Το Κυπριακό μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέρος Δεύτερο (1960-1965) Εκτύπωση
Τεύχος 26, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1989


Το Κυπριακό μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο Η ελληνική και ελληνοκυπριακή στρατηγική Μέρος δεύτερο (1960-65)
των Τάσου Κυπριανίδη και Γιάννη Μηλιού

4. Φάση τρίτη: Η δεσμευμένη ανεξαρτησία: «Μία δευτέρα μικρά Ελλάς εις την Κύπρον»*. (Αύγουστος 1960 Ιούνιος 1965)

4.1. Η ελληνοποίηση του κράτους - ο πολιτικός ανταγωνισμός (1960-1963)

«Τούρκος δημοσιογράφος ρώτησε τον Αρχιεπίσκοπο τι έχει να είπη ως προς τας δηλώσεις του Αντιπροέδρου Κιοντσούκ προς την «Μοντ» κατά τας οποίας δια των ενεργειών του Προέδρου δι είσπραξιν των φόρων παρεβιάσθη το Σύνταγμα... «Παραδέχομαι ότι παρεβίασα το Σύνταγμα» είπε μειδιών...» «Μάχη» 14 4 61.

«...εμείς τους Τούρκους τους αγαπούμε, τους θέλομε, τους χρειαζόμαστε να μας φέρνουν το γάλα μας το πρωί, να πουλάνε αραποφύστικα στους δρόμους, να κάνουν τους λούστρους, να είναι σκουπιδιάρηδες του Δήμου...»

Τσαγκαρίβης, Ε Κ δημοσιογράφος σε στιχομυθία με τον Α. Βλάχο στη Γενεύη το 1962 (Α. Βλάχος 1987).

* Σε γράμμα του προς τον Γρίβα με ημερομηνία 20.2.55 ο Μακάριος έγραφε για τις Συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου: «Δημιουργείται μια μικρά Ελλάς εις την περιοχήν αυτήν της Ανατολικής Μεσογείου (...) Διαλυομένης της Συμμαχίας (ενν. Ελλάδας - Τουρκίας - Κύπρου) ουδείς Έλλην ή Τούρκος στρατιώτης θα ευρίσκεται ενταύθα» (βλ. Μηλιός - Κυπριανίδης, θέσεις 25, σελ. 63). Επίσης σε απόσπασμα από ομιλία του Σ. Βενιζέλου στη Βουλή στις 13.12.1958 διαβάζουμε: «...το χειρότερον το οποίον δύναται να συμβεί εις ημάς θα είναι οι Κύπριοι να είναι ευχαριστημένοι ως ανεξάρτητον Κράτος και να προχωρήσουν έτσι, οπότε ημείς θα αρκεσθούμεν να έχωμεν μίαν δεύτερον Ελλάδα εις την Κύπρον» (παρατίθεται στο Ψυρούκης 1975 σελ. 370).

Το νεοσυσταθέν κυπριακό κράτος άρχισε το 1960 να λειτουργεί κανονικά τόσο κατά το νομοθετικό όσο και κατά το εκτελεστικό του σκέλος. Η ελληνοκυπριακή ηγεσία στεριώνει τη διεθνοπολιτική θέση της χώρας με τη προσχώρηση της Κύπρου το 1961 στη Βρετανική Κοινοπολιτεία, στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στη Διεθνή Τράπεζα και τέλος, παρά την τουρκοκυπριακή (Τ Κ) αντίθεση, και στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. Στο εσωτερικό μέτωπο ο Μακάριος εκμεταλλεύεται την πολιτική ήττα του Γρίβα στην Ελλάδα, που επιχείρησε ανεπιτυχώς να πολιτευθεί στις εκλογές του 1961 και τον απομονώνει διευρύνοντας την ηγεμονική του θέση στην Ε Κ κοινότητα. Αναφορικά με την Τ Κ κοινότητα ο Μακάριος εφαρμόζει μια στρατηγική εξώθησης της στα άκρα της συνταγματικής νομιμότητας με το να αρνείται το περιεχόμενο των Συμφωνιών και του Συντάγματος χρησιμοποιώντας αυθαίρετα την ηγεμονική θέση των Ε Κ στο εκτελεστικό του κράτους: οι χωριστοί δήμοι, διάταξη που κατά γενική ομολογία περιλήφθηκε στις συμφωνίες μετά από επιμονή του Μακάριου1, καθώς και διάφορα ελάσσονος σημασίας ζητήματα δεν υλοποιούνται. Αυτό εξωθεί τους Τ Κ σε χωριστικές κινήσεις άμυνας, όπως είναι π.χ., η άρνηση τους να ψηφίσουν τον Απρίλιο του 1961 την τρίμηνη ανανέωση της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας, πράγμα που όμως παρακάμπτεται από τους ελληνοκύπριους (Ε Κ) με βάση την κυριαρχία τους στην εκτελεστική εξουσία. Παραπέρα, ο Μακάριος συνεχίζει την τακτική υπονόμευσης της Τ Κ συμμετοχής στη νομή της εξουσίας με το να τους εξωθεί στην παρακώλυση της διοικητικής λειτουργίας ως μόνο μέσο αυτοάμυνας, πράγμα που στη συνέχεια παρουσίαζε ως συνταγματική δυσλειτουργία. Ήδη τον Ιανουάριο του 1962 ο Μακάριος δηλώνει: «Είμαι υποχρεωμένος να παραγνωρίσω ή να ζητήσω αναθεώρησιν των συνταγματικών εκείνων διατάξεων, αί οποίαι παρακωλύουν την λειτουργίαν του κρατικού μηχανισμού και την πρόοδον της Πολιτείας...» (Ν. Κρανιδιώτης 1985, σελ. 33).

Παράλληλα με τη νομότυπη τακτική εκδίωξης των Τ Κ από τον κρατικό μηχανισμό, η πολιτική της Ε Κ ηγεσίας συμπληρωνόταν και από ένα ένοπλο σκέλος. Έτσι ως αντίδραση σε «τουρκοκυπριακά σχέδια για μια γενικότερη εξέγερση και διχοτόμηση του Νησιού» (Ν. Κρανιδιώτης 1985, σελ. 33), που υποτίθεται ότι έγιναν γνωστά το 1961, ένοπλες «μαχητικές» ομάδες όλων των αποχρώσεων πλην του ΑΚΕΛ οργανώθηκαν στην Κύπρο από τον Π. Γεωρκάτζη, τότε πια υπουργό εσωτερικών, καθώς και τον Ν. Σαμψών και τον Β. Λυσσαρίδη. Οι ομάδες αυτές όπως θα δούμε στη συνέχεια διαδραμάτισαν ρόλο ημιεπίσημων ομάδων κρούσης της εθναρχίας.

Η πολιτική της Ε Κ ηγεσίας που στοχεύει στην ελληνοποίηση της Πολιτείας με την περιθωριοποίηση του Τ Κ στοιχείου και την τελική του εκδίωξη από την διοίκηση συναντά το καλοκαίρι του 1962 την άρνηση των ΗΠΑ δια στόματος Τζ. Κέννεντυ, καθώς και του τουρκικού κράτους που επέμενε στην πιστή εφαρμογή των συμφωνιών (Νοέμβρης 1962). Εξίσου σθεναρή είναι βέβαια και η στάση της ελληνικής κυβέρνησης στις συναντήσεις του Οκτώβρη 1962. όπου ο Ε. Αβέρωφ θα δηλώσει στον κύπριο πρεσβευτή: «Εν ανάγκη η ελληνική κυβέρνηση θα κατέλθει σε εκλογές και θα ζητήσει την ψήφο του λαού με σύνθημα το σεβασμό των περί Κύπρου συμφωνιών».

Από τα παραπάνω γίνεται προφανές ότι η στρατηγική της Ε Κ ηγεσίας προσκρούει στη σταθερή άρνηση σύμπλευσης τόσο του διεθνοπολιτικού παράγοντα όσο και της Ελλάδας και της Τουρκίας. Μετά από αυτή την κατάσταση ο Μακάριος καταφεύγει στην όξυνση και προκαλεί τον Δεκέμβρη του 1962 την κρίση των Δήμων με την άρνηση του να ανανεώσει τον περί Δήμων νόμο και να ακυρώσει την απόφαση των Τ Κ να ιδρύσουν χωριστούς δήμους, πράξεις που και οι δυο αναιρούνται από το Συνταγματικό Δικαστήριο. Η κρίση αυτή που συντηρείται σε ανοικτή μορφή όλο το 1963 συναντά τη σθεναρή αντίσταση τόσο της ελληνική όσο και της τουρκικής κυβέρνησης. Επίσης, καμιά αξιόλογη διεθνής συμπαράσταση στην προσπάθεια αλλαγής του κυπριακού συνταγματικού καθεστώτος δεν μπορεί να αναφερθεί αυτή την περίοδο. Η διεθνοποίηση της κρίσης είναι ανύπαρκτη παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της εθναρχίας που δεν φαίνεται να καρποφορούν. Ακόμα, η πολιτική πείρα του Μακάριου διέβλεπε ότι πέρα από τη φραστική συμπαράσταση της ελληνικής αντιπολίτευσης στα σχέδια του, δεν θα είχε να αναμένει αισθητή βελτίωση της ελληνικής στάσης από τις εκλογές, μια και οι γενικότεροι στρατηγικοί προσανατολισμοί της Ελλάδας υπερέβαιναν τα στεγανά κυβέρνησης - αντιπολίτευσης. Όμως του ήταν φανερό ότι η κυβέρνηση Καραμανλή ήταν απόλυτα αντίθετη στην όποια αναθεώρηση των συμφωνιών και για λόγους γοήτρου, ενώ η ετερόκλητη Ένωση Κέντρου υπό τον Γ. Παπανδρέου είχε μια κατ' αρχήν ευνοϊκότερη στάση λόγω του εσωτερικού αντιπολιτευτικού παιχνιδιού2. Στα πλαίσια λοιπόν αυτά ο Μακάριος θεώρησε ότι η πολιτική κρίση του καλοκαιριού 1963 στην Αθήνα καθώς και το διαφαινόμενο τέλος της εποχής Καραμανλή στην Ελλάδα, δημιουργούσαν ευνοϊκές προϋποθέσεις για την επιτυχία του εγχειρήματος της ελληνοποίησης του κυπριακού κράτους. Η πράξη κατάργησης του καθεστώτος των συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου έγινε από τον Μακάριο σε δυο στάδια.

Το πρώτο στάδιο ήταν το νομότυπο και καλούσε την Τ Κ ηγεσία σε διαπραγματεύσεις για την αναθεώρηση του κυπριακού συντάγματος. Ήταν τα γνωστά 13σημεία του Μακάριου που ουσιαστικά μετατόπιζαν τους Τ Κ σε καθεστώς αναβαθμισμένης μειονότητας. Έτσι χαρακτηριστικά ο αντιπρόεδρος έχανε το βέτο του, οι πρόνοιες του συντάγματος για χειριστές εθνικές πλειοψηφίες σε συγκεκριμένα ζητήματα καταργούντο και η διοικητική μηχανή του κράτους γινόταν ενιαία με «εύλογη» αναλογία των Τ Κ, ενώ ακόμα και σε τοπικό επίπεδο καμία διοικητική δικαιοδοσία και αυτοτέλεια δεν παρεχωρείτο στους Τ Κ: οι Δήμοι προβλέπονταν τώρα ενιαίοι.

Το δεύτερο στάδιο συνίστατο στην επιβολή της ελληνοποίησης με βίαια μέσα μια και η όλη συγκυρία όπως είχε διαμορφωθεί προδίκαζε το ανέφικτο μια ειρηνικής διευθέτησης. Το στάδιο αυτό απαιτούσε μια σειρά από λεπτούς χειρισμούς, που στόχος τους ήταν η ολοκληρωτική εκδίωξη των Τ Κ από το κράτος κατά τρόπον ο οποίος θα διασφάλιζε την Ε Κ ηγεσία από την περιπέτεια μιας ξένης επέμβασης, θα της εξασφάλιζε κάποια διεθνή υποστήριξη ή συμπαράσταση και θα έθετε τους όρους για την εκπλήρωση της ελληνικής κυπριακής κρατικής υπόστασης σε μόνιμη και αδιαμφισβήτητη βάση. Επειδή με την υποβολή της πρότασης αναθεώρησης του συνταγματικού καθεστώτος ουσιαστικά τερματίζεται η περίοδος της ενιαίας δικοινοτικής Δημοκρατίας θα σταθούμε για λίγο στην περίοδο αυτή της ανεξάρτητης ζωής του κυπριακού κράτους με στόχο να εκτιμήσουμε τη δυναμική των ισορροπιών και το παιχνίδι των στρατηγικών, καθώς και τις σχέσεις δύναμης που διαμορφώθηκαν και που καθοριστικά σφράγισαν τις παραπέρα εξελίξεις.

4.2. Μια πρώτη αποτίμηση των συσχετισμών

«Η επίσκεψις μου δεν ήτο οι ' εμέ παρά ένα ευλαβές προσκύνημα εις το εθνικόν κέντρον των Ελλήνων, προς το οποίον οι Έλληνες της Κύπρου δεν θα παύσουν να στρέφουν τα βλέμματα των. Ο Κυπριακός Ελληνισμός, ανεξαρτήτως της πολιτειακής μορφής της Κύπρου, προσβλέπει προς την Ελλάδα ως προς την μητέρα Πατρίδα» (δηλώσεις Μακάριου. Αθήνα 2.10.62).

«Ειδικώτερον ώς προς ό,τι αφορά τα κυπριακά θέματα, είμεθα αποφασισμένοι να εξακολουθήσωμεν να σας βοηθώμεν καθ' όν τρόπον επράξαμεν μέχρι τούδε, αλλά θα διαχωρίσωμεν και δημοσία την γραμμήν μας, αν επιδιωχθεί μονομερής κατάργησις των Συμφωνιών ή μέρους αυτών», (επιστολή Αβέρωφ προς Μακάριο. 1941963).

Είναι φανερό ότι η στρατηγική της μακαριακής ηγεσίας μετά την ανεξαρτησία είναι η ελεγχόμενη και κατευθυνόμενη ρήξη με τους Τ Κ και η έξωση τους με κάθε τρόπο από το κράτος και τη νομιμότητα του. Το συμπέρασμα αυτό δε συνάγεται απλά και μόνο από την απροσχημάτιστη μεθόδευση της πορείας που οδήγησε στα 13 σημεία, ούτε απλά από το περιεχόμενο των σημειώσεων και της επιδιωκόμενης αναθεώρησης που υποβίβαζε μια εθνότητα ενός διακοινοτικού κράτους σε καθεστώς μειονοτικής υπόστασης χωρίς κανένα δικαίωμα από αυτά που διασφάλιζαν την ταυτότητα της στο υπάρχον σύνταγμα. Διαφαίνεται ολοκάθαρα από το ζήτημα εκείνο που πυροδότησε την αναταραχή και που στη συνέχεια διαδραμάτισε το ρόλο της αφύλακτης πυριτιδαποθήκης στα κυπριακά πράγματα: την τουρκική τοπική διοίκηση, τους χωριστούς δήμους.

Ήδη από την ιστορική κατάθεση σύμφωνα με την οποία οι χωριστοί δήμοι περιλήφθηκαν στο σύνταγμα μετά από επιμονή του Μακάριου, καθώς και από το γεγονός ότι μόλις άρχισε η λειτουργία του κράτους η διάταξη αυτή τέθηκε αμέσως σε αχρηστία, συμπεραίνει κανείς ότι ο πολιτικός αυτός χειρισμός επιλέχθηκε λόγω του κεντρικού του ενδιαφέροντος για τους Τούρκους και επειδή προσφερόταν για να επιδειχθεί σαφέστατα και αποτελεσματικά ποιος διαχειρίζεται τα κρατικά πράγματα και υπέρ ποίου τελικά λειτουργεί η κρατική μηχανή: ο πραγματικός πόλος εξουσίας, η Ε Κ αστική τάξη και η αντιπροσώπευση των συμφερόντων της μετέτρεψαν σταδιακά αλλά σταθερά το κυπριακό σύνταγμα σε ένα φύλλο χαρτί με διατάξεις που είχε ανατρέψει από καιρό η πραγματικότητα (Τσεκούρας 1985). Οι χωριστοί δήμοι παρά τη συνταγματική επιταγή δεν δόθηκαν και κηρύσσονται πλέον μη υπαρκτοί: «Εφόσον η τουρκική πλευρά απορρίπτει την ιδέαν περί ενι(χί(ι)ν δήμων από της 1ης Ιανουαρίου δεν θα υφίσταται πλέον ο θεσμός των δήμων» θα δηλώσει ο Μακάριος την 30.12.62.

Είναι ακόμη χαρακτηριστικό ότι η στρατηγική αυτή είναι αντιμέτωπη πέρα από τους Τ Κ και με σχεδόν όλους τους ενδιαφερομένους και μη συντελεστές: Ελλάδα, Τουρκία, ΗΠΑ, NATO, κ.λπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι για να εξηγήσει τη βία του Μακάριου να προκαλέσει τη συνταγματική κρίση του '63 ο επίσημος βιογράφος του Ν. Κρανιδιώτης αναφέρει την «περίεργη ενθάρρυνση του Βρετανού Ύπατου Αρμοστή» (Ν. Κρανιδιώτης 1985, σελ. 85), ενώ από όλους σχεδόν τους τότε παράγοντες της κρατικής διαχείρισης στην Ελλάδα βεβαιώνεται ότι ούτε γι' αυτή ούτε για καμιά από τις επόμενες ενέργειες του ο Μακάριος δεν ενημέρωνε την ελληνική κυβέρνηση. Αυτή όμως η στρατηγική του «μόνος εναντίον όλων» πού στηριζόταν;

Είναι νωρίς ακόμα για να μιλήσουμε για κάποια παγιωμένη Ε Κ κρατική στρατηγική από την πλευρά της ηγεμονικής μακαριακής πτέρυγας. Παρ' όλα αυτά κάποιες γενικότερες τάσεις είναι ήδη ορατές. Κατ' αρχήν, η μακαριακή στρατηγική αντλεί βασικά την ισχύ της από την παντοδυναμία της στο εσωτερικό μέτωπο. Η κατίσχυση της πτέρυγας αυτής επί όλων των επίδοξων διεκδικητών της εξουσίας και της πολιτικοϊδεολογικής ηγεμονίας, η πολιτική απομόνωση του Γρίβα, η υπερίσχυση της διττής πολιτικής γραμμής με στόχο την ανεξαρτησία - ως εφικτό στόχο ή ως προστάδιο της ένωσης - εξασφάλιζε ένα ευέλικτο πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο, εν δυνάμει, μπορούσε να συνυπάρξει όλος ο εθνικός κορμός μέχρι και την αριστερά. Ιδιαίτερα μετά την πολιτική συντριβή του Γρίβα στην ελληνική πολιτική σκηνή το 1961 και την ενσωμάτωση των ενωτικών στο κράτος, έγινε φανερό ότι η μόνη φερέγγυα πολιτική ήταν εκείνη που συνέχιζε τον «προδομένο» αγώνα μέσα από την προσπάθεια εκπαραθύρωσης των Τ Κ από το κράτος και την αποκλειστική νομή της εξουσίας από τους Ε Κ. Στην προσπάθεια αυτή αντιφατική είναι η στάση της Ελλάδας: είναι φυσικά αντίθετη στην αλλοίωση των Συμφωνιών μια και αυτό θα δρούσε αποσταθεροποιητικά στην ισορροπία δυνάμεων Ελλάδας - Τουρκίας, είναι όμως ταυτόχρονα υποχρεωμένη να υποστηρίζει «κριτικά» τη μακαριακή γραμμή της ανεξαρτησίας, μια και η ανακίνηση της «ένωσης» μπορεί να απόβαινε καταστρεπτική στη συγκυρία εκείνη. Ο ευαίσθητος κρίκος που στήριζε τον εκβιασμό αυτό ήταν η αδιαμφισβήτητη ηγεμονία του Μακαρίου στην Ε Κ πολιτική σκηνή, ιδιαίτερα καθώς εμπεδωνόταν με τον καιρό η ελληνοποίηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έτσι θα διαπιστώσουμε ότι στην περίοδο αυτή γίνονται όλο και σπανιότερες οι αναφορές στην' «εθνική λύτρωση» και την «ένωση», ενώ γίνεται όλο και περισσότερο οφθαλμοφανές το κέρδος από τη διαμόρφωση της ελληνικής κυπριακής πολιτείας. Στο ευαίσθητο αυτό παιχνίδι των ισορροπιών προβάλλει για πρώτη φορά δειλά ο πρόδρομος της θεωρίας του εθνικού κέντρου: «Εκ των δέκα υποθέσεων τας οποίας χειρίζεται ο Αρχιεπίσκοπος οι οκτώ μπορούν να είναι εσωτερικές υποθέσεις της Κύπρου, αλλά οι άλλες δυο καθάπτονται κατά κάποιο τρόπο της Ελληνικής πολιτικής και είναι συνυφασμένες με τα γενικότερα εθνικά συμφέροντα. Γι αυτές τις υποθέσεις ο Αρχιεπίσκοπος οφείλει να μας ενημερώνει εγκαίρως για να ξέρουμε πού ευρισκόμεθα», θα δηλώσει ο Κ. Καραμανλής στον πρεσβευτή της Κύπρου στις 8.1.1983 (Ν. Κρανιδιώτης 1985, σελ. 51).

Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δυο στρατηγικές, την ελληνική και την Ε Κ θα προβάλλει στο εξής όλο και φανερότερα μια και θα αποτελεί για την επόμενη δεκαετία ένα από τα καθοριστικά στοιχεία που διαμορφώνουν τη συγκυρία. Η ανταγωνιστική στάση των δυο στρατηγικών γίνεται ακόμα περισσότερο προφανής από τους μακαριακούς ελιγμούς που επιλέγουν πάντοτε ως χρόνο προώθησης των Ε Κ πρωτοβουλιών στιγμές κατά τις οποίες η ενδοελληνική συγκυρία είναι ιδιαίτερα αδύναμη και η δυνατότητα ελληνικών πρωτοβουλιών περιορισμένη. Χαρακτηριστικά να σημειώσουμε ότι η πρωτοβουλία αναθεώρησης των Συμφωνιών εγγράφεται στην περίοδο της πολιτικής αστάθειας μετά την παραίτηση του Καραμανλή το 1963, καθώς και ότι οι πλέον κρίσιμες πρωτοβουλίες για το Κυπριακό γίνονται πάντοτε όταν λαμβάνουν χώρα πολιτικές κρίσεις στην Ελλάδα.

Στο διεθνοπολιτικό της σκέλος η μακαριακή Ε Κ στρατηγική συναντά κατ' αρχήν τη γενική άρνηση και κατακραυγή. Ο προσωπικός απολογητής του Μακαρίου Ν. Κρανιδιώτης δεν μπορεί να καταγράψει στην περίοδο 6063 ούτε μια περίπτωση ευνοϊκής αντιμετώπισης της Ε Κ επιχείρησης ελληνοποίησης του κράτους. Όλοι οι φυσικοί σύμμαχοι ΗΠΑ, Αγγλία, ευρωπαϊκές χώρες, υποστηρίζουν σαφώς τη διατήρηση του status quo, ενώ η ΕΣΣΔ δεν δείχνει να έλκεται από την κυπριακή περιπέτεια. Ιδιαίτερα δε η Τουρκία που έχει ύψιστο εθνικό συμφέρον στην Κύπρο είναι προφανές ότι δεν συζητάει την ανατροπή του status quo και σ' αυτό εναρμονίζεται και με την ελληνική στρατηγική της διατήρησης των ισορροπιών καθώς και με το ΝΑΤΟικό ενδιαφέρον για μια αξιόμαχη και χωρίς προβλήματα Ν.Α, πτέρυγα. Ενώ είναι φανερό ότι - αν αγνοήσει κανείς διεθνοπολιτικές επιπλοκές - μια λύση ένωσης της Κύπρου υπό οποιαδήποτε μορφή με την Ελλάδα θα εξασφάλιζε την αυτόματη επέκταση του NATO στην Κύπρο, εντούτοις το υπαρκτό πρόβλημα ισορροπιών στο εσωτερικό του καθώς και η λειτουργία βρετανικών βάσεων (μη νατοϊκών) στην Κύπρο κάλυπταν την ανάγκη αυτή και εξασφάλιζαν ταυτόχρονα τη σημαντικότατη συνοχή της Ν. Α. πτέρυγας. Γι αυτό και η τουρκική κατ' αρχήν στάση υπέρ του status quo, η ομόθυμη επιθυμία του NATO για ασφάλεια και συνοχή στην περιοχή και η μόνιμη ελληνική στάση στην ίδια κατεύθυνση διαπλέκονται σε ένα ενιαίο στρατηγικό πλέγμα που για να αντιμετωπισθεί από τη μακαριακή Ε Κ στρατηγική πρέπει να διαρρηχθεί και να αποσυντεθεί στα συστατικά του στοιχεία: σε κατά το δυνατόν αλληλομαχόμενους πόλους αντιθετικών συμφερόντων. Έτσι διαμορφώνεται η συγκυρία στα μέσα του 1963 όταν ξεκινάει η πρωτοβουλία αναθεώρησης των συμφωνιών. Τώρα γίνεται πλέον φανερή και η δεινή διεθνοπολιτική θέση του Μακάριου, όταν αυτός για να δικαιολογήσει την πρωτοβουλία του δεν βρίσκει άλλο διεθνοπολιτικό στήριγμα να αναφέρει παρά μόνο τις «συμβουλές» του βρετανού Ύπατου Αρμοστή. Όμως στη συνέχεια, όπως θα δούμε, το σκηνικό βαθμιαία θα αλλάξει και η στρατηγική διάρρηξης του ενιαίου νατοϊκού πλέγματος συμφερόντων στην περιοχή θα δίνει όλο και περισσότερη εμβέλεια αλλά και έναν «αντιϊμπεριαλιστικό» τόνο στους μακαριακούς χειρισμούς, πράγμα που αν μη τι άλλο θα εδραιώνει την πολιτική του από τα αριστερά και θα διευρύνει την «προοδευτική» συναίνεση στους χειρισμούς του.

Συγκεφαλαιώνοντας τα παραπάνω βασικά σημεία θα σημειώσουμε ότι η στρατηγική της ελληνοποίησης του κράτους μέσα από τον πολιτικό ανταγωνισμό στηρίζεται πάνω στο εσωτερικό μέτωπο διευρύνοντας με τις επιτυχίες της την αρχική κοινωνική συναίνεση. Υπέρ της λειτουργεί κύρια η «πολιτική ολοκλήρωση» των Ε Κ μέσα από την ολοκληρωτική τους κυριαρχία στον κρατικό μηχανισμό, ενώ εξασθενίζει σταδιακά η ενωτική προοπτική. Στο βαθμό που τα παραπάνω γίνονται πραγματικότητα, η πολιτική της Ελλάδας βρίσκει όλο και περισσότερες δυσκολίες στην εσωτερίκευσή της μέσα στην Ε Κ συγκυρία, ενώ αντιμετωπίζεται από τον Μακάριο ως απλό στοιχείο στο πλέγμα των νατοϊκών συμφερόντων. Είναι στο εξής φανερό ότι ξεκινάει ένα παιχνίδι μετατόπισης ισορροπιών μέσα από τη σύγκρουση των στρατηγικών που θα εξετάσουμε στη συνέχεια.

4.3. Η ελληνοποίηση του κράτους - η στρατιωτική επιβολή (Δεκέμβρης 1963 - Απρίλης 1964)

«Φοβούμαι ότι η ενέργεια αυτή του Μακαριώτατου ενέχει Πολιτικού χαρακτήρα και είναι εκδήλωσις συνηρτημένη κατά κάποιον τρόπον, με τα; εν Ελλάδι πολιτικάς εξελίξεις. Λυπούμαι να παρατηρήσω ότι ο Μακαριώτατος επέλεξε τον χειρότερον χρόνον, διότι αυτήν την στιγμήν υπάρχει κυβερνητική κρίσις και εις την Τουρκίαν και εις την Ελλάδαν...» (Γ. Παπανδρέου προς τον Κύπριο πρέσβυ, 25.12.63) «Δεν δύναμαι να γίνωμαι ουραγός της Κυπριακής κυβερνήσεως (ό.π,. 26.12.63). «Ο άγων επεβλήθη. Ευρέθημεν υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσωμεν κατά της ενόπλου βίας το ίδιου μίαν. Πιθανώς να υποχρεωθούμεν να πράξουμεν τούτο και μελλοντικώς». (επιστολή Μακαρίου προς Γ. Παπανδρέου 1.3.64)

Στην περίοδο που ήδη αναπτύξαμε καθώς και σε ό,τι ακολουθεί και παρά τις όποιες πολιτικές ανακατατάξεις στην Ελλάδα, η ελληνική στρατηγική παρουσιάζει ορισμένα μονιμότερα χαρακτηριστικά που αξίζει τον κόπο να σημειώσουμε δίκην προοιμίου για τις παραπέρα εξελίξεις. Κατ' αρχήν η Ελλάδα εντάσσει το Κυπριακό στη συνολική στρατηγική της αναβάθμισης του ρόλου της στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Είναι προφανές ότι μια τέτοια στόχευση υπερβαίνει κατά πολύ τα πλαίσια «εθνικών ολοκληρώσεων» και συνεπώς αντιμάχεται κάθε πιθανότητα εθνικών ή στρατιωτικών περιπετειών. Η καπιταλιστική ανάπτυξη συναρτάται με την εμπέδωση των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και τη συνετή και φερέγγυα διαχείριση της σταθερότητας της Ν,Α. πτέρυγας του NATO. (Αντωνίου κ.ά. 1987). Το Κυπριακό μπορεί να προκαλέσει διαταραχές στις κυρίαρχες αυτές τάσεις και γι' αυτό υποτάσσεται στη δυναμική τους.

Ύστερα, με την αδυναμία της να εσωτερικευθεί στην Ε Κ συγκυρία για τους λόγους που αναφέραμε προηγουμένως, η ελληνική στρατηγική είναι ιδιαίτερα τρωτή από την Ε Κ πλευρά. Από την περίοδο αυτή έχουμε να κάνουμε με μετωπικές συγκρούσεις ελληνικής και Ε Κ στρατηγικής ενώ οι δυνατότητες ελιγμών της πρώτης ολοένα και περισσότερο περιορίζονται. Στην πορεία αυτή συνέτεινε ασφαλώς και το γεγονός ότι δεν συνειδητοποιήθηκε επαρκώς από την Ελλάδα η ευρύτητα της επιθετικής, αμιγώς ανεξαρτησιακής Μακαριακής στρατηγικής και η πραγματική στόχευση της: η πλήρης κυριαρχία του Ε Κ στοιχείου πάνω στον κρατικό μηχανισμό. Αντ' αυτού θεωρήθηκε συχνά ότι η καθαυτό πολιτική στόχευση ήταν τακτικός ελιγμός, ενώ η ενωτική στρατηγική που είχε προ καιρού εγκαταλειφθεί και χρησιμοποιείτο φραστικά μόνο για ελιγμό, λάβαινε συχνά τη θέση του αληθινού Ε Κ στόχου. Έτσι πολλές φορές, όπως θα φανεί στη συνέχεια, η ελληνική αντιμετώπιση της Ε Κ στρατηγικής (που δεν ήταν πάντοτε ενιαία και είχε αρκετές αποχρώσεις ανάλογα με τη φάση), συχνά αντιμάχετο ανύπαρκτες τάσεις και έμενε ακάλυπτη για τις επιθετικές μακαριακές πρωτοβουλίες. Έτσι, για παράδειγμα, ενώ τα 13 σημεία του Μακάριου συνιστούν την κήρυξη του πολέμου στην Τ Κ μειονότητα και την πραξικοπηματική δημιουργία ελληνικού κυπριακού κράτους, κυρίαρχα αντιμετωπίζονταν ως ένα πρώτο βήμα για την ένωση, που βέβαια ήταν βεβιασμένο και άκαιρο. Η βασική αυτή παραλλαγή στόχων και μέσων σημαδεύει τους παραπέρα χειρισμούς. Τέλος, για να συμπληρώσουμε τη γενική εικόνα, θα σημειώσουμε ότι, όπως η μέχρι το 1963 πορεία έδειξε, στο βαθμό που η ελληνική στρατηγική ήταν συμπαγής και σταθερή (έστω και με εσφαλμένη στοχοθεσία), ήταν αποτρεπτική για ακραίες ενέργειες από την πλευρά των Ε Κ. Δεν είναι συνεπώς τυχαίο ότι η πρώτη προσπάθεια ανατροπής του σκηνικού με τα 13 σημεία και ό,τι ακολουθεί συμπίπτει με τη συγκυρία της πολιτικής κρίσης μετά την πτώση του Καραμανλή. Όπως θα δούμε στη συνέχεια αυτό δεν αποτελεί εξαιρετικό γεγονός: οι καμπές της ελληνικής στρατηγικής και οι επιθετικές εξάρσεις της Ε Κ στρατηγικής συμβαδίζουν απόλυτα και αντιστοιχούνται μία προς μία.

Τα 13 σημεία που δίνονται στον Κιουτσούκ και δημοσιοποιούνται στις 30.11.63 εντάσσονται στο νέο πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται με τις εκλογές του Νοέμβρη '63 και τη νέα κυβέρνηση της Ε.Κ. Παρά τις προεκλογικές μεγαλοστομίες φάνηκε αμέσως ότι η πολιτική της Ε.Κ. ακολουθούσε τους ίδιους στρατηγικούς στόχους και είχε ιός βάση τους ίδιους τακτικούς ελιγμούς. Η ελάχιστη πολιτική διορατικότητα επέτρεπε να προβλέψει κανείς ότι και η νέα εκλογική αναμέτρηση του Φλεβάρη '64 θα επιβεβαίωνε τη στροφή προς το Κέντρο, πράγμα που έγινε με εντυπωσιακό τρόπο. Γι αυτό και η δράση ήταν επιβεβλημένη ώστε η νέα ισχυρή ελληνική κυβέρνηση να βρεθεί προ τετελεσμένου γεγονότος. Τα 13 σημεία ήταν ο πρόλογος. Η συνέχεια θα εξαρτιόταν από την υποδοχή τους.

Δεν είναι απόλυτα σαφής η θέση των Τ Κ πάνω στις προτάσεις, αλλά φαίνεται ότι αρχικά είχαν την πρόθεση να διαπραγματευθούν. Στη συνέχεια, όμως, τήρησαν αρνητική στάση πράγμα που έδειξε ότι το εγχείρημα αναθεώρησης των συμφωνιών ήταν ανέφικτο με διαπραγματεύσεις. Ταυτόχρονα ο Μακάριος γίνεται αποδέκτης τόσο της σκλήρυνσης της τουρκικής αντιμετώπισης που απειλεί με εισβολή σε περίπτωση μονομερούς κατάργησης των Συμφωνιών, όσο και της ελληνικής διαμαρτυρίας για την όξυνση που οδηγούντο τα πράγματα, ενώ παράλληλα ο Γ. Παπανδρέου τόνιζε: «πάσα ενέργεια εν Κύπρω θα πρέπει να γίνεται εν συνεννοήσει μετά της ελληνικής κυβερνήσεως. Το θέμα είναι εθνικόν, και δια την διαχείρισίν του υπέχομεν όλοι ίσας ευθύνης» (Ν. Κρανιδιώτης 1985, σελ. 94). Σ' αυτή τη διατύπωση που έχει σπέρματα της θεωρίας του προβαδίσματος του «εθνικού κέντρου» ο Μακάριος απαντά με αυτό που αποκλήθηκε η «τουρκική ανταρσία».

Το πρώτο σκέλος της «τουρκικής ανταρσίας» είχε περιορισμένη έκταση και αποδείχθηκε αναποτελεσματικό. Τα επεισόδια και οι φόνοι Τ Κ που έγιναν από ένοπλους Ε Κ τις μέρες των Χριστουγέννων 1963 τρομοκράτησαν την Τ Κ κοινότητα, έδειξαν όμως ακόμα το υπαρκτό της απειλής εισβολής εκ μέρους της Τουρκίας. Σύντομα όμως κατασίγασαν και την ειρήνευση ανέλαβε μια μικρή ειρηνευτική δύναμη των τριών εγγυητριών δυνάμεων που επιτηρούσε την ανακωχή, ενώ η προσφυγή στο Σ.Α. του ΟΠΕ δεν απέδωσε την επιδιωκόμενη διεθνή αναγνώριση της Ε Κ διοίκησης ως κυβέρνησης της Κύπρου. Αντί γι' αυτό οι Τ Κ συγκεντρώθηκαν σε χωριστές περιοχές πράγμα που δημιουργούσε σπέρματα διχοτόμησης. Ταυτόχρονα όμως απείχαν από τις κρατικές και κυβερνητικές λειτουργίες με πρώτο τον αντιπρόεδρο Κιουτσούκ. Με δεδομένο λοιπόν ότι οι Ε Κ έλεγχαν πλέον το 95% του εδάφους της Κύπρου, οι Τ Κ με τη χειρονομία αυτή απέδωσαν την κρατική διοίκηση στο Ε Κ στοιχείο, συντείνοντας μ' αυτόν τον τρόπο αντικειμενικά στη ντε φάκτο ελληνοποίηση της Πολιτείας.

Αυτό που ακολουθεί στη συνέχεια είναι μια σειρά διασκέψεων, προτάσεων και σχεδίων, με αρχή τη διάσκεψη του Λονδίνου του Ιανουαρίου 1964 όπου επιχειρείται πρωταρχικά η ειρήνευση με γνώμονα τη διασφάλιση της ισορροπίας Ελλάδας Τουρκίας και τη συνοχή της Ν.Α. πτέρυγας του NATO. Αυτά τα εγχειρήματα που σε ευρύτερο φάσμα αποδίδονται σε «νατοϊκά σχέδια διχοτόμησης» δεν απέδωσαν, παρά την αποδοχή τους από Ελλάδα και Τουρκία, γιατί μη αναγνωρίζοντας τη ντε φάκτο ελληνοποίηση του κράτους (»σ το κύριο χαρακτηριστικό της νέας συγκυρίας, συνάντησαν εξαρχής την ασυμβίβαστη αντίθεση της μακαριακής στρατηγικής και της Ε Κ κοινότητας γενικότερα.

Είναι φανερό ότι η Ε Κ στρατηγική της ανεξαρτησίας πρέπει τώρα να εξουδετερώνει σε κάθε βήμα της τους ενωτικούς που έβλεπαν τα τεκταινόμενα ως πρώτο στάδιο για την «πλήρη αυτοδιάθεση», αλλά κυρίως να αποτρέπει ανά πάσα στιγμή την ελληνοτουρκική προσέγγιση και τη συναινετική διευθέτηση του Κυπριακού, προξενώντας μικρές και ελεγχόμενες κρίσεις. Οι τελευταίες είναι το αντίβαρο σε όποια προσπάθεια λύσης που θα έτεινε αναγκαία να αναβαθμίσει το μειονοτικό πλέον status των Τ Κ για να μην πλήξει το εθνικό γόητρο της Τουρκίας.

Στα πλαίσια αυτά η διάσκεψη του Λονδίνου στις αρχές του 1964 για το συνταγματικό καθεστώς της Κύπρου οδηγείται σε ναυάγιο από τους Ε Κ και το ίδιο συμβαίνει και με τα διαδοχικά σχέδια του Τζ. Μπωλ για το είδος και τις αρμοδιότητες μιας νατοϊκής ειρηνευτικής δύναμης στην Κύπρο.

Ταυτόχρονα η Ε Κ στρατηγική αγνοώντας το γενικότερο αρνητικό κλίμα που προέκυψε από την απομόνωση της στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις προσφεύγει στον ΟΗΕ όπου αποσπάει την πρώτη μεγάλη νίκη της: Με το ψήφισμα της 4ης Μαρτίου 1964 αναγνωρίζεται για πρώτη φορά ως κυπριακή κυβέρνηση, ενώ δεν είναι παρά η Ε Κ διοίκηση της Κύπρου. Οι χειρισμοί αυτοί που στη σφαιρικότητα τους στοιχειοθετούν μια νέα επιθετική φάσην στη Ε Κ στρατηγική αρθρώνονται γύρω από τα ακόλουθα δεδομένα: (α) πλήρης ηγεμονία μέσα από τις διαδοχικές επιτυχίες στο εσωτερικό, (6) ελεγχόμενη ρήξη με τη νατοϊκή στρατηγική ειρήνευσης που συμπεριλαμβάνει και τη διαρκή απειλή πολέμου με την Τουρκία ως μέσο εκβιασμού της ελληνικής κυβέρνησης.

Στην πρώτη φάση των αρχών '64 η νέα ισχυρή κυβέρνηση του Κέντρου διαγνώσκει τον κίνδυνο αμέσως και απαντά με διαδοχικά κλιμακούμενες ενέργειες. Αρχικά και ως αμυντική εξασφάλιση τίθεται το ζήτημα του πραξικοπηματικού χαρακτήρα των Ε Κ ενεργειών και διατυπώνεται απερίφραστα η θεωρία του «εθνικού κέντρου»: «Εν αυτή τη εννοία, της ενότητος του ελληνισμού και της επηυξημένης ευθύνης των Αθηνών ως Κέντρου του Ελληνισμού, επιθυμώ να εκδηλώσω την ζωηράν μου επιθυμίαν όπως συντελεσθή μεταξύ ημών πλήρης και συνεχής επαφή, συνεννόησις και εναρμόνισις απόψεων» (επιστολή Γ. Παπανδρέου προς Μακάριο 25.2.64, στο Ν. Κρανιδιώτη 1985, σελ. 133). Στη συνέχεια και επειδή η εσωτερική επιρροή της ελληνικής στρατηγικής στα κυπριακά πράγματα δεν ήταν πλέον εξασφαλισμένη, επιχειρήθηκε η δυναμική επιβολή των ελληνικών απόψεων με διαφορετικούς κάθε φορά τρόπους. Στόχος σε κάθε περίπτωση ήταν ο έλεγχος της Ε Κ στρατηγικής και ο περιορισμός της ελευθερίας των μακαριακών κινήσεων:

Τη φάση της διπλωματικής νίκης των Ε Κ διαδέχθηκε μια σύντομη περίοδος ταραχών που επισφραγίσθηκε με την επίσημη καταγγελία της συνθήκης εγγύησης από τον Μακάριο και την άρνηση του για ανανέωση της ΤΟΥΡΔΥΚ. Στην περίοδο αυτή. μπορούμε ακόμα να καταγράψουμε την ευκαιριακή σύμπτωση ελληνικής και Ε Κ στρατηγικής στο ζήτημα της μυστικής αποστολής της ελληνικής Μεραρχίας στην Κύπρο. Ο Μακάριος την επιζητά ως παράγοντα δύναμης στους άμεσους κινδύνους και απειλές που αντιμετωπίζει η πολιτική ελληνοποίησης, ενώ ο Γ. Παπανδρέου προσβλέπει σε μια μονιμότερη επιχείρηση δυναμικού επηρεασμού των κυπριακών πολιτικών πραγμάτων. Όμως ανεξάρτητα από τις επιμέρους βλέψεις του καθενός, η έμπρακτη αναγνώριση της κυπριακής αυτοτέλειας και η επιδίωξη

αμυντικής αυτοδυναμίας της Κύπρου εμπεδώνει έστω και έμμεσα τη μακαριακή γραμμή της σε Ε Κ βάση ανεξαρτησίας της Κύπρου, στον ίδιο βαθμό που η παρουσία ελληνικού στρατού είναι αδιαμφισβήτητα παράγων επιρροής που η στόχευσή του υπάγεται στην εκάστοτε συγκυρία.

Μέσα στο παραπάνω πλαίσιο και ενώ επιπρόσθετα συγκροτείται η «Εθνική Φρουρά» από τις υπάρχουσες ένοπλες ομάδες με την ευλογία και αναγνώριση της ελληνικής κυβέρνησης και με επίσημο καθοδηγητή τον Γρίβα, επιβεβαιώνεται στη συνέχεια η κυριαρχία της μακαριακής γραμμής πάνυ) στις εξελίξεις μέσα από την αποφασιστική πρωτοβουλία που ο Μακάριος αναλαμβάνει για να καταγράψει προς όφελος του το νέο συσχετισμό δυνάμεων. Έτσι ενώ ο μεσολαβητής του ΟΗΕ Τουομιόγια είχε αναλάβει τη διαδικασία εξεύρεσης συμπεφωνημένης λύσης και αναμενόταν να φθάσει στην Κύπρο το Μάιο, ο Μακάριος επιχειρεί να εκμεταλλευθεί την ελληνική και Ε Κ στρατιωτική υπεροχή για να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα. Στις 25 Απριλίου 1964 αναλαμβάνεται η επιχείρηση εκκαθάρισης της οροσειράς του Πενταδάκτυλου από την ΤΟΥΡΔΥΚ, με την επίθεση στο οχυρό του Αγίου Ιλαρίωνα. Η επιχείρηση αυτή ενώ στην αρχή σημαδεύτηκε από επιτυχία στη συνέχεια, λόγω της Ε Κ στρατιωτικής ανεπάρκειας έμεινε πολιτικά ακάλυπτη. Συγκεκριμένα, εκείνο που θα ανέτρεπε την υπαρκτή κατάσταση πραγμάτων και θα δημιουργούσε τετελεσμένα γεγονότα θα ήταν μια κεραυνοβόλα επιτυχής στρατιωτική επιχείρηση που θα αναβάθμιζε την Ε Κ στρατηγική, δίνοντας της και στρατιωτική αυτοδυναμία καθώς και πλήρη πολιτική και στρατηγική ηγεμονία μέσα από την επιβολή των θέσεων της προς κάθε πλευρά. Ο ΟΗΕ, η ελληνική κυβέρνηση και μετά από πίεση και η τουρκική δεν θα είχαν πια παρά να επικυρώσουν τη νέα συγκυρία. Όμως η αδυναμία συνολικής επικράτησης δημιούργησε αμφισβήτηση σε τρία διαφορετικά αλλά αλληλένδετα μέτωπα. Οι ενωτικοί, πετυχαίνουν την επαναδραστηριοποίηση του Γρίβα στην Κύπρο. Για τους Έλληνες, η αποτυχία των μακαριακών πραξικοπημάτων τους θέτει προ των ευθυνών τους για την σταθερότητα στη Ν.Α. πτέρυγα του NATO και την ικανότητα τους να τη διαχειρισθούν. Οι Τούρκοι, διαπιστώνοντας την αστάθεια δραστηριοποιούνται και απειλούν ανοιχτή επέμβαση, που θα αποτραπεί την ύστατη στιγμή από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Λ. Τζόνσον, με την επιστολή του προς τον πρωθυπουργό της Τουρκίας Ινονού στις 5.5.1964.

Η πορεία αυτή που κορυφώνεται στο σημείο τούτο και που έχει ως αφετηρία της τα 13 σημεία και την εξώθηση των Τ Κ έξω από το κράτος, δηλαδή τη ντε φάκτο ελληνοποίηση του κυπριακού κράτους, είναι μια ιστορική περίοδος όπου η Ε Κ στρατηγική της βίαιης ανατροπής των συσχετισμών ξεδιπλώνεται σταδιακά, αργά αλλά σταθερά, τροποποιεί συσχετισμούς, επιβάλλει απόψεις στην ελληνική πολιτική ηγεσία, οδηγεί τους Τ Κ στην πολιτική απραξία, εκμαιεύει τη διεθνή αναγνώριση, οχυρώνεται στρατιωτικά και τέλος γνωρίζει και τα όρια της. όταν η στρατηγική του ενδοκρατικού επεκτατισμού του Ε Κ στοιχείου καταγράφει την πρώτη ήττα της στο στρατιωτικό αλλά και στο πολιτικό επίπεδο. Η διάσωση του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους υπό Ε Κ διοίκηση γίνεται πλέον κάτω από όρους που υπαγορεύονται από την Ελλάδα και τη δυνατότητα της να εσωτερικεύει τη βούληση της μέσα από τη στρατιωτική της παρουσία.

4.4. Η αδύνατη κηδεμονία της Κύπρου από την Ελλάδα. Τα σχέδια Άτσεσον (Μάιος 1964-Αύγουστος 1964)

«Αν εμείς δεχτούμε λύση που η Κύπρος αποκρούει σαν άδικη, η κατάσταση θα επιδεινωθεί»

(επιστολή Γ. Παπανδρέου προς Ντ. Άτσεσον 21.8.64) «Μήπως οι επιχειρήσεις της Μανσούρας έχουν σκοπό να τορπιλίσουν αυτές τις συνομιλίες;»

(Γ. Παπανδρέου προς τον Κύπριο πρέσβυ 9.8.64) «Την ένωσιν είχομεν ιός μοναδικόν σύνθημα εις όλους τους αγώνας μας» «Εζήτησα να επικοινωνήσω τηλεφωνικώς μετά του υπουργού εξωτερικών κ. Στ. Κωστόπουλον, δια να ενημερώσω και να ζητήσω τας απόψεις της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Αλλ' οι παρόντες στρατιωτικοί μου είπαν ότι είναι προτιμότερον να επικοινωνήσουν αυτοί μετά του Γενικού Επιτελείου...»

(επιστολή Μακάριου προς Γ. Παπανδρέου 21.2.65) «Μετά την αποχώρηση του Γεωρκάτζη και του Κυπριανού, ο Γαρουφαλιάς, όπως γράφει στο βιβλίο τον, μόνος με το Μακάριο τον άκουσε να ρωτάει: "θα μπορούσα να γίνω Αντιβασιλεύς;"» (Α. Βλάχος 1988, σελ. 12)

Αν από τα προηγούμενα έγινε φανερό ότι η αυτόνομη Ε Κ στρατηγική της αρχικά πολιτικής και στη συνέχεια βίαιης επιβολής της ελληνοποίησης της Κύπρου συνάντησε τα όρια της, αν έτσι το «Κυπριακό» γίνεται αντικείμενο ελληνικής και συμμαχικής - νατοϊκής διαχείρισης, εντούτοις η στρατηγική αυτή πέτυχε κάτι σημαντικό το οποίο θα περιγράψουμε στη συνέχεια: έγινε φανερό ότι ανέτρεψε στην πράξη τις συνθήκες Ζυρίχης και Λονδίνου, μια και, όπως θα δούμε, σε όλες τις προσπάθειες διευθέτησης το μειονοτικό status των Τ Κ θεωρείται δεδομένο, ενώ ζητούμενο είναι η αποκατάσταση της «εθνικής υπόληψης» της Τουρκίας που προφανώς θα τραυματιζόταν από την αναγνώριση αυτού του γεγονότος.

Πέρα όμως από αυτό το θετικό φόντο είναι φανερό ότι η Ε Κ προέλαση των τελευταίων τεσσάρων χρόνων διακόπτεται από την εισροή μερικών νέων παραμέτρων:

(α) Οι ΗΠΑ αποτρέποντας την τουρκική εισβολή κατοχυρώνουν τη θέση τους ως φερέγγυου μεσολαβητή που έχει την ισχύ να επιβάλλει λύσεις στη συγκυρία.

(β) Η Ελλάδα ενισχύει τη θέση της μια και η αμερικανονατοϊκή πρωτοβουλία αναγνωρίζει προνομιακό ρόλο στη διαχείριση της κρίσης από μέρους της και αυτό όχι μόνο λόγω της στρατιωτικής της παρουσίας στην Κύπρο, αλλά λόγω της γενικά αναβαθμιζόμενης θέσης της στο διεθνή καταμερισμό εργασίας και στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα3.

(γ). Η ελληνοποίηση του κυπριακού κράτους επιβιώνει μέσα από την εγγραφή της στη στρατηγική του ελληνοτουρκικού διακανονισμού. Η γραμμή της ανεξαρτησίας προκειμένου να επιβιώσει πρέπει να ενδυθεί πάλι το περίβλημα της «ανεξαρτησίας» και να μιλήσει πάλι για «ένωση» και «ανταλλάγματα», δηλαδή να πορευθεί σε πεδίο που λειτουργεί αποσταθεροποιητικά για τη συνοχή του εσωτερικού μετώπου. Αν η μέχρι τώρα νικηφόρα πορεία συμπύκνωνε τις αντιφάσεις στην ενιαία Ε Κ γραμμή της ανεξαρτησίας, ο ελιγμός της υποχώρησης επανατοποθετεί τις δευτερεύουσες όψεις των αντιφάσεων και φέρνει στοιχεία αντιθετικά στην επιφάνεια. Η ενεργοποίηση των όψεων αυτών θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σ' όλη την επόμενη περίοδο.

Η περίοδος αυτή σημαδεύεται από την επιθετική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης που εκμεταλλευόμενη τη συγκυριακή υποχώρηση των Ε Κ, την ευνοϊκή στάση των ΗΠΑ απέναντι στην Ελλάδα και την πίεση στην Τουρκία προσπάθησε να επιβάλει μια ριζική λύση του Κυπριακού στην κατεύθυνση της «Ένωσης με ανταλλάγματα». Ο μεσολαβητής του ΟΗΕ Τουομιόγια πλαισιώθηκε στη Γενεύη στις 5 Ιουλίου 1964 από τον Έλληνα αντιπρόσωπο Δ. Νικολαρεΐζη και τον Τούρκο Ν. Ερίμ και κύρια τον προσωπικό απεσταλμένο του προέδρου των ΗΠΑ, Ντην Άτσεσον. Τον ίδιο καιρό η κυπριακή κυβέρνηση, που έβλεπε να διακυβεύεται η γραμμή της ανεξαρτησίας μια και ήταν αμέτοχη στις συνομιλίες της Γενεύης, άρχισε μια γιγάντια προσπάθεια εξοπλισμού από ελληνικές πηγές αλλά και με προσφυγή στην ΕΣΣΔ που στόχο είχε την αμυντική αυτοδυναμία και που συνεχίσθηκε μέχρι τον Οκτώβρη 1964 παράλληλα με την αποστολή ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο.

Οι μήνες που ακολουθούν τον Ιούνιο 1964 σημαδεύονται από τα σχέδια 'Ατσεσον που πρόβλεπαν ουσιαστικά την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα με παράλληλη διασφάλιση των μειονοτικών δικαιωμάτων των Τ Κ και παραχώρηση μιας βάσης στην Τουρκία αρχικά κατά κυριαρχία, στη συνέχεια με εκμίσθωση για 50 χρόνια. Είναι φανερό ότι η ελληνική πλευρά είχε αποδεχθεί ουσιαστικά το δεύτερο σχέδιο Άτσεσον παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του Ν. Κρανιδιώτη που ισχυρίζεται ότι στη σύσκεψη στην Αθήνα στις 27.7.64 είχε απορριφθεί το δεύτερο σχέδιο Άτσεσον ως «διχοτομικό» και είχε αποφασισθεί μια δυναμική πορεία προς την «πραγματική ένωση» (Ν. Κρανιδιώτης 1985, σελ. 216). Ενδεικτικό γι' αυτό είναι οι δηλώσεις Μακαρίου (30.7.64) που χαρακτηρίζουν το σχέδιο «εκτροχιασμό του Κυπριακού» ή «απαράδεκτο» και το παρόμοιο ψήφισμα της Κυπριακής βουλής την ίδια μέρα που έθεταν τον Γ. Παπανδρέου προ τετελεσμένου γεγονότος με τη δημοσιοποίηση της διαφωνίας. Είναι επίσης ενδεικτικό το γεγονός ότι, προφανώς για να κάμψει την Ε Κ αξίωση για πλήρη κυριαρχία στην Κύπρο, πράγμα που εντοπίσαμε στο πρώτο μέρος του άρθρου αυτού, η ελληνική κυβέρνηση προτείνει κυριαρχική βάση ή παραχώρηση του Καστελλόριζου στην Τουρκία, δηλαδή αμιγώς ελληνικής επικράτειας, προκειμένου «να μη θιγεί το γόητρο της Τουρκίας», στη ουσία όμως για να εκβιάσει τη συγκατάθεση των Ε Κ. Ενδεικτικό ακόμη είναι ότι, σύμφωνα με ομολογία του Ν. Κρανιδιώτη, ο Γ. Παπανδρέου συνέχισε να συζητά για το σχέδιο Άτσεσον στις αρχές Αυγούστου και απέσπασε τη συγκατάθεση για τη συνέχιση αυτή και του στρατηγού Γρίβα. Τέλος νομίζουμε αποδεικτική ισχύ αποκτά για τα παραπάνω ο αντιπερισπασμός του Μακάριου όταν για να τορπιλίσει τη διαγραφόμενη σύγκλιση γύρω από κάποια μορφή του σχεδίου Άτσεσον, επιχειρεί με την κάλυψη του πολιτικά ανεπαρκούς Γρίβα την εκκαθαριστική επιχείρηση του θύλακα της Μανσούρας στις 6 Αυγούστου 1964, μέρα επιστροφής του Γρίβα από διαβουλεύσεις στην Αθήνα, κατά τρόπον ώστε να δίνεται η εντύπωση ελληνικής κάλυψης στο εγχείρημα. Τέλος, την εικόνα συμπληρώνει η ανακοίνωση της ΕΣΣΔ στις 15 Αυγούστου που πληροφορούσε τη διεθνή κοινή γνώμη για την αίτηση του Μακάριου για σοβιετική στρατιωτική βοήθεια που υποβλήθηκε στις 9 Αυγούστου, αίτηση που ενώ ήταν δικαιολογημένη από πλευράς στρατιωτικού εξοπλισμού του νησιού ιδιαίτερα μετά τις τουρκικές αεροπορικές επιδρομές της 8ης Αυγούστου και είχε εγκριθεί από την ελληνική κυβέρνηση στις 11 Αυγούστου, εντούτοις η δημόσια ανακοίνωση της τορπίλιζε την προοπτική των σχεδίων Άτσεσον για «ένωση με ανταλλάγματα», εισάγοντας στοιχεία από νέες στρατηγικές ισορροπίες στο παιχνίδι.

Μπροστά σ' αυτό το σκηνικό η ελληνική κυβέρνηση σκέφτεται - κάπως αργά βέβαια - να επιβάλει δυναμικά τη συμπεφωνημένη λύση ιδιαίτερα μετά την είσοδο της ΕΣΣΔ στο παιχνίδι των συσχετισμών, και προτείνει στον Μακάριο με την επίσκεψη Γαρουφαλιά στην Κύπρο στις 20 Αυγούστου την ιδέα της «αυτόματης μονομερούς ένωσης» και της εκ των υστέρων διαπραγμάτευσης με την Τουρκία που δεν θα αντιδρούσε συγκροτούμενη υπό των Αμερικανών. Στο σημείο αυτό, και ενώ μια τέτοιου τύπου πραξικοπηματική ενέργεια θα είχε μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας με την κάλυψη των ΗΠΑ και τον παροπλισμό του Μακάριου, που για πρώτη φορά μπορούσε να τεθεί προ τελετεσμένου γεγονότος, η συγκυρία έχει μάλλον διέλθει μια σημαντική καμπή. Οι συγκρούσεις της Μανσούρας - Κόκκινων εμπλέκουν για πρώτη φορά, ακούσια, ελληνικά στρατιωτικά αποσπάσματα στις μάχες και η ανικανότητα της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας να επιβληθεί στην Ε Κ πολιτική συντείνει στην υπονόμευση της ελληνικής φερεγγυότητας απέναντι στην Τουρκία. Η Τουρκία φαίνεται να δυσανασχετεί με την αδυναμία των συμμάχων - εταίρων της Ελλάδας, τις ΗΠΑ, να επιβάλλουν μια κοινά αποδεκτή λύση. Τέλος οι ΗΠΑ, που αρχικά κάλυπταν την εσπευσμένη μονομερή ένωση ως απάντηση στη σοβιετική εμπλοκή στο κυπριακό, προτείνουν στον Γ. Παπανδρέου μια νέα εκδοχή του σχεδίου Άτσεσον στις 20 Αυγούστου, που εμπεριέχει την πιθανότητα μονομερούς ένωσης με αντάλλαγμα την εκ των υστέρων παραχώρηση βάσης στην Τουρκία, πράγμα που όμως ο Γ. Παπανδρέου αποδέχεται χωρίς ελπίδες επιτυχίας, μια και γνωρίζει ήδη ότι στην κυπριακή αντίθεση έρχεται να προστεθεί και η τουρκική. Πράγματι, η ιστορική ευκαιρία είχε διαφύγει γιατί οι Τούρκοι απορρίπτουν τα σχέδια Άτσεσον τελειωτικά.

Τυπικά, η μεσολάβηση Άτσεσον ενταφιάζεται στις 22.8.64 με επιστολή Γ. Παπανδρέου προς τον Ντ. Άτσεσον όπου δηλώνεται ρητά η αδυναμία συμφωνίας πάνω στις προτάσεις, καθώς και στην από κοινού σύσκεψη στην Αθήνα στις 25.8.64 όπου αποφασίζεται η γραμμή της διεθνοποίησης μέσω του ΟΗΕ. Είναι φανερό ότι την περίοδο αυτή των ελληνικών πρωτοβουλιών με την υποστήριξη των ΗΠΑ έγινε κτήμα της ελληνικής κυβέρνησης ότι η σύμπλευση Αθήνα Λευκωσίας ήταν απόλυτα αδύνατη, μια και η ένωση με ανταλλάγματα, η μόνη εφικτή και κερδοφόρα ελληνική στρατηγική, απορρίπτετο από τους Ε Κ για χάρη της «ένωσης χωρίς ανταλλάγματα», που στην ουσία σήμαινε ανεξαρτησία με καθεστώς μειονότητας για τους τουρκοκυπρίους.

Γίνεται λοιπόν φανερό ότι ο μόνος τρόπος κατίσχυσης των ελληνικών συμφερόντων είναι μέσα από την επιβολή τους πάνω στους Ε Κ δυναμικά και όχι μέσα από συμφωνία. Οι όροι μιας τέτοιας δυναμικής επιβολής και ανατροπής της ΈΜ. στρατηγικής της ανεξαρτησίας ήταν τεχνικά εφικτοί με την παρουσία της ελληνική; μεραρχίας στην Κύπρο μετά τον Απρίλη του '64, αλλά πολιτικά ανύπαρκτοι διότι αφ' ενός η μακαριακή πολιτική συσπείρωνε τη συντριπτική πλειοψηφία των Ε Κ γύρω από την γραμμή της κρατικής ολοκλήρωσης, αφ' ετέρου η πολιτική και στρατηγική ανεπάρκεια των «ενωτικών» με σύνθημα την «εθνική λύτρωση» ήταν αδύνατο να διευρύνει τον κύκλο επιρροής της πέρα από τα στρατόπεδα της εθνοφρουράς και τις ομάδες «ενόπλων μαχητών». Έτσι ενώ η Ελλάδα γίνεται διαρκώς αποδέκτης των μακαριακών πραξικοπημάτων με τις εκκαθαρίσεις Τ Κ θυλάκων ακριβώς όταν η ελληνική κυβέρνηση αναλαμβάνει πρωτοβουλίες συμφωνιών, εντούτοις η ελληνική πλευρά αδυνατεί να πραγματοποιήσει κάποιο παρόμοιο αιφνιδιασμό με τη «μονομερή ένωση», μια και προφανώς κινδυνεύει να διασυρθεί αφού οι Ε Κ απορρίπτουν και αυτή την προοπτική. Η συμπαγής στήριξη της μακαριακής γραμμής ανεξαρτησίας από τους Ε Κ (βλ. π.χ. ΑΚΕΛ. διάλυση ακροδεξιάς κ.λπ.) κάνει ακόμα την όποια σκέψη ανατροπής του Μακαρίου· παράλογη. Μάλιστα ο πραγματικός συσχετισμός δυνάμεων μετά τη λήξη των επιθετικών ελληνικών πρωτοβουλιών με τα σχέδια Άτσεσον απεικονίζεται γλαφυρά στην εκ νέου άρνηση του Μακάριου να δεχθεί την ανανέωση των δυνάμεων της ΤΟΥΡΔΥΚ στις 28.8.64, το ταξίδι του στην Αίγυπτο για να διαπραγματευθεί την αιγυπτιακή διευκόλυνση στην παραλαβή σοβιετικού πολεμικού υλικού (28.8.84) και την παραπομπή της «λύσης» του Κυπριακού στις καλένδες μέσα από τη μεσολαβητική προσπάθεια του ΟΗΕ (που ασφαλώς προβλεπόταν χρονοβόρα και διαιώνιζε με τις ευλογίες της διεθνούς κοινότητας το ευνοϊκό για τους Ε Κ status quo). Τον ίδιο καιρό (9.9.64) ο Γ. Παπανδρέου προτείνει: «Εφ' όσον απέτυχε η προσπάθεια για μια συμπεφωνημένη λύση, μια ειρηνική μεταβατική περίοδος ευνοεί την εκ μέρους μας διαμόρφωση συνθηκών, που θα μας επιτρέψουν τη δημιουργία de facto γεγονότων για την εν καιρώ ανακήρυξη της Ενώσεως» (Ν. Κρανιδιώτης 1985, σελ. 255), ενώ στο γράμμα που απευθύνει στον Μακάριο στις 29.8.64 προτείνει ότι εις «περίπτωσιν απρόκλητου τουρκικής επιθέσεως... η Ελλάς... θα συμπαρασταθεί... αϊ δύο Βουλαί θα ανακηρύξουν την Ένωσιν της Κύπρου με την Ελλάδα. και εν ονόματι της ενώσεως θα διεξαχθεί ο Αγών...» Επιπρόσθετα διατρανώνει την άποψη ότι «...εάν διαφωνήσωμεν θα πρέπει να γίνει δεκτή η γνώμη των Αθηνών, διότι είναι φορεύς της ευθύνης ολόκληρου του Ελληνισμού» (ό.π. σελ. 262263). Χαρακτηριστικά θα αναφέρουμε ότι στην επιστολή αυτή ο Μακάριος απάντησε με καθυστέρηση 6 μηνών, και έδωσε εν τω μεταξύ οδηγίες στον υπουργό οικονομικών του να συστήσει συμβούλιο για τη μελέτη των οικονομικών συνθηκών της Κύπρου «εν όψει της ενώσεως» (ό.π. σελ. 256).

Είναι νομίζουμε προφανές ότι η αρραγής ενότητα της Ε Κ στρατηγικής γύρω από τη μακαριακή γραμμή ήταν η κύρια αιτία που οδήγησε στην αποτυχία την ελληνική επιθετική πρωτοβουλία για τη διευθέτηση του κυπριακού στη βάση της «ένωσης με ανταλλάγματα». Η ευνοϊκή διεθνοπολιτική και στρατηγική θέση της Ελλάδας δεν της επέτρεψε να εκμεταλλευθεί τη στήριξη των πρωτοβουλιών της από τις ΗΠΑ και το NATO, που είχαν επενδύσει ζωτικά συμφέροντα σε μια επιτυχία των ελληνικών πρωτοβουλιών, επειδή ακριβώς ήρθε σε μια «εκ των έξω» και κατά μέτωπο σύγκρουση με την Ε Κ στρατηγική, δηλαδή δεν κατόρθωσε να εσωτερικευθεί στις αντιφάσεις της Ε Κ κοινότητας. Συνακόλουθα, από αυτή τη σημαντική αναμέτρηση η Ελλάδα εξήλθε ουσιαστικά τραυματισμένη, ενώ η Ε Κ στρατηγική έδειξε ότι μπορούσε να καταγράφει νίκες ακόμη και όταν είχε εντελώς αρνητικό σημείο εκκίνησης.

4.5. Η χειραφέτηση της «δευτέρας Ελλάδος». Η αυτονομία από το «εθνικόν κέντρον». (Σεπτέμβριος 1964 - Ιούνιος 1965)

«Η ένωσις της Κύπρου μετά της Ελλάδος πρέπει να είναι ένωσις ολοκλήρου της νήσου, άνευ εξαιρέσεως τμήματος αυτής» (δηλώσεις Μακάριου στο «Έθνος», Νοεμ, 1964)

«Πολλές φορές ευρίσκομαι σε δύσκολη θέση, γιατί πολλοί εκτοξεύουν εναντίον μου το χαρακτηρισμό του "ανθενωτικού". θα ήμουν πρόθυμος να κηρύξω την Ένωσιν, εάν πράγματι επίστευα, ότι θα μπορούσαμε να την επιτύχουμε χωρίς να οδηγήσουμε το έθνος σε δυσάρεστες περιπέτειες, ανάλογες με εκείνες τον 1922 και χωρίς να διατρέξουμε τον κίνδυνο μερικής ή ολοκληρωτικής καταλήψεως του Νησιού από μια ξένη Δύναμη». (Μακάριος στο Σ. Στέμματος στις 7.5.65).

Μετά την υποχώρηση των ελληνικών πρωτοβουλιών το φθινόπωρο του '64, η ελληνική κυβέρνηση επιδίδεται σε μια συντονισμένη πίεση με στόχο την εξισορρόπηση και τον έλεγχο των μακαριακών πρωτοβουλιών καθώς και τη διατήρηση των βασικών ζητημάτων ανοιχτών για μια μελλοντική ρύθμιση του Κυπριακού στα πλαίσια των «συμπεφωνημένων λύσεων». Για το σκοπό αυτό διοχετεύεται η πίεση αυτή είτε μέσα από τις στρατιωτικές δυνάμεις της εθνοφρουράς, είτε μέσα από τη συντονισμένη βοήθεια σε αντιπολιτευτικές εφημερίδες (Ν. Δεληπέτρος 1988, σελ. 155179). Στόχος ήταν η διάρρηξη του Ε Κ μπλοκ και η προσπάθεια για την πολιτική αυτονόμηση κάποιων δυνάμεων που θα ήταν διατεθειμένες να στηρίξουν μια φιλοελλαδική γραμμή «συμπεφωνημένων λύσεων» με σύνθημα την Ένωση.

Ο Μακάριος αντιλαμβανόμενος την αυξανόμενη πίεση στην οποία εκτίθετο όλο και περισσότερο λαμβάνει μια σειρά αμυντικά μέτρα, αλλά και προβαίνει σε ένα σημαντικό αντιπερισπασμό. Ζητά και πετυχαίνει την ανάκληση του Ν. Δεληπέτρου, προσωπικού απεσταλμένου του Γ. Παπανδρέου, για να σταματήσει η οργανική διείσδυση της ελλαδικής πολιτικής στην Κύπρο (Οκτ. 1964). Αρνείται οποιαδήποτε λύση παρά μόνο την «άδολη» ένωση (Νοέμ. 1964). Καταγγέλλει τις ενωτικές ομάδες περί τον Γρίβα ως παρακρατικές, αντεθνικές και επικίνδυνες, προσπαθώντας να τις απομονώσει κατά το δυνατόν πολιτικά (Δεκέμβριος 1964). Εφαρμόζει τη σοβιετοκυπριακή συμφωνία για στρατιωτική βοήθεια που αρχίζει να διοχετεύεται μέσω Καΐρου από τον Ιανουάριο του 1965 μέχρις ότου η πληροφορία διαρρέει και η βοήθεια αναστέλλεται. Επιμένει στη διαδικασία της μεσολάβησης των Ηνωμένων Εθνών που είναι χρονοβόρα και με δεδομένη τη διεθνή αναγνώριση διατηρεί και δίνει επιπρόσθετο κύρος στο Ε Κ κράτο; της Κύπρου και στο status quo γενικότερα. Ίσιος. όμως. η σημαντικότερη κίνηση αντιπερισπασμού ήταν να μεταφέρει τη στρατηγική διαφοροποίηση της ελληνικής με την Ε Κ γραμμή μέσα το ίδιο το «εθνικό κέντρο». Εκτός από το ότι ήταν μια κίνηση τακτικής εκτόνωσης της ογκούμενης πίεσης προς το Ε Κ μέκυπο. αποδείχθηκε στη συνέχεια ως ο χειρισμός που ανέτρεψε τους υφιστάμενους συσχετισμούς και τις ισορροπίες δυνάμεων και εγκαθίδρυσε μια νέα ισορροπία, η οποία όμως τελικά οδήγησε στον «απευθείας ελληνοτουρκικό διάλογο» και την πολιτική απομόνωση της Ε Κ ηγεμονικής στρατηγικής.

Είναι πραγματικά κεφαλαιώδες ότι για πρώτη φορά οι πολιτικοί χειρισμοί της ηγεμονικής μακαριακής στρατηγικής διαμεσολαβούνται στο εσωτερικό του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού από την περί τον Α. Παπανδρέου αριστερή πτέρυγα του κυβερνώντος κόμματος. Μέχρι τότε το μόνο «προγεφύρωμα» που διέθετε ο Μακάριος στον ελλαδικό χώρο ήταν ο Σ. Κωνσταντόπουλος με τη γνωστή ακροδεξιά του τοποθέτηση. Ο Κωσταντόπουλος υποστήριξε τον Μακάριο στη βάση των παραδοσιακών πολιτικών τάσεων της εθναρχίας. Όμως το πολιτικό παιχνίδι της προηγούμενης διετίας κατέγραψε τη μακαριακή στρατηγική ως αντινατοϊκή και «αντιιμπεριαλιστική» ιδιαίτερα εξ αιτίας της συνδυασμένης απόρριψης των σχεδίων Άτσεσον μαζί με τη στροφή προς το σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Ο Α. Παπανδρέου επιπρόσθετα είναι ο μόνος Έλληνας πολιτικός ο οποίος όχι μόνο συμπορεύεται με τον Μακάριο, αλλά που κύρια αναγνωρίζει την πολιτική αυτοτέλεια της μακαριακής στρατηγικής, απορρίπτοντας τη θεωρία του «εθνικού κέντρου»; «Ο Μακάριος δεν είναι απομονωμένος. Είναι ο αυθεντικός εκπρόσωπος τον λαού τον, και η πολιτική του εκφράζει κατά ένα μέγιστο μέρος τη θέληση των Κυπρίων. Είναι λοιπόν μάταιο κι επικίνδυνο να στρεφόμαστε κατά του Μακαρίου... Μια συμφωνία που θα προέβλεπε την Ένωση με παράλληλη εγκατάσταση Τουρκικής βάσης στην Κύπρο, κάτω από την αιγίδα τον NATO, θα πρέπει να αποκλεισθεί, εφ' όσον αντιτίθεται η Κυπριακή κυβέρνηση» (Α. Παπανδρέου 1974, σελ. 204). (υπογραμμίσεις δικές μας Τ.Κ.Γ.Μ.). Είναι χαρακτηριστικό ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι η πρώτη φορά που από ελλαδικής πλευράς ομολογείται όχι μόνο η πολιτική αυτοτέλεια των Ε Κ, αλλά ρητά και η κρατική της αυτοτέλεια, μια και δηλώνεται ότι η ένωση (και όχι κάποια «διπλή ένωση» ή «διχοτόμηση») δεν είναι δυνατή επειδή αντιδρά η Κυπριακή Κυβέρνηση. Είναι ακόμα χαρακτηριστικό ότι αντί να λάβει χώρα η επιδιωκόμενη διάσπαση του Ε Κ ηγεμονικού μετώπου σε ενωτικούς και ανθενωτικούς, όπως επιδίωκε η ελληνική κυβέρνηση, αντίθετα η ελληνική κυβέρνηση και το κυβερνάν κόμμα διασπάσθηκε σε μακαριακούς και αντιμακαριακούς, με συνέπεια την παραίτηση του Α. Παπανδρέου στις 15.11.64, την επίσκεψη του στην Κύπρο στις 20.11.64 και τις διαρκείς επιθέσεις την εφημερίδας «Ελευθερία» που πρόσκειτο στον Κ. Μητσοτάκη εναντίον του «ανεύθυνου της Λευκωσίας και του ανεύθυνο - υπεύθυνου των Αθηνών». Η ελληνική κρίση γύρω από την ακολουθητέα γραμμή στο Κυπριακό θα κορυφωθεί με την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ όπου κάποια από τις πολλές ενώσεις αξιωματικών στην Κύπρο χρησιμοποιείται για την πολιτική απαξίωση του Α. Παπανδρέου. Αν και ο καθεαυτό στόχος του εγχειρήματος δεν πετυχαίνει, εντούτοις η κρίση που η μακαριακή γραμμή μετέφερε στην Ελλάδα μετατρέπεται σε ανοιχτή κρίση γιατί απ' ό,τι φάνηκε το στοιχείο της κυπριακής ανάμειξης του Α. Παπανδρέου διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στην πολιτική κρίση της περιόδου (βλ. και το άρθρο των Βερναρδάκη Μαυρή σ' αυτό το τεύχος των θέσεων).

Είναι φανερό ότι επιδίωξη της μακαριακής πολιτικής δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να είναι η ολοκληρωτική ανατροπή των ισορροπιών και η ηγεμονία της και στο εσωτερικό της Ελλάδας. Όμως οι παραπάνω χειρισμοί δίνουν ενδείξεις για κάποια τέτοιου τύπου τάση υπερεκτίμησης του ρόλου της από την πλευρά αυτών που είχαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η αρχική κίνηση αντιπερισπασμού που κινήθηκε σωστά στο πλαίσιο των υπαρκτών συσχετισμών δύναμης γρήγορα ξέφυγε από τον έλεγχο των εμπνευστών της και λειτούργησε σα χιονοστιβάδα τόσο στο Ε Κ αλλά κύρια στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό. Φαίνεται ότι η δυνατότητα αμυντικών ελιγμών στο εσωτερικό συμπαγές μέτωπο όπου, από την πείρα της προηγούμενης διετίας, φάνηκε να είναι πανίσχυρη η μακαριακή στρατηγική, ώθησε σε μια επιθετική πρωτοβουλία που σίγουρα πέτυχε το στόχο της αποσταθεροποίησης του υπαρκτού ηγεμονικού πόλου πίεσης προς την Κύπρο, όμως δεν διέθετε τα μέσα για μια ανασύνθεση των ισορροπιών αν όχι σε μια περισσότερο ευνοϊκή βάση για την Κύπρο, τουλάχιστον σε μια περισσότερο ελεγχόμενη ή λιγότερο ανεξέλεγκτη κατεύθυνση. Σα συνέπεια θα λέγαμε ότι ο Ε Κ αντιπερισπασμός πέτυχε τον κοντοπρόθεσμο στόχο του για αποτροπή της άμεσης υπονόμευσης, όμως μεσοπρόθεσμα άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου για μια νέα οριοθέτηση και προσδιορισμό των ελληνικών στρατηγικών πρωτοβουλιών στο Κυπριακό. Μια κοντοπρόθεσμη νίκη στο φόντο μιας μεσοπρόθεσμης αβεβαιότητας.

Όλα όσα ακολουθούν στην περίοδο αυτή μέχρι τον ενταφιασμό της «συμπεφωνημένης λύσης» στο Συμβούλιο του Στέμματος της 7.5.65 πιστοποιούν τη διαγραφόμενη πορεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο αυτή, με όσα συμβαίνουν στην Κύπρο και στην Ελλάδα, περατώνεται μια ιστορική περίοδος και τίθενται οι βάσεις για μια νέα φάση στην εξέλιξη του Κυπριακού. Αν στην Ελλάδα με την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και την κατηγορία για συνωμοτική δράση του Α. Παπανδρέου στην Κύπρο δυναμιτίζεται ο κυβερνητικός συνασπισμός, διαρρηγνύεται η ενότητα των δυο βασικών πτερύγων του κυβερνώντος κόμματος και ξεσπάει η κρίση εκπροσώπησης που οδηγεί στα Ιουλιανό, στην Κύπρο οι εξελίξεις είναι επίσης σοβαρές. Η εκτόνωση της άμεσης πίεσης προς το Μακάριο από την Ελλάδα δεν μπορεί να αποκρύψει το γεγονός ότι τα χρησιμοποιηθέντα μέσα δεν απέδωσαν καθεαυτό. Ήδη από τα τέλη του 1964 και παρά τη στρατιωτική βοήθεια προς τον Μακάριο που δίνεται με στόχο την αποσταθεροποίηση της Ν.Α. πτέρυγας του NATO, η κυβέρνηση της ΕΣΣΔ αναγνωρίζει πέρα από την «ακεραιότητα της Δημοκρατίας της Κύπρου» και «το σεβασμό των νομίμων δικαιωμάτων των δυο εθνικών κοινοτήτων». Είναι λοιπόν σαφές ότι η σοβιετική βοήθεια δεν είναι άνευ όρων επικρότηση της μακαριακής γραμμής και δεν θα συνεργούσε στα πραξικοπήματα. Τον Ιανουάριο 1965 μάλιστα ο Γκρομύκο υποδεικνύει σα λύση την ομοσπονδία με δυο χωριστές αυτόνομες διοικήσεις. Ακόμη σχετική είναι η αξία και της ίδιας της στρατιωτικής βοήθειας μια και η πρώτη δημοσιοποίηση της οδηγεί αυτόματα και στην ανακοπή της. Η σοβιετοκυπριακή λοιπόν συνεργεία δε λειτούργησε τελικά ούτε συμβολικά ούτε πρακτικά.

Πέρα από την αποσταθεροποίηση του ελληνικού πολιτικού σκηνικού, η συγκυρία που πρόκυψε στέρησε από το Μακάριο τους πιθανούς και αναγκαίους ισχυρούς συμμάχους και μάλιστα τον κατέγραψε στην Ελλάδα ως τον πραγματικό υπεύθυνο για την καθυστέρηση της «εθνικής λύτρωσης» της Κύπρου. Η άποψη αυτή ισχυροποιείται στο συμβούλιο του Στέμματος στης 7.5.65, όπου όλοι οι παριστάμενοι συμφωνούν ότι όσο καθυστερεί η "συμπεφωνημένη λύση" τόσο χειροτερεύει ο συσχετισμός δύναμης, όλοι επιρρίπτουν ευθύνες στους Ε Κ για τον ενταφιασμό της ένωσης, όλοι συμφωνούν για την αναγκαιότητα «ανταλλαγμάτων» και για την αδυναμία να επιβάλλουν τη λύση αυτή στους Ε Κ. Είναι το Συμβούλιο του Στέμματος όπου ομολογείται ανοιχτά η αδυναμία πολιτικής κατίσχυσης της Ελλάδας πάνω στην Κύπρο, και όπου προβάλλει καθαρά - παρά το κοινό (με τον παριστάμενο Μακάριο) ανακοινωθέν που αναμασά τα περί ΟΗΕ κ.λπ. - η απόκλιση των δυο στρατηγικών ως όρος ύπαρξης για την κάθε μια από αυτές.

Είναι το σημείο καμπής όπου η Ελλάδα συνειδητοποιεί ότι η λύση του Κυπριακού αντιμετωπίζει πολύ περισσότερο από την αντίθεση της Τουρκίας την ανυποχώρητη αντίσταση των Ελληνοκυπρίων σε κάθε σχέδιο που θα μείωνε την πλήρη κυριαρχία τους πάνω στον κοινωνικό σχηματισμό της Κύπρου. Δεν είναι σύμπτωση φυσικά ότι 5 μέρες μετά το Συμβούλιο του Στέμματος στις 12.5.65 η Ελλάδα τυπικά αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για απευθείας Ελληνο Τουρκικό διάλογο ερήμην της Κύπρου. Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι την ίδια περίοδο αναζωπυρώνεται το ζήτημα ΑΣΠΙΔΑ με τις εκρηκτικές συνέπειες του στη συνέχεια. Δεν είναι τέλος συμπτωματικό ότι την ίδια περίοδο ο Μακάριος που διαβλέπει την πολιτική του απομόνωση κάνει τον αντιπερισπασμό ζητώντας από τον Γ.Γ. του ΟΗΕ την έναρξη διακοινοτικού διαλόγου Ε Κ και Τ Κ στη βάση του σχεδίου Γκάλο Πλάζα (26.3.1965), σχέδιο που αφίσταται των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου, που κατοχυρώνει την εκτελεστική παντοκρατορία των Ε Κ κα τον μειονοτικό ρόλο των Τ Κ, απορρίπτει την ομοσπονδία και θεωρεί την «ανεξαρτησία της Κύπρου... σαν (την) πρώτη και κυριότερη βασική αρχή πάνω στην οποία θα μπορούσαν να συμφωνήσουν τα δυο μέρη...». Αυτή τη θετική διατύπωση τη συμπληρώνει και με έναν αρνητικό προσδιορισμό: «Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι το θέμα της Ένωσης αποτελεί την πιο διασπαστική και δυναμικά την πιο εκρηκτική άποψη του Κυπριακού προβλήματος» (Ν. Κρανιδιώτης, 1985, σελ. 280281). Αυτή τη για το «εθνικό αίσθημα» των Ε Κ φαινομενικά ακόμα και μέχρι εκείνη τη στιγμή δυσβάστακτη απαίτηση για διατήρηση της «δεσμευμένης ανεξαρτησίας», ο Μακάριος εκτιμούσε ως «πράγματι θετική», θεωρώντας ότι «θα ήταν προς το συμφέρον των δυο κοινοτήτων» (Ν. Κρανιδιώτης 1985, σελ. 286). Αυτήν ακριβώς την έκθεση Γκάλο Πλάζα ανασύρει ο Μακάριος αμέσως μετά το Σ. Στέμματος της 7.5.65 και στις 21.5.65 προτείνει τον ενδοκοινοτικό διάλογο ιός αντίβαρο στον ελληνοτουρκικό διάλογο που μόλις ξεκινάει. Λέει μάλιστα για τον τελευταίο ότι «οποιαδήποτε σχετική διευθέτηση ή συμφωνία μεταξύ τ(ϋν δυο χωρών δε μπορεί για κανένα λόγο να δεσμεύει τη Δημοκρατία της Κύπρου» (Ν. Κρανιδιώτης 1985. σελ. 325).

Με την περίοδο που κλείνει στο σημείο αυτό η «μικρά δευτέρα Ελλάς» ενηλικιώνεται και χαράσσει τη δική της πορεία σε πλήρη διαφοροποίηση και αντίθεση με το «εθνικόν κέντρον».

4.6. Γενική αποτίμηση της φάσης ελληνοποίησης: από το «ευκταίο» στο «εφικτό»

Είναι πολύ δύσκολο να επιχειρήσει κανείς μια συνολική αποτίμηση της δυναμικής εξέλιξης των δυο στρατηγικών (της ελληνικής και της ελληνοκυπριακής) στην περίοδο από τη συγκρότηση του ελληνοκυπριακού κράτους μέχρι και τη στιγμή που η ομολογία της απόκλισης ελληνικής και Ε Κ στρατηγικής σημαίνει πλέον την ανοιχτή αντιπαράθεση των δυο γραμμών μέσα στη συγκυρία. Από την πλευρά των Ε Κ υπάρχει ένας σταθερός πόλος αναφοράς που είναι η ολοκληρωτική επικράτηση τους στον κυπριακό κοινωνικό σχηματισμό (απέναντι τόσο στους Τ Κ όσο και στην Ελλάδα), γεγονός που προσανατολίζει τη δράση τους και τις γενικότερες ενέργειες τους μέσα στη συγκυρία. Αντίθετα η ελληνική πλευρά έχει να επιδείξει μια ταλάντευση ανάμεσα σε μια προσπάθεια απεμπλοκής από τους κλυδωνισμούς που θα μπορούσε να προκαλέσει το Κυπριακό στις στρατηγικές ισορροπίες στην περιοχή και σε μια αναγκαία ανάμειξη της στο ζήτημα, για να προστατεύσει την εγκυρότητα της διαχείρισης από τη μεριά της αυτών των ίδιων των ισορροπιών.

Αυτή η αντίφαση έκανε ακριβώς την Ελλάδα ευάλωτη στην Ε Κ στρατηγική που η ύπαρξη της διαμεσολαβούσε την αδυναμία ουσιαστικής παρέμβασης της Ελλάδας στα κυπριακά πράγματα. Από τη σκοπιά αυτή. λοιπόν, δεν είναι απορίας άξιο το γεγονός ότι οι Ε Κ τακτικοί ελιγμοί βρίσκουν κάποτε πρόσφορο έδαφος για να εγγραφούν στο εσωτερικό της ελληνικής πολιτικής συγκυρίας και να προκαλέσουν τα αποτελέσματα που επιδιώκουν. Σε μια συγκυρία όπου η Ελλάδα διαρκώς και περισσότερο διατρανώνει την επιθυμία της να λειτουργήσει ω; «εθνικό κέντρον», αποτυγχάνει εξόφθαλμα να επιβάλει τις στρατηγικές της επιλογές στην Ε Κ πολιτική ηγεσία. Γι αυτό και η ρήση του Γ. Παπανδρέου «άλλα συμφωνούμεν, και άλλα πράττετε» είναι αξιοσημείωτη όχι ως διαπίστωση διχογνωμιών αλλά ως ένδειξη αδυναμίας. Πράγματι η αγανάκτηση δεν είναι απόρροια του ότι έχει να αντιμετωπίσει τη διπρόσωπη στάση των Ε Κ, αλλά γιατί αδυνατεί να εμποδίσει μια παρόμοια απόληξη των σχέσεων, ή μάλλον αποτελεί ομολογία της αδυναμίας να ηγεμονευθεί η «δευτέρα Ελλάς».

Το γεγονός πάλι ότι η αδυναμία αυτή εκφράστηκε χαρακτηριστικά και ως κρίση διαχείρισης τόσο της «εθνικής ολοκλήρωσης» στον εσωτερικό πολιτικό συσχετισμό όσο και του στρατηγικού ηγεμονικού πλέγματος στους γεωπολιτικούς συσχετισμούς, επιτάχυνε στο εσωτερικό της Ελλάδας την προϊούσα κρίση εκπροσώπησης, ενώ παράλληλα έκανε σαφή την ανάγκη για ένα νέο προσανατολισμό της ελληνικής στρατηγικής αναφορικά με το Κυπριακό. Εδώ ακριβώς ορίζεται δηλαδή η «ανάγκη» πολιτικής χειραγώγησης των Ε Κ, που αρχικά προωθήθηκε μέσα από την πολιτική του ελληνοτουρκικού διαλόγου ερήμην των Ε Κ. Αν είναι να εκτιμήσουμε λοιπόν την Ε Κ στρατηγική αυτή την περίοδο θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ενώ θαυμαστά κατοχυρώνει μια ντε φάκτο κυριαρχία της στο εσωτερικό της Κύπρου με τη βίαιη εκδίωξη των Τ Κ από το κράτος, με τον εγκλεισμό τους στους θύλακες με το διαρκή πολιτικό τους αποκλεισμό, με τη μονομερή διεθνή αναγνώριση της Ε Κ πολιτικής ηγεσίας, με τη βραχυκύκλωση κάθε ελληνικής προσπάθειας για «συμπεφωνημένη λύση», εντούτοις αδυνατεί να λύσει ολοκληρωτικά και μια για πάντα το Κυπριακό ζήτημα, κύρια από δική της υπαιτιότητα.

Αν η γραμμή της ανεξαρτησίας σήμαινε την αναγκαία ύπαρξη εθνικών συμβιβασμών με τους Τ Κ προκειμένου να αποφευχθεί η εγγραφή του ζητήματος στο γεωπολιτικό παιχνίδι, φαίνεται ότι η Ε Κ γραμμή αντίθετα επιδίωξε τη διπλή της επικράτηση χωρίς κανένα συμβιβασμό προς καμιά μεριά και αντίθετα χρησιμοποίησε τις στρατηγικές ισορροπίες για να πετύχει πολλές φορές κοντοπρόθεσμους στόχους. Με την τακτική αυτή ενώ κατάφερνε να επιβιώνει νικηφόρα στην πρώτη αυτή φάση, δεν κατόρθωσε να αποκτήσει κανένα έγκυρο μονιμότερο σύμμαχο ούτε στην Ελλάδα ούτε διεθνώς, αναστάτωσε τις στρατηγικές ισορροπίες στη Ν. Α. πτέρυγα του NATO κατά τρόπο ώστε να θέτει υπαρκτά προβλήματα για τη συνοχή της συμμαχίας. Ειδικότερα προκάλεσε την Τουρκία αναφορικά με τη δυνατότητα της να λειτουργεί φερέγγυα ως προστάτης των εθνικών της ομάδων εκτός κρατικής επικράτειας, δίνοντας μ' αυτό τον τρόπο ζωή στις διατάξεις εκείνες των Συμφωνιών που ακριβώς επιδίωκε να αχρηστεύσει.

Έτσι λοιπόν ενώ στην ιστορική αυτή στιγμή η Ε Κ στρατηγική έχει καταγράψει μια σειρά σημαντικές νίκες στο εσωτερικό μέτωπο, έχει όμως ταυτόχρονα απελευθερώσει μια δυναμική που είναι ανεξέλεγκτη και δεν αντιστοιχεί απαραίτητα στις δικές της προθέσεις και στοχεύσεις. Μια λοιπόν και το μοναδικό ουσιαστικό της στήριγμα είναι το συμπαγές και η συνοχή του εσωτερικού Ε Κ μετώπου, αυτό θα είναι και το επίδικο αντικείμενο της πάλης των διαφόρων ιστορικών τάσεων στην ιστορική περίοδο που έρχεται.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αβέρωφ Ε. (1988): «Οι Τούρκοι δεν είναι ασυνεννόητοι», Σελίδες της Καθημερινής, 17 Ιουλίου 1988, σελ. 3642.

Αντωνίου Μπ., Κυπριανίδης T., Μηλιός Γ. και Τσεκούρας θ. (1987): «Μύθοι του Αιγαίου», θέσεις τ. 20.

Βλάχος, Α.Σ. (1987): «Μια φορά κι ένα καιρό ένας διπλωμάτης...». Ε' τόμος. Εστία, Αθήνα.

Βλάχος, Α.Σ. (1988): «Μια φορά κι ένα καιρό ένας διπλωμάτης...», Στ' τόμος, Εστία, Αθήνα.

Δεληπέτρος Ν. (1988): «Αποφάσισα να μιλήσω», Εστία, Αθήνα. Κρανιδιώτης Γ.Ν. (1984): Το Κυπριακό πρόβλημα (19601974)», θεμέλιο. Αθήνα. Κρανιδιώτης Ν. (1985): «Ανοχύρωτη Πολιτεία», τόμος Α', Εστία, Αθήνα. «Το Κυπριακό - και τα διεθνιστικά καθήκοντα των ελληνοκυπρίων επαναστατών» (1988), έκδοση της Εργατικής Δημοκρατίας, Λευκωσία.

Μηλιός Γ. (1988): «Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην - καπιταλιστική ανάπτυξη». Εξάντας, Αθήνα.

Παπανδρέου Α. (1974): «Δημοκρατία στο απόσπασμα», Καρανάσης, Αθήνα. Παρασκευόπουλος Π. (1988): «Γεώργιος Παπανδρέου, τα δραματικά γεγονότα 19611967», Φυτράκης Ο τύπος Α.Ε., Αθήνα.

Τσεκούρας θ. (1985): «Σημειώσεις για τους ταξικούς αγώνες στην Κύπρο», θέσεις, t. 10. Τσιτσόπουλος Γ. Βερέμης θ. (1988): «Οι ελληνοτουρκικές αμυντικές σχέσεις 19451987», στο «Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις 19231987», εκδ. Γνώση. Αθήνα. Ψυρούκης Ν. (1985): «Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας», εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα.

1. Ενδεικτική σ' αυτό το σημείο είναι και η μαρτυρία του Α. Βλάχου που επιβεβαιώνει ότι οι δήμοι είχαν αποτελέσει μέρος της συμφωνίας της Ζυρίχης μετά από επιμονή του Μακάριου (Α. Βλάχος 1987, σελ. 32 και σελ. 52). Στο ίδιο ζήτημα αναφερθήκαμε στο πρώτο μέρος του άρθρου μας στις θέσεις 25, σελ. 6566.

2. Για παράδειγμα ο Ε. Αβέρωφ στην επιστολή του της 19.4.1963 προς τον Μακάριο αναφέρει ότι θα «...διαχωρίσωμεν και δημοσία την γραμμήν μας, αν επιδιωχθεί μονομερής κατάργησις των συμφωνιών ή μέρους αυτών» και προσθέτει ότι «...η Ελλάς εν ουδεμία περιπτώσει επιτρέπεται να δεχθή την όημιουργίαν προηγουμένου, καθ' ό είς των συμβαλλομένων δύναται μονομερώς να καταγγέλλη ή ν' αγνοή ενοχλητικός δϊ αυτόν διατάξεις διεθνών πράξεων τας οποίας ο συμβαλλόμενος ούτος ανέλαβε να σεβασθεί». (Ν. Κρανιδιώτης 1985, ό.π. σελ. 77). Είναι φανερό ότι ο Αβέρωφ έχει εδώ κατά νου και την αμφισβήτηση από την Άγκυρα της οροθετικής γραμμής του Αιγαίου, που διατυπώθηκε αρχές του 1963 (βλ. Τσιτσόπουλος 1988). Αντίθετα, ενώ ο Γ. Παπανδρέου είχε γραμμή θετικής ουδετερότητας την εποχή της υπογραφής tüjv Συμφωνιών, προεκλογικά ανέβασε τον τόνο μιλώντας για την «προδοσία της Κύπρου που δεν έχει αμνηστευθεί». (Ν. Κρανιδιώτης 1985. σελ. 68). Βέβαια στη συνέχεια θα επανακάμψει ως πρωθυπουργός σε μια πιο ρεαλιστική στάση: «θεωρώ δυστύχημα τις Συμφωνίες... αλλά. εφ' όσον υπεγράφησαν, εδημιουργήθη πραγματική κατάστασις, η αντιμετώπισις της οποίας χρειάζεται μεγάλην προσοχήν». (ό.π. σελ. 82). Μια παρόμοια «ρεαλιστική» στάση είχε τηρήσει ο Γ. Παπανδρέου και το 1959, κατά τη συζήτηση των Συμφωνιών Ζυρίχης - Λονδίνου στη Βουλή. Βλ. το πρώτο μέρος αυτού του άρθρου, θέσεις τ.25, σελ. 63, υποσημ. 23.

3. Ενδεικτικά γι' αυτή τη συγκυρία είναι όσα αναφέρονται για τις αμερικανικέ; στρατηγικές αντιλήψεις την περίοδο αυτή (Τσιτσόπουλος 1988). Στο παραδοσιακό στρατηγικό ρόλο της Ελλάδας προστίθεται και αυτός του εξισορροπιστή των τουρκικών πιέσεων προς τις ΗΠΑ. Μάλιστα εκτιμάται από τις ΗΠΑ και μια μείωση της ελληνικής στρατιωτικής ισχύος ως ενέργεια που θα άμβλυνε μια πιθανή ελληνική πρωτοβουλία για ένοπλη αναμέτρηση με την Τουρκία.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή