Αμοιβή - Παραγωγικότητα και οι θέσεις των εργαζομένων Εκτύπωση
Τεύχος 23-24, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1988


Αμοιβή  -  Παραγωγικότητα και οι θέσεις των εργαζομένων*
του Κώστα Μπακιρτζή

Πριν σταθούμε ειδικά στο θέμα που εξετάζουμε, είναι ανάγκη να δούμε συνοπτικά το ευρύτερο πλαίσιο, μέσα στο οποίο εξελίσσονται σήμερα οι εργασιακές σχέσεις, τόσο στην Ελλάδα, όσο και διεθνώς.

Δεν είναι τυχαίο ότι συζητούμε σήμερα το θέμα της παραγωγικότητας και της σχέσης της με τις αμοιβές των εργαζομένων. Τ' ότι το συζητούμε σήμερα, σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, ενώ πριν 10-15 χρόνια πιθανώς αγνοούσαμε ακόμα κι αυτό τον όρο, πάλι κι αυτό δεν είναι τυχαίο γεγονός.

Κάθε οικονομική πολιτική, έχοντας κοινωνικά ταξικά χαρακτηριστικά, ντύνεται πάντα με κάποιες ιδεολογικές αξίες. Η μεταπολεμική γενιά των εργαζομένων βομβαρδίστηκε με τις ιδεολογικές αξίες της «κοινωνίας της αφθονίας» και του «λαϊκού καπιταλισμού», που μετατρέπει δήθεν το σοσιαλισμό σε ιστορικά ξεπερασμένο σύστημα.

Η σημερινή γενιά, η γενιά της κρίσης, βομβαρδίζεται με τις αξίες της «μετρημένης και πειθαρχικής ζωής» και της «παραγωγικότητας της εργασίας».

Παραγωγικότητα: αυτή είναι η νέα θρησκεία, που προπαγανδίζουν οι θεωρητικοί του συστήματος. Όποιος αντιτάσσεται, ή δεν συνεγείρεται από αυτή την αξία, αρχίζει ν' αντιμετωπίζεται σαν κοινωνικά και εθνικά «ύποπτος».

Να, λοιπόν, γιατί μιλάμε για την παραγωγικότητα. Δεν είναι ουσιαστικά δική μας αυτή η ιδέα. Δεν πρόκειται για ένα θέμα, που το εντοπίζουν και το προβάλλουν οι εργαζόμενοι και το συνδικαλιστικό κίνημα. Πρόκειται, αντίθετα, για μια επιλογή του κεφαλαίου, που συντηρεί μια καλά ενορχηστρωμένη προπαγάνδα και ασκεί μια σοβαρή ιδεολογική πίεση πάνω στην εργατική τάξη.

Να, λοιπόν, γιατί ασχολιόμαστε με το θέμα. Για ν' απαντήσουμε στην πρόκληση.

Αλλ' ας δούμε πιο συγκεκριμένα την οικονομική συγκυρία που χαρακτηρίζει σήμερα τη διεθνή και την ελληνική οικονομία.

1. Η παγκόσμια οικονομική κρίση του καπιταλισμού

Κυρίαρχο στοιχείο των σημερινών διεθνών εξελίξεων είναι η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση, κρίση του ίδιου του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Η βαθιά παρατεταμένη ύφεση στις οικονομίες των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, η συνεχιζόμενη κρίση του διεθνούς νομισματικού συστήματος, η στασιμότητα του παγκόσμιου εμπορίου, η υπερχρέωση και το αδιέξοδο στις οικονομίες των χωρών του Τρίτου Κόσμου, ο χρόνιος πληθωρισμός, αποτελούν εκδηλώσεις, που συνεχίζονται και αναπαράγονται τα τελευταία 12 χρόνια, δείχνοντας καθαρά ότι η σχετικά μακρόχρονη περίοδος οικονομικής σταθεροποίησης, που εξασφάλιζε μεταπολεμικά ο καπιταλιστικός κόσμος, έφθασε στο τέρμα της.

Η οικονομική στρατηγική του κεϋνσιανισμού μέσα απ' την οποία οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις κάτω απ' την ηγεμονία και το διεθνή συντονιστικό ρόλο των ΗΠΑ, αντιρροπούσαν κατά τα πολεμικά χρόνια τη σύμφυτη τάση της καπιταλιστικής οικονομίας για περιοδικές κυκλικές κρίσεις παραγωγής και εξασφάλιζαν μέσα απ' την τεχνητή διεύρυνση της ζήτησης και των κρατικών δαπανών μια σταθερή ανοδική οικονομική πορεία εξάντλησε τα όρια και την αποτελεσματικότητα της. Στις σημερινές συνθήκες, η όποια προοπτική σταθερής ανόδου των δυτικών οικονομιών δεσμεύεται, μια και τροφοδοτεί ταυτόχρονα μια δυσανάλογη αύξηση του πληθωρισμού. Δεσμεύεται πάνω απ' όλα απ' το γεγονός ότι οι παραδοσιακές παραγωγικές μέθοδες και επενδυτικές δραστηριότητες δημιουργούν σαφή αντικίνητρα στη συμπεριφορά του κεφαλαίου οδηγώντας σε πτωτική τάση το μέσο ποσοστό κέρδους.

Ο μονεταρισμός αποτελεί τη νέα θεωρία και πράξη στην οικονομική πολιτική των καπιταλιστικών χωρών. Τη θεωρία και πράξη της προσαρμογής στις σημερινές συνθήκες της υπαρκτής παρατεταμένης κρίσης, με μέτρα εξυγίανσης που στοχεύουν:

 - Στη δραστική μείωση των κρατικών δαπανών (και ιδιαίτερα των κοινωνικών παροχών).

 - Στη μείωση του εργατικού κόστους.

 - Στην αύξηση της παραγωγικότητας.

 - Στη διασφάλιση και μεγιστοποίηση του καπιταλιστικού κέρδους.

Ιδιαίτερο συστατικό στοιχείο της πολιτικής, που καθιερώνεται στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αποτελεί η στρατηγική της βιομηχανικής αναδόμησης, που πραγματοποιείται από τη μαζική χρησιμοποίηση στο επίπεδο της παραγωγής και της οικονομίας γενικότερα της νέας τεχνολογίας. Σοβαρές διαρθρωτικές αλλαγές συντελούνται. Τα μέσα παραγωγής εκσυγχρονίζονται και αυξάνουν σε πρωτοφανέρωτο βαθμό ο αυτοματισμός και η παραγωγικότητα. Παράλληλα, η χρησιμοποίηση της νέας τεχνολογίας οδηγεί στη δημιουργία νέων παραγωγικών οικονομικών κλάδων.

Η στροφή προς τη νέα τεχνολογία συνδυάζεται με τη δραστική συρρίκνωση της δραστηριότητας πολλών παραδοσιακών κλάδων με μαζικά κλεισίματα επιχειρήσεων, ή μείωση του παραγωγικού δυναμικού τους (ναυπηγεία, βιομηχανίες χάλυβα, αυτοκινητοβιομηχανία κλπ.).

Παράλληλα, βασικό στοιχείο της νέας συγκυρίας είναι η υποχρέωση όλων των επιχειρήσεων για διαρθρωτικές προσαρμογές με στόχο τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας μέσα στα πλαίσια των κανόνων της καπιταλιστικής αγοράς.

Μέσα στα πλαίσια αυτής της πολιτικής ανατρέπονται ριζικά τα κοινωνικά πρότυπα που ίσχυσαν κατά την μεταπολεμική περίοδο της οικονομικής καπιταλιστικής σταθεροποίησης. Οι θεωρίες της «κοινωνίας της αφθονίας», του «λαϊκού καπιταλισμού», της «πλήρους απασχόλησης», του «κράτους προνοίας και ευημερίας», εγκαταλείπονται προκλητικά. Νέους όρους δουλειάς, ζωής και βιοτικού επιπέδου επιβάλλει το καπιταλιστικό σύστημα πάνω στους εργαζόμενους: με την τεράστια διαρθρωτική ανεργία, την εντατικοποίηση στη δουλειά, την αφαίρεση κατακτημένων δικαιωμάτων, τη μείωση των κοινωνικών παροχών, τη μείωση της αξίας του μισθού, τη λιτότητα.

Για μια φορά ακόμα στην ιστορική πορεία του καπιταλισμού η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας και της παραγωγικότητας εκδηλώνεται παράλληλα και σε στενή συνάρτηση με τη μαζική ανεργία, την εξαθλίωση των εργαζομένων, την περιθωριοποίηση του ατόμου, την αλλοτρίωση του εργάτη παραγωγού.

Ο καπιταλισμός, από την ίδια του τη φύση δεν μπορεί να συνεχίσει την ύπαρξη του παρά επαναστατικοποιώντας και εκσυγχρονίζοντας τα μέσα παραγωγής. Άλλο τόσο όμως είναι ιστορικά ανίκανος να εντάξει την τεχνολογική ανάπτυξη στην υπηρεσία της κοινωνίας και του ανθρώπου. Υπέρτατος νόμος του κεφαλαίου είναι το κέρδος, το καπιταλιστικό κέρδος. Προς αυτήν την κατεύθυνση χρησιμοποιείται σήμερα και η νέα τεχνολογία αποκαλύπτοντας με έντονο τρόπο τη μεγάλη αντίφαση του καπιταλισμού: την αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική ιδιοποίηση του προϊόντος.

2. Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα

Η παρατεταμένη ύφεση στον καπιταλιστικό κόσμο, η πτώση του διεθνούς εμπορίου, η κρίση της διεθνούς ναυτιλίας, η αστάθεια του διεθνούς νομισματικού συστήματος, η κρίση της διεθνούς κεφαλαιαγοράς, αποτέλεσαν τα τελευταία χρόνια καθοριστικούς παράγοντες, που οδήγησαν σε αξεπέραστο αδιέξοδο το οικονομικό καπιταλιστικό μοντέλο, που αναπτύχθηκε μεταπολεμικά στην Ελλάδα.

 - Η εξέλιξη του ισοζυγίου πληρωμών και οι μύθοι περί «καταναλωτισμού».

Παραστατικό καθρέφτη για τη βαθιά δομική κρίση της ελληνικής οικονομίας αποτελεί η εξέλιξη του ισοζυγίου πληρωμών κατά τα τελευταία χρόνια.

Η μείωση του ρυθμού αύξησης των λεγόμενων άδηλων πόρων, οδήγησε το ισοζύγιο πληρωμών σε απαγορευτικά επικίνδυνα ύψη, με αποκορύφωμα το 1985, οπότε το έλλειμμα ξεπέρασε τα 3.200 εκατομμύρια δολάρια.

Ο παρακάτω πίνακας (πηγή: Τράπεζα της Ελλάδας) δίνει ανάγλυφα την εικόνα της εξέλιξης του ισοζυγίου πληρωμών κατά την τελευταία επταετία.


Από τα παραπάνω στοιχεία φαίνεται καθαρά, ότι δεν ήταν η «αλματώδης αύξηση των εισαγωγών», όπως επίσημα διατυπώθηκε, η αιτία του αδιεξόδου στις εσωτερικές οικονομικές σχέσεις της χώρας, αλλά το γεγονός της σταθερής μείωσης των εξωτερικών άδηλων πόρων κατά την περίοδο από το 1980 και μετά, περίοδο, που με αφορμή τη δεύτερη πετρελαϊκή κρίση του '79 ξεσπάει μια σοβαρή οικονομική ύφεση στο δυτικό καπιταλιστικό κόσμο.

Δεν ήταν δηλαδή η «αλματώδης αύξηση» των εισαγωγών σε αγαθά, ο «καταναλωτισμός» δηλαδή του λαού, αλλά το γεγονός ότι το χρόνιο διαρθρωτικό εμπορικό έλλειμμα της χώρας έχασε τη σταθερή βάση της κάλυψης του από τους άδηλους συναλλαγματικούς πόρους.

Από την άποψη αυτή αξίζει να σταθούμε ιδιαίτερα στο γνωστό επιχείρημα του «καταναλωτισμού της ελληνικής οικονομίας», γιατί το επιχείρημα αυτό προβλήθηκε σαν μία από τις βασικές δικαιολογίες για την εξαγγελία των οικονομικό μέτρων του Οκτώβρη του '85, ενώ προβάλλεται και σήμερα, προκειμένου να πειστούν οι εργαζόμενοι για την ανάγκη μιας ριζικής αναπροσαρμογής του καταναλωτικού, καθώς και του εργασιακού καθεστώτος που έχουν κατακτήσει.

Αν προσέξουμε, λοιπόν, τα στοιχεία του ίδιου του πίνακα, βλέπουμε ότι ακόμα κι αυτή η αύξηση που εμφανίζεται στις Εισαγωγές από το '80 και μετά, δεν αντανακλά μεγέθυνση του κονδυλίου εισαγωγών σε καταναλωτικά αγαθά, αλλά κυρίως μεγέθυνση των πληρωμών για εισαγωγή καυσίμων, που η τιμή τους μετά το '79 είχε ανέβει κατακόρυφα. Η καταναλωτική ροή, δηλαδή, της ελληνικής οικονομίας δεν είχε σημειώσει από το '80 και μετά κανενός είδους αυξητικό άλμα, τέτοιο που να προκαλεί αναστάτωση στη πορεία του οικονομικού κύκλου.

Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται κι απ' τα στοιχεία του παρακάτω πίνακα (Πηγή: Ετήσια έκδοση του EXPRESS), που δείχνει την εξέλιξη των ιδιωτικών καταναλωτικών δαπανών στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες κατά την τελευταία δεκαετία, σε σύγκριση με το ετήσιο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της κάθε χώρας.

Απ' τον παρακάτω πίνακα φαίνεται καθαρά ότι το επιχείρημα πως οι Έλληνες απέκτησαν κατά την τελευταία πενταετία την τάση να καταναλώνουν περισσότερα απ' όσα παράγουν, δεν ευσταθεί. Σαν ποσοστό, οι καταναλωτικές δαπάνες στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, ήταν μικρότερες, από κείνες του 1981 κι επίσης ελαφρά μικρότερες από κείνες του 1986.

Οι ίδιες οι δομές της οικονομίας, λοιπόν, αποτελούν την αιτία των προβλημάτων κι όχι η καταναλωτική ή η εργασιακή συμπεριφορά των εργαζομένων.

Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο, πρέπει συνοπτικά να σημειώσουμε ότι τα γνωστά σταθεροποιητικά μέτρα δεν έδωσαν, ούτε ήταν δυνατό να δώσουν διέξοδο απ' την κρίση, αλλά διαχειρίστηκαν τη λειτουργία της κατευθύνοντας τις συνέπειες της σε βάρος των εργαζομένων με κύριο αποτέλεσμα τη ραγδαία μείωση του εισοδήματος και την αύξηση της ανεργίας.

Από κει και πέρα τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας όχι μόνο δεν αντιμετωπίστηκαν, αλλά οξύνθηκαν παραπέρα.

Το εμπορικό ισοζύγιο επιδεινώθηκε σημαντικά κατά την τελευταία διετία και μόνο χάρη στην έκτακτη εισροή συναλλαγματικών πόρων επιτεύχθηκε η μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών στο ύψος των 1200 εκατομμυρίων δολαρίων. Ο πληθωρισμός παρέμεινε στα ίδια υψηλά επίπεδα, σημειώνοντας το 1987 ένα ποσοστό 16% έναντι προβλέψεων 10%. Κυρίως έχει σημασία η εξέλιξη της

 


βιομηχανικής παραγωγής. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας η αξία της βιομηχανικής παραγωγής σε σταθερές τιμές κατά τη τελευταία επταετία ήταν η εξής με συμβατικό δείκτη 100 το 1980:

Σύμφωνα με προσωρινά στοιχεία, κατά τη διάρκεια του '87 σημειώθηκε μια μικρή ανάκαμψη στις βιομηχανικές επενδύσεις, που όμως ούτε αντισταθμίζει τη σοβαρή επενδυτική πτώση των τελευταίων χρόνων, ούτε φυσικά μετατρέπει σε παραγωγικές τοποθετήσεις τα τεράστια κέρδη που σημειώνουν οι εταιρείες.

3. Το σύνθημα για τη σύνδεση μισθού  -  παραγωγικότητας

Εδώ, λοιπόν, περίπου βρισκόμαστε. Οι βιομήχανοι, μέσα απ' τους επίσημους εκπροσώπους τους δηλώνουν ότι αποκαταστάθηκε «μερικώς» το οικονομικό περιβάλλον για τη δράση των επιχειρήσεων, αλλά είναι απαραίτητο από δω και μπρος να αποκατασταθεί μια ελαστικότητα στην αγορά εργασίας, προκειμένου να δοθούν οι εγγυήσεις για μια άνετη μακροπρόθεσμη επενδυτική πρακτική.

Κυρίαρχη απαίτηση τους είναι η κατάργηση της ΑΤΑ σαν σύστημα (ακόμα και κουτσουρεμένο) και η καθιέρωση της σύνδεσης των αυξήσεων με την παραγωγικότητα. Ισχυρίζονται ότι μόνο μ' αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να υπάρξει ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας στα πλαίσια της ΕΟΚ του 1992. Το ίδιο επιχείρημα υιοθετούν και οι επιχειρηματίες των άλλων κλάδων (εμπόριο, τουρισμός κλπ.). Την ανάγκη επίσης να υπάρξει μία σύνδεση ανάμεσα στην παραγωγικότητα και την αμοιβή, την προβάλλει και η ίδια η Κυβέρνηση σαν αρχή, τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα.

Η προπαγάνδιση της ανάγκης για τη σύνδεση ανάμεσα στην αμοιβή και την παραγωγικότητα συνδυάζεται μ' επιχειρήματα ότι έτσι ανοίγει ο δρόμος για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη κι ότι αυτόματα δημιουργούνται οι όροι για την σταθερή (και μάλιστα αυτοχρηματοδοτούμενη) αύξηση των εργατικών και λαϊκών εισοδημάτων.

Αξίζει να σημειωθεί, σχετικά με τα επιχειρήματα που αφορούν τη θεωρία της παραγωγικότητας, ότι όλα μιλούν για τη διασφάλιση της αύξησης της ανά επιχείρηση, είτε δημόσια, είτε ιδιωτική.

Κατ' αρχήν λοιπόν βρισκόμαστε μπροστά στο εξής δίλημμα: με δεδομένη τη συνεχή επενδυτική ύφεση μιας ολόκληρης σχεδόν δεκαπενταετίας, μια πρόσκληση στους εργαζόμενους ν' αυξήσουν τη παραγωγικότητα και να συνδέσουν μ' αυτό το στόχο την προοπτική των αμοιβών τους, τι σημαίνει;

Πρώτα απ' όλα να δεχθούν να πληρώσουν για κάτι, για το οποίο είναι οι μόνοι που δεν έχουν καμία ευθύνη. Καλούνται δηλαδή να αντισταθμίσουν με την ίδια την ένταση της δουλειάς τους τα σοβαρά αρνητικά στοιχεία της κρίσης, στοιχεία που συχνά δημιουργούν ο πεπαλαιωμένος εξοπλισμός, η φθορά του, η αναχρονιστική και ευκαιριακή επιχειρηματική λειτουργία, η υπερχρέωση που οφείλεται είτε σε ρεμούλες, είτε σε κακοδιοίκηση, κλπ.

Ακούγεται συνέχεια το επιχείρημα για τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων σε σχέση με τις χώρες της ΕΟΚ. Αν υπάρχει όμως αυτή, δεν οφείλεται «στη χαμηλή εργατικότητα» των Ελλήνων εργατών σε σχέση με τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους, αλλά στο χαμηλό παραγωγικό δυναμικό της ελληνικής βιομηχανίας.

Ο παρακάτω πίνακας που δείχνει την προστιθέμενη αξία ανά κλάδο σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, αποκαλύπτει το βαθμό αυτής της παραγωγικής υστέρησης.

Αξίζει επίσης να σημειώσουμε ότι τα παράπονα των επιχειρηματιών για το «δυσβάστακτο» εργατικό κόστος, που δήθεν μειώνει την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων τους είναι πέρα για πέρα υποκριτικά στο βαθμό, που όπως είναι γνωστό, η αμοιβή των εργαζομένων στην Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο 50% της αντίστοιχης αμοιβής των εργαζομένων στις ευρωπαϊκές χώρες.

Ένα δεύτερο ζήτημα, στο οποίο πρέπει να σταθούμε, είναι το παρακάτω.

Τι σημαίνει το να κάνει πρωταρχικό στόχο του ο εργαζόμενος την αύξηση της παραγωγικότητας της «δικής του» επιχείρησης, αδιαφορώντας για την κατάσταση που βρίσκεται ο κλάδος ή η οικονομία γενικά;

Υπάρχει καταρχήν ένας βέβαιος κίνδυνος. Το να συμβάλλει αθέλητα στη δυνατότητα του δικού του επιχειρηματία να επιβιώσει σε βάρος άλλων επιχειρήσεων (μη άμεσα κερδοφόρων). Στην περίπτωση αυτή έχουμε ενδυνάμωση μιας ή μερικών μονάδων που όμως γίνεται πάνω στη βάση του κλεισίματος ή συρρίκνωσης άλλων επιχειρήσεων, με βέβαιο αποτέλεσμα απολύσεις, ανεργία, που αποτελεί στοιχείο που πιέζει εκβιαστικά το σύνολο των εργαζομένων.

Αλλά και εσωτερικά για μια υποτιθέμενη επιχείρηση που πετυχαίνει χωρίς παραγωγικές επενδύσεις ν' αυξήσει την παραγωγικότητα, που οδηγούμαστε;

Στην περίπτωση αυτή έχουμε το παρακάτω κίνδυνο. Πεντακόσιοι, ας πούμε, εργάτες πετυχαίνουν ν' ανεβάσουν την παραγωγή από χίλιες σε δύο χιλιάδες μονάδες. Αν η επιχείρηση εξακολουθεί να πουλάει χίλιες μονάδες, τι σημαίνει αυτό; Ότι οι μισοί εργαζόμενοι περισσεύουν.

Ας δούμε όμως και μια άλλη πλευρά. Την περίπτωση να υπάρξουν παραγωγικές επενδύσεις. Εδώ έχουμε δύο περιπτώσεις. Η μία είναι επενδύσεις που διευρύνουν το παραγωγικό δυναμικό με την έννοια ότι δημιουργούν νέους κλάδους ή υποκλάδους ή αυξάνουν τον εξοπλισμό στους ήδη υπάρχοντες. Εδώ, οπωσδήποτε υπάρχει ένα θετικό στοιχείο το ότι διευρύνεται η απασχόληση. Υπάρχει όμως και η δεύτερη περίπτωση, που σήμερα στον καπιταλιστικό κόσμο είναι και η πιο διαδεδομένη.

Η ανανέωση του εξοπλισμού με μηχανήματα νέας τεχνολογίας, που απαιτούν λιγότερους εργαζόμενους για την παραγωγή του ίδιου προϊόντος. Στην περίπτωση αυτή, μπαίνοντας ο εργαζόμενος στο κυνήγι της παραγωγικότητας, που οδηγείται;

Στη συμβολή του προκειμένου η εφαρμογή της νέας τεχνολογίας να γίνει με τη μεγαλύτερη δυνατή εντατικοποίηση και τις περισσότερες δυνατές απολύσεις.

 

4. Ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύει η σύνδεση αμοιβής και παραγωγικότητας για το Συνδικαλιστικό Κίνημα

Απ' τις ίδιες τις προτάσεις που 'χει υποβάλλει ο ΣΕΒ γύρω απ' τη σύνδεση μισθού παραγωγικότητας, αλλά και απ' την ίδια τη διεθνή πρακτική, το σύστημα αυτό απ' την ίδια του τη φύση οδηγεί στην αποδυνάμωση και τον παραμερισμό των συνδικάτων. Προοπτικά δε οδηγούμαστε στην οργανική διάσπαση της εργατικής τάξης.

Απ' την αρχή του ένα τέτοιο σύστημα βάζει σ' αμφισβήτηση το θεσμό του κατώτερου γενικού ημερομισθίου καθώς και του βασικού κλαδικού ημερομισθίου παραμερίζοντας το ρόλο της ΓΣΕΕ και των κλαδικών Ομοσπονδιών. Παράλληλα το σύστημα αυτό αποδυναμώνει και το ίδιο το εργοστασιακό σωματείο.

Το αποδυναμώνει γιατί πια δεν έχουμε συλλογικές διαπραγματεύσεις, που ξεκινούν από την ενιαία διεκδίκηση των εργαζομένων για αμοιβές που να εγγυώνται το επίπεδο ζωής τους και οδηγούμαστε σε μια κατάσταση, όπου η αμοιβή τους αποτιμείται με βάση τη διαδικασία της παραγωγής, μια διαδικασία που βρίσκεται έξω από τη σφαίρα του δικού τους ελέγχου.

Ακόμα κι αν ξεκινήσουν τα συστήματα αυτά σαν συλλογικά συστήματα ανά επιχείρηση, είναι βέβαιο ότι μέσα από τις ιδιομορφίες της παραγωγικής και λειτουργικής διαδικασίας θα οδηγηθούμε πολύ γρήγορα σε συστήματα αμοιβής ανά τμήμα, ανά ομάδα, και ανά εργαζόμενο. Αυτό άλλωστε δείχνει, και η ζωντανή πείρα ανάλογων εφαρμογών στις χώρες της δυτικής Ευρώπης. Μια τέτοια εξέλιξη σημαίνει διάσπαση της ενιαίας δράσης των εργαζομένων και κατακερματισμό τους σε αμοιβαία ανταγωνιζόμενες ή αλληλοϋποβλεπόμενες ομάδες για τον διαμοιρασμό ενός πακέτου αμοιβών που συνεχώς θα μικραίνει.

5. Η ταξική θέση των εργαζομένων απέναντι στην κρίση

Τι συμβαίνει λοιπόν; Εμείς οι εργαζόμενοι είμαστε ανταγωνιστικοί στη λογική της ανάπτυξης και της παραγωγικότητας; Οπωσδήποτε όχι. Αντίθετα, απ' την ίδια τους τη θέση στην κοινωνία, οι εργαζόμενοι αποτελούν ιστορικά τη μόνη τάξη που είναι δεμένη με τη λογική της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Η ουσιαστική όμως ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σημαίνει πάνω απ' όλα την απελευθέρωση τους απ' τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής. Σημαίνει την υπέρβαση του υπάρχοντος καπιταλιστικού συστήματος και το ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό που είναι ικανός να αδελφώσει τη λογική της ανάπτυξης με τη λογική των αναγκών της κοινωνίας.

Στα πλαίσια του υπάρχοντος καπιταλιστικού συστήματος, τα όρια της παραγωγής και της ανάπτυξης είναι δεμένα με τα όρια του ίδιου του κεφαλαίου και της ανάγκης του να μεγιστοποιεί τα κέρδη του σε βάρος των εργαζομένων.

Ύψιστος στόχος για το κεφάλαιο δεν είναι η ανάπτυξη, αλλά το κέρδος. Για το λόγο αυτό στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας η τεράστια ανάπτυξη που προωθεί το κεφάλαιο είναι ανισόμετρη, άναρχη, απάνθρωπη και πάνω απ' όλα συνεχώς διακοπτόμενη από επαναλαμβανόμενες κυκλικές και δομικές κρίσεις. Κρίσεις, μέσα απ' τις οποίες πρέπει να καταστραφεί, ό,τι επενδύθηκε και παράχθηκε για να μπορέσει να εγκαινιαστεί μια νέα περίοδος επενδυτικής και παραγωγικής ανόδου. Σε μια τέτοια δομική παγκόσμια καπιταλιστική κρίση βρισκόμαστε αυτή την περίοδο. Πρόκειται στη βάση της για μια βαθιά κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου.

Σύμφωνα με τις ίδιες τις αντιφάσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, η νομοτελειακή ανάγκη του κεφαλαίου να συγκεντροποιείται, προκειμένου να μεγιστοποιεί τα κέρδη του, οδηγεί στην πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους. Κάθε φορά, που εκδηλώνεται μακροχρόνια αυτό το φαινόμενο, η καπιταλιστική οικονομία οδηγείται σε βαθιά δομική κρίση, όπου καταλήγει σ' αδιέξοδο η μορφή οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας.

Στις συνθήκες αυτές για το κεφάλαιο μία και μόνη είναι η διέξοδος: η ριζική αναδιοργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας με κυρίαρχο άξονα την ανανέωση του τρόπου εκμετάλλευσης των εργαζομένων και φυσικά σε βάρος των εργαζομένων.

Μόνο μέσα απ' αυτή τη διαδικασία το κεφάλαιο μπορεί να βγει απ' την κρίση δημιουργώντας όρους για αυξητικούς ρυθμούς στο μέσο ποσοστό κέρδους και να οικοδομήσει μια νέα περίοδο ανάπτυξης, με τίμημα την αφαίρεση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, που είχε παραχωρήσει κατά το προηγούμενο διάστημα.

Οι εργαζόμενοι, λοιπόν, έχουν ασυμφιλίωτη αντίθεση, όχι με την ανάπτυξη, αλλά με το κεφάλαιο και τις επιλογές του. Δεν έχουν τίποτα κοινό να κάνουν μαζί με το κεφάλαιο γύρω απ' το ζήτημα της κρίσης και της ανάπτυξης.

Αντικειμενικά το ζήτημα που μπαίνει είναι το εξής:

Ποιος θα φορτωθεί την κρίση;

Σε βάρος ποιανού θα δημιουργηθούν οι όροι για την έξοδο από την κρίση;

Σε βάρος του κεφαλαίου, ή των δυνάμεων της εργασίας;

Ταξικό είναι το ερώτημα, ταξική πρέπει να είναι η απάντηση. Η μόνη ταξική απάντηση των εργαζομένων στις σημερινές συνθήκες είναι:

 - Η υπεράσπιση τους εισοδήματος τους με κριτήριο την ανάγκη διασφάλισης ανθρώπινου επιπέδου ζωής.

 - Η υπεράσπιση των εργασιακών και ασφαλιστικών τους δικαιωμάτων. Η εναντίωση σε κάθε μεθόδευση που τείνει να οδηγήσει στην εντατικοποίηση της δουλειάς και την υπερεκμετάλλευση.

 - Κορυφαίο καθήκον των εργαζομένων στις σημερινές συνθήκες είναι η υπεράσπιση της απασχόλησης και η αντιμετώπιση της ανεργίας.

Από την άποψη αυτή πρωτεύοντα χαρακτήρα έχουν αιτήματα όπως: η μείωση του ορίου συνταξιοδότησης, η εισοδηματική προστασία των ανέργων, και κυρίως το αίτημα για μείωση του ωραρίου εργασίας.

Στις σημερινές συνθήκες, της διαμορφωμένης δομικής ανεργίας που δημιουργεί η νέα τεχνολογία, πρέπει να ιεραρχηθεί σαν πρωταρχικό ταξικό πολιτικό αίτημα των εργαζομένων το 35ωρο. Το σύνθημα «35 ώρες δουλειά  -  δουλειά για όλους», είναι η ρεαλιστική ταξική απάντηση των εργαζομένων της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης, απέναντι στις λεγόμενες προκλήσεις του 1992 και του 2.000.

Τέλος, κορυφαίο καθήκον των εργαζομένων αποτελεί και η συνειδητή παρέμβασή τους στο γενικότερο επίπεδο της οικονομίας.

Η εναντίωσή τους στην πρακτική αποεπένδυσης του κεφαλαίου, στο κλείσιμο

και τη συρρίκνωση των επιχειρήσεων, η διεκδίκηση για διεύρυνση των παραγωγικών επενδύσεων με κύριο στόχο και ζητούμενο την αύξηση της απασχόλησης, να ποια πρέπει να ‘ναι η ταξική οπτική με την οποία παρεμβαίνουν οι εργαζόμενοι στο ζήτημα της κρίσης.

 

 

* Το άρθρο αυτό βασίζεται στην εισήγηση του Κ. Μπακιρτζή στο σεμινάριο που οργάνωσε η ΟΒΕΣ στις 3031 3 88. σχετικά με τη «σύνδεση μισθού παραγωγικότητας». Ο Κ. Μπακιρτζής είναι γραμματέας της ΟΒΕΣ.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή