Ο Μαρξισμός στο Μεσοπόλεμο και ο Σεραφείμ Μάξιμος Εκτύπωση
Τεύχος 26, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1989


Ο Μαρξισμός στο Μεσοπόλεμο και ο Σεραφείμ Μάξιμος
του Γιάννη Μηλιού

1. Η ιδιαιτερότητα του Σ. Μάξιμου

Τους τελευταίους μήνες του 1943, κυκλοφόρησε στην Αθήνα το βιβλίο του Σεραφείμ Μάξιμου (με το ψευδώνυμο "Βόρειος"), «θεωρητική Οικονομική» και Οικονομική Ακρισία (Απάντηση στον Καθηγητή Ξ. Ζολώτα). Παρότι από τη γλώσσα του κειμένου του Μάξιμου απουσιάζει κάθε είδους ρητή αναφορά στη θεωρία του Μαρξ και στις μαρξιστικές έννοιες και θεωρητικές κατηγορίες (λόγω προφανώς των συνθηκών της γερμανικής κατοχής) δεν είναι καθόλου δύσκολο για τον αναγνώστη που είναι στοιχειωδώς εξοικειωμένος με τη μαρξιστική θεωρία να αντιληφθεί ότι πρόκειται για ένα κείμενο μαρξιστικό.

Αυτό όμως που κατά τη γνώμη μου έχει τη μεγαλύτερη σημασία για το ζήτημα της πρόσληψης και ανάπτυξης των ιδεών του Μαρξ στην Ελλάδα είναι ότι. στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα οποιοδήποτε μαρξιστικό κείμενο, αλλά για ένα κείμενο εντελώς ιδιόμορφο: ένα κείμενο που αντλεί τη δομή και την επιχειρηματολογία του αποκλειστικά από το θεωρητικό σύστημα της μαρξιστικής Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Ένα κείμενο που διαφοροποιείται έτσι σημαντικά - όπως θα προσπαθήσω να δείξω στα επόμενα - από αυτό που αποτελούσε τον κυρίαρχο μαρξισμό της εποχής του.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρω ένα και μόνο παράδειγμα: το βιβλίο του Μάξιμου τελειώνει με ένα υστερόγραφο εννέα σελίδων το οποίο φέρει τον τίτλο: «Η κλασική και η αγοραία οικονομία» και για το οποίο ο Μάξιμος σημειώνει το εξής: «Παραθέτω εδώ σαν υστερόγραφο μια κριτική μελέτη, δημοσιευμένη στο περιοδικό "Devenir Social" του 1897 (Απρίλης), για τις τιμές και τους "τρεις συντελεστές της παραγωγής", θαρρεί κανείς πως έχει γραφεί για τον κ. Ζολώτα». Στην πραγματικότητα εδώ πρόκειται για ένα απόσπασμα του Μαρξ από τις «θεωρίες για την υπεραξία» μέρος τρίτο σελ. 566-587 (εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985. Στο γερμανικό πρωτότυπο, Marx EngelsWerke Bd. 26.3 σελ. 489-507). Από το πρωτότυπο κείμενο του Μαρξ έχουν αφαιρεθεί ελάχιστες λέξεις ή φράσεις (π.χ. η λέξη υπεραξία) κι έχει ελαφρώς παραποιηθεί η μετάφραση κάποιων άλλων (π.χ. η λέξη κεφαλαιοκράτης μεταφράζεται βιομήχανος) προφανώς για να μη γίνει εξόφθαλμη η προέλευση της παραπομπής. Μέχρι και σήμερα είναι εξαιρετικά λίγοι οι μαρξιστές συγγραφείς (και δεν αναφέρομαι φυσικά στην Ελλάδα μόνο, αλλά στη διεθνή μαρξιστική σκηνή) που έχουν την ευχέρεια (ή ακόμα και την πρόθεση) να συνάγουν τις θέσεις τους σε αναφορά με τα μαρξιστικά έργα που κατεξοχήν θεμελιώνουν το μαρξισμό: το Κεφάλαιο, τις θεωρίες για την Υπεραξία, τα Grundrisse. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι λίγοι μαρξιστές ενδιαφέρθηκαν μέχρι σήμερα για την κριτική του Μάξιμου στον Ζολώτα (δηλαδή την κριτική του στην αστική οικονομική θεωρία) ενώ, βέβαια, κανείς δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη του κειμένου του Μαρξ μέσα στο βιβλίο του Μάξιμου.

Τα πράγματα θα ήταν όμως, νομίζω, και πάλι απλούστερα αν η περίπτωση του Σ. Μάξιμου μπορούσε να καταχωρηθεί στον τύπο του μαρξιστή θεωρητικού που, όπως για παράδειγμα ο Γιάννης Κορδάτος, επιχειρεί να παρέμβει πολιτικά δια μέσου της θεωρίας, ή, καλύτερα, στο επίπεδο της θεωρίας, και βρίσκεται έτσι, περισσότερες ή λιγότερες φορές, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, «αντιμέτωπος με το ρεύμα». Όμως τουλάχιστον κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου (και του Β' Παγκόσμιου Πολέμου), που μας ενδιαφέρει εδώ, ο Μάξιμος δεν μοιάζει να καθορίζεται τόσο από τη θεωρητική του παρέμβαση όσο από την προσπάθεια του να λειτουργήσει πολιτικά με την άμεση έννοια του όρου (Για ό,τι ακολουθεί βλ. αναλυτικότερα Αξελός 1975):

Μέλος της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. από το 1924, εκλέγεται δουλευτής του κόμματος το 1926 και αρχηγός της πρώτης δεκαμελούς του κοινοβουλευτικής ομάδας. Η Κ.Ε. του Κόμματος που προκύπτει απ' το 3ο τακτικό Συνέδριό του τον εκλέγει το Μάρτη του 1927 μέλος του Π.Γ. του Κ.Κ.Ε. Το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου παραιτείται όμως από το Π.Γ. (μαζί με δυο άλλα μέλη του 7μελούς Π.Γ.) και συντάσσεται μαζί με τους ήδη διαγραμμένους Πουλιόπουλο και Γιατσόπουλο στην «Ενωμένη Αντιπολίτευση» του Κ.Κ.Ε. Η «Ενωμένη Αντιπολίτευση» δεν διαφωνεί μόνο με τον προσανατολισμό της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε. προς τις θέσεις της σταλινικής ηγετικής ομάδας του ΚΚΣΕ. Διατυπώνει ταυτόχρονα και μια διαφορετική ανάλυση για τον ελληνικό καπιταλισμό του Μεσοπολέμου και συνακόλουθα για την προλεταριακή στρατηγική. (Βλ. Σπάρτακος 1, 1928, σελ. 3). Το 1928 ο Μάξιμος διαγράφεται από μέλος του Κ.Κ.Ε. Μέχρι το 1934 παραμένει στέλεχος της «Ενωμένης Αντιπολίτευσης» και αρθρογραφεί τακτικά στο θεωρητικό της περιοδικό το Σπάρτακο. Την περίοδο αυτή (το 1930) εκδίδει το προπό του βιβλίο («Κοινοβούλιο ή Δικτατορία»). Όταν το 1934 η «Ενωμένη Αντιπολίτευση» ευθυγραμμίζεται οριστικά με την τροτσκιστική διεθνή αντιπολίτευση, ο Μάξιμος απομακρύνεται σταδιακά από την προοπτική της ανατροπής των συσχετισμών στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος. Εργάζεται ως δημοσιογράφος και ταυτόχρονα βρίσκει την ευκαιρία να μελετήσει τα στοιχεία που περιέχονται στα Γαλλικά Εθνικά Αρχεία και τα οποία αφορούν τις δραστηριότητες Ελλήνων εμπόρων και εφοπλιστών κατά το 17ο και το 18ο αιώνα. Εκδίδει ένα μέρος των αρχείων αυτών μαζί με δικές του εισαγωγικές παρατηρήσεις και σχόλια σε δυο τόμους. Ο πρώτος κυκλοφορεί αμέσως πριν τον Πόλεμο (1940, «Το Ελληνικό Εμπορικό Ναυτικό κατά τον XVIII Αιώνα») και ο δεύτερος αμέσως μετά την απελευθέρωση (1945, «Η Αυγή του Ελληνικού Καπιταλισμού»). Από το 1942 συμμετέχει στην Αντίσταση και παράλληλα επιδιώκει επίμονα (ουσιαστικά μέχρι το τέλος της ζωής του το 1962, βλ. π.χ. το αφιέρωμα στον Μάξιμο στο Αντί τ. 75, 9 Ιουλίου 1977), χωρίς όμως αποτέλεσμα, να γίνει και πάλι δεκτός ως μέλος στο Κ.Κ.Ε.

Η θεωρητική παρουσία του Μάξιμου καθόλη την περίοδο του Μεσοπολέμου παραμένει λοιπόν περιορισμένη: Ουσιαστικά σταματά μετά την απομάκρυνση του από την «Ενωμένη Αντιπολίτευση» του ΚΚΕ, για να ξαναρχίσει σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, στη διάρκεια του Πολέμου. Έχει λοιπόν απόλυτο δίκιο ο Δημήτρης Χατζής όταν περιγράφει το 1977 τον Μάξιμο με τη φράση: «Υπήρξε μεγαλύτερος απ' το έργο του...» (Χατζής 1977 σελ. 25).

Παράλληλα, τα γραπτά του Μάξιμου της δεύτερης περιόδου, όταν αυτός πια «λύνει τη σιωπή του», έχουν εκ πρώτης όψεως να επιδείξουν μια σημαντική ιδεολογική «ασυνέχεια» ως προς τα γραπτά του της πρώτης περιόδου:

Γιατί, αν ο Μάξιμος επιδίωκε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '30 να προωθήσει μια διαφορετική αντίληψη για το μαρξισμό, αλλά και για τη στρατηγική του εργατικού κινήματος στη χώρα μας, από αυτή που κυριαρχούσε ήδη στο Κ.Κ.Ε., ο ίδιος άνθρωπος στη διάρκεια του Πολέμου εμφανίζεται ως υπέρμαχος της κυρίαρχης κομματικής γραμμής. Είναι έτσι χαρακτηριστικό, ότι ενώ το 1930 ονόμαζε την ηγεσία του ΚΚΕ «ψευδοκομμουνιστική γραφειοκρατία» (Μάξιμος 1975, σελ. 137), ενώ παράλληλα, στα πλαίσια της «Αντιπολίτευσης» στο Κ.Κ.Ε. υποστήριζε ότι η επανάσταση στην Ελλάδα θα έχει αναγκαστικά σοσιαλιστικό κι όχι (αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα, ότι ακόμα ο Λενινισμός είναι η θεωρία της σοσιαλιστικής επανάστασης κι όχι της «δημοκρατικής αλλαγής», το 1945 έγραφε: «Ο ρώσικος σοσιαλισμός έδωσε στο πρόσωπο του Λένιν και του

Στάλιν την οριστική απάντηση, που γεννούσε ακατάπαυστα οι περίπλοκες όψεις του προβλήματος της εθνικής ανεξαρτησίας στο αγωνιζόμενο προλεταριάτο (...) Η πολιτική αυτή που οι μεγαλοφυείς αυτοί, όσο και παγκόσμιοι, ηγέτες καθορίσανε, βρήκε μια καταπληκτική κύρωση μέσα στα γεγονότα του σημερινού πολέμου, αφού κυρώθηκε προηγούμενα στην Οκτωβριανή επανάσταση του 1917, που μαζί με την τσαρική δουλεία κατέλυσε κάθε ίχνος εθνικής καταπίεσης πάνω στους λαούς της Ε.Σ.Σ.Δ. Η τακτική και η δράση του Ελληνικού Κόμματος κατά της χιτλερικής κατάκτησης για την ελεύθερη και ανεξάρτητη Ελλάδα καθώς και όλων των άλλων αδελφών κομμάτων στις λοιπές χώρες της Ευρώπης επιβεβαιώσανε (...) την ορθότητα της όλης γραμμής του Λένιν, που απετέλεσε έναν ακρογωνιαίο λίθο στη γενικότερη αντικρίσει του προβλήματος της δημοκρατικής επανάστασης» (Μάξιμος 1974, σελ. 7).

Όμως παρά τη μεταστροφή του, η καλύτερα, ανεξάρτητα από αυτήν, τόσο ο Μάξιμος της δεκαετίας του '20 και των αρχών της δεκαετίας του '30 («Κοινοβούλιο ή Δικτατορία;»), όσο και ο Μάξιμος των αρχών της δεκαετίας του '40 («"θεωρητική Οικονομική" και Οικονομική Ακρισία») είναι πάντα ένας κορυφαίος μαρξιστής θεωρητικός.

Ένας κορυφαίος μαρξιστής θεωρητικός με εξαιρετικά περιορισμένο θεωρητικό έργο. Ένα μαρξιστής που παραμένει κορυφαίος θεωρητικός παρά την τόσο εντυπωσιακή ιδεολογικοπολιτική μεταστροφή του. Τι είδους ιδιαιτερότητα είναι τέλος πάντων αυτή; Για να καταλάβουμε την ιδιαιτερότητα που προσωποποιεί στο χώρο της μαρξιστικής θεωρίας ο Σεραφείμ Μάξιμος θα πρέπει πρώτα να μιλήσουμε για τις ιδιαιτερότητες του μαρξισμού στο Μεσοπόλεμο. Στη συνέχεια θα πρέπει να εξετάσουμε το μαρξισμό του Μάξιμου σε σχέση με το μαρξισμό, ή μάλλον, σε σχέση με τον κυρίαρχο μαρξισμό της εποχής του.

2. Ο μαρξισμός του Μεσοπολέμου είναι ο σύγχρονος (κυρίαρχος) μαρξισμός

Η πρόσληψη και ανάπτυξη του μαρξισμού σε κάθε συγκεκριμένη χώρα αποτελεί αναμφίβολα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο συγκεκριμένης (για την εν λόγω χώρα) ιστορικής μελέτης. Γιατί πραγματικά, η πρόσληψη π.χ. του μαρξισμού στις Η.Π.Α., στο Μεξικό, ή στη Φιλανδία δεν μπορεί να συναχθεί από τα γενικά κοινωνικά χαρακτηριστικά των χωρών αυτών (δηλαδή να αναχθεί μηχανιστικά σ' αυτά τα χαρακτηριστικά), όπως π.χ. από το επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης κ.λπ., αλλά συναρτάται με ορισμένες ειδικές πλευρές της ανάπτυξης του εργατικού κινήματος και της πολιτικής και ιδεολογικής πάλης των τάξεων στον κάθε συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό. Δεν είναι στις προθέσεις αυτού του άρθρου να διερευνήσει τις πρώτες φάσεις της πρόσληψης και ανάπτυξης των μαρξιστικών ιδεών στην Ελλάδα. Επιγραμματικά μπορούμε εδώ απλώς να αναφέρουμε ότι η ανάπτυξη των σοσιαλιστικών ιδεών στην Ελλάδα πριν την ίδρυση του Σ.Ε.Κ.Ε., αν εξεταστεί από τη σκοπιά της αντιστοιχίας των ιδεών αυτών με τη μαρξιστική θεωρία, μοιάζει να χωρίζεται σε δυο φάσεις:

α) Τις πρώτες περιόδους ανάπτυξη: των σοσιαλιστικών και ριζοσπαστικών ιδεών στην Ελλάδα, κατά τις οποίες οι μαρξιστικές απόψεις παραμένουν περιθωριακές σε σχέση με τις μη μαρξιστικές σοσιαλιστικές ή μεταρρυθμιστικές ιδεολογίες. Σχηματικά μπορούμε να πούμε ότι η φάση αυτή τελειώνει το 1907, χρονιά κατά την οποία ιδρύεται η Κοινωνιολογική Εταιρεία και εκδίδεται Το κοινωνικό μας ζήτημα του Σκληρού. β) Η περίοδος που ακολουθεί (1907-1918) συνιστά την πρώτη ουσιαστικά φάση συστηματικής αναπαραγωγής και διάδοσης των μαρξιστικών ιδεών στη χώρα. Η νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917 οδηγεί στο τέλος της περιόδου αυτής στην ίδρυση του Σ.Ε.Κ.Ε. (1918), που λίγα χρόνια αργότερα θα μετονομαστεί σε Κ.Κ.Ε. (Βλ. αναλυτικότερα Μπεναρόγια 1975, Λεονταρίτης 1976, Δημητρίου 1985, Noutsos 1987).

Με τη νίκη, λοιπόν, της Οκτωβριανής Επανάστασης και την ίδρυση του Σ.Ε.Κ.Ε. ο επαναστατικός μαρξισμός, όπως αυτός ορίζεται σε συνάρτηση με τα έργα της ωριμότητας του Μαρξ και τις απόψεις των ηγετών της νεοσύστατης Σοβιετικής Ένωσης και κυρίως του Λένιν, κυριαρχεί στην Ελλάδα (στο ελληνικό αριστερό κίνημα). Αυτό που πρέπει εδώ να προσέξουμε είναι ότι η διαδικασία αυτή καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ακτινοβολία που εκπέμπει η Οκτωβριανή Επανάσταση. Επίσης, ότι μια παρόμοια διαδικασία εξελίσσεται παράλληλα σ' όλες σχεδόν τις χώρες που οι σοσιαλιστικές και επαναστατικές ιδέες είχαν φτάσει σ' ένα τέτοιο επίπεδο ανάπτυξης (ώστε να μπορέσουν να παρακολουθήσουν τα ιδεολογικά αποτελέσματα της κοσμοϊστορικής νίκης του Οκτώβρη. Υπό αυτούς τους όρους ο επαναστατικός μαρξισμός διεθνοποιείται και η προσχώρηση των νεοϊδρυόμενων Κ.Κ. στην Τρίτη Διεθνή δεν αποτελεί παρά την οργανωτική και τυπική επικύρωση αυτής της διαδικασίας. Οι επαναστατικές μαρξιστικές απόψεις που είχαν αναπτυχθεί κατά την προηγούμενη περίοδο εξελίσσονται μετά το 1918 σε αναφορά με τη διεθνή εξέλιξη του μαρξισμού, με την εξέλιξη του πρώτα απ' όλα στη Σοβιετική Ένωση.

Είναι γνωστό ότι η πορεία αυτή εξέλιξης του μαρξισμού υπήρξε αντιφατική. Ότι μετά την επικράτηση του σταλινισμού, δηλαδή χοντρικά από τα τέλη της δεκαετίας του 1920, σφραγίστηκε με το θάνατο και τον εξαναγκασμό σε σιωπή χιλιάδων μαρξιστών και εκατοντάδων χιλιάδων κομμουνιστών, σιωπή και θάνατο που επέβαλαν άλλοι μαρξιστές και κομμουνιστές, στη Σοβιετική Ένωση, αλλά και όχι μόνο εκεί.

Σημείο καμπής στην πορεία εξέλιξης του μαρξισμού στο Μεσοπόλεμο αποτέλεσε, λοιπόν, χωρίς αμφιβολία, ο θάνατος του Λένιν και η κυριαρχία στη Σοβιετική Ένωση του σταλινισμού. Με την επικράτηση του σταλινισμού αρχίζει δηλαδή κατά τη γνώμη μου μια διαδικασία σταδιακού μετασχηματισμού της κυρίαρχης εκδοχής του μαρξισμού, διαδικασία η οποία έχει ουσιαστικά τις ρίζες της στον «ηττημένο» μαρξισμό της Β' Διεθνούς, και η οποία ολοκληρώνεται στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Η εκδοχή του μαρξισμού που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία, εκδοχή που εδώ σχηματικά θα ονομάσουμε σοβιετικό μαρξισμό, στηρίζεται σε τρία ιδεολογικά υποσύνολα που θα παρουσιάσουμε επιγραμματικά στα επόμενα:

α) Μια εργαλειακή - μηχανιστική αντίληψη για το αστικό κράτος και την άρχουσα τάξη (εργαλειακός - μηχανιστικός υλισμός), αντίληψη που προκύπτει από τη δογματική κωδικοποίηση, την παραποίηση και την εκλεκτικιστική ανάγνωση ορισμένων από τις απόψεις για τον ιμπεριαλισμό και την «κυριαρχία των μονοπωλίων», που ο Λένιν είχε δανειστεί από τον Hilferding και τον Hobson. Στα πλαίσια της αντίληψης αυτής η μαρξιστική θεωρία της πάλης των τάξεων, οι «νόμοι κίνησης» (Μαρξ) του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, η μαρξιστική ανάλυση των δομικών χαρακτηριστικών της κεφαλαιακής εξουσίας, υποκαθίστανται από ένα απλουστευτικό σχήμα που αντιλαμβάνεται τον καπιταλισμό ως «εξουσία των μονοπωλίων» και το καπιταλιστικό κράτος ως εργαλείο στα χέρια των μονοπωλίων.

Από την αντίληψη αυτή πηγάζει τελικά μια σειρά από σημαντικότατους μετασχηματισμούς τόσο στο επίπεδο της θεωρίας, όσο και κυρίως, της πολιτικής στρατηγικής. (βλ. Μηλιός 1988, σελ. 30-58 και 84-104).

β) Πέρα από τη μηχανιστική αντίληψη για το «μονοπωλιακό καπιταλισμό» και το κράτος, ή μάλλον σε στενή συσχέτιση με την αντίληψη αυτή, ο σοβιετικός μαρξισμός στηρίχθηκε μετά το θάνατο του Λένιν, κατά την εποχή του σταλινισμού, σε μια σειρά θεωρητικές αντιλήψεις που σχηματικά θα ονομάσουμε καταστροφισμό, και οι οποίες υποστηρίζουν ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται σε μια φάση επιθανάτιας παρακμής, «σαπίσματος» και αποσύνθεσης. Οι αντιλήψεις αυτές μορφοποιήθηκαν (χωρίς όμως να γίνουν εξαρχής κυρίαρχες) για πρώτη φορά κατά τη δεκαετία του 1920. στη θεωρία της «γενικής κρίσης» του καπιταλισμού, θεωρία η οποία διατηρούσε μέχρι πρόσφατα μια κεντρική θέση στο εσωτερικό του σοβιετικού μαρξισμού.

Σύμφωνα με τη θεωρία της «γενικής κρίσης», η δημιουργία της Σοβιετικής Ένωσης και του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου» σημαίνει «ότι ο καπιταλισμός δεν αποτελεί πλέον ένα ενιαίο σύστημα της παγκόσμιας οικονομίας, που περικλείει τα πάντα, ότι δίπλα στο καπιταλιστικό σύστημα υπάρχει το σοσιαλιστικό σύστημα, το οποίο αναπτύσσεται, ωριμάζει, αντιπαρατίθεται στο καπιταλιστικό σύστημα και το οποίο απλώς μέσα από το γεγονός της ύπαρξης του δηλώνει το σάπισμα του καπιταλισμού και κλονίζει τα θεμέλια του» (Στάλιν, Πολιτική Εισήγηση της ΚΕ στο 1βο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, παρατίθεται στο Arbeiterschulung 1930, σελ. 268). Όπως δείξαμε αναλυτικά αλλού (βλ. Μηλιός 1988 σελ. 26-35 και l05-121) η θεωρία της «γενικής κρίσης» από τη μια στηρίζεται στην οικονομίστικη αντίληψη ότι ο καπιταλισμός αποτελεί μία ενοποιημένη παγκόσμια κοινωνικοοικονομική δομή (ο «παγκόσμιος καπιταλισμός»), σε ρήξη με τη λενινιστική θεωρία της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής αλυσίδας και του κράτους και από την άλλη παρουσιάζει την αντίθεση κεφαλαίου εργασίας στο εσωτερικό κάθε καπιταλιστικής χώρας ως υποκείμενη στις προτεραιότητες της (υποτιθέμενης) αντίθεσης κεφαλαίου - εργασίας σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλαδή της αντίθεσης ανάμεσα στα δυο «παγκόσμια συστήματα».

γ) Τέλος, σταθερό υπόβαθρο της μηχανιστικής εργαλειακής αντίληψης και του καταστροφισμού που διέπει το σοβιετικό μαρξισμό κατά το Μεσοπόλεμο αναδεικνύεται ο «κλασικός» οικονομισμός, η θεωρητική αντίληψη που η Γ' Διεθνής «κληρονόμησε», και πάλι μετά το θάνατο του Λένιν, από τη Β' Διεθνή: ο οικονομισμός αντιλαμβάνεται την κοινωνική εξέλιξη σαν το αποτέλεσμα της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», ανάπτυξη η οποία (υποτίθεται ότι) έρχεται σε σύγκρουση με τις παραγωγικές σχέσεις και καθιστά έτσι αναπόφευκτο το μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων. Στα πλαίσια αυτής της αντίληψης υποτίθεται ότι οι καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις αποτελούν τροχοπέδη για τις παραγωγικές δυνάμεις, ότι ο καπιταλισμός επομένως βρίσκεται στη φάση της παρακμιακής του στασιμότητας.

Οι εργασίες του Αλτουσέρ και των συνεργατών του (βλ. π.χ. Αλτουσέρ 1977, Μπετελέμ 1972, Μπαλιμπάρ 1978) έδειξαν πέρα από κάθε αμφιβολία ότι αυτή η «θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων» (όπως αποκάλεσε τον οικονομισμό η κινέζικη Πολιτιστική Επανάσταση) μετατρέπει το μαρξισμό σε ένα εξελικτικό μηχανιστικό τελεολογικό δόγμα: συνιστά την κατ' εξοχήν μορφή κυριαρχίας της αστικής ιδεολογίας πάνω στο μαρξισμό, καθώς αρνείται τη βασική μαρξιστική θέση, ότι η πάλη των τάξεων αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ιστορίας, ότι επομένως η εξέλιξη των παραγωγικών σχέσεων έχει την πρωτοκαθεδρία και καθορίζει συνακόλουθα και την εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Η μηχανιστική - εργαλειακή αντίληψη για το «μονοπωλιακό καπιταλισμό», ο κλασικός οικονομισμός και ο καταστροφισμός αποτελούν μέχρι σήμερα το μόνιμο υπόβαθρο του σοβιετικού μαρξισμού. Είναι η «πρώτη ύλη» με βάση την οποία διαμορφώθηκε μετά τον Πόλεμο η θεωρία του «κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού» και της «επιστημονικής τεχνικής επανάστασης». Ο σκληρός πυρήνας των θεωριών αυτών, η αντίληψη σχετικά με τη «συνύφανση κράτους και μονοπωλίων σ' έναν ενιαίο μηχανισμό» αποτελεί ακριβώς μια επαναδιατύπωση των βασικών θέσεων του καταστροφισμού: «Η συγχώνευση της δύναμης των μονοπωλίων με τη δύναμη του κράτους σε έναν ενιαίο μηχανισμό μετατρέπεται για τη μονοπωλιακή αστική τάξη σε τελευταίο μέσο για τη διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος» (Ινστιτούτο Κοινωνικών Επιστημών της ΕΣΣΔ 1977,σελ. 151. Βλ. και Μηλιός 1988, όπ. π. και τη βιβλιογραφία που παρατίθεται εκεί) Γίνεται λοιπόν φανερό ότι η εκδοχή του μαρξισμού που κυριαρχεί στο Μεσοπόλεμο δεν είναι άλλη από την κυρίαρχη μέχρι και σήμερα εκδοχή του μαρξισμού, από το (σημερινό) σοβιετικό μαρξισμό. Ο (κυρίαρχος) μαρξισμός του Μεσοπολέμου είναι ο σύγχρονος μαρξισμός.

Η επικράτηση της εκδοχής αυτής τον μαρξισμού μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα μετά την πολιτική νίκη του σταλινισμού δεν υπήρξε φυσικά αυτόματη. Ακριβώς επειδή πρόκειται για μια διαδικασία μετασχηματισμού της μαρξιστικής θεωρίας και ιδεολογίας, όπως αυτή είχε ήδη αναπτυχθεί και διαδοθεί στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες στις αρχές του αιώνα, αλλά και κατά Τα πρώτα χρόνια μετά τη μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση, μέχρι περίπου τα τέλη της δεκαετίας του 1920, (οπότε η μαρξιστική θεωρία γνώρισε μια εκπληκτική ανάπτυξη κυρίως στη Γερμανία και τη Ρωσία), η επικράτηση του σοβιετικού μαρξισμού ατό Μεσοπόλεμο συντελέστηκε σε δυο στάδια: α) Αντιφατική συνύπαρξη της κυρίαρχης ιδεολογικής τριάδας εργαλειακός (μηχανιστικός) υλισμός - καταστροφισμός - οικονομισμός με τη μαρξιστική θεωρία της προηγούμενης περιόδου, έτσι ώστε συχνά να προκύπτει ένα «αμάλγαμα» από αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις. (Χαρακτηριστική είναι εδώ η ανάλυση των καπιταλιστικών κρίσεων από τα Κ.Κ. κατά την πρώτη περίοδο του Μεσοπολέμου, βλ. αναλυτικότερα Θεοχαράς 1984 σελ. 21-28, Μηλιός 1988, σελ. 33). 6) Αναδιαμόρφωση του όλου θεωρητικού συστήματος με την υποταγή των υπολειμμάτων της μαρξιστικής θεωρίας στην ιδεολογική τριάδα οικονομισμός - καταστροφισμός - μηχανιστικός (εργαλειακός) υλισμός. Διαμόρφωση έτσι του σύγχρονου «σοβιετικού μαρξισμού».

Η διαδικασία αυτή μετασχηματισμού της κυρίαρχης εκδοχής του μαρξισμού σε δυο στάδια είναι κατά τη γνώμη μου τυπική κυρίως για τη Σοβιετική Ένωση και τη Γερμανία, χώρες στις οποίες είχε ήδη συντελεστεί μια σημαντικότατη ανάπτυξη του μαρξισμού, αλλά και των εργατικών κομμάτων που εμπνέονταν από το μαρξισμό, ήδη από τον προηγούμενο αιώνα. Η διεθνοποίηση της διαδικασίας αναπαραγωγής των μαρξιστικών ιδεών μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση είχε όμως σαν αποτέλεσμα το να τεθεί σε κίνηση μια ανάλογη διαδικασία και στις άλλες χώρες όπου υπήρχε ήδη ένα υπολογίσιμο κομμουνιστικό - μαρξιστικό δυναμικό. Η υπερίσχυση του σταλινικού «σοβιετικού μαρξισμού» ευνοήθηκε ως ένα βαθμό και από το γεγονός ότι ο καταστροφισμός και ο οικονομισμός κυριάρχησαν και στο εσωτερικό της κύριας, από τη δεκαετία του '30 και μετά, μαρξιστικής αντιπολιτευτικής κίνησης, της διεθνούς τροτσκιστικής αντιπολίτευσης. Είναι και αυτό ένα γεγονός που δείχνει ότι οι ρίζες του «σοβιετικού μαρξισμού» υπήρξαν πολύ βαθιές και μάλιστα πολύ καιρό πριν την τελική επικράτηση του σταλινισμού. Η ιδεολογική τριάδα οικονομισμός - καταστροφισμός - μηχανιστικός υλισμός ήταν δηλαδή μια από τις έγκυρες εκδοχές του μαρξισμού, ήδη πριν την επικράτηση του σταλινισμού. Μετά την επικράτηση του σταλινισμού (και μέχρι τη δεκαετία του 1960), η ιδεολογική αυτή τριάδα έγινε η (μοναδική) έγκυρη εκδοχή του μαρξισμού. Η μόνη κατά τη γνώμη μου περίπτωση που ο «σοβιετικός μαρξισμός» (οικονομισμός - καταστροφισμός - μηχανιστικός υλισμός) δεν κατάφερε τελικά να σταθεροποιήσει την κυριαρχία του, κατά την εποχή τουλάχιστον που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι το κομμουνιστικό κίνημα της Κίνας (και αντίστοιχα ο μαρξισμός στην Κίνα).

Στην Ελλάδα η κυριαρχία του «σοβιετικού μαρξισμού» συνδέεται, εκφράζεται και αλληλοκαλύπτεται με μια αντίληψη για την ιστορία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και συνακόλουθα για το χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού. Βασικό πόρισμα αυτής της αντίληψης ήταν ότι η κοινωνική εξουσία στην Ελλάδα ήταν «αστικοτσιφλικάδικη» (αστική με «σημαντικά φεουδαρχικά υπολείμματα») και «εξαρτημένη». Συναγόταν έτσι ότι «η επικείμενη επανάσταση των εργατών και αγροτών στην Ελλάδα θα έχει αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα με τάσεις (!!!, Γ.Μ.) γρήγορης μετατροπής σε προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση». (Γενάρης 1934, Απόφαση της 8ης Ολομέλειας της Κ.Ε. τον Κ.Κ.Ε., «Το Κ.Κ.Ε. - επίσημα κείμενα» τ. Δ' σελ. 23, Π.Λ.Ε. 1968)

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι ο σημαντικότερος μαρξιστής θεωρητικός που ανάπτυξε και διατύπωσε τη βασική επιχειρηματολογία και τα βασικά πορίσματα του κυρίαρχου («σοβιετικού») μαρξισμού σχετικά με το χαρακτήρα και την ιστορική εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας (και μάλιστα ήδη πριν την τελική επικράτηση του «σοβιετικού μαρξισμού» στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα) ήταν ο Γιάννης Κορδάτος. Κι αυτό παρότι βέβαια, όπως είναι γνωστό, ο Κορδάτος ήταν από τους πρώτους που διαγράφτηκαν από το Κ.Κ.Ε. όταν επικράτησαν οι σταλινικές πολιτικές αντιλήψεις στην ηγεσία του Κόμματος. Η ιδεολογική τριάδα μηχανιστικός υλισμός - καταστροφισμός - οικονομισμός είχε και στην Ελλάδα παλιές και βαθιές ρίζες.

3. Ο Σεραφείμ Μάξιμος t απέναντι στον κυρίαρχο μαρξισμό

3.1. Το ζήτημα της ανάπτυξης και τον χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού

Από την πρώτη περίοδο της συγγραφικής του παρουσίας ο Μάξιμος προσανατολίζεται προς τη μελέτη του χαρακτήρα και της ιστορικής εξέλιξης του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους. Σ' αυτό το αντικείμενο εντάσσεται άλλωστε και το βασικό του έργο αυτής της περιόδου, το «Κοινοβούλιο ή δικτατορία». Αυτό είναι επίσης το αντικείμενο και των άρθρων του στα πρώτα τεύχη του «Σπάρτακου», που αρχίζει να εκδίδεται από το Γενάρη του 1928 ως όργανο της «Ενωμένης Αντιπολίτευσης» του ΚΚΕ.

Ήδη, λοιπόν, στο τεύχος 1 του «Σπάρτακου» ο Μάξιμος δημοσιεύει εν« άρθρο με τον τίτλο «Μερικά προβλήματα από την εξέλιξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα», άρθρο που συνεχίζεται και τελειώνει στο τεύχος 2 του περιοδικού (Φλεβάρης 1928). Το άρθρο είναι ιδιαίτερα συνοπτικό, καλύπτει συνολικά μόλις 4 σελίδες του περιοδικού. Εντούτοις, περιέχει ορισμένες θεωρητικές θέσεις απόλυτα αποκαλυπτικές για τον ιδεολογικό και θεωρητικό προσανατολισμό του συγγραφέα του:

α) Η πρώτη θέση. που κατά τη γνώμη μου είναι και η σημαντικότερη, αναφέρεται στους διανοούμενους που ασχολήθηκαν με την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας και ξεχωρίζει καταρχήν την περίπτωση του Σκληρού. Γράφει ο Μάξιμος: «Είναι αλήθεια πως ούτε ο μαρξισμός του Σκληρού είναι απαλλαγμένος από μεταφυσικές πλευρές ούτε και ο ίδιος ο Σκληρός κατόρθωσε στο τέλος να διατηρήσει την αρχική του σοσιαλιστική εμφάνιση (...) Ανεξάρτητα απ' αυτό τα έργα τον έχουνε μια μεγάλη αξία και απ' αυτή την άποψη τα θεωρούμε ασυγκρίτως ανώτερα απ' τα έργα του σ. Κορδάτου, γιατί και σε διαφορετική εποχή είναι γραμμένα και εργασία περιέχουνε βαθύτερη. Αντίθετα τα έργα του Κορδάτου δεν χαρακτηρίζονται ούτε για τη μεθοδολογία τους ούτε ακόμα για την επιστημονική τους εμβρίθεια μα ούτε και κατά τη γνώμη μας είναι μαρξιστική ανάλυση της ελληνικής ιστορίας, επειδή τονίζουνε τον οικονομικό παράγοντα». (Σπάρτακος 1982, σελ. 11, οι υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.).

Ο αφορισμός του Μάξιμου προς τον Κορδάτο είναι χωρίς άλλο τολμηρός, τουλάχιστον για τα σημερινά δεδομένα, δηλαδή μετά τις έξι σχεδόν δεκαετίες ηγεμονίας της εκδοχής του μαρξισμού στην οποία συνεισέφερε και ο Κορδάτος. Χρειάζεται, λοιπόν, να δούμε πιο αναλυτικά τα βασικά σημεία των αντιλήψεων του Κορδάτου και αντίστοιχα του Σκληρού για το χαρακτήρα και την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε τον αφορισμό του Μάξιμου.

Το βασικό έργο του Σκληρού, το οποίο προφανώς έχει κατά νουν ο Μάξιμος είναι Το κοινωνικόν μας ζήτημα (1907). Το βασικό έργο του Κορδάτου την εποχή που τον κρίνει ο Μάξιμος είναι Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως τον 1821 (1924). Οι απόψεις του Κορδάτου για την ελληνική κοινωνία είναι γνωστές. Συνοψίζονται νομίζω από την παρακάτω διατύπωση του στο τέλος του βιβλίου του που μόλις αναφέραμε: «Από το 1823 ως τα τώρα το ξένον κεφάλαιον, έχοντας τοποτηρητάς και εντολοδόχους του εις την χωράν μας τους αστοτσιφλικάδες εγύμνωσε κάθε ικμάδα του τόπου, ελήστευσε τον λαόν και εκράτησεν την χωράν καθυστερημένην, δια να μπορεί να μας μεταχειρίζεται ως αποίκους» (Κορδάτος 1972 σελ. 273)

Αντίθετα με τις απόψεις αυτές σχετικά με την «αστοτσιφλικάδικη Ελλάδα», για τον Σκληρό η Ελλάδα ήταν μια «καθαρώς αστική» κοινωνία, ήδη πριν την επανάσταση του 1909 στο Γουδί, επανάσταση που για τον κυρίαρχο μαρξισμό (τον μαρξισμό του Κορδάτου) έφερε για πρώτη φορά την αστική τάξη στην εξουσία. Έγραφε ο Σκληρός:

«Αναφορικώς με την Ελλάδα είπαμε: 1) Η σημερινή Ελλάδα είναι ολωσδιόλου αστικό κράτος. 2) Η Ελληνική επανάσταση (...) κατά βάθος ήτο αστική επανάστασις προκληθείσα υπό της πρωτοφανούς οικονομικής ευεξίας των έσω και έξω αστικών στοιχείων, της αφυπνίσεως του εθνικού φρονήματος ιδίως εις τας ανεπτυγμένος αστικός τάξεις και τους λογίους του έθνους (...) 3) Η αστική μας τάξη έδειξε όλη της τη ζωτικότητα και το σφρίγος ενόσω πάλεσε με ανώτερες τάξεις: Πρώτα με τους φεουδάλους Τούρκους και κατόπι με τους αριστοκράτες Βαυαρούς. Μόλις έμεινε όμως μόνη κυρίαρχη, χωρίς αντιπάλους από πάνω και από κάτω, έπεσε σε στασιμότητα και σαπίλα. 4) Όλα τα φάρμακα που μας πρότειναν ως τα τώρα διάφοροι "ουτοπισταί" προς θεραπείαν της αστικής μας σαπίλας, έμειναν χωρίς κανένα αποτέλεσμα, γιατί ήταν αστικά φάρμακα κατά αστικής αρρώστιας. Μόνον "εργατικά, προλεταριακά" φάρμακα θα μπορέσουν να γιατρέψουν την αστική μας αρρώστια (...) Αν οι νατσιοναλίστες ήθελαν να μας πολεμήσουν σοβαρά, δεν είχαν παρά να αναιρέσουν, να καταρρίψουν τα αξιώματα μας αυτά. (...) Και αναφορικώς με την Ελλάδα έπρεπε να μα; αποδείξουν: 1) Ότι η επανάσταση μα; δεν ήταν καθόλου αστική, αλλ' ότι την έκαναν ή οι φαναριώτες και λοιποί κοτσαμπάσιδες και προύχοντες ή έγινε για απλούς ιδεολογικούς εθνικούς λόγους (...) 2) Ότι η μπουρζουαζία μας δεν σάπισε από έλλειψη αντιπάλων και πάλης*, αλλά από άλλους λόγους και ποιους. 3) Ότι δεν θα πάρουμε καθόλου το δρόμο της Ευρώπης και επομένως δεν θα γίνη σε μας ό,τι γίνεται εκεί, αλλά θα γίνη κάτι άλλο και τι θα γίνη κ.τ.λ. κ.τ.λ. κ.τ.λ. (...) Όταν με καιρό κηρυχτή η αστική επανάσταση στην Τουρκία η μόνη που θα πάρη το μέρος του φεουδάλου Σουλτάνου θα 'ναι η φυσική του σύμμαχος Μεγάλη του Χριστού εκκλησία! Και οι υπνωτισμένοι απ' το φεουδαλικό κλήρο τουρκομερίτες αστοί μας θα σηκωθούν κατά της αστικής επανάστασης. Κοβόμενοι για το "λαοφιλή τους Σουλτάνο" και φανατικά πεισμένοι ότι κάνουν μεγάλο εθνικό έργο! Αυτό το αίσχος, δυστυχώς, θα το δει η φυλή μας και όποιος ζήση ίσαμε τότε θα μου θυμηθή τα λόγια» (Σκληρός 1908, στο Σταυρίδη Πατρικίου [επιμ.] 1976, σελ. 4, 146-147, 156, οι υπογρ. του συγγραφέα).

Δεν υπάρχουν από όσο ξέρω στοιχεία που να δείχνουν ότι ο Μάξιμος υιοθετούσε - και σε ποιο βαθμό υιοθετούσε - τις απόψεις του Σκληρού σχετικά με την εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού. Μάλιστα, στα κατοπινά του έργα υπάρχουν ενδείξεις για το αντίθετο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ιστορική περίοδο 1821-1909. Εντούτοις, είναι σίγουρο ότι όταν ο Μάξιμος αντιπαραθέτει στον Κορδάτο τον Σκληρό, στην ουσία αντιπαραθέτει στην κυρίαρχη εκδοχή του μαρξισμού της εποχής του (και της εποχής μα:) μια ριζικά διαφορετική μαρξιστική μεθοδολογία για την ερμηνεία της εξέλιξης και του χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού. Μια μεθοδολογία, αλλά, ίσως, και μια ερμηνεία, που κατά τη γνώμη μου ήταν ασύγκριτα πιο κοντά στη μαρξιστική ανάλυση, δηλαδή ασύγκριτα πιο ακριβής και επιστημονική, από τα ερμηνευτικά σχήματα του κυρίαρχου μηχανιστικού και οικονομιστικού μαρξισμού (βλ. αναλυτικότερα Μηλιός 1988, σελ. 163-314).

β) Η θεωρητική αυτή κατεύθυνση του Μάξιμου γίνεται, φυσικά, φανερή και από αυτή καθεαυτή την ανάλυση του για τον ελληνικό καπιταλισμό:

Στο άρθρο του που αναφέραμε προηγούμενα (Μερικά προβλήματα από την εξέλιξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα, 1928) διατυπώνονται δύο θέσεις οι οποίες επαληθεύθηκαν απόλυτα από την εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού καθόλη την περίοδο του Μεσοπολέμου: Ότι υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός ο ρόλος της υποτίμησης του νομίσματος για την ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας και, κυρίως, ότι υπήρξαν καταλυτικά τα αποτελέσματα που προέκυψαν για τον ελληνικό καπιταλισμό απ' τη Μικρασιατική καταστροφή.

Έγραφε, λοιπόν ο Μάξιμος το 1928: «Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι η ευνοϊκότερη περίοδος ανάπτυξης της μικρής ελληνικής βιομηχανίας είναι η μεταξύ 1880-1900 (...) Η υποτίμηση του νομίσματος, η σχετική αύξηση του πληθυσμού (προσάρτηση της Θεσσαλίας), η ανάπτυξη της συγκοινωνίας, δίνουνε μια νέα ώθηση στη βιομηχανία και χαρακτηρίζουνε πολύ σωστά την περίοδο αυτή ως την πρώτη περίοδο βιομηχανικής ανάπτυξης (...) Οι Βαλκανικοί πόλεμοι δώσανε νέα ώθηση στην ελληνική βιομηχανία. Η απελευθέρωση των εδαφών, συνώνυμη με το άνοιγμα καινούργιων αγορών, επιτρέψανε μια νέα ανάπτυξη που έφτασε στο ανώτερο της όριο στον αποκλεισμό του 1916. Από τότε η μικρή ελληνική βιομηχανία έπαιρνε ολοένα και μεγαλύτερη ανάπτυξη. Η περίοδος της νέας οικονομικής κρίσης και το καταστρεφτικό τέλος του πολέμου της Μικρασίας με την προσφυγοποίηση 1 - 1.2 εκατομμυρίου ελληνικού πληθυσμού δημιουργήσανε μια ασύγκριτα ανώτερη απ' τις προηγούμενες εποχές ανάπτυξη σε σημείο που ορισμένοι κλάδοι της βιομηχανίας να εκτοπίζουνε από την αγορά προϊόντα αντίστοιχου κλάδου ξένης βιομηχανίας. Πρέπει ιδιαίτερα να σταματήσουμε στο σημείο αυτό. Όσο και αν η ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων στην Ελλάδα είναι μια ολόκληρη εποχή, μέσα στην οποία ξεχωρίζει η από τον 1880-1890 περίοδος είναι εν τούτοις γεγονός ότι μόνο ύστερα από τους βαλκανικούς πολέμους και κυρίως ύστερα από την Μικρασιατική καταστροφή έχουμε στην Ελλάδα σύγχρονη βιομηχανία και ανάπτυξη γενική καπιταλιστικών σχέσεων» (Μάξιμος 1928, στο Σπάρτακος 1982, σελ. 11-12, οι υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.). Δύο χρόνια αργότερα, το 1930, ο Μάξιμος θα έχει την ευκαιρία να τονίσει και πάλι ότι η ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού στο Μεσοπόλεμο δεν είναι απλά μια πραγματικότητα, αλλά και μια πραγματικότητα σχετικά ανεξάρτητη από τις πολιτειακές και θεσμικέ: μορφές του αστικού κράτους, επομένως και από τη «βούληση» των εκάστοτε κυβερνώντων. Πρόκειται για μια θέση που ο αγοραίος μαρξισμός εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να μη μπορεί να αντιληφθεί: «Περισυλλογή και ανόρθωση. Ακριβέστερα: σταθεροποίηση. Σταθεροποίηση όχι μόνο της δημόσιας, μα της όλης εθνικής, δηλαδή, καπιταλιστικής οικονομίας. Σταθεροποίηση των ευνοϊκών για τον καπιταλισμό αποτελεσμάτων της μεταπολεμικής περιόδου. Σταθεροποίηση της κτηθείσης υπεραξίας. Και είναι μεγάλα τα αποτελέσματα αυτά, είναι έκδηλα σ' όλους τους τομείς της εθνικής οικονομίας. Στη βιομηχανία, στις τραπεζικές συναλλαγές, στη ναυτιλία. Η καπιταλιστική οικονομία αναπτύχθηκε στο σύνολο της. Κάτω από τις πιο "αριστερές" και κάτω από τις πιο δεξιές κυβερνήσεις. Με κοινοβούλιο ή με δικτατορία το ελληνικό κεφάλαιο έδρασε εθνικά, πολλαπλασίασε τις επιχειρήσεις του, ανάπτυξε τον κύκλο των εργασιών του» (Μάξιμος 1975, σελ. 135, οι υπογρ. του συγγραφέα).

Οι θέσεις αυτές του Μάξιμου εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να αποτελούν κοινό τόπο μόνο για λίγους σχετικά Έλληνες μαρξιστές. Η αιτία είναι φυσικά η ηγεμονία του κυρίαρχου μαρξισμού που 60 χρόνια τώρα επιμένει να επαναλαμβάνει στερεότυπα τα πορίσματα του ιδεολογικού τρίπολου οικονομισμός - καταστροφισμός - μηχανιστικός υλισμός, που θέλουν πάντα τον ελληνικό καπιταλισμό στρεβλό και υπανάπτυκτο. Ας δούμε για παράδειγμα πώς εκτιμούσε ο τυπικός εκπρόσωπος του κυρίαρχου μαρξισμού, ο Γιάννης Κορδάτος, τις επιπτώσεις της Μικρασιατικής Καταστροφής στην ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού. Το 1930, λοιπόν, δυο χρόνια μετά από το πρώτο κείμενο του Μάξιμου που παραθέσαμε ο Κορδάτος ισχυριζόταν: «Ο ελληνικός καπιταλισμός έχασε τα νερά του ύστερα από τη Μικρασιατική καταστροφή και τη συνθήκη της Λοζάννης. (...) Δεν έχει περιθώριο για απεδώ και εμπρός οργανική ανάπτυξη. Εξαρτημένος ολότελα απ' το ξένο τραπεζιτικό κεφάλαιο έχασε την ίσαμε τώρα ζωτικότητα του» (Κορδάτος 1972 - α. σελ. 136).

Για την ιστορία του πράγματος σημειώνω ότι ο αριθμός των βιομηχανικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα αυξάνει στο διάστημα 192029 κατά 82% και στο διάστημα 193040 κατά 40%. Πάνω από τις μισές επιχειρήσεις που λειτουργούσαν το 1940 είχαν ιδρυθεί λοιπόν μετά το 1920. Η βιομηχανική απασχόληση αυξάνεται από 154 χιλιάδες εργαζόμενους το 1920, σε 280 χιλιάδες το 1930 και 350 χιλιάδες εργαζόμενους το 1938. Η εγκατεστημένη ισχύς αυξάνει από 110 χιλιάδες HP το 1920 σε 230 χιλιάδες HP το 1930 και 277 χιλιάδες HP το 1938. Σύμφωνα με στοιχεία της Κοινωνίας των Εθνών, η ελληνική βιομηχανική παραγωγή αυξάνεται στο διάστημα 19281938 κατά 68%, επιτυγχάνοντας έτσι τους ψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στον κόσμο, μετά τη βιομηχανία της Σοβιετικής Ένωσης (αύξηση κατά 87%) και της Ιαπωνίας (73%). Ενώ συνέβαιναν όμως αυτά, ο μηχανιστικός μαρξισμός είχε την άνεση να ισχυρίζεται ότι ο ελληνικός καπιταλισμός «έχασε τη ζωτικότητα του».

γ) Η συμβολή του Μάξιμου στη επιστημονική (μαρξιστική) ανάλυση του ελληνικού καπιταλισμού και συνακόλουθα η κριτική του προς τον κυρίαρχο μαρξισμό παίρνει την πιο ολοκληρωμένη μορφή της το 1930, με την έκδοση του σημαντικότερου ίσως έργου του, του Κοινοβούλιο ή δικτατορία.

Στο βιβλίο αυτό αναλύεται μια από τις πιο πυκνές περιόδους της ελληνικής ιστορίας, από την επανάσταση στο Γουδί (1909) μέχρι το 1928. με ιδιαίτερη έμφαση στην περίοδο του «εθνικού διχασμού» (1915-17) και στην περίοδο που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Η πολιτική κρίση του Μεσοπολέμου αναδεικνύεται έτσι σε κυρίαρχο αντικείμενο ανάλυσης του Μάξιμου. Όπως γράφει και ο ίδιος, η ανάλυση του τοποθετείται σε μια εποχή που «οι οπαδοί του "καθαρού κοινοβουλευτισμού" ολοένα και λιγοστεύουν (...) Οι μεγαλύτερες δημοκρατικές εφημερίδες των Αθηνών γεμίζουν τις στήλες τους με απομνημονεύματα και εικόνες του Μουσσολίνι (...) Ο δημοκρατικός στρατός είναι κι αυτός γιομάτος από υποψήφιους δικτάτορες, που συνεννοούνται και συσκέπτονται συχνά για το πώς θα είναι δυνατόν να "σωθεί η Ελλάδα" με μια καλή Δικτατορία» (Μάξιμος 1975, σελ. 7).

Τη συγκυρία της πολιτικής κρίσης ο Μάξιμος θα την προσεγγίσει σε πλήρη ρήξη με τα βασικά δόγματα του κυρίαρχου μαρξισμού της εποχής του: Τη «θεωρία» τους σοσιαλφασισμού, που ταύτιζε το φασισμό με το σύγχρονο καπιταλισμό (το «μονοπωλιακό καπιταλισμό που σαπίζει») και θεωρούσε έτσι φασιστικές όλες τις «καθεστωτικές» πολιτικές και κοινωνικές οργανώσεις. Την αντίληψη, ακόμα, ότι οι συγκρούσεις ανάμεσα στις αστικές πολιτικές δυνάμεις και πάνω απ' όλα ο «εθνικός διχασμός» δεν ήταν παρά η «αντανάκλαση» ή η «εσωτερίκευση» στη χώρα μας του διεθνούς ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων (ο Βενιζέλος εκφραστής των αγγλικών, ο βασιλιάς των γερμανικών συμφερόντων).

Έτσι η ανάλυση του Μάξιμου παραμένει μέχρι και σήμερα μια απ' τις ελάχιστες προσεγγίσεις της ελληνικής πολιτικής ιστορίας που αντιλαμβάνονται και αναλύουν την ιστορία αυτή ως ιστορία της πάλης των τάξεων. Το Κοινοβούλιο ή δικτατορία αποτελεί μ' άλλα λόγια μια από τις ελάχιστες μαρξιστικές αναλύσεις της ελληνικής ιστορίας, με την αυστηρή έννοια του όρου.

Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ένα και μόνο παράδειγμα: Την ανάλυση του Μάξιμου για τον «εθνικό διχασμό», την ικανότητα του να διακρίνει όχι μόνο τα στρατηγικά συμφέροντα του ελληνικού αστισμού (επέκταση της εδαφικής επικράτειας, «Μεγάλη Ιδέα»), αλλά, πάνω απ' όλα, τη δυναμική των ταξικών και πολιτικών συσχετισμών, που έκαναν δυνατή την προώθηση της κυρίαρχης αστικής στρατηγικής μόνο μετά από μια «εσωτερική επανάσταση» και δυο χρόνια «διχασμού». Που οδήγησαν επίσης, αμέσως μετά, στην εκλογική συντριβή του Βενιζέλου στις βουλευτικές εκλογές του 1920, παρά τον «εθνικό θρίαμβο» που μόλις είχε πετύχει η βενιζελική στρατηγική (Συνθήκη των Σεβρών) και παρά την εξαγγελία από τον Βενιζέλο της αγροτικής μεταρρύθμισης.

«Η Ελλάδα έπρεπε να μπει στον πόλεμο μαζί με την Αντάντ. Μοναδική περίπτωση να "λύσει" το εθνικό της ζήτημα, να "απελευθερώσει" τον Πόντο, την Μικρά Ασία, τη Θράκη. Την ιστορική σημασία ενός τέτοιου σκοπού, την οικονομική του αξία, μονάχα ένα καθαρά αστικό κόμμα μπορούσε να αντιληφθεί. Και τέτοιο κόμμα ήτανε το βενιζελικό. Η μαχητικότητα του, η αποφασιστικότητα του αρχηγού του, η δύναμη και το θάρρος με το οποίο πάλεψε,. το αναδείξανε στην αστική συνείδηση, ενώ το καταρρίψανε στη λαϊκή (...) Αν ο λαός δεν θέλει τον πόλεμο γιατί τον "διέφθειρε" η βασιλική προπαγάνδα, θα υποχρεωθεί να τον θελήσει με τη βία. Αν η κυβέρνηση είναι με τη δυναστεία, θα οργανωθεί μια άλλη κυβέρνηση. Αν το σύνταγμα δεν το επιτρέπει, θ' ανατραπεί το σύνταγμα. Η Ελλάδα πρέπει να μπει στον πόλεμο. Είναι η "μοναδική" ευκαιρία να "λύσει" το εθνικό της ζήτημα» (Μάξιμος 1975, σελ. 11). «Η Ελλάδα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που μπήκε στον τελευταίο πόλεμο, ύστερα από μια εσωτερική επανάσταση. Νικητής στην εσωτερική αυτή πάλη βγήκε η αποφασιστικότερη και αστικότερη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας, η πιο συγκροτημένη και συνδεδεμένη με το ξένο κεφάλαιο (...) η φιλελεύθερη μερίδα, το Βενιζελικό κόμμα» (όπ. π. σελ. 7). «Η πολιτική των φιλελευθέρου έγινε κρατική πολιτική, χωρίς όμως να την εγκολπωθούν οι λαϊκές μάζες. Κάθε άλλο. Η αρχική αντίθεση εξελίχθηκε σ" ένα άγριο μίσος και τη στιγμή που το κόμμα αυτό μεσουρανούσε, θριάμβευε. εκείνη ακριβώς τη στιγμή κατέπεσε σε σωρό ερείπια (...) Είναι περίεργη η τοποθέτηση του ρόλου των κομμάτων μέσα στην Ελλάδα, στη συγκεκριμένη αυτή στιγμή. Σε καμιά ίσως περίπτωση η μικροαστική και εργατική μάζα δεν αντέταξε τόσο στερεά και με τόση συνέχεια ένα κοινό μέτωπο με τη μοναρχία κατά του λιμπεραλισμού στην ελληνική του εκπροσώπηση και σπάνια ο λιμπεραλισμός βρέθηκε τόσο απογυμνωμένος, τόσο ξένος προς το λαϊκό αίσθημα, όσο στην περίοδο που αναφέραμε (...) Η σύγκρουση δυο αστικών μερίδων εξελίχθηκε σε σύγκρουση τάξεων, κατά την οποία τα κοινωνικώς καταπιεζόμενα στρώματα σηκώσανε την αντιβενιζελική σημαία ως σύμβολο αγώνος κατά του κεφαλαίου» (όπ. π., σελ. 11, 13, 14).

3.2. Το ζήτημα των μαρξιστικών εννοιών

Η όλη ανάλυση του Μάξιμου για την ελληνική κοινωνία του Μεσοπολέμου αποκαλύπτει όμως ταυτόχρονα τη σχέση του συγγραφέα με τη μαρξιστική θεωρία και τις μαρξιστικές έννοιες. Κατά τη γνώμη μου οι βασικές έννοιες πάνω στις οποίες στηρίζεται το Κοινοβούλιο ή δικτατορία είναι οι έννοιες της αντιπροσώπευα και της ηγεμονίας. Δύο έννοιες ξένες δηλαδή προς τον κυρίαρχο μαρξισμό, πολύ κοντινές όμως προς το μαρξισμό του Μαρξ.

Η αντιπροσώπευση (μπορεί κανείς να το αντιληφθεί και από τα αποσπάσματα από το Κοινοβούλιο ή δικτατορία που μόλις παραθέσαμε), δεν είναι η εκπροσώπηση» όπως την αντιλαμβάνεται στατικά και δογματικά ο κυρίαρχος μαρξισμός, το «ποιανού συμφέροντα» δηλαδή εκπροσωπεί το κάθε κόμμα. Ο Μάξιμος ξέρει καλά ότι τόσο οι Φιλελεύθεροι όσο και οι Μοναρχικοί ήταν κόμματα αστικά. Δεν μένει όμως εκεί. Προχωράει παρακάτω), επειδή καταλαβαίνει ότι το ποια πολιτική θα ακολουθήσει κάθε κόμμα, αλλά και πολύ περισσότερο το ποια αστική πολιτική τελικά θα κυριαρχήσει, δεν καθορίζεται μόνο από τα μακροπρόθεσμα (ή τα επιμέρους) αστικά συμφέροντα. Καθορίζεται παράλληλα από την παρέμβαση των μαζών,· από το κατά πόσο και το πώς θα καταφέρουν τα διαφορετικά αστικά κόμματα (και, προπαντός, το κοινοβουλευτικό σύστημα ως σύνολο) να «αντιπροσωπεύσουν» τις μάζες, από τη δυνατότητα τους επομένως να ασκήσουν «ηγεμονική πολιτική». «Στο βάθος της καιροσκοπικής πολιτικής του αντιβενιζελισμού υπήρχε πάντοτε το αντιπολεμικό αίσθημα» έγραψε ο Μάξιμος (όπ. π., σελ. 10). Και ήταν αυτό το αντιπολεμικό αίσθημα που έδωσε υπόσταση στη συγκεκριμένη πολιτική της μοναρχίας, που ακύρωσε για δυο χρόνια την κυρίαρχη στρατηγική του ελληνικού αστισμού, τον πόλεμο για τη «μεγάλη ιδέα». Βέβαια, η μοναρχική παράταξη, όταν πήρε την κυβέρνηση το 1920. συνέχισε την «μεγάλη εθνική πολιτική». Δεν μπόρεσε έτσι να συνεχίσει να «αντιπροσωπεύει» τις λαϊκές μάζες: «Ολόκληρη η δυναστεία και ολόκληρο το αντιβενιζελικό συγκρότημα εγκαταλείψανε την εξουσία, κατά τον πιο επαίσχυντο τρόπο, μ' ένα μόνο τηλεγράφημα μιας "επαναστατικής επιτροπής" η υλική δύναμη της οποίας ήτανε μερικοί σχηματισμοί, κρατημένοι με τα δόντια. Για ποιο λόγο; Για τον λόγο ότι καταπέσανε πιο μπροστά στη συνείδηση της μάζας. Και καταπέσανε στη συνείδηση της, γιατί* ενώ κηρύξανε την ειρήνη, συνεχίσανε τον πόλεμο», (όπ. π., σελ. 12, βλ. και Μηλιός 1988, σελ. 167-182).

Ο Μάξιμος ερμηνεύει τα γεγονότα της περιόδου 1909 1922 με βάση αυτές τις δυναμικές σχέσεις «αντιπροσώπευσης» των μαζών απ' τις διαφορετικές αστικές στρατηγικές, τις σχέσεις δηλαδή ηγεμονίας των αστικών πολιτικών στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, Μπορεί έτσι να αναλύσει τις συγκεκριμένες καμπές της πάλης των τάξεων, να περιγράψει την πολιτική κρίση ως κρίση «αντιπροσώπευσης» και κρίση ηγεμονίας, να ξεφύγει από τα δογματικά - μηχανιστικά σχήματα του κυρίαρχου μαρξισμού. Αυτός είναι ο λόγος που αναφέρεται στους Φιλελεύθερους ως «φιλελεύθερη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας»: Οι Φιλελεύθεροι δεν ήταν οι εκπρόσωποι «μιας μερίδας του κεφαλαίου». Ήταν η έκφραση ενός συγκεκριμένου τύπου «αντιπροσώπευσης» (δηλαδή πολιτικής και ιδεολογικής χειραγώγησης) των κυριαρχούμενων τάξεων στο εσωτερικό του γενικού κεφαλαιοκρατικού συμφέροντος. Αποτελούσαν δηλαδή μια συγκεκριμένη (την αποφασιστικότερη και αστικότερη λέει σωστά ο Μάξιμος) εκδοχή οργάνωσης και άσκησης της εξουσίας πάνω στις κυριαρχούμενες τάξεις. Η εξουσία, να μην το ξεχνάμε αυτό, ορίζεται μόνο μέσα στην πάλη των τάξεων, σε συνάρτηση, επομένως, με τις κυριαρχούμενες τάξεις. Και η δυναμική της πάλης των τάξεων ακόμα κι όταν δεν μπορεί να αναδείξει μια αυτόνομη επαναστατική στρατηγική των λαϊκών τάξεων, μπορεί εντούτοις να ακυρώνει τη στρατηγική των αρχουσών τάξεων, να αναδεικνύει «εναλλακτικές» αστικές στρατηγικές διακυβέρνησης, να στερεί από όλες τις υπαρκτές αστικές στρατηγικές τη δυνατότητα «αντιπροσώπευσης» της δυναμικής των κυριαρχούμενων τάξεων, οδηγώντας έτσι στην πολιτική κρίση, αλλά και στην κρίση και κατάρρευση ολόκληρου του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος «αντιπροσώπευσης», στα πραξικοπήματα, στην όξυνση των αντιθέσεων στο εσωτερικό των κλάδων του κρατικού μηχανισμού καταστολής (και πρώτα απ' όλα στο στρατό). Όλα αυτά τα ζητήματα, τα οποία η μαρξιστική συζήτηση στην Ευρώπη έφερε και πάλι εν μέρει στην επικαιρότητα μόλις στη δεκαετία του 1970, τα θέτει με πρωτότυπο τρόπο ο Σεραφείμ Μάξιμος το 1930:

«Η κρίση του κοινοβουλευτισμού δεν είναι κρίση εκλογικού συστήματος, είναι βαθύτερη πολιτική και κοινωνική κρίσι, αχώριστη από τη σχέση των κομμάτων και των τάξεων», (όπ.π. σελ. 49, η υπογρ. δική μου, Γ.Μ.). «Κάθε περίπτωση στρατιωτικού κινήματος αντιστοιχεί σε μια βαθύτερη διατάραξη της ισορροπίας. Τα κινήματα αυτά, πότε φορείς λαϊκής δυσαρέσκειας, πότε απροκάλυπτες δικτατορίες, συνηθέστερα το ένα και το άλλο, δείχνουν πως η κοινοβουλευτική μέθοδος καταπιέσεως, παύει από του να έχει αξία σε μία δεδομένη στιγμή, οι δεσμοί μεταξύ του "κυρίαρχου λαού" και των αντιπροσώπων του διακόπτονται, καθώς και κάθε άλλη σχέση (...) Μέσα σε τέτοιου είδους κρίσεις, έχει κινηθεί στην Ελλάδα το στρατιωτικό στοιχείο, σαν ένα μέρος κι αυτό του κοινοτικού συνόλου, δηλαδή της κοινωνικής τάξεως που κυριαρχεί στο σύνολο. (...) Όσες φορές ο αγώνας ΤΩΝ τάξεων παίρνει τη μορφή μιας γενικής δυσαρέσκειας κατά της βασιλείας και της βουλής, ο στρατιωτικός παράγοντας αποτελεί την υλική δύναμη που επεμβαίνει για να εκδηλώσει θετικά τη λαϊκή αυτή δυσαρέσκεια. Τότε ενεργεί σύμφωνα με την επιθυμία της λαϊκής μάζης. Και αυτή η ενέργεια είναι που προετοιμάζει και την εσωτερική του δημοκρατοποίηση και τον μελλοντικό του δικτατορικό ρόλο», (όπ.π. σελ. 31, 32).

Αν ο Μάξιμος του Μεσοπολέμου ήταν, λοιπόν μια εντελώς ξεχωριστή και κορυφαία περίπτωση μαρξιστή θεωρητικού1, το ίδιο εξακολουθούσε να συμβαίνει και στη μετέπειτα περίοδο, στη διάρκεια του Πολέμου και μεταπολεμικά. Η «θεωρητική Οικονομική» και οικονομική ακρισία δεν αφήνει γι αυτό καμιά αμφιβολία. Γιατί με την πολεμική του προς τον Ζολώτα (και την «αγοραία Πολιτική Οικονομία»), ο Μάξιμος έχει την ευκαιρία να μας δείξει ότι εξακολουθεί να παραμένει υπέρμαχος ενός μαρξισμού ολωσδιόλου διαφορετικού από τον κυρίαρχο μαρξισμό της εποχής: Τα επιχειρήματα του ενάντια στην αστική απολογητική δεν τα αντλεί από τον καταστροφισμό και τον οικονομισμό της κυρίαρχης «σοβιετικής Πολιτικής Οικονομίας», αλλά, όπως ήδη είπαμε στην πρώτη παράγραφο αυτού του κειμένου, από τη μαρξική θεωρία της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, θα αναφέρουμε εδώ τρία μόνο παραδείγματα, μια που ήδη επεκταθήκαμε αρκετά στην ανάλυση μας για το μαρξισμό του Μάξιμου:

Στη «θεωρία της στενότητας» της παραγωγής που υιοθετεί ο Ζολώτας («Ήδη με την πρώτην του προσπάθειαν [ο άνθρωπος] ανακαλύπτει, ότι αϊ υπ' αυτού διατιθέμενοι δυνάμεις είναι ανεπαρκείς έναντι των αναγκών του, αι οποίαι ουσιαστικώς είναι απεριόριστοι» Ζολώτας, παρατίθεται στο Μάξιμος 1943 σελ. 58), ο Μάξιμος συνοψίζει την κριτική του ως εξής: «Η ανθρωπότητα παράγει ολοένα και σε μεγαλύτερες ποσότητες εκείνα που της είναι αναγκαία και κάθε νέα ανάγκη γίνεται αφορμή να αναπτύσσεται πιο πολύ η παραγωγή. Κατά τρόπο που ο ρυθμός με τον οποίο μεγαλώνουν οι· ανάγκες μας να είναι βραδύτερος από το ρυθμό με τον οποίο αυξάνεται η παραγωγή αντικειμένων που προορίζονται για την ικανοποίηση τους. Το βλέπουμε άλλωστε αυτό έκδηλο κάθε φορά που ξεσπούν οι κρίσεις, όπου τεράστιες ποσότητες αγαθά καταστρέφονται, άσχετα αν πολλές ανάγκες εκατομμυρίων ανθρώπων μένουν ανεκπλήρωτες (...) Ο σημερινός παραγωγικός οπλισμός της κοινωνίας, στο σύνολο του, είναι τόσο μεγάλος, ώστε, αν η παραγωγή απέβλεπε όχι στην παραγωγή κέρδους, αλλά στο να εκπληρωθούνε οι ανάγκες μας, θα διαπιστωνότανε όχι ανεπάρκεια, αλλά υπερεπάρκεια και η ελάττωση των εργασίμων ωρών θα ήταν το άμεσο επακόλουθο» (Μάξιμος 1943, σελ. 58-59). Εδώ είναι φανερό, ότι μαζί με τη «θεωρία» της στενότητας ο Μάξιμος απορρίπτει παράλληλα και το βασικό πόρισμα του κυρίαρχου «σοβιετικού μαρξισμού», ότι στον καπιταλισμό έχουν περιέλθει σε στασιμότητα οι παραγωγικές δυνάμεις, ότι ο καπιταλισμός σαπίζει κ.λπ.: Όχι μόνο υπερασπίζεται τη μαρξιστική θέση ότι στον καπιταλισμό δεν παύει ποτέ να κυριαρχεί η τάση αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας καθώς η παραγωγή γίνεται «παραγωγή προς χάριν της παραγωγής» (Μαρξ 1983, σελ. 126-127, βλ. επίσης Marx 1974, σελ. 313), αλλά και αρνείται την οικονομιστική αντίληψη για το σοσιαλισμό, ότι δηλαδή η ειδοποιός διαφορά και το κύριο επίτευγμα του σοσιαλισμού θα είναι η «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων».

Τις ίδιες θέσεις έχει την ευκαιρία να αναπτύξει ο Μάξιμος και στη συνέχεια, όταν ασκεί κριτική στις απόψεις του Ζολώτα σχετικά με το σχηματισμό των τιμών: «Ο κ. Ζολώτας (...) υποστηρίζει πως τα παραγωγικά έξοδα ποικίλουνε από επιχείρηση σε επιχείρηση. Αλλού είναι μικρότερα και αλλού μεγαλύτερα! Να λοιπόν επιτέλους και ο κ. Ζολώτας οπαδός της κλασικής σχολής και μάλιστα του Ρικάρντο. Παίρνει τη ρικαρντιανή θεωρία για τις τιμές που έχουνε τα γεωργικά προϊόντα και τη μεταφέρει στις τιμές που έχουνε τα βιομηχανικά εμπορεύματα! (...) Αλλά στη βιομηχανία η παραγωγικότητα της εργασίας είναι θεωρητικά και πρακτικά απεριόριστη, δε γνωρίζει άλλο εμπόδιο έξω από την τεχνική πρόοδο, που αποτυπώνεται οικονομικά στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει πως οι επιχειρήσεις με τα μεγαλύτερα έξοδα δεν είναι αναγκαίες για να συνεχισθεί η παραγωγή (...) Λοιπόν, στην ελεύθερη οικονομία, η επιχείρηση που έχει τις τελειότερες και μεγαλύτερες εγκαταστάσεις, την ψηλότερη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, θα ρίξει ', ν πιο ατελή και καθυστερημένη, χάρη στον ανταγωνισμό, δηλαδή με τα κανόνια των τιμών» (Μάξιμος 1943, σελ. 98-99, οι υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.). Αξίζει να θυμηθούμε απλώς εδώ ότι ο κυρίαρχος οικονομιστικός - μηχανιστικός μαρξισμός διακηρύσσει, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1930 και μετά, την «κατάργηση του ανταγωνισμού» μαζί με την «καθήλωση της παραγωγικότητας», την απόλυτη «κυριαρχία των μονοπωλίων» κ.λπ.

Τέλος, σε μια εποχή που για τον κυρίαρχο μαρξισμό η τάση εξίσωσης του γενικού ποσοστού κέρδους είχε, υποτίθεται, επίσης καταργηθεί από το «μονοπωλιακό καπιταλισμό» και τα «μονοπωλιακά υπερκέρδη», ο Μάξιμος εξακολουθούσε να επιχειρηματολογεί με βάση τη μαρξιστική θεωρία (για το ζήτημα βλ. και Μηλιός 1988, σελ. 84-114): «Με δεδομένη την παραγωγικότητα της εργασίας, η ποσότητα των επιπλέον αξιών που αυτή προσθέτει στην εθνική οικονομία είναι μέγεθος ορισμένο. Αν ο βαθμός της εκμετάλλευσης της εργασίας είναι 100%, το μέγεθος αυτό μπορεί να είναι διπλάσιο από το τμήμα εκείνο του κεφαλαίου που καταβάλλεται σε μισθό. Το ολικό αυτό ποσό, πού αποτελεί τη μάζα της επιπλέον αξίας που αποδίδει η εργασία, στην εθνική οικονομία καταμερίζεται στις καθ' έκαστα επιχειρήσεις ανάλογα με τη σύνθεση που έχουνε τα κεφάλαια, δηλαδή ανισόποσα, επειδή άλλη επιχείρηση παράγει περισσότερο κέρδος κι άλλη μικρότερο, άλλη μικρότερο κι άλλη μεγαλύτερο κόστος. Όμως ο ανισόποσος αυτός ανταγωνισμός γεννά τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα κεφάλαια, που τείνει στην εξίσωση - του ποσοστού κέρδους» (Μάξιμος 1943, σελ. 102).

«Φωνή βοώντος εν τη ερήμω»;

Μπορούμε τώρα, κλείνοντας αυτό το σημείωμα, να επανέλθουμε στα ερωτήματα που θέσαμε στο πρώτο μέρος του: Πώς ένας μαρξιστής θεωρητικός που ποιοτικά διαφοροποιείται τόσο ριζικά από το μαρξισμό της εποχής του, παρήγαγε τόσο λίγο έργο; Γιατί ο θεωρητικός του μαρξισμού Μάξιμος σιωπά ουσιαστικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 μέχρι τον Πόλεμο; Γιατί αυτοπεριορίζεται στα όρια και τα περιθώρια που αφήνει η δημοσιογραφία στη «Βραδυνή»; Γιατί όταν επανέρχεται, αυτός ο συγγραφέας του «θεωρητική Οικονομική» και οικονομική ακρισία, εμφανίζεται συγχρόνως και υπέρμαχος των απόψεων του κυρίαρχου μαρξισμού; Μέσα από ποια διαδικασία γίνεται δηλαδή ο Μάξιμος, από τον Πόλεμο και μετά, ο τυπικός εκφραστής του «ιδεολογικού αμαλγάματος», το οποίο όπως εξηγήσαμε στα προηγούμενα αποτέλεσε σε πολλές περιπτώσεις διεθνώς τη μεταδοτική μορφή της μαρξιστικής θεωρίας, πριν την απόλυτη επικράτηση του «σοβιετικού μαρξισμού»; Η απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι νομίζω μια: Ο Μάξιμος ήταν πριν απ' όλα κομμουνιστής, ή, ακριβέστερα, λειτούργησε (όσο λειτούργησε) ως μαρξιστής επειδή ήταν κομμουνιστής. Στη δεκαετία του 40, αλλά ίσως και του 50, μου φαίνεται (και φαίνεται πως το ίδιο πίστευε και ο Μάξιμος) ότι δεν μπορούσε κανείς να λειτουργεί πολιτικά ως κομμουνιστής μακριά ή και σε αντίθεση («αντιπολίτευση») προς το Κομμουνιστικό Κόμμα. Αυτό σημαίνει ότι αν ήθελε κάποιος εκείνη την περίοδο να λειτουργήσει πολιτικά ως κομμουνιστής (και όλα δείχνουν πως αυτό κυρίως επιδίωκε ο Σ. Μάξιμος) θα έπρεπε να προσαρμόσει (να υποστείλει) τη λειτουργία του ως μαρξιστής (τη θεωρητική του παρέμβαση) σε ό,τι ήταν σύμφωνο με τις απόψεις του Κομμουνιστικού Κόμματος, ή έστω, δεν. ερχόταν σε εξόφθαλμη σύγκρουση με τις απόψεις αυτές. Παρότι ορισμένες αντιφάσεις που αυτό συνεπαγόταν, ο κομμουνιστής Μάξιμος κατάφερε κατά τη γνώμη μου να παραμείνει ένας από τους σημαντικότερους έλληνες μαρξιστές.

«Οι κομμουνιστές, όταν είναι μαρξιστές, κι οι μαρξιστές όταν είναι κομμουνιστές δεν βοούν εν τη ερήμω. Ωστόσο, μπορεί να είναι σχετικά μόνοι. τους», έγραφε ο Λουί Αλτουσέρ το 1972. (Αλτουσέρ, 1977, σελ. 52). Η διατύπωση του αυτή φαίνεται να ταιριάζει απόλυτα για την περίπτωση του Σεραφείμ Μάξιμου.

Το κείμενο αυτό αποτέλεσε την εισήγηση του συγγραφέα στο Συμπόσιο με θέμα «Η πρόσληψη και η ανάπτυξη των ιδεών Κ. Μαρξ στην Ελλάδα» που διοργάνωσε στα Ιωάννινα, στο διάστημα 47.11.1988 ο τομέας Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Αλτουσέρ, Λ. (1977): Απάντηση στον Τζων Λιούις, εκδ. θεμέλιο, Αθήνα

Αξελός, Λ. (1975): Σεραφείμ Μάξιμος. Η ζωή, το έργο και η εποχή τον, δημοσιεύεται στο Μάξιμος (1975), σελ. θ'λ6'

Αντί, τ. 75, 9.7.77, σελ. 25 κ.ε.: Σεραφείμ Μάξιμος (Αφιέρωμα)

Arbeiterschulung (1930), Repring Erlangen 1970

Δημητρίου, M. (1985): Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα. 1. Από τους ουτοπιστές στους μαρξιστές, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα

Θεοχαράς, Χρ. (1984): «Αντιαυταρχική Αριστερά» - παραδοσιακή Αριστερά: τα δυο πρόσωπα της χρίσης, θέσεις τ. 7, σελ. - 1537

Ινστιτούτο Κοινωνικών Επιστημών της ΕΣΣΔ (1977): Οικονομικά προβλήματα τον σοσιαλισμού στη σύγχρονη εποχή, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα

ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα (1968), τ. Δ' (1934 1949), Π.Λ.Ε.

Κορδάτος Γ. (1972): Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821, εκδ. Διεθνούς Επικαιρότητος, Αθήνα

Κορδάτος, Γ. (1972α): Εισαγωγή εις την ιστορίαν της ελληνικής Κεφαλαιοκρατίας, εκδ. Διεθνούς Επικαιρότητος, Αθήνα

Λεονταρίτης, Γ.Β, (1976): Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, εκδ. Εξάντας, Αθήνα

Μάξιμος, Σ. (1928): Μερικά προβλήματα από την εξέλιξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα, στο «Σπάρτακος» 1982 σελ. 1012 και 8991.

Μάξιμος, Σ. (με το ψευδώνυμο «Βόρειος»,1943): «θεωρητική Οικονομική» και οικονομική ακρισία. Απάντηση στον καθηγητή Ξ. Ζολώτα, εκδ. Λουκάτος, Αθήνα

Μάξιμος, Σ. (1973): Η αυγή του ελληνικού καπιταλισμού, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα

Μάξιμος, Σ. (1974): Πρόλογος στο «Το δικαίωμα των εθνών για την αυτοδιάθεση τους», εκδ. Στοχαστής, Αθήνα

Μάξιμος, Σ. (1975): Κοινοβούλιο ή Δικτατορία;, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα.

Μάξιμος, Σ. (1976): Το ελληνικό εμπορικό ναυτικό κατά τον XVIII αιώνα, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα

Marx, K. (1974): Grundrisse der Kritik der Politischen Ökonomie, Dietz Verlag, Berlin (Ost).

Μαρξ, Κ. (1983): Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής, εκδ. Α συνέχεια, Αθήνα

Μαρξ, Κ. (1985): θεωρίες για την Υπεραξία, μέρος τρίτο, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα

Μηλιός, Γ. (1988): Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός: Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, εκδ. Εξάντας, Αθήνα

Μπαλιμπάρ, Ε. (1978): Για τη δικτατορία του προλεταριάτου, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα Μπεναρόγια, Α. (1975): Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου, εκδ. Ολκός, Αθήνα

Μπετελέμ, Σ. (1972): Μορφές ιδιοκτησίας στο μεταβατικό στάδιο προς το σοσιαλισμό, εκδ. Ράππα, Αθήνα Noutsos, P. (1987): The Origins of Greek Marxism, an Introduction, εκδ. Δωδώνη, Ιωάννινα

Πουλιόπουλος, Π. (1972): Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα; εκδ. Νέοι Στόχοι,. Αθήνα Σπάρτακος (Μηνιαίο περιοδικό της μαρξιστικής - λενινιστικής θεωρίας και πράξης), τεύχη του 1928, επανέκδοση εκδ. Ουτοπία, Αθήνα 1982.

Σκληρός, Γ. (1971): Το κοινωνικό μας ζήτημα, εκδ. Διεθνούς Επικαιρότητος, Αθήνα Σκληρός, Γ (1908): Στους Δημοτικιστάς και Το κοινωνικό μας ζήτημα. Οι «σοσιαλιστάδες» στους «νατσιοναλίστες», δημοσιεύονται στο Σταυρίδη Πατρικίου (1976), σελ. 4050 και 143163 αντίστοιχα. Σταυρίδη - Πατρικίου, Ρ. [επιμέλεια] (1976): Δημοτικισμός και κοινωνικό πρόβλημα, εκδ. Ερμής, Αθήνα Χατζής, Δ. (1977): «Υπήρξε μεγαλύτερος από το έργο του...», στο Αντί, τ. 75, 9 Ιουλίου.

Σημειώσεις

1. Ιδιαίτερα σημαντική περίπτωση μαρξιστή θεωρητικού στο Μεσοπόλεμο ήταν, επίσης, ο Παντελής Πουλιόπουλος που το κύριο έργο του: Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα', εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1934. Τα έργα του Πουλιόπουλου από τα μέσα της δεκαετίας τον 1930 και μετά δεν ξεφεύγουν, όμως, από την απλή επαναδιατύπωση των θέσεων της διεθνούς τροτσκιστικής αντιπολίτευσης.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή