Ο Μαρξ και η επιχείρηση Εκτύπωση
Τεύχος 23-24, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1988


Ο Μαρξ και η επιχείρηση
του Ετιέν Μπαλιμπάρ
Μετάφραση: Τάκης Ουλής


 Το πρόβλημα ηχεί, πρέπει να το πούμε, ταυτόχρονα ως πρόκληση και ως παγίδα. Η πρόκληση είναι φανερή: είναι αυτή μιας συγκυρίας στην οποία  - για να μιλήσουμε όπως ο Ζ. Ντελόρ  -  διακηρύσσεται «συναίνεση» γύρω απ' αυτό που ονομάζουμε επιχείρηση και τα προβλήματά της (προβλήματα δημιουργίας, χρηματοδότησης, παραγωγικότητας, «περιβάλλοντος»...)

Βέβαια υπάρχει παραφωνία μεταξύ αυτών που παρουσιάζονται, από την μια πλευρά, στο όνομα του «κόμματος της επιχείρησης» (Γκατάζ) και οι οποίοι μας σφυροκοπούν μέρα με τη μέρα με ορισμένες δυναμικές ιδέες εμπνευσμένες από το νεοφιλελεύθερο πιστεύουν («να ελαφρύνουν τα βάρη της επιχείρησης», «να χαλαρώσει ο κρατικός κλοιός», «να αποδοθεί η ρευστότητα στην αγορά εργασίας» κτλ.), και από την άλλη, αυτών που θα 'θελαν να ερμηνεύσουν την «προτεραιότητα στην επιχείρηση, προτεραιότητα που δεσπόζει πάνω από όλες τις άλλες» (Φ. Μιτεράν) ταυτόχρονα ως εθνική προσπάθεια «εκσυγχρονισμού» και επέκτασης της «κοινότητας της επιχείρησης» (citoyennete a l'entreprise), δηλαδή σε μια προοπτική συλλογικότητας.

Όμως αυτές οι αντιθέσεις και οι συσχετισμοί δυνάμεων μεταξύ δημόσιας ισχύος και ιδιωτικών (ή ψευτοδημόσιων δυνάμεων) που καλύπτουν, οριοθετούν βέβαια ένα έδαφος ιδεολογικής συμφωνίας (σύμπτωσης): η αδιάσειστη πραγματικότητα των προβλημάτων της επιχείρησης για όλους τους «κοινωνικούς εταίρους» του σήμερα, η διακηρυγμένη αναγκαιότητα κάθε πολιτικό σχέδιο να ορίζεται σε σχέση μ' αυτή την πραγματικότητα, και πρώτα απ' όλα να τη συλλαμβάνει αυτή καθεαυτή.

Και εκείνοι που, συνεχίζοντας μια μακρά παράδοση αγώνα στην οποία και οι λέξεις καθαυτές έπαιξαν ένα αποφασιστικό ρόλο  - ένα σημαντικό τμήμα του εργατικού κινήματος - αποστρέφονται να μιλούν για την επιχείρηση και που προτιμούν να μιλούν για το (μεγάλο) κεφάλαιο και τα αφεντικά, ανταμώνουν επίσης με τον τρόπο τους αυτή τη συναίνεση, εστιάζοντας όλη τη θεωρητική τους προσπάθεια στον ορισμό «νέων κριτηρίων διαχείρισης» και προσπαθώντας να αντιτάξουν στα κλεισίματα εργοστάσιων  - που υποτίθεται πως απορρέουν από μια καθαρά χρηματιστική καπιταλιστική λογική - μια βιομηχανική επιταγή, που συνδέεται με τον ορισμό της επιχείρησης ως κατ' αρχήν «παραγωγικού εργαλείου του έθνους» και υπόθεση των εργαζόμενων (το προϊόν της εργασίας τους, η βάση της ύπαρξης τους και της αναγνωρισμένης κοινωνικής αξίας τους).

Σημείο των καιρών; Το γεγονός είναι πως «ο Μαρξ» βρίσκεται εξ ορισμού αποκλεισμένος από αυτήν τη συναίνεση. Ανάμεσα στο λόγο της επιχείρησης και εκείνο της πάλης των τάξεων, όχι μόνο είναι απόλυτη η αδυναμία επικοινωνίας αλλά είναι αδύνατη και η σύγκρουση. Πράγμα που στη σημερινή συγκυρία, κινδυνεύει να σημασιοδοτήσει όχι τη συγκρότηση του μαρξισμού σε πόλο αντίστασης και αντεπίθεσης στις νεοφιλελεύθερες τάσεις, αλλά αντίθετα μια εξάλειψη του μαρξιστικού λόγου, που θα φαντάζει σαν να έχει όλο και περισσότερο προσβληθεί από αρχαϊσμό και εξωπραγματικές τάσεις...

Αναφορικά μ' αυτό, δεν είναι καθόλου παράδοξος ο ολότελα παραδοσιακός χαρακτήρας του λόγου για την «κοινωνία (της) αγοράς» μιας και θα θέλαμε να μην πολυαφήσουμε να μας εντυπωσιάσει ο κατακλυσμός των αναφορών στις αποδείξεις της οικονομικής επιστήμης, στις υποσχέσεις της πληροφορικής επανάστασης ή στα «πολύ γνωστά» καταστροφικά αποτελέσματα του κρατισμού, του κολεκτιβισμού, του συγκεντροποιημένου σχεδιασμού και των «ισοπεδωτικών» κοινωνικών πολιτικών... Και ωστόσο η πρόκληση υπάρχει: μια κατάσταση στην οποία «ο Μαρξ» και ο μαρξισμός, ακόμα και στα μάτια εκείνων που έχουν τη συνήθεια να αναζητούν σ' αυτόν μια αντικαπιταλιστική αναφορά, καλούνται να απαντήσουν σε μια ερώτηση που όχι μόνο δεν είναι η δική τους, αλλά από ορισμένες απόψεις είναι μη διατυπώσιμη στο σύμπαν του λόγου τους και της ιστορικής δράσης τους.

Δεν πρόκειται ωστόσο για μια παγίδα, στην οποία θα ήταν λίγο ηλίθιο να πιαστούμε, και που ίσως δεν αποφεύγουν αυτοί οι ίδιοι που την στήνουν; Διότι για ποιο «πρόβλημα» πρόκειται ακριβώς; Η σύμμειξη φιλελεύθερου αρχαϊσμού και τεχνοκρατικού μοντερνισμού καλύπτει καταρχήν ένα αρκετά εμφανές εγχείρημα: να επανενεργοποιηθεί η ιδέα της «κοινωνίας της αγοράς» ως αμοιβαία συνεπαγωγή της επιχειρησιακής ελευθερίας και της ατομικής ελευθερίας, μέσα από την εκμετάλλευση της ιστορικής, λίγο πολύ μυθικής εικόνας μιας καπιταλιστικής επιχείρησης που υποτίθεται ότι είναι το προϊόν και το πεδίο δράσης της ατομικής πρωτοβουλίας. Πρόκειται για ένα σωστά μεθοδευμένο πόλεμο, εφόσον η συνέπεια του είναι έστω πολύ προσωρινά να παρασύρεται πολιτικά η κοινή γνώμη, το «πνεύμα των καιρών», που κατατρέχονται από τη νοσταλγία της προσωπικής ελευθερίας και της ατομικότητας, στην υπηρεσία οικονομικών συμφερόντων που δεν έχουν πλέον τίποτε να κάνουν  - αν είχαν βέβαια ποτέ - με αυτή την εικόνα απόλυτης ανεξαρτησίας και καθαρά «ιδιωτικής» πρωτοβουλίας.

Όμως δεν βρίσκεται εδώ, αυτό που επιπόλαια θα νόμιζε κανείς, το μέσο αναίρεσης της κριτικής που κατευθύνθηκε άλλοτε από τον Μαρξ ενάντια στην απάτη των «τυπικών ελευθεριών» σε μια κοινωνία ανισοτήτων, ανταγωνιστικών συμφερόντων και μαζικής συγκεντροποίησης των πραγματικών εξουσιών προς όφελος μειονοτήτων, πράγμα που συνεχίζει να τις καθιστά συγγενείς μ' αυτό που η Ρ. Λούξεμπουργκ αποκαλούσε «η ελευθερία της ελεύθερης αλεπούς στο ελεύθερο κοτέτσι»...

Το ζήτημα του κέρδους

Ιδιαίτερα, ο λόγος για την προτεραιότητα στην επιχείρηση κρύβει ο ίδιος με πολύ άσχημο τρόπο μια ανοικτή αντίφαση: την ίδια στιγμή που οι παρεμβάσεις

του κράτους χρεώνονται με όλα τα αμαρτήματα (ως ισάριθμα εμπόδια στην ορθολογικότητα της αγοράς, συνεπώς στην «έξοδο από την κρίση»), η επιχείρηση περιμένει περισσότερο παρά ποτέ τα πάντα σχεδόν από το κράτος: είτε πρόκειται για την εξαγορά ελλειμματικών βιομηχανικών τομέων είτε για νέους μεταμφιεσμένους προστατευτισμούς, χάρη στους οποίους, σε μια παγκόσμια αγορά κορεσμένη από πλεονασματικές παραγωγικές δυνατότητες, μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις επιζητούν να διασφαλίσουν ορισμένες ζώνες ασφάλειας, ορισμένα μονοπώλια στην αγορά.

Χωρίς να ξεχνάμε τις κατασταλτικές παρεμβάσεις του κράτους που ζητούνται σχεδόν απροκάλυπτα για να επαναφερθεί η εργατική δύναμη, θέλοντας και μη σ' αυτή την ιδανική «ρευστότητα»  - σ' αυτή την «ορθολογική συμπεριφορά» του εργάτη μοντέλο στη φιλελεύθερη δημοκρατία, που επωμίζεται, ίδιος «επιχειρηματίας», τους κινδύνους της πώλησης του. Αυτής της ρευστότητας που η ανάπτυξη των συνδικαλιστικών οργανώσεων και το κράτος κοινωνικής πρόνοιας υποτίθεται ότι έχουν κατά κακή σύμπτωση καταργήσει, και που οι βιομηχανικές αναδομήσεις δεν επαρκούν για την ανασύσταση της. Από τη στιγμή αυτή, υπάρχει το έδαφος για να αναπτυχθεί η υποψία πως η παντού διαδεδομένη ταύτιση ανάμεσα στο μαρξισμό και έναν πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό κρατισμό,  - ακόμη και αν είναι σύμπτωμα ασαφειών και επαναληπτικών αντιφάσεων στη διδασκαλία του Μαρξ - μάλλον αποτελεί ένα επιτήδειο αλλά επιφανειακό «κόλπο» με στόχο να συγκαλυφθεί η βαθιά αλληλεγγύη που δεν παύει να διαπλέκεται ανάμεσα στον λόγο της επιχείρησης και σε έναν άλλο, καπιταλιστικά ουσιώδη, κρατισμό.

Αν στραφούμε προς τις θεωρητικές βάσεις αυτού του λόγου, ιδιαίτερα προς την «οικονομική θεωρία», η σύγχυση δεν είναι μικρότερη, και μεταφράζεται μάλιστα με λεκτικούς δισταγμούς: διότι η επιχείρηση δεν είναι ο επιχειρηματίας, ο ανταγωνισμός δεν είναι η επένδυση...

Με πολύ σπάνιες εξαιρέσεις, η «κλασική θεωρία» κυριαρχημένη από αυτό που ο Μαρξ ονόμαζε το αξίωμα των «οικονομικών αρμονιών» δηλαδή από την προβληματική της ισορροπίας, δεν έχει καμιά θεωρητικά ορισμένη θέση για την έννοια επιχείρηση (εκτός υπό τη μορφή ιδεατής παραγωγικής ενότητας στο χώρο του τέλειου ανταγωνισμού), ούτε πολύ περισσότερο για τον επιχειρηματία (εκτός στα «χυδαία» περιθώρια της, όταν πρόκειται να εγκαταλείψει το έδαφος της ανάλυσης για να αναλάβει την απολογητική του αστικού ασκητισμού ή για να μεμφθεί το κράτος, τις τράπεζες και τα συνδικάτα...)

Και είναι ενδιαφέρον το παράδοξο, ότι οι οικονομολόγοι εκείνοι για τους οποίους η «επιχειρησιακή δραστηριότητα» δεν ανάγεται ούτε στον «συνδυασμό» των διαθέσιμων συντελεστών της αγοράς, ούτε στην είσπραξη του κέρδους, είναι αισθητά ασυμβίβαστοι μεταξύ τους, όπως είναι ασυμβίβαστοι με το καθαρό φιλελεύθερο πιστεύω, είτε προβλέπουν τη «δύση» της δραστηριότητας τεχνολογικής καινοτομίας με τη μορφή της ατομικής πρωτοβουλίας (Σουμπέτερ), είτε αποδίδουν στον επιχειρηματία την αποφασιστική λειτουργία της επιλογής μεταξύ χρηματιστικής κερδοσκοπίας και παραγωγικής επένδυσης, αλλά παίρνοντας ως δεδομένο το «τέλος της ελεύθερης ανταλλαγής» (Κέυνς, ο κακός δαίμονας του σημερινού νεοφιλελευθερισμού).

Μια διπλή σύγχυση

Μια άλλη υποψία εγείρεται τότε, που θα απαιτεί μια διεξοδικότερη κριτική των ενεχόμενων εννοιών: ότι παρά την πολυλογία της η πολιτική οικονομία αν την επικαλεσθεί κανείς ως αυθεντία, δεν είναι λιγότερο αμήχανη κατά βάθος μπροστά στο αντικείμενο που ονομάζεται «επιχείρηση» από το μαρξισμό με τη σιωπή του. Πολύ περισσότερο που αυτός, αν δεν έχει να κάνει με την επιχείρηση ή τον επιχειρηματία με την τρέχουσα σημασία, έχει ωστόσο να κάνει με τη συσσώρευση, την κρίση, τον «κεφαλαιοκράτη».

Ας ορίσουμε ωστόσο με ακρίβεια για ποιον «μαρξισμό» μπορεί να πρόκειται. Εάν υπάρχει μια χυδαία οικονομία, αναμφίβολα υπάρχει επίσης και ένας χυδαίος μαρξισμός: είναι μάλιστα αυτός που είναι κυρίαρχος, και που επηρεάζει ισχυρά τις αναγνώσεις μας του Μαρξ. θα μπορούσαμε σε ό,τι μας αφορά εδώ, να τον ανασυστήσουμε εξ ολοκλήρου ξεκινώντας από το σύνθημα της κολεκτιβοποίησης: πέρασμα από την «αναρχία» της ιδιωτικής παραγωγής και της «λογικής του κέρδους» στη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, που προορίζεται ταυτόχρονα να επιτρέψει μια ορθολογική σχεδιοποίηση και μια απελευθέρωση του εργαζόμενου (υπάρχει το υπονοούμενο: αν ο εργαζόμενος υφίσταται την εκμετάλλευση, αυτό γίνεται γιατί η ατομική ιδιοκτησία  - είτε πρόκειται γι άτομο είτε για ομάδα - αποζητά αποκλειστικά το μέγιστο κέρδος με τον ανταγωνισμό).

Για να είμαστε όσο γίνεται πιο σύντομοι, ας πούμε πως είναι αυτό το χυδαίο μόρφωμα που καθιστά δυνατές τις δύο φαινομενικά αντιφατικές κριτικές που μπορεί να απευθύνει κανείς στο μαρξισμό: τι έχει να πει για την επιχείρηση; Κατ' αρχήν είναι εναντίον και κατά δεύτερον την αγνοεί... Σ' αυτό το σημείο όπως και σε άλλα, θα πρέπει ν' αναρωτηθούμε τι οφείλει ο χυδαίος μαρξισμός στην ίδια τη θεωρία του Μαρξ. Αλλά είναι μεθοδολογικά αρτιότερο να αρχίσουμε αγνοώντας τον χυδαίο μαρξισμό για να επανεξετάσουμε τις ίδιες τις προτάσεις του Μαρξ.

Ας στραφούμε λοιπόν προς το πιο συμπυκνωμένο σημείο της θεωρίας του και ας θέσουμε πολύ απλά το ερώτημα ποιος είναι επ' ακριβώς ο «κεφαλαιοκράτης» τον Μαρξ, τι κάνει, ποια είναι η κοινωνική και ιστορική λειτουργία τον; Ποια σχέση διατηρεί αυτή με την ειδική μορφή της επιχείρησης, οριζόμενης από τον οικονομικό λόγο ως ο «κεφαλαιοκρατικός μικρόκοσμος, ο πρώτιστος θεσμός του καπιταλισμού» (F. Perroux).

Κατά παράδοξο τρόπο, η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα αναβάλλεται συστηματικά στο κείμενο του Μαρξ. Αναμφίβολα, από τα πρώτα μέρη (του Κεφαλαίου), ο κεφαλαιοκράτης ορίζεται ως «ο υπάλληλος του κεφαλαίου», ο «φέρων» την κοινωνική σχέση εκμετάλλευσης ή ο «συνειδητός φορέας» (δηλαδή θεμελιακά ασυνείδητος) της αξιοποίησης και της συσσώρευσης: αναμφίβολα ο καθοδηγητικός ιστός των αναλύσεων της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής εγκαθιδρύεται μέσα από μια θεωρητική αναφορά στην οποία «ο κεφαλαιοκράτης» εμφανίζεται ως το πρόσωπο εκείνο το οποίο «βρίσκει» στην αγορά τα μέσα παραγωγής και το εμπόρευμα εργατική δύναμη, για να συναθροίσει και να ελέγξει τον αποτελεσματικό συνδυασμό τους.

Συλλογικός καπιταλιστής, συλλογικός εργάτης

Αλλά αυτό το πρόσωπο δεν είναι προφανώς παρά μια αφαίρεση, δεν αποτελεί παρά την ενσάρκωση της αυτόνομης κίνησης της αξίας, την «αυτοκίνηση» του κεφαλαίου. Κατά συνέπεια, η έννοια αυτής της κίνησης δεν κατασκευάζεται ξεκινώντας από τις πρωτοβουλίες του κεφαλαιοκράτη, αλλά ξεκινώντας από τις συνθήκες αναπαραγωγής και χρησιμοποίησης της εργατικής δύναμης. Η θεωρία του κεφαλαίου δεν συνίσταται στην ανάλυση των ενεργειών ενός επιχειρηματία, αλλά σ' αυτήν των μεταμορφώσεων της εργασίας και της αξίας που αυτή παράγει (πράγμα που σημαίνει επίσης πως, για να μάθουμε «αυτό που κάνει» ο κεφαλαιοκράτης, πρέπει πρώτα να μάθουμε πώς εργάζεται ο μισθωτός παραγωγός), θα πρέπει να περιμένουμε το Τρίτο Βιβλίο για να συναντήσουμε μια διαφοροποίηση, και άρα μια συγκεκριμενοποίηση του κεφαλαιοκράτη.

Δύο δυνατότητες ερμηνείας ανοίγονται εδώ. Η πρώτη συνίσταται στο να θεωρήσουμε, όπως μας προσκαλεί ο ίδιος ο Μαρξ, την αφηρημένη λειτουργία του κεφαλαιοκράτη ως μια απλή «μάσκα». «Τα εμπορεύματα δεν μπορούν να πάνε από μόνα τους στην αγορά»: ιδιαίτερα το χρήμα δεν κυκλοφορεί χωρίς αφέντη, χωρίς ιδιοκτήτη. Όμως, η αληθινή εξουσία είναι απρόσωπη, είναι αυτή του ίδιου του χρήματος. Αυτό που μετρά, είναι η λειτουργία, όχι ο δικαιούχος της ή η δικαιϊκή μορφή που του επιτρέπει να την εκπληρώνει.

Αυτό που λόγου χάρη επιτρέπει τη λειτουργία ενός συσσωρευμένου ποσού χρήματος ως κεφαλαίου και όχι ως μη παραγωγικού «θησαυρού» ή ως αποθεματικού πολυτελούς κατανάλωσης δεν είναι μια απόφαση για επένδυση που παραπέμπει στην ψυχολογία ή στην κοινωνιολογία μιας ιδιαίτερης τάξης ατόμων, αλλά η ίδια η ανάπτυξη της εμπορευματικής παραγωγής και κυκλοφορίας.

Αμφισβητήσιμη σημείωση αν θέλουμε να τη διαβάσουμε κατά άμεσα ιστορικό τρόπο, αλλά πολύ οξεία αν την διαβάσουμε ως την ένδειξη μιας τάσης: οι μορφές της «ατομικής ιδιοκτησίας» συνάγονται από την ύπαρξη του κεφαλαίου, αλλά είναι τυχαίες οι ίδιες· μπορούν συνεπώς να αλλάξουν (και μαζί τους η μορφή του κεφαλαιοκράτη, οι τρόποι της επιλογής του και της ιστορικής συμπεριφοράς του) δίχως ωστόσο να εξαφανισθεί η θεμελιακή λειτουργία του ως διαμεσολαβητή ανάμεσα στην κυκλοφορία και τη παραγωγή, ως οργανωτή της εκμετάλλευσης και παράγοντα της συσσώρευσης.

Δίπλα από τον ατομικό κεφαλαιοκράτη και ανταγωνιστικά προς αυτόν, αναδύεται ο συλλογικός κεφαλαιοκράτης: τίποτα δεν εμποδίζει εδώ, χωρίς να ανατρέψουμε την προβληματική του Μαρξ, να προσθέσουμε το καπιταλιστικό κράτος, ή το κράτος ως ιδιαίτερο καπιταλιστή. Από αυτή την οπτική γωνία ο Μαρξ, με τον τρόπο του, προλαμβάνει μια λειτουργική (ή δομική) ανάλυση της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας στην οποία σχετικοποιείται ο ρόλος της νομικής ιδιοκτησίας και η οποία, συνεπώς, δεν διακινδυνεύει κατά τίποτα να ακυρωθεί από την ανάδυση μιας διάκρισης ανάμεσα στην ιδιοκτησία του κεφαλαίου και τη διαχείριση ή διεύθυνση της επιχείρησης: αντίθετα, δεν μπορεί παρά να την επιβεβαιώσει.

Ωστόσο η αρχική αφαίρεση μπορεί επίσης να κατανοηθεί κατά ένα άλλο τρόπο: ως έκφραση ενός οικονομικού αξιώματος που υπαγορεύει όλη την ανάλυση του ίδιου τον κεφαλαίου και που, υπ' αυτή την έννοια, κατανέμει προκαταβολικά τα ορατά θεωρητικοποιήσιμα προβλήματα. Ορισμένα θα εμπέσουν οριστικά στο πεδίο της θεωρίας (συμπεριλαμβανόμενου και του πεδίου των μεταγενέστερων ερευνών της)· άλλα αντίθετα θα βρεθούν εκτός πεδίου, και σ' αυτές τις συνθήκες δεν θα μπορέσουν να αναδυθούν παρά ως σημεία φυγής, στη χειρότερη περίπτωση προς την οικονομική ιδεολογία, στην καλύτερη προς την ίδια την πολιτική πραγματικότητα, διακινδυνεύοντας τη διάρρηξη της ενυπάρχουσας θεωρίας.

Ας εξηγηθούμε κατά τον πιο σχηματικό δυνατό τρόπο. Όλα περιστρέφονται εδώ γύρα) από το ζήτημα του κέρδους. Ο αρχικός συλλογισμός του Μαρξ συνίσταται στην κατάδειξη του ότι η διόγκωση της αξίας προϋποθέτει την κυκλοφορία και τις χρηματικές ανταλλαγές (αφού μόνο το χρήμα, «γενικό ισοδύναμο» των εμπορευμάτων, δίνει στην αξία μια αυτόνομη μορφή, η οποία την καθιστά αξιοποιήσιμη αυτή καθεαυτή: αυτό που θα αποκαλέσουμε υπεραξία) αλλά δεν μπορεί να εξηγηθεί ή να έχει την πηγή της στην κυκλοφορία.

Γι αυτό πρέπει εξ υποθέσεως να στοχαστούμε ως ένα σώμα την ολότητα του κεφαλαίου (που συμπεριλαμβάνει όλες τις «μερίδες», που εμπειρικά, επενδύονται σε εμπορικές, βιομηχανικές ή τραπεζικές ενέργειες) και να αναλύσουμε τη διαδικασία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής ως ένα χαρακτηριστικό κύκλο, που πηγαίνει από την αρχική κυκλοφορία (χρηματική μορφή) στη συσσώρευση (επιστροφή στη χρηματική μορφή) περνώντας από την εργασιακή διαδικασία (όπου το κεφάλαιο παίρνει τη μορφή εμπορευμάτων: μηχανές, εγκαταστάσεις, πρώτες ύλες, εργατική δύναμη) και η οποία αναπαράγεται επ' αόριστο στην κοινωνική κλίμακα. Πράγμα που σημαίνει πώς η κίνηση των βιομηχανικών κεφαλαίων θεωρείται ως χαρακτηριστική του κεφαλαίου εν γένει ή αν το προτιμάμε ως «αντιπρόσωπος» του συνόλου των κεφαλαίων στο εγχείρημα από το οποίο έλκουν όλα τη δυνατότητα της αξιοποίησης τους. Αυτή είναι η αρχική θεωρητική αφαίρεση του Μαρξ. Είναι αυτή που καθιστά δυνατή τη συγκεκριμένη ανάλυση των χαρακτηριστικά κεφαλαιοκρατικών φαινομένων, που επιμελώς συσκοτίζει η πολιτική οικονομία. Αλλά πρέπει επίσης να δούμε αυτό που προκύπτει όταν ο Μαρξ καταπιάνεται να εξετάσει τις «μετασχηματισμένες μορφές» της υπεραξίας, δηλαδή την κίνηση των ατομικών κεφαλαίων.

Ας ξαναδιαβάσουμε λοιπόν, παρά τον αποσπασματικό και ανολοκλήρωτο χαρακτήρα της, την ανάλυση της διαφοράς μεταξύ τόκου (του χρηματιστικού κεφαλαίου) και του επιχειρηματικού κέρδους (Τρίτο Βιβλίο, Κεφ. 23 και επόμενα).

Η στρατηγική της εκμετάλλευσης και του κράτους

Στην πράξη δεν είναι οι ίδιοι κεφαλαιοκράτες (σε κάθε περίπτωση δεν είναι οι ίδιες μερίδες του κεφαλαίου) που λειτουργούν ως κεφάλαιο χρήμα (ουσιαστικά στην πίστη, στην χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, τις χρηματιστηριακές λειτουργίες) και ως βιομηχανικό «παραγωγικό» κεφάλαιο. Οι πρώτοι «δανείζουν» στους δεύτερους με τη διαμεσολάβηση ενός τόκου (πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να ρυθμίζεται η κεφαλαιαγορά στη βάση ενός «επιτοκίου»). Οι δεύτεροι οφείλουν να συνυπολογίζουν τον τόκο που πληρώνουν για τα κεφάλαια που δανείσθηκαν όχι ως ένα μέρος του κέρδους τους, που αφαιρείται ή διανέμεται εκ των υστερών, αλλά ως ένα στοιχείο του κόστους παραγωγής, το οποίο καθορίζει προκαταβολικά το περιθώριο των δυνατών κερδών.

Υπάρχει εδώ μια περιγραφή που όχι μόνο εναρμονίζεται με τα στοιχεία της πρακτικής του «συγκεκριμένου» κεφαλαιοκράτη, αλλά, που αν απομονωθεί, φαίνεται να ανοίγει το δρόμο σε μια ολόκληρη ανάλυση της «λειτουργίας του επιχειρηματία»:

 - είτε σε μια κατεύθυνση που θα την ονομάζαμε «σουμπετεριανή» (ο επιχειρηματίας είναι αυτός που προωθεί την καινοτομία στην παραγωγική συνδυαστική, ή στη στρατηγική της κατάκτησης των αγορών, κατά τρόπο που να οδηγεί στα απώτερα άκρα τα όρια που του επιβάλλει η πίστωση την οποία αρχικά διέθετε).

 - είτε σε μια «κευνσιανή» κατεύθυνση (ο επιχειρηματίας, ατομικός ή όχι, είναι αυτός που επιλέγει την παραγωγική επένδυση μάλλον παρά την κερδοσκοπική επένδυση, το ποσοστό κέρδους ενάντια στο επιτόκιο: από εδώ ξεκινά η ιδέα πως ο ρόλος του κράτους συνίσταται στο ρίξιμο των επιτοκίων για να δώσει κίνητρα στην παραγωγική επένδυση).

 - είτε τέλος σε μια κατεύθυνση καθεαυτό «μαρξιστικής» που θα έμενε να ορίσουμε, αλλά που σε κάθε περίπτωση θα συμπεριείχε ταυτόχρονα την έννοια μιας στρατηγικής για την παραγωγή (που θα περιλάμβανε και τη σχετική αυτονομία του χρηματικής συνιστώσας) και αυτήν μιας οικονομικής πολιτικής με όση έμφαση μπορούμε να δώσουμε στον όρο αυτό.

Τέτοια δεν είναι, το ξέρουμε η οδός που επιλέγει ο Μαρξ. Αντίθετα, τον ενδιαφέρει να δείξει ότι στο αντιθετικό «παιχνίδι» του κέρδους και του τόκου, ουσιαστικά υπάρχει μια μυστικοποίηση ή αυταπάτη που μοιράζονται οι ίδιοι οι κεφαλαιοκράτες μεταξύ τους και η οποία εμφανίζει το χρηματιστικό κεφάλαιο ως το μόνο «κεφάλαιο καθ' εαυτό» και το επιχειρηματικό κέρδος ως την ανταμοιβή μιας (παραγωγικής) υπηρεσίας.

Ο Τρίτος τομέας

Απ' τα παραπάνω εκπορεύεται μια διπλή σύγχυση που μπορεί να εκμεταλλευθεί η αστική απολογητική: σύγχυση του ίδιου του κέρδους με το «μισθό επιτήρησης» (ή οργάνωσης) του βιομηχανικού κεφαλαιοκράτη, σύγχυση των λειτουργιών που αυτός ο τελευταίος εκπληρώνει ως κεφαλαιοκράτης (αντιπρόσωπος του κεφαλαίου) και αυτών που εκπληρώνει ως «διευθυντής της ορχήστρας» της συλλογικής παραγωγής (οριακά, ο κεφαλαιοκράτης θα μπορέσει να παρουσιαστεί ως ένας «εργαζόμενος» με μια ιδιαίτερη αρμοδιότητα, αναγκαίος για τη λειτουργία αυτού του κοινωνικού οργανισμού που είναι η επιχείρηση). Στο τέλος της γραφής, είναι το ίδιο το γεγονός της εκμετάλλευσης που γίνεται αόρατο, την ίδια στιγμή που η πηγή της συσσώρευσης του κεφαλαίου αποσπάται από την παραγωγή για να εμφανιστεί ως μια τυχαία, εξωτερική «σχέση», ανάμεσα στην παραγωγή και την κυκλοφορία, την αγορά των αγαθών και την αγορά των κεφαλαίοι.

Ο Μαρξ εξηγεί στο σημείο αυτό, πως το κέρδος και ο τόκος δεν είναι, σε τελευταία ανάλυση, παρά κλάσματα της συνολικής υπεραξίας και ότι το άθροισμα τους ρυθμίζεται μακροπρόθεσμα από το «μέσο ποσοστό κέρδους». Αυτό εξαρτάται από δύο συνολικά μεγέθη: την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου (δηλαδή την αναλογία των υλικών μεσών παραγωγής και της εργατικής δύναμης) και το ποσοστό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης. Εδώ είναι που τίθεται το ερώτημα αν ο Μαρξ, στην κριτική μάλιστα που κάνει, δεν αναπαράγει ορισμένα σχήματα σκέψης των οικονομολόγων: αναμφίβολα το μέσο ποσοστό κέρδους (ή το γενικό επίπεδο των τιμών) δεν μεταφράζει γι' αυτόν μια αυτόματη ισορροπία αλλά μεταφράζει μια ρύθμιση, οι περιορισμοί της οποίας είναι ταυτόχρονα «τεχνικοί» και «πολιτικοί» και η οποία επιβάλλει στις στρατηγικές των ατομικών κεφαλαιοκρατών μια γενική νόρμα.

Τέλος, ο Μαρξ αποδίδει σ' αυτές τις αποδείξεις μια εξήγηση της τάσης προς το σοσιαλισμό που υποτίθεται ότι ενυπάρχει στην εξέλιξη του καπιταλισμού, την ίδια στιγμή που εκφέρει μια σειρά προτάσεων που αναφέρονται στην κρίση. Αυτά τα δύο αντιθετικά φαινόμενα συνδέονται με την ανάπτυξη της πίστης (ή με τον αυξανόμενο διαχωρισμό μεταξύ του βιομηχανικού και του χρηματιστικού κεφαλαίου) συνιστούν όμως την καλή και την ανάποδη όψη μιας και της ίδιας αντίθεσης. (Ο Μαρξ λέει: «αρνητική λύση και θετική λύση»): αυτή που χωρίζει δύο μορφές κοινωνικοποίησης της οικονομίας: την «πραγματική» κοινωνικοποίηση (αυτήν της διαδικασίας παραγωγής που επιταχύνεται από την κεφαλαιοκρατική συγκέντρωση) και την «εικονική» κοινωνικοποίηση: (αυτή του συγκεντροποιημένου κεφαλαίου χρήματος, που «εκτροχιάζεται» αναπόφευκτα προς την κερδοσκοπία). Είναι πολύ αποκαλυπτικό να δούμε εδώ να εκφέρεται καθαρά από τον Μαρξ μια θέση που θα υπερισχύσει στο μεταγενέστερο μαρξισμό: αυτή των κεφαλαιοκρατών ως περιττής τάξης, που σημαίνει ταυτόχρονα παρασιτικής (όπου η κρίση είναι κατ' εξοχήν η στιγμή όπου αυτός ο παρασιτισμός βγαίνει στο φως της ημέρας) και άχρηστης (η κοινωνικοποίηση της παραγωγής θέτει όλο και περισσότερο τον κεφαλαιοκράτη εκτός της πραγματικής διαδικασίας, και κατανέμει τις «γενικές λειτουργίες» οργάνωσης σε μισθωτούς τεχνικούς).

Βρισκόμαστε εδώ στην καρδιά ενός κεντρικού προβλήματος στον Μαρξ που μπορούμε να συνοψίσουμε ξεκινώντας από την περιβόητη διατύπωση για την «αυταπάτη του ανταγωνισμού». Διατύπωση, πρέπει να το πούμε, εξαιρετικά αινιγματική. Αν ο ανταγωνισμός είναι μια αυταπάτη, ποια είναι αληθινά η πραγματικότητα της αναρχίας στην παραγωγή και, της ατομικής ιδιοποίησης των μέσων παραγωγής που ορίζονται ως η ουσία του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής; θα ξαναγυρίζαμε λοιπόν στην ιδέα πως, κάτω από το επιφαινόμενο μιας αναζήτησης του κέρδους από τις αυτόνομες οικονομικές μονάδες, λειτουργεί στην πραγματικότητας ένας μοναδικός κοινωνικός μηχανισμός, με τη διαφορά πως αυτός ο μηχανισμός δεν είναι η πραγμάτωση της optimum ευημερίας από το «αόρατο χέρι» της αγοράς, αλλά η μέγιστη εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης από τον «συλλογικό κεφαλαιοκράτη».

Μια μέση οδός

Και είναι η πανουργία της λογικής τις ιστορίας που καταλήγει, κάτω από την δράση μάλιστα του συλλογικού κεφαλαιοκράτη, στην ανάδειξη τον συλλογικού εργαζόμενου της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, ικανού να επιτελέσει την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών και να οργανώσει ο ίδιος την δική του εργασία.

Πράγματι ο κεφαλαιοκράτης (η κεφαλαιοκρατική τάξη) ήταν ανέκαθεν προορισμένο; να εξαφανιστεί, η ατομική λειτουργία του ήταν ανέκαθεν διακοσμητική και η πραγματική κατάργηση του (ξεχνώντας την αντίσταση που μπορεί να αντιτάξει), ζήτημα τεχνικών συνθηκών.

Όμως αν ο ανταγωνισμός είναι μια αυταπάτη, αυτό γίνεται, για μια ακόμη φορά, επειδή αυτός ανήκει στην «επιφάνεια» του συστήματος κοινωνικής παραγωγής, δηλαδή στη σφαίρα της κυκλοφορίας. Ωστόσο η ανάλυση του Μαρξ δεν συνεπάγεται στο θεωρητικό πυρήνα της, ότι η συλλογική ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής οδηγεί στην κατάργηση της κυκλοφορίας σαν τέτοιας ή αν θέλουμε ότι καταργεί την κατανομή των οργάνων εργασίας και της εργατικής δύναμης ανάμεσα σε διαφορετικούς «κλάδους» παραγωγής, μετασχηματίζοντας έτσι κατά κάποιο τρόπο την κοινωνία (και οριακά ολόκληρη την ανθρωπότητα, αφού η κεφαλαιοκρατική αγορά είναι παγκόσμια) σε ένα μοναδικό εργοστάσιο. Γι αυτό μπορούμε υπέροχα να αντιστοιχήσουμε στην κριτική της αυταπάτης του ανταγωνισμού, μια μαρξιστική κριτική των «ψευδαισθήσεων της σχεδιοποίησης» της οποίας τα θέματα (δηλαδή η «διοίκηση των πραγμάτων» που είναι ολοκληρωτικά προγραμματισμένη εκ των προτέρων ξεκινώντας από ένα μοναδικό κέντρο αποφάσεων είναι απλά η αντεστραμμένη ιδεολογική εικόνα των «οικονομικών αρμονιών» και του «αόρατου χεριού της αγοράς».

Αυτό που δημιουργεί τη δυσκολία συνίσταται αναμφίβολα στο ότι ο Μαρξ αναζήτησε να στοχαστεί κάτω από την ίδια έννοια του «συλλογικού κεφαλαιοκράτη» δύο πολύ διαφορετικές (συν)αρθρώσεις. Από την μία πλευρά αυτήν που δομεί τον «κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας» σε διακριτούς κλάδους, που αντιστοιχούν σε ετερογενείς «ανάγκες», ιστορικά εξελικτικές και εν μέρει καθορισμένες από την ίδια την οργάνωση της παραγωγής, αλλά που εξ ορισμού δεν μπορούν να συντηχθούν σε ένα μοναδικό οργανόγραμμα κατ' απομίμηση των εργατικών ατελιέ ή των τμημάτων μιας επιχείρησης: Από την άλλη την έννοια των αντιθετικών (λειτουργιών) σε σχέση με την κυκλοφορία (αγορά και πώληση, χρηματοδότηση και παραγωγικός συνδυασμός) και που παραπέμπει σε τελευταία ανάλυση στη μεγάλη δυαδικότητα της «πραγματικής» οικονομίας και της «χρηματικής» οικονομίας. Ο ατομικός κεφαλαιοκράτης του Μαρξ (συμπεριλαμβανόμενης της μεγάλης επιχείρησης, αποτέλεσμα της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης των κεφαλαίων) βρίσκεται στη διασταύρωση αυτών των δύο (συν)αρθρώσεων, εξαρτάται ταυτόχρονα και από τη μία και από την άλλη, αλλά κατά άμεσο και συνεπώς αφηρημένο τρόπο.

Για να πούμε την αλήθεια, κάτω από την έννοια του «συλλογικού κεφαλαιοκράτη». βρίσκουμε επίσης μια άλλη πραγματικότητα, που δεν μπορεί να παραμένει επ' αόριστο παραγνωρισμένη: πρόκειται για την πολιτική ενότητα της κεφαλαιοκρατικής τάξης, έτσι όπως αυτή συγκροτείται στην ιστορία της αστικής κοινωνίας. Και, από αυτή την οπτική γωνία, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως η διαλεκτική ανακτά όλα τα δικαιώματα της στο βαθμό που εξαφανίζεται το αξίωμα μιας προκαθορισμένη; ενότητας ή συνολικότητας.

Διότι αυτή η πολιτική ενότητα δεν είναι παρά το αποτέλεσμα στο οποίο τείνει ένα παιχνίδι αντιθέσεων. Είναι ταυτόχρονα ενεργή στην πάλη των τάξεων  - αρχίζοντας από αυτήν που ξετυλίγεται στο ίδιο το έδαφος της εργασιακής διαδικασίας - και διαρκώς αμφισβητούμενη από τα διαλυτικά αποτελέσματα που παράγει αυτή η ίδια πάλη των τάξεων με το να αντιπαραθέτει μεταξύ τους τα συμφέροντα των «κεφαλαιοκρατικών μερίδων».

Γι αυτό και περνά αναπόφευκτα από το κράτος (και όχι από τις συνεννοήσεις των διευθυντών επιχειρήσεων, εκτός από εκείνες που γίνονται με την ιδιότητα ομάδας πίεσης προς το κράτος): θα μπορούσαμε να πούμε, οριακά, πως η εργοδοσία ενώνεται «απέναντι» στο κράτος, και μάλιστα ενάντια του, ακριβώς για να δεχθεί από αυτό τους όρους της ενότητας της, στην τριπλή λειτουργία του ως αντιπρόσωπου των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του κεφαλαίου (ενάντια στις «καταχρήσεις», τις «αναχρονιστικές» στρατηγικές εκμετάλλευσης των ατομικών κεφαλαίων), ως καταναγκαστικής εξουσίας (ενάντια στους αγώνες του οργανωμένου προλεταριάτου) και ως διαμεσολαβητή των ταξικών ανταγωνισμών (κατά τρόπο που να επιβάλλει ανάλογα με το συσχετισμό δυνάμεων, μια ισορροπία συμβιβάσιμη).

Αυτό που θα έπρεπε λοιπόν να συνοψίσουμε εδώ, είναι η ανάλυση των μεθόδων συσσώρευσης της υπεραξίας, όπως την πραγματοποιεί ο Μαρξ κυρίως σε σχέση με τη «σχετική υπεραξία» και τη βιομηχανική επανάσταση. Υπό μια έννοια πρόκειται γι' αυτό που είναι το πιο γνωστό στον Μαρξ (ο «επαναστατικός ρόλος» της αστικής τάξης: «συσσωρεύτε, συσσωρεύτε, είναι ο νόμος και οι Προφήτες!»...) και ωστόσο αυτό του οποίου πρέπει ακατάπαυστα να ξανατονίζουμε (και να επανασυγκροτούμε) την επικαιρότητα επειδή πρόκειται, όχι τυχαία, ταυτόχρονα για το απωθημένο της πολιτικής οικονομίας και αυτό που μόνιμα επιδιώκουν να περιορίσουν τη σημασία του οι εργοδοτικές ή «επιστημονικές» επεξεργασίες της «οργάνωσης» και των «ανθρώπινων σχέσεων στο εσωτερικό της επιχείρησης». Το αντικείμενο του Μαρξ εδώ, είναι πράγματι φαινομενικά το ίδιο μ' αυτό που στοχεύουν αυτές οι επεξεργασίες: η κεφαλαιοκρατική παραγωγικότητα της εργασίας και οι όροι της. Με τη διαφορά ότι ο «συντελεστής» του οποίου κάνουν συστηματικά αφαίρεση (εκτός όταν μιλάνε με λιγότερο ή περισσότερο επονείδιστο τρόπο, για την παθολογία του ανθρώπινου υλικού...) είναι ακριβώς εκείνος για τον οποίο ο Μαρξ δείχνει λεπτομερειακά (και εξαρτάται από εμάς να ξανακάνουμε επίκαιρες τις αναλύσεις του) τον μη αναγώγιμο χαρακτήρα του: η αντίσταση της εργατικής δύναμης στην εκμετάλλευση.

Γι αυτό το λόγο, από τη μια πλευρά, ο επιχειρηματίας κεφαλαιοκράτης (είτε πρόκειται για το μικρό εργοδότη είτε για την «τεχνοδομή» μιας μεγάλης ομάδας) χάνει εδώ την όποια αφαιρετική παρουσία για να ενσαρκωθεί στην ιστορική φιγούρα αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε στρατηγικό νου της εκμετάλλευσης: ένας στρατηγικός νους που οφείλει να επιτύχει ταυτόχρονα κατά «αποδοτικό» τρόπο, το «συνδυασμό»:,θέση στην αγορά, παραγωγικές τεχνικές, μεθόδους καταναγκασμού σε υπερεργασία (παίζοντας με τη διάρκεια της, την ένταση της, την αμοιβή της), και ιδιαίτερες «κοινωνικές πολιτικές» αναπαραγωγής του εργαζόμενου (από τον πατερναλισμό έως τη μετανάστευση). Και από την άλλη πλευρά η ίδια η κεφαλαιοκρατική επιχείρηση, ως πρώτος τόπος (και επίσης, το βλέπουμε καλά αυτή την στιγμή, ύστατο «καταφύγιο») της οργανωμένης αναμέτρησης των κοινωνικών δυνάμεων, ως κέντρο εκμετάλλευσης της εργασίας και συσσώρευσης του «πραγματικού» υλοποιημένου κεφαλαίου (ή της «νεκρής εργασίας»), συγκροτείται επίσης σε πολιτικό τόπο: όχι μόνο επειδή το κράτος είναι αναγκασμένο να παρέμβει από τις απαρχές της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (αρχίζοντας από την κατασταλτική και προστατευτική εργατική νομοθεσία και περιμένοντας την ανάπτυξη του συνδικαλιστικού δικαίου που ο Μαρξ δεν μπόρεσε να λάβει υπόψη του), αλλά επίσης γιατί η οικονομική συγκυρία, η δυνατότητα ή όχι να μπορούν να μεταφρασθούν τα κέρδη παραγωγικότητας σε «έκτακτα κέρδη» και συνεπώς σε διαφορικά πλεονεκτήματα πάνω στα ανταγωνιστικά κέντρα εκμετάλλευσης, εξαρτάται από αυτό το συσχετισμό δυνάμεων. Κατά συνέπεια η «αυτοκίνηση» του κεφαλαίου δεν είναι άλλο πράγμα, τελικά παρά το άθροισμα αυτών των διαφορικών.

Σ' αυτό το πλαίσιο, είναι εκπληκτικό πως ο ορισμός του ανταγωνισμού που προτείνει ο Μαρξ είναι ελαστικός, απομακρύνοντας σε δεύτερο πλάνο το θέμα της «αυταπάτης», για να υπογραμμίσει μάλλον την αλληλεπίδραση μεταξύ των στρατηγικών εκμετάλλευσης και των «καταναγκαστικών νόμων» της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης που για κάθε κεφαλαιοκράτη, επιβάλλονται «από τα έξω». «Η λειτουργία του επιχειρηματία παρουσιάζεται λοιπόν ως το σημείο συνάρθρωσης του δεσποτισμού του εργοστάσιου» (που πρέπει να ανασυγκροτεί ακατάπαυστα χρησιμοποιώντας γι' αυτόν το σκοπό την τεχνολογία ως μέσο υποταγής των «κατακερματισμένων» εργαζόμενων) και της «δικτατορίας της αγοράς» στην οποία υποτάσσεται ο ίδιος επί ποινή θανάτου (δηλαδή πτώχευσης), η δεύτερη όντας προϋπόθεση της πρώτης.

Πραγματικά η διαλεκτική αυτή όπως την περιγράφει ο Μαρξ δεν διαγράφει καμιά άμεση ούτε προπάντων μονοσήμαντη «διέξοδο». Δεν διατηρεί παρά μια τυχαία σχέση με το θέμα του «περιττού κεφαλαιοκράτη» (υπογραμμίζει μάλλον την ιστορική υλικότητα της εμπορευματικής σχέσης και της σχέσης εκμετάλλευσης, ' μαζί με την πλαστικότητα, την προσαρμοστικότητα της συνάρθρωσής τους). Γι αυτό το λόγο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην προοπτική μιας σοσιαλιστικής οικονομικής ιδεολογίας (μαρξιστικής ή όχι). Αντίθετα είναι αποφασιστική για τη διαμόρφωση, εν μέρει τουλάχιστον, των στόχων και των τάσεων μιας κομμουνιστικής πολιτικής.

 

 

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Politique aujourd'hui, τεύχος Ιουλίου Σεπτεμβρίου 1984. (Τίτλος πρωτοτύπου: Marx et l'entreprise).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή