Το 28ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ: Μια περίπτωση πολιτικού δαρβινισμού Εκτύπωση
Τεύχος 33, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1990


Το 28ο συνέδριο του ΚΚΣΕ (Μια περίπτωση πολιτικού δαρδινισμού)
του Τάσου Κυπριανίδη

Εισαγωγή

Τα συνέδρια των κομμουνιστικών κομμάτων αποτελούν βάσει του καταστατικού και των αρχών λειτουργίας τους την κορύφωση της πολιτικής τους οντότητας: εδώ αρθρώνεται συνολικά και συμπυκνώνεται η εμπειρία από όλα τα μέτωπα του κοινωνικού ανταγωνισμού για να κατασταλάξει σε μια καθοδηγητική πολιτική γραμμή, δεσμευτική για συμφωνούντες και διαφωνούντες. Στην πραγματικότητα, με εξαίρεση ορισμένες ταραγμένες ιστορικές περιόδους, τα πράγματα ήταν σχεδόν πάντοτε πολύ πιο πεζά και απλά: ο «ανώνυμος κομμουνιστής» του 20ου αιώνα μπορεί να μας βεβαιώσει χωρίς δισταγμό ότι «το κόμμα ποτέ δεν πάει σε συνέδριο αν δεν έχει από πριν ξεκαθαρίσει την πολιτική του (και τις γραμμές του από κάποιους διαφωνούντες)». Έτσι το τελετουργικό των συνεδρίων του Κ.Κ. - και ιδιαίτερα του ΚΚΣΕ - είχε πολλά κοινά με τις στρατιωτικές παρελάσεις, με μόνη διαφορά ότι η κινητικότητα και φαντασμαγορία των τελευταίων έδινε τη θέση της στην ακινησία της πληκτικής εικόνας κάποιων «κυρίων με τα μαύρα» κάτω από το πορτρέτο του Λένιν, των πολύωρων μονόλογων της ηγεσίας και της «υπηρεσίας χειροκροτημάτων» από επίλεκτους «προλετάριους». Το 28ο συνέδριο του ΚΚΣΕ δεν ταιριάζει με την παραπάνω καρικατούρα που ήταν εντούτοις μια φωτογραφία της πραγματικότητας επί δεκαετίες! Γι αυτό και έχει ενδιαφέρον να προσεγγισθεί, γι' αυτό αξίζει να ερευνήσουμε τις αλλαγές που σηματοδοτεί η άρνηση μιας δεδομένης πρακτικής. Εδώ εξωτερικεύεται μια αντίφαση στα μέχρι πρότινος ομοιόμορφα άδυτα της «Μέκκας του κομμουνισμού», που μπορεί να μας δώσει κάποια ιδέα για την κατάσταση πραγμάτων στη χώρα όπου πραγματοποιήθηκε η πρώτη σοσιαλιστική επανάσταση. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Αν η τελευταία πενταετία έφερε με την έλευση του Μ. Γκορμπατσόφ πληθώρα αλλαγών στη σοβιετική κοινωνία αλλά και στο συνολικό τρόπο άσκησης πολιτικής από τη Σοβιετική Ένωση, είναι επίσης σαφές ότι από το 1989 και μετά οι αλλαγές που συντελούνται τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο πάλαι ποτέ «μπλοκ του σοσιαλισμού» είναι ραγδαίες και ανατρέπουν το συνολικό σκηνικό. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να οριοθετήσουμε το πλαίσιο του 28ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ σε αναφορά μ' αυτά τα στοιχεία που ανατρέπουν συνδυασμένα τις ισορροπίες στο εσωτερικό, τον περίγυρο και το εξωτερικό του σοβιετικού ιμπέριουμ.

Η αυτοκρατορία δεν αντεπιτίθεται

Ξεκινώντας έκκεντρα αυτή την περιήγηση μας θα διαπιστώσουμε κατ' αρχήν μια συνολική στρατηγική μετατόπιση στις σχέσεις της Σ.Ε. και του στρατιωτικού σκέλους των δυτικών καπιταλιστικών χωρών. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό σημάδι να βρίσκεται στη δήλωση από την πλευρά του NATO ότι «προσφέρει τη φιλία του στους παλιούς του αντίπαλους από τον καιρό του ψυχρού πολέμου» (Monde, 89-7-90). Αυτή η «δήλωση φιλίας» σχετίζεται φυσικά με την αδυναμία της Σ.Ε. και με την αστάθεια που αυτό το γεγονός συνεπάγεται. Για πρώτη φορά το NATO συνειδητοποιεί ότι ο πραγματικός κίνδυνος δεν προέρχεται από την ισχύ αλλά από την προϊούσα αδυναμία της Σ.Ε. (Zeit, 20-7-90). Η αδυναμία αυτή γίνεται εμφανής από τη μετατόπιση στη σοβιετική εξωτερική πολιτική: τη θέση γεωπολιτικών στρατηγικών καταλαμβάνουν τώρα «ηθικοί κανόνες» που οφείλουν να διέπουν τις σχέσεις των κρατών: «ο καθένας έχει το δικαίωμα να επιλέγει ελεύθερα το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα που επιθυμεί» (Μ. Γκορμπατσόφ, Zeit, 20-7-90). Το πρόβλημα έγκειται ακριβώς στο ότι αυτή η στρατηγική «ηθική» έχει γίνει μπούσουλας της εξωτερικής πολιτικής της Σ.Ε., όπως δείχνει καθαρά η κατάρρευση των καθεστώτων της Αν. Ευρώπης. Έτσι έχουμε το «παράδοξο» οι δηλωμένοι αντίπαλοι της Σ.Ε. να γίνονται υπερασπιστές της στρατιωτικής της ισχύος: Διαβάζουμε σ' ένα ντοκουμέντο της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης: «Η Σ.Ε. θα παραμείνει μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη, και η εξαφάνιση του Συμφώνου της Βαρσοβίας, αντί να διασφαλίζει την ειρήνη, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να πολλαπλασιάσει τις εθνικές κρίσεις στην Ευρώπη» (Monde Diplomatique, Αύγουστος 1990).

Αν όμως η «ελεύθερη επιλογή» που δίνεται τώρα στους λαούς της Αν. Ευρώπης προδικάζει τη σταδιακή αλλαγή του γεωπολιτικού τοπίου και της στρατηγικής των ισορροπιών στην Ευρώπη, υπάρχει και κάτι άλλο που φάνηκε να λειτουργεί άμεσα, τελεσίδικα και αμετάκλητα. Η DDR, χώρα «υπόδειγμα» στο ανατολικό μπλοκ, όχι μόνο ακολουθεί την οδό της χαλάρωσης των πολιτικών, οικονομικών και στρατηγικών δεσμών της με τη Σ.Ε. αλλά «επιλέγει ελεύθερα» την τέλεια μετάλλαξη εδώ και τώρα: μέσα σε έξι μήνες περνάμε από την καθαίρεση των «ορθόδοξων» κομμουνιστών στην «αυτοδιάλυση» της χώρας και την άνευ όρων προσάρτηση της στη Δ. Γερμανία. Η Σ.Ε. δίνει μέσα στον Ιούλιο το πράσινο φως για τη γερμανική ενοποίηση και την ένταξη της ενιαίας Γερμανίας στο NATO. Μια εφημερίδα του σοβιετικού στρατού θα γράψει: «Είναι πραγματικά ν' απορεί κανείς πώς η αφύσικη διαίρεση του μεγαλύτερου ευρωπαϊκού κράτους διήρκεσε τόσο πολύ» (Zeit, 20-7-90). Μόνο που η απορία λύνεται αν αντικρύσει κανείς το γεγονός στο φόντο των μετατοπίσεων στους συσχετισμούς δύναμης. Τι προκάλεσε όμως τις μετατοπίσεις αυτές;

Το φάντασμα της αυτονομίας

Είναι προφανές ότι η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί στο έδαφος της εξωτερικής πολιτικής και μόνο, αλλά οφείλει να συνάγει τα «εξωτερικά» αποτελέσματα από τη συνάρθρωση τους με τα «εσωτερικά» αίτια των αλλαγών. Ακόμα και μια απλή επιπόλαιη ματιά αρκεί για να πεισθεί κανείς ότι αν η Σ.Ε. στερείται σε κάτι αυτό σίγουρα δεν είναι οι αλλαγές, που μπορούν να διαπιστωθούν σε περίσσεια σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής. Εδώ θα συναντήσουμε ένα ευρύτατο φάσμα μετασχηματισμών που ξεκινούν από τις «αυτονομιστικές» τάσεις των σοβιετικών Δημοκρατιών μέχρι τις πολιτικές αλλαγές και την κοινωνική κινητικότητα. Μετά το πρώτο σάστισμα από τη «σκληρή» πολιτική ανεξαρτητοποίησης των βαλτικών Δημοκρατιών με επικεφαλής τη Λιθουανία, η τροπή που έλαβε η εξέλιξη με τη διαδοχική εμφάνιση αυτονομιστικών τάσεων σε όλες τις Δημοκρατίες (μέχρι και τον πυρήνα του σοβιετικού κράτους, τη Ρωσική Σ.Σ.Δ.), μαζί και με την ύφεση της όξυνσης του πρώτου καιρού που υπήρχε στη Βαλτική (το μορατόριουμ της αυτονόμησης μέχρι νεωτέρας), καθώς και τη μείωση της έξαρσης των εθνικιστικών ταραχών δείχνει την πορεία που μάλλον θ' ακολουθήσουν τα γεγονότα: η κατάσταση φαίνεται να οδεύει προς μια επανισορρόπηση των σχέσεων των συνιστωσών Δημοκρατιών - κυκλοφορεί η ιδέα για μια νέα καταστατική συνθήκη συνομοσπονδίας - σε συνδυασμό με τις πολιτικές αλλαγές που κυοφορούνται στο σύστημα διαχείρισης, την πολιτική εξουσία και την οικονομική πολιτική. Η κρατική μορφή της ΕΣΣΔ φαίνεται λοιπόν να διαπλέκεται με τις αλλαγές στην πολιτική εξουσία και στο σύστημα κρατικής διαχείρισης.

Πολιτικές μεταλλάξεις

Οι πολιτικές αλλαγές είναι εξίσου ραγδαίες το τελευταίο διάστημα. t Αν πριν από δυο μόλις χρόνια η ισορροπία των μετασχηματισμών διασφαλιζόταν από την αντιπαράθεση ενός συμπαγούς κομματικού μηχανισμού με κοπταρισμένα στελέχη σε επιμέρους κρατικούς μηχανισμούς, και ομάδες διανοουμένων που είχαν ενστερνισθεί τη «νέα σκέψη» και αποτελούσαν την κύρια κινητήρια δύναμη για την έξοδο από τη «στασιμότητα», σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει άρδην: το κόμμα σπαράσσεται από φατρίες που ξεκινούν από το σταλινισμό και παλαιορωσικό εθνικισμό, για να περάσουν από τη σοσιαλδημοκρατία και να φθάσουν στον ακραίο φιλελευθερισμό a la Μίλτον Φρήντμαν. Ο κρατικός μηχανισμός είτε έχει παραλύσει (με εξαίρεση το στρατό) είτε διαπερνάται από την ίδια σωρεία αντιφάσεων, είτε ζει τη γέννηση παράλληλων (και ισχυρότερων) κέντρων εξουσίας, όπως η «προεδρική διοίκηση» του Μ. Γκορμπατσόφ. Παράλληλα προβάλλουν και νέοι πολιτικοί σχηματισμοί ώστε πολλοί να προβλέπουν ότι το πολιτικό τοπίο θα έχει αλλάξει ολοκληρωτικά σε διάστημα λίγων χρόνων.

Μια ανάλογη πορεία παρατηρείται και στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Από τα δειλά βήματα έκφρασης αντίθετων απόψεων στα πρώτα χρόνια της περεστρόικα φθάσαμε στην κατάργηση της λογοκρισίας την 1η Ιουλίου 1990. Στις 15 Ιουλίου απελευθερώνονται τα μ.μ.ε. ολοκληρωτικά από τον έλεγχο του κόμματος και δίνεται η δυνατότητα να ιδρυθούν ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα.

Το χρονικό μιας οικονομικής κατάρρευσης

Οι οικονομικές συντεταγμένες των εξελίξεων είναι εξίσου ενδιαφέρουσες. Ένα πράγμα είναι φανερό ήδη από την αρχή: οι μικρές διορθωτικές παρεμβάσεις των πρώτων χρόνων της περεστρόικα δεν έφεραν κανένα βελτιωτικό αποτέλεσμα στα οικονομικά της ΕΣΣΔ. Το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού πέφτει, η τροφοδοσία με καταναλωτικά αγαθά χωλαίνει όσο ποτέ (με αποκορύφωμα την πρόσφατη έλλειψη τσιγάρων). Ο εξωτερικός δανεισμός της χώρας αυξάνεται χωρίς να λειτουργεί ως μοχλός παραγωγικής αναδιάρθρωσης. Και τέλος, η πρόσφατη έκκληση Γκορμπατσόφ προς τη σύνοδο των 7 αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών στο Χιούστον του Τέξας για άμεση χορήγηση οικονομικής βοήθειας δείχνει την έκταση των οικονομικών προβλημάτων της ΕΣΣΔ.

Η οικονομική κρίση που μαστίζει την ΕΣΣΔ υποδηλώνεται και από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία: στο πρώτο εξάμηνο του 1990 έχουμε μείωση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 1% (Monde Diplomatique, Αύγουστος 1990). Ίσως ακόμα πιο ενδεικτικό να είναι το ακόλουθο στοιχείο: ανάμεσα στο 1985 και 1989, η ΕΣΣΔ συνήψε δάνεια ύψους 8,5 δις. δολαρίων, χωρίς να παρατηρηθεί καμιά αλλαγή στον παραγωγικό της προσανατολισμό ή στην ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της. Ακόμη και σήμερα συνεχίζει να πωλεί πρώτες ύλες (πετρέλαιο, φυσικό αέριο και χρυσό) στην παγκόσμια αγορά και το συνολικό της χρέος διογκώθηκε από 28 σε 48 δις. δολάρια. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι το πρόβλημα δεν έγκειται σε κάποιον εσφαλμένο σχεδιασμό της πολιτικής του κρατικού δανεισμού, π.χ. διοχέτευση των δανείων σε καταναλωτικά αγαθά αντί σε κάποιου τύπου παραγωγική αναδιάρθρωση. Σήμερα εκτιμάται ότι στη Σ.Ε. έχουν συσσωρευθεί μέσα παραγωγής, που έχουν εισαχθεί πληρώνοντας συνάλλαγμα αξίας 8 δις. δολαρίων, τα οποία δεν χρησιμοποιούνται ή πολλές φορές δεν έχουν καν εγκατασταθεί. (Monde, 10-7-90). Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι δεν υπάρχει έλλειψη χρήματος: ιδιωτικές επιχειρήσεις φυτρώνουν παντού, το επάγγελμα επιχειρηματίας κοσμεί τις επαγγελματικές συστάσεις παλιών κρατικών διευθυντικών στελεχών, ενώ διάχυτη είναι η οργή του «μέσου σοβιετικού» ενάντια στη «μαφία» που κάνει χρυσές δουλειές ανακυκλώνοντας και ξεπλένοντας το «βρώμικο χρήμα» στον ιδιωτικό τομέα, που επίσημα φέρει το όνομα «συνεταιριστικός». Βλέπουμε λοιπόν ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο η έλλειψη χρημάτων αλλά κάποιοι άλλοι συντελεστές της παραγωγής που δεν επιτρέπουν στο χρήμα να γίνει κεφάλαιο. Και αυτοί είναι οι φορείς του κοινωνικού ανταγωνισμού μέσα στην επιχείρηση, μέσα στο κράτος και τους μηχανισμούς του.

Κεφάλαιο και Εργασία

Η μια όψη αυτού του ανταγωνισμού, η «μάσκα χαρακτήρων» του κεφαλαίου εκφράζεται από την κρατική αστική τάξη της ΕΣΣΔ, την πολιτική της δικτατορία μέσα και έξω από την επιχείρηση, τη μονοπωλιακή ρύθμιση της οικονομίας που οδήγησε στη «στασιμότητα» και την οικονομική κατάρρευση (για μια λεπτομερειακή ανάλυση του ζητήματος αυτού βλ. σ' αυτό το τεύχος. Γ. Μηλιός, Κρατικός Σχεδιασμός και Επιχείρηση στην ΕΣΣΔ). Τα συμπεράσματα απ' αυτή την αδιέξοδη πορεία έχουν ήδη συναχθεί και κωδικοποιούνται στη «φιλελεύθερη στροφή» της κρατικής διαχείρισης, την εισαγωγή του κεφαλαιακού ανταγωνισμού μέσω της αγοράς, την πρωτοκαθεδρία της αγοράς στην εξέλιξη τον κοινωνικών αντιφάσεων. Η αναδιάρθρωση αυτή προσκρούει όμως στον άλλο πόλο του κοινωνικού ανταγωνισμού, την εργατική τάξη και τα στρώματα των εργαζομένων, ή καλύτερα στην απαραίτητη αλλαγή των όρων του «κοινωνικού συμβολαίου» που είχε συναφθεί. Εδώ το ζήτημα τίθεται κάπως διαφορετικά από τις άλλες χώρες της Αν. Ευρώπης: τα ίχνη της μνήμης της επανάστασης του Οκτώβρη, ο αντιφασιστικός πόλεμος, η ταύτιση του σοσιαλισμού με το σοβιετικό ιμπέριουμ, οι μικρές και μεγάλες κοινωνικές συμμαχίες μέσα και έξω από την επιχείρηση, η εσωτερίκευση των κρατικών αντιφάσεων των μηχανισμών μέσα στο Κ.Κ., το σύστημα των κομματικών προνομίων, τα πριμ, οι «κοινωνικές» παροχές κλπ. αποδεικνύονται ότι είναι ένα σύστημα με εκπληκτική αδράνεια, ιδίως όταν η εναλλακτική λύση που προσφέρεται στα εργαζόμενα στρώματα είναι η χειροτέρευση της κοινωνικής τους θέσης σε συνδυασμό με την αναβάπτιση των κρατούντων στην ισχύ του ανοιχτού καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Γι αυτό και σωστά διαπιστώνουν οι παρατηρητές των εξελίξεων στην Σ.Ε. ότι δεν ενδείκνυται εδώ ένα «θεραπευτικό σοκ» του τύπου της Πολωνίας: «Ο σοβιετικός ηγέτης γνωρίζει πολύ καλά ότι το πέρασμα στην ανεργία 15 εκατομμυρίων συμπατριωτών του... και η εξαθλίωση των περισσότερων απ' αυτούς στην περίπτωση τεράστιων αυξήσεων των τιμών... δεν θα είχε την αρχική ανοχή και τη συμπαράσταση του κόσμου που εξασφάλισε η Αλληλεγγύη στην Πολωνία ούτε τη θετική προδιάθεση απέναντι στον καπιταλισμό που υπάρχει στην Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία» (Monde Dipromatique, Αύγουστος 1990).

Οι εργαζόμενοι, η άλλη όψη του κοινωνικού ανταγωνισμού, έχουν το «προνόμιο» να βρίσκονται στη δευτερεύουσα όψη μιας σειράς κοινωνικών αντιφάσεων, αρχίζοντας από τις εργασιακές σχέσεις και τελειώνοντας στους όρους διαβίωσης, την πολιτική τους οντότητα στην κοινωνία κλπ. Η νέα «φιλελεύθερη στροφή» τους φέρνει ανάμεσα στο σφυρί και το αμώνι. θα πληρώσουν για τον «εσφαλμένο σχεδιασμό» μη ανταγωνιστικών μονάδων παραγωγής που δεν είναι πια βιώσιμες. Το τίμημα: ανεργία. Τελευταίο δείγμα της δυναμικής αυτών των αντιφάσεων είναι οι ανθρακωρύχοι της Ουκρανίας με την έκρηξη των απεργιών τους τον Ιούλιο. Τα αιτήματα τους είναι κατά κύριο λόγο πολιτικά: «Παραίτηση της κυβέρνησης Ρίσκοφ, εθνικοποίηση της κομματικής περιουσίας, αποκλεισμοί των κομματικών οργανώσεων από τις επιχειρήσεις, διάλυση των πολιτικών τμημάτων του Υπουργείου Εσωτερικών, της KGB και του στρατού, αποπολιτικοποίηση της εκπαίδευσης, εκλογές για το σοβιετικό κοινοβούλιο» (Zeit, 13-7-90). Κάποια απ' αυτά τα αιτήματα μπορεί στην πορεία των εξελίξεων να ικανοποιηθούν. Εκείνο όμως το οποίο είναι επίσης βέβαιο ότι θα συμβεί είναι ότι η αναδιάρθρωση, ορθολογικοποίηση και ανταγωνιστικότητα της παραγωγής θα φέρει γι' αυτούς την ανεργία. Μ' αυτό τον τρόπο θα νιώσουν στο πετσί τους τι θα πει απελευθέρωση της αγοράς. Ενώ κάποιοι «ουδέτεροι» οικονομικοί ερευνητές θα ρίχνουν σ' αυτούς ένα μερίδιο τουλάχιστον από το φταίξιμο για την οικονομική κατάρρευση: ο κάθε εργαζόμενος είχε το δικαίωμα να μπει στη «λίστα αναμονής» για ένα σπίτι μόνο στον τόπο εργασίας του· αν αλλάξει τόπο εργασίας αρχίζει πάλι από το τέλος της λίστας. Γι αυτό το λόγο, θα μας πουν οι αναλυτές, «η οικονομία των διαταγών εμποδίζει την κινητικότητα της εργασιακής δύναμης - επικαλούμενη το παράλογο επιχείρημα ότι ο σοσιαλισμός ισούται με πλήρη απασχόληση - και δημιουργεί έναν αντικειμενικό καταναγκασμό για την διατήρηση της παλιάς βιομηχανικής δομής» (Zeit 27-7-90). Ευτυχώς, λοιπόν, που τώρα πια στην ελεύθερη αγορά η εργατική τάξη θα μπορεί «να πάει στον παράδεισο».

Κλείνουμε εδώ αυτή τη σύντομη και αποσπασματική περιήγηση σε επιλεγμένες όψεις της συγκυρίας τόσο στο εσωτερικό της Σ.Ε. όσο και αναφορικά με τους στρατηγικούς και γεωπολιτικούς συσχετισμούς, στους οποίους είναι εμβαπτισμένη. Όλα αυτά παρατίθενται για να αποκτήσουμε μια εικόνα του πλαισίου μέσα στο οποίο τοποθετείται το 28ο συνέδριο του ΚΚΣΕ. Όμως πριν περάσουμε σε μια επισκόπηση των πεπραγμένων του και του πολιτικού και ιδεολογικού στίγματος που πρόκυψε απ' αυτό, είναι χρήσιμο να διευρύνουμε λίγο την οπτική μας αφιερώνοντας κάποιο χώρο στο γεγονός που από πολλούς θεωρήθηκε ότι προδίκαζε την έκβαση του 28ου συνεδρίου: το ιδρυτικό συνέδριο του ρωσικού Κ.Κ.

Η επαγγελία της αδύνατης παλινόρθωσης

Η πραγματοποίηση του συνεδρίου του Κ.Κ. Ρωσίας στις 20 Ιουνίου 1990, οι σταλινικοί τενόροι που το συνόδευσαν, η τοποθέτηση της πλειοψηφίας των συνέδρων υπέρ μιας κριτικής που εξυμνούσε τον παλιό καλό καιρό, τις «σοσιαλιστικές αρετές» της πειθαρχίας και της τάξης, η προσπάθεια να οικοδομηθεί ο σχηματισμός αυτός ως αντίπαλο δέος στην περεστρόικα, συνολικά το κλίμα «σταλινικής παλινόρθωσης» που το περιέβαλε προκάλεσε σοβαρότατες ανησυχίες για την έκβαση του 28ου συνεδρίου. Οι συνήθεις κρίσεις που ακούστηκαν σχετικά κινούντο σ' ένα φάσμα που ξεκινούσε από την αναγγελία της επικείμενης πτώσης του Γκορμπατσόφ στην καλύτερη περίπτωση και έφθαναν στην εκδοχή μιας στρατιωτικής δικτατορίας που θα εξασφάλιζε μέσω του Ρ.Κ.Κ. το πολιτικό της περίβλημα. Ενισχυτικό σ' αυτή την κατεύθυνση ήταν και το κλίμα αναπτέρωσης του ηθικού των απανταχού σταλινικών, η αρχηγική εμφάνιση του Λιγκατσόφ που επέκρινε δριμύτατα τον Γκορμπατσόφ και του συνέστησε να παραιτηθεί στο 28ο συνέδριο και τέλος ο χουλιγκανισμός των σταλινικών του συνεδρίου που γιουχάιζαν κάθε εκδήλωση υποστήριξης στην περεστρόικα.

Αν τα παραπάνω αληθεύουν ως γεγονότα εντούτοις αποτελούν τη μια όψη της αντίφασης. Γιατί αφορούν αποκλειστικά στο μηχανισμό του κόμματος, στη μικρομεσαία νομεκλατούρα και τους πολιτικούς της εκφραστές, στην πολιτική έκφραση ενός κοινωνικού «είδους» που είναι καταδικασμένο να εκλείψει, με την ίδια μαθηματική βεβαιότητα που ήταν καταδικασμένοι να εξαφανιστούν οι εντυπωσιακοί, ογκοδέστατοι δεινόσαυροι. Αλλά για να μείνουμε για λίγο στο κόμμα, αυτό έχει στο μεταξύ γίνει ο καθρέφτης του συνόλου των τάσεων που έχουν έρθει στην επιφάνεια στη σοβιετική κοινωνία, καθώς επίσης τροφοδοτεί και άλλα αυτόνομα πολιτικά μορφώματα έξω απ' αυτό. Έτσι παρά το ότι δεν έχουν την ίδια σοβαρή επιρροή στον κομματικό μηχανισμό και τις συνδιασκέψεις, υπάρχουν και άλλες τάσεις μέσα στο κόμμα που έχουν αισθητή κοινωνική παρουσία και πολιτική πρακτική: πρόκειται για τους «γκορμπατσοφικούς» με την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση που στελεχώνουν τον κεντρικό κρατικό μηχανισμό, τους «ριζοσπάστες» της δημοκρατικής πλατφόρμας που συμπεριλαμβάνουν σοσιαλφιλελεύθερα μέχρι ακραία φιλελεύθερα στοιχεία και κατέχουν μη κομματικούς πόλους εξουσίας στο κοινοβούλιο, στη ρωσική κυβέρνηση, στις δημαρχίες κλπ., την «αριστερή τάση» που συνδυάζει την κριτική της στο σταλινισμό με μια επιστροφή στον Λένιν και την πολιτική του «εργατικού ελέγχου», και διάφορα συνοθυλεύματα εθνικιστών με φασίζουσες τάσεις και μικρή προς το παρόν επιρροή. (Monde Diplomatique, Ιούλιος 1990). Η υποαντιπροσώπευση ή και φίμωση αυτών των τάσεων στα συνέδρια αποτελεί μεν ένα σύνηθες αποτέλεσμα της τελετουργίας των υποτιθέμενων δημοκρατικοσυγκεντρωτικών λειτουργιών, δεν πρέπει όμως να δημιουργεί λάθος εντυπώσεις αναφορικά με την πολύ μικρή λαϊκή απήχηση των τυπικά πλειοψηφούντων σταλινικών απαράτσικ.

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που βοηθά να επαναφέρουμε το συνέδριο του Ρ.Κ.Κ. στην πραγματική του διάσταση είναι η πολύ λίγη σημασία που του έδωσε ο Μ. Γκορμπατσόφ, αν και απ' αυτό εξαρτιόταν ένας σημαντικός αριθμός συνέδρων για το 28ο συνέδριο του ΚΚΣΕ. Ίσως αυτό να δείχνει κάποια σημάδια για το ειδικό βάρος όχι μόνο του σταλινίζοντος Ρ.Κ.Κ. αλλά και του ίδιου του ΚΚΣΕ και του συνεδρίου του. Έτσι αυτό που συχνά σχολιάστηκε ως η «γενική δοκιμή της σταλινικής παλινόρθωσης», το ιδρυτικό συνέδριο του Ρ.Κ.Κ., φάνηκε τελικά να μην έχει το ειδικό βάρος που του δόθηκε. Η πολιτική ήταν τελικά αλλού, και το 28ο συνέδριο του ΚΚΣΕ έμελλε να μας δώσει το κλειδί για τον εντοπισμό της.

Η παράσταση αρχίζει

Μέσα σε μια τέτοια συγκυρία, που κάποιες όψεις της μόνο προσπαθήσαμε να σκιαγραφήσουμε στα προηγούμενα, ανοίγει η αυλαία του 28ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ. Ενώ από τη μια υπάρχει το ογκούμενο κύμα απεργιών για να θυμίζει τη λαϊκή δυσαρέσκεια και η χειροτέρευση των οικονομικών δεικτών που υποδεικνύει τη χρεοκοπία της κρατικής διαχείρισης, από την άλλη υπάρχει η ευφορία του παραδοσιακού κομματικού μηχανισμού ότι θα επικρατήσει σε μια αναμέτρηση, της οποίας δεν ελέγχει όμως τις βασικές παραμέτρους. Υπάρχει όμως και από την πλευρά των μηχανισμών, που κερδίζουν σε βάρος με τους μετασχηματισμούς, μια απαίτηση που βρίσκεται στον αντίποδα των σταλινικών ενώ ταυτίζεται μ' αυτούς στο θέμα της αποστασιοποίησης από τη συγκυρία: «[Ο Μ. Γκορμπατσόφ] οφείλει να διακηρύξει ανοιχτά και χωρίς διφορούμενα ότι η περεστρόικα έχει στόχο να καταστρέψει το τερατώδες σύστημα που δημιουργήθηκε από το παρελθόν... να διαλύσει το κόμμα... να οικοδομήσει έναν ευρύ συνασπισμό των δυνάμεων της κεντροαριστεράς... να κάνει νέες βουλευτικές εκλογές...» (Α. Μιγκρανιάν, Νέα της Μόσχας, παρατίθεται στη Monde 3 7 90).

Εντούτοις, τίποτε απ' αυτά δεν υπάρχει στην εναρκτήρια αναφορά του Γ.Γ. του ΚΚΣΕ προς το συνέδριο. Υπάρχει κατ' αρχήν μια κριτική προς τους δύο πόλους αμφισβήτησης της πολιτικής του: «Είναι ανοησία να ισχυρίζεται κανείς ότι φταιει η περεστρόικα για τις τωρινές δυσκολίες... Παραλάβαμε μια εξαιρετικά σκοτεινή κληρονομιά... το διατακτικό σύστημα... τη στρατιωτικοποίηση της οικονομίας... την ερήμωση της φύσης... την υποβάθμιση των καταναλωτικών αγαθών στη βιομηχανική παραγωγή... την εισβολή στο Αφγανιστάν». Υπάρχει ταυτόχρονα όμως και η οριοθέτηση από την άλλη πλευρά: «Δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια στο γεγονός ότι εμφανίστηκαν δυνάμεις που μας εξωθούν σ' ένα αστικό καθεστώς που συνδέει τη διέξοδο από την τωρινή πολύπλοκη κατάσταση με την τοποθέτηση της χώρας στη γραμμή του καπιταλισμού». Η προοπτική είναι «να συμπεριλάβει κανείς τη Σ.Ε. στην πολιτική, οικονομική, οικολογική και τεχνολογική συνεργασία στην Ευρώπη και τον κόσμο». Στη συνέχεια αφού άσκησε κριτική στην κυβέρνηση επειδή συρρίκνωσε την οικονομική μεταρρύθμιση σε μια αύξηση των τιμών, υπερασπίσθηκε την «απομονοπωλιοποίηση» της οικονομίας. Τέλος υπεραμύνθηκε της πολιτικής του στην Αν. Ευρώπη λέγοντας ότι «είναι αδύνατο να εξασφαλίζει κανείς τη δική του ανεξαρτησία σε βάρος εκείνης των άλλων χωρών», και ότι «έχουμε ανάγκη να ενσωματώσουμε την οικονομία μας σ' εκείνη του υπόλοιπου κόσμου... και όταν μας λένε ότι "κατέρρευσε ο σοσιαλισμός" τότε απαντάμε με το ερώτημα: "ποιος σοσιαλισμός; Εκείνος που στην πραγματικότητα ήταν μια παραλλαγή του γραφειοκρατικού, αυταρχικού συστήματος του Στάλιν, που εμείς οι ίδιοι απορρίψαμε;"» (Monde, 34 7 90, Zeit 6 7 90).,

Έτσι λοιπόν θα επισημάνουμε συμπερασματικά ότι η γραμμή Γκορμπατσόφ ήδη από την αρχή του συνεδρίου υπογραμμίζει ένα γεγονός: την αυτονομία της από τη «φραξιονιστική διαπάλη» και το ρυθμιστικό της χαρακτήρα.

Η μάχη των λοχαγών

Η απάντηση στην τοποθέτηση αρχών και ρυθμιστικής αυτονομίας του Γκορμπατσόφ έρχεται αμέσως από τον Λιγκατσόφ: «Είμαι οπαδός της περεστρόικα... αλλά ο απερίσκεπτος ριζοσπαστισμός, ο αυτοσχεδιασμός και οι διακυμάνσεις δεν μας έφεραν τίποτε το καλό στα τελευταία πέντε χρόνια... Είμαι βαθειά πεισμένος ότι το κόμμα θα παραμείνει μαρξιστικό λενινιστικό... και ότι η χώρα έχει ανάγκη μια πολιτική σταθερότητα... Δεν είμαι ούτε συντηρητικός ούτε ριζοσπάστης, αλλά ρεαλιστής». Τέλος αντίθετα απ' ό,τι έκανε στο συνέδριο του Κ.Κ.P., ο Λιγκατσόφ τάχθηκε υπέρ της παραμονής του Γκορμπατσόφ στην ηγεσία του κόμματος και του κράτους (Monde, 4-7-90). Αυτή η αμυντική καταδίκη της πολιτικής του Γκορμπατσόφ, γίνεται επίσης σαφής από την τοποθέτηση του Γ.Γ. του Κ.Κ.Ρ. Ι. Πολοσκόφ: «Καταδικάζουμε αποφασιστικά την καταπίεση στην εποχή της προσωπολατρείας του Στάλιν. Αν επιτρέψουμε όμως να σκοτώνουν οι εκπρόσωποι ενός λαού τους άλλους, τότε για τους νεκρούς δεν υπάρχει διαφορά αν έχουν σκοτωθεί από έναν τύραννο ή από την απουσία εξουσίας, από την αναρχία που βασιλεύει στη χώρα». Αυτή η ιδεολογία του «law and order» γίνεται πιο καθαρή στα λόγια ενός άλλου συνέδρου: «Σήμερα περιδιαβαίνουν τη χώρα... ανεργία, ατομική ιδιοκτησία, ιατρικές αμοιβές, μοναρχία, οίκοι ανοχής, καζίνο. Όλα αυτά δεν ταιριάζουν στο λαό μας. Ο λαός χρειάζεται έναν υγιή μαρξιστικό λενινιστικό σοσιαλισμό με το δικαίωμα στην εργασία, τη μόρφωση και το σίγουρο μέλλον των παιδιών μας». (Zeit, 7-7-90).

Η απάντηση των γκορμπατσοφικών είναι έμμεση πλην όμως σαφής: δεν απαντούν επί του συγκεκριμένου αλλά καταφεύγουν στη μεγάλη πολιτική, στις μεγάλες ιδέες. Ο Α. Γιάκοβλεφ θα μιλήσει για «τον Χριστό που έδιωξε τους εμπόρους από το ναό», για το κόμμα «που φυλακίστηκε στο σύστημα της κοινωνικής στασιμότητας, της προσωπικής εξουσίας», για την ανάγκη «να ειπωθεί η αλήθεια», «να σπάσει το μονοπώλιο της αλήθειας, να μετασχηματισθεί το κόμμα», «να προχωρήσει αυτό το κίνημα του μετασχηματισμού - με ή χωρίς το κόμμα». Ο Ε. Σεβαρντνάτζε καταδικάζει «την τεχνητή και παρά φύση διαίρεση ενός μεγάλου έθνους», τονίζοντας ότι «δεν έχουμε συμφέρον ν' αργήσει η ρύθμιση των διεθνών όψεων της γερμανικής ενοποίησης». Επίσης ζητά συγγνώμη από τους λαούς της Αν. Ευρώπης για τα «παραστρατήματα των συμπατριωτών του» που εξακολουθούν να τους θεωρούν «λάφυρα του πολέμου». Και κλείνει λέγοντας ότι το συμφέρον της Σ.Ε. «δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι ν' αντιτεθεί στην εξάλειψη από τις άλλες χώρες των ολοκληρωτικών καθεστώτων που τους είχαν επιβληθεί και τους ήταν ξένα». (Monde 4-5/7/90, Zeit 13-7-90).

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό για τη στάση αυτών των «ανθρώπων του προέδρου» είναι ότι μετά τη μαχητική τους τοποθέτηση δήλωσαν ότι δεν πρόκειται να είναι υποψήφιοι πάλι για το Π.Γ. ενώ ο Α. Γιάκολεφ δήλωσε ακόμα ότι είναι ευτυχής που αυτό θα είναι χωρίς αμφιοβλία το τελευταίο του συνέδριο.

Η νύχτα των στρατηγών

Και ενώ το στρατόπεδο των γκορμπατσοφικών με τη συνδυασμένη στρατηγική φαινομενικής αυτονόμησης από τις κομματικές διαμάχες επιμένει στο γενικό πολιτικό ορίζοντα, αφήνοντας την καθημερινή τριβή στις επιμέρους πτέρυγες, η εξωτερική βοήθεια έρχεται στην κατάλληλη ώρα: To NATO τείνει χείρα φιλίας και αναγνωρίζει την αλλαγή του γεωπολιτικού και στρατηγικού σκηνικού. Η ανακούφιση του προεδρικού στρατοπέδου είναι πρόδηλη. Οι στρατηγοί όμως;

«Χάσαμε τους συμμάχους μας στη Δύση. Δεν έχουμε συμμάχους στην ανατολή, και νάμαστε πάλι στην κατάσταση που ήμασταν το 1939», θα πει ο ναύαρχος Χάτοφ (Monde, 8-9/7/90). Οι στρατιωτικοί κατηγορούν συλλήβδην τους διπλωμάτες ότι βλέπουν τον κόσμο με ροζ γυαλιά: «Απ' όλες τις δομές της κοινωνίας, μόνο ο στρατός και ο στόλος είναι ουσιαστικά και από τη δομή τους τα πιο ολοκληρωμένα σύμβολα του κράτους. Όποιος θέλει να καταστρέψει το κράτος συθέμελα, δυσφημεί τις ένοπλες δυνάμεις... Ο στρατός είναι η λιγότερο υπερασπιζόμενη κοινωνική δομή, αυτή που θυσιάστηκε στους θανατηφόρους αντιδραστήρες του Τσερνομπίλ, αυτή που πέθαινε στο Καραμπάχ και το Αφγανιστάν» δηλώνει ο στρατηγός Μακάσοφ αναπαράγοντας επιλέξει ένα κείμενο που είχε απευθύνει σε στρατιωτικά έντυπα ένας άλλος στρατηγός. Η ευκαιρία δεν χάνεται από τον προεδρικό μηχανισμό που αφενός στιγματίζει τον «φραξιονισμό», αφετέρου επισημαίνει ότι «ο ρόλος του στρατού σε μια πολιτισμένη κοινωνία είναι να υπερασπίζεται την πατρίδα, και μόνο αυτό... Σ' ένα κράτος δικαίου είναι αφύσικο και μη ανεκτό ένας στρατιωτικός υπεύθυνος να αμφισβητεί την πολιτική γραμμή και τα συνταγματικά δικαιώματα της κυβέρνησης». (Monde 10-7-90). Πρόκειται εδώ για μια καταπληκτική αντιστροφή: ο μέχρι τώρα νομιμοποιημένος ρόλος του στρατού στην κρατική διαχείριση εξοβελίζεται στο φάσμα ενός πραξικοπήματος. Μ' αυτό τον τρόπο σφραγίζεται μέσω του συνεδρίου η αμετάκλητη υποχώρηση του στρατού ως πόλου εξουσίας.

Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας

Στην επιτροπή που συγκροτήθηκε για τη μελέτη και πρόταση αρχών οικονομικής πολιτικής, το συνέδριο έδειξε από την αρχή τις διαθέσεις του: απαλείφθηκε από τον τίτλο της η λέξη «αγορά». Επειδή όμως ήταν εξαρχής φανερό ότι το κόμμα δεν μπορούσε να παρέμβει στη χάραξη της οικονομικής πολιτικής, δυο τακτικές προσφέρονταν για τον Γκορματσόφ μπροστά σ' αυτή την εχθρότητα του συνεδρίου: η παράκαμψη της εχθρότητας και η ολομέτωπη επίθεση. Η πρώτη ήταν η στάση ουσίας της κρατικής διαχείρισης, η δεύτερη η πολιτική ζύμωσης για την ανατροπή των συσχετισμών.

Εδώ εντάσσεται και η παρέμβαση του Γιέλτσιν: «Το κόμμα μπορεί ν' αποφασίσει για το μέλλον του και όχι για το μέλλον της περεστρόικα». Ακόμα υπενθύμισε τη λαϊκή δυσαρέσκεια λέγοντας ότι αν το κόμμα αρνηθεί τις μεταρρυθμίσεις «τότε... ο κόσμος θ' αρχίσει τον αγώνα για την πλήρη εθνικοποίηση της ιδιοκτησίας του κόμματος... [ενώ] θα μπορούσε να εγκαινιασθεί μια καμπάνια για ν' αρχίσουν διώξεις εναντίον όλων εκείνων που σ' όλα τα επίπεδα ζημίωσαν το ΚΚΣΕ και το λαό». (Monde, 8-9/7/90).

Ίσως όμως πιο ενδεικτική για το κλίμα της κυρίαρχης άποψης να είναι η σχετική τοποθέτηση των ιδεολόγων της περεστρόικα Γιάκοβλεφ και Μεντβέντεφ: «Αν οι λαοί στρέφουν τα νώτα τους στα Κ.Κ. αυτό γίνεται επειδή δεν θεωρούν την πολιτική των κομμάτων δική τους... Καμιά απόφαση της Κ.Ε. δεν μπορεί να εξαφανίσει το γεγονός ότι η βιομηχανική παραγωγή της Ν. Κορέας είναι δέκα φορές ανώτερη από εκείνη της Β. Κορέας και ότι το βιοτικό επίπεδο της Δ. Γερμανίας είναι αισθητά ανώτερο από εκείνο της Α. Γερμανίας» (Monde, 10-7-90).

Το επιχείρημα αυτό σίγουρα πάγωσε το συνέδριο, γιατί μίλησε στην κοινή βάση όλων των ρευμάτων από τους νεοφιλελεύθερους μέχρι τους σταλινικούς: στον παραγωγισμό με το όποιο πρόσωπο. Ο γυμνός πυρήνας της «νέας σκέψης» ήταν αδύνατο να παρακαμφθεί από τη φυγή στον κόσμο των ιδεών και σημάδεψε το σημείο γύρω από το οποίο όφειλαν ν' αποκρυσταλλωθούν οι όποιες αποχρώσεις της ηγεμονικής πολιτικής.

Η ώρα της τακτικής

Ο Μ. Γκορμπατσόφ είχε από την αρχή πλήρη επίγνωση των συσχετισμών δύναμης μέσα στο κόμμα που ήταν δυσμενείς γι' αυτόν, αλλά και των αντίρροπων δυνάμεων που είχε θέσει σε κίνηση με την αναμόρφωση των κρατικών μηχανισμών και του πλαισίου διαχείρισης. Από τη μια μεριά οι προτάσεις του απορρίφθηκαν από την αρχή μια προς μια: η ονομασία της επιτροπής για την οικονομία, η κατάργηση του Π.Γ. και η εγκαθίδρυση ενός συντονιστικού πρεζίντιουμ, η απαγόρευση των κομματικών οργανώσεων στο στρατό κλπ. Από την άλλη όμως είχε καταστήσει σαφές ότι τα μείζονα ζητήματα της πολιτικής του τα χειρίζεται στο πλαίσιο της κρατικής διαχείρισης: το κόμμα δεν είχε κανένα λόγο στην στρατηγική προσέγγιση με το NATO, στην ενοποίηση της Γερμανίας, στην οικονομική πολιτική, στην κατάρρευση των καθεστώτων της Αν. Ευρώπης. Ο στόχος του ήταν να διατηρήσει αυτή τη «διάκριση των εξουσιών» και να απαλύνει την αίσθηση παραγκωνισμού των κομματικών εγγυόμενος τη συνέχεια μέσα στην «τομή», με τον ίδιο τρόπο που εγγυάται ως πρόεδρος της ΕΣΣΔ την κρατική της υπόσταση και συνέχεια.

«Δεν έχουμε σα μοναδικό μας στόχο ν' αγκιστρωθούμε και να διατηρηθούμε στην εξουσία... Σκεφθείτε ότι είχαμε πολύ περισσότερη εξουσία πριν την περεστρόικα. Δεν ξέρω κανέναν άλλο στον κόσμο που να είχε περισσότερη εξουσία από τον Γ.Γ. του ΚΚΣΕ». (Monde, 6/7/90). «Κανένας δεν έχει πια τις εξουσιοδοτήσεις της Κ.Ε. να κυβερνά ολόκληρες επαρχίες. Αυτοί οι καιροί πέρασαν. Καμιά δικτατορία - αν κάποιος έχει τέτοιες φαντασιώσεις στον πυρετό του - δεν πρόκειται να λύσει τα προβλήματα της χώρας μας» (Zeit, 13-7-90). «θα υπήρχε επίσης η εναλλακτική λύση να στείλουμε [στη DDR] μισό εκατομμύριο στρατιώτες για να μπλοκάρουμε τις εξελίξεις. Το τι θα σήμαινε αυτό ελπίζω να είναι σαφές στον καθένα σας». (Zeit, 13-7-90). Αυτές οι δηλώσεις που μοιάζουν με διακηρύξεις αρχών είναι στην ουσία υποδείξεις των νέων ορίων της πολιτικής στην ΕΣΣΔ. Και αυτές δεν υπόκεινται στην έγκριση του συνεδρίου. Αντίθετα μπορούν να χρησιμεύσουν ως υποδείξεις για τη μοναδική επιλογή που έχει το συνέδριο. Και όπου δεν ακολουθήσει αυτή την επιλογή τότε η απόφαση του θα πρέπει να εξουδετερωθεί. Παράδειγμα: το συνέδριο αποφασίζει ότι «η πολιτική δουλειά μέσα στις ένοπλες δυνάμεις πρέπει να βασίζεται στις ιδέες των Μαρξ, Έγκελς και Λένιν». Αμέσως ο Γκορμπατσόφ που αντιτίθετο σ' αυτή την απόφαση προτείνει ότι και άλλες πολιτικές οργανώσεις έχουν το δικαίωμα να δρουν μέσα στο στρατό. Άλλο παράδειγμα: το συνέδριο θέλει να υιοθετήσει τη θέση ότι οι σύνεδροι διατηρούν την ιδιότητα τους μέχρι το επόμενο συνέδριο, πράγμα που θα παγίωνε τους συσχετισμούς μέχρι το επόμενο συνέδριο για τις συνδιασκέψεις που θα λάβουν χώρα. Ο Γκορμπατσόφ επισείει αμέσως το φάσμα της αγανάκτησης της όασης για τον «παραγκωνισμό» της, επικαλούμενος και την απειλή του «συντρόφου Γιέλτσιν» για «εθνικοποίηση της κομματικής περιουσίας». Τέλος το πιο χαρακτηριστικό της νικηφόρας τακτικής του είναι το ζήτημα του νέου Π.Γ. Αφού απορρίφθηκε η πρόταση του για το πρεζίντιουμ, ο Γκορμπατσόφ την επιβάλλει με την αλλαγή της λειτουργίας του Π.Γ. Γίνεται δεκτό ένα «καθοδηγητικό» όργανο χωρίς καθοδηγητικές λειτουργίες: θα συντίθεται στο εξής από τους γραμματείς των Κ.Κ. των 15 Δημοκρατιών, τον Γ.Γ. και τον αναπληρωτή του και «από κάποια άλλα μέλη της Κ.Ε.» που θα εκλεγούν ως εκπρόσωποι κοινωνικών στρωμάτων. Η σύνθεση λοιπόν του Π.Γ. δεν είναι πια πολιτική, δεν γίνεται εκλογή των μελών του με βάση την πολιτική γραμμή, αλλά με γνώμονα τις ιδιότητες τους. Το νέο σχήμα είναι συντονιστικό, δυσκίνητο και στην ουσία μη πολιτικό. Να σημειώσουμε ακόμα ότι ο παλιός και νέος Γ.Γ. εμφανίζεται ως εγγυητής της ενότητας του κόμματος όταν οργισμένος επιπλήττει τους συνέδρους για μια απόφαση που πήραν να ψηφίσουν ξεχωριστά για κάθε μέλος του Π.Γ. στον απολογισμό: «θα διαλύσετε το κόμμα, αλλά τότε κάντε το χωρίς εμένα!» Η νέα ψηφοφορία ανατρέπει την προηγούμενη: το Π.Γ. παρουσιάζει συλλογικό απολογισμό.

Ο Μ. Γκορμπατσόφ εκλέγεται γραμματέας του ΚΚΣ2 αφού πρώτα θα εκφωνήσει λόγο με σαφή πολιτικό προσανατολισμό, χωρίς συμβιβασμούς και διφορούμενα: α) το κόμμα οφείλει να υποταγεί στις λαϊκές συνελεύσεις των αντιπροσώπων: «η απόσταση και η ψυχρότητα ανάμεσα στο κόμμα και τους εκλεγμένους αντιπροσώπους... μπορούν να εξηγηθούν από το ότι οι σύντροφοι είναι σε κατάσταση σύγχυσης ή σοκ... έχουν πολλά ακόμα να μάθουν από την κατάσταση». «Αν οι σύντροφοι... ήρθαν εδώ στο συνέδριο με την ελπίδα ότι θα επαναφέρουν το κόμμα στις παλιές συνθήκες των διαταγών και των εντολών, οφείλω να τους πω ότι έχουν πλανηθεί οικτρά». β) Η οικονομική πολιτική είναι υπεράνω συζήτησης: «Τα τρία τέταρτα του συνεδρίου αποφάσισαν να απομακρύνουν από το όνομα της επιτροπής για την οικονομική μεταρρύθμιση τη λέξη "αγορά". Αυτό δείχνει την εμμονή στην έλλειψη κατανόησης για το γεγονός ότι απαιτείται μια ριζική αλλαγή... Για να είναι ρητή η θέση μου: τα πλεονεκτήματα της αγοράς αποδείχθηκαν σε παγκόσμια κλίμακα, και το μόνο ζήτημα που μένει τώρα είναι να μάθουμε αν μπορεί να διασφαλισθεί ένα υψηλό επίπεδο κοινωνικής προστασίας σ' αυτές τις συνθήκες. Η απάντηση είναι ότι όχι μόνο είναι δυνατό αλλά ότι ακριβώς μια ρυθμιζόμενη οικονομία της αγοράς είναι εκείνη που θα επιτρέψει ν' αυξήσουμε την κοινωνική ευημερία και ν' ανεβάσουμε το βιοτικό επίπεδο για όλους», γ) Η πολιτική στην Αν. Ευρώπη είναι μη αντιστρεπτή: «θέλετε την επιστροφή των τανκς; θα πρέπει να τους μάθουμε πώς να ζούνε;», δ) Το κόμμα δεν μπορεί να γίνει αντίβαρο του κρατικού μηχανισμού: «Όσοι κατέχουν σημαντικές θέσεις στο κράτος οφείλουν, ακόμα και αν διαφωνούν με την ακολουθούμενη πολιτική, να εφαρμόζουν την πολιτική του κράτους». (Monde, 12-7-90).

Μετά την επισήμανση των πλαισίων για την κομματική παρέμβαση και μια γενική διαπίστωση ότι «ο σοσιαλισμός θα λάβει μορφή στο βαθμό που η χώρα μας θα ενσωματωθεί στη γενική πρόοδο του πολιτισμού», ο Μ. Γκορμπατσόφ θα κλείσει λέγοντας: «Ήρθε η ώρα για τις πιο αποφασιστικές μεταρρυθμίσεις». Μόνο που αυτές δεν πρόκειται να συζητηθούν στο πλαίσιο του συνεδρίου. Έχουν ήδη αποφασιστεί σε άλλα επίπεδα.

Η αυλαία κλείνει

Το παιχνίδι έχει πια παιχτεί. Το κόμμα αναγκαία θα περιοριστεί στο νέο του ρόλο. Οι επιφανείς άνδρες του κρατικού μηχανισμού, είτε συμπολιτευόμενοι (Σεβαρντνάτζε, Γιάκοβλεφ) είτε αντιπολιτευόμενοι (Γιέλτσιν, Ποπόφ κ.ά) αποχωρούν από τα καθοδηγητικά όργανα ή το κόμμα. Η δημοκρατική πλατφόρμα αλλά και άλλες τάσεις μέσα στο κόμμα θα συνεχίσουν τη διαπάλη τους μέχρι να υπάρξει η διέξοδος του κλασικού πολυκομματισμού που ντε φάκτο λειτουργεί ήδη στα κοινοβούλια. Κάποιες παραιτήσεις (;) ανακοινώνονται στο στρατό και τα πράγματα παίρνουν το δρόμο τους: ο Μ. Γκορμπατσόφ θα συναντήσει το Γ.Γ. του NATO, θα συγκατατεθεί στην επανένωση και ένταξη όλης της Γερμανίας στο NATO, θα συνταχθεί με τις ΗΠΑ για την κρίση στον Περσικό κόλπο κ.ο.κ. Και προπαντός θα δηλώσει: «Όσο για μένα θέλω να γνωρίζετε ότι θα χρησιμοποιήσω όλες τις συνταγματικές εξουσίες του σοβιετικού προέδρου για να μην αφήσω κανέναν να διαλύσει την περεστρόικα» (Monde, 15-16/7/90).

Επίλογος

Από τη σύντομη παρουσίαση που κάναμε τόσο των συνολικών πλαισίων που αναδεικνύει η συγκυρία όσο και του ίδιου του συνεδρίου του ΚΚΣΕ ένα πράγμα είναι σαφές: αυτό δεν ήταν ένα συνέδριο όπως όλα τα άλλα. Και τούτο όχι μόνο εξαιτίας των εξωτερικών φαινομένων: διαπάλη γραμμών, καταιγισμοί διαφωνιών, οξύτατες συγκρούσεις κλπ. Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα σ' αυτό και τα προηγούμενα συνέδρια: το 28ο συνέδριο δεν αφορούσε την πορεία του κράτους και του ιμπέριουμ της ΕΣΣΔ, αφορούσε την πορεία του κόμματος με δεδομένο το μετασχηματισμό και των δυο όψεων της σοβιετικής εξουσίας. Το ΚΚΣΕ σ' αυτή την πορεία δεν είχε τη δυνατότητα παρά να εκφράσει ουσιαστικά την υποταγή του στα κελεύσματα της συγκυρίας παρά το ότι η πλειοψηφία των συνέδρων δεν βλέπει με καλό μάτι τις αλλαγές.

Αυτή η αντίφαση χρειάζεται μια παραπέρα ερμηνεία. Συγκεκριμένα: ποιες είναι οι παράμετροι που λειτούργησαν ως απαγορευτικός καταναγκασμός πάνω στις «παλινορθωτικές» επιθυμίες των συνέδρων; Εδώ μόνο ίχνη αυτής της κατάστασης μπορούμε ν' αποκαλύψουμε: το θεμελιακό «κοινωνικό συμβόλαιο» που είχε εγκαθιδρυθεί από τη δεκαετία του '30 και που με διάφορες μορφές ανανεωνόταν ουσιαστικά ανέπαφο μέσα από τις μεταρρυθμίσεις, κατέρρευσε με την περεστρόικα που με τη σειρά της ήταν αποτέλεσμα της χρεοκοπίας της κρατικής διαχείρισης της ΕΣΣΔ από την «κρατική αστική τάξη». Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ότι ο κύριος μοχλός και φορέας αυτού του «κοινωνικού συμβολαίου», το ΚΚΣΕ, βρέθηκε στο κέντρο των διασταυρούμενων πυρών απ' όλες τις κατευθύνσεις. Μια κοινωνία που πέρα από την πληθώρα κατασταλτικών μηχανισμών είχε ως ουσιαστικό ιδεολογικό μηχανισμό το Κ.Κ. (μαζί και με κάποιες δευτερεύουσες όψεις της λειτουργίας των μυστικών υπηρεσιών) βρέθηκε στην κατάσταση ενός υπαρκτού κενού άσκησης της κρατικής πολιτικής που αναπληρώθηκε γρήγορα με την πριμοδότηση της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης, του «ελεύθερου τύπου», των πολιτικών μορφωμάτων κλπ. Οι εξελίξεις αυτές είναι όμως πολύ πρόσφατες για να χρεωθούν την ογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια, η οποία αποδίδει - δικαίως - όλα τα στραβά στο κομματικό μονοπώλιο σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Έτσι αρχίζει η ακάθεκτη πτώση του Κ.Κ.Σ.Ε. με μόνες αντιδράσεις την αποχώρηση ή παραίτηση από τη μια και την επιστροφή στον «αγγελικό κόσμο» του σταλινισμού από την άλλη. Οι πρωτογενείς εργατικές και λαϊκές αντιδράσεις στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση της ΕΣΣΔ είναι προφανές ότι κατά κύριο λόγο δεν επιλέγουν το Κ.Κ. ως μέσο συγκρότησης τους: προτιμούν προς το παρόν τη συνδικαλιστική τους έκφραση παρά την επιβίβαση στο καράβι του κόμματος που βουλιάζει.

Το κόμμα χάνει όμως το κύρος του και από κάποιο άλλο γεγονός: είναι ο χώρος από τον οποίο κυρίως προέρχονται οι «νέοι επιχειρηματίες» της ΕΣΣΔ, μια και αυτό είχε την ουσιαστική κατοχή των μέσων παραγωγής μέσα από την κρατική - συλλογική ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος που συνεπαγόταν το πλάνο. Η νέα «μαφία», όπως αποκαλείται στην ΕΣΣΔ ο εσμός των επιχειρηματιών, μπόρεσε και κεφαλαιοποίησε (κυριολεκτικά!) την πείρα της στην οικονομική διεύθυνση των επιχειρήσεων και ίσως κάτι παραπάνω.

Τέλος το κόμμα βρισκόταν πίσω από τις άτυπες συμμαχίες στο χώρο παραγωγής, ανάμεσα σε διευθυντικά στελέχη και εργάτες, που διασφάλιζαν την υπονόμευση του πλάνου και την απόκτηση πριμ ή «προνομίων» από τους εργαζόμενους παρά τη «στασιμότητα». Αλλά το κόμμα ήταν επίσης εκείνο που ακύρωσε αυτή την πρακτική στα πρώτα χρόνια της περεστρόικα με πρόσχημα την αύξηση της παραγωγικότητας και με αποτέλεσμα τη μείωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων.

Έτσι το κόμμα είναι ο μηχανισμός που αποσυνδεόμενος από το κράτος εισπράττει την αρνητική οφειλή με τη σταδιακή υποχώρηση και το πέρασμα σε δεύτερη μοίρα. Όμως μια όψη της κομματικής ανεπάρκειας φαίνεται να είναι και η διαμάχη των φατριών, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι αυτό είναι φαινόμενο των καιρών, σε αντίθεση με την παλιά ομοιομορφία. Εδώ θ' αντιπαραθέσουμε τη δήλωση επιφανών κομματικών στελεχών που προβάλλουν την υποστήριξη τους σε σοσιαλδημοκρατικές ή νεοφιλελεύθερες ιδεολογίες χωρίς την παραμικρή ανάγκη να δηλώσουν τη ρήξη τους με τον παλιό τους εαυτό. Το κόμμα ήταν λοιπόν πάντοτε πολλά κόμματα δικτατορικά συνυφασμένα σε ένα: η βία δεν εξαλείφει τις αντιθέσεις απλά τροποποιεί τη μορφή με την οποία εμφανίζονται.

Και όμως παρ' όλη την κατακλυσμιαία εικόνα που σκιαγραφήσαμε, ο Μ. Γκορμπατσόφ πάλεψε για να μη διασπασθεί το κόμμα και να διατηρήσει αυτός την ηγεσία του. Γιατί; Η πορεία προς την αποσύνθεση πρέπει να γίνει συντεταγμένα, και τίποτε δεν είναι πιο επικίνδυνο από έναν τραυματισμένο μηχανισμό που αυτονομείται ανεξέλεγκτα. Ιδίως, όταν έχει ακόμα όλα τα μέσα για να σαμποτάρει τις εξελίξεις σε περιφερειακό επίπεδο, στο μικρόκοσμο της κοινωνίας. Πάντως ο Γ. Λιγκατσόφ αποσύρθηκε στο χωριό του για να συγγράψει τα απομνημονεύματα του. Είναι κι αυτό ενδεικτικό των συσχετισμών...

Το συνέδριο αυτό είναι λοιπόν ένας ολοκληρωτικός Θρίαμβος του κράτους, της νέας κρατικής πολιτικής πάνω στο κόμμα. Πολλοί θα μας πουν ότι έτσι επιβεβαιώθηκε το φιλελεύθερο δόγμα ότι «ο οικονομικός πλουραλισμός φέρνει αναπόφευκτα τον πολιτικό πλουραλισμό». Όμως, η άποψη αυτή «ξεχνά» ότι ο «οικονομικός πλουραλισμός» δεν ήρθε από μόνος του αλλά ήταν η μονοπωλιακή κρατική και κομματική εξουσία που άρχισε μόνη της (υπό την πίεση της «στασιμότητας») να εισάγει στοιχεία καπιταλιστικού ανταγωνισμού στη μονοπωλιακή ρύθμιση του σοβιετικού κρατικού καπιταλισμού. Μήπως η σοβιετική κρατική αστική τάξη «έφτιαξε η ίδια το σκοινί με το οποίο κρεμάστηκε»;

Είναι περίεργο, ή και πάλι όχι, ότι την ίδια «νομοτελειακή» άποψη για τις εξελίξεις συμμερίζεται και η σημερινή ηγεσία της ΕΣΣΔ. «Η αγορά απέδειξε την ανωτερότητα της», «το ζήτημα είναι ο συνδυασμός αγοράς και κοινωνικής προστασίας» κλπ. Το ζήτημα θεωρείται λήξαν με δυο αφορισμούς («στασιμότητα», «σύστημα εντολών») και η «μαρξιστική» ανάλυση πετιέται στον κάλαθο των αχρήστων. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη έγινε ένα ιστορικό πείραμα που αποδείχθηκε αδιέξοδο. Ο Μ. Γκορμπατσόφ θα επιμείνει μόνο στην ανάγκη να διατηρηθεί κάποια στοιχειώδης ιστορική κληρονομιά (ο Οκτώβρης), μια και αυτή αποτελεί κοινό σημείο αναφοράς εκατομμυρίων ετερόκλητων ανθρώπων στην ΕΣΣΔ. Κάτι σαν τον Αθανάσιο Διάκο που (ευτυχώς) σουβλίστηκε νωρίς...

Τον προηγούμενο αιώνα, ο Δαρβίνος πρότεινε την εξελικτική του θεωρία της φυσικής επιλογής: τα είδη που προσαρμόζονται καλύτερα στο περιβάλλον επιζούν, αυτά που αποτυχαίνουν πεθαίνουν. Το ίδιο και οι μεταλλάξεις, οι γενετικές τροποποιήσεις των ειδών, επιβιώνουν αν ανταποκρίνονται καλύτερα από τα αρχικά είδη στις νέες συνθήκες, αλλιώς εξαφανίζονται. Η υπόθεση αυτή αποδείχθηκε θεμελιακά σωστή και ερμήνευσε την καταγωγή των ειδών. Σήμερα «αποκαλύπτεται» ότι η φυσική επιλογή δεν είναι μόνο ένας μηχανισμός της βιολογίας αλλά εφαρμόζεται και στις κοινωνίες, στους κοινωνικούς σχηματισμούς. Ο «κομμουνισμός» είναι ένα τέτοιο παράδειγμα μετάλλαξης που καταδικάστηκε στην εξαφάνιση. Αυτό τουλάχιστον σημαίνουν οι αφοριστικές διαπιστώσεις: «η παγκόσμια εμπειρία έδειξε ότι η αγορά...». Σήμερα όλοι γίνονται ξαφνικά οπαδοί ενός πολιτικού και κοινωνικού δαρβινισμού υμνώντας τον παντοδύναμο θεό τους, το κεφάλαιο, και τη δημοκρατική του μετεξέλιξη, ενώ καταβαραθρώνουν την αμφισβήτησή του ως αποτυχημένη μετάλλαξη. Όμως καλό είναι να θυμούνται οι πολιτικοί δαρβινιστές μας ότι μια άλλη λιγότερο γνωστή θέση του Δαρβίνου είναι ότι η εξέλιξη των ειδών είναι μια στη βάση της ασυνεχής διαδικασία. Δεν υπάρχει ομαλή μετάβαση από ένα είδος στην μετάλλαξη του, από τον πίθηκο στον άνθρωπο. Και μια που ξεχαστήκαμε σ' αυτή τη συγκριτική βιοκοινωνιολογία ας θυμίσουμε και κάτι άλλο: τα σημεία ασυνέχειας στην κοινωνική εξέλιξη ονομάζονται επαναστάσεις. Ξέρετε, σαν κι αυτή του Οκτώβρη του 1917...

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή