Η Αυτοκρατορία της Εργασίας Εκτύπωση
Τεύχος 23-24, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1988


Η Αυτοκρατορία της Εργασίας
του Ηλία Ιωακείμογλου

1. Metropolis: τo κεφάλαιο ως εφιάλτης

Στη διάρκεια της προηγούμενης μεγάλης κρίσης του καπιταλισμού, στη δεκαετία του 30 ο Fritz Lang μας είχε δώσει το Metropolis: ένα κινηματογραφικό έργο πάνω στο κεφάλαιο ως εφιάλτη. Χρωστάμε στον Αλέξη Μητρόπουλο το ότι μετέφερε στις σελίδες των «θέσεων» το εφιαλτικό κλίμα του Metropolis και τα βασικά του ιδεολογήματα: στο φιλμ του Lang - όπως και στο κείμενο του Μητρόπουλου - η εργασία συνθλίβεται από τις μηχανές. Με διαφορετικό τρόπο - αλλά και στις δύο περιπτώσεις το κεφάλαιο έχει την απόλυτη εξουσία: επιτυγχάνει την καθολική χειραγώγηση των μαζών, είναι παντοδύναμο, και γι' αυτό παίρνει τη μορφή του εφιάλτη. Πρόκειται για ένα σύνολο από ιδέες που δεν θα δυσκολευτεί κανείς να τις συναντήσει και στις δημόσιες συζητήσεις γύρω από τις «νέες τεχνολογίες». Συζητήσεις που όπως εύκολα μπορεί να προβλέψει κανείς, πρόκειται να πολλαπλασιαστούν στα επόμενα χρόνια, στο βαθμό που ο ελληνικός καπιταλισμός θα προχωράει στην αναδιάρθρωση της παραγωγής.

Υποβάθμιση της εργασίας, καθολική χειραγώγηση των μαζών, τέλος της «κοινωνίας της εργασίας», στρατιές ανέργων που σε ορατό χρονικό διάστημα θα είναι μεγαλύτερες από αυτές των εργαζομένων, ανυπαρξία διεξόδου για τις μάζες και τους λαούς, και άλλες φρικώδεις εικόνες αναδύονται από το κείμενο του Μητρόπουλου. θα ήταν ίσως αρκετό να αναφέρει κανείς το τι γίνεται σήμερα στα αυτοματοποιημένα εργοστάσια για να ξεμπερδεύει μ' αυτές τις θεωρίες του κεφαλαίου εφιάλτη. Ωστόσο, η κατανόηση των φαινομένων απαιτεί ένα θεωρητικό πλαίσιο που να δίνει στα συγκεκριμένα γεγονότα και τα συγκεκριμένα στοιχεία το πλήρες νόημα τους.

Στόχος τον άρθρον είναι να περιγράψει τη σημασία της εργασίας και των μετασχηματισμών της για την καπιταλιστική έξοδο από την κρίση.

Για να το κατορθώσει αυτό πρέπει να αναφερθεί στη φύση της κρίσης. Και αυτό κάνοντας θα αναγκαστεί να αναφερθεί και στην κυρίαρχη θεωρητική αντίληψη της Αριστεράς: τον οικονομισμό. Το άρθρο αυτό απευθύνει λοιπόν την κριτική του άλλοτε ενάντια στα ιδεολογήματα του «κεφαλαίου εφιάλτη», και άλλοτε ενάντια στον οικονομισμό της Αριστεράς - έχοντας συνείδηση του γεγονότος ότι οι δύο αυτές αντιλήψεις είναι διαφορετικές. Έχουν όμως κάτι κοινό, και αυτό το κάτι είναι που μας ενδιαφέρει εδώ: αποκλείουν από τις «αναλύσεις» τους τη δράση των συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών, ή στην καλύτερη περίπτωση τις υποβιβάζουν στην ασήμαντη κατηγορία του επουσιώδους.

2. Ο οικονομισμός: θεωρία της φυσικής αντιστοιχίας

Είναι συχνό το φαινόμενο, ιδιαίτερα στις μαρξόφωνες «αναλύσεις» για την βιομηχανική οργάνωση της εργασίας, (δηλαδή τις σχέσεις που έχουν οι άμεσοι παραγωγοί μεταξύ τους αλλά και με τα μέσα παραγωγής μέσα στο εργοστάσιο), αυτή να θεωρείται απλά και μόνο ένα παράγωγο, ένα «προϊόν» της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής. Αυτό ισοδυναμεί με την - συνήθως σιωπηλή - παραδοχή ότι υπάρχει κάθε φορά ένας τύπος εργασίας, που αντιστοιχεί με «φυσικό» ας πούμε τρόπο στο υπάρχον παραγωγικό σύστημα και τις απαιτήσεις του. Για να το πούμε πιο αυστηρά, σύμφωνα με αυτή την παραδοχή, τα μέσα παραγωγής, το παραγωγικό σύστημα, δομεί κάθε φορά την εργασιακή διαδικασία με τρόπο που να αντιστοιχεί σ' αυτά τα μέσα παραγωγής, σ' αυτό το παραγωγικό σύστημα. Στοχάζονται έτσι αυτές οι «αναλύσεις», την κεφαλαιοκρατική οργάνωση της εργασίας σαν αποτέλεσμα των νόμων κίνησης του κεφαλαίου (των οικονομικών νόμων του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής). Από εδώ απορρέει και η υποτιθέμενη παντοδυναμία του κεφαλαίου. Στις ακραίες περιπτώσεις φτάνουμε στην καρικατούρα του Metropolis ή και τις περιγραφές του Μητρόπουλου: η εργασία είναι το παθητικό μέρος, το κεφάλαιο το ενεργητικό. Ο Lang τουλάχιστο, στο τέλος άφηνε μια ελπίδα χρησιμοποιώντας το (αστικό) ιδεολόγημα για την Ανθρώπινη Φύση που ορθώνεται ενάντια στις υπερβολές του Κεφαλαίου. Ο Μητρόπουλος δεν μας το χαρίζει ούτε αυτό.

Όμως η εργασία και η οργάνωση της, οι μεταμορφώσεις της και οι κρίσεις της, η μεγέθυνση της σημασίας της και ο μαρασμός ορισμένων τύπων της δεν καθορίζονται αποκλειστικά από τους αντικειμενικούς νόμους αξιοποίησης και αναπαραγωγής του κεφαλαίου: Ως μία πλευρά της συσσώρευσης του κεφαλαίου, έτσι όπως αυτή πραγματοποιείται μέσα στα σύνορα τον εθνικού κράτους, επομένως τον ιστορικού κοινωνικού σχηματισμού, δεν είναι απλώς το προϊόν των αιώνιων οικονομικών νόμων του καπιταλισμού, αλλά το αποτέλεσμα όλων εκείνων των απειράριθμων διαφορετικών ιστορικών παραγόντων που συναντάμε σε κάθε συγκεκριμένη χώρα, που κάνουν «την ίδια οικονομική βάση να παρουσιάζει ατελείωτες παραλλαγές» (Marx), και των οποίων όμως η δράση διαμεσοποιείται, μεταφράζεται από τους νόμους κίνησης του κεφαλαίου. Είναι έτσι με μιας, η οργάνωση της εργασίας, και επίδικο αντικείμενο της πάλης των τάξεων. Η οργάνωση της εργασίας δεν είναι λοιπόν η απλή αντανάκλαση των νόμων κίνησης του κεφαλαίου, αλλά τα αποτελέσματα ενός ενιαίου και ιεραρχημένου συστήματος αλληλοσχετίσεων απ' τη μια των «αναγκαίων και εσωτερικών σχέσεων» (Marx) που είναι οι οικονομικοί νόμοι, και απ' την άλλη των συγκεκριμένων συνθηκών που είναι ιστορικά δοσμένες (Dumenil 1978). Μόνο μ' αυτές τις θεωρητικές προϋποθέσεις έχουμε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τα συγκεκριμένα γεγονότα ή στοιχεία. Για παράδειγμα, μόνο έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί τα ίδια μέσα παραγωγής μπορούν να έχουν άλλη απόδοση στις χώρες του Ισλάμ, την Ελλάδα ή τη Δ. Γερμανία, ή γιατί ακόμη παράγουν άλλη ποιότητα προϊόντος: παρουσιάζονται δίπλα σε άλλο τύπο οργάνωσης εργασίας, που δεν προκύπτει μόνο από τους οικονομικούς νόμους του καπιταλισμού, ούτε μόνο από τη φύση των μέσων παραγωγής, αλλά και από τις συγκεκριμένες συνθήκες του κοινωνικού σχηματισμού. Νομίζω λοιπόν, ότι μόνο μία ανάλυση που θα έπαιρνε υπόψη της το σύνολο των σχέσεων που είδαμε παραπάνω θα μπορούσε να απαντήσει στα ζητήματα της κρίσης της οργάνωσης της εργασίας και των μετασχηματισμών της: με το παλιό αλλά τόσο καλό λεξιλόγιο του Lenin, «η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης πραγματικότητας», η ανάλυση όχι σε επίπεδο τρόπον παραγωγής αλλά κοινωνικού σχηματισμού, η ανάλυση που αναφέρεται όχι μόνο στα δομικά χαρακτηριστικά του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής αλλά και στις εγχώριες συνθήκες συσσώρευσης κάθε «εθνικού» κεφαλαίου.

Αυτά δεν σημαίνουν ότι μία ανάλυση που περιορίζει τον εαυτό της στο θεωρητικό σύστημα εννοιών με το οποίο στοχαζόμαστε τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής είναι άχρηστη. Με τις έννοιες αυτές στοχαζόμαστε «τα μεγάλα ακίνητα και βουβά υπόβαθρα» (Foucault) της ιστορικής κίνησης, αυτό που μένει αναλλοίωτο και σταθερό σε όλη τη διάρκεια ενός τρόπου παραγωγής: τους οικονομικούς του νόμους. Αυτό μας επιτρέπει να προσδιορίζουμε τις ιστορικές τάσεις, τις ακατάπαυστα ανανεούμενες ροπές ενός συστήματος, που μέσα από τους μετασχηματισμούς του αναπαράγει συνάμα το έδαφος πάνω στο οποίο προετοιμάζεται η ανατροπή του. Είμαστε λοιπόν υποχρεωμένοι να σκεφτούμε την κεφαλαιοκρατική οργάνωση της εργασίας σαν αποτέλεσμα των νόμων κίνησης του κεφαλαίου για να μπορούμε ταυτόχρονα να την σκεφτούμε και ως επίδικο αντικείμενο της ταξικής πάλης: ξεκινώντας από τους οικονομικούς νόμους που σχετίζονται με τη σύγχρονη αυτοματοποίηση της παραγωγής, είμαστε σε θέση να εντοπίσουμε τις τάσεις μετασχηματισμού της οργάνωσης της εργασίας που επισύρει αυτή η αυτοματοποίηση, καθώς και τα νέα πεδία κοινωνικής παρέμβασης, δηλαδή ταξικής πάλης, που είναι και ο τελικός κριτής τόσο για το εάν αυτές οι τάσεις μετασχηματισμού θα μετατραπούν σε πραγματικές αλλαγές, όσο και για τη συγκεκριμένη μορφή αυτών των αλλαγών. Αλλά και για να καταλάβουμε την αυτοματοποίηση, πρέπει να καταλάβουμε την κρίση.

3. Ο χαρακτήρας της χρίσης

Ξέρουμε σήμερα ότι η κρίση κερδοφορίας του κεφαλαίου στις ηγεμονικές χώρες της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας (όπως και στην Ελλάδα) οφείλεται στη σύζευξη δύο «παραγόντων». Πρώτος παράγοντας: με κάποιες χρονικές διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα, το κεφαλαιακό απόθεμα αυξάνεται γρηγορότερα από το προϊόν που αυτό το ίδιο απόθεμα παράγει. Δεύτερος παράγοντας: το μερίδιο των μισθών στο προϊόν δεν μειώνεται. Η συνδυασμένη δράση αυτών των δύο «παραγόντων» απολήγει στην πτώση της αποδοτικότητας του κεφαλαίου (Barou & Keizer 1984, Busch 1984, Μηλιός και Ιωακείμογλου 1987). Από κει και πέρα οι ερμηνείες διαφέρουν ανάλογα με τις έννοιες που χρησιμοποιεί κανείς για να στοχαστεί το συγκεκριμένο ποσοτικό δεδομένο και να το θεωρητικοποιήσει. Σε προηγούμενα τεύχη των «θέσεων» έχει νομίζω επαρκώς στηριχθεί ότι όλες οι ποσοτικές αναλύσεις στις οποίες αναφέρομαι δείχνουν πως η σύγχρονη κρίση του καπιταλισμού είναι μια κρίση υπερσυσσώρευσης με την έννοια που δίνει στη λέξη ο Marx: η κρίση νοείται, με το σύστημα αφηρημένων εννοιών που αναλύουν τους αντικειμενικούς οικονομικούς νόμους του καπιταλισμού, ως κρίση υπερσυσσώρευσης. Όμως στη συγκεκριμένη ανάλυση, όπου λαμβάνεται υπόψη και η δράση των εξωτερικών (ως προς τους οικονομικούς νόμους) αιτιών, δηλαδή όλων εκείνων των συνθηκών που αποτελούν εμπειρικά δεδομένα, εθνικές ιδιομορφίες, η κρίση υπερσυσσώρευσης εμφανίζεται ως κρίση του δεδομένου τρόπου παραγωγής υπεραξίας: κρίση παραγωγής σχετικής υπεραξίας, κρίση εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Η κρίση υπερσυσσώρευσης είναι:

* συσσώρευση κεφαλαίου με περιορισμένη ικανότητα εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης

* συσσώρευση που αναπτύσσεται πέρα από τις δυνατότητες αξιοποίησης του κεφαλαίου

* κρίση ενός κεφαλαίου που έχει χάσει την ικανότητα του να εκμεταλλεύεται την εργασία στο βαθμό εκείνο που απαιτεί η απρόσκοπτη αναπαραγωγή του συστήματος.

(Κ. Marx, «To Κεφάλαιο», τόμος 3 κεφάλαιο 15)

4. Το συγκεκριμένο και το δευτερεύον

Πάνω σ' αυτό το θεωρητικό πεδίο, που διανοίγεται με τη θέση ότι η κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου είναι κρίση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ο Marx μας δίνει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τη σχέση των συγκεκριμένων συνθηκών και των οικονομικών νόμων που διέπουν τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Γιατί η καπιταλιστική εκμετάλλευση και η σύμφυτη μ' αυτήν ταξική πάλη μέσα στο εργοστάσιο δεν υπάρχει ποτέ «αφηρημένα». Στέκεται έτσι στον αντίποδα όλης της «κρισιολογίας» που πάντοτε «εξηγεί» την κρίση χωρίς να χρειάζεται την έννοια της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της ταξικής πάλης. Η κυρίαρχη αντίληψη στην Αριστερά, ο οικονομισμός, διατείνεται ότι η φύση της κρίσης υπερσυσσώρευσης είναι εξελικτική: ρήξη στο τέλος ενός αναπόφευκτου κορεσμού, απόληξη μιας αργόσυρτης ωρίμανσης, ανάπτυξη μιας δομής που ενέχει τους όρους του μοιραίου μετασχηματισμού της, αλλά όχι αποτέλεσμα της ταξικής πάλης. Μπορεί στην παραδοσιακή Αριστερά, αλλά και στην όχι και τόσο παραδοσιακή, η έννοια της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της ταξικής πάλης να χρησιμοποιείται σαν αναφορά που εγγυάται για την αριστερή ταυτότητα εκείνου που εκφέρει τη λέξη, σίγουρα όμως δεν χρησιμοποιείται σαν θεωρητική έννοια. Ανήκει στον κόσμο του συγκεκριμένου τον οποίο οι «θεωρητικές αναλύσεις» της Αριστεράς απωθούν, ως επικίνδυνο για την συνοχή τους, στην υποτιμητική κατηγορία του «δευτερεύοντος». Τόσο η αιτία της κρίσης όσο και η έξοδος απ' αυτήν υποτίθεται ότι είναι αποτέλεσμα της αυτοδύναμης κίνησης του κεφαλαίου, δηλαδή των αιώνιων νόμων του: όπου την προτίμηση των διαφόρων θεωρητικών των ΚΚ, αλλά και των πιο σοβαρών μαρξόφωνων μελετητών συγκεντρώνει ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Το πλήθος των συγκεκριμένων συνθηκών της κρίσης, των εθνικών ιδιομορφιών, όλων εκείνων των εμπειρικών δεδομένων που αποτελούν παρεκκλίσεις από την ομοιομορφία των δομικών χαρακτηριστικών του καπιταλισμού, όλα αυτά, θεωρούνται συμβάντα ικανά μόνο να επιταχύνουν ή να επιβραδύνουν την πορεία προς (ή έξω από) την κρίση, και γι' αυτό ανήκουν στα «δευτερεύοντα» (και για όσους δεν γνωρίζουν την κομματική διάλεκτο αυτό σημαίνει

«ασήμαντα»). Για τον οικονομισμό, αυτή η πορεία (προς ή έξω από την κρίση) προδιαγράφεται και καθορίζεται από τους οικονομικούς νόμους του καπιταλισμού. Αυτή η απλούστευση της μαρξιστικής θεωρίας των κεφαλαιοκρατικών κρίσεων, μπορεί να αποτελεί άμορφο σώμα όπου αθροίζονται χωρίς συναρμογή τα πιο αντιφατικά στοιχεία (περίπτωση ΚΚΕ), ή να έχει τη μορφή επεξεργασμένης εκλεπτυσμένης ανάλυσης όπως στη περίπτωση του γαλλικού ΚΚ (περίπτωση Ρ. Boccara).

5. Η ταξική πάλη αποφασίζει

Η σύγχρονη κρίση του καπιταλισμού είναι κρίση εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα:

* πρώτα απ' όλα ότι η περίοδος 19651974 σημαδεύτηκε από την εργατική αμφισβήτηση της κεφαλαιοκρατικής οργάνωσης της παραγωγής που στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο είχε τη μορφή του ταιηλορισμού και του φορντισμού. Ο Coriat (1985) έχει περιγράψει καλύτερα από κάθε άλλον νομίζω - με τους δικούς του όρους που μοιάζουν πολύ στις θεωρίες του ιταλικού εργατισμού, πράγμα που δεν αναιρεί όμως το μεγάλο βάρος της δουλειάς του - αυτή την αμφισβήτηση και τη σημασία της. Επίσης, εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ποσοτικά στοιχεία που δίνουν οι Bewies. Gordon & Weiskop (1983), σχετικά με την αμφισβήτηση του ελέγχου του κεφαλαίου πάνω στην εργασιακή διαδικασία στις ΗΠΑ.

* δεύτερο, ότι στη μεταπολεμική περίοδο ενισχύθηκε ο συνδικαλισμός, με ορατές επιπτώσεις στη διανομή του εισοδήματος (σταθερότητα ή και αύξηση του πραγματικού μισθού ανάλογα με τη χώρα. αλλά και αύξηση του έμμεσου μισθού).

Τα αποτελέσματα της ταξικής πάλης, διαμεσοποιούνται από τους οικονομικούς νόμους: η εργατική αμφισβήτηση της ταιηλορικής οργάνωσης της εργασίας, ακόμη και όταν δεν έπαιρνε ανοιχτές μορφές εξέγερσης, μεταφραζόταν σε συχνές απουσίες από τη δουλειά, σε συχνή αλλαγή εργασίας (turnover), σε σαμποτάζ της παραγωγής, αλλά το κυριότερο, σε αδιαφορία. Και όλα αυτά, με τη σειρά τους εκφράστηκαν σε μείωση της αποτελεσματικότητας της εκμηχάνισης: χρειαζόταν επένδυση όλο και μεγαλύτερης ποσότητας κεφαλαίου για να επιτευχθεί η ίδια με πριν αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Αλλά όπως είδαμε, αυτός είναι ο ένας από τους δύο «παράγοντες» της πτώσης της κερδοφορίας του κεφαλαίου που είναι άμεσα αναγνώσιμη στα μεγέθη της εθνικής λογιστικής των βιομηχανικά αναπτυγμένων χωρών. Ακόμη, η οργανωμένη συνδικαλιστική δράση και τα αποτελέσματα της στη διανομή του προϊόντος, είχαν σαν αποτέλεσμα τη σταθεροποίηση ή την αύξηση του μεριδίου των μισθών στο καθαρό προϊόν: αλλά αυτός είναι ο δεύτερος «παράγοντας» της πτώσης του ποσοστού κέρδους, που είδαμε επίσης παραπόνου. Βέβαια, εξετάζοντας τις συγκεκριμένες συνθήκες συσσώρευσης κεφαλαίου σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό ξεχωριστά, ανακαλύπτει κανείς, πέρα από τα αποτελέσματα της ταξικής πάλης, και ένα πλήθος άλλων συνθηκών που έδρασαν πάνω στην μείωση της απόδοσης του κεφαλαίου: συνθήκες ιστορικές, εθνικές, που μπορεί να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν σ' έναν κοινωνικό σχηματισμό (π.χ. ευνοϊκή ή δυσμενής θέση στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα και τις διεθνείς ανταλλαγές, ισχυρό νόμισμα, προβλήματα ή πλεονεκτήματα της αγοράς εργασίας και τόσα άλλα). Ανακαλύπτει δηλαδή ότι οι συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες κάθε άλλο παρά δευτερεύουσες είναι. Ωστόσο, η μόνη συγκεκριμένη ιστορική συνθήκη που δεν υπόκειται σ' αυτόν τον περιορισμό είναι η ταξική σύγκρουση μέσα στην παραγωγή: αυτή υπάρχει σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό ανεξάρτητα από τη συγκυρία, έστω και σε λανθάνουσες μορφές (όπως π.χ. η «λούφα» για την οποία, παρεμπιπτόντως, ντρέπονται οι συνδικαλιστές μας: υπερασπίζονται μόνο τις νομιμοποιημένες μορφές ταξικής πάλης).

Η ταξική πάλη λοιπόν, είτε με την οργανωμένη μορφή της, την καθοδηγημένη από τα παραδοσιακά κομμουνιστικά και σοσιαλδημοκρατικά συνδικάτα, είτε με την «άγρια», την αυθόρμητη μορφή της, την εξοστρακισμένη από τη συνδικαλιστική πρακτική των θεσμοθετημένων οργανώσεων της εργατικής τάξης, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες - αν όχι τη σημαντικότερη - αιτία της κεφαλαιοκρατικής κρίσης. Η αντίληψη της παντοδυναμίας τον κεφαλαίου έχει θέση μόνο σε αναλύσεις που κλείνουν τα μάτια στα συγκεκριμένα γεγονότα, στις συγκεκριμένες, δηλαδή ιστορικές, συνθήκες συσσώρευσης του κεφαλαίου. Γιατί οι συνθήκες συσσώρευσης του κεφαλαίου δεν υπάρχουν «εν γενεί», αφηρημένα, αλλά πάντοτε στα πλαίσια του κοινωνικού σχηματισμού.

6. Η απόπειρα καπιταλιστικής εξόδου απ' την κρίση

Στις κρίσεις υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου - όπως έδειξε και πάλι ο Marx - η μοναδική διέξοδος για τον καπιταλισμό είναι η απαξίωση των μη επαρκώς αξιοποιούμενων κεφαλαίων. Αυτή η απαξίωση πραγματοποιείται με τον ανταγωνισμό που επιτρέπει να μείνουν στην αγορά μόνο εκείνα τα κεφάλαια που έχουν προχωρήσει σε εκσυγχρονισμό και έχουν γίνει έτσι πιο αποτελεσματικά σε ό,τι αφορά την κερδοφορία. Το κάθε ατομικό κεφάλαιο ρίχνεται τώρα στον ανταγωνισμό, που έχει οξυνθεί και διεθνοποιηθεί με όπλο τις νέες μηχανές, τις νέες μεθόδους οργάνωσης της εργασίας, την αναδιάρθρωση του κοινωνικού συνδυασμού εργασίας (δηλαδή του συλλογικού εργάτη), την συγκέντρωση του κεφαλαίου και την προσαρμογή στους νέους «κανόνες του παιχνιδιού» της αγοράς. Από εδώ απορρέει και η σημασία των «νέων τεχνολογιών». Το κεφάλαιο θα προσπαθήσει να αντιστρέψει τους δύο «παράγοντες» της κρίσης, δηλαδή να μειώσει το μερίδιο των μισθών στο καθαρό προϊόν, και να αυξήσει την αποτελεσματικότητα της εκμηχάνισης έτσι ώστε το καθαρό προϊόν να αυξάνεται πιο γρήγορα από το κεφαλαιακό απόθεμα.

7. Οι «νέες τεχνολογίες» δεν υπάρχουν

Το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι αν οι «νέες τεχνολογίες» μπορούν να οδηγήσουν σε αναδιάρθρωση της παραγωγής και να συμβάλλουν στην έξοδο από την κρίση.

Αν είναι αλήθεια ότι η κρίση είναι μια κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, δηλαδή μια κρίση εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, τότε η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα εξαρτάται από το εάν οι «νέες τεχνολογίες» μπορούν να αποδώσουν εκ νέου στην καπιταλιστική υποκατάσταση εργασίας από λειτουργίες των μηχανών, τη χαμένη της αποτελεσματικότητα. Πιο απλά: εάν μπορούν να οδηγήσουν σε επενδύσεις οι οποίες θα αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας πιο γρήγορα από το κεφάλαιο, αναιρώντας έτσι έναν από τους δύο «παράγοντες» της κρίσης που περιγράψαμε στην παράγραφο 3. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι η βιοτεχνολογία, οι οπτικές ίνες, οι ακτίνες laser, τα νέα υλικά, ακόμη και η πυρηνική ενέργεια (δεδομένων και των κοινωνικών αντιστάσεων που αντιμετωπίζει η χρήση της) μπορούν να παίξουν ένα τέτοιο ρόλο. Είναι δύσκολο ακόμα να πιστέψουμε ότι μπορούν να παίξουν το ρόλο κλάδων που με την ανάπτυξη τους θα ρυμουλκήσουν την οικονομία έξω από την κρίση. Τελικά μόνο η ηλεκτρονική και οι τηλεπικοινωνίες - δηλαδή το σύνολο των τεχνικών που χρησιμοποιούν τις μεταβολές των ηλεκτρικών μεγεθών για να μεταδώσουν ή να εκμεταλλευτούν πληροφορία - είναι σε θέση να παίξουν ένα σημαντικό ρόλο στη κεφαλαιοκρατική αναδιάρθρωση της παραγωγής. Για τον πολύ απλό λόγο ότι η ηλεκτρονική και οι τηλεπικοινωνίες, με την εφαρμογή τους στην παραγωγή, ανοίγουν μία νέα εποχή της εκμηχάνισης - τον αυτοματισμό - δηλαδή μια νέα εποχή της παραγωγικής δύναμης της εργασίας.

Ως προς την κεφαλαιοκρατική κρίση λοιπόν, σημασία δεν έχουν οι «νέες τεχνολογίες», αλλά η ηλεκτρονική και οι τηλεπικοινωνίες, που με την εφαρμογή τους στην παραγωγή επιτρέπουν την αυτοματοποίηση της. Ο ίδιος ο όρος «νέες τεχνολογίες» είναι λοιπόν αστόχαστος: το μόνο κοινό που έχουν αυτές οι τεχνολογίες είναι η νεότητα τους. Αλλά τίποτα δεν μπορεί να αφήσει πιο αδιάφορη την ιστορική ανάλυση από το εάν είναι νέες ή παλιές: αυτό που την ενδιαφέρει είναι ο ρόλος που κάθε μία απ' αυτές μπορεί να παίξει στην αναδιάρθρωση της παραγωγής - τελικά στη διαδικασία εξόδου από την κρίση.

8. Η αύξηση του παγίου κεφαλαίου προϋπόθεση της αυτοματοποίησης

Η εισαγωγή των αυτοματισμών στην παραγωγή αυξάνει δραστικά την παραγωγικότητα της εργασίας και το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης (μεταβάλλει τη σχέση του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας προς το χρόνο υπερεργασίας). Ταυτόχρονα όμως μικρότερος αριθμός εργατών από αυτόν που εργαζόταν στο ατελιέ παλιότερα, κινεί μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα μια μάζα μέσων εργασίας που είναι μεγαλύτερη από πρώτα και καταναλώνει μεγαλύτερη ποσότητα πρώτης ύλης (Girard & Poncet 1982). Πρόκειται δηλαδή για ένα άλμα στην τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου. Αυτή η αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου επιφέρει μίαν ακόμα μεγαλύτερη αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου επειδή η αξία των καινούργιων μέσων παραγωγής είναι μεγαλύτερη από αυτή των παλαιοτέρων. Επιπλέον οι προοπτικές μείωσης του κόστους των νέων μηχανών είναι αμφίβολες για το ορατό μέλλον (Coriat 1984) και το κόστος των περιφερειακών υλικών, αναδιάρθρωσης του χώρου εργασίας κλπ. εξακολουθεί να αποτελεί ένα μεγάλο ποσοστό του κόστους της μηχανής (40% έως 150%) που δείχνει να είναι πολύ λίγο ελαστικό (OECD 1983). Όλα δείχνουν ότι η αυτοματοποίηση θα είναι βαθμιαία (Illi 1985), ότι θα απαιτηθεί δηλαδή μία ολόκληρη περίοδος μετάβασης.

Αυτή ακριβώς η αύξηση της σύνθεσης του κεφαλαίου που προαναφέρθηκε, δημιουργεί όλη τη σύγχυση στον Α. Μητρόπουλο που την εκλαμβάνει ως «μείωση της συμβολής της εργατικής δύναμης στην παραγωγή της υπεραξίας» - ας αφήσουμε κατά μέρος το ότι η φράση αυτή εκφράζει σαφή άρνηση της μαρξιστικής θεωρίας της αξίας που δεν θα μας απασχολήσει όμως εδώ.

9. Η αδιάκοπη λειτουργία του συστήματος των μηχανών

Η εισαγωγή των αυτοματοποιημένων μηχανών στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής έχει λοιπόν αντιφατικά αποτελέσματα πάνω στο ποσοστό του κέρδους: αύξηση του ποσοστού υπεραξίας (δηλαδή του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης) αλλά και αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Κάθε ατομικό κεφάλαιο που προχωράει στην αυτοματοποίηση βρίσκεται λοιπόν μπροστά στην υποχρέωση να εξοικονομήσει όσο το δυνατόν περισσότερο σταθερό κεφάλαιο, και επομένως πάγιο κεφάλαιο. Ωθείται έτσι στην αδιάκοπη λειτουργία του συστήματος των μηχανών που αυξάνει τη μάζα της υπεραξίας διατηρώντας τον όγκο του παγίου κεφαλαίου αμετάβλητο. Αυξάνει έτσι και το ποσοστό κέρδους (loakimoglou and Milios, 1987).

Αυτός ο απαραίτητος όρος για την αξιοποίηση του κεφαλαίου, η αδιάκοπη λειτουργία των αυτοματοποιημένων μηχανών (Taddei 1986), εξηγεί μια σειρά φαινόμενα, όπως τη δυνατότητα κινητοποίησης της εργατικής δύναμης καθόλο το εικοσιτετράωρο, σε περισσότερες βάρδιες (συστήματα 3x8, 4x8, 5x8 έναντι 2x8), εργασία το Σαββατοκύριακο, εργασία σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού. Εξηγεί ακόμα το γεγονός ότι η αυτοματοποιημένη παραγωγή τείνει στο πρότυπο εκείνο που έγινε γνωστό σαν «εργοστάσιο του μέλλοντος» (factory of the future) (Economist Survey 30.5.87) ή CIM (Computer integrated manufacturing) και που χαρακτηρίζεται από παραγωγή σε μικρές σειρές (προσαρμογή στις απαιτήσεις του ανταγωνισμού σε εποχές κρίσης), από ομοιογενοποίηση της εργασίας, από πολυλειτουργικότητα ευελιξία των μηχανών, πολυειδίκευση και ανάγκη καινούργιας εκπαίδευσης των εργαζομένων. Η ανάγκη εξοικονόμησης σταθερού κεφαλαίου εκφράζεται και με την μεγάλη εξοικονόμηση των υποεπεξεργασία υλών (workinprogress) και των αποθεμάτων πρώτων υλών και έτοιμων προϊόντων (just in time delivery), που επιτυγχάνονται με τη διαχείριση με ηλεκτρονικό υπολογιστή. Η νέα αυτοματοποίηση της δεκαετίας του 1980 (δηλαδή η αυτοματοποίηση των βιομηχανιών μετασχηματισμού της ύλης {industries de transformation}) ακολουθεί τα ίχνη της παλιάς, της αυτοματοποίησης των δεκαετιών 1960 και 1970: (industries de proces - κλάδος Χημείας, Πετροχημείας, Πλαστικών Υλών κλπ.). Η παλιά αυτοματοποίηση είναι το πρότυπο και το ιδανικό της νέας: συνεχής ροή της πρώτης ύλης, ελαχιστοποίηση των νεκρών χρόνων, αποσύνδεση ρυθμού παραγωγής και ρυθμού εργασίας κλπ. (Coriat 1980). Εδώ ακριβώς συναντάμε και τη σημασία της εργασίας για την αυτοματοποίηση της παραγωγής.


10. Η αυτοκρατορία της εργασίας

Το σταμάτημα της αυτοματοποιημένης παραγωγής είναι λοιπόν έντονα ζημιογόνο για το κεφάλαιο: η παραγωγή αυτή έχει ανάγκη από μηδέν βλάβη, μηδέν καθυστέρηση, μηδέν ελάττωμα στο προϊόν, μηδέν αποθέματα πρώτων υλών και έτοιμου προϊόντος. Ο χρόνος λειτουργίας των μηχανών πρέπει να μεγιστοποιηθεί - η κρίσιμη μεταβλητή του κόστους δεν είναι πια οι μισθοί (Business Week 16.6.86). Αλλά αν μειώνεται η συμμετοχή της εργασίας στη διαμόρφωση του κόστους, ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει με τη σημασία της στην παραγωγή.

Η αυτοματοποίηση της παραγωγής, για να επιφέρει μία αύξηση του ποσοστού κέρδους (που σημαίνει στην περίπτωση μας αδιάκοπη λειτουργία των μηχανών), έχει σαν όρο της τη συγκρότηση ενός συλλογικού εργάτη που θα είναι ικανός να αντιδρά γρήγορα στα τυχαία γεγονότα που απορυθμίζουν το αυτοματοποιημένο σύστημα μηχανών, και να αποκαθιστά τη λειτουργία του. Αυτός ο συλλογικός εργάτης πρέπει να είναι ικανός να αναγνωρίζει τις αιτίες της βλάβης, να συνθέτει τις πληροφορίες που την αφορούν, και να επεμβαίνει διορθωτικά στον ελάχιστο δυνατό χρόνο (Anquetil 1983, Coriat 1984, Bayart 1987). Και αυτό σημαίνει καλυτέρευση των συνθηκών εργασίας, μετατόπιση της διευθυντικής εξουσίας από τον καταναγκασμό στη συναίνεση (Guigo 1987), μετάβαση από το διοικητικό ιεραρχικό management στις συμμετοχικές διαδικασίες (Le Monde 30.3.85), ανάπτυξη της γενικής εκπαίδευσης και της γενικής τάσης μέσα στην τεχνική εκπαίδευση (Le Monde, Bilan economique et social 1987), επειδή η βιομηχανία θα έχει ανάγκη από εργάτες ικανούς να αναλαμβάνουν συλλογικά τη συντήρηση, την επίβλεψη, τη ρύθμιση και τη οδήγηση των αυτοματοποιημένων μηχανών, τον έλεγχο της ποιότητας - και όλα αυτά απαιτούν ικανότητες αφαίρεσης, πολυλειτουργικότητα ευλυγισία, δηλαδή γενική εκπαίδευση, ενίσχυση της γενικής τάσης μέσα στην εκπαίδευση. Απαιτούν ακόμα οι νέες συνθήκες ανάπτυξη των γνώσεων και της πρωτοβουλίας των εργατών παραγωγής και απάλυνση της ιεραρχικής οργάνωσης της εργασίας - είτε πρόκειται για διοικητική είτε πρόκειται για τεχνική ιεραρχία. Οι συγκεκριμένες εμπειρίες (Barraquand & Maniani 1987), αποδεικνύουν ότι το κόστος ελαχιστοποιείται όταν αναπτύσσεται στο έπακρο η πολυλειτουργικότητα (ή ευλυγισία) των εργατών παραγωγής, και όταν το μικρότερο βάρος της ιεραρχίας (διοικητικής ή τεχνικής) επιτρέπει στους ίδιους αυτούς τους εργάτες την ανάπτυξη κάποιας αυτονομίας σε ό, τι αφορά την οδήγηση των αυτοματοποιημένων μηχανών.

Η ίδια λοιπόν η ανάγκη της εξοικονόμησης σταθερού κεφαλαίου, ροπή του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής που επιτείνεται από την εισαγωγή των αυτοματοποιημένων μηχανών, δημιουργεί μία τάση μετασχηματισμού της οργάνωσης της εργασίας, που έχει σαν ιδανικό της να αναλάβουν οι εργάτες παραγωγής ορισμένες λειτουργίες που στα πλαίσια της ταιηλορικής οργάνωσης της εργασίας αποτελούσαν αρμοδιότητα και προνόμιο της εργατικής ελίτ εργασίες διανοητικές που απαιτούν συγκριτικά με το παρελθόν υψηλή ειδίκευση και λήψη αποφάσεων σ' επίπεδο ατελιέ {on the shop floor} (περίπτωση Ford: Financial Times 6.11.87, περίπτωση Peugeot: Sarraz 1985, περίπτωση Volvo: Financial Times 19 4.85, περίπτωση Renault: Anquetil 1983, Coriat 1984, περίπτωση Vauxhall: Financial Times 22.2.88, περίπτωση MerlinGerin: Herblay 1986, περίπτωση περισσοτέρων γαλλικών επιχειρήσεων Barraquand & Maruani 1987). Ταυτόχρονα όμως η εγκατάσταση αυτής της «ιδανικής» οργάνωσης της εργασίας - εφόσον πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του κεφαλαίου που έχει την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, δηλαδή την εξουσία να καθορίζει το τι θα παραχθεί, πώς θα παραχθεί, σε τι ποσότητα, πότε, κλπ.έχει σαν περιοριστικό της όρο τη διατήρηση του ελέγχου της παραγωγής από το κεφάλαιο (Zarifian 1982): εδώ ξαναβρίσκουμε την αποφασιστική σημασία που έχουν οι θέσεις μάχης, η δύναμη, η προετοιμασία, η στρατηγική του αντιπάλου του κεφαλαίου, δηλαδή των εργατικών τάξεων. Αλλά η έρευνα των συγκεκριμένων εμπειρικών δεδομένων, κάνει φανερή και τη σημασία των ειδικών ιστορικών συνθηκών κάθε κοινωνικού σχηματισμού. Από αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες - μεταξύ των οποίων η ταξική πάλη, που ξεχωρίζει μόνο από το γεγονός ότι είναι πάντα και παντού παρούσα - εξαρτάται το εάν οι τάσεις μετασχηματισμού της οργάνωσης της εργασίας που προκύπτουν από τους νόμους κίνησης τον κεφαλαίου, θα μετατραπούν σε πραγματικές αλλαγές, αλλά και το τι συγκεκριμένη μορφή θα έχουν αυτές οι αλλαγές. Παραδείγματα: Είναι πολύ γνωστό ότι οι μορφές εργασίας στην Ιαπωνία ευνοούν την αυτοματοποίηση της παραγωγής στην κατεύθυνση υλοποίησης της «ιδανικής» οργάνωσης της εργασίας: «κύκλοι ποιότητας», συναινετικό κοινωνικό «κλίμα», ασαφή όρια του καταμερισμού εργασίας, συχνή αλλαγή θέσης εργασίας μέσα στο ίδιο εργοστάσιο, συμμετοχικές διαδικασίες, σημασία στην εκπαίδευση κλπ. (GRAP 1986). Στη Δυτική Γερμανία επίσης, υπάρχουν συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες που - συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη - ευνοούν την υλοποίηση της τάσης μετασχηματισμού της οργάνωσης της εργασίας που προκύπτει από την κίνηση του κεφαλαίου: διαθέτει κατάλληλα προσανατολισμένο εκπαιδευτικό σύστημα και ειδικευμένη εργατική δύναμη, βραχύτερη ιεραρχική κλίμακα στην παραγωγή, που επιπλέον βασίζεται στις μεγαλύτερες δεξιότητες του εκάστοτε «αρχηγού», μεγαλύτερη αυτονομία των εργατών παραγωγής (Barraquand & Maruani 1987). Στις ΗΠΑ και στη Γαλλία αντίθετα, μεταφυτεύονται οι Ιαπωνικοί «κύκλοι ποιότητας» με αμφίβολα αποτελέσματα (Chevalier 1987). Αναφέρονται περιπτώσεις (Rosenbrock 1985, Schneider 1985, Bayart 1987) όπου η οργάνωση της εργασίας δεν πλησιάζει καν το «ιδανικό» που προκύπτει από τους νόμους κίνησης του κεφαλαίου: σ' αυτή την περίπτωση έχουμε εμβάθυνση της ταιηλορικής οργάνωσης της εργασίας. Ακόμη, σε διαφορετικά εργοστάσια της Renault, βρέθηκαν τέσσερις διαφορετικοί τύποι οργάνωσης της εργασίας γύρω από την αυτοματοποιημένη παραγωγή, ανάλογα με το βαθμό παρέμβασης των εργατών στο περιεχόμενο και την οργάνωση της δουλειάς τους (Coriat 1984, Anquetil 1983).

Η οργάνωση της εργασίας στα αυτοματοποιημένα εργοστάσια δεν προκύπτει λοιπόν από καμιά τεχνική ή οικονομική αναγκαιότητα: είναι το αποτέλεσμα της διαπλοκής:

* των τάσεων μετασχηματισμού που προκύπτουν από τους οικονομικούς νόμους του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής

* των συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών - που ποικίλουν ανάλογα με τη

*χώρα, και μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση έχει η ισχύς, η οργάνωση, η παράδοση, η συνδικαλιστική οργάνωση, η στρατηγική της εργατικής τάξης. Δεν έχουμε δηλαδή να κάνουμε με κάποια «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» που έρχονται σ' αντίθεση με τις παραγωγικές σχέσεις και τις αλλάζουν έτσι ώστε να τους αντιστοιχούν. Τέτοια «φυσική» αντιστοιχία υπάρχει μόνο στις ιδεολογικές ασκήσεις της Αριστεράς.

Αλλά το πιο σημαντικό συμπέρασμα που μπορεί κανείς να εξάγει από τα παραπάνω είναι ότι η αυτοματοποίηση δεν είναι μία διαδικασία όπου το κεφάλαιο έχει την απόλυτη εξουσία: η αυτοματοποίηση ανοίγει ένα νέο πεδίο πάλης μέσα στο εργοστάσιο - πεδίο που ανοίγεται κάθε φορά που εγκαινιάζεται μία νέα εποχή της εκμηχάνισης - πάλης που διεξάγεται γύρω από τον έλεγχο - οργάνωση - διεύθυνση της παραγωγής και που μπορεί να οδηγήσει σε κατάκτηση από την εργατική τάξη στρατηγικών θέσεων μάχης μέσα στην παραγωγή. Και αυτή είναι τελικά και η πιο απογοητευτική πλευρά των απόψεων που παρουσιάζουν το κεφάλαιο ως εφιάλτη: αγνοούν αυτό το πεδίο μάχης και - όπως και τα ΚΚ - το χαρίζουν στον αντίπαλο.

Βιβλιογραφία

Anquetil D., 1983, «Automatisation et organisation du travail dans l'automobile», Critiques de l'economie politique, JanvierMars.

Barraquand G. & Maruani P., 1987, «Mourir a petit feu de la modernisation», Annales des Mines, ΣεπτέμΒριος.

Barou Y., Keizer B., 1984, «Les grandes economies», Seuil.

BayartD., 1987. «Automatisation des FMI: quelle participation des executants?», Annales des mines, Ιούλιος - Αύγουστος.

Bewies S., Cordon D.M., Weiskopf T.E., 1983, «Beyond the wasteland». Anchor Press. Doubleday.

Busch K., 1984. «Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα σε κρίση», θέσεις 8.

Business Week 16.6.86, 1986, «High Tech to the rescue».

Chevalier F.. 1987, «Les cercles de qualite: a bout de souffle?». Annales des Mines, Ιούνιος.

Coriat B.. 1980. «Automates et ouvriers», in «Usines et Ouvriers» Maspero.

Coriat B., 1984, «La Robotique», La Decouverte.

Coriat B.. 1985, «Ο εργάτης και το χρονόμετρο», Κομμούνα.

Dumenil G., 1978, «Le concept de loi economique dans le Capital». Maspero.

Economist Survey 30.5.87, «Factory of the future».

Financial Times 19.4.85, «Quality in working life grows slowly».

Financial Times 6.11.87, «Ford unveils radical minimanagers plan».

Financial Times 22.2.88, «Vauxhall poised for twoyear agreement».

GirardB., PoncetD., 1982, «L'atelier lexible automatise de Citroen a Meudon», Annales des Mines, Δεκέμβριος.

Grap, 1986. «Comme dans le discours». Annales des Mines. Μάρτιος.

Guigo D., 1987, «L'empire du consensus», Annales des Mines. Μάρτιος.

Herblay M., 1986, «L'ecole MerlinGerin: la meilleure facon de ne pas licencier», L'Expansion, '21.114.12.

Illi M., 1985, «New applications for industrial robots», CEDEFOP European Community.

loakimoglou I, & Milios) ., 1987, «The effects of automation of production on labour force reproduction process», in proc. of SamosSeminar on «Changing labour processes and new forms of urbanization», (in print).

Le Monde 30.3.85, «Comment motiver les salaries?».

Le Monde, Bilan economique & social, 1987, «L'industrie aura besoin de nonbacheliers».

Linhart R., 1978, «L'etabli», Les editions du Minuit.

Marx K., 1978, «Το Κεφάλαιο», Σύγχρονη Εποχή.

Μηλιός Γ. & Ιωακείμογλον Η., 1987, «Δείκτες κεφαλαιακής συσσώρευσης στην Ελλάδα», θέσεις 19.

OECD, 1983, «Robots industriels».

RosenbrockH.H., 1985, «Robots and people in the workplace», CEDEFOP European Community.

Sarraz J.P., 1985, «Impact social et organisationnel des automatismes et de la robotique», IECI Developpement.

Schneider R., 1985, «Social aspects of the use of robots», CEDEFOP European Community.

Taddei D., 1986, «Des machines et des hommes», Rapport au premier ministre, Documentation fra

Zarifian Ph. & Palloix Ch., 1982, «De la socialisation».

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή