 193736 (στο εξής Σ.) όταν πρόκειται για μια απλή διεθνή συμφωνία που δεν εμπεριέχει σημαντικές δεσμεύσεις, και στην οποία η Ιρλανδία γίνεται μέρος, απαιτείται η συγκατάθεση της Βουλής (Dail Erevan)37 που παρέχεται με απλή απόφαση· αντίθετα η κύρωση, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 6 Σ., απαιτείται μόνο όταν πρόκειται για διεθνή συνθήκη η οποία περιέχει κανόνες δικαίου των οποίων η εφαρμογή προϋποθέτει τη μετατροπή τους σε εσωτερικό δίκαιο. Έτσι, σύμφωνα πάντα με την ιρλανδική Κυβέρνηση, η συγκατάθεση του Dail Eireann και η κατάθεση των επικυρωτικών εγγράφων στην ιταλική Κυβέρνηση, θα σήμαινε την ενεργοποίηση της Ε.Ε.Π. και ως προς τις διατάξεις του τίτλου III. Η προσφυγή, λοιπόν, του R. Grotty θεμελιωνόταν στους εξής λόγους: α) στην αντισυνταγματικότητα του κυρωτικού της Ε.Ε.Π. νόμου 1986 και 6) στην παραβίαση του Συντάγματος από την κυβέρνηση στο βαθμό που για τον τίτλο III κατέφυγε στο άρθρο 29 παρ. 5 (1) του Σ., ενώ δεν υπήρχε συνταγματική διάταξη που να καλύπτει (αντίθετα μάλιστα την απαγόρευαν) την, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κ. Grotty, παραχώρηση από την πλευρά των οργάνων του κράτους αρμοδιότητας στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής προς οποιοδήποτε διεθνή ή υπερεθνικό οργανισμό37 ".

2. Η προσφυγή του R. Grotty κατατέθηκε στο High Court το οποίο, αφού διέταξε τη διακοπή της διαδικασίας επικύρωσης της Ε.Ε.Π. (δηλαδή την αναστολή της κατάθεσης των επικυρωτικών εγγράφων στην ιταλική Κυβέρνηση), προσέφυγε με τη σειρά του στο Supreme Court38. Ήδη, όμως, έχουμε αναφερθεί στο θεσμό της συνταγματικής δικαιοσύνης39 στην Ιρλανδία και η πρώτη έκθεση της διαδικασίας απονομής της ίσως ξένισε όσους έχουν σχέση με τα ζητήματα που αφορούν στο θεσμό αυτό. Οι ιδιαιτερότητες της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ιρλανδία μας υποχρεώνουν να εκθέσουμε εντελώς συνοπτικά τις βασικές της συνιστώσες. Η παρουσίαση της απόφασης του αρμόδιου συνταγματικού δικαστηρίου, (ας προς την προσφυγή του κ. Grotty, θα ακολουθήσει αμέσως μετά.

3.2. Η συνταγματική δικαιοσύνη στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας

1. Το συνταγματικό πλαίσιο της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ιρλανδία συνθέτουν τα άρθρα 15 παρ. 4 (2), 34 παρ. 3 (2,3) και 4 (4,5,6). Με τα άρθρα αυτά ο ιρλανδός συντακτικός νομοθέτης προέβλεψε και ρύθμισε το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων σύμφωνα με τις διατάξεις του ο έλεγχος αυτός είναι συγκεντρωτικός40 και ασκείται από δύο δικαστήρια: σε πρώτο βαθμό από το High Court και σε τελευταίο βαθμό από το Supreme Court41. Οι αποφάσεις του Supreme Court στις οποίες γίνεται δεκτή η αντισυνταγματικότητα ενός νόμου συνεπάγονται την ακυρότητα του· ενόσω δε διαρκεί ο δικαστικός έλεγχος, η ισχύς του ελεγχόμενου νόμου αναστέλλεται. Δικαίωμα προσφυγής στη συνταγματική δικαιοσύνη έχουν τόσο τα όργανα της Πολιτείας όσο και οι ιδιώτες που τα έννομα τους συμφέροντα θίγονται από την, συγκεκριμένη κάθε φορά, προσβαλλόμενη ως αντισυνταγματική νομοθεσία. Αδιάφορος ως προς τη συγκεκριμένη περίπτωση που εδώ απασχολεί, αλλά άξιος μνείας λόγω της ιδιαιτερότητας του, είναι ο προληπτικός έλεγχος42 που προβλέπεται από το άρθρο 26 Σ.· νομοσχέδια που έχουν ψηφισθεί από τις δύο Συνελεύσεις δίχως να έχουν υπογραφεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, παραπέμπονται προληπτικά από τον τελευταίο, μετά τη γνωμοδότηση του Council of State, στο Supreme Court προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη συνταγματικότητα τους.

2. Τα όσα προηγήθηκαν, βασίζονται στις expressis verbis απονεμόμενες από το Σύνταγμα αρμοδιότητες στα ιρλανδικά δικαστήρια. Τα δικαστήρια, όμως, αυτά επανειλημμένως έχουν αποφανθεί, ερμηνεύοντας το σύνταγμα, ότι η αρμοδιότητα τους προεκτείνεται και στον έλεγχο της συνταγματικότητας της δράσης των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας (εκτός βέβαια από τις υπό στενή έννοια εκλαμβανόμενες κυβερνητικές πράξεις, που αποτελούν πράξεις κατά την άσκηση της πολιτικής εξουσίας και δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο). Εκτός, δηλαδή, από το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων (προληπτικό και κατασταλτικό) επεκτείνονται, τα αρμόδια δικαστήρια, και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σαφής υπέρβαση αρμοδιοτήτων από τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας. Ομόφωνοι ήταν και οι πέντε δικαστές του Supreme Court που εκδίκασε την προσφυγή του R. Grotty, (και σύμφωνοι με την προηγούμενη νομολογία του δικαστηρίου αυτού), ότι τα «...δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να παρεμβαίνουν αμέσως ή εμμέσως στην άσκηση των εκτελεστικών λειτουργιών της κυβέρνησης,

2. Η προσφυγή του R. Grotty κατατέθηκε στο High Court το οποίο, αφού διέταξε τη διακοπή της διαδικασίας επικύρωσης της Ε.Ε.Π. (δηλαδή την αναστολή της κατάθεσης των επικυρωτικών εγγράφων στην ιταλική Κυβέρνηση), προσέφυγε με τη σειρά του στο Supreme Court38. Ήδη, όμως, έχουμε αναφερθεί στο θεσμό της συνταγματικής δικαιοσύνης39 στην Ιρλανδία και η πρώτη έκθεση της διαδικασίας απονομής της ίσως ξένισε όσους έχουν σχέση με τα ζητήματα που αφορούν στο θεσμό αυτό. Οι ιδιαιτερότητες της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ιρλανδία μας υποχρεώνουν να εκθέσουμε εντελώς συνοπτικά τις βασικές της συνιστούσες. Η παρουσίαση της απόφασης του αρμόδιου συνταγματικού δικαστηρίου, ως προς την προσφυγή του κ. Grotty, θα ακολουθήσει αμέσως μετά.

3.2. Η συνταγματική δικαιοσύνη στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας

1. Το συνταγματικό πλαίσιο της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ιρλανδία συνθέτουν τα άρθρα 15 παρ. 4 (2), 34 παρ. 3 (2,3) και 4 (4,5,6). Με τα άρθρα αυτά ο ιρλανδός συντακτικός νομοθέτης προέβλεψε και ρύθμισε το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων σύμφωνα με τις διατάξεις του ο έλεγχος αυτός είναι συγκεντρωτικός40 και ασκείται από δύο δικαστήρια: σε προπό βαθμό από το High Court και σε τελευταίο βαθμό από το Supreme Court41. Οι αποφάσεις του Supreme Court στις οποίες γίνεται δεκτή η αντισυνταγματικότητα ενός νόμου συνεπάγονται την ακυρότητα του· ενόσω δε διαρκεί ο δικαστικός έλεγχος, η ισχύς του ελεγχόμενου νόμου αναστέλλεται. Δικαίωμα προσφυγής στη συνταγματική δικαιοσύνη έχουν τόσο τα όργανα της Πολιτείας όσο και οι ιδιώτες που τα έννομα τους συμφέροντα θίγονται από την, συγκεκριμένη κάθε φορά, προσβαλλόμενη ως αντισυνταγματική νομοθεσία. Αδιάφορος ως προς τη συγκεκριμένη περίπτωση που εδώ απασχολεί, αλλά άξιος μνείας λόγω της ιδιαιτερότητας του, είναι ο προληπτικός έλεγχος42 που προβλέπεται από το άρθρο 26 Σ.· νομοσχέδια που έχουν ψηφισθεί από τις δύο Συνελεύσεις δίχως να έχουν υπογραφεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, παραπέμπονται προληπτικά από τον τελευταίο, μετά τη γνωμοδότηση του Council of State, στο Supreme Court προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη συνταγματικότητα τους.

2. Τα όσα προηγήθηκαν, βασίζονται στις expressis verbis απονεμόμενες από το Σύνταγμα αρμοδιότητες στα ιρλανδικά δικαστήρια. Τα δικαστήρια, όμως, αυτά επανειλημμένως έχουν αποφανθεί, ερμηνεύοντας το σύνταγμα, ότι η αρμοδιότητα τους προεκτείνεται και στον έλεγχο της συνταγματικότητας της δράσης των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας (εκτός βέβαια από τις υπό στενή έννοια εκλαμβανόμενες κυβερνητικές πράξεις, που αποτελούν πράξεις κατά την άσκηση της πολιτικής εξουσίας και δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο). Εκτός, δηλαδή, από το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων (προληπτικό και κατασταλτικό) επεκτείνονται, τα αρμόδια δικαστήρια, και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σαφής υπέρβαση αρμοδιοτήτων από τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας. Ομόφωνοι ήταν και οι πέντε δικαστές του Supreme Court που εκδίκασε την προσφυγή του R. Grotty, (και σύμφωνοι με την προηγούμενη νομολογία του δικαστηρίου αυτού), ότι τα «...δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να παρεμβαίνουν αμέσως ή εμμέσως στην άσκηση των εκτελεστικών λειτουργιών της κυβέρνησης, από το Supreme Court ως συνταγματικώς ανεκτές, στο μέτρο που δεν αναθέτουν νέες αρμοδιότητες στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και επομένως δεν συνιστούν νέους περιορισμούς της εθνικής κυριαρχίας.

3. Η αντιπαράθεση πλειοψηφίας μειοψηφίας του Supreme Court κατά την αξιολόγηση της συνταγματικής εναρμόνισης του τίτλου III της Ε.Ε.Π. περί πολιτικής συνεργασίας49 παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα όρια της συνταγματικής δικαιοσύνης αναπτύχθηκε ένας αυστηρός νομικός λόγος, δίχως άλματα προς πολιτικές αξιολογήσεις50 που θα συνιστούσαν παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, και εδώ ειδικότερα της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας. Η μελέτη, όμως, της απόφασης αποκρυπτογραφεί ότι ο θεμελιωμένος αυτός νομικός λόγος απελευθερώνει αλλά και θεμελιώνει, με τη σειρά του σημαντικές όπως θα δούμε στη συνέχεια πολιτικές σκέψεις και επιχειρήματα.

4. Η άποψη της μειοψηφίας· κατά την άποψη των δικαστών C.J. Finlay (Προέδρου) και J. Griffin, όπως πολύ συνοπτικά θα παρουσιαστεί, το δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει τη συνταγματική προσφυγή του R. Grotty, διότι ο τίτλος III της Ε.Ε.Π. τίποτε περισσότερο δεν περιέχει από την κοινή δήλωση συμφωνία των δώδεκα κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ότι αναλαμβάνουν την υποχρέωση «να αλληλοπληροφορούνται και να διαβουλεύονται» πριν λάβουν τις οριστικές τους αποφάσεις για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής51. Αυτή, επομένως, η διεθνής συμφωνία που εμπεριέχει απλώς «δήλωση προθέσεων» δεν χρειάζεται να αποτελέσει αντικείμενο κυρωτικού νόμου όπως προβλέπει το άρθρο 29 παρ. 6 Σ., αλλά απλώς απαιτείται να ενημερωθεί και να εγκρίνει τη συμφωνία το Dail Eireann (άρθρο 29 παρ. 5 [1] Σ.). Αυτή η απλή «δήλωση προθέσεων για την άσκηση μιας διεθνούς πολιτικής» δεν αποτελεί, επίσης, περιορισμό της κυριαρχίας και έτσι δεν συντελείται παραβίαση του Συντάγματος που θα μπορούσε να αποφευχθεί με παρέμβαση του Supreme Court52. Κατά συνέπεια ούτε ζήτημα «δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας» της συγκεκριμένης πράξης της κυβέρνησης τίθεται, διότι η πράξη της αυτή υλοποιεί την αρμοδιότητα της άσκησης της εξωτερικής πολιτικής που της παραχωρείται από τα άρθρα 6 παρ. 1 και 29 παρ. 4 (1,2) Σ.· στο μετρό, επομένως, που δεν έχει θεσπιστεί κυρωτικός νόμος για τον τίτλο III της Ε. Ε. Π. (και ορθώς δεν θεσπίστηκε κατά την άποψη της μειοψηφίας πάντα) δεν τίθεται ζήτημα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας του.

5. Η άποψη της πλειοψηφίας· σύμφωνα με τη γνώμη των δικαστών J. Walsh, J. Henchy και J. Hederman, ο τίτλος III της Ε.Ε.Π. δεν αποτελεί «απλή δήλωση πολιτικής»53, αλλά διεθνή συνθήκη η οποία από τη στιγμή που θα κυρωθεί θα παράγει μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις για το ιρλανδικό κράτος54. Το Σύνταγμα, με τις διατάξεις του περί εξωτερικής πολιτικής, δεν αναθέτει στην κυβέρνηση την αρμοδιότητα να συμφωνεί με άλλα κράτη τη θέσπιση διαδικασιών που θα περιορίσουν βαθμιαία την κυριαρχία του ιρλανδικού κράτους στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Η υποχρέωση διαβουλεύσεων που θεσπίζει η Ε.Π.Σ. αποτελεί συνταγματικά ανεπίτρεπτη παραχώρηση αρμοδιότητας και ουσιαστικό περιορισμό του ιρλανδικού κράτους να ασκεί την εξωτερική του πολιτική55. Όπως εύστοχα διατύπωσε ο δικαστής J. Hederman η κυβέρνηση είναι «φύλακας και όχι διαθέτης» των αρμοδιοτήτων της στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής - «δήλωση πολιτικών προθέσεων» ήταν η πανηγυρική διακήρυξη της Στουτγάρδης το 198356. Αντίθετα η Ε.Ε.Π. αποτελεί κλασική μορφή συνθήκης, με τον τίτλο III της οποίας αντισυνταγματικά παραχωρείται «μέρος κυριαρχίας και η ελευθερία άσκησης πολιτικής στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής»57.

Συμπερασματικά· το δικαστήριο αποφάσισε: α) πως οι, διατάξεις του τίτλου III της Ε.Ε.Π. παράγουν σημαντικές υποχρεώσεις για το ιρλανδικό κράτος· μόνο η κύρωση τους με νόμο πληρεί τη συνταγματικά αναγκαία προϋπόθεση της επικύρωσης της Ε.Ε.Π. από το ιρλανδικό κράτος· β) με τον τίτλο III, όμως, συντελείται ένας συνταγματικά ανεπίτρεπτος περιορισμός της κυριαρχίας του ιρλανδικού κράτους, στην άσκηση της αρμοδιότητας της εξωτερικής πολιτικής. Και η πράξη, επομένως, της κυβέρνησης να εκχωρήσει μια τέτοια αρμοδιότητα είναι αντισυνταγματική, όπως αντισυνταγματικός θα ήταν και ο ενδεχόμενος κυρωτικός νόμος του τίτλου III της Ε.Ε.Π. Μόνη, λοιπόν, διέξοδος που θα επέτρεπε την επικύρωση από το ιρλανδικό κράτος του τίτλου III της Ε.Ε.Π. ήταν η αναθεώρηση τον Συντάγματος.

6. Οι συνέπειες της απόφασης της 9 4 87 του Supreme Court ήταν σημαντικές· ως προς την ευρωπαϊκή κοινοτική έννομη τάξη η βασική της συνέπεια ήταν ότι δεν ενεργοποιήθηκαν αμέσως, όπως είχαν προβλέψει τα όργανα της, οι υπόλοιπες, πλην του τίτλου III, διατάξεις της Ε.Ε.Π. Ως προς την Ιρλανδία, η απόφαση επέβαλε την ενεργοποίηση των παρακάτω διαδικασιών: ο κυρωτικός νόμος του 1986 αποσύρθηκε· το Oierachtas αποφάσισε την αναθεώρηση του Συντάγματος διαμέσου προσθήκης διάταξης, και κάλεσε το λαό να εγκρίνει τον αναθεωρητικό του Συντάγματος νόμο.

7. Το ιρλανδικό Σύνταγμα δεν είναι ήπιο, δίχως, όμως, ο βαθμός αυστηρότητας του να είναι ιδιαίτερως58. Τα άρθρα 4647 που καθορίζουν τη διαδικασία αναθεώρησης του59 δεν περιλαμβάνουν διατάξεις των οποίων να απαγορεύεται η αναθεώρηση. Αντίθετα με το ελληνικό Σύνταγμα, το άρθρο 110 του οποίου καθορίζει ποιες διατάξεις του δεν αναθεωρούνται, το ιρλανδικό Σύνταγμα δεν εμπεριέχει Grundnormen60. Έτσι, ακόμη και η παραχώρηση εξουσιών που συνθέτουν το σκληρό πυρήνα του κράτους μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναθεώρησης του Συντάγματος. Αλλά και η διαδικασία αναθεώρησης δεν είναι ιδιαίτερα αυστηρή· η διαφορά της από την τροποποίηση του κοινού νόμου έγκειται στη συνταγματικά προβλεπόμενη παρέμβαση του εκλογικού σώματος μέσω συντακτικού δημοψηφίσματος, που διενεργείται μετά την κατάρτιση και υιοθέτηση του αναθεωρητικού νόμου από το Oireachtas61. To κείμενο του «10ου», όπως ονομάστηκε, «αναθεωρητικού του Συντάγματος Νόμου» είναι το ακόλουθο: «Το Κράτος μπορεί να επικυρώσει την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (που υπογράφηκε στο όνομα των Κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις... )»62. Το εκλογικό σώμα με ψήφους 70% έναντι 30% ενέκρινε τον παραπάνω αναθεωρητικό νόμο63.

4. Η Ελληνική περίπτωση

4.1. Εισαγωγή

1. Η ελληνική κυβέρνηση κατέθεσε στη Βουλή νομοσχέδιο για την κύρωση της Ε.Ε.Π. στο σύνολο της64. Το νομοσχέδιο συζητήθηκε στην κοινοβουλευτική επιτροπή του Υπουργείου Εξωτερικών στις 27 11 1986 και στη συνέχεια στην Ολομέλεια της Βουλής στη συνεδρίαση της της 14ης Ιανουαρίου 1987. Στο μεσοδιάστημα, πριν την ολοκλήρωση της κυρωτικής διαδικασίας και τη θέσπιση του σχετικού νόμου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (στο εξής Π.Δ.) κατέθεσε, στις 31 Δεκεμβρίου 1986, τα έγγραφα επικύρωσης στην ιταλική κυβέρνηση. Το ζήτημα αυτό τέθηκε στην Ολομέλεια από τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του Κ.Κ.Ε. ο οποίος τόνισε πως «παρακάμφθηκε» έτσι «η μόνη υπεύθυνη κατά το Σύνταγμα, η Βουλή»65. Στην τοποθέτηση του ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών66 προσπάθησε να θεμελιώσει τη νομιμότητα της διαδικασίας αυτής παραλείποντας όμως ορισμένες νομικές και πολιτικές πτυχές της.

i

2. Είναι σαφές πως η επικύρωση, ως πράξη διεθνούς δικαίου, διακρίνεται από

την κύρωση που αποτελεί «πράξη καθαρά εσωτερικού δικαίου»67. Η επικύρωση είναι μονομερής πράξη της πολιτείας· με την πράξη αυτή που είναι το τελευταίο και αποφασιστικό στάδιο ολοκλήρωσης της σύναψης των διεθνών συνθηκών68, δηλώνεται διαμέσου του αρμοδίου να συνομολογεί τις διεθνείς συνθήκες κρατικού οργάνου, η βούληση του κράτους να δεσμευθεί διεθνώς69.

3. Σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 1 του Συντάγματος 1975 86, ο Π.Δ. εκπροσωπεί το κράτος διεθνώς και συνομολογεί τις συνθήκες. Η αποκλειστική αυτή αρμοδιότητα συνομολόγησης (βλ. επικύρωσης)70 των διεθνών συνθηκών, ασκείται «με τήρηση οπωσδήποτε των ορισμών του άρθρου 35 παρ. 1» (προσυπογραφή του αρμόδιου υπουργού και δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης). Επιπρόσθετα και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 36 Σ. 1975 86 η αποκλειστική αρμοδιότητα συνομολόγησης των διεθνών συνθηκών του Π.Δ. υπόκειται - για ορισμένες κατηγορίες συνθηκών71 - στον περιορισμό της πρόσθετης «οπισθογράφησης» από τη νομοθετική εξουσία72. Με άλλα λόγια το Σύνταγμα (Σ) περιορίζει το απόλυτο δικαίωμα του Π.Δ. και τον υποχρεώνει, για την νόμιμη άσκηση της αρμοδιότητας της επικύρωσης, να πάρει προηγούμενα τη συγκατάθεση της Βουλής η οποία παρέχεται με τυπικό νόμο'3 που κυρώνει τις κατηγορίες αυτές των συνθηκών74.

4. Ο Υπουργός Εξωτερικών στην τοποθέτηση του περιορίστηκε στη διάκριση της επικύρωσης - ως πράξης διεθνούς δικαίου και αποκλειστικής αρμοδιότητας, κατά το άρθρο 36 1 του Σ., του Π.Δ. η οποία κατά την άσκηση της «δεν προϋποθέτει καμία εσωτερική πράξη» - από την κύρωση, «εσωτερική νομοθετική πράξη που είναι απαραίτητη σε ορισμένες περιπτώσεις μονάχα από όσες επικυρώνει ο Π.Δ. διεθνώς, προβλέπεται ρητά από το Σ. στο άρθρο 36 παρ. 2 για να ισχύει η συνθήκη και να γίνει εσωτερική έννομη τάξη»75 '76.

5. Η συνταγματική επιταγή του αρθρ. 36 2 ασφαλώς δεν συνιστά περιορισμό της αρμοδιότητας συνομολόγησης των διεθνών συνθηκών του Π.Δ. - δηλαδή δεν ορίζει τι μπορεί να πράξει το όργανο αυτό - ούτε και έχει την έννοια της συμμετοχής της Βουλής στην πράξη της επικύρωσης·77 ορίζει όμως πως «για ορισμένες κατηγορίες [συνθηκών] δεν μπορεί [η αρμοδιότητα αυτή του Π.Δ.] να ασκηθεί νόμιμα παρά μόνο με την έγκριση της Βουλής»78. Η ερμηνεία αυτή εξάλλου, σύμφωνα με τη θεωρία του διεθνούς δημοσίου δικαίου, συνάγεται από τις ίδιες τις δικαιολογητικές βάσεις του θεσμού της επικύρωσης79. Ο κανόνας του δικαίου των συνθηκών (αρθρ. 14 της Συνθήκης της Βιέννης του 1969)80 που επιτρέπει την εξάρτηση της ισχύος των συνθηκών από την επικύρωση τους αποτελεί αναγνώριση «ότι κάθε Πολιτεία διαθέτει δικό της εσωτερικό σύστημα αρμοδιοτήτων και διαδικασιών που αναφέρονται στην άσκηση των διεθνών σχέσεων»81. Κατά συνέπεια η διάκριση - χρονική και ποιοτική της υπογραφής μιας διεθνούς συνθήκης από την επικύρωση και τη θέση της σε ισχύ: α) «παρέχει τη δυνατότητα να προηγηθεί οποιαδήποτε εσωτερική διαδικασία, πριν δηλωθεί με νομικά έγκυρο τρόπο, η βούληση της Πολιτείας να δεσμευθεί από τη συνθήκη» και, 6) η επικύρωση ως «πράξη ελεύθερη που εξαρτάται από τη διακριτική θέληση της πολιτείας»82 εμπεριέχει το δικαίωμα του Π.Δ. είτε να αρνηθεί είτε και να καθυστερήσει να επικυρώσει ορισμένη συνθήκη, ακόμη και μετά την κύρωση της με νόμο, χωρίς να δημιουργείται ζήτημα διεθνούς ευθύνης του κράτους83. Το δικαίωμα άρνησης της επικύρωσης «είναι συνυφασμένο με αυτήν καθαυτή την έννοια της επικύρωσης»84.

Βέβαια η «παραβίαση μιας διάταξης εσωτερικού δικαίου που αφορά στην αρμοδιότητα για τη συνομολόγηση συνθηκών» μόνο κατ' εξαίρεση μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα των συνθηκών και, υπό την προϋπόθεση της συνδρομής, σωρευτικά, των όρων του αρθρ. 46 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών η παραβίαση δηλαδή, πρέπει να είναι έκδηλη - προφανής - και να αφορά κανόνα του εσωτερικού δικαίου θεμελιώδους σημασίας85. Κατά συνέπεια, και σύμφωνα με την κρατούσα άποψη στην ελληνική θεωρία, στην περίπτωση άσκησης από τον Π.Δ. της αρμοδιότητας της επικύρωσης κατά παράβαση εσωτερικών συνταγματικών κανόνων, δηλαδή πριν πάρει προηγούμενα την έγκριση της Βουλής κατά τους ορισμούς του αρθρ. 36 § 2 Σ., «δεν έχει επίδραση στο κύρος και την ισχύ της συνθήκης στο διεθνές πεδίο»86.

7. Η Ενιαία Πράξη που υπάγεται στις κατηγορίες των συνθηκών του αρθρ. 36 παρ. 2 Σ., επικυρώθηκε από τον Π.Δ. χωρίς την προηγούμενη «συγκατάθεση» της Βουλής, δηλαδή κατά παράβαση κανόνων εσωτερικού δικαίου και της ελληνικής πρακτικής που θέλει την κύρωση μιας διεθνούς σύμβασης να προηγείται - κατά κανόνα87 της επικύρωσης. Η παραβίαση αυτή στηρίχθηκε σε δύο δεδομένα, πολιτικού κατά βάση χαρακτήρα, τα οποία βέβαια δεν αναιρούν την ουσία της παραβίασης και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν επιδρά στο κύρος και την ισχύ της συνθήκης στο διεθνές πεδίο. Τα δεδομένα αυτά είναι:

α) Η πολιτική δέσμευση που ανέλαβε η ελληνική κυβέρνηση από κοινού με τις άλλες κυβερνήσεις των κρατών μελών να επικυρώσουν την Ε.Ε.Π. και να καταθέσουν τα επικυρωτικά έγγραφα στην ιταλική κυβέρνηση πριν το τέλος του 198688,

ώστε να τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1987. Βέβαια παρά τη «βιασύνη» της ελληνικής κυβέρνησης και του Π.Δ. να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους η έναρξη ισχύος της Ενιαίας Πράξης, εξαιτίας της Ιρλανδίας, καθυστέρησε έξι μήνες, για να τεθεί τελικά επίσημα σε ισχύ από την 1η Ιουλίου 1987.

β) Η πολιτική δήλωση διαβεβαίωση της πλειοψηφίας των κομμάτων, όπως διατυπώθηκε κατά τη συζήτηση του κυρωτικού νομοσχεδίου στην κοινοβουλευτική επιτροπή στις 27111986, που επέτρεψε στην κυβέρνηση να θεωρήσει «ότι η ελληνική Βουλή με συντριπτική πλειοψηφία κυρώνει το σχέδιο νόμου, που είναι υπό την κρίση της»89.

8. Ο Νομός 1681 της 2 4 Φεβρουαρίου 1987 για την «Κύρωση Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης και σχετικών δηλώσεων που περιλαμβάνονται στην Τελική Πράξη», περιέχει στο πρώτο άρθρο, την ακόλουθη κυρωτική ρήτρα: «κυρώνονται και έχουν την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος η Ενιαία Ευρωπαϊκή πράξη, κ.λπ.»90. Η κυρωτική αυτή ρήτρα παραπέμπει στην παρ. 1 του άρθρου 28 Σ. που έχει γενικό χαρακτήρα και ρυθμίζει σε συνδυασμό με το άρθρο 36 Σ. την αρμόδια αρχή και τις διαδικασίες συνομολόγησης των διεθνών συνθηκών από το ελληνικό κράτος καθώς και την ισχύ των κανόνων του διεθνούς δικαίου, εθιμικού" και συμβατικού, στην εσωτερική (ελληνική) έννομη τάξη92. Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων αυτών του Σ., ορισμένες κατηγορίες συνθηκών για να έχουν ισχύ και να εφαρμόζονται στην εσωτερική έννομη τάξη απαιτείται η κύρωση τους με νόμο - βλ. εδώ υποσημ. 76 - που θεσπίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής (αρθρ. 72 Σ.)· «από την επικύρωση τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου»93.

Έτσι και σύμφωνα με την κρατούσα άποψη στη θεωρία, το άρθρο 28 παρ. 1 Σ. θεσπίζει την υπεροχή των διεθνών συνθηκών έναντι του κοινού νόμου και ρυθμίζει την προτεραιότητα εφαρμογής τους σε περίπτωση σύγκρουσης με προγενέστερο ή μεταγενέστερο νόμο, ενώ παράλληλα δεν θεσπίζει υπεροχή των συνθηκών έναντι των διατάξεων του Συντάγματος94.

9. Κατά τη συζήτηση του κυρωτικού νομοσχεδίου της Ε.Ε.Π. στην Ολομέλεια της Βουλής αμφισβητήθηκε η κυρωτική ρήτρα που παραπέμπει στο άρθρο 28 1, ως του κατάλληλου μέσου για την κύρωση της Πράξης, και η απαιτούμενη κατά συνέπεια πλειοψηφία για την ψήφιση του σχετικού κυρωτικού νόμου (πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών). Υποστηρίχθηκε ότι η Ενιαία Πράξη αποτελεί νέα συνθήκη95 και πως οι διατάξεις της που τροποποιούν τη συνθ. Ε.Ο.Κ. συνιστούν αναγνώριση νέων αρμοδιοτήτων των ελληνικών κρατικών όργανον σε όργανα διεθνών οργανισμών96, επιφέροντας αντίστοιχα περιορισμούς στην εθνική κυριαρχία· γεγονός που παραπέμπει στην εφαρμογή της ειδικής και εξαιρετικής διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 28 και της απαιτούμενης συνεπώς πλειοψηφίας97 των 3 5 (180 βουλευτές) για την ψήφιση του κυρωτικού νόμου, ως του μοναδικού συνταγματικού ερείσματος για τη σύναψη συνθηκών τέτοιου χαρακτήρα98.

Στην απάντηση του ο αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών απέκρουσε τους ισχυρισμούς αυτούς και διαπίστωσε, χωρίς πρόσθετες επεξηγήσεις, ότι «αυτή η σύμβαση είναι συνέχιση της άλλης συμβάσεως και ψηφίζεται κανονικά από τη Βουλή με όαση τις διαδικασίες που πάντα ακολουθούνται σε τέτοιες περιπτώσεις»99.

Είναι σαφές πως η διεξοδική και συστηματική εξέταση του παραπάνω ζητήματος εκφεύγει από τα όρια και το ακριβές αντικείμενο της παρούσας εργασίας100. Αρκούμαστε μόνο να υπενθυμίσουμε ότι ως προς το σημείο αυτό υπάρχει, έμμεσα, ταύτιση της ελληνικής κυβέρνησης και της πλειοψηφίας της Βουλής με την απόφαση του Supreme Court της Ιρλανδίας που έκρινε τις διατάξεις της Ε.Ε.Π., πλην του τίτλου III, ως συνταγματικά ανεκτές εφόσον δεν αναθέτουν νέες αρμοδιότητες στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και επομένως δεν συνιστούν νέους περιορισμούς της εθνικής κυριαρχίας101.

10. Όσον αφορά στις διατάξεις του τίτλου III «για την ευρωπαϊκή συνεργασία στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής», τη λεγόμενη Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία (Ε.Π.Σ.), η σχετική συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής περιστράφηκε κυρίως γύρω από την πολιτική σημαντικότητα και συμβολή του εγχειρήματος στην κατεύθυνση της υλοποίησης «του στόχου της οικονομικής και πολιτικής ένωσης της Ευρώπης»102. Οι θεσμικές επιδράσεις της Πολιτικής Συνεργασίας στο επίπεδο τόσο του συνολικού κοινοτικού οικοδομήματος όσο και στη λειτουργία του ελληνικού κράτους, ελάχιστα απασχόλησαν τους ομιλητές, και συμπυκνώνονται ουσιαστικά στις διαπιστώσεις της εισηγητικής έκθεσης του νομοσχεδίου όπου αναφέρεται ότι «οι ρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν στην Ενιαία Πράξη θεσμοθετούν στην ουσία τις διαδικασίες που ισχύουν μέχρι σήμερα. Δεν υιοθετήθηκε καμία νέα ρύθμιση που κινδυνεύει να περιορίσει τις δυνατότητες άσκησης ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Αντίθετα, θεσμοθετήθηκε η ομοφωνία στη διαμόρφωση κοινών θέσεων η οποία μέχρι σήμερα ίσχυε μόνον άτυπα»103. Την αντίθεση τους, και στο σημείο αυτό, εξέφρασαν οι βουλευτές του Κ.Κ.Ε. διαπιστώνοντας ότι η καταγραφή της ισχύουσας πρακτικής της Ε.Π.Σ. σε κείμενο διεθνούς συνθήκης υπερβαίνει τα όρια της απλής κωδικοποίησης και συνιστά σημαντική πρόοδο ενώ παράλληλα οι ίδιες οι διατάξεις του τίτλου III της Ε.Ε.Π. περιλαμβάνουν καινοτομίες που «ενισχύουν τις διαδικασίες» και «βελτιώνουν τη σαφήνεια των κανόνων της πολιτικής συνεργασίας»104. Έτσι η έως σήμερα «εθελοντική συμμόρφωση στις οποιεσδήποτε προτάσεις και αποφάσεις της πολιτικής συνεργασίας» θα γίνει πλέον «υποχρεωτική»105.

Παράλληλα, στη σχετικά μικρή ελληνική βιβλιογραφία που ασχολείται με τη θεσμοποιημένη πλέον Ε.Π.Σ., έχει εκφραστεί η άποψη ότι οι διατάξεις της Ε.Ε.Π. περί πολιτικής συνεργασίας ανήκουν στις κατηγορίες των κανόνων - «πέρα από τους τυπικούς κανόνες δικαίου» που περιλαμβάνονται στις άλλες διατάξεις της Ε.Ε.Π. - οι οποίοι δεν «έχουν ανάλογη δεσμευτική ή κυρωτική ένταση»106. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για κανόνες οι οποίοι παράγουν περιορισμένα ή καθόλου έννομα αποτελέσματα και κατά συνέπεια το μέρος αυτό της διεθνούς σύμβασης της Ε.Ε.Π. μπορεί να μην ανήκει στις κατηγορίες εκείνες των συνθηκών που για να εφαρμοστούν στην εσωτερική έννομη τάξη χρειάζονται νομοθετική κύρωση107.

4.2. Οι θεσμικές επιπτώσεις της Ε.Π.Σ. όπως προκύπτουν από την πολιτική ανάγνωση των διατάξεων της διεθνούς σύμβασης της Ε.Ε.Π.

1. Αποτελεί, πλέον, κοινοτυπία η γενική αναφορά στο ότι η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχει ως κατεύθυνση την οικονομική και πολιτική ενοποίηση των κρατών της Δ. Ευρώπης υπό τη μορφή μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως επίσης ότι η ΕΠΣ αποτελεί μια πρώτη, και ίσως την πιο σημαντική, προσπάθεια υλοποίησης αυτής της προοπτικής στον πολιτικό τομέα· προσπάθεια όμως η οποία αντλεί τους λόγους και τη δυνατότητα ύπαρξης της από την ισχυροποίηση και ανάπτυξη του, κατά τις συνθήκες, κοινοτικού οικοδομήματος και των ουσιαστικών και τυπικών δεσμών που δημιουργούνται ανάμεσα στα κοινοτικά κράτη μέλη108.

2. Η ανάπτυξη των εξωτερικών οικονομικών σχέσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ως συνέπεια και προέκταση των εσωτερικών κοινοτικών πολιτικών109, κατέστησαν την Κοινότητα πρώτη παγκόσμια εμπορική δύναμη και γενικότερα σημαντικό νέο παράγοντα των διεθνών σχέσεων110. Η αυξανόμενη αυτή διεθνής παρουσία111 της Κοινότητας, επειδή ακριβώς περιορίζεται σε θέματα οικονομικών σχέσεων, δε της επιτρέπει να παίζει συνολικό πολιτικό ρόλο112, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται ως «οικονομικός γίγας και πολιτικός νάνος»113. Στην προσπάθεια κάλυψης αυτού του κενού, το οποίο αντικειμενικά προκύπτει από την υλοποίηση των στόχων των συνθηκών114, τοποθετείται η επιλογή της δημιουργίας του μηχανισμού της πολιτικής συνεργασίας. Με μια άλλη διατύπωση, η Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία αποτελεί παράγοντα υλοποίησης της πολιτικής «finalite»115 της διαδικασίας της δυτικοευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μέσα από την προσπάθεια συμπλήρωσης και ισχυροποίησης των αποτελεσμάτων της ανάπτυξης του κοινοτικού δεσμού και των προεκτάσεων του στο διεθνές περιβάλλον δηλαδή την συμπλήρωση και ισχυροποίηση - βλ. πολιτικοποίηση1150 - των εξωτερικών σχέσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων116.

3. Παράλληλα, όπως συνάγεται από το σύνολο σχεδόν της σχετικής βιβλιογραφίας, τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν τις αιτίες γένεσης της ΕΠΣ αποτελούν, ταυτόχρονα, και τις προϋποθέσεις της ανάπτυξη της. Η Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία δηλαδή είναι συνάρτηση α) της ανάπτυξης των εσωτερικών κοινών πολιτικών"7, οι οποίες θα αποτελέσουν τη βάση διεύρυνσης και αποτελεσματικότητας της κοινοτικής αρμοδιότητας στο πεδίο των εξωτερικών σχέσεων118 και, 6) ο κατ' αυτόν τον τρόπο ανοδικός ρόλος της Κοινότητας την καθιστά ταυτόχρονα αντικείμενο αυξανόμενων εξωτερικών πιέσεων119 για μια συνολικότερη οικονομική και πολιτική παρουσία120. Οι πιέσεις αυτές προέρχονται είτε από μεμονωμένα διεθνή γεγονότα121 είτε από τις αναμονές τρίτων χωρών προς την Κοινότητα, ως σημαντικού παράγοντα της διεθνούς κοινωνίας.

4. Η άμεση και ουσιαστική αυτή εξάρτηση της Ε.Π.Σ. από το ευρύτερο κοινοτικό περιβάλλον εκφράζεται, σε σημαντικό βαθμό, και στη θεσμική οργανωτική διάρθρωση του μηχανισμού της. Με άλλα λόγια η ΕΠΣ «χρωστά τη δομική και λειτουργική της υπόσταση στο θεσμικό πολιτικό σύστημα της Κοινότητας»122. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι η Ε.Π.Σ. τόσο ουσιαστικά πολιτικά όσο και θεσμικά οργανωτικά κινείται στη «σκιά» των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχει δηλαδή ως φόντο την κοινοτική διαπραγμάτευση από την οποία αντλεί το λόγο ύπαρξης της αλλά και στην οποία επιδρά εντασσόμενη στην πραγματοποίηση της κοινής προοπτικής, της δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5. Ο στόχος της συνεργασίας των κρατών μελών στο πλαίσιο της Ε.Π.Σ. είναι «να προσπαθούν να διατυπώνουν και να εφαρμόζουν από κοινού μια ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική». Ο στόχος αυτός όπως εκφράζεται με τον όρο «ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική»123 και σε σχέση με τη διατύπωση των προηγουμένων κειμένων που δημιούργησαν και ανάπτυξαν την ΕΠΣ, είναι πολιτικά πιο προωθημένος, παραμένει όπως εννοιολογικά ασαφής. Ο όρος εμπεριέχει συγκεκριμένη και επιλεγμένη πολιτική διάσταση που μεταφέρεται από την «ευρωπαϊκή»124 αναφορά, επιβεβαιώνοντας την απόσταση από τη συγκρατημένη, διστακτική και πολιτικά «ουδέτερη» διατύπωση για «εναρμόνιση των απόψεων, συντονισμό των θέσεων και κοινές ενέργειες όταν αυτό είναι δυνατό και θεμιτό»124 " ενώ ταυτόχρονα δεν αποκλείει, αν δεν υπαινίσσεται, την εξέλιξη προς την τελική και οριστική δέσμευση που είναι η «κοινή εξωτερική πολιτική»125.

Η εννοιολογική αυτή ασάφεια είναι αντίστοιχη με εκείνη του όρου «Ευρωπαϊκή Ένωση». Η «Ευρωπαϊκή Ένωση» και η «ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική» εκφράζουν, σε διαφορετικό επίπεδο, μια διαρκή διαδικασία, της οποίας η ιστορική κατάληξη παραμένει, ως προς τη μορφή και τον πολιτικό τύπο, απροσδιόριστη και έμμεσα μόνο συνάγεται μέσα από τα χαρακτηριστικά των θεσμών (ΕΟΚΕΠΣ) που σταδιακά την υλοποιούν. Κατά συνέπεια και καθόσον αφορά την ΕΠΣ, η πραγματική διάσταση του στόχου της προσδιορίζεται μέσα από τα όργανα και τις διαδικασίες πραγμάτωσης του, τα πολιτικά και θεσμικά αποτελέσματα της λειτουργίας του και όχι από τη συγκεκριμένη κάθε φορά διατύπωση του· διατύπωση η οποία αν και ενσωματώνει στοιχεία της συντελούμενης προόδου126 δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές κριτήριο αξιολόγησης της προοπτικής και ιστορικής κατάληξης του θεσμού. Έτσι ο βαθμός υλοποίησης των σκοπών και στόχων της συνθήκης της Ρώμης επέτρεψε την εξέλιξη της απόφασης των κρατών-μελών «να θέσουν τις δόσεις μιας διαρκώς στενότερης ενώσεως των ευρωπαϊκών λαών» (ολ. προΐμιο της συνθ. ΕΟΚ, πρώτο εδάφιο) σε μια πιο συγκεκριμένη πολιτική δέσμευση «να μετασχηματίσουν το σύνολο των μεταξύ των Κρατών τους σχέσεων σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση». Αντίστοιχα η λειτουργία της ΕΠΣ οδήγησε ώστε η «καλύτερη κατανόηση» ή «εναρμόνιση των απόψεων, ο «συντονισμός των θέσεων» να επαναδιατυπωθεί ως η δέσμευση των κρατών μελών «να προσπαθούν να διατυπώνουν από κοινού μια ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική».

6. Για την υλοποίηση των στόχων αυτών η ΕΠΣ αρθρώθηκε στη βάση της διακυβερνητικής μεθόδου συνεργασίας. Έτσι τα χαρακτηριστικά οργάνωσης και λειτουργίας της πολιτικής συνεργασίας είναι: α) Η εκτός συνθήκης ΕΟΚ λειτουργία, στη βάση πολιτικής συμφωνίας των κυβερνήσεων των κρατών-μελών που καταγράφηκε στη συνέχεια στο κείμενο της διεθνούς σύμβασης της Ε.Ε.Π., 6) με βάση τους γενικούς στόχους η συνεργασία κλιμακώνεται σε: ανταλλαγή πληροφοριών, διαβουλεύσεις, εναρμόνιση συντονισμός θέσεων, κοινές θέσεις, κοινές ενέργειες ή δράσεις127 με απώτερο στόχο «τον καθορισμό κοινών αρχών και στόχων1270» , γ) ο μηχανισμός της ΕΠΣ απαρτίζεται, σε όλα τα επίπεδα, από εκπροσώπους των κρατών μελών, δ) η συναίνεση αποτελεί την αρχή της λήψης των αποφάσεων η αποχή δεν εμποδίζει τη διαμόρφωση γενικής συναίνεσης και, ε) οι αποφάσεις που λαμβάνονται δεν έχουν νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα. Η ΕΠΣ δεν παράγει κανόνες δικαίου αλλά πολιτικές συμφωνίες. Η δέσμευση των κυβερνήσεων των κρατών μελών είναι κυρίως πολιτικού χαρακτήρα128. Η διακυβερνητική μέθοδος συγκρότησης και λειτουργίας της ΕΠΣ αμφισβητήθηκε έντονα και θεωρήθηκε πως αναβίωνε τη στρατηγική του De Gaulle, για την ενίσχυση και επέκταση του ρόλου του κράτους έθνους στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικοδόμησης, σε βάρος της κοινοτικής μεθόδου, των θεσμών και διαδικασιών της, όπως θεσπίστηκαν από τις συνθήκες του Παρισιού και της Ρώμης129. Με άλλα λόγια επανήλθαν στην ημερήσια διάταξη η αποτυχία και η ένταση των συζητήσεων των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 1960 σχετικά με τη δημιουργία της «Πολιτικής Ένωσης» της Ευρώπης των «σχεδίων Fouchet»130.

7. Τόσο η ασάφεια των δηλούμενων στόχων όσο και η μέθοδος συγκρότησης και λειτουργίας της ΕΠΣ επιβάλλουν, πριν από κάθε προσπάθεια ερμηνείας των σχετικών διατάξεων της ΕΕΠ, την ανάδειξη της λειτουργικής σημασίας που έχει η εξωτερική πολιτική για το κράτος ώστε να καταστεί διαγνώσιμη, με περισσότερη ακρίβεια, η ρυθμιστική εμβέλεια των κανόνων που οι διατάξεις αυτές θεσπίζουν.

8. «Το κεντρικό γνώρισμα της εξωτερικής πολιτικής - όπως και κάθε πολιτικής εξάλλου - είναι η πραγμάτωση της βούλησης των οργάνων του κράτους που παράγουν πολιτική απόφαση, ανεξάρτητα αν αυτή παρουσιάζεται με πράξη ή παράλειψη, με λόγο ή ενέργεια και που, βέβαια κατευθύνεται στο διεθνές περιβάλλον»131.

Η βασική αυτή πολιτική λειτουργία του κράτους, δηλαδή η ικανότητα του να αυτοκαθορίζεται πρωτογενώς προς τα έξω, με τη διαμόρφωση και υλοποίηση της βούλησης των οργάνων του, αποτελεί στη γενικότητα της μερική μόνον απόδοση της πραγματικότητας. Η επιστήμη των διεθνών σχέσεων συγκροτεί εκείνο το θεωρητικό και εμπειρικό υλικό που σχετικοποιεί την παραπάνω πρόταση. Ο κλάδος αυτός της πολιτικής επιστήμης στην προσπάθεια αναζήτησης των αιτιών οι οποίες γεννούν την εξωτερική πολιτική ή των παραγόντων που επηρεάζουν τη χάραξη132 και τα αποτελέσματα της, επιτρέπει τη διατύπωση της ακόλουθης γενικής πρότασης: Οι διάφοροι παράγοντες ή μεταβλητές - εσωτερικοί και εξωτερικοί προς το κράτος, αντικειμενικοί περιβάλλοντος και υποκειμενικοί ψυχολογικοί133 - οι οποίοι και συναρτούν τα σύγχρονα χαρακτηριστικά της διεθνούς κοινωνίας, επηρεάζουν, αν δεν συγκαθορίζουν, τη διεθνή συμπεριφορά του κράτους. Παράλληλα όμως είναι γενικά αποδεκτό πως το κράτος παραμένει βασικό υποκείμενο134 της διεθνούς κοινωνίας, και των εκεί συντελούμενων διεθνών σχέσεων. Η γενική αυτή παραδοχή προσδίδει στην αρχική πρόταση διαφοροποιημένο περιεχόμενο και ενδιαφέρον.

9. Το κράτος ως βασικό υποκείμενο των διεθνών σχέσεων όσο και αν αποτελεί αντικείμενο πολλαπλών επιδράσεων, οι οποίες και περιορίζουν ή σχετικοποιούν την ικανότητα πρωτογενούς αυτοκαθορισμού του προς τα έξω, παραμένει πάντα ο κατεξοχήν ολοκληρωμένος θεσμικός χώρος της ιστορικά διαμορφωμένης διεθνούς κοινωνίας. Με άλλα λόγια οι διάφοροι δρώντες παράγοντες επηρεάζουν ακόμα και συγκαθορίζουν την εθνική κρατική βούληση, σε όλα τα στάδια διαμόρφωσης της, επαναπροσδιορίζοντας το ιστορικό νοηματικό περιεχόμενο του κύριου συντελεστή της εξωτερικής πολιτικής που είναι το εθνικό συμφέρον135.

Η κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμένη κρατική βούληση, πέρα από το νοηματικό της περιεχόμενο και τους παράγοντες που την επηρεάζουν, επειδή είναι κρατική έχει και μια θεσμική διάσταση η οποία δεν υποκαθίσταται παρά με την άρση της κρατικότητας, δηλαδή την υποκατάσταση του θεσμικού χώρου παραγωγής της από κάποιον άλλο. Όσο αυτή η εξέλιξη δεν έχει επιτελεσθεί, η εξωτερική πολιτική, και κυρίως αυτή, θα παραμένει σύμφυτη με την κρατικότητα.

10. Ο παραπάνω συλλογισμός θα μπορούσε με μια άλλη διατύπωση να έχει ως εξής: η εξωτερική πολιτική είναι άρρηκτα δεμένη με την κρατικότητα· κι αν κρατικότητα σημαίνει κυριαρχία136 και εκφράζεται με την εξέλιξη της ικανότητας του κράτους να αυτοπροσδιορίζεται πρωτογενώς προς τα μέσα και έξω, τότε η εξωτερική πολιτική εκφράζει το μέτρο της προς τα έξω κυριαρχικής του ιδιότητας137. Κατά συνέπεια, και με την υπόθεση ότι θεσπίζεται κοινή εξωτερική πολιτική - δηλαδή η νομική υποχρέωση των κρατών μελών να καταλήγουν σε αποφάσεις και να δεσμεύονται από αυτές - η εκχώρηση υπέρ εξωκρατικών οργάνων της αρμοδιότητας της εξωτερικής πολιτικής νοείται ως η αναίρεση της κυριαρχικής ιδιότητας του κράτους να αυτοπροσδιορίζεται πρωτογενώς προς τα έξω, δηλαδή η άρση, ή πάντως η σχετικοποίηση, της κρατικότητας. Εντελώς επιγραμματικά θα μπορούσε να διατυπωθεί ότι η κοινή εξωτερική πολιτική αντιστοιχεί αφενός στο τελευταίο στάδιο αναίρεσης του κράτους έθνους και, αφετέρου, στο ανώτερο στάδιο ολοκλήρωσης της υπερεθνικής εξουσίας138.

11. Κλείνοντας τη σύντομη και γενικού περιεχομένου αυτή ανάπτυξη νομίζουμε πως καθίσταται περισσότερο εμφανές ότι η διακυβερνητική μέθοδος συγκρότησης και λειτουργίας της ΕΠΣ γίνεται κοινά αποδεκτή από τα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από τις διαφορετικές τους αντιλήψεις για την εξέλιξη της ΕΠΣ και ευρύτερα του συνολικού κοινοτικού οικοδομήματος139, στο μέτρο που επιβάλλεται από την οριακή λειτουργία της αρμοδιότητας της. εξωτερικής πολιτικής για το κράτος.

Όμως αν η ΕΠΣ, όπως ήδη σημειώθηκε, αντλεί το λόγο ύπαρξης της από την ανάπτυξη και ισχυροποίηση του κοινοτικού δεσμού, αντικατοπτρίζοντας έτσι το βαθμό ανάπτυξης της δυτικοευρωπαϊκής ολοκλήρωσης140, τότε και η διερεύνηση της μετακοινοτικής προοπτικής, δηλαδή της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης υπό τη μορφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτεί τη συνολική και συνδυασμένη θεώρηση των χαρακτηριστικών και της δράσης της ΕΟΚ και της ΕΠΣ. Με μια άλλη έκφραση, αν η «κοινή εξωτερική πολιτική» ως αρμοδιότητα της Ένωσης, αποτελεί το μακροπρόθεσμο στόχο, τότε η αναζήτηση των στοιχείων που καθιστούν εφικτή αυτή την προοπτική δεν μπορεί να περιορίζεται στην ανάλυση του μηχανισμού που φαινομενικά είναι ο φορέας της. Μια τέτοια προσέγγιση θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι εφόσον ο στόχος αυτός δεν δηλώνεται ρητά, αλλά ούτε και συνάγεται αμέσως από τη μέθοδο συγκρότησης της ΕΠΣ - διακυβερνητική συνεργασία - δεν υφίσταται ή αποτελεί «ρητορικούς εξορκισμούς των οπαδών της ευρωπαϊκής ιδεολογίας»141. Έτσι παραφράζοντας, σχετικά τον D. Allen, μπορεί να ειπωθεί πως η ΕΠΣ πρέπει να διερευνάται «γι' αυτό που είναι παρά γι αυτό που θα έπρεπε να είναι»142.

12. Τα μέχρι στιγμής δεδομένα νομίζουμε πως μας επιτρέπουν να επιχειρήσουμε μια ερμηνευτική προσέγγιση ορισμένων, των πιο σημαντικών κατά την άποψη μας, διατάξεων του τίτλου III της ΕΕΠ ώστε να αναδειχθεί η πραγματική λειτουργία τους.

Η Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία ασφαλώς δεν στοχεύει στην υποκατάσταση του κρατικού θεσμικού χώρου παραγωγής και άσκησης της εξωτερικής πολιτικής αλλά, σε πρώτη φάση όμως, στη μεταβολή τον τρόπου και του πλαισίου εκδήλωσης της κρατικής εξουσίας στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Η προσέγγιση του άμεσου αυτού στόχου πραγματώνεται μέσα από την ανάληψη, από τα κοινοτικά κράτη μέλη διαδικαστικών δεσμεύσεων οι οποίες, φαινομενικά τουλάχιστον δεν θίγουν την κρατικότητα. Τα κράτη αναλαμβάνοντας και τυπικά, δηλαδή με κανόνες διεθνούς συμβατικού δικαίου, την υποχρέωση «να ενημερώνονται αμοιβαία και να διαβουλεύονται... πριν καθορίσουν την οριστική τους θέση», «σε κάθε θέμα εξωτερικής πολιτικής που παρουσιάζει γενικό ενδιαφέρον»143, αυτοδεσμεύθηκαν και έθεσαν υπό προϋποθέσεις τη διατύπωση εξωτερίκευση των θέσεων τους, έστω και αν αυτές έχουν ήδη διαμορφωθεί στο εσωτερικό του εθνικού κρατικού μηχανισμού. Η εκδήλωση, κατά συνέπεια, προς το διεθνές περιβάλλον που κείται εκτός των ορίων που συνθέτουν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες των δώδεκα, της βούλησης των αρμόδιων οργάνων του κράτους υπόκειται σε «διαδικαστικά προαπαιτούμενα». Η αυτοδέσμευση βέβαια αυτή δεν συνεπάγεται για το κράτος, τυπικά τουλάχιστον, υποχρέωση κατάληξης σε κοινές αποφάσεις ούτε και αναιρεί την τελική αυτοτελή έκφραση της βούλησης του κράτους, ως αποτέλεσμα διαφωνίας ή και μη κατάληξης των διαβουλεύσεων η εκδήλωση της κρατικής βούλησης στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής μετατίθεται χρονικά. Ο «κενός» αυτός χρόνος, δίχως να υποκαθιστά την κρατική εξουσία από κάποια άλλη, λειτουργεί προς όφελος της ενεργοποίησης του σταθερού θεσμικού πλαισίου της ΕΠΣ και των ουσιαστικών πολιτικών χαρακτηριστικών του - απελευθέρωση των συσχετισμών, δραστηριοποίηση του κοινοτικού στοιχείου και κυρίως της Επιτροπής για τη διαφύλαξη της συνοχής μεταξύ των εξωτερικών πολιτικών της Κοινότητας και των πολιτικών που αποφασίζονται στην ΕΠΣ. Ο «κενός» χρόνος εμπεριέχει και μια ποιοτική, πέραν της χρονικής, διάσταση· δημιουργεί αντίστοιχα ένα «κενό εξουσίας». Το «κενό εξουσίας» νοείται ως η νομική δέσμευση των οργάνων του κράτους να ασκούν τις αρμοδιότητες τους, πριν, και πάνω απ' όλα στο συγκεκριμένο, και πέραν του εθνικού κρατικού, θεσμικό πλαίσιο της ΕΠΣ. Η πλήρωση του «κενού» δηλαδή η εκδήλωση της βούλησης του κράτους, προς το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον, είναι συνάρτηση της κατάληξης των διαβουλεύσεων και του αποτελέσματος τους στο «κοινοτικό», κατ' αρχήν πεδίο (κοινές θέσεις και ενδεχόμενες κοινές ενέργειες ή επαναφορά στις αυτοτελείς εθνικές κρατικές θέσεις και δράσεις).

Με μια άλλη διατύπωση, οι διαδικαστικές υποχρεώσεις που έγιναν περιεχόμενο νομικού κείμενου, λειτουργούν κατά τρόπον ώστε τα εθνικά κρατικά όργανα, υπεύθυνα για την εξωτερική πολιτική, να συλλαμβάνουν και να ασκούν τις αρμοδιότητες τους με νέους κοινοτικούς πλέον όρους. Μεταξύ διεθνούς κοινωνίας και του εθνικού κράτους μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων παρεμβάλλεται, στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και με τάσεις αποκλειστικότητας, ο δυναμικά εξελισσόμενος κοινοτικός θεσμικός χώρος. Η παρεμβολή αυτή του κοινοτικού θεσμικού χώρου συντελείται με διαδικαστικούς όρους, που αποτελούν τα ακραία νομικά και θεσμικά όρια πέρα από τα οποία οποιαδήποτε διασταλτική τους διαμόρφωση θα προσέκρουε, χωρίς νομιμοποίηση, στις κρατικές αρμοδιότητες για εξωτερική πολιτική.

13. Οι δεσμεύσεις όμως που καταγράφηκαν στην ΕΕΠ και οι συνεπαγόμενες επιδράσεις τους, όπως και η ίδια η πολιτική συνεργασία συνολικά, εκκινεί από μία αξιωματική πολιτική επιλογή των κυβερνήσεων των κρατών μελών η οποία βρίσκει ερείσματα τόσο στην ανάπτυξη του κοινοτικού δεσμού όσο και στις μεταβολές που συντελούνται στο επίπεδο της διεθνούς κοινωνίας. Η πολιτική αυτή επιλογή εκφράζεται από την κοινή τους αντίληψη πως η αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση των εθνικών τους συμφερόντων, στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής διέρχεται από την αναζήτηση της «κοινοτικής αλληλεγγύης» και της ικανότητας τους να εμφανίζονται ως «συμπαγής δύναμη στις διεθνείς σχέσεις και τους διεθνείς οργανισμούς». Συγκλίνουν δηλαδή στην άποψη ότι τα σύγχρονα χαρακτηριστικά της διεθνούς κοινωνίας καθιστούν την εκτός κοινοτικού πλαισίου επιδίωξη των εθνικών κρατικών συμφερόντων ανεπαρκή για την επίτευξη τους. Κατά συνέπεια το νέο και δυναμικά αναπτυσσόμενο συστατικό στοιχείο του νοηματικού περιεχομένου του εθνικού συμφέροντος προσδιορίζεται από την κοινοτική υπόσταση των κρατών μελών και τον «ευρωπαϊκό προσανατολισμό» της πολιτικής τους, «τα κοινά τους συμφέροντα» όπως πραγματώνονται στο πλαίσιο της ΕΠΣ και στον ευρύτερο κοινοτικό θεσμικό χώρο.

14. Βέβαια η μέχρι στιγμής ανάπτυξη στηρίζεται στο δεδομένο ότι η υποχρέωση διαβούλευσης ανάγεται σε νομική - με κανόνες διεθνούς συμβατικού δικαίου υποχρέωση144, με άμεσο αποτέλεσμα ο σεβασμός και η τήρηση της να εκφεύγει πλέον και τυπικά από την διακριτική εξουσία των κρατών μελών. Όπως σημειώνει, όμως, ο Κ. Στεφάνου. σε πρόσφατη εργασία του, «οι διατάξεις του τίτλου III θεμελιώνουν ατελείς νομικές υποχρεώσεις και η εφαρμογή τους δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Η πανηγυρική ωστόσο διακήρυξη τους σε μια διεθνή συνθήκη αυξάνει την πολιτική εμβέλεια των ρυθμίσεων και το κόστος για τα κράτη που δεν συμμορφώνονται»145. Η σχετική αδυναμία υπαγωγής σε δικαστικό έλεγχο του υπέχοντος ευθύνη για παραβίαση διεθνούς συμβατικής υποχρέωσης κράτους και η επιβολή κατά συνέπεια δικαστικών κυρώσεων σε καμία περίπτωση δεν επιδρά στην νομική φύση του κανόνα που οι διατάξεις αυτές θεσπίζουν. Ο δικαστικός έλεγχος και η συνεπακόλουθη κύρωση είναι προϋποθέσεις της αποτελεσματικότητας του δικαίου όχι όμως και της ισχύος του146. «Πράγματι [διαπιστώνει ο Γ. Τενεκίδης το γεγονός της αθετήσεως πλείστων συνθηκών... δεν σημαίνει ότι αϊ διεθνείς αύται δικαιοπραξίαι στερούνται υποχρεωτικής ισχύος. Η παραβίασης του κανόνος... είναι άσχετος προς την νομικήν αυτού υπόστασιν»147 Εξάλλου υπέρ

κάθε διεθνούς συνθήκης λειτουργεί το «μαχητό τεκμήριο της υποχρεωτικότητας»148 του οποίου η ανατροπή υπόκειται σε μια επισταμένη ερμηνευτική διαδικασία απόδειξης της πρόθεσης των συμβαλομένων για μη υποχρεωτικότητα, που θα στηρίζεται σε δεδομένα τα οποία προκύπτουν από το κείμενο της συνθήκης αλλά και γενικότερα από το εικαζόμενο πνεύμα της149. Κατά συνέπεια, και όσον αφορά τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 2α και β του τίτλου III της ΕΕΠ, υπέρ του τεκμηρίου υποχρεωτικότητας λειτουργούν:

α) Το γράμμα της διάταξης («αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ενημερώνονται αμοιβαία και να διαβουλεύονται,..»)· πρόκειται για τη διάταξη με τη σαφέστερη διατύπωση.

β) Το γεγονός ότι η πρόταση αναγωγής της διαδικασίας διαβούλευσης σε νομική υποχρέωση διατυπώθηκε ήδη από την έκθεση Tindemans του 1975 και επιβεβαιώθηκε στην έκθεση της ad hoc θεσμικής επιτροπής, γνωστής ως Επιτροπής Dooge150, της οποίας οι προτάσεις απετέλεσαν τη βάση συζήτησης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Μιλάνου (Ιούνιος 1985) όπου και αποφασίστηκε η σύγκλιση της διακυβερνητικής Διάσκεψης του Λουξεμβούργου.

γ) Το δεδομένο ότι δεν υπήρξε καμία δήλωση ούτε διατυπώθηκε κάποια επιφύλαξη από τα συμβαλλόμενα μέρη είτε κατά τη διακυβερνητική Διάσκεψη είτε με την κατάθεση των επικυρωτικών εγγράφων151, που να δηλώνει την πρόθεση για μη υποχρεωτικότητα των συγκεκριμένων διατάξεων αλλά και της σύμβασης γενικότερα. Αντίθετα η Ελλάδα είχε κατ' επανάληψη εκφράσει τις επιφυλάξεις της και μάλιστα σε κείμενα ελάσσονος τυπικής σημασίας152.

Η κύρωση τέτοιων «ατελών» κανόνων έγκειται στη διαπίστωση της παραβίασης της διεθνούς νομιμότητας και της αρχής pacta sund servanda153. H διαπίστωση αυτή υποβαθμίζει το κύρος του παραβιάζοντος ως παράγοντα της διεθνούς εννόμου τάξης και η υποβάθμιση αυτή είναι μία μορφή ανυπολόγιστης σημασίας κύρωσης που έτσι αναιρεί την ιδιότητα του κανόνα ως «ατελούς».

15. Σύμφωνα με το ελληνικό Σύνταγμα (Σ.) 1975 86 η εξωτερική πολιτική ανήκει στις κατ' εξοχήν αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας, όπου η παρέμβαση συμμετοχή του Κοινοβουλίου είναι εντελώς υποβαθμισμένη154 επιβεβαιώνοντας έτσι τη γενικότερη τάση ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας και κρίσης του κοινοβουλευτισμού155. Πιο συγκεκριμένα τα ελληνικά κρατικά όργανα αρμόδια για τη χάραξη και άσκηση της εξωτερικής πολιτικής είναι ο αρχηγός του Κράτους, Π.Δ. (αρθρ. 36 Σ) και η Κυβέρνηση (αρθρ. 82 Σ)156, και ασκούν τις εξουσίες τους αυτές «όπως ορίζει το Σύνταγμα» (αρθρ. 1 παρ. 3 Σ.).

16. Η Ελλάδα, όπως και τα υπόλοιπα συμβαλλόμενα στην ΕΕΠ κοινοτικά κράτη μέλη, ανέλαβε τη δέσμευση να ασκεί την εξωτερική της πολιτική κατά παρέκκλιση των ορισμών του Σ. και σύμφωνα με την απαίτηση επιταγή των διατάξεων 2α και β του άρθρου 30 της ΕΕΠ, που θεσπίζουν μια υποχρεωτική διαδικασία διαβούλευσης πριν καθορίσει την οριστική της θέση σε θέματα εξωτερικής πολιτικής που παρουσιάζουν γενικό ενδιαφέρον για τους κοινοτικούς εταίρους. Η υποχρεωτική αυτή διαδικασία αν και δεν προβλέπεται από το Σ., εντούτοις, το ίδιο το Σ. διαθέτει τον κατάλληλο εξοπλισμό για την υποδοχή της. Πράγματι το άρθρο 28 παρ. 3 Σ., όπως διαπιστώνει ο Γ. Δρόσος, έχει κατά κάποιο τρόπο «αρνητικό περιεχόμενο», αίρει δηλαδή συνταγματικά εμπόδια «έτσι ώστε να καθίσταται εφικτό να ασκούνται ορισμένες εξουσίες όχι "όπως ορίζει το Σύνταγμα" αλλά με διαφορετικό τρόπο», κατά παρέκκλιση δηλαδή και από διαδικαστικούς αλλά και από ουσιαστικούς κανόνες του Συντάγματος157.

Συγκεκριμένα το άρθρο 28 παρ. 3 Σ ορίζει: «Η Ελλάδα προβαίνει ελεύθερα, με νόμο που ψηφίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των δουλευτών, σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της εφ' όσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον, δεν θίγει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας και με τον όρο της αμοιβαιότητας».

17. Κατά τους ορισμούς λοιπόν του αρθρ. 28 παρ. 3 Σ. παρέχεται στην Ελλάδα η ευχέρεια να υποβάλλεται «ελεύθερα» σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας εφόσον αυτό υπαγορεύεται από «σπουδαίο εθνικό συμφέρον»158. Το κριτήριο δηλαδή της υπαγωγής της σε περιορισμούς στην άσκηση της κυριαρχίας της είναι μια «αόριστη έννοια που προϋποθέτει πολιτική επιλογή», η οποία πραγματοποιείται από την κυβέρνηση και τη Βουλή χωρίς να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο·159 αν εξέλιπε το σπουδαίο εθνικό συμφέρον η Ελλάδα μπορεί να πάψει, στο εξής, να υποβάλλεται στους περιορισμούς αυτούς. Πρόκειται για περιορισμούς οι οποίοι δεν μπορούν να είναι «ολοκληρωτικοί» ή αμετάκλητοι160.

Οι αυτοπεριορισμοί στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας επέρχονται όπως ορίζει το αρθρ. 28, παρ. 3 Σ. με νόμο - πράξη εσωτερικού δικαίου - που ψηφίζεται από την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (151) χωρίς όμως να αποκλείεται να επέλθουν με διεθνή σύμβαση-πράξη διεθνούς δικαίου161. Πάντως σε κάθε περίπτωση η ενεργοποίηση της ευχέρειας του αρθρ. 28 παρ. 3 Σ. συναρτάται με την ανάπτυξη των διεθνών σχέσεων της Ελλάδας, όπως προκύπτει από την εξάρτηση της εφαρμογής του από τον όρο της αμοιβαιότητας, δηλαδή από τους περιορισμούς στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας στους οποίους υποβάλλονται αμοιβαία τα άλλα κράτη162.

Τέλος και σύμφωνα με τους ορισμούς του αρθρ. 28 παρ. 3 Σ., αυτοπεριορισμός της κυριαρχίας στον οποίο προβαίνει η Ελλάδα τελεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις και φθάνει μέχρις ενός ορίου· δεν πρέπει να θίγει «τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος» και πρέπει να «γίνεται με βάση της αρχές της ισότητας και υπό τον όρο της αμοιβαιότητας». Πρόκειται με άλλα λόγια για τη θέσπιση ορισμένων συνταγματικών επιφυλάξεων που λειτουργούν ως «αντιπεριορισμοί»163 και θέτουν τα όρια των επιτρεπόμενων περιορισμών στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας.

Οι δύο πρώτοι «αντιπεριορισμοί» έχουν αρνητικό περιεχόμενο· δίχως να ταυτίζονται με συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις αναφέρονται στις θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος και προσδιορίζουν χωρίς αμφιβολία «την πολιτική φιλοσοφία» των διεθνών οργανισμών υπέρ των οποίων μπορεί η Ελλάδα να προβεί σε περιορισμούς της εθνικής κυριαρχίας164. Λειτουργούν δηλαδή «ως κριτήρια ελέγχου της έννομης τάξης και της θεσμικής συγκρότησης των άλλων κρατών ή διεθνών οργανισμών υπέρ των οποίων γίνονται δεκτοί οι περιορισμοί στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας»165.

Οι άλλες δύο προϋποθέσεις έχουν σαφώς θετικό περιεχόμενο και εξαρτούν την υπαγωγή της Ελλάδας σε περιορισμούς της κυριαρχίας από την αρχή της ισότητας166 και «υπό τον όρο της αμοιβαιότητας»167. Όπως όμως διαπιστώνει οι Φ. Βεγλερής σε ορισμένες συμβάσεις και ιδιαίτερα τις πολυμερείς, η αμοιβαιότητα υποκαθίσταται από την αρχή της αλληλεγγύης και της ισότητας168. Στην ΕΕΠ εξάλλου οι αρχές της αλληλεγγύης και της συνοχής, όπως διατυπώνονται στο προοίμιο της Πράξης (βλ. εδώ σημ. 2.1.2), διέπουν αντίστοιχα, τις σχέσεις των κοινοτικών κρατών στο πλαίσιο της λειτουργίας του συστήματος της πολιτικής συνεργασίας169 καθώς και τη λειτουργία του συνολικού κοινοτικού οικοδομήματος (ΕΟΚ και ΕΠΣ), ώστε «η Ευρώπη... να υπερασπίζεται αποτελεσματικότερα τα κοινά της συμφέροντα και την ανεξαρτησία της».

18. Παραμένει βέβαια χωρίς απάντηση το πρόβλημα πότε και σε ποιες περιπτώσεις επέρχονται οι κατά το άρθρο 28 παρ. 3 Σ. περιορισμοί στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας, ώστε να καθίσταται δυνατόν να διαπιστωθεί αν οι διατάξεις της ΕΕΠ που εξετάζουμε συνιστούν τέτοιους περιορισμούς, και απαιτείται, κατά συνεπεία, για την κύρωση τους, η υπαγωγή της ΕΕΠ στις ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις της παρ. 3 του αρθρ. 28 Σ.

Η λεγόμενη «Ε' Αναθεωρητική Βουλή» του 1975 θέσπισε και ενσωμάτωσε στο κείμενο του Συντάγματος τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 28 με απώτερο και ουσιαστικό στόχο η Ελλάδα να αποκτήσει τον κατάλληλο συνταγματικό εξοπλισμό ώστε να καταστεί δυνατή η επικείμενη προσχώρηση της χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, θεσπίστηκε δηλαδή η ευχέρεια να μπορεί η Ελλάδα, κατά την ανάπτυξη των διεθνών της σχέσεων, και υπό την τήρηση των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων που θέτουν οι διατάξεις αυτές του Σ., να αναγνωρίζει, αφενός, αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα σε όργανα διεθνών οργανισμών (παρ. 2) και να προβαίνει, αφετέρου, σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της (παρ. 3). Είναι λοιπόν προφανές, και έχει διατυπωθεί στη θεωρία, πως οι διατάξεις αυτές θέτουν δύο ουσιαστικά προβλήματα: α) το πρόβλημα του προσδιορισμού του κανονιστικού περιεχομένου και του πεδίου εφαρμογής της κάθε διάταξης και, κατά συνέπεια, β) την εννοιολογική οριοθέτηση της μεταξύ τους, εσωτερικής, σχέσης. Οι συζητήσεις κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας των διατάξεων αυτών στην «Ε' Αναθεωρητική Βουλή» δεν μπόρεσαν να αποσαφηνίσουν τα προβλήματα αυτά170. Όμως καμία απάντηση δεν δόθηκε, ή δεν επιχειρήθηκε να δοθεί, ούτε κατά τη συζήτηση του Ν 945 79 για την κύρωση της Πράξης προσχώρησης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, δηλαδή στην πρώτη ουσιαστική ευκαιρία ad hoc αντιμετώπισης των προβλημάτων αυτών171 η συζήτηση περιορίστηκε κυρίως στο πρόβλημα της απαιτούμενης πλειοψηφίας για την έγκριση του σχετικού κυρωτικού νόμου (βλ. εδώ υποσ. 97).

Κατά την κρατούσα άποψη στη θεωρία και σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Δ. Ευρυγένη172, μεταξύ των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 28 Σ. υπάρχει ένα «complex conceptuel» που δημιουργεί ένα ενιαίο ρυθμιστικό σύνολο, «complex normatif». Δεν είναι, δηλαδή, νοητή η δυνατότητα ανάθεσης αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από το Σύνταγμα (παρ. 2) χωρίς περιορισμό αντίστοιχα στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας (παρ. 3). Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, η παρ. 2 του αρθρ. 28 Σ. να λειτουργήσει αποσυνδεμένη από την παρ. 3 του ίδιου του άρθρου173. Αντίθετα, είναι γενικά δεκτό174, πως οι περιορισμοί στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας μπορούν να μην συνοδεύονται από ανάθεση αρμοδιότητος σε διεθνείς οργανισμούς υπό τον όρο ότι η εφαρμογή τους συνδέεται με αμοιβαίους περιορισμούς στους οποίους υποβάλλονται και τα άλλα κράτη.

Οι γενικές όμως αυτές απόψεις δεν οδηγούν, ωστόσο, σε ακριβέστερο προσδιορισμό της έννοιας των «περιορισμών ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας». Ή με άλλες λέξεις, δεν διευκρινίζεται σε ποιες περιπτώσεις επιβάλλεται η προσφυγή στην ειδική και εξαιρετική διάταξη του αρθρ. 28 παρ. 3 και όχι σε άλλες διατάξεις175 (αρθρ. 28 παρ. 1 Σ) με δεδομένο ότι κάθε διεθνής σύμβαση περιέχει κάποιο ειδικό περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας, δηλαδή, την υποχρέωση του συμβαλλόμενου κράτους να ασκεί τις αρμοδιότητες του κατά τρόπον ώστε να μην παραβιάζει τη σύμβαση176. Στη θεωρία εκφράστηκαν διάφορες απόψεις για την ασάφεια των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 28 Σ. και διατυπώθηκαν συγκεκριμένες παρατηρήσεις, ακόμα και νομοτεχνικού χαρακτήρα177. Έτσι για παράδειγμα ο Μ. Κυπραίος συνδέει την εφαρμογή της παρ. 3 αποκλειστικά με «τη συμμετοχή της χώρας στην Οργάνωση του NATO, ή άλλη ανάλογη Οργάνωση»™, ενώ ο Ε. Ρούκουνας θεωρεί πως το αρθρ. 28 παρ. 3 Σ. «αναφέρεται σε ουσιαστικούς περιορισμούς της εθνικής κυριαρχίας... και όχι σε οποιεσδήποτε συμβατικές δεσμεύσεις»179 χωρίς να παρέχει περισσότερες διευκρινίσεις.

Ο Γ. Δρόσος, στην πιο ενδελεχή διερεύνηση, τουλάχιστον απ' όσο γνωρίζουμε, του κανονιστικού περιεχομένου και του ρυθμιστικού πεδίο των παρ. 2 και 3 του άρθρου 28 Σ., αφού διαπιστώσει την εσωτερική τους συνάφεια - συνάφεια νοηματική και συνάφεια λειτουργίας και αποτελεσμάτων - θεωρεί, κατά συνέπεια, πως οι δύο αυτές παράγραφοι δεν μπορούν, τελικά, να αποσπασθούν η μία από την άλλη και θεσπίζουν μιαν ενιαία ρύθμιση180. Συγκεκριμένα και όσον αφορά στην παρ. 3 του αρθρ. 28 Σ. θεωρεί πως η εθνική κυριαρχία περιορίζεται «κατά κανόνα», «μόνον αν, και στο βαθμό που, όργανα ενός ξένου κράτους ή ενός διεθνούς οργανισμού εκδίδουν πράξεις που μπορούν απ' ευθείας και χωρίς τη διαμεσολάβηση των αρμόδιων κρατικών οργάνων να παράγουν έννομα αποτελέσματα στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους, του οποίου η κυριαρχία περιορίζεται». Σε αντίθετη περίπτωση ο περιορισμός της κυριαρχίας «καταντά λογική και εννοιολογική 'αντίφαση», «δεν έχει καμιά υπόσταση, δεν μπορεί καν να διαπιστωθεί ότι υπάρχει επειδή δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα»181. Παντός οι περιορισμοί της κυριαρχίας «δεν μπορούν να νοηθούν σαν ρυθμίσεις που δημιουργούν, κατά κάποιον τρόπο, ένα "κενό" στην άσκηση της εξουσίας. Το γεγονός ότι σε κάποιους τομείς περιορίζεται η εθνική κυριαρχία δεν σημαίνει ότι στους τομείς αυτούς παύει να ασκείται οποιαδήποτε εξουσία. Σημαίνει αντίθετα, ότι η εξουσία που ασκείται στους τομείς αυτούς..., διέπεται από άλλους κανόνες και όχι από τους κανόνες που πηγάζουν από την αρχή της εθνικής κυριαρχίας»182.

Βέβαια οι διατάξεις αυτές παρά το γεγονός ότι συνιστούν ένα ενιαίο ρυθμιστικό σύνολο ενσωματώνουν ένα στοιχείο χωρισμού που είναι η απαιτούμενη πλειοψηφία (180 για την παρ. 2 και 151 για την παρ. 3) και η οποία καθιστά πιθανή τη διαφοροποιημένη εφαρμογή τους και ειδικότερα της παρ. 3 του αρθρ. 28Ρ γεγονός που καθιστά τη συνταγματική ρύθμιση «ως προς αυτό τουλάχιστον το σημείο, ατυχή, αντιφατική και πρόχειρη»183.

Τέλος, ο Γ. Δρόσος, χωρίς να σταθεί ιδιαίτερα στο σημείο αυτό, θεωρεί πως η παρ. 2 του άρθρου 28 Σ. μπορεί να λειτουργήσει αποσυνδεμένη από την παρ. 3 του ίδιου άρθρου εφόσον οι περιορισμοί στους οποίους υπάγεται η Ελλάδα «συνδέονται με αμοιβαίους περιορισμούς άλλων κρατών και όχι με την άσκηση αρμοδιοτήτων εκ μέρους διεθνών οργανισμών»184.

19. Οι προηγούμενες σκέψεις που συναντώνται στη θεωρία δεν οδηγούν στην πλήρη αποσαφήνιση - αν δεν περιπλέκεται ακόμη παραπάνω - του κανονιστικού περιεχομένου και του πεδίου εφαρμογής του αρθρ. 28 παρ. 3 Σ. Ασφαλώς η παρούσα εργασία δεν φιλοδοξεί να διατυπώσει κάποια «νέα» ερμηνεία του αρθρ. 28 παρ. 3 Σ., αλλά περισσότερο να ανιχνεύσει την ενδεχόμενη εφαρμογή του στην συγκεκριμένη περίπτωση της κύρωσης της ΕΕΠ, και ιδιαίτερα των διατάξεων του τίτλου III, αρθρ. 30 ΕΕΠ, μέσα από την ανάδειξη της πραγματικής λειτουργίας των διατάξεων αυτών και των κανόνων που θεσπίζουν.

20. Με τις διατάξεις της διεθνούς σύμβασης της ΕΕΠ, αρθρ. 30, θεσπίζεται, με πράξη διεθνούς δικαίου, ένας νέος τρόπος άσκησης της αρμοδιότητας της εξωτερικής πολιτικής, ως αποτέλεσμα κοινής επιλογής ή σύμπτωσης των βουλήσεων των κοινοτικών κρατών. Για να αποτελέσουν όμως αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και να εφαρμόζονται στην εσωτερική έννομη τάξη πρέπει να κυρωθούν με νόμο, δηλαδή με πράξη εσωτερικού δικαίου. Με την κύρωση όμως με νόμο, παρεισφρύουν νέα διαδικαστικά δεδομένα, με κανόνες διεθνούς συμβατικού δικαίου, που δεσμεύουν τα αρμόδια για την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής κρατικά όργανα και τους φορείς τους να ασκούν, στο εξής, τις αρμοδιότητες τους υπό την επιφύλαξη της τήρησης της νέας αυτής διαδικασίας. Πρόκειται, όπως ήδη σημειώθηκε, για τη δημιουργία κατά κάποιο τρόπο ενός «κενού εξουσίας», που νοείται ως η νομική δέσμευση - υποχρέωση - του κράτους και των αρμοδίων οργάνων του να απέχουν από κάθε πράξη που κατευθύνεται στο διεθνές περιβάλλον, δηλαδή πέραν του εθνικού και του ευρύτερου κοινοτικού που συνθέτουν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες των δώδεκα, πριν και καθόσον διενεργούνται οι διαβουλεύσεις μεταξύ των κοινοτικών κρατών στο θεσμικό πλαίσιο της πολιτικής συνεργασίας. Εντελώς σχηματικά θα μπορούσαμε να πούμε πως η ευθεία επικοινωνία μεταξύ του ελληνικού κράτους - όπως και κάθε άλλου συμβαλλόμενου στην ΕΕΠ κράτους - και της διεθνούς κοινωνίας και των παραγόντων της184α, σε θέματα διεθνούς πολιτικής, υποκαθίσταται από την τεθλασμένη: ελληνικό κράτος ΕΠΣ διεθνής κοινωνία. Βέβαια η αποχή από πράξη δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση έκφραση έλλειψης ή «κενού εξουσίας» αλλά, αντίθετα, μπορεί, και συνήθως είναι μία από τις εκφάνσεις της πραγμάτωσης της βούλησης των οργάνων του κράτους στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Στην περίπτωση όμως που εξετάζουμε η παραβολή του λογικού αυτού επιχειρήματος δεν ευσταθεί διότι με την ΕΕΠ η αποχή από πράξη που απευθύνεται στο διεθνές περιβάλλον και σε θέματα εξωτερικής πολιτικής «γενικού ενδιαφέροντος» δεν συνιστά ενδεχόμενη πολιτική επιλογή του κράτους αλλά αποτελεί υποχρέωση της οποίας η τήρηση, ως περιεχόμενο νομικού κανόνα, εκφεύγει από τη διακριτική ευχέρεια των οργάνων του κράτους. Αυτοδεσμεύτηκαν δηλαδή τα κοινοτικά κράτη μέλη, και η Ελλάδα, να μην ασκούν πλήρως τα κυριαρχικά τους δικαιώματα πριν την κατάληξη των μεταξύ τους διαβουλεύσεων στο πλαίσιο της ΕΠΣ.

Με άλλα λόγια και σε πραγματικούς πολιτικούς όρους περιστέλλεται η δυνατότητα του κράτους για «ανάληψη διεθνών πρωτοβουλιών χωρίς προηγούμενη αλληλοδιαβούλευση»185 περιορίζοντας αντίστοιχα την κυριαρχική ικανότητα του κράτους και των οργάνων του να ασκούν τις αρμοδιότητες τους εξωτερικής πολιτικής χωρίς την παρεμβολή των οποιωνδήποτε τυπικών προϋποθέσεων.

21. Οι περιορισμοί αυτοί στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας επέρχονται με διαδικαστικούς όρους. Η σκέψη εξάλλου, ότι άλλο διαδικασία και άλλο ουσιαστικός περιορισμός δεν ευσταθεί. Η απόλυτη αντιδιαστολή διαδικασίας και ουσίας δεν είναι εφικτή από την ώρα που για μια ουσιαστική αρμοδιότητα θεσπίζεται μια υποχρεωτική διαδικασία άσκησης της, γεννώντας για την ουσία της αρμοδιότητας, αλλά και για την ίδια την αρμοδιότητα, σημεία τριβής της με τα διαδικαστικά δεδομένα. Έτσι οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η ΕΕΠ σημαίνουν το αναμφισβήτητο ενδεχόμενο της αλλοίωσης της συγκεκριμένης εξωτερικής πολιτικής εφόσον αυτή θα παράγεται υπό την επιρροή της τήρησης των διαδικαστικών της προϋποθέσεων. Άλλωστε η διαδικασία δεν αποτελεί ποτέ αυτοσκοπό. Τα πολιτικά σκεπτικά ή οι ratio κάθε διαδικαστικής ρύθμισης είναι η προσδοκία εκείνου που θεσπίζει τη διαδικασία να γεννήσει τις προϋποθέσεις ποιοτικής επιρροής στην ουσία, αλλιώς δεν θα θεσπίζονταν διαδικασίες. Στη αδυσώπητη, νομίζουμε, αυτή λογική υπάγεται και η ερμηνεία των σχετικών διατάξεων της ΕΕΠ.

22. Η αιτία της θέσπισης της δυνατότητας της Ελλάδας να υποβάλλεται σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής της κυριαρχίας, στο μέτρο και κατά την έκταση που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 3Σ., είναι η εξυπηρέτηση «σπουδαίου εθνικού συμφέροντος» κατά την ανάπτυξη των διεθνών σχέσεων της χώρας. Και βέβαια εθνικό συμφέρον είναι «εκείνο το οποίο η ιθύνουσα σε κάθε κράτος πολιτική και κοινωνική δύναμη επιλέγει να χαρακτηρίσει, μέσω των αρμοδίων κρατικών οργάνων σαν εθνικό συμφέρον»186.

Στην περίπτωση της ΕΠΣ, όπως ήδη αναφέρθηκε (βλ. εδώ 4.2.13), τα κοινοτικά κράτη μέλη και η Ελλάδα θεωρούν πως η επιδίωξη και πραγμάτωση των όποιων ειδικών εθνικών στόχων εξωτερικής πολιτικής διέρχεται ή και εξασφαλίζεται από την υλοποίηση μιας ευρύτερης και κοινής σε όλους σκοπιμότητας, την οποία με σαφήνεια εξέφρασε ο θ. Πάγκαλος λέγοντας ότι: «είναι σαφές ότι στον 21ο αιώνα οι θεσμικές οντότητες που θα εκφράζουν πολιτικά και οικονομικά πληθυσμούς μικρότερους από μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια, θα είναι στο περιθώριο των εξελίξεων»187. Κατά συνέπεια ο στόχος της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης της κοινοτικής Ευρώπης ως έκφραση του κοινού συμφέροντος των κρατών διέρχεται από την αναζήτηση τόσο της οικονομικής όσο και της πολιτικής αλληλεγγύης ώστε η κοινή τους στάση σε ζητήματα διεθνούς πολιτικής και η εμφάνιση τους ως συμπαγούς δύναμης στις διεθνείς σχέσεις όχι μόνο «πολλαπλασιάζει την επιρροή των κρατών μελών στη διεθνή σκηνή» αλλά αποτελεί την αιτία και το αντιστάθμισμα του κόστους «που τυχόν προκύπτει από τον περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας και ειδικότερα του δικαιώματος άσκησης αυτόνομης εξωτερικής πολιτικής»188.

23. Καταλήγοντας λοιπόν θεωρούμε πως το κανονιστικό περιεχόμενο και το ρυθμιστικό πεδίο καθώς και τα αποτελέσματα της εφαρμογής των διατάξεων του τίτλου III της ΕΕΠ που θεσπίζουν την υποχρέωση διενεργείας διαβουλεύσεων σε θέματα εξωτερικής πολιτικής γενικού ενδιαφέροντος πριν το οριστικό καθορισμό των εθνικών κρατικών θέσεων επιβεβαιώνουν την άποψη ότι οι περιορισμοί της εθνικής κυριαρχίας του αρθρ. 28 παρ. 3 Σ είναι νοητοί «άνευ παρεμβάσεως ξένων»189. Και τούτο γιατί η εφαρμογή των παραπόνου διατάξεων έχει το συγκεκριμένο και ορατό αποτέλεσμα της μεταβολής του τρόπου άσκησης της αρμοδιότητας της εξωτερικής πολιτικής από τα αρμόδια όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, και τον αντίστοιχο κατά συνέπεια περιορισμό στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας, υπό την έννοια ότι εκλείπει πλέον η ικανότητα του κράτους να αναλαμβάνει κατά το δοκούν - χρονικά και ποιοτικά - οποιαδήποτε διεθνή πρωτοβουλία χωρίς την προηγούμενη διενέργεια διαβουλεύσεων με τους υπόλοιπους κοινοτικούς εταίρους. Μεταβάλλεται με άλλα λόγια ο τρόπος άσκησης της αρμοδιότητας και όχι τα όργανα (εθνικά κρατικά) που αρμόδια, και σύμφωνα με τους ορισμούς του Σ., την ασκούν. Μεταβολή εξάλλου του οργάνου, στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, σημαίνει την ανάθεση της αρμοδιότητας αυτής σε κάποια ολοκληρωμένη υπερκρατική οντότητα, η οποία, αφενός, πρέπει να υφίσταται - μη υπάρχοντος του φορέα δεν μπορεί να προϋπάρξει αρμοδιότητα, διότι νοηματικά η αρμοδιότητα προϋποθέτει, αφενός, το περιεχόμενο και αφετέρου, την άσκηση της - και, αφετέρου, να παρέχεται από το Σ. η δυνατότητα υπαγωγής της Ελλάδας σε τμήμα της οντότητας αυτής, π.χ. της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας. Δυνατότητα που ασφαλώς δεν παρέχεται από το αρθρ. 28 παρ. 3 Σ.190, αλλά ούτε και από κάποια άλλη διάταξη του Σ. 1975 86. Οι περιορισμοί στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας που επιτρέπει η ειδική διάταξη του αρθρ. 28 παρ. 3Σ. δεν σημαίνουν την απαλλοτρίωσή της και «έχουν ένα απαραβίαστο όριο: τη συντακτική ή αναθεωρητική εξουσία του κυρίαρχου κράτους»191.

24. Τέλος και ως επιβεβαίωση της δυνατότητας περιορισμών «άνευ παρεμβάσεως ξένων» αποτελεί το γεγονός ότι η πολιτική συνεργασία δεν διαθέτει ούτε δομική λειτουργική ούτε πολιτική αυτοτέλεια (βλ. εδώ § 4.2.4) με αποτέλεσμα η ΕΠΣ αφενός, να μην συνιστά κάποιο θεσμικό πρότυπο192 που θα αντιστρατευόταν την κοινοτική μέθοδο ολοκλήρωσης και, αφετέρου, η θεσμοθέτηση της δεν στοχεύει στη δημιουργία κάποιου νέου, παράλληλου προς τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, διεθνούς οργανισμού· η θεσμοθετημένη, πλέον, ΕΠΣ στοχεύει περισσότερο στην προσέγγιση ρύθμιση προς όφελος της ολοκλήρωσης μιας ιδιόμορφης ύλης που είναι η αρμοδιότητα της εξωτερικής πολιτικής και η κυριαρχία του κράτους στη σύλληψη και άσκηση της, κάτι που επιτυγχάνεται - σε πρώτη φάση - με τη θέσπιση της υποχρέωσης διενέργειας διαβουλεύσεων πριν την οριστικοποίηση των εθνικών κρατικών θέσεων εξωτερικής πολιτικής.

4.3. Η νομική καταγραφή της διαδικασίας ως προϋπόθεση ανάπτυξης της πολιτικής

1. Τα κοινοτικά κράτη μέλη δημιούργησαν με την ΕΠΣ «τη δομή που ευνοεί και διευκολύνει την προσέγγιση των απόψεων»193 χωρίς κατ' ανάγκη να οδηγεί στη διαμόρφωση κοινών απόψεων και θέσεων σε θέματα διεθνούς πολιτικής, ούτε και στην πραγματοποίηση κοινών δράσεων. Όταν όμως διαμορφώνονται κοινές απόψεις και θέσεις, ανεξάρτητα από το αν συνιστούν έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή ή έναν ευρύτερο βαθμό σύγκλισης, τίθεται αυτόματα το ερώτημα της δεσμευτικότητας των αποφάσεων της ΕΠΣ για τα κράτη μέλη.

Στο παραπάνω ερώτημα έρχεται να απαντήσει η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παρ. 2γ του αρθρ. 30 της ΕΕΠ όπου αναφέρεται ότι: «ο καθορισμός κοινών θέσεων συνιστά σημείο αναφοράς για τις πολιτικές των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών» (υπογρ. δική μας). Η σαφής και ιδιαίτερα προσεκτική αυτή διατύπωση υποδηλώνει την πολιτικού διπλωματικού χαρακτήρα δεσμευτικότητα που η διάταξη εμπεριέχει. Εξάλλου η αναζήτηση υψηλότερου βαθμού δεσμευτικότητας, όπως π.χ. η δυνατότητα παραπομπής κράτους στο ΔΕΚ για απόκλιση από τις κοινές θέσεις194, θα παραγνώριζε τη φύση και το χαρακτήρα των αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής, για τη λειτουργία του κράτους. Οι αποφάσεις που αφορούν στη χάραξη και άσκηση της εξωτερικής πολιτικής και γενικότερα των εξωτερικών σχέσεων του κράτους ανήκουν στην κατηγορία των λεγόμενων «κυβερνητικών πράξεων» ή «πράξεων κυβερνήσεως», συνιστούν δηλαδή πολιτικές πράξεις «που αναφέρονται αποκλειστικά στο κρατικό συμφέρον και την πολιτειακή σκοπιμότητα», ως έκφραση της κυρίαρχης και αδέσμευτης πολιτικής εξουσίας που είναι «προϊόν ορισμένης δικαιϊκής οργανώσεως της εξουσίας»· πράξεις οι οποίες βεβαίως δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο195.

2. Η παραπάνω διάταξη της ΕΕΠ αν εμπεριέχει κάποια δεσμευτικότητα για τα κοινοτικά κράτη, αυτή περικλείεται στην πολιτική δυναμική που απελευθερώνει η καταγραφή της στο κείμενο της διεθνούς σύμβασης της ΕΕΠ. Η διάταξη αυτή αποτελεί ουσιαστικά τη βάση νομιμοποίησης των αντιδράσεων, και την προέκταση τους στις σχέσεις στον κοινοτικό χώρο, των κοινοτικών εταίρων απέναντι στο κράτος μέλος που δεν λαμβάνει υπόψη του τις ήδη διαμορφωμένες κοινές θέσεις· με άλλα λόγια υπαινίσσεται το (πολιτικό) κόστος για τον παραβάτη των συμφωνημένων. Η υλοποίηση αυτής της προοπτικής διευκολύνεται και από το γεγονός ότι με τη θέσπιση της ΕΕΠ και τους δεσμούς που δημιουργεί, ουσιαστικούς και τυπικούς, μεταξύ των μηχανισμών της ΕΟΚ και της ΕΠΣ συντελείται σταδιακά η συνολικοποίηση της κοινοτικής διαπραγμάτευσης, όπως εκφράζεται, τόσο στο επίπεδο των λειτουργιών - συμβολή από κοινού στην ουσιαστική πρόοδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης196 και συνολική θεώρηση των οικονομικών και πολιτικών πτυχών της κοινοτικής δραστηριότητας - όσο και σε εκείνο της αυξανόμενης διαπλοκής των δομών των δύο μηχανισμών197.

3. Πολιτικό κόστος για τα κράτη μέλη δεν προκύπτει μόνο από την παραβίαση - αθέτηση - των συμφωνημένων, αλλά ακόμη και ως συνέπεια της παρεμπόδισης λήψης κοινών αποφάσεων. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινείται και η προσπάθεια στάθμισης ή περιορισμού του κανόνα της ομοφωνίας στη λήψη των αποφάσεων στη σύνοδο των υπουργών εξωτερικών που συνέρχονται στο πλαίσιο της ΕΠΣ.

Ήδη στο κείμενο της Πανηγυρικής Διακήρυξης της Στουτγάρδης διατυπώθηκε η βούληση των κυβερνήσεων των κρατών μελών να «καταβάλλουν συνεχώς προσπάθειες να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα της πολιτικής συνεργασίας, επιζητώντας ειδικότερα να διευκολύνουν τη διαδικασία με την οποία λαμβάνονται οι αποφάσεις ώστε να καταλήγουν συντομότερα σε κοινές θέσεις»198. Η πολύ γενική αυτή διατύπωση εξειδικεύτηκε στο αρθρ. 30 παρ. 3γ της ΕΕΠ όπου τα κράτη-μέλη κατέγραψαν την απόφαση τους να «αποφεύγουν, στο μέτρο του δυνατού, να θέτουν εμπόδια στη διαμόρφωση γενικής συναίνεσης και στην κοινή δράση που θα μπορούσε ενδεχομένως να προκύψει απ' αυτήν». Με άλλα λόγια, τα κράτη μέλη αποδέχονται και δεσμεύονται να εφαρμόσουν, «στο μέτρο του δυνατού», την αρχή σύμφωνα με την οποία οι μειοψηφούσες τάσεις οφείλουν να προσφεύγουν στην αποχή και να μην θέτουν εμπόδια στη διαμόρφωση κοινών θέσεων και δράσεων"9. Η αρχή αυτή εγγράφεται στη λογική των προτάσεων της έκθεσης Tindemans για την Ευρωπαϊκή Ένωση του 1975 και την καθιέρωση μιας «πλειοψηφικής πρακτικής» «που δεν πρέπει να συγχέεται με τον κανόνα της πλειοψηφίας, τους αυτοματισμούς και την αυστηρότητα του μηχανισμού της»200 και επιβάλλει «την ευθυγράμμιση (raliement)» της μειοψηφούσας τάσης στην άποψη της πλειοψηφίας στο τέλος των συζητήσεων201..

4. Η αναφορά στην έκθεση Tindemans είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι η Ενιαία Πράξη υλοποιεί ορισμένες προτάσεις της και, κυρίως, επιβεβαιώνει τη μέθοδο της. Ο Tindemans θεωρεί πως η Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι «το αποτέλεσμα μιας διαρκούς διαδικασίας»202 με απροσδιόριστη προς το παρόν κατάληξη. Οι στόχοι της θα επιτευχθούν μέσα από την προσαρμογή, ενίσχυση και βελτίωση των κοινοτικών οργάνων στις νέες ανάγκες. Έτσι στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, προτείνει τη δημιουργία ενός ενιαίου κέντρου απόφασης όπου τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν τη νομική υποχρέωση «να διαβουλεύονται επί όλων των θεμάτων εξωτερικής πολιτικής»203 και δεσμεύονται πολιτικά να «διεξάγουν μια κοινή εξωτερική πολιτική σε ορισμένους τομείς»204, «μέχρις ότου η φυσική εξέλιξη του εγχειρήματος τους οδηγήσει τα κράτη μέλη να αποδεχθούν την τυπικά δεσμευτικότερη μορφή μιας κοινής πολιτικής»205. Με άλλα λόγια η έκθεση επεδίωκε τη θέσπιση των τυπικών όρων - ενιαίο κέντρο απόφασης και υποχρεωτικές διαδικασίες - για την ανάπτυξη των πολιτικών προϋποθέσεων που προοπτικά θα οδηγούσαν σε πιο ολοκληρωμένες λύσεις, δηλ. την κοινή εξωτερική πολιτική206.

5. Η ΕΕΠ ως συνέχεια των προσπαθειών οικοδόμησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακολουθεί συνολικά πιο έμμεση τακτική αξιοποιώντας όμως το δεδομένο των δεκαπέντε και πλέον χρόνων εμπειρίας από τη λειτουργία της άτυπης πολιτικής συνεργασίας και τα πολιτικά και θεσμικά αποτελέσματα της.

Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να πούμε πως η ΕΕΠ θεσπίζει, με κανόνες διεθνούς συμβατικού δικαίου, τους διαδικαστικούς όρους, που αποτελούν εξάλλου τα ακραία νομικά και θεσμικά όρια συνταγματικά ανεκτά, για την ανάπτυξη των πολιτικών προϋποθέσεων, (ώστε σε συνάρτηση με την επίδραση της οικονομικής ολοκλήρωσης, (δηλαδή του παράγοντα άμβλυνσης ή και εξάλειψης - μακροπρόθεσμα - των αντιθέσεων που βρίσκονται στη βάση της διαφορετικής δομής των εθνικών συμφερόντων εξωτερικής πολιτικής), να καθίσταται αν όχι ορατή, τουλάχιστον προσεγγίσιμη, η ιστορική κατάληξη της ενοποιητικής διαδικασίας της δυτικοευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, της οποίας ο υπαρκτός σήμερα «κοινοτικός θεσμικός χώρος» υπαινίσσεται τον ομοσπονδιακό χαρακτήρα.

5. Για to διάλογο που δεν έγινε

1. Η προσπάθεια κατάδειξης του είδους και της ποιότητας των περιορισμών στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής που επέρχονται με την επικύρωση της ΕΕΠ και των σχετικών περί Πολιτικής Συνεργασίας διατάξεων, ασφαλώς δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Η εθνική κυριαρχία και το εθνικό συμφέρον, η εξυπηρέτηση του οποίου βρίσκεται σε αναλογία με την επιβεβαίωση της κυριαρχίας του κράτους207, είναι έννοιες γενικές που το περιεχόμενοι τους επαναπροσδιορίζεται διαρκώς μέσα από τις ιστορικές συνθήκες στο πλαίσιο των οποίων λειτουργούν. Πράγματι με τις καινοτομίες που θεσπίζει το άρθρο 28 παρ. 2 και 3 Σ. 1975 86, ως προς τους τρόπους άσκησης της εθνικής κυριαρχίας κατά την ανάπτυξη των διεθνών σχέσεων της Ελλάδας, αναγνωρίζεται «ότι δεν αποκλείεται κάποτε, η «πλησμονή» της εθνικής κυριαρχίας να βλάπτει εθνικά συμφέροντα και ο περιορισμός της να τα εξυπηρετεί»208, δίχως, βέβαια, οι περιορισμοί αυτοί να επιτρέπουν την τελική και οριστική υπαγωγή της Ελλάδας σε κάποια νέα «υπερκρατική» και ειδικότερα «ευρωπαϊκή κυριαρχία». Στο σημείο αυτό, εξάλλου, εντοπίζεται και η διαφοροποίηση των δύο έννομων τάξεων της Ελλάδας και της Ιρλανδίας· η διαδικασία οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης της δυτικοευρωπαϊκής ολοκλήρωσης υπόκειται ως προς την ελληνική έννομη τάξη, και με την ισχύουσα βέβαια αντίληψη περί εθνικής κυριαρχίας, στα νομικά και θεσμικά όρια που προσδιορίζει το Σύνταγμα· στην Ιρλανδία υπόκειται στις τυπικές προϋποθέσεις ενεργοποίησης της αναθεωρητικής του Συντάγματος διαδικασίας (βλ. εδώ § 3.2.7). Πράγματι, όπως υποστήριξε ο καθηγητής J. Kelly209 μετά την απόφαση του Supreme Court, η ορθότερη, νομικά και λογικά, λύση θα ήταν η αναδιατύπωση του άρθρου 29 παρ. 4 Σ., ώστε να παρέχεται η εξουσιοδότηση στο Κοινοβούλιο (Oireachtas) και την κυβέρνηση να αναλαμβάνουν κάθε ενέργεια που θα οδηγήσει στην πραγμάτωση - υπό τον όρο του σεβασμού των θεμελιωδών αρχών του ιρλανδικού Συντάγματος - του ιδανικού της ενωμένης Ευρώπης. Μια τέτοια όμως λύση, διαπιστώνει ο Kelly, θα διεύρυνε το δημόσιο διάλογο σε θέματα που δεν θίγονται από την ΕΕΠ (π.χ. η παραδοσιακή πολιτική ουδετερότητα της Ιρλανδίας) με άμεση συνέπεια να τεθεί σε κίνδυνο το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και η ίδια η θέση της Ιρλανδίας στην Κοινότητα, εφόσον υπάρχουν ακόμα δυνάμεις που θα επιθυμούσαν μια τέτοια εξέλιξη. Για την Ιρλανδία, με άλλα λόγια, η πραγμάτωση της ενωμένης Ευρώπης, δηλαδή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν γνωρίζει κάποια νομικά όρια, αλλά υπόκειται στη διαπίστωση της ύπαρξης των πολιτικών προϋποθέσεων, βλ. της «ωριμότητας» των Ιρλανδών για την αποδοχή της, και την ενεργοποίηση κατά συνεπεία των τυπικών διαδικασιών υποδοχή? της.

2. Έτσι και στην Ελλάδα το ερώτημα που γεννάται, και η απάντηση του, δεν εξαντλείται στις τυπικές πτυχές αλλά, αντίθετα, εκκινεί από αυτές· η πρόκριση, δηλαδή, της μίας ή της άλλης συνταγματικής διάταξης ως του κατάλληλου μέσου για την κύρωση της ΕΕΠ, είναι, νομίζουμε, πρόδηλη της ποιότητας και της έκτασης του δημόσιου διαλόγου που η πολιτική εξουσία προτίθεται να διεξαγάγει. Πράγματι ή συγκεκριμένη επιλογή περικλείει, αν δεν αποκαλύπτει, την αντίληψη της ελληνικής κυβέρνησης για την άσκηση και νομιμοποίηση των πολιτικών της επιλογών όπως επίσης και τον τρόπο και τα όρια της παρέμβασης της Βουλής στην παροχή της συναίνεσης συγκατάθεσής της στις κυβερνητικές επιλογές.

Όταν ο ίδιος ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών δήλωνε στη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής επιτροπής, στις 27 11 86, ότι «η πολιτική συνεργασία είναι, ή μπορεί να είναι, εξαναγκασμός αλλά όταν όλοι τελικά συμφωνούμε, ο εξαναγκασμός αυτός ισχύει προς όλες τις κατευθύνσεις», δεν τέθηκε το εύλογο ερώτημα του είδους και της έκτασης αυτών των «εξαναγκασμών». Αντίθετα οι δουλευτές, στην πλειοψηφία τους, πλην των δουλευτών του Κ.Κ.Ε., αναφέρθηκαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην ανάγκη που υπάρχει για «περισσότερη Ευρώπη» ή «περισσότερη Κοινότητα»210, προοπτική που κατά τεκμήριο προωθεί η Ενιαία Πράξη. Τι σημαίνει όμως «περισσότερη Κοινότητα» στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής που ρυθμίζουν οι διατάξεις του τίτλου III της ΕΕΠ περί Πολιτικής Συνεργασίας· πώς και σε ποιο βαθμό αυτό επιτυγχάνεται και. τέλος πάντων, ποια η ανάγκη μετάβασης από την άτυπη πολιτική συμφωνία συνεργασίας στην καταγραφή της σε κείμενο διεθνούς σύμβασης και ποια τα αποτελέσματα της: Τα ερωτήματα αυτά και οι απαντήσεις τους προφανώς δεν ενδιαφέρουν ή και δεν «υφίστανται» - σύμφωνα με την άποψη της ιδεολογικοπολιτικής πλειοψηφίας της εθνικής αντιπροσωπείας - και κατά συνέπεια δεν τίθενται.

3. Κλείνοντας το άρθρο αυτό ας μας επιτρέψει ο αναγνώστης μια, ίσως, μεγαλόσχημη τελική παρατήρηση που, για τους γράφοντες τουλάχιστον, δεν αποτελεί έκφραση κάποιας «λυρικής έξαρσης» για την προάσπιση ορισμένων διαχρονικών αξιωμάτων.

Ανεξάρτητα λοιπόν αν ανήκουμε στους τελευταίους, ή τους πολλούς (έχει άραγε ακόμα κάποια αξία η καταμέτρηση;) δύσπιστους, αλλά πάντως όχι a priori «οπαδούς» της «Ευρωπαϊκής Ένωσης» και των μεθόδων πραγμάτωσης της, πιστεύουμε πως η αξιοπιστία και οι εγγυήσεις - αν μπορούν να υπάρξουν - των «οραμάτων» αλλά και των «οραματιστών» μιας «δημοκρατικής Ευρώπης», αν όχι της «Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας», εδράζονται στις διαδικασίες της δημοκρατικά οικοδομούμενης Ευρώπης, δηλαδή στην ουσιαστικά «λειτουργούσα» κι όχι τυπική και «παροπλισμένη» εθνική αστική δημοκρατία και τους θεσμούς της.

Σημειώσεις

1.. Βλ. Δελτίο Ε.Κ. 61985, σελ. 14. Η Διάσκεψη καθόσον αφορά στην τροποποίηση της συνθήκης συγκλήθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 236 συνθ. ΕΟΚ (βλ. σχέδιο αναθεώρησης της λουξεμβουργιανής Προεδρίας της 2ας Ιουλίου 1985 και τη γνώμη του Συμβουλίου, της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου, Δελτίο Ε.Κ. 7 81985, σελ. 7 επ.). Για τα όρια και το πεδίο εφαρμογής του αρθρ. 236 συνθ. ΕΟΚ βλ. ενδεικτικά, Γ.Κ. Παπαστάμκου, Γ.Χ. Τζανετάτου, Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, Α. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή, 1987, σελ. 15 επ.

2. Βλ. Bull, C.E. suppl. 1 76.

3. Βλ. Bull. C.E. 11 1981, σελ. 95 επ.

4. Βλ. Δελτ. Ε.Κ. 6.19.83, σελ. 25 επ.

5. Βλ. έκδοση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Φεβρουάριος 1984.

6. Βλ. Bull. C.E. 6.1984, σελ. 11.

7. Βλ. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Ένας νέος σταθμός στο δρόμο προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, της Γ.Γ. του Ε.Κ., Μάιος 1985, σελ. 16 και 66. Για μια σύντομη παρουσίαση των ενοποιητικών προσπαθειών από τη Στουτγάρδη (1983) έως το Λουξεμβούργο καθώς και τις ελληνικές θέσεις βλ. αντί άλλων Κ. Στεφάνου, Η Ελλάδα και η θεσμική διάσταση της Κοινοτικής μετεξέλιξης, σελ. 405 επ., σε Π. Κοζάκου, Κ. Στεφάνου (επιμέλεια), Η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα - Η πρώτη πενταετία, Α. Σάκκουλα, Αθήνα 1987.

8. Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στη γνώμη της (22 23 Ιουλίου 1985) για τη σύγκληση της διακυβερνητικής Διάσκεψης είχε ήδη εκφραστεί πως τόσο οι τροποποιήσεις των ιδρυτικών συνθηκών όσο και η σύνταξη συνθήκης για την πολιτική συνεργασία και την ασφάλεια πρέπει να συζητηθούν «στα πλαίσια μίας μόνο διάσκεψης» και να εγγραφούν «σε ένα ενιαίο θεσμικό πλαίσιο», βλ. Δελτ. Ε.Κ. 7.8.1985, σελ. 10.

9. Βλ. Δελτίο Ε.Κ. Συμπλήρωμα 2 86.

10. Βλ. F. Lamoureaux, L'Europe sort du blocage institutionnel, Projet, no 200, Paris JuilletAout 1986, σελ. 55 επ.

11. Βλ. Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΝΑ', Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 1987, σελ. 2638.

12. Η Γαλλία λίγο πριν τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Λουξεμβούργου κατέθεσε σχέδιο με τον τίτλο «Πράξη για την Ευρωπαϊκή Ένωση». Ο τίτλος αυτός απορρίφθηκε τόσο από την Δανία και τη Μεγάλη Βρετανία που επιθυμούσαν περιορισμένη χρήση του όρου Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και από τις χώρες του Benelux που θεωρούσαν πως ο τίτλος είναι καταχρηστικός εφόσον η Διάσκεψη δεν κατόρθωσε να θέσει εκείνες τις θεσμικές προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για την εγκαθίδρυση της, βλ. J.De Ruyt, L'Acte Unique Europeen, Etudes Europeennes, Bruxelles 1987, σελ. 98 κ. επ.

13. Βλ. Πρακτικά Βουλής, όπ.π. (υποσ. 11) αγόρευση του δουλευτή Α. Παπαληγούρα, σελ. 2616.

14. Βλ. Agence Europe No 4528, 10 Απριλίου 1987, σελ. 1.

15. Βλ. P. Pescatore, L'Acte Unique Europeen, Europe Documents, No 1397, 27 Μαρτίου 1986, σελ. 7.

16. Βλ. Γ.Κ. Παπαστάμκου, Γ.Χ. Τζανετάτου, όπ.π. (υποσ. 1) σελ. 49-50.

17. Εννέα κυβερνήσεις υπέγραψαν την Ε.Ε.Π. στις 17 Φεβρουαρίου 1986 στο Λουξεμβούργο. Το Κοινοβούλιο της Δανίας (Folketing) μετά από απόφαση του, στις 21 Ιανουαρίου 1986, για επαναδιαπραγμάτευση της Ενιαίας Πράξης και την αποτυχία των ανάλογων προσπαθειών της δανικής Κυβέρνησης, απέριψε - σε επόμενη συνοδό του στις 28 Ιανουαρίου - το «πακέτο» του Λουξεμβούργου, όπως χαρακτηριστικά αποκαλούνταν στην Δανία η Ε.Ε.Π. Συνέπεια της αρνητικής αυτής τοποθέτησης υπήρξε η απόφαση της Κυβέρνησης της Δανίας για τη διενέργεια δημοψηφίσματος στις 27 Φεβρουαρίου με αποτέλεσμα το 56,2% των Δανών ψηφοφόρων να εκφραστεί υπέρ της Ε.Ε.Π. Έτσι οι τρεις Κυβερνήσεις που απέμεναν, η δανική, η ιταλική και η ελληνική, που προτίμησαν να περιμένουν το αποτέλεσμα του δανικού δημοψηφίσματος, υπέγραψαν την Ενιαία Πράξη στις 28 Φεβρουαρίου 1986 στη Χάγη, βλ. J.De Ruyt, όπ.π., (υποσ. 12), σελ. 89 κ. επ.

18. Η ιρλανδική Κυβέρνηση εξέδωσε, πριν τη διενέργεια του δημοψηφίσματος, για την καλύτερη πληροφόρηση των ψηφοφόρων ειδικό φυλλάδιο όπου και παρέχονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία, δηλαδή το κείμενο της Ε.Ε.Π. σχολιασμένο, την απόφαση του Supreme Court και το ιστορικό της προσφυγής, το κείμενο της προτεινόμενης αναθεώρησης, κ.ά. βλ. The Single European Act, A Government information booklet, Dublin : Published by the stationery Office, May 1987.

19. Βλ. Εδώ, § 3, 3.6.

20. Βλ. αναλυτικά J.De Ruyt, όπ.π., (υποσ. 12) σελ. 96.

21. Η απόφαση των κοινοτικών κρατών για μετασχηματισμό των «μεταξύ των κρατών τους σχέσεων σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση» ανάγεται στη σύνοδο κορυφής του Παρισιού στις 21 10 1972, βλ. R.F.A.. Office de presse et d'informantion du Gouvernement federal:La Cooperation Politique Europeenne (C.P.E.) τρίτη έκδοση, Βόννη 1978, σημ. 7, σελ. 39. Ο όρο; «Ευρωπαϊκή Ένωση», όπως καταγράφηκε στα κοινοτικά κείμενα και στην Ενιαία Πράξη, συνιστά γενική, και δεσμευτική πλέον, δήλωση της βούλησης των κυβερνήσεων των κρατών μελών σχετικά με την εξέλιξη του ευρωπαϊκού κοινοτικού οικοδομήματος, χωρίς όμως να αποσαφηνίζεται το ακρίδες εννοιολογικό του περιεχόμενο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο P. de Scoutheete, «ο όρος είναι αρκετά ασαφής και ουδέτερος ώστε να μην προσκρούει ούτε στους οπαδούς μιας ομοσπονδιακής Ευρώπης ούτε στους οπαδούς μιας ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας» βλ. P. de Scoutheete, La Cooperation Politique Europeenne, Collection Europe, ed. Labor, Βρυξέλλες 1986, σελ. 228 (μετάφραση δική μας). Η «Ευρωπαϊκή Ένωση» ως μετουσίωση της αρχικής απόφασης των κρατών μελών να «θέσουν τις βάσεις μιας διαρκώς στενότερης ενώσεως των ευρωπαϊκών λαών» (βλ. 1η φράση του προοιμίου της συνθήκης της Ρώμης) παραμένει απροσδιόριστη ως προς τη μορφή και τον πολιτικό τύπο στον οποίο τείνει. Τα στοιχεία εκείνα που την καθιστούν πολιτικά και θεσμικά σχετικά προγνώσιμη διαπιστώνονται, άλλοτε με ακρίβεια και άλλοτε υπαινικτικά, από την εξέταση ανάλυση των συστατικών του σημερινού κοινοτικού οικοδομήματος και κυρίως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ε.Π.Σ.

22. Βλ. Γ. Παπαστάμκου, Γ.Χ. Τζανετάτου, όπ.π. (υποσ. 1), σελ. 44.

23. Βλ. J. De Ruyt, όπ.π. (υποσ. 12), σελ. 97 και επ.

24. Βλ. όπ.π., σελ. 103, κ.επ. καθώς και H.J. Glaesner, L'Acte Unique Europeen, R.M.C., No 298. Ιούνιος 1986, σελ. 309 κ.επ.

25. Βλ. Πανηγυρική Διακήρυξη της Στουτγάρδης, Δελτίο Ε.Κ. 6 1983, σημ. 2.1.2. Σχετικά με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο βλ. αντί άλλων, Γ. Παπαστάμκου: Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Εισαγωγή στη σύσταση, δομή και λειτουργία του, Ε.Ε. Ευρ. Δ., τεύχος, 2, 1982, σ. 345 κ.επ.· για το θεσμοποιημένο με την Ε.Ε.Π. Ευρωπαϊκό Συμβούλιο βλ. J. De Ryut, όπ.π., (υποσ. 12), σελ. 106, κ.επ. και H.J. Glaesner, όπ.π. (υποσ. 24), σελ. 309.

26. Σχετικά με τις διατάξεις της ΕΕΠ που τροποποιούν και συμπληρώνουν τις ιδρυτικές συνθήκες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων βλ. Κ. Στεφάνου, όπ.π. (υποσ. 7), σελ. 412 κ.επ., Γ. Παπαστάμκου, Γ.Χ. Τζανετάτου, όπ.π. (υποσ. 1), σελ. 21 κ.επ., Γ. Βιτάλη, Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, NOB, τομ. 35, τεύχος 6, Ιούνιος 1987, σελ. 569, επ.· H.J. Glaesner, όπ.π. (υποσ. 24), σελ. 310 κ.επ.· J. De Ruyt, όπ.π. (υποσ. 12), σελ. 111 κ.επ.· F. Lamoureaux, όπ.π. (υποσ. 10), σελ. 62 κ.επ.· P. Pescatore, όπ.π. (υποσ. 15), σελ. 2 και επ. και Finbar Murphy, The Single European Act, the irish jurist. 1985, σελ. 241 κ.επ.

27.. Η ΕΕΠ με την αναγωγή της διαδικασίας διαβούλευσης σε νομική υποχρέωση υλοποίησε την - αντίστοιχη πρόταση που περιείχε η έκθεση Tindemans ήδη από το 1975, βλ. Bulletin C.E. suppl. 1 76 σελ. 15.

28. Σχετικά με τις εξωτερικές οικονομικές σχέσεις των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων βλ. ενδεικτικά θ. Χριστοδουλίδη, Η διεθνής διάσταση της Ε.Ο.Κ., Α. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή 1984 και Π.Κ. Ιωακειμίδη, Οι Εξωτερικές οικονομικές σχέσεις και πολιτική της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, Παπαζήσης, Αθήνα (χ.χ.).

29. Οι αποφάσεις της Ε.Π.Σ. και οι ενδεχόμενες κοινές ενέργειες που προκύπτουν, ως έκφραση της σύμπτωσης των απόψεων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, έστω και στο επίπεδο ενός ελάχιστου κοινού παρονομαστή συνιστούν, ουσιαστικά, πολιτική μόνο δέσμευση. Όπως όμως επισημαίνει ο Ρ. de Scoutheete η πολιτική γραμμή που απορρέει από τις, συγκεκριμένες κάθε φορά, κοινές αποφάσεις λειτουργεί ώστε «οι χώρες μέλη δεν μπορούν πλέον να αποδεσμευθούν εντελώς από τις κοινές τους δηλώσεις, τα κοινά διαδήματα ή και τις κοινές ψήφους, ούτε μπορούν να αποφύγουν τις επιπτώσεις αυτών των πράξεων. Κάθε κοινή τοποθέτηση αποτελεί, κυρίως επαναλαμβανόμενη, ένα ειδικό κεκτημένο που μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία ενδεχόμενης προόδου του οποίου όμως η αναίρεση θα ήταν πολύ πιο δύσκολη... η αξιοπιστία κάθε χώρας στο διεθνές προσκήνιο επιβάλλει, πράγματι, μία κάποια συνοχή στις θέσεις που υιοθετεί» Βλ. P. de Scoutheete, όπ.π. (υποσ. 21) σελ. 161162. βλ. επίσης τις διαπιστώσεις των Γ. Παπαστάμκου και Γ.Χ. Τζανετάτου, όπ.π. (υποσ. 1) σελ. 45, σχετικά με την ύπαρξη ρήτρας «εταιρικής αλληλεγγύης» και «ατελών νομικών υποχρεώσεων».

30. Πρόκειται ουσιαστικά για την καταγραφή μιας πρακτικής της Ε.Π.Σ. που εφαρμόστηκε μετά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της όπου τηρούνταν με απόλυτη επιμέλεια ο διαχωρισμός των συνεδριάσεων των Υπουργών Εξωτερικών ως Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Γενικές Υποθέσεις) και στο πλαίσιο της Ε.Π.Σ.

31. Οι όροι και οι διαδικασίες πραγμάτωσης της σύνδεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με την Ε.Π.Σ. με την ευθύνη της Προεδρίας - ετήσια έκθεση, διασκέψεις (colloque) της Προεδρίας με την πολιτική επιτροπή του Κοινοβουλίου, επερωτήσεις, ψηφίσματα κ.ά. καταγράφονται αναλυτικά στην απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών της 28ης 2 1986, βλ. Δελτίο Ε.Κ. 2 86 σημ. 3.4.1. περίπτ. Ι.

32. Βλ. Γ. Βιτάλη, όπ.π. (υποσ. 26), σελ. 672.

33. Το πεδίο της συνεργασίας αυτής και οι διαδικασίες περιγράφονται αναλυτικά στην απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών, όπ.π. (υποσ. 31), σημ. 3.4.1. περίπτ. II. Για την ειδική αυτή δραστηριότητα βλ. B.R. Bot, Cooperation between the diplomatic missions of the ten in third countries and international organisations, Legal Issues of European integration. Deventer , No 1, 1984, (special issue) σελ. 149 κ.επ.

34. Για την ιστορικότητα των προσπαθειών σύστασης Γραμματείας της Ε.Π.Σ. βλ. αντί άλλων, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Γενική Γραμματεία, Γενική Διεύθυνση Έρευνας και τεκμηρίωσης «Μια Γραμματεία για την Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία», Πολιτική Σειρά αρ. 10, Σεπτέμβριος 1985.

35. Η σύνθεση και οι αρμοδιότητες της Γραμματείας καθορίστηκαν από τους Υπουργούς Εξωτερικών, βλ. Δελτίο Ε.Κ. 2 86 σημ. 3.4.1. περίπτ. III.

36.. Για το κείμενο του ιρλανδικού Συντάγματος, βλ. Τα Συντάγματα της Ευρώπης των 9, Κοινωνικές Εκδόσεις, χ. χρονολ., σελ. 114 κ.επ., και στην επίσημη έκδοση του BUNREACHT ΝΑ Hereann (Constitution of Ireland), Government Publication Sale Office, Δουβλίνο, χ. χρονολ.

37. Τα όργανα της ιρλανδικής Πολιτείας προσονομάζονται στην κελτική γλώσσα· έτσι η Βουλή αποκαλείται Dail Eireann, η Γερουσία Seanad Eireann, το Εθνικό Κοινοβούλιο (δηλαδή τα δύο παραπάνω σώματα) Oireachtas, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Vachtaran na h Eireann και ο Πρωθυπουργός Taoiseach.

37.α. Στον πολιτικό διάλογο που αναπτύχθηκε στην Ιρλανδία κατά την περίοδο της συζήτησης του κυρωτικού νόμου του 1986, τέθηκε επίσης, και με έντονο τρόπο, το ερώτημα κατά πόσον οι διατάξεις του τίτλου III που αφορούν στην ανάπτυξη της συνεργασίας πάνω στα θέματα ευρωπαϊκής ασφάλειας (αρθρ. 30 παρ. βα,β,γ) θίγουν το καθεστώς της στρατιωτικής ουδετερότητας της Ιρλανδίας - βλ. σχετικά Μ. Robinson (senator. S.C.) Is the single European Act unconstitutional?, The Irish Times, Δευτέρα 24 και Τρίτη 25 Νοεμβρίου 1986· για την ιρλανδική ουδετερότητα βλ. ενδεικτικά Trevor Salmon, Ireland: a Neutral in the Community?, J.C.M.S., Vol. XX. No 3. March 1982, σελ. 205 κ.επ. To θέμα αυτό δεν απασχόλησε το Supreme Court. Αντίθετα, η κυβέρνηση της Ιρλανδίας λίγο πριν τη διενέργεια του δημοψηφίσματος του Μαΐου '87 πρότεινε με την κατάθεση των επικυρωτικών εγγράφων της ΕΕΠ στην ιταλική κυβέρνηση, να καταθέσει και μία δήλωση σχετικά, α) με το άρθρο 13 της ΕΕΠ που αφορά στις διατάξεις για την ενιαία εσωτερική αγορά και, 6) με τον Τίτλο III και ειδικότερα τις διατάξεις για τη συνεργασία πάνω στις πολιτικές και οικονομικές πτυχές της ασφάλειας. Στο σημείο αυτό της δήλωσης διατυπώνεται ότι στα θέματα ευρωπαϊκής ασφάλειας δεν συμπεριλαμβάνονται οι στρατιωτικές πτυχές ούτε και θίγεται το διεθνές καθεστώς της στρατιωτικής ουδετερότητας της Ιρλανδίας, βλ. έκδοση της ιρλανδικής κυβέρνησης όπ.π. (υποσ. 18) σελ. 8.

38. To High Court έχει και συνταγματικές αρμοδιότητες πρώτου βαθμού (άρθρο 34 παρ. 3 (2) Σ.)· το Supreme Court αποτελεί το μοναδικό ανώτατο δικαστήριο της Ιρλανδίας. Στο δικαστήριο αυτό το Σύνταγμα απονέμει και την αρμοδιότητα (άρθρο 34 παρ. 4 (4.5.6.)) της διεξαγωγής σε τελευταίο βαθμό του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.

39. Σύμφωνα με τον ορισμό του Δ. Τσάτσου (Συνταγματικό Δίκαιο, τ'ά., Α. Σάκκουλα 1985, σελ. 187), «ως συνταγματική δικαιοσύνη χαρακτηρίζεται η δικαιοδοσία ενός ή περισσοτέρων ή και όλων των δικαστηρίων μιας πολιτείας να ελέγχουν τη συνταγματικότητα των νόμων, ή άλλων πολιτειακών πράξεων, ή να λύνουν τις διαφορές που προκύπτουν από την εφαρμογή του Συντάγματος». Για το ζήτημα της συνταγματικής δικαιοσύνης, βλ. Δ. Τσάτσου, όπ.π., σελ. 187193, Β. Σκουρή - Ε. Βενιζέλου, Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, Α. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή 1985, Α. Μάνεση - Α. Μανιτάκη, Κρατικός παρεμβατισμός και Σΰνταγμα (γνωμοδότηση), Νομικό Βήμα 1981, σελ. 12001203.

40. Αντίθετα στη χώρα μας δεν υπάρχει συνταγματικό δικαστήριο· περιορισμένες μόνο αρμοδιότητες σε περίπτωση διαφωνίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων ως προς τη συνταγματικότητα διάταξης νόμου παρέχει το άρθρο 100 παρ. 1, ε του ελληνικού Συντάγματος στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (βλ. Β. Βενιζέλου, Η κήρυξη της αντισυνταγματικότητας τυπικού νόμου με απόφαση του Α.Ε.Δ., Αρμενόπουλος 1985, σελ. 916 κ.επ.). Η συνταγματική δικαιοσύνη στη χώρα μας περιορίζεται στην άσκηση του δικαστικού ελέγχου της ουσιαστικής συνταγματικότητας των νόμων ο οποίος διαχέεται (βλ. άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος) σε όλα τα δικαστήρια· τα δικαστήρια, επίσης, δεν ασκούν αυτοτελώς δικαστικό έλεγχο αλλά παρεμπιπτόντως, δηλαδή επ' ευκαιρία εκδίκασης μιας υπόθεσης· οι αποφάσεις τέλος των δικαστηρίων, και των ανωτάτων, δεν επιφέρουν την ακυρότητα του νόμου αλλά τον παραμερισμό και τη μη εφαρμογή του ως προς την επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς. Για τα βασικά συστήματα συνταγματικής δικαιοσύνης (διάχυτος έλεγχος, συγκεντρωτικός και ενδιάμεσες περιπτώσεις) βλ. Β. Σκουρή - Ε. Βενιζέλου, όπ.π. (υποσημ. 39), σελ. 2648 (Γαλλία, Η.Π.Α., Ο.Δ. της Γερμανίας, Ελοετία, Αυστρία και Ιταλία· αναλυτικότερα για την Ιταλία, βλ. Β.Α. Παπαγρηγορίου, Συνταγματική Δικαιοσύνη, τ. α', Αθήνα 1983, σελ. 61 κ.επ.)· βλ. επίσης, L. Favoreu, Actualite et legitimite du controle juridictionnel des lois en Europe Occidentale, Revue du Droit Public 1984, σελ. 1147, κ.επ. Βλ. τέλος την κλασική μελέτη του Α. Σβώλου, Η έρευνα της συνταγματικότητας των νόμων υπό των δικαστηρίων, Νομικαί Μελέται, τ. Β', Αθήνα, χ.χρον. σελ. 211 κ.επ.

41. Βλ. Β. Chubb, The Constitution and Constitution change in Ireland, Institut of Public Administration, Δουβλίνο 1979, σελ. 38. B. Doolan, Constitutional Law and constitutional Rights in Ireland , Gill and MacMillan, Δουβλίνο 1984, σελ. 72 κ.επ. Νύξεις για το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων στην Ιρλανδία, βλ. Δ. Βλάχου, Η έρευνα της συνταγματικότητας των νόμων, Αθήνα 1953, σελ. 194196.

42. Για τον προληπτικό έλεγχο βλ. Β. Σκουρή - Ε. Βενιζέλου όπ.π. (υποσ. 39) σελ. 1014.

43. Βλ. δακτυλογραφημένες αποφάσεις δικαστή J. Griffin , σελ. 10 και δικαστή J. Walsh, σελ. 6. Για τις παραπομπές μας στην απόφαση της 9 4 87 του Supreme Court, βλ. παρακάτω, 3, σημείο 1).

44. Η συνοπτικότητα της περιγραφής του θεσμού της συνταγματικής δικαιοσύνης οτην Ιρλανδία που επιβάλλει η οικονομία του άρθρου αυτού, δεν επιτρέπει εκτενή παρουσίαση των συμπερασμάτων που προέκυψαν από τη σχετική μελέτη και, κυρίως, δεν αφήνει κανένα περιθώριο αξιοποίησης τους από πλευράς συγκριτικού δικαίου· και η παρουσίαση αυτή θα είναι υπερβολικά συνοπτική: α) ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων είναι αα) συγκεντρωτικός, δίχως όμως να υπάρχει συνταγματικό δικαστήριο - στο High και στο Supreme Court έχουν αποδοθεί, αποκλειστικά οι σχετικές αρμοδιότητες· 66) οι αποφάσεις του Supreme Court επιφέρουν ακυρότητα του νόμου1 γγ) ο έλεγχος είναι προληπτικός και κατασταλτικός, 6) Νομιμοποιούνται να προσβάλλουν νόμο ως αντισυνταγματικό τόσο τα πολιτειακά όργανα όσο και οι ιδιώτες στο βαθμό που θίγονται τα έννομα τους συμφέροντα· το ατομικό συμφέρον, όμως εκλαμβάνεται με την πλατειά του έννοια και αρκεί η κατάδειξη της διαπλοκής του με το δημόσιο συμφέρον, γ) Η συνταγματική δικαιοσύνη δεν περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, αλλά και, υπό προϋποθέσεις, στον έλεγχο της συνταγματικότητας των πράξεων της κυβέρνησης κατά την άσκηση των εκτελεστικών της λειτουργιών.

45. Βλ. Γ. Παπαδημητρίου, Το Σύνταγμα και η διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ενοποιήσεως, Δημοσιεύματα Συνταγματικού Δικαίου, τ. α', Α. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή 1982, σελ. 120121.

46. Μετά την αναθεώρηση του 1972, συζητήθηκε στην Ιρλανδία το ζήτημα αν «η φωτογραφικού χαρακτήρα» διάσταξη του άρθρου 29 παρ. 4 (3) Σ. θα μπορούσε να καλύψει τις μελλοντικές εξελίξεις των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που θα έπαιρναν θεσμική μορφή ή θα υπήρχε ανάγκη αλλεπάλληλων αναθεωρήσεων για το διάλογο αυτό βλ. Γ. Παπαδημητρίον, όπ.π., σελ. 121-122.

47. Βλ. σελ. 5, 11 και 12 της δακτυλογραφημένης απόφασης.

48. Βλ. για το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών, παραπάνω § 2, σημείο 15.

49. Βλ. παραπάνω, § 2, σημείο 11.

50. Εκτός, ίσως, από την απόφαση του δικαστή, J. Henchy, ο οποίος αξιολόγησε τον τίτλο III της Ε.Ε.Π. και ως προς τις καταληκτικές του συνέπειες.

51. Βλ. απόφαση δικαστή C.J. Finlay, σελ. 6 και 12.

52. Όπ.π., σελ. 12 κ.επ.. Ήδη ο δικαστής C.J. Finlay είχε επισημάνει (βλ. σελ. 4) πως αν επρόκειτο για ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα ετίθετο ζήτημα αντισυνταγματικότητας του κυρωτικού της νόμου ή αναθεώρηοης του ιρλανδικού Συντάγματος· παρόμοια, όμως, ένωση δεν αποφασίστηκε και ο τίτλος III της Ε.Ε.Π. την αγνοεί.

53. Βλ. απόφαση δικαστή J. Henchy, σελ. 10.

54. Βλ. σελ. 13 και 17 της απόφασης του δικαστή J. Walsh.

55. Βλ. σελ. 20 της απόφασης του δικαστή J. Walsh.

56. Βλ. για την πανηγυρική διακήρυξη της Στουτγάρδης, § 1, σημείο 1 και υποσ. 4.

57. Βλ. σελ. 4 και 8 της απόφασης του δικαστή J. Henchy.

58. Η αυστηρότητα ενός Συντάγματος σημαίνει ότι οι διατάξεις του έχουν αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του κοινού νόμου· έτσι, προϋπόθεση της θέσπισης και της εφαρμογής του κοινού νόμου είναι η εναρμόνιση του με το Σύνταγμα· βλ. για τη διάκριση ήπιου αυστηρού Συντάγματος, Δ. Τσάτσου, όπ.π. (υποσ. 39), σελ. 118.

59. Βλ. για την αναθεώρηση του ιρλανδικού Συντάγματος, Β. Chubb, όπ.π. (υποσημ. 41), σελ. 5570.

60. Βλ. J.T. Lang, Legal and constitutional implications for Ireland of adhesion to the EEC Treaty. Common Market Law Review, 1972, σελ. 169.

61. Πρόκειται για συντακτικό δημοψήφισμα· για τα διάφορα είδη δημοψηφίσματος βλ. G. Burdeau, Traite de Science Politique, τ. V, Παρίσι, L.G.D.J. 1985, σελ. 168-190· ειδικά για το συντακτικό δημοψήφισμα βλ. σελ. 172-1761 Βλ. επίσης Σ. Λύτρα, Το δημοψήφισμα εις τα πλαίσια του άρθρου 11 του γαλλικού Συντάγματος του 1958, το Σύνταγμα 1975, σελ. 789-798. Για το θεσμό αυτό της άμεσης δημοκρατίας στη χώρα μας, έτσι όπως ήταν κατοχυρωμένος στο Σύνταγμα του 1975, βλ. Π. Παραρά, Σύνταγμα 1975, Corpus, τ. Ι, Α. Σάκκουλα 1982, σελ. 534-558 (για το συντακτικό δημοψήφισμα βλ. σελ. 536-537). Επειδή, όμως, το 1986 αναθεωρήθηκε και το άρθρο 44 παρ. 2 Σ., βλ. Α. Πεπονή, Η συνταγματική αναθεώρηση του 1986, Τεκμήρια Συνταγματικού Δικαίου, τ. 7, Α. Σάκκουλα, Αθήνα 1986, σελ. 24, 38, 46, 73, 160-175. Μία αναφορά στη διολιογραφία και αρθρογραφία για το θεσμό του δημοψηφίσματος δεν μπορεί να μην συμπεριλάβει, όσο παλαιό και εάν είναι, το έργο του Χρ. Σγουρίτσα, Το Δημοψήφισμα εν τη Δημοκρατία, Αθήνα 1929.

62. Δημοκρατία της Ιρλανδίας, Επίσημο Έγγραφο, No 8a of 1987.

63. Βλ. συντομότατη είδηση στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» της 28 5 87 και Agence Europe, No 4559, Πέμπτη 28 5 87, σελ. 3.

64. Στην Ιρλανδία όπως ήδη σημειώθηκε (βλ. παραπάνω § 3.1.1) κατατέθηκε από την Κυβέρνηση και εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο (Oireachtas) το Δεκέμβριο του 1986, ο κυρωτικός της ΕΕΠ νόμος, ο οποίος όμως περιελάμβανε μόνον εκείνες τις διατάξεις της ΕΕΠ που τροποποιούν τη συνθ. ΕΟΚ. Η συγκατάθεση της Βουλής (Dail) ως προς τις διατάξεις του τίτλου III της ΕΕΠ δόθηκε με απλή απόφαση της, κατά τον ίδιο μήνα, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 29 παρ. 5 του Ιρλανδικού συντάγματος. Στην Ελλάδα κάτι αντίστοιχο δεν θα μπορούσε να συμβεί. Όπως διαπιστώνει ο Κ. Ευσταθιάδης «πάσα συνθήκη, αποτέλεσμα διεθνών διαπραγματεύσεων, αποτελεί ένιαΐον και αδιάσπαστον σύνολον και συνεπώς πλήρες το κείμενον αυτής (όχι μόνον αϊ διατάξεις της συνθήκης αι εμπίπτουσαι εις μίαν από τάς κατηγορίας των εν αρθρ. 36 παρ. 2 του Συντάγματος συνθηκών), υποβάλλεται, προ της υπό του Προέδρου της Δημοκρατίας επικυρώσεως, εις την Βουλήν δια νομοσχεδίου "περί κυρώσεως της συνθήκης", το όποιον ψηφιζόμενον υπ' αυτής (το σύνολον του κειμένου της συνθήκης ψηφίζεται, άλλως το σύνολον απορρίπτεται) καθίσταται μετά την κύρωσιν και δημοσίευσιν νόμος του Κράτους». Βλ. Κ. Ευσταθιάδου, Διεθνές Δίκαιον, Αθήνα 1977, σελ. 334 και Ε. Ρούκουνα, Διεθνές Δίκαιον Ι, Αθήνα 1985, σελ. 110.

65. Βλ., αγόρευση του Ν. Καλούδη, Πρακτικά Βουλής όπ.π. (υποσ. 11) σελ. 2633.

66. Βλ. αγόρευση του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών θ. Πάγκαλου, όπ.π., σελ. 2633.

67. Βλ. Κ. Ιωάννου, Κ. Οικονομίδη, Χ. Ροζάκη, Α. Φατούρου, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, τόμ. Β', Ημίτ. Α', Αθήνα 1983, σελ. 94 κ.επ., καθώς επίσης Ε. Ρούκουνα, Διεθνές Δίκαιο Ι, Αθήνα 1985, σελ. 73 κ.επ., και 78 κ.επ.

68. Για τους άλλους τρόπους συνομολόγησης διεθνών συνθηκών - συμφωνίες απλοποιημένης μορφής βλ. αντί άλλων Κ. Ιωάννου, κ.ά., όπ.π., σελ. 108.

69. Βλ. Κ. Ιωάννου... κ.ά., όπ.π., σελ. 93 κ.επ. και Ε. Ρούκουνα όπ.π., (υποσ. 67), σελ. 73.

70. «Η λέξη "συνομολογεί" περικλείει όλες τις αναγκαίες για τη σύναψη των διεθνών συνθηκών ενέργειες, από τη διαπραγμάτευση μέχρι και την επικύρωση», βλ. Κ. Ιωάννου, κ.ά., όπ.π., σελ. 84, στην προκείμενη όμως περίπτωση, όπως σημειώνεται από τους συγγραφείς - σελ. 85 και 100, ο όρος μπορεί να ερμηνευθεί συσταλτικά και είναι ταυτόσημος με τον όρο "επικύρωση".

71. «2. Οι συνθήκες για εμπόριο, φορολογία, οικονομική συνεργασία και συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις, και όσες άλλες περιέχουν παραχωρήσεις για τις οποίες, σύμφωνα με άλλες διατάξεις του Συντάγματος, τίποτε δεν μπορεί να οριστεί χωρίς νόμο, ή οι οποίες επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες, δεν ισχύουν χωρίς τυπικό νόμο που τις κυρώνει».

72. Βλ. Κ. Ιωάννου, Προβλήματα ερμηνείας του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος 1975, σελ. 118, σε πέντε χρόνια εφαρμογής του Συντάγματος του 1975, Κομοτηνή 1981.

73. Στα προϊσχύσαν τα Συντάγματα - βλ. αρθρ. 32 Σ. 1952 - και για ορισμένες κατηγορίες συνθηκών απαιτούνταν η «συγκατάθεση» της Βουλής, χωρίς παράλληλα να καθορίζεται ο νομικός τύπος της συγκατάθεσης. Κατά την πρακτική που επικράτησε η συγκατάθεση παρήχετο με κυρωτικό των συνθηκών νόμο. Στο Σ. του 1975 η «συγκατάθεση» αντικαταστάθηκε με «τυπικό νόμο» - αρθ. 36 § 2 - αποκλείοντας έτσι τη δυνατότητα η συγκατάθεση ή έγκριση της Βουλής να δίνεται με απλή απόφαση, βλ. Ε. Ρούκουνα, όπ.π., (υποσ. 67), σελ. 109110 και Κ. Ευσταθιάδη, όπ.π. (υποσ. 64) σελ. 326.

74. Βλ. σχετικά Κ. Ιωάννου... κ.ά., όπ.π. (υποσ. 67), σελ. 101.

75. Βλ. Πρακτικά Βουλής, όπ.π. (υποσ. 11) σελ. 2633.

76. Για το ζήτημα ποιες συνθήκες από αυτές που συνομολογεί ο Π.Δ. έχουν ανάγκη να κυρωθούν από τη βουλή. Βλ. Ε. Ρούκουνα όπ.π. (υποσ. 67) σελ. 82 κ.επ. και του ίδιου, Σύνταγμα και Διεθνές Δίκαιο σε (συλλογικός τόμος): Η επίδρασις του Συντάγματος του 1975 επί του ιδιωτικού και επί του δημοσίου δικαίου, Αθήνα 1976, σελ. 98 όπου ο συγγραφέας αναφέρει ότι «Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε, πρώτο ότι η συγκατάθεση της Βουλής απαιτείται για τη σύναψη όλων των συνθηκών που το αντικείμενο τους αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 36 και αυτό ανεξάρτητα αν γίνεται μνεία των ιδίων συνθηκών στην παρ. 1 και, δεύτερο, ότι οι απαριθμούμενες στην παρ. 1 συνθήκες χρήζουν της συγκαταθέσεως της Ολομέλειας της Βουλής», Πρβλ. επίσης τις απόψεις του Ν. Ρόζου, Διεθνείς συμβάσεις που δεν χρειάζονται νομοθετική κύρωση, το Σ., τευχ. 30, Αθήνα 1985, σελ. 314 κ.επ. Η ισχύς στην οποία αναφέρεται τοι αρθρ. 36 παρ. 2 Σ αφορά στην εσωτερική ισχύ των συνθηκών και την εφαρμογή τους στην ελληνική έννομη τάξη· η διεθνής ισχύς των συνθηκών ρυθμίζεται από το διεθνές δίκαιο, βλ. Κ. Ιωάννου, Προβλήματα... όπ.π. (υποσ. 72) σελ. 116 και Κ. Ιωάννου... κ.ά. όπ.π. (υποσ. 67) σελ. 104· για την άποψη που έχει αναπτυχθεί και στην Ελλάδα και υποστηρίζει ότι ο κυρωτικός νόμος του αρθρ. 36 παρ. 2 Σ απαιτείται όχι μόνο για την εσωτερική ισχύ των συνθηκών αλλά και για την ισχύ τους στο διεθνές πεδίο, βλ. σχετικά Κ. Ευσταθιάδου, όπ.π. (υποσ. 64), σελ. 326 κ.επ. για τον αντίλογο στην άποψη αυτή βλ. Κ. Ιωάννου, προβλήματα... όπ.π., σελ. 116 κ.επ. και ιδίως 118. 7778. Βλ. Κ. Ιωάννου... κ.ά., όπ.π. (υποσ. 67), σελ. 101.

79. Βλ. σχετικά Nguyen Quoc Dihn, P. Daillier, A. Pellet, Droit International Public, Paris 1980, σελ. 132, κ.επ., σημ. 95.

80. Για το κείμενο της Συνθήκης της Βιέννης «Περί του Δικαίου των Συνθηκών» βλ. Δ. Κωνσταντόπουλου, Διεθνές Δημόσιον Δίκαιον, Τόμ. III, Αθήνα (χ.χρ.), σελ. 701.

81. Βλ. Κ. Ιωάννου, Προβλήματα... όπ.π. (υποσ. 72) σελ. 116. Τα κρατικά όργανα που είναι αρμόδια για τη σύναψη των διεθνών συνθηκών και την ολοκλήρωση του συμβατικού δεσμού - επικύρωση - ορίζονται από το εσωτερικό δίκαιο στο οποίο και παραπέμπει το διεθνές δίκαιο. Αυτό εξάλλου αναγνωρίζει και η συνηθισμένη διατύπωση που χρησιμοποιείται στις τελικές διατάξεις των συνθηκών όπως στον τίτλο IV της ΕΕΠ «Γενικές και τελικές διατάξεις» άρθρο 33: «Ι. Η παρούσα Πράξη θα επικυρωθεί από τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη, σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς τους κανόνες». Βλ. σχετικά Nguyen Quoc Dinh... κ.ά. όπ.π., (υποσ. 79), σελ. 139 σημ. 103. Για τα διάφορα συστήματα αρμοδιοτήτων από τη σκοπιά του συγκριτικού συνταγματικού δικαίου βλ. Nguyen Quoc Dinh κ.ά., όπ.π. σελ. 140 κ.ε., σημ. 104 κ.επ., καθώς επίσης Κ. Ιωάννου... κ.ά. όπ.π. (υποσ. 67), σελ. 97 κ.επ., Ε. Ρούκουνα, όπ.π. (υποσ. 67), σελ. 75, και Γ. Τενεκίδου, Δημόσιον Διεθνές Δίκαιον, τόμος Α, Αθήνα 1977, σελ. 247 κ.επ.

82. Βλ. Κ. Ιωάννου, όπ.π. σελ. 116. «Έτσι (όπως σημειώνει ο συγγραφέας) μειώνεται στο ελάχιστο η περίπτωση να υπάρξει διάσταση μεταξύ της δηλώσεως στην οποία προβαίνει το όργανο της Πολιτείας που είναι επιφορτισμένο με τις διεθνείς σχέσεις, και της βουλήσεως των οργάνων της Πολιτείας που διαθέτουν - σύμφωνα με το εσωτερικό δημόσιο δίκαιο - το δικαίωμα να ασκήσουν προληπτικό ή κατασταλτικό έλεγχο στην εξωτερική πολιτική ή να συμμετάσχουν στη διαμόρφωση της».

83. Βλ. Κ. Ιωάννου... κ.ά., όπ.π. (υποσ. 67) σελ. 9596 και 101.

84. Βλ. Nguyen Quoc Dinh... κ.ά., όπ.π. (υποσ. 79) σελ. 104. και 206 κ.επ.

85. Βλ. σχετικά Κ. Ιωάννου... κ.ά., όπ.π. (υποσ. 67),σελ. 104 και 206 κ.επ. και Nguyen Quoc Dinh, όπ.π., (υποσ. 79) σελ. 179 κ.επ., σημ. 139 κ.επ.

86. Βλ. αναλυτικά Κ. Ιωάννου, Προβλήματα... όπ.π. (υποσ. 72) σελ. 118119.

87. Βλ. αντί άλλων Κ. Ιωάννου... κ.ά., όπ.π. σελ. 108.

88. Βλ. την έκδοση της Κυβέρνησης της Ιρλανδίας, The Single European Act, An Explanatory Guide, Δουβλίνο 1986, Published by the stationery Office, σελ. 36, σημ. 4.19.

89. Βλ. αγόρευση του αναπληρωτή υπουργού εξωτερικών σε Πρακτικά Βουλής, όπ.π., (υποσ. 11) σελ. 2633.

90. Βλ. Κώδικας Νομικού Βήματος, τόμ. 35, τεύχος 1, Αθήνα 1987, σελ. 16.

91. Σχετικά με τον όρο «γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 28 § 1 για να υποδηλώσει ουσιαστικά το διεθνές έθιμο βλ. αντί άλλων Ε. Ρούκουνα, όπ.π., (υποσ. 67), σελ. 96 κ.επ., του ίδιου, Σύνταγμα και Διεθνές Δίκαιο... όπ.π. (υποσ. 76) σελ. 92 κ.επ. και ιδίως Κ. Ιωάννου, Η εφαρμογή των γενικώς παραδεδεγμένων κανόνων του διεθνούς δικαίου στην ελληνική έννομο τάξη, Αρμενόπουλος. Κ.θ., 1975, σελ. 218 κ.επ.

92. Βλ. Γ. Δρόσου, Ελληνική συνταγματική τάξη και Ευρωπαϊκές Κοινότητες στις Διεθνείς Σχέσεις, Αθήνα 1987, σελ. 59 κ.επ.

93. Για την εσφαλμένη χρήση του όρου «επικύρωση» αντί του όρου «κύρωση» στην § 1 του αρθρ. 28 καθώς και για το «άχρηστο φραστικό πρόσθεμα», «αποτελούν αναπόσπαστο μέρος...» Βλ. τις παρατηρήσεις του Κ. Ιωάννου, όπ.π., σελ. 100κ.επ. και 120 κ.επ. καθώς και Ε. Ρούκουνα, όπ.π. (υποσ. 67) σελ. 108 κ.επ.

94. Σχετικά με το άρθρο 28 § 1 Σ. 1975 86 βλ. Π. Δαγτόγλου, ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο Ι, Αθήνα Κομοτηνή, 1985, σελ. 67 κ.επ.· Φ. Βεγλερή, Η Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Σύνταγμα, το Σ., τομ. 3, 1977, σελ. 200 κ.επ Κ. Ιωάννου, Προβλήματα... όπ.π. (υποσ. 72) σελ. 119 κ.επ. Α. Κατράνη, Ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο και προστασία τα>ν δικαιωμάτων του ανθρώπου από το εθνικό Σύνταγμα, Ε.Ε. Ευρ. Δ., τόμ. 3, 1983, σελ. 608 κ.επ.· Μ. Κυπραίου, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια, σε Τιμητικό Τόμο του Συμβουλίου της Επικρατείας 19291979 (Ι), Αθήνα Κομοτηνή, 1979, σελ. 222 κ.επ.· Ε. Ρούκουνα. Σύνταγμα και Διεθνές Δίκαιο, όπ.π. (υποσ. 76), σελ. 92 κ.επ. και 100 κ.επ. Ε. Roucounas, Le Droit International dans la constritution de la Grece, R. 'Hell, D.I., 1976, σελ. 53 κ.επ. και 65. Ιδιαίτερα βλ. Γ. Δρόσος, όπ.π. (υποσ. 92), σελ. 63 και κυρίως υποσ. 11.

95. Βλ. Πρακτικά Βουλής, όπ.π. (υποσ. 11) σελ. 2649, αγόρευση του Χ. Πρωτοπαπά.

96. Βλ. Πρακτικά Βουλής, όπ.π. 1623, αγόρευση του Κ. Κάππου ο οποίος συγκεκριμένα ανέφερε ότι «είναι συμφωνία που μεταοιβάζει κυριαρχικά δικαιώματα οργάνων του ελληνικού Κράτους σε υπερεθνικά όργανα και χρειάζεται τα 3 5», βλ. επίσης τις αγορεύσεις των Σ. Κόρακα, σελ. 2647, και Χ. Πρωτοπαπά, σελ. 2649. 97. Η απαίτηση ψήφισης του κυρωτικού νομοσχεδίου της ΕΕΠ με την αυξημένη πλειοψηφία των 35 στηρίχτηκε σε πολιτικά και οικονομικά επιχειρήματα χωρίς προσπάθεια αντίστοιχης νομικής - συνταγματικής - τεκμηρίωσης, υπενθυμίζοντας και επιβεβαιώνοντας έτσι τις παρατηρήσεις του Γ. Παπαοημητρίου σχετικά με τη συζήτηση στη Βουλή του νομοσχεδίου για την κύρωση της Πράξης προσχώρησης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες· βλ. Γ. Παπαδημητριού, όπ.π. (υποσ. 45), σελ. 184, όπου διαπιστώνεται ότι «r; απαιτούμενη πλειοψηφία, αποκομμένη από τη ratio που επέβαλε τη διαφορετική ρύθμιση της στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 28 Συντ., υπήρξε κατά την επεξεργασία του κυρωτικού νομοσχεδίου το κεντρικό και μείζον συνταγματικό πρόβλημα» (υπογρ. Γ.Π.).

98. Σχετικά με την παρ. 2 του άρθρου 28 βλ. αντί πολλών Γ. Δρόσου, όπ.π., (υποσ. 92) σελ. 72 κ.επ. και 95 κ.επ. καθώς και τις σχετικές παραπομπές.

99. Βλ. Πρακτικά Βουλής, όπ.π. (υποσ. 11), την παρέμβαση του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών θ. Πάγκαλου - σελ. 2660. Την άποψη αυτή υποστήριξε στην αγόρευση του και ο Ι. Βαρβιτσιώτης, σελ. 2640.

100. Οφείλουμε ωστόσο να καταγράψουμε δύο παρατηρήσεις οι οποίες ασφαλώς δεν φιλοδοξούν παρά να θίξουν το ζήτημα δίχως όμως να εγγράφονται στη λογική της επιλογής της συγκεκριμένης γενικής κυρωτικής ρήτρας της παρ. 1 του άρθρου 28 που παραμένει εξάλλου ανεπαρκώς αιτιολογημένη. Συγκεκριμένα: α) Με την Ενιαία Πράξη προστέθηκαν στο τρίτο μέρος της Συνθ. ΕΟΚ ένας Τίτλος VI «έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη» (άρθρα 130 ΣΤ έως 130.0) και ένας Τίτλος VII «περιβάλλον» (άρθρα 130.Π έως 130.Σ). Παρέχεται λοιπόν στην Κοινότητα το αναγκαίο καταστατικό πλαίσιο για την ανάληψη δράσης συμπληρωματικού, ως προς τη δράση των κρατών μελών, χαρακτήρα στον τομέα της έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης, ενώ παράλληλα αναγνωρίζεται στην Κοινότητα συντρέχουσα αρμοδιότητα στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος (αρθρ. 130.Π. παρ. 4). Βέβαια πρόκειται για διατάξεις οι οποίες, αφενός, θέτουν τις κατευθυντήριες αρχές της δράσης της Κοινότητας ενώ, αφετέρου, η Κοινότητα έχει ήδη αναπτύξει συγκεκριμένη δραστηριότητα στους τομείς αυτούς προσφεύγοντας στην επικουρική εξουσιοδότηση του άρθρου 235 Συνθ. ΕΟΚ (βλ. αναλυτικά Η. Glaesner, όπ.π. (υποσ. 24), σελ. 315 κ.επ., Γ. Βιτάλη, όπ.π. (υποσ. 26) σελ. 666 κ.επ. και, Κ. Στεφάνου, όλπ.π. (υποσ. 7) σελ. 422). Όπως όμως διαπιστώνει ο Γ. Δρόσος, ερευνώντας το ζήτημα της διεύρυνσης της διεθνούς συμβατικής δραστηριότητας της Κοινότητας στους παραπάνω τομείς, οι διατάξεις αυτές της ΕΕΠ «ως ένα τουλάχιστον βαθμό, μετατρέπουν σε θετικό κοινοτικό δίκαιο μια πρακτική που είχε θεωρηθεί νόμιμη και είχε επικρατήσει κυρίως έπειτα από τη διασταλτική και διαστελλόμενη νομολογία του Δικαστηρίου, χωρίς να έχει περιληφθεί σε κάποιους «συνταγματικού» χαρακτήρα γραπτούς κοινοτικούς κανόνες»· και καταλήγει στο συμπέρασμα: «Το κύριο, πάντως, χαρακτηριστικό της επέκτασης της διεθνούς αρμοδιότητας της Κοινότητας με αναθεώρηση της ιδρυτικής της συνθήκης, συνίσταται στο ότι η αρμοδιότητα αυτή διευρύνεται ως αποτέλεσμα επιλογής και κυριαρχικής απόφασης των κρατών μελών της και όχι ως αποτέλεσμα μιας διασταλτικά εξελισσόμενης ερμηνείας και εφαρμογής των ήδη υφιστάμενων κοινοτικών κανόνων», βλ. Γ. Δρόσος, όπ.π., (υποσ. 92) σελ. 176, (υπογρ. Γ.Δ.), β) Ο Κ. Ιωάννου (Προβλήματα., όπ.π. (υποσ. 72), σελ. 122123) εξετάζοντας τα προβλήματα που θέτει η κυρωτική ρήτρα που περιέχεται στο Ν. 945 1979 «Περί κυρώσεως της Συνθήκης Προσχωρήσεως της Ελλάδας εις την ΕΟΚ... κ.λπ.» διαπιστώνει ότι στην περίπτωση που γινόταν αναφορά στην παρ. 1 του άρθρου 28 «θα ήταν δυνατό να δώσει αφορμή στον ισχυρισμό ότι η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου θεμελιώνεται στο άρθρο 28 παρ. 1.» όταν «...η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου θεμελιώνεται στις εκχωρήσεις κυριαρχικών αρμοδιοτήτων προς τις Κοινότητες. Κι αυτές με τη σειρά τους είναι επιτρεπτές από το συνδυασμό των παρ. 2 και 3 του άρθρου 28». Για το θέμα της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου βλ. ενδεικτικά Α. Καλογερόπουλου, Η αρχή της υπεροχής του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου έναντι του δικαίου των κρατών μελών, Το Σ., τόμ. 6, 1980, σελ. 21 κ.επ., Π. Δαγτόγλου όπ.π. (υποσ. 94) σελ. 191 κ.επ.

101. Βλ. παραπάνω § 3.3.2.

102. Βλ. Πρακτικά Βουλής, όπ.π. (υποσ. 11), αγορεύσεις των Βουλευτών Α. Παπαληγούρα, σελ. 2617, Ι. Μπούτου, σελ. 2638, Σ. Δήμα, σελ. 2657, κ.ά.

103. Βλ. εισηγητική έκθεση στο σχέδιο νόμου «Κύρωση Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης κ.λπ.» σελ. 3 και αγόρευση του αναπληρωτή υπουργού εξωτερικών θ. Πάγκαλου, σε Πρακτικά Βουλής όπ.π. σελ. 2624.

104. Βλ. Πρακτικά Βουλής όπ.π., αγόρευση του Ν. Καλούδη σελ. 2634.

105. Όπ.π., αγόρευση Κ. Κάππου σελ. 2622.

106. Βλ. Γ. Παπαστάμκου, Γ.Χ. Τζανετάτου, όπ.π. (υποσ. 1) σελ. 13.

107. Βλ. τη σχετική άποψη της Κυβέρνησης της Ιρλανδίας, παραπάνω § 3.1.1.

108. Βλ. σχετικά Otto von der Gablenz , Luxembourg revisited or the importance of European Political Cooperation, C. M.L.R. vol. 16 1979, σελ. 688.

109. Βλ. σχετικά Η. Etienne, Community Integration: The External Environment, J.C.M.S., vol. XVIII, No 4, Ιούνιος 1980, σελ. 292 κ.επ. Όσον αφορά στην αρμοδιότητα της Κοινότητας να συνάπτει διεθνείς συμβατικές σχέσεις - treaty making power - βλ. αντί άλλων, Γ. Δρόσος όπ.π. (υποσ. 92) σελ. 131 κ.επ.

110. Βλ. C. Soames, Europe 's wider Horizons. The external relations of the European Community, the Round Table, London . No 262, Απρίλης 1976, σελ. 121, όπου χαρακτηρίζει την Κοινότητα ως «new actor upon the international scene» ή ως «a considerable factor in world affaires». Στον χαρακτηρισμό αυτό αντιτίθεται ο D. Allen, Foreign policy at th european level: beyond the nationstate? σε W. Wallace, W. Paterson : Foreign policy making in the Western Europe . Αγγλία 1978, σελ. 138 και 143, όπου σημειώνει ότι στο σημερινό πλαίσιο «διεθνούς αλληλεξάρτησης» «The E.G. and its constituent member states represent not just another actor but a new form of actor on the international scene» (υπογρ. δική μας) και μάλιστα μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα όπου η πρακτική των «bloc negotiations» υποκαθιστούν όλο και περισσότερο τις διμερείς διαπραγματεύσεις. Η διαπίστωση αυτή σχετικά με την ισχύουσα «πρακτική» των διαπραγματεύσεων είναι κοινή στους συγγραφείς που ασχολούνται με τα θέματα της πολιτικής συνεργασίας. Τέλος όσον αφορά στο εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «αλληλεξάρτηση» (interdipendance) βλ. ενδεικτικά θ. Κουλουμπή, Δ. Κώνστα, Διεθνείς σχέσεις. Μια συνολική προσέγγιση, τόμ. Α', Αθήνα 1985, σελ. 123 κ.ε., Π. Ιωακειμίδη, Ο διεθνής ρόλος των μικρών χωρών και η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Μία συνοπτική προσέγγιση στις οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις της αλληλεξάρτησης, Αθήνα 1980, καθώς επίσης. W. Wallace. Walking backwards towards unity, σε Η. Wallace, W. Wallace, C. Webb, PolicyMaking in the European Communities, Λονδίνο 1977, σελ. 313 κ.επ. και Π. Καζάκου, Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και η δέσμη «Delors»: τωρινές τάσεις και προβλήματα του κοινοτικού συστήματος, Ε. Ευρκ. 5 1988, σελ. 110, σημ. 2.2.

111. Στις 31 Δεκεμβρίου 1985, εκατόν είκοσιεννέα κράτη είχαν διαπιστευμένες αντιπροσωπείες στις Κοινότητες. Η Επιτροπή εκπροσωπείται στην Ουάσιγκτον από το 1971, το Τόκιο το 1974, την Οττάβα το 1975, το Μπαυγκόγκ, το Βελιγράδι, την Καμπέρα. Επίσης η Κοινότητα εκπροσωπείται στους διεθνείς οργανισμούς που εδρεύουν στη Γενεύη, το Παρίσι, τη Νέα Υόρκη, το Καράκας, τη Βιέννη, χωρίς να υπολογίζονται τα γραφεία τύπου και πληροφοριών σε πολλές πρωτεύουσες. Βλ. J.V. Louis. «Organisations Europeennes, Βρυξέλλες 1987, σελ. 279.

112. Βλ. ενδεικτικά Τ. Φακιόλα, Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και η ένταξη της Ελλάδας, Αθήνα 1979, σελ. 63 κ.επ.

113. Βλ. D. Allen, όπ.π. (υποσ. 110) σελ. 142. C. Lorieux, La Communaute atelle une politique etrangere?. Trente jours d'Europe, N. 238. Παρίσι, Μάιος 1973, σελ. 28 και J. Wyles, Political cooperation in the European Community. European Trends, no 69, November 1981, σελ. 15.

114. Η ανάπτυξη ακριβώς του κοινοτικού οικοδομήματος και η υλοποίηση των στόχων των συνθηκών κατέδειξαν τον «τεχνητό» χαρακτήρα της κατηγοριοποίησης της πολιτικής σε θέματα «υψηλής» (εξωτερική πολιτική και άμυνα) και «χαμηλής» (οικονομική) πολιτικής. Η διάκριση ανάμεσα σε high και low politics αποτέλεσε το φιλοσοφικό και μεθοδολογικό υπόβαθρο των θεωριών - βλ. μοντέλων - της ολοκλήρωσης αλλά και του ίδιου του ευρωπαϊκού εγχειρήματος στα πρώτα του στάδια. Βλ. σχετικά Π. Ιωακειμίδη, Η Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία μετά την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Σύγχρονα θέματα, Δεκέμβριος 1987, τεύχος 32-33, σελ. 37 και κυρίως βλ. τη διεξοδική κριτική που ασκείται στην κατηγοριοποίηση αυτή της πολιτικής και του S. Hoffman, του βασικού εμπνευστή, από τον D. Allen, όπ.π. (υποσ. 110), σελ. 139, κ.επ., τον W. Wallace, όπ.π. (υποσ. 110) σελ. 302 και 303 και C. Webb, introduction: Variation on a Theoretical Theme, σε Η. Wallace. W. Wallalce. C. Webb. όπ.π. (υποσ. 110) σελ. 20 κ.επ. Σε τελευταία ανάλυση η ανάδειξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών μιας «πολιτικής» υπόκειται στο «ασφαλέστερο» και αντικειμενικότερο κριτήριο του στόχου τον οποίο αυτή η πολιτική τάσσεται να υπηρετήσει. Έτσι αν ο στόχος της δυτικοευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι η οικονομική και πολιτική ενοποίηση των κρατών μελών της Κοινότητας, τότε η διάκριση της πολιτικής σε «υψηλή» και «χαμηλή» γίνεται ακόμα πιο ρευστή.

115. «4. Aussi, les chefs d'Etats ou de gouvernment tiennentils a reafirmer leurs foi dans les finalites politiques qui donnent a la communaute tout son sens et sa portee...» βλ. ανακοίνωση της συνόδου κορυφής της Χάγης (2 12 1969), σε R.F.A., la cooperation... όπ.π. (υποσ. 21), σελ. 24. 115α. Βλ. σχετικά, Κ. Στεφάνου, Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία μετά την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, Ε.Ευρ.Κ., 5,1988, σελ. 195.

116. Βλ. αντί άλλων W. Wessels, European Poltical Cooperation: New approach to foreign policy, σε D. Allen, R. Rummel, W. Wessels, European Political Cooperation, Λονδίνο 1982, σελ. 7.

117. Βλ. Π. Ιωακειμίδη, Οι εξωτερικές οικονομικές σχέσεις και πολιτική της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, Αθήνα (χ.χρ.), σελ. 228 και του ίδιου, ο μηχανισμός πολιτικής συνεργασίας της Κοινότητας και οι προοπτικές ανάπτυξης κοινής εξωτερικής πολιτικής, Ε.Ευρ. Κ., τόμ. 1, αρ. 1, 1980.

11.8. Όπως σημειώνει ο R. Rummel, «European foreign relations would indeed remain a function of the internal development of the Community, but would in turn contribute to that internal development», βλ. R. Rummel, The future of European political Cooperation, σε D. Allen, R. Rummel, W. Wessels, όπ.π. (υποσ. 116), σελ. 166.

119. Βλ. Otto von der Gablenz, όπ.π. (υποσ. 108) σελ. 693 και W. Wallace, A common Foreign Policy: mirage or reality, New Europe, vol. 5, no 2, 1977, σελ. 24 και 27.

120. Βλ. D. Allen, όπ.π. (υποσ. 110) σελ. 144.

121. Αποτελεί κοινό τόπο στη σχετική βιβλογραφία, ότι τα διεθνή πολιτικά γεγονότα αποτέλεσαν και αποτελούν το βασικό «κίνητρο ερέθισμα» για την ανάπτυξη της πολιτικής συνεργασίας και των μηχανισμών της, βλ. αντί άλλων R. de Scoutheete, όπ.π. (υποσ. 21) σελ. 53 κ.επ. και 219, απ' όπου και ο χαρακτηρισμός της ΕΠΣ ως «ανταποδοτικής» (reactive diplomacy).

122. Βλ. Γ. Παπαστάμκου και Γ.Χ. Τζανετάτου, όπ.π. (υποσ. 1) σελ. 44.

123. Για τις συζητήσεις στη διακυβερνητική Διάσκεψη του Λουξεμβούργου, σχετικά με τον όρο αυτό, ως διατύπωση των στόχων της Ε.Π.Σ. καθώς και για την πολιτική του αξιολόγηση, βλ. J. de Ruyt, όπ.π. (υποσ. 12) σελ. 229.

124. Η ευρωπαϊκή διάσταση της πολιτικής, δεν σημαίνει ότι πρόκειται και για πολιτική της συγκεκριμένης Ευρώπης, που αντιπροσωπεύουν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες· παραμένει πάντα μια πολιτική που απορρέει από τη συνεργασία των κυβερνήσεων των δυτικοευρωπαϊκών κοινοτικών κρατών. Η χρήση όμως του όρου «ευρωπαϊκή» ενώ δεν έχει τυπικές, θεσμικές, προεκτάσεις, εμπεριέχει μια πολιτική και ιδεολογική θεώρηση· μια κοινή, γι' αυτούς που τον χρησιμοποιούν, ιδεολογική αφετηρία. Όπως σημειώνει ο Ν. Σκανδάμης «ένας πραγματικός πληθωρισμός του όρου «Ευρώπη» συνεπάγεται ένα σίγουρο αποτέλεσμα υποβολής για το δέκτη αυτών των γεο> γραφισμών. Συγκεκριμένα με το γεωγραφικό όρο Ευρώπη πραγματοποιεί ο σημερινός δογματικός λόγος μια μεταφορά - η Ευρώπη ως δρων πρόσωπο, ιστορικός παράγοντας - αφετέρου μια μετωνυμία - χρησιμοποιείται η λέξη Ευρώπη στη θέση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. (...) Πράγματι, η Ευρώπη δεν είναι θεώρημα. Είναι αξίωμα. Πρόταση που θεωρείται δεδομένη, που η ύπαρξη της θεμελιώνει άλλες προτάσεις, αυτές αποδείξιμες, με στόχο τη θεμελίωση της θεμιτότητας, της αυθεντικότητας της διαδικασίας της ομοσπονδίωσης. Με τον τρόπο αυτό η Ευρώπη είναι εξυπαρχής υπόθεση αυτών των ίδιων των Ευρωπαίων, η Ευρώπη πρέπει να ενοποιηθεί γιατί αποτελεί τρίτη δύναμη μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιαπωνίας, ή Ηνωμένων Πολιτειών - Σοβιετικής Ένωσης». Βλ. Ν. Σκανδάμη, Εισαγωγή στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, Ε.Ε.Ευρ. Δ. τ. 2: 1981, σελ. 416, όπου και οι σχετικές περί «ευρωγεωγραφισμών» βιβλιογραφικέ: αναφορές.

12.4α. Βλ. Έκθεση του Λουξεμβούργου (27 10 1970) σε R.F.A., La Cooperation... όπ.π. (υθπος. 21) σελ. 31.

125. Βέβαια «...η κοινή εξωτερική πολιτική έχει αποκλειστικό χαρακτήρα και προϋποθέτει στρατηγικούς στόχους, προσχεδιασμένες μεθόδους, για την επιδίωξη τους, διαδικασίες που συνεπάγονται την υποχρέωση της λήψεως αποφάσεων και ειδικά όργανα για την άσκηση της». Βλ. θ. Χριστοδουλίδη, Η Διεθνής διάσταση της ΕΟΚ, Αθήνα 1984, σελ. 172.

126. Βλ. Π. Ιωακειμίδη, όπ.π. (υποσ. 114) σελ. 39.

127. Πρόκειται για το τρίπτυχο, Communaute d'information, Communaute de vues. Communaute d'action, βλ. Ρ. de Scoutheete, όπ.π. (υποσ. 21), σελ. 49. 127α. Βλ. σχετικά Κ. Στεφάνου, όπ.π. (υποσ. 115α) σελ. 197.

128. Βλ. εδώ υποσ. 29, και Β. Langeheine, U. Weinstock. L'Europe a deux vitesses· ni voie royale ni fausse route, R.M.C., no 278, Ιουλ. 1984, σελ. 243.

129. Βλ. σχετικά W. Wallace and D. Allen, Political Cooperation: Procedure as substitute for policy, σε Η. Wallace, W. Wallace, C. Webb, Policymaking in'the European Communities, Λονδίνο 1977, σελ. 230, G. Bonvicini, The dual structure of E.P.C. and Community activities: problems of coordination, σε D. Allen. R. Rummel, W. Wessels, όπ.π. (υποσ. 116) σελ. 35, και Π. Ιωακειμίδη, όπ.π. (υποσ. 117) σελ. 223.

130. Βλ. σχετικά C. Fouchet, Le plan Fouchet et l'Union Politique de l'Europe, La Communita Internazionale, vol. 28, 1973. Padova σελ. 327 κ.επ., Η. Brugmans, Le «Plan Fouchet» mythes d'hier et realites d'aujourd' hui, L'Europe en Formation, No 245, Σεπτ. Οκτώο. 1981, σελ. 21 κ.επ. και κυρίως R. Bloes, Le «Plan Fouchet» et le probleme de L'Europe Politique, College d'Europe, Bruges 1970.

131. Βλ. Χ. Ροζάκη, Η ελληνική εξωτερική πολιτική και οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες, Αθήνα 1987, σελ. 18.

132. Βλ. σχετικά, C. Zorgbibe, Le relations internationalles, PUF, 1983, σελ. 53 κ.επ,, θ. Κουλουμπή, Δ. Κώνστα όπ.π. (υποσ. 110) σελ. 203 κ.επ. και Χ. Ροζάκη, Διεθνής Πολιτική, Αθήνα 1985, σελ. 107 κ.επ.

133. Βλ. σχετικά C. Zorgbide, όπ.π., σελ. 56 κ.επ. και 64 κ.επ.

134. Βλ. όπ.π., σελ. 53 και Π. Βαρθαρούση, Εισαγωγή στις διεθνείς σχέσεις, ΑθήναΚομοτηνή 1981, σελ. 31.

135. Για την έννοια του εθνικού συμφέροντος βλ. μεταξύ άλλων, Δ. Δημητράκου, Η έννοια του εθνικού συμφέροντος και ο προσδιορισμός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, το Σ. τόμ. Γ' 1977, ανάτυπο, Π. Βαροαρούση, όπ.π. σελ. 43 κ.επ. Th. A. Couloumbis, J.H. Wolfe, Εισαγωγή στις διεθνείς σχέσεις. Εξουσία και δικαιοσϊινη, Αθήνα 1981, σελ. 141 κ.επ.

136. Κατά τον Α. Σβώλο κυριαρχία είναι η «ιδιότης της Πολιτείας του προσδιορίζεσθαι και δεσμεύεσθαι δϊ ιδίας βουλήσεως», βλ. Α. Σοώλου, Πολιτική εξουσία και κυριαρχία, Νομικοί Μελέται, τόμ. Πρώτος Αθήνα, σελ. 291.

137. Σχετικά με τη λεγόμενη εσωτερική και εξωτερική κυριαρχία, βλ. Π. Δαγτόγλου, Περί κυριαρχίας, Αθήνα Κομοτηνή 1986, σελ. 57 κ.επ. και Γ. Παπαδημητρίου, όπ.π. (υποσ. 45) σελ. 18 κ.επ.

138. «Με άλλα λόγια η ανάπτυξη κοινής εξωτερικής πολιτικής είναι σχεδόν μια ισοδύναμη διαδικασία με αυτή της ευρωπαϊκής ενοποίησης», βλ. Π. Ιωακειμίδη, όπ.π. (υποσ. 117) σελ. 226. Για το ακριβές περιεχόμενο του όρου «κοινή εξωτερική πολιτική» βλ. W. Wallace, Introduction: cooperation and covergence in european foreign policy, σε C. Hill, National Foreign Policies and European Political Cooperation, Λονδίνο 1983, σελ. 7.

139. Βλ. σχετικά το διαχωρισμό που επιχειρεί ο C. Hill στα κράτημελη ανάμεσα σε «integrators» και «cooperators», C. Hill, National interests - the insuperable obstacles?, σε C. Hill, όπ.π., σελ. 191 κ.επ.

140. Βλ. Otto von de Gablenz, όπ.π. (υποσ. 108) σελ. 698.

141. Βλ. θ. Χριστοδουλίδη, όπ.π. (υποσ. 125), σελ. 172.

142. Βλ. D. Allen, όπ.π. (υποσ. 110), σελ. 138.

143. Η διατύπωση αυτή αποτελεί ουσιαστικά διεύρυνση του φάσματος των θεμάτων όπου διενεργούνται διαβουλεύσεις - και τυπικά υποχρεωτικές πλέον - σε σχέση με τα προηγούμενα κείμενα της ΕΠΣ. Η Έκθεση της Κοπεγχάγης όριζε ότι «τα θέματα πρέπει να αφορούν στα συμφέροντα της Ευρώπης, είτε εντός είτε εκτός της ηπείρου», βλ. R.F.A., La Cooperation... όπ.π. (υποσ. 21) σελ. 61 σημ. 11 (μετάφρ. δική μας)· η έκθεση του Λονδίνου της 13ης Οκτωβρίου 1981 (Bull. C.E., suppl. 3 81, σελ. 14) και η Πανηγυρική Διακήρυξη της Στουτγάρδης της 19ης Ιουνίου 1983, αναφέρονται «σε όλα τα σημαντικά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής που ενδιαφέρουν τους Δέκα ως σύνολο» (βλ. Δελτίο Ε.Κ., 6 1983, σελ. 29, σημ. 3.2). Η ευρύτητα αυτή του φάσματος των θεμάτων θα μπορούσε να εκληφθεί ως στοιχείο άμβλυνσης της υποχρεωτικότητας των διαβουλεύσεων εφ' όσον υπαγάγει την ενεργοποίηση της διαδικασία; διαβούλευσης στην προηγούμενη αξιολόγηση του ενδιαφέροντος που κάθε μέρα παρουσιάζει. Στην πραγματικότητα η ευρύτητα αυτή είναι απόρροια της δεκαπεντάχρονης λειτουργίας της Ε.Π.Σ. που όπως παρατηρεί ο R. Rummel (όπ.π. - υποσ. 118 - σελ. 147) η σταδιακή ανάπτυξη της οδήγησε στον περιορισμό του «επιλεκτικού» της χαρακτήρα και την επέκταση της δραστηριότητας της στο σύνολο σχεδόν των προβλημάτων διεθνούς πολιτικής και των γεωγραφικών ζωνών - ένδειξη αποτελεί ο αριθμός των ομάδων εργασίας της ΕΠΣ που καλύπτουν σχεδόν το σύνολο των περιοχών του κόσμου, βλ. σχετικά Α. Αντωνακόπουλου, Η Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία: Πολιτική Ένωση και εθνικά συμφέροντα, σε Π. Ρουμελιώτη (επιμέλεια), η ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ο ρόλος τη; Ελλάδας, Αθήνα 1986, σελ. 257, υποσ. 5. Υπάρχουν όμως προβλήματα τα οποία αφορούν σε διενέξεις μεταξύ κοινοτικών κρατών (Β. Ιρλανδία) και γεωγραφικές ζώνες όπου ορισμένα κράτη - κυρίως Μ. Βρετανία και Γαλλία - εξαιτίας του αποικιακού παρελθόντος τις θεωρούν ως «chasses gardees» και συνεπώς δεν αποτελούσαν μέχρι σήμερα αντικείμενο των διαβουλεύσεων, βλ. σχετικά F. de la Serre, Ou en est l'Europe Politique? Projet, No 164, Απρίλιος 1982, σελ. 471 και P. de Scoutheete όπ.π., (υποσ. 21) σελ. 167. Όπως όμως διαπιστώνει ο Κ. Στεφάνου (όπ.π. υποσ. 115α, σελ. 196), αναφορικά με την άρνηση της Ο.Δ.Γ. να επιτρέψει τη συζήτηση στο πλαίσιο της ΕΠΣ των σχέσεων της με την Α.Δ.Γ. και την παράληψη της Ελλάδας να ζητήσει έκτακτη σύγκλιση της ΕΠΣ κατά την κρίση των ελληνοτουρκικών σχέσεων το Μάρτιο του 1987, τα θέματα αυτά εντάσσονται στα θέματα γενικού ενδιαφέροντος και «κατά συνέπεια από την έναρξη ισχύος της ΕΕΠ η υποχρέωση ενημέρωσης και διαβούλευσης εκτείνεται και τυπικά στα πιο πάνω θέματα».

144. Βλ. Κ. Στεφάνου, όπ.π. (υποσ. 7) σελ. 423.

145. Βλ. Κ. Στεφάνου, όπ.π. (υποσ. 115α) σελ. 194. Σχετικά με την έννοια των ατελών νομικών κανόνων - leges imperfectae - στο διεθνές δίκαιο βλ. Κ. Ευσταθιάδη, όπ.π. (υποσ. 64), σελ. 48 και 49.

146. Σχετικά με τη φύση του Διεθνούς Δικαίου, βλ. αντί άλλων Γ. Τενεκίδου, όπ.π. (υποσ. 81) σελ. 35 κ.επ., Nguyen Quoc Dinh... κ.ά. όπ.π. (υποσ. 79) σελ. 88 κ.επ. και Κ. Ευσταθιάδη, όπ.π. (υποσ. 64), σελ. 45 κ.επ.

147. Βλ. Γ. Τενεκίδου, όπ.π. σελ. 285.

148-149. Για το ζήτημα του υποχρεωτικού χαρακτήρα των συνθηκών βλ. αντί άλλων. Κ. Ιωάννου... κ.ά., όπ.π. (υποσ. 67) σελ. 24 κ.επ. και Γ. Τενεκίδου, όπ.π. σελ. 278 κ.επ.

150. Βλ. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπ.π. (υποσ. 7), σελ. 48.·

151. Βλ. τη δήλωση της Ιρλανδικής Κυβέρνησης που επισυνάφθηκε στα επικυρωτικά έγγραφα που κατέθεσε στην κυβέρνηση της Ιταλίας εδώ, υποσ.

152. Βλ. τη δήλωση της ελληνικής κυβέρνησης στο σημ. 2.2.3 της Πανηγυρικής Διακήρυξης της Στουτγάρδης (Δελτίο Ε.Κ., 61983, σελ. 27) που έχει ως εξής: «Υπογράφοντας τη διακήρυξη αυτή η Ελλάδα δηλώνει ότι τίποτα δεν μπορεί να περιορίσει το δικαίωμα της να καθορίζει την εξωτερική της πολιτική σύμφωνα με τα εθνικά της συμφέροντα».

153. Για την αρχή pacta sund servanda βλ. αντί άλλων. Κ. Ιωάννου... κ.ά. όπ.π. (υποσ. 67) σελ. 27 κ.επ., και Γ. Τενεκίδου, όπ.π. (υποσ. 81) σελ. 282 κ.επ.

154. Για το ρόλο της Βουλής κατά την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής βλ. Γ. Αναστασιάδη, Η συνταγματική ρύθμιση της εξωτερικής πολιτικής, Το Σ, τ. 1, 1975, σελ. 850, κ.επ. και Ε. Βενιζέλου, Σχέσεις εκτελεστικής εξουσίας και Κοινοβουλίου κατά την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, σε θ. Κουλουμπή, Δ. Κώνστα (επιμέλεια), το Ελληνικό Κοινοβούλιο στην εξωτερική πολιτική 19741984, Αθήνα 1986, σελ. 47 κ.επ.

155. Βλ. σχετικά Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ια, Αθήνα, 1982, σελ. 238 κ.επ.

156. Τα όρια αρμοδιότητας μεταξύ του αρχηγού του κράτους της κυβέρνησης και της Βουλής, κατά την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, καθορίζονται από το συνταγματικό δίκαιο των κρατών. Έτσι κατά το Σ. 1975 το τεκμήριο αρμοδιότητας λειτουργεί υπέρ της κυβέρνησης που σύμφωνα με τους ορισμούς του αρθρ. 82 παρ. 1 Σ. «καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας», βλ. Ε. Βενιζέλου, όπ.π. (υποσ. 154) σελ. 50· για τις σχετικές επιδράσεις της αναθεώρησης του 1986 βλ. Π. Μηλιαράκη, Η Εξωτερική Πολιτική κατά το Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα 1987, σελ. 64 κ.επ. Ιδιαίτερες εξάλλου είναι οι αρμοδιότητες του Πρωθυπουργού ο οποίος σύμφωνα με το αρθρ. 82 παρ. 2 Σ. «εξασφαλίζει την ενότητα της κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειες της», καθώς επίσης και του υπουργού Εξωτερικών που κατά το διεθνές εθιμικό δίκαιο έχει το δικαίωμα της γενικής εκπροσώπησης του κράτους οπότε, σύμφωνα με το αρθρ. 28 παρ. 1 Σ., ο κανόνας αυτός αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, βλ. Κ. Ιωάννου, Κ. Οικονομίδη, Χ. Ροζάκη, Α. Φατούρου, όπ.π., (υποσ. 67) σελ. 85 και Ε. Ρούκουνα, Διεθνές Δίκαιο III, Αθήνα 1983, σελ. 9 κ.επ. Βέβαια εδώ αναφερόμαστε στα κρατικά όργανα που έχουν την ευθύνη της λήψης αποφάσεων και όχι στα υπόλοιπα όργανα, μέλη του διπλωματικού σώματος, τα οποία είναι αρμόδια για την υλοποίηση τους, βλ. σχετικά Ε. Ρούκουνα, όπ.π. σελ. 14 κ.επ.

157. Βλ. Γ. Δρόσος όπ.π. (υποσ. 92), σελ. 104 του οποίου και χρησιμοποιούμε την ακριβή έκφραση.

158. Ο Φ. Βεγλερής θεωρεί πως το επίθετο «σπουδαίο» είναι φιλολογία. βλ. Φ. Βεγλερή, όπ.π. (υποσ. 94) σελ. 47 υποσ. 100..

159. Βλ. Γ. Δρόσου, όπ.π. (υποσ. 92), σελ. 103 και Π. Δαγτόγλου, όπ.π. (υποσ. 94) σελ. 71 σημ. 191.

160. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει ο Π. Δαγτόγλου (όπ.π. σελ. 74 σημ. 203 και 204) διότι «οι περιορισμοί στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας παραμένουν έκφραση της συντεταγμένη; εξουσίας (pouvoir constitue) που το Σύνταγμα αναθέτει στη Βουλή. Η συντακτική εξουσία (pouvoir constituant) αντιθέτως, δεν είναι το προϊόν αλλά το θεμέλιο του Συντάγματος (κάθε Συντάγματος) και επομένως δεν είναι στη διάθεση του»· βλ. επίσης Γ. Δρόσου, όπ.π., σελ. 103.

161. Βλ. Γ. Δρόσου, όπ.π., σελ. 104 κ.επ. και τις σχετικές παραπομπές, ιδίως υποσ. 70.

162. Όπ.π., σελ. 104.

163. Βλ. Α. Μανιτάκη. Τα όρια της κοινοτικής αρμοδιότητας και η συνταγματική θεώρηση τους, Το Σ., τεύχ. 4ο, 1984, σελ. 490 και υποσ. 44.

164. Βλ. Γ. Δρόσου, όπ.π. (υποσ. 92) σελ. 108 κ.επ. και υποσ. 78 όπου παραπέμπει στον Δ. Ευρυγένη, βλ. D. Evrigenis, Aspects juridiques de l'adhesion de la Grece aux Communautes Europeennes, σε La Grece et la Communaute, 1978, σελ. 280. Βλ. επίσης Π. Δαγτόγλου, όπ.π. (υποσ. 94) σελ. 710-72 σημ. 192 κ.επ.

165. Βλ. Ε. Βενιζέλου, Τα όρια της αναθεωρήσεως του Συντάγματος 1975, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 142 κ.επ.

166. Για το περιεχόμενο του όρου «αρχές της ισότητας» βλ. τις παρατηρήσεις του Γ. Δρόσου, όπ.π. (υποσ. 92), σελ. 114 κ.επ.

167. Σχετικά με την έννοια της αμοιβαιότητας στο άρθρο 28 παρ. 3 βλ. Γ. Δρόσου, όπ.π., σελ. 113-114· για τη γενικότερη θεώρηση της έννοιας της αμοιβαιοτητας, βλ. Δ. Ευρυγένη, Περί «διπλωματικής» και «νομοθετικής» αμοιβαιότητας, Αρμενόπουλος 1959, σελ. 757 κ.επ.

168. Βλ. Φ. Βεγλερή, όπ.π. (υποσ. 94) σελ. 241.

169. Βλ. επίσης τις παρατηρήσεις του Κ. Στεφάνου, όπ.π. (υποσ. 7) σελ. 423424, σχετικά με τη θέσπιση από την ΕΕΠ της αρχής της αλληλεγγύης και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που παρουσιάζει για την Ελλάδα.

170. Για την αναλυτική εξέταση των συζητήσεων στην Ε' Αναθεωρητική Βουλή του 1975, βλ. Γ. Παπαδημητρίου, όπ.π. (υποσ. 45) σελ. 146 κ.επ. και ιδίως σελ. 164.

171. Όπ.π., σελ. 184-185.

17.2. Βλ. D. Evrigenis, όπ.π. (υποσ. 164) σελ. 278.

17.3. Βλ. αναλυτικά σε Γ. Δρόσου, όπ.π. (υποσ. 92) σελ. 117 κ.επ. Σχετικά με το ζήτημα του συνταγματικού ερείσματος για την προσχώρηση της Ελλάδας στην Κοινότητα και τις διάφορες απόψεις που αναπτύχθηκαν στη θεωρία βλ. του ίδιου, όπ.π., σελ. 123 κ.επ. και τις σχετικές παραπομπές.

17.4. Βλ. D. Evrigenis, όπ.π. (υποσ. 164) σελ. 278. Βλ. επίσης την παρέμβαση του Βουλευτή της Ε.Κ.Ν.Δ., Ν. Γαζή ο οποίος θεωρεί πως είναι δυνατόν να υπάρξουν περιορισμοί της εθνικής, κυριαρχίας «άνευ παρεμβάσεως ξένων», σε Γ. Παπαδημητρίου, όπ.π. (υποσ. 45), σελ. 151.

17.5. Βλ. Γ. Παπαδημητρίου, όπ.π. σελ. 153.

17.6. Βλ. Κ. Ιωάννου, Προβλήματα..., όπ.π. (υποσ. 72) σελ. 102.

17.7. Ο Κ. Ιωάννου θεωρεί πως η παρ. 3 του αρθρ. 28 Σ. έπρεπε να βρίσκεται στην ίδια διάταξη με τις ρυθμίσεις του αρθρ. 27 Σ. που θέτει τις προϋποθέσεις για την ψήφιση νόμου ο οποίος επιτρέπει τη μεταβολή των ορίων της Επικράτειας καθώς και τη διαμονή ή διέλευση ξένης στρατιωτικής δύναμης από την ελληνική Επικράτεια, Κ. Ιωάννου, όπ.π., σελ. 98 και υποσ. 4 όπου παραθέτει την ίδια περίπου άποψη του Φ. Βεγλερή, όπ.π. (υποσ. 94) σελ. 47 και υποσ. 100.

17.8. Βλ. Μ. Κυπραίου, όπ.π. (υποσ. 94) σελ. 254.

17.9. Βλ. Ε. Ρούκουνα, όπ.π. (υποσ. 67) σελ. 87 και του ίδιου, Σύνταγμα και Διεθνές Δίκαιο, όπ.π. (υποσ. 76) σελ. 97.

18.0. Βλ. Γ. Δρόσου, όπ.π. (υποσ. 92) σελ. 116, 117 και 123.

18.1. Όπ.π., σελ. 119 και 120 και υποσ. 92.

18.2. Όπ.π., σελ. 105.

18.3. Όπ.π., σελ. 121 και 122.

18.4. Όπ.π., σελ. 120 υποσ. 93.

18.4α. Για την έννοια του όρου «διεθνής κοινωνία» βλ. Κ. Ιωάννου, Η οργάνωση της Διεθνούς

Κοινωνίας, Παραδόσεις τεύχος Α', Αθήνα Κομοτηνή 1985, σελ. 25 κ.επ.

18.5. Βλ. Γ. Βαληνάκη, Η ελληνική συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία, σε Π. Καζάκου, Κ. Στεφάνου (επιμέλεια) όπ.π. (υποσ. 7) σελ. 327.

18.6. Βλ. Γ. Δρόσου, όπ.π. (υποσ. 92) σελ. 281 υποσ. 61.

18.7. Βλ. Πρακτικά Βουλής, όπ.π. (υποσ. 11) σελ. 2623.

18.8. Βλ. Κ. Στεφάνου, όπ.π. (υποσ. 115α) σελ. 192.

18.9. Βλ. παραπάνω, υποσ. 174.

19.0. Για την «αναθεωρητική λειτουργία» του αρθρ. 28 παρ. 2 και 3 Σ. Βλ. Γ. Δρόσου, όπ.π. (υποσ. 92) σελ. 7879· Ε. Βενιζέλου, όπ.π. (υποσ. 165) σελ. 247, και Α. Μανιτάκη, όπ.π. (υποσ. 163) σελ. 492.

19.1. Βλ. Α. Μανιτάκη, όπ.π., σελ. 492.

19.2. Βλ. W. Wessels, European Political Cooperation: a new approach to foreign policy, σελ. 17, σε D. Allen, R. Rummel, W. Wessels, όπ.π. (υποσ. 116).

19.3. Βλ. όπ.π. σελ. 6.

19.4. Βλ. Κ. Στεφάνου, όπ.π. (υποσ. 115α) σελ. 197.

19.5. Για τις «Κυβερνητικές Πράξεις» ή «Πράξεις Κυβερνήσεως» βλ. Κ. Κούφα, Η λειτουργία του φαινομένου των πράξεων κυβερνήσεως στις διεθνείς σχέσεις, τομ. Ι, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 98 κ.επ. και 125 κ.επ.

19.6. Όπως διαπιστώνει ο Κ. Στεφάνου, όπ.π. (υποσ. 115α) σελ. 193 «Η σφαιρική αυτή προσέγγιση της ενοποίησης δεν μπορεί παρά να έχει επιπτώσεις και στο επίπεδο της ευρωπαϊκής πολιτικής των κρατών. Στο εξής τα κράτη θα γνωρίζουν ότι η ικανοποίηση οικονομικών αιτημάτων τελεί σε συνάρτηση με τη συμπεριφορά τους στα πλαίσια της ΕΠΣ και ότι η οικονομική και πολιτική αλληλεγγύη αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος».

19.7. Πρόκειται ουσιαστικά γι' αυτό που ο Χ. Ροζάκης, όπ.π. (υποσ. 131) σελ. 62, ονομάζει «αίσθηση όσμωσης στα διάφορα όργανα των Κοινοτήτων».

19.8. Βλ. Δελτίο Ε.Κ. 61983, σημ. 223.

19.9. «Είναι προφανές ότι, απέναντι σε ένα γεγονός, τα εθνικά υπουργεία έχουν διαφορετικές αντιδράσεις, ακόμη και όταν οι βασικές τους θέσεις είναι ίδιες. Στο επίπεδο αυτό, είναι φανερό, πως η πλειοψηφούσα τάση πρέπει να υπερισχύει». Βλ. J. De Ruyt, όπ.π. (υποσ. 12) σελ. 234.

20.0. Βλ. C. Frank: La capacite europeenne d'une politique exterieure commune, σελ. 4546, σε Autour du Rapport Tindemans, Colloque d'Athenes, Association des Inistitutes d'Etudes Europeennes, Γενεύη 1976.

20.1. Βλ. Bulletin C.E., Suppl. 1 76, II, Β. σελ. 16..

20.2. Βλ. όπ.π. σελ. 5.

20.345. Βλ. όπ.π. σελ. 15, 16 και 18 αντίστοιχα.

20.6. Ειδικότερα για τη μέθοδο που πρότεινε η έκθεση Tindemans βλ. J.D.B. Mitchell: The Tindemans Reportretrospect and prospect, C.M.L.R., Sijthoff. Leyden , Vol. 13, 1976, σελ. 459.

20.7. Βλ. Γ. Δρόσου όπ.π. (υποσ. 92), σελ. 281.

20.8. Όπ.π. σελ. 282.

20.9. Βλ. John Kelly: Neutrality untouched by European Act, The irish Times, 13 4 1987.

21.0. Βλ. ενδεικτικά την αγόρευση του δουλευτή Σταύρου Δήμα, Πρακτικά Βουλής, όπ.π. (υποσ. 11), σελ. 2657.

' Ο Α. Λοβέρδος διατύπωσε την παρ. 3 του παρόντος άρθρου.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή