Για την κρίση του μαρξισμού Εκτύπωση
Τεύχος 31, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1990


Για την «κρίση του μαρξισμού»
του Ετιέν Μπαλιμπάρ
μετάφραση Δ. Δημούλης

Δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να αμφισβητήσω εδώ την πραγματικότητα της «κρίσης του μαρξισμού» (η οποία έχει εκδηλωθεί ανοιχτά εδώ και δέκα περίπου χρόνια) ή τη σοβαρότητα των ζητημάτων που εξαρτώνται από την έκβασή της. θα αναφέρω μερικά μόνο από εκείνα τα ζητήματα, ανάμεσα στα οποία υπάρχει διαρκής αλληλεπίδραση: πρόκειται για το ερώτημα αν τα κινήματα εξέγερσης ενάντια στην ιμπεριαλιστική (ή υποιμπεριαλιστική) κυριαρχία, τα οποία μέχρι πρόσφατα έτειναν να υιοθετήσουν ένα συνδυασμό εθνικής και «προλεταριακής» ιδεολογίας, θα ηγεμονευθούν και πάλι ολοκληρωτικά από τον εθνικισμό (ή και το θεολογικό εθνικισμό), του οποίου η στάση απέναντι στο κράτος και το μιλιταρισμό είναι περισσότερο διφορούμενη από τη στάση του προηγουμένου συνδυασμού. Πρόκειται επίσης για το ερώτημα ποια ιδεολογία θα κυριαρχήσει, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, στα κινήματα πολιτικής και πολιτιστικής επανάστασης που κυοφορούνται ή βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (ερώτημα που τέθηκε ξανά με οξύτητα από την πολωνική εμπειρία των δύο τελευταίων χρόνων). Πρόκειται ακόμη για το ερώτημα αν η διαδικασία ανασυγκρότησης, ή μάλλον ενίσχυσης, των κρατικών ελέγχων η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη στις «φιλελεύθερες» και «μεταβιομηχανικές» κοινωνίες μας, βοηθούσης της οικονομικής και στρατηγικής κρίσης, θα πετύχει να εμφανιστεί ως «μαρασμός του (παραδοσιακού αστικού) κράτους», εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι η έννοια των λέξεων του συνθήματος αυτού αντιστράφηκε μέσα στην ιστορία του υπαρκτού σοσιαλισμού...

Πρόκειται, τέλος, για το καίριο ερώτημα πώς θα εξελιχτεί η κρίση οργάνωσης και, περαιτέρω, η κρίση ταυτότητας που αντιμετωπίζει το εργατικό κίνημα. Στην πραγματικότητα, αυτό που κρίνεται σήμερα δεν είναι βέβαια η ύπαρξη εργατικού κινήματος αλλά η αξεδιάλυτα συνδεδεμένη μαζί της ιστορική μορφή του εργατικού κινήματος, ο βαθμός αυτονομίας και η λειτουργία του που αποτελεί, σε γενικές γραμμές, καθοριστικό παράγοντα για το πολιτικό παιχνίδι στις κοινωνίες μας.

Δεν λεω ότι κρίνεται η ύπαρξη του, διότι μου φαίνεται τουλάχιστον αφελές να φανταστούμε ότι είναι δυνατό να εξαφανιστεί το εργατικό κίνημα ως οργανωμένη πάλη ενάντια στην εκμετάλλευση ή τις περισσότερο εμφανείς συνέπειες της - εκτός βέβαια και αν θεωρούμε τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα των κυρίαρχων σήμερα κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, οργάνωσης της εργασίας και διανομής της εξουσίας και της γνώσης, ως καθαρή αυταπάτη ή (πράγμα που είναι περίπου το ίδιο) ως επιβίωση του παρελθόντος που εκλείπει βαθμιαία, εκτός αν θεωρούμε δηλαδή ότι οδηγούμαστε σε μια κοινωνία «χωρίς εργασία» (και άρα χωρίς εργαζόμενους). Το παράδειγμα των χωρών στις οποίες σήμερα βρίσκονται παραδόξως συγκεντρωμένες οι πιο πολυάριθμες εργατικές τάξεις (ΗΠΑ, σοσιαλιστικές χώρες) δείχνει ότι, μακροπρόθεσμα, το εργατικό κίνημα φτάνει σε ένα οριακό σημείο, κάτω από το οποίο δεν είναι δυνατό να συμπιεστεί ενώ μπορεί ξεκινώντας από αυτό να επιβιώσει ή να ανασυγκροτηθεί μέσα στις πιο δυσμενείς πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες.

Αυτό όμως όχι μόνο δεν εμποδίζει αλλά και εξηγεί το γεγονός ότι το ζήτημα της ιστορικής μορφής του εργατικού κινήματος έχει τεθεί σήμερα με τρόπο τόσο ριζικό που πολλοί από εμάς δεν μπορούσαν να διανοηθούν πριν δέκα χρόνια παρ' όλο που έβλεπαν καθαρά ότι ξεσπά μια κρίση.

Πράγματι, τα πάντα δείχνουν ότι πολλοί «κύκλοι» κοινωνικής, θεσμικής και ιδεολογικής εξέλιξης αγγίζουν ταυτόχρονα το σημείο καμπής ή αναστροφής. Ορισμένοι απ' αυτούς είναι πρόσφατοι και σημαδεύονται από τις ιδιομορφίες κάθε εθνικής ιστορίας (στη Γαλλία, παρατηρείται κάποια συνάρθρωση ανταγωνιστικότητα του πολιτικού και του συνδικαλιστικού, κάποια αλληλεπίδραση εργατικών αγώνων και πολιτικής «αριστεράς» στις περιόδους δημοκρατίας). Κάποιοι άλλοι είναι παλιότεροι και συνδέονται με τις μορφές που πήρε το εργατικό κίνημα μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και τη ρωσική επανάσταση (ιδίως τη μορφή του «ταξικού και μαζικού κόμματος», που αναπτύχθηκε από τη Γ' Διεθνή ή έστω στα τυπικά της πλαίσια). Κάποιοι άλλοι είναι ακόμη παλιότεροι, πράγμα που δεν σημαίνει ότι έχουν μικρότερη ιδεολογική αποτελεσματικότητα: ανάγονται στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης και τη συγκρότηση μιας εργατικής τάξης με πρακτικές, αγωνιστικούς στόχους και σύμβολα μέσω των οποίων αυτοαναγνωρίζεται στην καθημερινότητα της δουλειάς, της «ιδιωτικής» ζωής και της «δημόσιας» δράσης. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι ολόκληρο το σύστημα των εργατικών ιδεολογιών και των ιδεολογιών οργάνωσης, δηλαδή των παραδοσιακών πρακτικών αγώνα, κλυδωνίζεται σήμερα και αναζητά ψηλαφητά μια νέα έκφραση, χωρίς να υπάρχει εκ των προτέρων δεδομένη λύση, μερικές φορές χωρίς καν να γίνεται αντιληπτό το ίδιο το πρόβλημα.

Ωστόσο η δυναμική αυτή δεν αναπτύσσεται ξεκομμένα από το περιβάλλον. Ό,τι και αν πιστεύουν ορισμένοι ηγέτες ή θεωρητικοί, το εργατικό κίνημα δεν αποτέλεσε ποτέ μια «αντικοινωνία» - τουλάχιστον σε μια χώρα όπως η Γαλλία. Αντίθετα, όσο περισσότερο ενισχυόταν η σχετική αυτονομία του εργατικού κινήματος, τόσο πιο στενοί και σύνθετοι γίνονταν οι δεσμοί του με το σύνολο των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων του κοινωνικού σχηματισμού. Όσο περισσότερο προβαλλόταν καθαρά η προλεταριακή «ταξική οπτική», τόσο περισσότερο η ιστορία του εργατικού κινήματος επηρέαζε τη θεωρητική σκέψη. Αντίστοιχα, όσο περισσότεροι διανοούμενοι προσέγγιζαν το εργατικό κίνημα ή εντάσσονταν σ' αυτό, τόσο καλύτερα η εργατική τάξη οριζόταν καθ' εαυτή (σε αντίθεση με τις εργατιστικές μυθολογίες) μέσω της αναγνώρισης της ως πολιτικού κινήματος: και, συνεπώς, οι συσχετισμοί δυνάμεων αλλά και οι μορφές του πολιτικού παιχνιδιού αναγκάζονταν όλο και περισσότερο να περιστρέφονται γύρω από το αφανές «κέντρο» που αποτελούσε η ικανότητα οργάνωσης του εργατικού κινήματος, παρ' ότι αυτό φαινόταν να αδυνατεί να «καταλάβει την εξουσία» και επομένως δεν παρουσιαζόταν ως κέντρο αλλά ως δύναμη συμπληρωματική, ορισμένες φορές και περιθωριακή.

Αν είναι αλήθεια ότι τόσο οι μορφές στις οποίες εγγραφόταν και έτεινε να επιβεβαιωθεί αυτή η σχετική αυτονομία, όσο και η πολιτική κεντρικότητα βρίσκονται σήμερα σε πλήρη κρίση (και αυτό αφορά ιδίως τη μορφή κόμμα, η κρίση της οποίας οξύνεται στη Γαλλία, όπως και παλιότερα σε άλλες χώρες, με την άνοδο στην «εξουσία». Αλλά και οι συνδικαλιστικές πρακτικές δεν φαίνεται να αποφεύγουν την κρίση με αποτέλεσμα να τίθεται ουσιαστικά σε αμφισβήτηση το σύστημα κόμμα συνδικάτο) πρέπει να ομολογήσουμε ότι οι συνέπειες της κρίσης είναι ταυτόχρονα αναπόφευκτες, αναπότρεπτες, απρόβλεπτες. Η θέση αρχής και τα συγκεκριμένα εμπειρικά δεδομένα που μπορούμε να επικαλεστούμε για να αντικρούσουμε την αντίληψη περί εξαφάνισης, ιστορικής εξάλειψης του εργατικού κινήματος, δεν μας επιτρέπουν να πούμε τίποτε εκ των προτέρων για τις νέες μορφές που είναι πιθανόν να πάρει το εργατικό κίνημα ή για το πότε θα εμφανιστούν. Αυτό οφείλεται μεταξύ άλλων και στο ότι η μορφή του εργατικού κινήματος δεν εξαρτάται μόνο από την οργάνωση της εργασιακής διαδικασίας, τις συνθήκες ζωής και ανανέωσης του εργατικού «πληθυσμού» κ.ο.κ... Εξαρτάται επίσης από την αντιφατική σχέση του με τη μορφή του ίδιου του κράτους: το εργατικό κίνημα ασκεί πίεση στο κράτος, ξεφεύγει από την επιρροή του, αντιστέκεται στον έλεγχο του (εν ανάγκη με περιοδικά κύματα «αυθορμητισμού» που «υπερβαίνουν» τους κομματικούς μηχανισμούς) και παρά ταύτα προσαρμόζεται στη δομή του. Είναι όμως προφανές ότι η φάση που διανύουμε δεν είναι μόνο μια φάση ιστορικής κρίσης του εργατικού κινήματος: χαρακτηρίζεται επίσης από το γεγονός ότι το αστικό κράτος αντιμετωπίζει εμπόδια και εσωτερικές αντιφάσεις που του επιβάλλουν, για μια ακόμη φορά, τον «ειρηνικό» ή «βίαιο» μετασχηματισμό του. Έτσι, αυτό που κρίνεται άμεσα είναι το αν σε χώρες όπως η Γαλλία το εργατικό κίνημα μπορεί παίρνοντας νέες μορφές να κερδίσει τη σχετική αυτονομία και την καθοριστική πολιτική θέση που, όπως όλα δείχνουν, τείνει να χάσει κάτω από τις παλιές μορφές. Τίθεται λοιπόν κατά πρώτο λόγο το ερώτημα ποιες είναι οι νέες μορφές και οι βάσεις στις οποίες μπορεί να δημιουργηθεί και πάλι μια δυνάμει «ταξική ενότητα», η οποία με τις παλιές μορφές αποσυντίθεται όλο και περισσότερο από κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική άποψη. Και εν συνεχεία, τι πιθανότητες έχει το εργατικό κίνημα να προλάβει, τουλάχιστον εν μέρει, τους μετασχηματισμούς του κρατικού μηχανισμού και με τον τρόπο αυτό να αλλάξει την κατεύθυνση τους...

Είναι όμως φανερό ότι παρά τη σύγχυση που επικρατεί στις ερμηνείες, τις «αναγνώσεις» και τις πρακτικές χρήσεις, η τύχη του μαρξισμού είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένη με την τύχη του εργατικού κινήματος. Οι σημερινές συζητήσεις περί «κρίσης του μαρξισμού» έχουν ως πραγματικό αντικείμενο την κρίση του εργατικού κινήματος και στόχος τους, συνειδητός ή μη, ρεαλιστικός ή φανταστικός, είναι να παρέμβουν σ' αυτή την κρίση για να την οξύνουν, να τη διατηρήσουν ή να τη μετασχηματίσουν. Αυτό δικαιολογείται βέβαια και από τη στενή διαπλοκή μαρξισμού και εργατικού κινήματος. Δεν είναι ορθό όμως να μιλάμε για «συγχώνευση» όσο δεν διευκρινίζουμε ότι αυτή η συγχώνευση, που είχε εξαγγελθεί από τον Κάουτσκυ και, με διαφορετικό τρόπο, από τον Λένιν, είχε ανέκαθεν έναν έντονα αντιφατικό χαρακτήρα. Είναι όμως αλήθεια ότι σήμερα δεν μπορούμε να διαβάσουμε τον Μαρξ και τα θεωρητικά μαρξιστικά κείμενα χωρίς να επηρεαστούμε από την ιστορία του εργατικού κινήματος και την παρούσα κρίση του. Παράλληλα, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη την εξαιρετική αμφισημία που δεν έχει πάψει να χαρακτηρίζει αυτή τη συνάντηση, αυτό το συνδυασμό θεωρίας και πρακτικών. Η σχέση του μαρξισμού με το εργατικό κίνημα (σχέση για την οποία μπορούμε να πούμε ότι πολώνει εδώ και ένα αιώνα την ιστορία τους και τις εσωτερικές συγκρούσεις τους) ήταν το στοιχείο στο οποίο εκφραζόταν πάντοτε με πραγματικά ιδιότυπο τρόπο όχι μια συγκεκριμένη τάση του εργατικού κινήματος αλλά ζεύγη ακραίων αντιθέσεων, δηλαδή οι «αντινομίες» τον εργατικού κινήματος: «ιμπεριαλισμός» της μορφής κόμμα από τη μια και «συνδικαλιστικά», αυτοδιαχειριστικά, ή «συμβουλιακά» εναλλακτικά σχήματα από την άλλη· ρεφορμιστικός ή εκλογικός εξελικτισμός και επαναστατικός βολονταρισμός· εθνικισμός (ακόμη και σοσιαλεθνικισμός) και διεθνισμός ή αντίθεση στην αποικιοκρατία· «λατρεία του κράτους» (εν ανάγκη και των αρχηγών του) και αντικρατισμός, λιγότερο ή περισσότερο συνδεμένος με τη «μαζική γραμμή» αλλά και με την αναρχίζουσα λατρεία προς τον «αυθορμητισμό των μαζών» (που μόνον αυτές «φτιάχνουν» πραγματικά την ιστορία).

Είναι λοιπόν παράδοξο σ' αυτές τις συνθήκες (ας επεξεργαστεί ο καθένας αυτή τη θέση όπως επιθυμεί) το ότι ο μαρξισμός, ή τουλάχιστον ο πολιτικός λόγος και οι πρακτικές που στηρίχτηκαν στο μαρξισμό, παρουσίασαν για έναν αιώνα τα πιο αντιφατικά επαναστατικά και αντεπαναστατικά αποτελέσματα, ενώ η αντίφαση αυτή χαρακτηρίζει και σήμερα το ρόλο του σ' ολόκληρο τον κόσμο; Είναι λοιπόν παράδοξο το ότι από τη στιγμή που γίνονται αισθητές σε συλλογικό επίπεδο οι αναγκαιότητες της ταξικής πάλης, δεν υπάρχει περίπτωση «εκούσιας» επιλογής ή άρνησης να ασχοληθεί κανείς με το μαρξισμό και τίθεται μόνο το ερώτημα πώς τοποθετείται απέναντι στο μαρξισμό (και άρα πώς τον κατανοεί, πώς τον εφαρμόζει ή πώς τον απορρίπτει); Αυτό δείχνουν άλλωστε σήμερα εκούσες άκουσες και οι επαναλαμβανόμενες συζητήσεις περί «τέλους των ιδεολογιών» των οποίων μόνη επιδίωξη είναι να «υπερβούν τον Μαρξ», όταν δεν αναγγέλλουν απλώς το «θάνατο του Μαρξ» ως πραγματοποίηση των επιθυμιών τους.

Αν αυτές οι προτάσεις θεωρηθούν ορθές, μπορεί κανείς να καταλάβει για ποιο λόγο παρουσιάζω εδώ δύο θέσεις για να κατευθύνουν την ερευνά μας:

α) Η παρούσα κρίση του μαρξισμού είναι τόσο ριζική ώστε αφορά άμεσα όχι μόνο τους μαρξιστές αλλά και κάθε πολιτική σκέψη. Βρίσκεται στο επίκεντρο της κρίσης της πολιτικής (και των πολιτικών πρακτικών) την οποία διαπιστώνουμε. σήμερα (δεν ισχυρίζομαι ωστόσο ότι η κρίση του μαρξισμού την εκφράζει πλήρως ή αποτελεί τη μοναδική της διάσταση). Αυτό συμβαίνει διότι η κρίση θέτει σε αμφισβήτηση όχι μόνο τον πρακτικό ορισμό των «μαζών» της ιστορίας με ταξικούς όρους, αλλά ταυτόχρονα και την ίδια τη δυνατότητα μιας μαζικής πολιτικής. Η λανθάνουσα δυναμική της μαζικής πολιτικής και ο φόβος μπροστά στα άγνωστα στοιχεία της εξακολουθούν να αποτελούν την εμμονή των συγχρόνων μας. Αλλά, όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω αλλού, το να θέσουμε το πρόβλημα της πολιτικής και της δημοκρατίας των μαζών είναι ο μόνος τρόπος να θέσουμε πραγματικά το δίλημμα μεταξύ του δραστικού μετασχηματισμού των σημερινών κοινωνικών σχέσεων (πράγμα που μπορούμε να αποκαλέσουμε «επανάσταση» [revolution]1 με την πλήρη έννοια του όρου) και της υποταγής στην οικονομική και πολιτική «λογική» τους, η οποία αν και, όπως ξέρουμε πολύ καλά, τείνει να ενισχύσει τα υπάρχοντα συστήματα κυριαρχίας, δεν εγγυάται και τη διατήρηση της ειρήνης, της ασφάλειας και ενός μίνιμουμ επιπέδου ζωής για όλους... Αν λοιπόν δεν ονειρευόμαστε μια πολιτική που θα έχει απαλλαγεί αίφνης από τους ανταγωνισμούς ή θα αποφεύγει την όξυνση τους χάρη στις συνταγές της πολιτικής επιδεξιότητας, της νομικής τεχνικής και της οικονομικής πρόβλεψης, πρέπει να δεχτούμε ότι μια σοβαρή πολιτική σκέψη δεν μπορεί να χρησιμοποιεί σήμερα την «κρίση του μαρξισμού» ως πρόσχημα για να αγνοήσει τα δεδομένα της, αλλά αντίθετα πρέπει να επιχειρεί να αναλύσει τους όρους και τις αιτίες της λαμβάνοντας υπόψη την ιδιομορφία και την επικαιρότητα τους.

β) Από τις αντιφάσεις αυτές στις οποίες έχει εμπλακεί σήμερα αμετάκλητα ο μαρξισμός (και οι οποίες είναι ως ένα βαθμό επιπτώσεις της «ανάπτυξης», της «εφαρμογής» και της «παρέκκλισης» του) πρέπει κατ' ανάγκη να αναχθούμε στις αντιφάσεις τον μαρξισμού και ιδίως (αλλά όχι αποκλειστικά) στις αντιφάσεις του μαρξισμού του Μαρξ (που δεν είναι παρά ο πρώτος κρίκος της αλυσίδας). Αυτό δεν έχει την ιδεαλιστική σημασία ότι όλη η συνέχεια βρίσκεται «εν σπέρματι» στις αρχικές αντιφάσεις: σημαίνει ότι οι αντιφάσεις αυτές συνδέονται τόσο με τα ισχυρά και απόλυτα αυθεντικά («επαναστατικά» με τη θεωρητική έννοια του όρου) στοιχεία της σκέψης του Μαρξ όσο και με τις ιδεολογικές συνθήκες που επέτρεψαν στο μαρξισμό να επηρεάσει για περισσότερο από έναν αιώνα την πραγματική ιστορία, τα μαζικά κινήματα (ή, αν θέλουμε, συνδέονται και με τις ιδεολογικές συνθήκες που επέβαλαν στα μαζικά κινήματα να πάρουν κάτι από τη σκέψη του Μαρξ, το οποίο απείχε ορισμένες φορές πολύ από την αρχική διατύπωση ή τον αποδεικτικό λόγο του Μαρξ, αλλά ποτέ δεν απείχε πολύ από τον πυρήνα της σκέψης του δηλαδή την εφαρμογή της ιδέας του ασυμφιλίωτου ανταγωνισμού στην ταξική πάλη - κι αυτό ισχύει ακόμη και στις περιπτώσεις που τα μαζικά κινήματα αντιδρούσαν βίαια και αρνητικά σ' αυτόν τον πυρήνα). Για το λόγο αυτό, μια «κριτική» ανάγνωση του Μαρξ δεν έχει πλέον πιθανότητες να είναι γόνιμη αν αποβλέπει στην απόρριψη, στην απολογητική υπεράσπιση, στη συστηματική «ανάπλαση» ή στον απλό διαχωρισμό «ξεπερασμένου» και «επίκαιρου» ή «ορθού» και «εσφαλμένου»: γόνιμη μπορεί να είναι μόνο μια έρευνα των συστατικών αντιφάσεων της θεωρίας τον Μαρξ. Η εγκυρότητα μιας τέτοιας έρευνας είναι συνάρτηση της ιστορικής ακρίβειας της. Μ' αυτό το πρίσμα πρέπει να επανεξετάσουμε τις κλασικές συζητήσεις για τα όρια ισχύος της θεωρίας αυτής ή για το βαθμό ιδεολογικών τοποθετήσεων αφ' ενός και ερμηνευτικών επιστημονικών δυνατοτήτων αφ' ετέρου που περιλαμβάνονται σ' αυτή.

Στην πραγματικότητα και για επιστημολογικούς λόγους που δεν είναι σκόπιμο να αναπτύξω εδώ (είναι προτιμότερο να τους καταδείξουμε στην πράξη) το ευαίσθητο σημείο στο οποίο αποκρυσταλλώνονται τέτοιες βαθιές αντιφάσεις δεν είναι αυτό που αποκαλείται «θεωρία του Μαρξ» (είναι εξάλλου εξαιρετικά δύσκολο να καθορίσουμε τα όρια της και να παρουσιάσουμε τις βασικές θέσεις της χωρίς αμφισημίες, δεδομένου ότι είναι ανολοκλήρωτη και εμφανίζει διακυμάνσεις σε ορισμένα βασικά σημεία της - εκτός βέβαια και αν κάνουμε συγκεκριμένες επιλογές και προβούμε σε εξαιρετικά αυθαίρετους διαχωρισμούς). Το ευαίσθητο σημείο είναι μάλλον οι θεμελιώδεις έννοιες του ιστορικού υλισμού που αποτελούν από κάθε πλευρά την κατάλληλη, δηλαδή δραστική, θεωρητική ενότητα της σκέψης του Μαρξ. Πρόκειται για έννοιες (προλεταριάτο, ιδεολογία, παραγωγή, εκμετάλλευση, κυριαρχία, κλπ.) που εξασφαλίζουν όχι μόνο τη συνεχεία της ερευνάς του, αλλά και τη συνοχή (που είναι άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο προβληματική) ανάμεσα στα διάφορα πεδία μελέτης (οικονομική ανάλυση, ιστορική θεωρία των κοινωνικών σχηματισμών, «συγκυριακός» πολιτικός λόγος, φιλοσοφία...) και, πέραν αυτών, τη συνάρθρωση θεωρίας και πρακτικής (άρα την αποτελεσματικότητα της «ταξικής οπτικής»). Πιστεύω ότι η προσπάθεια να δείξουμε καθαρά τι είναι αυτό που τοποθετεί την αντίφαση στην ίδια τη ρίζα των εννοιών (ή σε ορισμένες από αυτές) και την αναπαράγει διαρκώς - παρά το ότι ο Μαρξ αλλάζει τη χρήση ορισμένων εννοιών ή διορθώνει τον ορισμό τους - είναι ο μόνος τρόπος να καθορίσουμε τι μπορούν πραγματικά να κάνουν αυτές οι έννοιες στο πεδίο της γνώσης και της ιστορικής δράσης (άρα και τι δεν μπορούν...), να καθορίσουμε τι μπορούν, όχι παρά τις αντιφάσεις, αλλά λόγω αυτών των αντιφάσεων (μόνο ένας μυωπικός θετικισμός πιστεύει ότι η δύναμη και η αλήθεια μιας σκέψης εξαρτάται από τη μη αντιφατικότητα των εννοιών της...).

1. Revolution: επανάσταση αλλά και ανακύκληση, μεταβολή, υπέρβαση (στΜ).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή