Κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ Εκτύπωση
Τεύχος 33, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1990


Κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ
(Μια πρώτη προσέγγιση στην οικονομική ανάπτυξη και τις σχέσεις εξουσίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού»)
του Γιάννη Μηλιού

1.  Η θεωρητική απορία μπροστά στην κατάρρευση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης

«Ο σοσιαλισμός δημιουργεί μια παραγωγικότητα της κοινωνικής εργασίας ανώτερη σε σύγκριση με τον καπιταλισμό. Η σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας είναι οικονομικός νόμος της ανάπτυξης της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Κάθε καινούργιο βήμα του σοβιετικού λαού στο δρόμο προς τον κομμουνισμό, επιβεβαιώνει ολοένα και πιο καθαρά την υπεροχή του σοσιαλισμού απέναντι στον καπιταλισμό. ..» (Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, «Πολιτική Οικονομία Εγχειρίδιο», Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1954, σελ. 561 και 728).

«Η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας είναι ένα σοσιαλιστικό κράτος των εργατών και αγροτών. Η οικονομία της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας στηρίζεται στη σοσιαλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Αναπτύσσεται συμφωνάμε τους οικονομικούς νόμους τον σοσιαλισμού...» (Σύνταγμα της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Βερολίνο-DDR, 1989, άρθρα 1 και 9).

Η κατάρρευση των καθεστώτων της Ανατ. Ευρώπης, διαδικασία που στην ακραία μορφή της οδήγησε στην «απονέκρωση του κράτους» της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας και την προσάρτηση της στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, συντελέσθηκε μέσα από δύο κατηγορίες ριζικών αλλαγών: α) Την κατάργηση του μονοκομματικού τρόπου διακυβέρνησης από το Κομμουνιστικό Κόμμα της κάθε χώρας και β) τη θέσπιση μέτρων για τη σταδιακή κατάργηση της κρατικής ιδιοκτησίας στα βασικά μέσα παραγωγής και το πέρασμα από τη «σχεδιασμένη οικονομία» στην «οικονομία της αγοράς». Οι δύο αυτές κατηγορίες αλλαγών χαρακτηρίζουν και τις επτά χώρες του πάλαι ποτέ «σοσιαλιστικού στρατοπέδου» (ΕΣΣΔ, Ανατ. Γερμανία, Πολωνία, Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία, Βουλγαρία, Ρουμανία), παρά τους διαφορετικούς ρυθμούς, ή τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προσλαμβάνει η διαδικασία της μετεξέλιξης σε κάθε χώρα.

Η ραγδαία αυτή διαδικασία που σάρωσε (και εξακολουθεί, σε ό,τι αφορά τους οικονομικούς μετασχηματισμούς, να σαρώνει) τις «σοσιαλιστικές δημοκρατίες» της Ανατ. Ευρώπης φαίνεται να διαψεύδει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, όλες ή σχεδόν όλες τις θεωρητικές αναλύσεις σχετικά με το χαρακτήρα των ανατολικών καθεστώτων. Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο που την κοσμογονία των εξελίξεων (και τα σημαντικά πολιτικά και ιδεολογικά αποτελέσματα που τη συνοδεύουν σε Ανατολή και Δύση), παρακολουθεί μια θεωρητική αμηχανία, και σε ορισμένες περιπτώσεις σιωπή, των μέχρι πρόσφατα κυρίαρχων (θεωρητικών) εκδοχών σχετικά με τον «υπαρκτό σοσιαλισμό».

Στο άρθρο αυτό θα επιχειρήσουμε μια πρώτη προσέγγιση των κοινωνικών μετασχηματισμών που συντελούνται στην ΕΣΣΔ (αλλά και στις άλλες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες) ξεκινώντας από την ανάλυση του χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων που ήταν μέχρι πρόσφατα κυρίαρχες, ώστε να μπορέσουμε να εντοπίσουμε την κατεύθυνση των συντελούμενων μετασχηματισμών. Η ανάλυση μας θα εστιασθεί έτσι κυρίως στο χαρακτήρα των σχέσεων παραγωγής του σοβιετικού καθεστώτος (κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, οικονομικός σχεδιασμός, επιχειρήσεις κ.λπ.) και στις αντιθέσεις που έθεσαν σε κίνηση τους σημερινούς μετασχηματισμούς. Προηγουμένως, σαν εισαγωγή στην ανάλυση μας θα κάνουμε ορισμένα σχόλια αναφορικά με την αμηχανία που χαρακτηρίζει σήμερα τις περισσότερες θεωρητικές προσεγγίσεις που είχαν διατυπωθεί στο παρελθόν αναφορικά με τις κοινωνίες του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Καταρχήν καταρρέει, λοιπόν, μαζί με τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», εκείνη η απολογητική ιδεολογία που ιστορικά ονομάσθηκε «σοβιετικός μαρξισμός» και η οποία κυριαρχούσε όχι μόνο στο εσωτερικό των ανατολικών κρατών, αλλά και στα Κομμουνιστικά Κόμματα των χωρών της Δύσης: Οι εξελίξεις στην Πολωνία, την Ουγγαρία, την Τσεχοσλοβακία, την Ανατ. Γερμανία, αλλά και στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία (όπου τα μετεξελιχθέντα πρώην Κομμουνιστικά Κόμματα υπόσχονται τη γρήγορη μετάβαση στην οικονομία της αγοράς και μια διακυβέρνηση κατά το πρότυπο της δυτικής Σοσιαλδημοκρατίας) δεν μπορούν πλέον να ερμηνευθούν από κανέναν ως «τελειοποίηση του σοσιαλισμού» (όπως χρίσθηκαν όλες οι μέχρι σήμερα μεταρρυθμίσεις στις χώρες αυτές). Είναι έτσι προφανές ότι δεν μπορούν πλέον να επιζήσουν και οι θεωρίες που «θεμελιώνουν» την «παρακμή» και το «σάπισμα» του καπιταλισμού, παράλληλα με τη διαρκή άνθιση και ισχυροποίηση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Μια διαδικασία ριζικού μετασχηματισμού του σοβιετικού μαρξισμού είχαμε βέβαια εντοπίσει στη Σοβιετική Ένωση ήδη αμέσως μετά την ισχυροποίηση του Μ. Γκορμπατσώφ και της Περεστρόικα (Μηλιός Κυπριανίδης 1988), δηλαδή δύο και πλέον χρόνια πριν την κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων. Σήμερα, όμως, ο σοβιετικός μαρξισμός υποχρεώνεται σε σιωπή, ενώ οι μέχρι προ τίνος φορείς του σπεύδουν να υιοθετήσουν, στην καλύτερη περίπτωση, τα ιδεολογικά σχήματα της Σοσιαλδημοκρατίας. Ενώ αποφεύγουν κάποια ρητή αναφορά στο χαρακτήρα των εξελίξεων στις έξι χώρες της Ανατ. Ευρώπης, θεωρούν τις εξελίξεις στην ΕΣΣΔ «μεταρρύθμιση» ή και «ανασυγκρότηση» του «σοσιαλιστικού συστήματος», μετεξέλιξη του «γραφειοκρατικού σοσιαλισμού» σε «δημοκρατικό σοσιαλισμό».

Μια μικρή έτσι μόνο μερίδα των μέχρι πρόσφατα υποστηρικτών του «σοβιετικού μαρξισμού» εξακολουθεί και μετά την κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων να εμμένει στις απόψεις της (κυρίως στην ΕΣΣΔ, αλλά και στο εσωτερικό ορισμένων δυτικών Κ.Κ.). Για αυτούς, όπως άλλωστε και για τους μη μαρξιστές αναλυτές, οι εξελίξεις ταυτίζονται με την επιστροφή των ανατολικών χωρών από το σοσιαλισμό στον καπιταλισμό. Εκείνο, βέβαια, που ο «σοβιετικός μαρξισμός» δεν θα καταφέρει ποτέ να εξηγήσει είναι γιατί σε πείσμα τόσων και τόσων «νόμων της σοσιαλιστικής ανάπτυξης» τα «σοσιαλιστικά κράτη των εργατών και αγροτών» κατέρρευσαν σαν χάρτινοι πύργοι από τις ίδιες τους τις αντιφάσεις. Ενισχυμένες πολιτικά και «δικαιωμένες» ιδεολογικά από την κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων εμφανίζονται οι βασικές πολιτικές δυνάμεις των δυτικών αστικών δημοκρατιών, δηλαδή τόσο οι νεοφιλελεύθεροι όσο και οι σοσιαλδημοκράτες.

Όμως η φιλελεύθερη ευφορία για τη «νίκη του καπιταλισμού» επί του σοσιαλισμού δεν μπορεί να κρύψει την απορία της, στο θεωρητικό επίπεδο, μπροστά στις συντελούμενες εξελίξεις: Πραγματικά, από τα «κλασικά» σχήματα περί «ολοκληρωτισμού», μέχρι τις νεότερες θεωρίες περί πολιτικής πατρωνίας και πελατειακών σχέσεων, το συμπέρασμα των μη μαρξιστικών αναλύσεων για τα ανατολικά καθεστώτα ήταν ότι τα καθεστώτα αυτά είναι αδύνατο να μεταρρυθμισθούν, πολύ δε περισσότερο να μετασχηματισθούν και να εκδημοκρατισθούν (βλ. ενδεικτικά Rutland 1985, σελ. 188267 και τη βιβλιογραφία που σχολιάζεται εκεί). Τις αναλύσεις αυτές διέψευσε προφανώς η σοβιετική Περεστρόικα, που αποτέλεσε την εκκίνηση της συνολικής διαδικασίας μετασχηματισμού των καθεστώτων της Ανατ. Ευρώπης, και η οποία τέθηκε σε τροχιά «από τα πάνω» και εξακολουθεί να «διευθύνεται» από την ανώτατη ηγεσία της σοβιετικής «νομενκλατούρας».

Παράλληλα, η «ιστορική δικαίωση» του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» την οποία διακηρύσσει η Σοσιαλδημοκρατία, δεν μπορεί να θεμελιωθεί παρά μόνο «αρνητικά» και «ταυτολογικά», δηλαδή ως απλό συνώνυμο της αποτυχίας του (μη δημοκρατικού) «υπαρκτού σοσιαλισμού»: Οι εξελίξεις στις ανατολικές χώρες δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως διαδικασίες που πραγματώνουν ή επαληθεύουν το στρατηγικό όραμα του «δημοκρατικού σοσιαλισμού». Η παρατήρηση αυτή ισχύει και για τις αναλύσεις εκείνες που στην πλειοψηφία τους αντλούσαν τα επιχειρήματα τους από το ρεύμα του «Ευρωκομμουνισμού» και θεωρούσαν τις ανατολικές χώρες σοσιαλιστικά καθεστώτα με (γραφειοκρατικές ή άλλες) παραμορφώσεις.

Η ανεπάρκεια των αναλύσεων που υποστήριζαν τον (παραμορφωμένο, αλλά πάντως) σοσιαλιστικό χαρακτήρα των ανατολικών καθεστώτων έγινε φανερή καθώς μετά την Περεστρόικα και την κατάρρευση του μονοκομματικού συστήματος διακυβέρνησης στις ανατολικές χώρες, οι ίδιοι οι (νέοι) φορείς της πολιτικής εξουσίας στην ΕΣΣΔ και στις άλλες ανατολικές χώρες δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν την παταγώδη αποτυχία των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» όχι μόνο σε ό,τι αφορά τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και σε ό,τι αφορά την περίφημη «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων»: Χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας σε σύγκριση με τις δυτικές καπιταλιστικές χώρες, η οποία γίνεται φανερή και στη χαμηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα των βιομηχανικών προϊόντων των χωρών αυτών, τεχνολογική υστέρηση μιας τουλάχιστον δεκαετίας και τεράστια σπατάλη παραγωγικών πόρων, άθλια ποιότητα αγαθών και υπηρεσιών (με εξαίρεση μόνο ορισμένους κλάδους της πολεμικής βιομηχανίας), χαμηλό επίπεδο κατανάλωσης των μαζών, σημαντικές ελλείψεις ακόμα και σε βασικά καταναλωτικά είδη, χαμηλό επίπεδο ακόμα και των κοινωνικών παροχών, βιοτικό επίπεδο χαμηλότερο από ό,τι στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ (με εξαίρεση την Τουρκία), ψηλή ρύπανση του περιβάλλοντος κ.λπ., κ.λπ. (Αναλυτικά βλ. Φακιολάς 1989).

Στο έδαφος αυτών των δεδομένων κερδίζει έδαφος η άποψη ότι τα καθεστώτα των ανατολικών χωρών δεν ήταν σοσιαλιστικά. Όπως σημειώνει ο Τ. Φακιολάς: «Το ότι η Σοβιετική Ένωση, όπως και οι χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, υστερεί απέναντι της Δύσης δεν οφείλεται στην ανωτερότητα του καπιταλιστικού συστήματος απέναντι στο σοσιαλιστικό, αλλά στο ότι το σοβιετικό καθεστώς με τον τρόπο που οικοδομήθηκε δεν ήταν δυνατόν να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις και να ενσαρκώσει τα οράματα μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας (...) Με τέτοια δεδομένα δεν είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ.» (Φακιολάς 1989, σελ. 166, 172). Όμως και αυτές οι απόψεις, που, για να αποκρούσουν τη θέση ότι οι εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη πιστοποιούν τη χρεοκοπία του σοσιαλισμού, υποστηρίζουν ότι τα ανατολικά καθεστώτα δεν υπήρξαν σοσιαλιστικά, βρίσκονται σήμερα σε αμηχανία, γιατί δεν είναι σε θέση να απαντήσουν στο ερώτημα τι είδους κοινωνικά καθεστώτα ήταν αυτά, ποιος ήταν ο κοινωνικός χαρακτήρας τους.

Την άποψη ότι τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης δεν ήταν σοσιαλιστικά, αλλά ότι στις χώρες αυτές είχε παλινορθωθεί ο καπιταλισμός υποστήριξαν στο παρελθόν (δεκαετίες του 1960 και 1970) το Κ. Κ. Κίνας, το Κ. Κ. Αλβανίας, οι κομμουνιστικές πολιτικές ομάδες (στη Δυτ. Ευρώπη, κυρίως) που διαμόρφωναν τις απόψεις τους σε αναφορά με τις επεξεργασίας του Κ. Κ. Κίνας (και του Κ. Κ. Αλβανίας), αλλά και αρκετοί μαρξιστές θεωρητικοί, μεταξύ των οποίων και ο Ch. Bettelheim, που υποστήριξε την αντίληψη αυτή τόσο θεωρητικά όσο και στο επίπεδο της ιστορικής ανάλυσης (Bettelheim 1974, 1975α, 1978). Την άποψη αυτή διατύπωσε για πρώτη φορά με θεωρητικό τρόπο ο Tony Cliff το 1948 (Κλίφ 1983). Η αμηχανία, μπροστά στις πρόσφατες εξελίξεις, των απόψεων αυτών, που θεωρούσαν τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες καπιταλιστικές, προφανώς οφείλεται από τη μια στις πολιτικές αλλαγές στην Κίνα (με την ήττα των μαοϊκών απόψεων στο Κ.Κ.Κ.) και από την άλλη στο ίδιο το γεγονός της κατάρρευσης των (θεωρούμενων ως καπιταλιστικών) καθεστώτων. Γιατί πραγματικά, αν η παλινόρθωση του καπιταλισμού είχε ήδη συντελεσθεί με τόσο αθόρυβο και αθέατο - δια γυμνού, τουλάχιστον, οφθαλμού - τρόπο (π.χ. μετά το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956, όπως ισχυρίζονταν οι κινέζοι κομμουνιστές), τότε ποια είναι η σημασία των σημερινών τόσο ηχηρών μετασχηματισμών; Ποιο καθεστώς κατέρρευσε τελικά στην Ανατολική Ευρώπη και από ποιο καθεστώς αντικαθίσταται;

Η θεωρητική αμηχανία των μαρξιστικών απόψεων μπροστά στις εξελίξεις στις ανατολικές χώρες επιτείνεται και από το γεγονός ότι δεν αναπτύχθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία, κάποια διαδικασία ανατροπής ή έστω αμφισβήτησης της καπιταλιστικής εξουσίας, τέτοιας εμβέλειας ώστε να τροφοδοτήσει την αριστερή κριτική και τη μαρξιστική κοινωνική ανάλυση (όπως υπήρξαν στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν η κουβανέζικη επανάσταση, ή ο Μάης του '68), ούτε υπήρξε κάποια μαζική εμπειρία στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» με αίτημα τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας σε σοσιαλιστική κατεύθυνση (όπως ήταν στη δεκαετία του 1960 η κινέζικη πολιτιστική επανάσταση).

Με αυτά τα δεδομένα είναι προφανές ότι και η δική μας ανάλυση δεν είναι δυνατόν να ξεπεράσει το επίπεδο της «πρώτης προσέγγισης». Η όλη ανάλυση μας θα κινηθεί σε δύο «επίπεδα»: Το πρώτο επίπεδο (κεφάλαια 2 και 3 του άρθρου), θα έχει χαρακτήρα περιγραφικό, θα επισημαίνει και θα παρουσιάζει τις κύριες πλευρές των άμεσα ορατών μορφών του σοβιετικού οικονομικού συστήματος. Το δεύτερο επίπεδο (κεφάλαιο 4) θα έχει χαρακτήρα περισσότερο αναλυτικό θεωρητικό: θα επιχειρεί να προσεγγίσει το χαρακτήρα των σχέσεων εξουσίας στις (μέχρι πρόσφατα) χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», καθώς και τους όρους και τους μηχανισμούς που οδηγούν σήμερα στην κατάρρευση τους.

2.    Τα βασικά χαρακτηριστικά του οικονομικού συστήματος του «υπαρκτού σοσιαλισμού»

«Με τον όρον σοσιαλιστική κοινωνία θα εννοούμεν θεσμικόν πλαίσιον, όπου ο έλεγχος των μεσών παραγωγής και αυτής της ιδίας της παραγωγής ανήκει εις κεντρικήν εξουσίαν - ή, όπως ημπορούμεν να είπωμεν, όπου αι οικονομικαί υποθέσεις της κοινωνίας ανήκουν, δία λόγους αρχής, εις την δημοσίαν και όχι την ιδιωτικήν σφαίραν». J. A. Schumpeter, «Καπιταλισμός, σοσιαλισμός και δημοκρατία», ΚΕΠΕ, Αθήναι 1972, σελ. 230).

2.1   Η δεκαετία του 1930: Αφετηρία του «υπαρκτού σοσιαλισμού»

Τα βασικά χαρακτηριστικά του οικονομικού συστήματος1 που επικρατούσε μέχρι πρόσφατα στη Σοβιετική Ένωση, και το οποίο ιστορικά ονομάσθηκε «υπαρκτός σοσιαλισμός», διαμορφώθηκαν και αποκρυσταλλώθηκαν στην τελική τους μορφή στο χρονικό διάστημα από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 (σχηματικά από το 1928) μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930 (σχηματικά το 1932-33). Κατά την περίοδο αυτή οι βασικοί μετασχηματισμοί των κοινωνικών σχέσεων που ήδη επικρατούσαν στην επαναστατική Σοβιετική Ένωση, και μέσα από τους οποίους πέρασε η διαμόρφωση των οικονομικών χαρακτηριστικών του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ήταν από τη μια η βίαιη κολλεκτιβοποίηση των αγροτών (που η τελική και ριζική φάση •της ξεκίνησε στα τέλη του 1930, Φακιολάς 1989 σελ. 42-65) και από την άλλη η «σχεδιασμένη εκβιομηχάνιση» με βάση τη βαριά βιομηχανία (κατάστρωση του πρώτου πεντάχρονου οικονομικού πλάνου, που τέθηκε επίσημα σε τροχιά την άνοιξη του 1929), μετά την εγκατάλειψη από το ΚΚΣΕ της «Νέας οικονομικής πολιτικής» (ΝΕΠ) της περιόδου 1921-1928.

Με την επίτευξη των δύο αυτών στόχων (βίαιη κολλεκτιβοποίηση - σχεδιασμένη εκβιομηχάνιση) η σοβιετική ηγεσία υποστήριξε ότι διαμορφώθηκαν (σε διάστημα περίπου μιας δεκαετίας) οι οικονομικές δομές αλλά και η ταξική διάρθρωση (εργατική τάξη, κολχόζνικη αγροτική τάξη και το κοινωνικό στρώμα της σοσιαλιστικής διανόησης) που σηματοδοτούσαν την «τελική νίκη» του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Έτσι ήδη «το 1930 ο σοσιαλιστικός τομέας κρατούσε πια στα χέρια του τους μοχλούς όλης της λαϊκής οικονομίας. Αυτό σήμαινε πως η ΕΣΣΔ μπήκε στην περίοδο του σοσιαλισμού», ενώ «στις αρχές του δεύτερου πεντάχρονου (1933-34, Γ.Μ.) η οικονομία της ΕΣΣΔ έπαψε να αποτελείται από πολλά οικονομικά συστήματα. Από τα πέντε οικονομικά συστήματα, που υπήρχαν στη λαϊκή οικονομία, δεν υπήρχαν πια τρία συστήματα: ο ιδιωτικός καπιταλισμός, ο κρατικός καπιταλισμός και η πατριαρχική οικονομία. Το μικροεμπορευματικό σύστημα απωθήθηκε σε δεύτερη μοίρα, ενώ το σοσιαλιστικό σύστημα έγινε η αμέριστα κυρίαρχη και η μοναδική διευθύνουσα δύναμη σ' όλη τη λαϊκή οικονομία» (Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ 1954, σελ. 466-67).

Βέβαια, οι βάσεις για τη «σχεδιασμένη εκβιομηχάνιση», με την έννοια καταρχήν2 ότι η πολιτική εξουσία προωθεί την ανάπτυξη συγκεκριμένων κρίσιμων οικονομικών κλάδων, είχαν αρχίσει να τίθενται αμέσως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, με δεδομένο μάλιστα ότι από τον Ιούνιο του 1918 είχαν εθνικοποιηθεί οι βασικές βιομηχανικές μονάδες της χώρας. Έτσι το 1920 είχε ιδρυθεί το Ανώτατο Εθνικό Οικονομικό Συμβούλιο, αλλά και η Επιτροπή για τον Εξηλεκτρισμό της Ρωσίας (GOELRO). Το 1921, λίγο μετά τη θέσπιση της ΝΕΠ, ιδρύθηκε το Κρατικό Γραφείο Σχεδιασμού (GOSPLAN). (Bettelheim 1975 και 1978, Rutland 1985). Όμως η συγκεκριμένη μορφή του ελέγχου διεύθυνσης των παραγωγικών μέσων (το συγκεκριμένο, δηλαδή, οικονομικό κοινωνικό περιεχόμενο της κρατικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής) και του σχεδιασμού της εκβιομηχάνισης που χαρακτηρίζει το κοινωνικό καθεστώς που ονομάσθηκε «υπαρκτός σοσιαλισμός» αποκρυσταλλώθηκε, όπως είπαμε, στην ΕΣΣΔ παράλληλα με την προώθηση του πρώτου πεντάχρονου πλάνου (1929). Η διαμόρφωση κατά την περίοδο αυτή των συγκεκριμένων σχέσεων εξουσίας δεν προέκυψε ως «τεχνική αναγκαιότητα» (επίλυση των «οικονομικών προβλημάτων» με το «βέλτιστο» τρόπο, αμυντική θωράκιση της χώρας, θέσπιση του «οικονομικού σχεδιασμού» κ.λπ.). Ήταν κατά κύριο λόγο αποτέλεσμα της πάλης των τάξεων και των ταξικών συσχετισμών δύναμης, οι οποίοι αποκρυσταλλώθηκαν στις συγκεκριμένες δομές εξουσίας.

Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ζήτημα της εκβιομηχάνισης με βάση κρατικές επενδύσεις σε κρίσιμους οικονομικούς τομείς αποτελεί στοιχείο της πολιτικής και του καπιταλιστικού κράτους. Στην Ελλάδα μετά τον Πόλεμο π.χ., το κράτος «σχεδίασε» και πέτυχε την αντιμετώπιση του προβλήματος της ηλεκτροδότησης της ελληνικής οικονομίας με την ενοποίηση όλων των εργοστασίων παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, τη δημιουργία μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, την εκμετάλλευση των εγχώριων ενεργειακών πηγών (λιγνίτης) κ.λπ. Το κράτος ίδρυσε επίσης επιχειρήσεις σε κρίσιμους κλάδους της μεταποίησης (στη δεκαετία του 1950 λιπάσματα, ζάχαρη, στη δεκαετία του 1970 πολεμική βιομηχανία) κ.λπ., χωρίς όλες αυτές οι παρεμβάσεις του στην άμεση παραγωγική διαδικασία να σημαίνουν και κάποιο μετασχηματισμό των σχέσεων παραγωγής: Η ελληνική οικονομία, με τη ραγδαία επέκταση της κρατικής νομικής ιδιοκτησίας στη βιομηχανία και τις υπηρεσίες, παρέμεινε καπιταλιστική, δεν μετατράπηκε σε «μικτή οικονομία», όπως ισχυρίζονται οι περισσότεροι μη μαρξιστές οικονομολόγοι. Όμως στο κρίσιμο για την ανάλυση μας αυτό ζήτημα, του κοινωνικού χαρακτήρα των σχέσεων παραγωγής (πέρα από τις ιδιωτικές ή δημόσιες νομικές μορφές ιδιοκτησίας τις οποίες «ενδύονται» οι παραγωγικές μονάδες), θα επανέλθουμε αναλυτικότερα στο κεφάλαιο 4 του άρθρου μας.

Εδώ επισημαίνουμε απλά ότι η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής μπορεί να υποκρύπτει εντελώς διαφορετικούς τύπους πραγματικής οικονομικής ιδιοκτησίας αυτών των παραγωγικών μέσων, επομένως διαφορετικούς τύπους κοινωνικής εξουσίας. Έτσι, η μελέτη που θα ακολουθήσει, των συγκεκριμένων βασικών χαρακτηριστικών του οικονομικού σχεδιασμού ο οποίος τέθηκε σε λειτουργία στην ΕΣΣΔ από τη δεκαετία του 1930 και μετά, έχει ως στόχο να καταστήσει δυνατή την αποκάλυψη ακριβώς αυτών των πραγματικών σχέσεων ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής. Την ανάλυση μας δεν ενδιαφέρει η ιστορική πλευρά της εξέλιξης του κοινωνικού σχηματισμού της ΕΣΣΔ, αλλά μόνο η προσέγγιση των δομικών χαρακτηριστικών της κοινωνικής εξουσίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού», κοινωνικής εξουσίας που «βάση» της αποτελούν ακριβώς οι σχέσεις παραγωγής. Αυτός είναι ο λόγος που αντικείμενο της ανάλυσης μας δεν είναι οι σχέσεις παραγωγής και οι δομές εξουσίας κατά την πρώτη περίοδο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση (1917-1920), ή κατά την περίοδο της ΝΕΠ (1921-1928), δηλαδή πριν τη σταθεροποίηση των οικονομικών δομών και των κοινωνικών σχέσεων που είναι τυπικές για τον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Επίσης η προσοχή μας θα επικεντρωθεί στον κυρίαρχο, δηλαδή τον κρατικό τομέα της σοβιετικής οικονομίας, (και ειδικότερα τους μη αγροτικούς κλάδους αυτού του τομέα), που θεωρείται και ως ο κατεξοχήν σοσιαλιστικός τομέας της οικονομίας, σε αντίθεση με τη «μεταβατική μορφή» των κολχόζ, δηλαδή του τομέα των αγροτικών παραγωγικών συνεταιρισμών. Αντικείμενο της ανάλυσης μας είναι αποκλειστικά η οικονομία της ΕΣΣΔ, αν και τα συμπεράσματα της ισχύουν και για τις άλλες έξι «σοσιαλιστικές χώρες» (μέχρι πρόσφατα) της Ανατολικής Ευρώπης. Μια ιδιαίτερη ανάλυση θα χρειαζόταν κατά τη γνώμη μου για χώρες όπως η Κίνα, η Κούβα, το Βιετνάμ, η Αλβανία, αλλά και η Γιουγκοσλαβία.

2.2 Το σχέδιο, ο κρατικός έλεγχος των μέσων παραγωγής, το πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων, η μονοπωλιακή ρύθμιση

Βασικό στοιχείο του οικονομικού σχεδιασμού στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» είναι ένας συγκεκριμένος τύπος οικονομικού ελέγχου των επιχειρήσεων από το κράτος (τις κρατικές υπηρεσίες σχεδιασμού). Ο έλεγχος αυτός στηρίζεται σε δύο άξονες: α) Στο σχέδίο αυτό καθαυτό (που έχει το χαρακτήρα νόμου τον κράτους), δηλαδή στον καθορισμό από τη μεριά του κράτους των οικονομικών στόχων τους οποίους οι κρατικές επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να υλοποιήσουν, και β) στην ιδιοποίηση από το κράτος του μεγαλύτερου μέρους του οικονομικού πλεονάσματος (υπερπροϊόντος) που παράγεται από τις επιχειρήσεις. Σε μεγάλο μέρος το πλεόνασμα αυτό διατίθεται και πάλι από το κράτος στις επιχειρήσεις (αναδιανέμεται), σύμφωνα με το πλάνο, για την πραγματοποίηση των προβλεπόμενων επενδύσεων. Μέσα από αυτές τις δύο μορφές ελέγχου διαμορφώνονται η δομή και τα όρια λειτουργίας των επιχειρήσεων με τρόπο που να αντιστοιχεί σε μια ιδιότυπη μονοπωλιακή ρύθμιση της οικονομίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού»: Εκμηδενίζεται δηλαδή καταρχήν (ή έστω περιορίζεται στο ελάχιστο) ο ενδοκλαδικός ανταγωνισμός, ανάμεσα στις επιχειρήσεις του ίδιου κλάδου, ενώ τροποποιείται ριζικά (ατονώντας και πάλι) ο διακλαδικός και διατομεακός ανταγωνισμός. Στα επόμενα θα αναλύσουμε διεξοδικότερα τα βασικά αυτά χαρακτηριστικά της λειτουργίας του σοβιετικού οικονομικού συστήματος.

Οι βασικοί άξονες του πεντάχρονου οικονομικού σχεδίου (πλάνου) καταρτίζονται από την Κρατική Επιτροπή Σχεδίου του Υπουργικού Συμβουλίου της ΕΣΣΔ (GOSPLAN). Οι άξονες αυτοί καθορίζουν μια σειρά από επιδιωκόμενους δείκτες, «ποσοτικούς» (όγκος παραγωγής συγκεκριμένων προϊόντων, ή βασικών κλάδων της οικονομίας, ρυθμοί αύξησης του εθνικού προϊόντος κ.λπ.) και «ποιοτικούς» (ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, ποιοτικές προδιαγραφές προϊόντων, ελάττωση του κόστους κ.λπ.). Στη συνέχεια το σχέδιο εξειδικεύεται σε επίπεδο κλάδου, οικονομικής περιοχής, παραγωγικής ενότητας και επιχείρησης, παίρνοντας έτσι την τελική του μορφή. Για την εξειδίκευση και συγκεκριμενοποίηση του οικονομικού σχεδίου καθοριστικό ρόλο παίζουν τα οικονομικά υπουργεία. Κάθε υπουργείο είναι προσανατολισμένο στην κατάρτιση και τον έλεγχο υλοποίησης των στόχων του σχεδίου στο επίπεδο ενός συγκεκριμένου κλάδου της οικονομίας (της βιομηχανικής παραγωγής). Τα υπουργεία λειτουργούν έτσι «ως κεντρικά όργανα της κλαδικής οικονομικής διεύθυνσης, ως τα αρχηγεία που διευθύνουν την ανάπτυξη των κλάδων τους (στο πλαίσιο, Γ.Μ.) της εθνικής οικονομίας» (Abalkin κ.ά. 1983, σελ. 384). Σε αναφορά με τη σοβιετική βιομηχανία και μηχανουργία λειτουργούσαν μέχρι πρόσφατα 19 υπουργεία: Σιδηρούχων μετάλλων, έγχρωμης μεταλλουργίας, χημικής βιομηχανίας, ελαφριάς βιομηχανίας άνθρακα, εξόρυξης πετρελαίου, επεξεργασίας πετρελαίου, βιομηχανίας ξύλου και χάρτου, επισιτιστικής βιομηχανίας, οικοδομικών υλικών, κρέατος και γάλακτος, βαριάς μηχανουργίας, αυτοκινήτων, τρακτέρ, ηλεκτρικών συσκευών, εργαλείων και μέσων αυτοματισμού, πετροχημικής βιομηχανίας, τόρνων, μηχανών για την ελαφριά βιομηχανία, μηχανών για την κατασκευή δρόμων και οικοδομών (Φακιολάς 1989, σελ. 109). «Ο μηχανισμός του υπουργείου, μαζί με ολόκληρο το σύστημα των επιχειρήσεων και των υποδιαιρέσεων που περικλείει κατευθύνεται από τον υπουργό, ο οποίος έχει την πλήρη διεύθυνση» (Abalkin κ.ά. 1983, σελ. 384). Σε τεχνικό επίπεδο, τα υπουργεία συντονίζονται μεταξύ τους, σύμφωνα με το συνολικό πλάνο, από ορισμένα υπουργεία που έχουν διακλαδικές αρμοδιότητες, όπως το υπουργείο οικονομικών, και από τις «επιτροπές του συμβουλίου υπουργών της ΕΣΣΔ». «Οι επιτροπές είναι διακλαδικά όργανα που λειτουργούν ως βασικά κέντρα υποστήριξης των αναγκών της οικονομίας σε αναφορά με συγκεκριμένες κατευθύνσεις δραστηριότητας. Έτσι, η επιτροπή του συμβουλίου υπουργών της ΕΣΣΔ για τις κρατικές κατασκευές ασκεί διευθυντικές λειτουργίες στον τομέα των οικοδομών σε ό,τι αφορά τις μεθόδους, τις αποφάσεις για τα σχέδια και τη χρηματοδοτική πολιτική και συντονίζει τη δουλειά των υπουργείων κατασκευών, αλλά δεν ασχολείται με την κατασκευαστική διαδικασία καθαυτή» (Abalkin κ.ά. 1983, σελ. 384).

Η βασική μέθοδος για την κατάρτιση του σχεδίου (ή των επιμέρους κλαδικών κ.λπ. σχεδίων) βασίζεται στη σύνταξη «ισοζυγίων» ή «ισολογισμών» της παραγωγικής δραστηριότητας. «Οι ισολογισμοί διαιρούνται σε υλικούς (σε είδος), σε ισολογισμούς που εκφράζονται με χρηματική μορφή και σε ισολογισμούς εργατικής δύναμης. Οι υλικοί ισολογισμοί δείχνουν το συσχετισμό ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση ενός προϊόντος ή μιας ομάδας προϊόντων εκφρασμένων σε είδος. Υλικοί ισολογισμοί καταρτίζονται για τα σπουδαιότερα προϊόντα, λόγου χάρη: ισολογισμοί εργαλειομηχανών, μεταλλευμάτων, μετάλλων, βαμβακιού και άλλων μέσων παραγωγής, ισολογισμοί ειδών ατομικής κατανάλωσης: κρέατος, ζάχαρης, βουτύρου κτλ. Οι υλικοί ισολογισμοί είναι απαραίτητοι για την κατάρτιση των σχεδίων υλικού εφοδιασμού με μέσα παραγωγής όλων των κλάδων της λαϊκής οικονομίας κατά υπουργεία και Διευθύνσεις. Στα σχέδια αυτά προβλέπεται η καλυτέρευση της χρησιμοποίησης του τεχνικού εξοπλισμού, των πρώτων υλών, των καυσίμων κτλ. με βάση τις προοδευτικές νόρμες. Στους ισολογισμούς που εκφράζονται με χρηματική μορφή υπάγονται: ο ισολογισμός χρηματικών εισοδημάτων και εξόδων του πληθυσμού, ο ισολογισμός του εθνικού εισοδήματος και της διανομής του και άλλοι. Στους ισολογισμούς εργατικής δύναμης καθορίζονται οι ανάγκες της λαϊκής οικονομίας σε εργασιακούς πόρους και σε ειδικευμένα στελέχη, καθώς και οι πηγές κάλυψης των αναγκών αυτών» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 539-540, βλ. και Abalkin κ.ά. σελ. 301 κ. ε.).

Οι ισολογισμοί δεν είναι δυνατόν, βέβαια, να επεκταθούν σε όλα τα προϊόντα που κατασκευάζουν οι σοβιετικές επιχειρήσεις. Στη δεκαετία του 1980, για παράδειγμα, η GOSPLAN κατάρτιζε ισολογισμούς για 400 περίπου βασικές κατηγορίες προϊόντων και έλεγχε άλλους 2000. Παράλληλα, η GOSSNAB, η υπηρεσία προμηθειών, κατάρτιζε ισολογισμούς για 300 επιπλέον κατηγορίες προϊόντων. Οι ισολογισμοί των υπουργείων και των επιτροπών προγραμματισμού των επιμέρους σοβιετικών Δημοκρατιών επεκτείνονταν σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό προϊόντων, όμως ο συνολικός αριθμός των ισολογισμών που καταρτίζονταν από όλα τα όργανα προγραμματισμού της χώρας κυμαινόταν γύρω στις 60.000, ενώ ο συνολικός αριθμός των διαφορετικών τύπων προϊόντων που κυκλοφορούσαν την ίδια περίοδο στην ΕΣΣΔ εκτιμάται σε 10 έως 15 εκατομμύρια (Rutland 1985 σελ. 116).

Τα όρια του σχεδιασμού, αλλά και η αδυναμία των κρατικών οικονομικών υπηρεσιών να ελέγξουν την (καθαυτό) παραγωγική διαδικασία, παρά μόνο ως προς (ορισμένα από) τα αποτελέσματα της, προσδίδουν ορισμένα όρια οικονομικής ανεξαρτησίας στις παραγωγικές μονάδες (κρατικές επιχειρήσεις). Οι παραγωγικές μονάδες διοικούνται από ένα διευθυντή που έχει τοποθετηθεί από την κρατική εξουσία. Ο διευθυντής είναι υπεύθυνος απέναντι στο κράτος για την εκπλήρωση των στόχων του πλάνου από τη μεριά της επιχείρησης του, με μεθόδους όμως και πρωτοβουλίες που ο ίδιος επιλέγει, (διάταξη προσωπικού, οργάνωση της εργασιακής διαδικασίας, εισαγωγή καινοτομιών και νέας τεχνολογίας, σύναψη δανείων από τις κρατικές τράπεζες, σύναψη συμβολαίων με άλλες επιχειρήσεις για προμήθεια - αγορά - ή πώληση προϊόντων, διάθεση καταναλωτικών προϊόντων στην αγορά κ.λ.π), παρότι βέβαια για ορισμένες από τις επιλογές του απαιτείται έγκριση και από τα υπερκείμενα όργανα σχεδιασμού (π.χ. για τις προμήθειες υλικών και πρώτων υλών από άλλες επιχειρήσεις απαιτείται η έγκριση της Κρατικής Επιτροπής Προμηθειών - GOSSNAB). Η σχετική αυτονομία των επιχειρήσεων στο πλαίσιο του κρατικού σχεδιασμού συνδέεται με τη λεγόμενη «αρχή της οικονομικής ιδιοσυντήρησης»: «Η αρχή της οικονομικής ιδιoσυντήρησης είναι μέθοδος σχεδιασμένης άσκησης της οικονομίας στις σοσιαλιστικές επιχειρήσεις, μέθοδος που απαιτεί τη σύγκριση των δαπανών και των αποτελεσμάτων της παραγωγής σε χρήμα, την αναπλήρωση των εξόδων της επιχείρησης με τα ίδια της τα έσοδα και την εξασφάλιση της αποδοτικότητας της παραγωγής. Οι δαπάνες της επιχείρησης, που οφείλονται στην οικονομική της δραστηριότητα, αναπληρώνονται από τα ποσά που εισέρχονται στην επιχείρηση, με την πραγματοποίηση (πούληση) των προϊόντων της σε τιμές που καθορίζει το κράτος» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 593). Η «αρχή» αυτή δεν σημαίνει όμως ότι ως όρος ύπαρξης μιας κρατικής επιχείρησης τίθεται αναγκαστικά η αποδοτικότητα της: «Στη σοσιαλιστική οικονομία, παράλληλα με τις αποδοτικές μπορούν να υπάρχουν και προσωρινά μη αποδοτικές επιχειρήσεις, ή ακόμα και επιχειρήσεις που εργάζονται με παθητικό μα που έχουν μεγάλη σημασία για τη λαϊκή οικονομία. Το σοσιαλιστικό κράτος ενισχύει τις επιχειρήσεις αυτές με επιχορηγήσεις και παίρνει μέτρα για να τις κάνει αποδοτικές (...) Η αποδοτικότητα των ξεχωριστών κλάδων και επιχειρήσεων έχει δευτερεύουσα σημασία σε σχέση με την αποδοτικότητα όλης της λαϊκής οικονομίας» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 594).

Είναι προφανές ότι το οικονομικό σύστημα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όπως και οποιοδήποτε άλλο οικονομικό σύστημα, χρειάζεται αναγκαστικά να παράγει ένα οικονομικό πλεόνασμα, για να μπορεί να αναπαράγεται σε διευρυνόμενη κλίμακα. Εφόσον, όμως, η αποδοτικότητα δεν αποτελεί υποχρεωτικό όρο ύπαρξης της κάθε επιχείρησης, ποιο είναι το ακρίδες νόημα της «αρχής της οικονομικής ιδιοσυντήρησης»; Είναι ότι η επιχείρηση υπόκειται στο συνεχή έλεγχο της κρατικής εξουσίας, για την τήρηση των κατευθύνσεων του σχεδιασμού, από όργανα και μηχανισμούς που έχουν συσταθεί για την άσκηση αυτού ακριβώς του ελέγχου. Η «αρχή της οικονομικής ιδιοσυντήρησης» σημαίνει επομένως ότι η αυτοτέλεια των παραγωγικών μονάδων δεν υπερβαίνει το πλαίσιο που τίθεται από τον κρατικό έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας μέσω του οικονομικού σχεδίου: «Η οικονομική ιδιοσυντήρηση απαιτεί συνεχή έλεγχο της δραστηριότητας της επιχείρησης και των διάφορων τμημάτων της με το ρούβλι. Ο έλεγχος με το ρούβλι συνίσταται στα παρακάτω: μέσω των χρηματικών δεικτών της οικονομικής δραστηριότητας της επιχείρησης (κόστος, αποδοτικότητα κτλ.) εξακριβώνεται η ποιότητα της δουλειάς της. Η επιχείρηση παίρνει χρηματικά μέσα ανάλογα με την ποιότητα της δουλειάς, με το βαθμό που εκπληρώνει το σχέδιο. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να καταβάλουν έγκαιρα τα χρήματα των υποχρεωτικών πληρωμών (επιστροφή των δανείων στην τράπεζα, εισφορές στον προϋπολογισμό κτλ.) ανεξάρτητα από την εκπλήρωση των γενικών καθηκόντων του σχεδίου. Οι επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να ξεκαθαρίζουν έγκαιρα τους λογαριασμούς τους με άλλες επιχειρήσεις (προμηθευτές είτε αγοραστές) σύμφωνα με τα συμβόλαια που έχουν συνάψει. Τη δουλειά των επιχειρήσεων την ελέγχουν με το ρούβλι οι οικονομικές οργανώσεις, τα δημοσιονομικά όργανα, το τραπεζικό σύστημα. Αμοιβαίο έλεγχο με το ρούβλι ασκούν οι επιχειρήσεις που συνδέονται με οικονομικά συμβόλαια (ενν. συμβόλαια αγοράς ή πώλησης προϊόντων, Γ.Μ.)» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 597).

Είναι, βέβαια, γνωστό (και στο ζήτημα αυτό θα αναφερθούμε αναλυτικότερα στα επόμενα), ότι η τήρηση των στόχων του σχεδίου από τη μεριά των επιχειρήσεων αποτελεί μια μόνιμη εστία αντιφάσεων και «συμβιβασμών» στη σοβιετική οικονομία: Είναι συνηθισμένο οι στόχοι του σχεδίου να μην εκπληρώνονται, με αποτέλεσμα όχι την επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων στις επιχειρήσεις αλλά την αναθεώρηση των στόχων του σχεδίου και την προσαρμογή του στις πραγματικές επιδόσεις των επιχειρήσεων, ενώ συχνά οι κεντρικές αρχές σχεδιασμού παραβλέπουν τη μη τήρηση από τις επιχειρήσεις των προβλεπόμενων στα συμβόλαια χρονικών προθεσμιών παραγωγής και διάθεσης των προϊόντων τους σε άλλες κρατικές επιχειρήσεις, κ.λπ. Η «ελαστικότητα» όμως αυτή στην τήρηση των στόχων του σχεδίου δεν αναιρεί τον περιορισμό των ορίων λειτουργίας και την εξάρτηση των μεμονωμένων παραγωγικών μονάδων από τις κρατικές οικονομικές υπηρεσίες και τον κρατικό οικονομικό σχεδιασμό.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η σημαντικότερη μορφή κρατικού ελέγχου της παραγωγικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων συνίσταται στην ιδιοποίηση από το κράτος (τον κρατικό προϋπολογισμό) του μεγαλύτερου μέρους του οικονομικού πλεονάσματος που παράγουν οι επιχειρήσεις. Η ιδιοποίηση αυτή του οικονομικού πλεονάσματος των επιχειρήσεων συντελείται μέσα από δύο μηχανισμούς:

α) Τη μεταφορά στο κράτος (στα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού) ενός ποσοστού από τις συνολικές εισπράξεις που πραγματοποιούν οι επιχειρήσεις (κερδοφόρες και μη) με την πώληση των προϊόντων τους στην αγορά. Πρόκειται για το «φόρο κυκλοφορίας», ο οποίος «αμέσως μετά την πραγματοποίηση των προϊόντων περνά ολόκληρος στον κρατικό προϋπολογισμό», και ο οποίος, όπως είναι φανερό, «δεν εξαρτιέται άμεσα από το αν η επιχείρηση εκπλήρωσε το σχέδιο σχετικά με το κόστος» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 606). Με τη μείωση, βέβαια, από μια επιχείρηση του κόστους παραγωγής της (δηλαδή την αύξηση του πλεονάσματος που παρήγαγε η επιχείρηση, εφόσον οι τιμές είναι σε κάθε περίπτωση δεδομένες από το σχέδιο), ο «φόρος κυκλοφορίας» ισοδυναμεί με μικρότερο ποσοστό του συνολικού πλεονάσματος της επιχείρησης.

β) Τη μεταφορά στον κρατικό προϋπολογισμό ενός μέρους του «εισοδήματος» των κρατικών επιχειρήσεων, δηλαδή των κερδών τους μετά την αφαίρεση του «φόρου κυκλοφορίας».

Το τμήμα του συνολικού πλεονάσματος των κρατικών επιχειρήσεων που περιέρχεται μέσα από αυτούς τους δύο μηχανισμούς στο κράτος αποτελεί το «συγκεντροποιημένο καθαρό εισόδημα του κράτους», ενώ το (υπόλοιπο) τμήμα του πλεονάσματος που παραμένει στη διάθεση της επιχείρησης ονομάζεται «καθαρό εισόδημα της κρατικής επιχείρησης».

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι το συγκεντροποιημένο καθαρό εισόδημα του κράτους είναι «συντριπτικά μεγαλύτερο» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 671) από το καθαρό εισόδημα των κρατικών επιχειρήσεων. Ένα μεγάλο μέρος από το «συγκεντροποιημένο καθαρό εισόδημα του κράτους» επιστρέφει στις κρατικές επιχειρήσεις με τη μορφή χρηματικών επενδυτικών πόρων για την εκπλήρωση του πλάνου. Με τον τρόπο, όμως, αυτό κατοχυρώνεται η κυριαρχία του κρατικού σχεδιασμού πάνω στις παραγωγικές μονάδες, εφόσον για παράδειγμα το οικονομικό πλεόνασμα ανακατανέμεται μεταξύ των επιχειρήσεων και των οικονομικών κλάδων με βάση κριτήρια που, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, συνδέονται με αυτή καθαυτή την κρατική ιδιοποίηση του «συντριφτικά μεγαλύτερου» μέρους του κοινωνικού υπερπροϊόντος και όχι με την αποδοτικότητα ή τη θέση στην αγορά των μεμονωμένων επιχειρήσεων. «Ένα μεγάλο μέρος του εθνικού εισοδήματος (στην ΕΣΣΔ πάνω από 50%) διανέμεται και αναδιανέμεται μέσω του κρατικού προϋπολογισμού ανάμεσα στις σφαίρες της υλικής και μη υλικής παραγωγής (...)» Abalkin κ.ά. 1983, σελ. 386).

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να επισημάνουμε, ότι ο κρατικός σχεδιασμός παρεμβαίνει ρυθμιστικά και σε αναφορά με τη δαπάνη του μέρους του κοινωνικού υπερπροϊόντος που παραμένει στον έλεγχο της κάθε μεμονωμένης επιχείρησης («καθαρό εισόδημα της κρατικής επιχείρησης»): «Το καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων χρησιμοποιείται από το κράτος σχεδιασμένα: ένα μέρος του διατίθεται για τη διεύρυνση της παραγωγής της δοσμένης επιχείρησης ή του δοσμένου κλάδου (...) ένα άλλο μέρος αποτελεί το κοντύλι του διευθυντή για την υλική παρότρυνση των εργαζομένων της επιχείρησης και για άλλες ανάγκες (...) Στο κοντύλι του διευθυντή πάνε 1 έως 5% του προβλεπόμενου καθαρού εισοδήματος της επιχείρησης, ανάλογα με τη σημασία των διάφορων κλάδων παραγωγής, τον αριθμό των εργαζομένων και το μέγεθος του καθαρού εισοδήματος» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 604).

Ο έλεγχος της οικονομικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων από το κράτος (μέσω της ιδιοποίησης μέρους του οικονομικού πλεονάσματος των επιχειρήσεων από το κράτος, καθώς και μέσω του υποχρεωτικού χαρακτήρα του κρατικού οικονομικού σχεδιασμού), έχει σαν αποτέλεσμα (αλλά και προϋπόθεση, για τη σταθεροποίηση και αναπαραγωγή του) την υποχώρηση του κεφαλαιακού ανταγωνισμού, καταρχήν στο εσωτερικό κάθε κλάδου της «λαϊκής οικονομίας». Πρόκειται στην ουσία για μια μονοπωλιακή ρύθμιση από τη μεριά του κράτους, της παραγωγικής δραστηριότητας κάθε οικονομικού κλάδου, η οποία συντελείται μέσα από ένα διπλό μηχανισμό: α) Τη συγκέντρωση του κεφαλαίου σε ολοένα και μεγαλύτερες παραγωγικές μονάδες, τη μείωση επομένως του αριθμού των επιχειρήσεων σε κάθε κλάδο παραγωγής. 6) Τη «συνεργασία» των επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου και το (χωρικό ή άλλου τύπου) διαμοιρασμό (κατάτμηση) της αγοράς μεταξύ τους, στις περιπτώσεις που (για τεχνικούς ή άλλους λόγους) δεν καθίσταται δυνατή η επέκταση της συγκέντρωσης μέχρι του σημείου να δημιουργηθεί ένα μοναδικό κρατικό κλαδικό μονοπώλιο, κατ' αναλογίαν της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού στον κλάδο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

α) Σχετικά με τη συγκέντρωση της παραγωγής:

Χαρακτηριστικό για την έκταση της συγκέντρωσης της βιομηχανικής παραγωγής στην ΕΣΣΔ είναι πως «το 1950 στις επιχειρήσεις της βιομηχανίας επεξεργασίας της ΕΣΣΔ με πάνω από χίλιους εργατοϋπαλλήλους ήταν συγκεντρωμένα τα 62% του συνόλου των εργατοϋπαλλήλων και οι επιχειρήσεις αυτές έδιναν τα 70% όλης της βιομηχανικής παραγωγής, ενώ στη βιομηχανία επεξεργασίας των ΕΠΑ, σύμφωνα με τα στοιχεία της μεταπολεμικής απογραφής (1947), οι επιχειρήσεις με πάνω από χίλιους εργατοϋπαλλήλους συγκέντρωναν τα 32% των εργατών και έδιναν τα 34% της βιομηχανικής παραγωγής» (Ακαδημία. .., 1945, σελ. 485). Η συγκέντρωση της βιομηχανικής παραγωγής στην ΕΣΣΔ συνεχίσθηκε με γρήγορους ρυθμούς καθόλη τη μεταπολεμική περίοδο. Έτσι ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1950 αναφέρονται συνολικά «200 χιλιάδες επιχειρήσεις της κρατικής βιομηχανίας» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 502), στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο αριθμός των κρατικών βιομηχανικών μονάδων (παρά την επέκταση του όγκου της παραγωγής σ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα) είχε μειωθεί στις 50 χιλιάδες (Abalkin κ. ά. 1983, σελ. 383)3. Η συγκέντρωση της παραγωγής σε μεγάλο βαθμό επιτυγχάνεται με το λεγόμενο «συνδυασμό της παραγωγής» (Ακαδημία. .., 1945, σελ. 485), δηλαδή τη διοικητική συνένωση επιχειρήσεων που παράγουν ομοειδή προϊόντα σε «κομπινάτ» ή παραγωγικές «ενώσεις». (Για τις μορφές της συγκέντρωσης βλ. επίσης Bettelheim 1975, σελ. 82κ.ε.).

Η συγκέντρωση της παραγωγής σε λίγες βιομηχανικές μονάδες στο εσωτερικό κάθε βιομηχανικού κλάδου και ακόμα περισσότερο ο σχηματισμός κλαδικών μονοπωλίων μειώνει, όπως είναι προφανές, την έκταση των εμπορευματικών σχέσεων ανάμεσα στα οικονομικά υποκείμενα, και πρώτα από όλα ανάμεσα στις κρατικές επιχειρήσεις. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται «βήμα» στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού και «άλμα» στην ένταση της «κοινωνικοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων», από όλες εκείνες τις απόψεις που συνδέουν την «οικοδόμηση του σοσιαλισμού» με την εξάλειψη των εμπορευματικών σχέσεων. Απόψεις σ' αυτή την κατεύθυνση υποστήριζε τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και ο Ch. Bettelheim, ο οποίος έγραφε το 1967: «Η εμφάνιση ενός μοναδικού οικονομικού υποκειμένου στο επίπεδο μερικών σημαντικών κλάδων κάνει δυνατό έναν εκ των προτέρων κοινωνικό υπολογισμό πολύ πιο ακριβή από εκείνο που πραγματοποιείται όταν υπάρχουν πάρα πολλές μονάδες παραγωγής. Δια μέσου μιας τέτοιας εξελίξεως, βλέπουμε να πραγματοποιούνται οι αντικειμενικές συνθήκες μιας σχεδιοποιήσεως που δεν ταυτίζεται πια μόνο με μια κοινωνική διεύθυνση των παραγωγικών δυνάμεων (αυτό που ήδη αποτελεί μια αποφασιστική αλλαγή σε σχέση με μια οικονομία της αγοράς, εφ' όσον αυτό φανερώνει ένα πήδημα από την βασιλεία της ανάγκης στην βασιλεία της ελευθερίας, κατά την έκφραση του Ένγκελς), αλλά που ταυτίζεται, όλο και πιο πολύ μ' ένα τέλειο κοινωνικό έλεγχο των παραγωγικών δυνάμεων» (Bettelheim 1975, σελ. 79).

Εδώ έχουμε να παρατηρήσουμε ότι, όπως προκύπτει από όσα εκθέσαμε στα προηγούμενα, ο «κοινωνικός έλεγχος των παραγωγικών δυνάμεων», ως συνώνυμο με την κρατική ιδιοποίηση του (μεγαλύτερου μέρους του) κοινωνικού υπερπροϊόντος και τον κρατικό σχεδιασμό της παραγωγής, πραγματοποιείται ακριβώς μέσω των εμπορευματικών σχέσεων, ανεξάρτητα από το αν είναι μικρός ή μεγάλος ο αριθμός των κρατικών επιχειρήσεων: οι εμπορευματικές σχέσεις επιτρέπουν τη διαπίστωση της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων, το βαθμό τήρησης από αυτές των στόχων του κρατικού οικονομικού σχεδίου, τη θέσπιση νέων οικονομικών στόχων, κριτηρίων αποδοτικότητας κ.λπ., αλλά και την μέσω του κράτους αναδιανομή του (εκφρασμένου σε χρήμα) υπερπροϊόντος, σύμφωνα με κριτήρια που συνδέονται ακριβώς με την κρατική ιδιοποίηση αυτού του υπερπροϊόντος. Έτσι θα συμφωνήσουμε με τον Γ. Σταμάτη, ο οποίος επισημαίνει, α) ότι «η αναίρεση των εμπορευματικών σχέσεων μεταξύ των κρατικών παραγωγών δεν είναι ταυτόσημη με την αναίρεση των εμπορευματικών σχέσεων εν γένει» (Σταμάτης 1988, σελ. 48), και β) ότι, επομένως, η ύπαρξη εμπορευματικών σχέσεων δεν αντιστρατεύεται αναγκαστικά ούτε αναιρεί τη δυνατότητα ύπαρξης προγραμματισμένων οικονομικών σχέσεων, ενώ γ) η ύπαρξη προγραμματισμένων οικονομικών σχέσεων δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την ύπαρξη σοσιαλιστικών κοινωνικών σχέσεων (βλ. αναλυτικότερα Σταμάτης 1988).

β) «Συνεργασία» των κρατικών επιχειρήσεων σε κλαδικό επίπεδο: Όταν η συγκέντρωση της παραγωγής δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει (ή δεν έχει οδηγήσει ακόμα) στο σχηματισμό ενός κρατικού μονοπωλίου στο εσωτερικού κάποιου κλάδου, η μονοπωλιακή ρύθμιση της παραγωγής περνάει μέσα από το «σχεδιασμό» τέτοιου είδους σχέσεων ανάμεσα στις κρατικές επιχειρήσεις οι οποίες παράγουν ομοειδή προϊόντα, ώστε να αποκλείεται ή να ατονεί ο ανταγωνισμός μεταξύ τους4. Κύρια μέθοδος για το σκοπό αυτό είναι από τη μια η (χωρική, ή με βάση επιμέρους διαφοροποιήσεις των προϊόντων) κατάτμηση της αγοράς (όπου κάθε επιμέρους τμήμα της ανατίθεται σε μία μόνο επιχείρηση), και από την άλλη η «ακριβής» προσαρμογή της παραγωγής στην αναμενόμενη ζήτηση, η αποφυγή «πλεονασμάτων» στην προσφορά προϊόντων, τα οποία θα προκαλούσαν ένταση του ανταγωνισμού, μέσα από την αυθόρμητη τάση των εμπορευμάτων που παράχθηκαν από επιχειρήσεις με ψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας (εμπορεύματα ψηλότερης ποιότητας) να διεισδύσουν στα τμήματα της αγοράς που «σχεδιάσθηκαν» για τις λιγότερο παραγωγικές κρατικές επιχειρήσεις. Πρόκειται εδώ για μια από τις πιο κρίσιμες πλευρές του κρατικού ελέγχου των επιχειρήσεων, η οποία, όπως θα δούμε στο κεφάλαιο 3, αποτελεί μόνιμη πηγή αντιφάσεων στην οικονομία του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Η «ακριβής» προσαρμογή της παραγωγής (προσφοράς) στην αναμενόμενη κατανάλωση (ζήτηση), δηλαδή η αποφυγή της «πλεονάζουσας προσφοράς» είναι όρος για τη διατήρηση του κρατικού ελέγχου πάνω στις επιχειρήσεις και αναδεικνύεται έτσι σε αναγκαίο στοιχείο, αν όχι στην πεμπτουσία του κρατικού σχεδιασμού.5 Το πρόβλημα τίθεται ιδιαίτερα για τους κλάδους που παράγουν είδη κατανάλωσης, επειδή εδώ η ζήτηση δεν είναι «σχεδιασμένη», σε αντίθεση με τη ζήτηση μέσων παραγωγής από τις κρατικές επιχειρήσεις. Το αποτέλεσμα είναι οι «ουρές» και τα «άδεια ράφια» των καταστημάτων πώλησης ειδών κατανάλωσης, που αποτελούν ενδημικά φαινόμενα στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ακόμα και στις ιστορικές περιόδους που διαπιστώνεται η ύπαρξη αργούσας δυναμικότητας των βιομηχανιών μέσων κατανάλωσης. Τα φαινόμενα μάλιστα αυτά ερμηνεύονται σαν αποτελέσματα της ψηλής αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών στις ανατολικές χώρες: «Στον καπιταλισμό το άθλιο επίπεδο της κατανάλωσης και της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών μαζών μένει συνεχώς πίσω από την παραγωγή (...) Ο σοσιαλισμός δεν ξέρει τι θα πει ανταγωνισμός ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 518). Βέβαια, το ζητημάτων ελλείψεων μέσων κατανάλωσης συνδέεται και με την «αυθόρμητη» ροπή του οικονομικού συστήματος του «υπαρκτού σοσιαλισμού» προς την παραγωγή μέσων παραγωγής, ζήτημα στο οποίο, όμως, θα αναφερθούμε αναλυτικότερα στο κεφάλαιο 3.

Τα προβλήματα που προκύπτουν για την οικονομία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» από τη μονοπωλιακή ρύθμιση της παραγωγικής διαδικασίας και την απουσία ενδοκλαδικού ανταγωνισμού έχουν να κάνουν με την απουσία ισχυρών «κινήτρων» για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας («κίνητρα» που στο δυτικό καπιταλισμό δημιουργεί ο ίδιος ο ανταγωνισμός, μέσα από τον οποίο εκτοπίζονται από την αγορά οι λιγότερο παραγωγικές επιχειρήσεις) και τη δυσχέρεια γενίκευσης των περισσότερο παραγωγικών τεχνικών. Τα προβλήματα αυτά καλείται να αντιμετωπίσει ο κρατικός σχεδιασμός, θέτοντας ως στόχους του σχεδίου τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας των επιχειρήσεων.

Οι επιχειρήσεις υποχρεώνονται, μέσα σ' ένα χρονικό διάστημα, να αυξήσουν την αποδοτικότητα τους, ελαττώνοντας τα κόστη παραγωγής μέχρι ένα συγκεκριμένο επίπεδο, που αντιστοιχεί στις λεγόμενες «προοδευτικές νόρμες»: «Το κράτος βάσει σχεδίου καθορίζει συστηματικά τα καθήκοντα ελάττωσης του κόστους παραγωγής, ξεκινώντας από τις προοδευτικές νόρμες δαπάνης εργασίας και χρησιμοποίησης των μέσων παραγωγής» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 602). «Οι προοδευτικές νόρμες έχουν μεγάλη σημασία κινητοποίησης, γιατί παροτρύνουν τους οικονομικούς καθοδηγητές και τις μάζες των εργαζομένων ν' αναζητούν τρόπους ορθολογικής οργάνωσης της παραγωγής, εισαγωγής της πρωτοπόρος τεχνικής, αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και ελάττωσης του κόστους παραγωγής. Όταν πια οι προοδευτικές νόρμες αφομοιωθούν από την πλειονότητα των επιχειρήσεων, που παράγουν τη μεγαλύτερη μάζα προϊόντων, αρχίζουν να συμπίπτουν με την κοινωνικά αναγκαία δαπάνη εργασίας και παύουν να είναι προοδευτικές» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 566). Το πρόβλημα που υφίσταται δεν είναι μόνο ο καθορισμός και η τήρηση του χρόνου μέσα στον οποίο θα αφομοιωθούν οι «προοδευτικές νόρμες» από την «πλειονότητα των επιχειρήσεων», αλλά και ο τρόπος καθορισμού των «προοδευτικών νορμών» καθαυτών. Εδώ οι αντιφάσεις της μονοπωλιακής ρύθμισης αναπαράγονται, καθώς το κράτος δεν μπορεί παρά να βασισθεί στην ίδια τη δυναμική και την «πείρα» των επιχειρήσεων: «Οι προοδευτικές νόρμες δαπάνης εργασίας και υλικών καθορίζονται με βάση την πείρα των πρωτοπόρων επιχειρήσεων» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 566). Μετά τη γενίκευση των «προοδευτικών νορμών», «με βάση την πείρα των πρωτοπόρων επιχειρήσεων καθορίζονται νέες προοδευτικές νόρμες δαπάνης εργασίας, που η πραγματοποίηση τους οδηγεί σε νέα ελάττωση του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 566). «Τα κρατικά σχέδια προσανατολίζονται σε καθετί το πρωτοπόρο που γεννιέται μέσα στην πραχτική της κομμουνιστικής οικοδόμησης, μέσα στη δημιουργική δράση των μαζών» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 544).

Για την αύξηση της αποδοτικότητας (ακόμα και των πρωτοπόρων) επιχειρήσεων το κράτος κατέχει δύο επιπλέον μέσα, περιορισμένης, βέβαια, όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο αποτελεσματικότητας: Τη θέσπιση ενός συστήματος υλικών αμοιβών (κινήτρων), για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, μέσα από την ενίσχυση των περισσότερο αποδοτικών επιχειρήσεων και την αύξηση των αποδοχών των περισσότερο αποδοτικών εργαζομένων, από τη μια, και τον καθορισμό των τιμών των εμπορευμάτων με τρόπο που να ευνοεί και πάλι τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της παραγωγής, από την άλλη.

Τα υλικά κίνητρα μπορούν, λοιπόν, να διακριθούν σε δύο κατηγορίες: αυτά που αποδίδονται στις πάνω από το μέσο όρο αποδοτικές επιχειρήσεις (υπερκάλυψη της «νόρμας» ή του πλάνου) και σ' αυτά που αποδίδονται στους πάνω από το μέσο όρο αποδοτικούς εργαζόμενους. Από τον κρατικό προϋπολογισμό «η επιχείρηση παίρνει χρηματικά μέσα ανάλογα με τ' αποτελέσματα της οικονομικής της δραστηριότητας» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 596). Από την «ανταμοιβή» της επιχείρησης ευνοούνται και οι εργαζόμενοι γιατί ένα σημαντικό μέρος πηγαίνει στο «κονδύλι του διευθυντή», το οποίο όπως είπαμε χρησιμοποιείται για την πληρωμή πρόσθετων αμοιβών (πριμ) στους εργαζόμενους: «από το ποσό του εισοδήματος (της επιχείρησης) που παίρνεται πάνω από το σχέδιο, (...) μπορούν να κρατηθούν για το κοντύλι του διευθυντή από 15 ως 45%» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 604).

Η πιο σημαντική όμως πλευρά της θέσπισης υλικών κινήτρων έγκειται στη διαμόρφωση συστημάτων ατομικής αξιολόγησης της αποδοτικότητας των εργαζομένων. Έτσι η αμοιβή με το κομμάτι αναδεικνύεται στην κυρίαρχη μορφή μισθού στον «υπαρκτό σοσιαλισμό»: «Το 1953 στην ΕΣΣΔ δούλευαν με το κομμάτι τα 77% του συνόλου των εργατών της βιομηχανίας» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 580). Η «σύνδεση μισθού παραγωγικότητας» αναδεικνύεται έτσι στο σημαντικότερο κίνητρο για αύξηση της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων: «Είναι απαραίτητο να εξαλείψουμε ολοκληρωτικά τη σάπια συνήθεια της ισοπέδωσης στον τομέα του μισθού εργασίας και να πετύχουμε ώστε το σύστημα της πληρωμής με το κομμάτι και το σύστημα της πριμοδότησης να γίνουν σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό σπουδαιότατοι μοχλοί στο ζήτημα της ανύψωσης της παραγωγικότητας της εργασίας, συνεπώς και της ανάπτυξης όλης της λαϊκής μας οικονομίας» (Αποφάσεις της 18ης Συνδιάσκεψης του ΚΚ(Μπ.) της ΕΣΣΔ, παρατίθεται στο Ακαδημία. .., 1954, σελ. 581). Βέβαια, «για να μπορεί να ζει και να αναπτύσσεται η σοσιαλιστική κοινωνία, το ανέβασμα της παραγωγικότητας της εργασίας πρέπει να προπορεύεται συνεχώς από την αύξηση του μισθού εργασίας» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 585. Για τα συστήματα αμοιβής με το κομμάτι στη δεκαετία του 1980 βλ. Abalkin κ.ά. 1983, σελ. 344-347).

Ως μέσο προώθησης της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων χρησιμοποιείται και ο «σχεδιασμός των τιμών». Πρόκειται για το σχηματισμό (μονοπωλιακών) τιμών για κάθε προϊόν με βάση κατά κανόνα το μέσο κόστος των επιχειρήσεων που κατασκευάζουν το εν λόγω προϊόν. Ο σχηματισμός των τιμών με βάσή το μέσο κλαδικό κόστος (πολλαπλασιασμός του μέσου κόστους με ένα συντελεστή, ο οποίος καθορίζεται ανάλογα με τον κλάδο παραγωγής, το προϊόν κ.λπ.), ενώ δεν αποτελεί κίνητρο εκσυγχρονισμού για τις επιχειρήσεις με μέση ή πάνω από το μέσο όρο αποδοτικότητα (λόγω της μονοπωλιακής ρύθμισης της αγοράς, βλ. παραπάνω), εντούτοις ωθεί προς τον εκσυγχρονισμό τις επιχειρήσεις χαμηλής αποδοτικότητας (ψηλού κόστους): στο βαθμό που οι «σχεδιασμένες» τιμές (βάσει του μέσου κόστους) δεν αφήνουν στις επιχειρήσεις αυτές περιθώρια παραγωγής «καθαρού εισοδήματος» της επιχείρησης (κέρδους που παραμένει στη διάθεση της επιχείρησης, βλ. πιο πάνω), τίθεται το ζήτημα είτε της επιδότησης τους από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε της παραγωγικής ανασυγκρότησης τους, με στόχο την αύξηση της αποδοτικότητας. (Για το ζήτημα των τιμών και της μεταρρύθμισης των μηχανισμών σχηματισμού τους βλ. και το κεφάλαιο 3).

Όμως ο κρατικός σχεδιασμός των τιμών επιτρέπει πάνω από όλα την προώθηση των αποφάσεων του κρατικού σχεδιασμού αναφορικά με την κλαδική και τομεακή διάρθρωση της «λαϊκής οικονομίας» και την αντίστοιχη κατανομή των επενδύσεων. Πιο συγκεκριμένα, η απόφαση για εκβιομηχάνιση με βάση τους κλάδους παραγωγής μέσων παραγωγής (τομέας Ι της βιομηχανίας), και για ψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης αυτών των κλάδων και ιδίως της μηχανουργίας (ως όρου για τη γρήγορη εκμηχάνιση όλης της παραγωγής), συνδέθηκε με την καθήλωση των τιμών των προϊόντων αυτών των κλάδων, δηλαδή των μέσων παραγωγής. Η καθήλωση των τιμών των μέσων παραγωγής πήρε τη μορφή μιας ιδιότυπης κρατικής επιδότησης: Το κράτος δεν εισέπραττε (μέρος από) το «φόρο κατανάλωσης» των μέσων παραγωγής, μειώνοντας έτσι κατά το αντίστοιχο ποσοστό την τιμή τους, χωρίς παράλληλα να θίγει το «καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων» οι οποίες παράγουν μέσα παραγωγής. «Καθορίζοντας χαμηλές τιμές στα μέσα παραγωγής, το κράτος ενθαρρύνει την εισαγωγή της πρωτοπόρος τεχνικής στις κρατικές βιομηχανικές επιχειρήσεις (...) Οι τιμές των προϊόντων των κλάδων, που παράγουν μέσα παραγωγής, δεν περιέχουν κατά κανόνα φόρο κυκλοφορίας» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 571 και 607). Μικρότερη σημασία παίζουν οι επιδοτήσεις των τιμών ορισμένων βασικών ειδών κατανάλωσης (γάλα, ψωμί, παιδικές τροφές κ.λπ.) και γι αυτό δεν θα μας απασχολήσουν εδώ.

Το «σχέδιο» επιδιώκει, λοιπόν, όχι μόνον να υποκαταστήσει τον κεφαλαιακό ανταγωνισμό, δημιουργώντας καταναγκασμούς και κίνητρα για την αύξηση της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων, αλλά και να τον «υπερβεί», μέσα από τον έλεγχο του υπερπροϊόντος και την αναδιανομή των επενδυτικών αποθεμάτων της κοινωνίας ανάμεσα στους οικονομικούς κλάδους και τις επιχειρήσεις. Εντούτοις, το αποτέλεσμα που προέκυψε κάθε άλλο παρά μπορεί να θεωρηθεί θετικό: το οικονομικό σύστημα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», που τα βασικότερα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τον επιχειρήσαμε να παρουσιάσουμε εδώ, δεν κατάφερε να επιλύσει μια σειρά από εγγενείς αντιφάσεις, που ήδη από την πρώτη μεταπολεμική περίοδο «τροχοπεδούν» τόσο τη διαδικασία αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, όσο και το σχεδιασμό της τομεακής και κλαδικής διάρθρωσης της «λαϊκής οικονομίας». Στα ζητήματα, όμως, αυτά θα αναφερθούμε στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο του άρθρου.

3.    Αντιφάσεις, χρίση και απόπειρες μεταρρύθμισης του σοβιετικού οικονομικού συστήματος

«Δεν αρκεί να παράγουμε τα τμήματα των μηχανών και να τα θέτουμε στη διάθεση τον Τεχνικού Ελέγχου. Τώρα πρέπει να φροντίζουμε ώστε αυτά να παραδίδονται εμπρόθεσμα και με ομοιόμορφο ρυθμό (...) Ο ιστορικός συναγωνισμός ανάμεσα στα δύο κοινωνικά συστήματα μπορεί να αποβεί νικηφόρος για τις σοσιαλιστικές χώρες σε τελευταία ανάλυση μόνο μέσα από τη σημαντική οικονομική υπεροχή τους και το ψηλό επίπεδο διαβίωσης των λαών τους» (Evsej G. Liberman 1974, σελ. 29 και 7).

Η οικονομική ανάπτυξη στην ΕΣΣΔ στην περίοδο που εξετάζουμε μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ιστορικές φάσεις:

Η πρώτη ιστορική φάση, που καλύπτει την περίοδο του μεσοπολέμου (πιο συγκεκριμένα τη δεκαετία του 1930) και την πρώτη μεταπολεμική περίοδο (μέχρι το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950) χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακά αποτελέσματα: εξαιρετικά ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και μια ταχύτατη αναδιάρθρωση της σοβιετικής οικονομίας. Σε διάστημα περίπου μιας δεκαετίας η ΕΣΣΔ μετασχηματίζεται από «αγροτοβιομηχανική χώρα» σε κορυφαία βιομηχανική δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας. Κατά την περίοδο 1928-1940 η συνολική βιομηχανική παραγωγή αυξάνεται κατά 6,5 φορές, ενώ η παραγωγή μέσων παραγωγής κατά 10 φορές και η παραγωγή μηχανών περισσότερο από 12 φορές. Η σοβιετική βιομηχανική παραγωγή αποτελούσε το 1927 το 5% της παγκόσμιας, ποσοστό που το 1937 είχε ανέβει στο 10% (Φακιολάς 1989, σελ. 66 - 70). Οι ιδιαίτεροι μηχανισμοί που διέπουν την οικονομία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και πιο συγκεκριμένα η συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρους του οικονομικού πλεονάσματος (υπερπροϊόντος) στα χέρια του κράτους (στα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού) επέτρεψε την πραγματοποίηση σημαντικών επενδύσεων σε βιομηχανικούς κλάδους κλειδιά (βαριά βιομηχανία, μεταλλουργία, κατασκευή μηχανών), τον προσανατολισμό του εργατικού δυναμικού προς τους κλάδους αυτούς παράλληλα με την αντίστοιχη ραγδαία μείωση της απασχόλησης στην ύπαιθρο κ.λπ.

Η δεύτερη ιστορική φάση, η οποία προκύπτει μετά την ολοκλήρωση των βασικών διαρθρωτικών αλλαγών της οικονομίας της ΕΣΣΔ, και η οποία συνήθως ονομάζεται από τους σοβιετικούς «αναπτυγμένος σοσιαλισμός» (Κιριλένκο 1979), χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση μιας σειράς οικονομικών προβλημάτων με μόνιμο χαρακτήρα, που κατά τη γνώμη μου μπορούν να θεωρηθούν ότι ανάγονται σε δύο βασικές «δυσλειτουργίες» της οικονομίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού»: 1. Χαμηλό επίπεδο και χαμηλοί ρυθμοί αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, με εκφάνσεις, α) την τεχνολογική υστέρηση της σοβιετικής οικονομίας και την κακή ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων (ένα μεγάλο ποσοστό των οποίων δεν ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές του κρατικού σχεδίου), β) το ψηλό ποσοστό ελαττωματικών και ακατάλληλων για χρήση προϊόντων, γ) τη χαμηλή διεθνή τους ανταγωνιστικότητα (το 1982 63,2% των συνολικών εξαγωγών της ΕΣΣΔ και περισσότερο από 75% των εξαγωγών της προς την ΕΟΚ αποτελούνταν από καύσιμα και πρώτες ύλες, ενώ μόλις 12,5% των συνολικών εξαγωγών της και 1,2% των εξαγωγών της προς τις χώρες μέλη της ΕΟΚ αποτελούνταν από μηχανουργικά προϊόντα), δ) τη συστηματική αθέτηση από μεγάλο ποσοστό επιχειρήσεων του χρονοδιαγράμματος παράδοσης των προϊόντων τους, το οποίο είχε καθοριστεί από τα συμβόλαια με άλλες κρατικές βιομηχανίες ή εμπορικές επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα, ανάμεσα στα άλλα, μια μόνιμη «στενότητα προσφοράς» στη σοβιετική οικονομία, η οποία δεν αναιρείται από τη - σχεδόν μόνιμη πλέον - ύπαρξη μη επαρκώς απασχολούμενων μέσων παραγωγής, ε) τη σπατάλη των άφθονων στη σοβιετική οικονομία πρώτων υλών (η κατανάλωση πρώτων υλών στην ΕΣΣΔ για την κατασκευή συγκεκριμένων προϊόντων υπολογίζεται στο διπλάσιο με τριπλάσιο της αντίστοιχης κατανάλωσης πρώτων υλών στις δυτικές καπιταλιστικές χώρες)6 και στ) το χαμηλό βιοτικό επίπεδο του λαού. (Φακιολάς 1989 σελ. 71 κ.ε., Rutland 1985 σελ. 110 κ.ε., Γκορμπατσώφ 1987, σελ. 2437 και 142182, Aganbegyan 1987, Schroeder 1987, Zaslavskaya 1987, Μηλιός Κυπριανίδης 1988, σελ. 51 κ.ε.).

2. Ανισορροπίες της τομεακής και κλαδικής διάρθρωσης της σοβιετικής οικονομίας, με κύρια έκφανση την εγγενή ροπή του συστήματος προς την αύξηση των «αποθεμάτων συσσώρευσης», δηλαδή προς την παραγωγή μέσων παραγωγής (των οποίων η διάθεση είναι εκ των προτέρων εξασφαλισμένη μέσω των συμβολαίων που συνάπτονται μεταξύ των κρατικών επιχειρήσεων). Η ροπή προς την παραγωγή επενδυτικών μέσων συνεπάγεται την καθήλωση της παραγωγής μέσων κατανάλωσης και του βιοτικού επιπέδου των μαζών σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, παρά τις προσπάθειες των οργάνων του κεντρικού σχεδιασμού, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, να ενισχύσουν το ειδικό βάρος των κλάδων παραγωγής μέσων κατανάλωσης στην οικονομία της ΕΣΣΔ.

Τα προβλήματα αυτά της σοβιετικής οικονομίας έγιναν αντιληπτά από την πολιτική ηγεσία της χώρας ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και αποτέλεσαν την αφορμή για την εκπόνηση μιας σειράς αλληλοδιάδοχων μέτρων και σχεδίων μεταρρύθμισης του οικονομικού συστήματος του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 η ύπαρξη των προβλημάτων αναγνωρίζεται μάλιστα ανοικτά από τη σοβιετική ηγεσία (παρότι τα «τελικά ανακοινωθέντα» των σχετικών αποφάσεων μιλούν πάντα για μέτρα «περαιτέρω τελειοποίησης» των μεθόδων σχεδιασμού), καθώς τα οικονομικά αυτά προβλήματα παίρνουν πλέον το χαρακτήρα συμπτωμάτων μιας επερχόμενης ή εξελισσόμενης οικονομικής κρίσης: Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 διαπιστώνεται ότι το αργότερο από το 1958 και μετά λαμβάνει χώρα μια γρήγορη αύξηση της «έντασης των παραγωγικών αποθεμάτων» (δηλαδή της κεφαλαιακής έντασης, του λόγου του συνολικού επενδυμένου κεφαλαίου προς το καθαρό προϊόν, υπολογισμένου σε αξίες), ή με άλλα λόγια μια πτώση της αποδοτικότητας του παραγωγικού συστήματος (Evsej G. Liberman 1974, σελ. 116 κ.ε.), ενώ από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 μειώνονται δραστικά οι ετήσιοι ρυθμοί ανάπτυξης της σοβιετικής οικονομίας (από 3,7% κατά μέσο όρο κατά την πενταετία 197174, σε 2,5% την πενταετία 198084, Φακιολάς 1989, σελ. 81, βλ. και Rutland 1985, σελ. 110).

Τα συμπτώματα της μειούμενης οικονομικής αποδοτικότητας και κρίσης περιγράφονται από τους υπευθύνους του σοβιετικού οικονομικού συστήματος, ήδη από τη δεκαετία του 1960, ως «εκτατική ανάπτυξη», όρος που υπονοεί την ταχύτερη αύξηση του συσσωρευμένου κεφαλαίου ως προς την παραγωγικότητα της εργασίας, ή και την επέκταση της παραγωγής με κύριο μοχλό τη χρήση όλο και περισσότερων μέσων παραγωγής (παραγωγικών εγκαταστάσεων), πρώτων υλών, υλικών κ.λπ. (και αντίστοιχα εργασιακής δύναμης), και όχι με την αύξηση της αποδοτικότητας του υπάρχοντος συστήματος (μέσα από την ανανέωση του παραγωγικού εξοπλισμού, την εισαγωγή καινοτομιών και νέας τεχνολογίας, την οικονομία στη χρήση σταθερού κεφαλαίου, δηλαδή την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας). (Liberman 1974, σελ. 153 κ.ε. Abalkin κ. ά. 1983, σελ. 354 κ. ε.). Το πρώτο ζητούμενο για τη σοβιετική ηγεσία ήταν, λοιπόν, η «στροφή στην εντατική ανάπτυξη», δηλαδή η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας με ψηλότερους ρυθμούς από την αύξηση του συσσωρευμένου πάγιου κεφαλαίου. Μέσα από αυτή τη στροφή επιδιώκεται και η αντιμετώπιση του προβλήματος των κλαδικών και τομεακών ανισορροπιών της οικονομίας: «Μπορούμε να επιταχύνουμε το ρυθμό αύξησης των παραγωγικών αποθεμάτων (μέσων παραγωγής, Γ.Μ.) και ταυτόχρονα να μειώσουμε, ή τουλάχιστον να μην αυξήσουμε το ποσοστό συσσώρευσης, το μερίδιο της συσσώρευσης στο εθνικό εισόδημα. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να αυξηθεί το μερίδιο της κατανάλωσης με τον ίδιο ή και ψηλότερο ρυθμό ως προς το μερίδιο των αποθεμάτων συσσώρευσης (...) Μια αύξηση του μεριδίου της κατανάλωσης στο εθνικό εισόδημα δεν πρέπει αναγκαστικά και ούτε πάντα να οδηγεί σε μια επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγής. Επιδιώκεται να δημιουργηθεί μια αναλογία μέσα από την οποία το αυξημένο επίπεδο της κατανάλωσης πυροδοτεί μια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Τότε είναι δυνατόν, να πετύχουμε μεγαλύτερη παραγωγική ικανότητα με μικρότερη δαπάνη» (Liberman 1974, σελ. 126 και 110. Το βιβλίο εκδόθηκε στα ρωσικά το 1970). «Είναι δυνατόν να επιταχύνουμε την αύξηση του εθνικού εισοδήματος ακόμα και με μειούμενο ποσοστό συσσώρευσης και επομένως με αυξανόμενο μερίδιο του αποθέματος κατανάλωσης, αν η αποτελεσματικότητα στη χρήση του αποθέματος συσσώρευσης αυξάνεται με ένα ακόμα γρηγορότερο ρυθμό» (Abalkin κ. ά. 1983, σελ. 365).

Όλες οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που εισήχθησαν στη σοβιετική οικονομία μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 δεν έθεταν σε αμφισβήτηση τους βασικούς άξονες λειτουργίας του οικονομικού συστήματος του «υπαρκτού σοσιαλισμού»: Τον κρατικό σχεδιασμό και τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του για τις κρατικές επιχειρήσεις, τη συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρους του υπερπροϊόντος στον κρατικό προϋπολογισμό, τη μονοπωλιακή ρύθμιση της οικονομίας κ.λπ. Αποτελούσαν τροποποίηση των μεθόδων ελέγχου της παραγωγικής διαδικασίας από τη μεριά του κράτους και των μεθόδων ώθησης των επιχειρήσεων προς τον εκσυγχρονισμό και την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, και όχι αλλαγή του χαρακτήρα των κοινωνικών οικονομικών σχέσεων που διέπουν τον «υπαρκτό σοσιαλισμό».

Οι μεταρρυθμίσεις αφορούσαν έτσι: α) στους στόχους του οικονομικού σχεδιασμού (με την εισαγωγή «ποιοτικών δεικτών», όπως π.χ. τεχνικές προδιαγραφές προϊόντων, ή δεικτών «εντατικής ανάπτυξης», όπως π.χ. την αντικατάσταση του όγκου της παραγωγής - μονάδες προϊόντος - με την προστιθέμενη αξία, ή την κερδοφορία, μαζί με δείκτες αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, ως κριτηρίων για την επίτευξη του σχεδίου), 6) στην τροποποίηση των κινήτρων για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (στενότερη σύνδεση των πριμ με την οικονομική αποδοτικότητα της επιχείρησης και τη στροφή στην «εντατική ανάπτυξη»), και γ) στη μεταρρύθμιση του τρόπου σχηματισμού των τιμών ώστε να ευνοηθεί και πάλι η στροφή στην «εντατική ανάπτυξη». Οι μεταρρυθμίσεις αυτές δεν μπόρεσαν όμως να ανακόψουν την τάση της οικονομίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού» προς τη στασιμότητα, τάση που με τον πιο γλαφυρό τρόπο σκιαγράφησε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980 η ίδια η νέα σοβιετική πολιτική ηγεσία (βλ. Γκορμπατσώφ 1987, Μηλιός Κυπριανίδης 1988).

Η πρώτη σημαντική μεταρρύθμιση υιοθετήθηκε από τον Κρουτσόφ, με την κατάργηση των οικονομικών υπουργείων και το πέρασμα των καθηκόντων τους σε ό,τι αφορά τον κρατικό σχεδιασμό σε 103 περιφερειακά «οικονομικά συμβούλια». Στόχος ήταν η αύξηση των δυνατοτήτων προγραμματισμού με βάση τις «τοπικές» ανάγκες, ώστε να ξεπεραστούν οι τομεακές και κλαδικές ανισορροπίες του συστήματος. Ο συντονισμός των τοπικών και περιφερειακών οργάνων σχεδιασμού στο πλαίσιο του κεντρικού σχεδίου εναποτέθηκε στην εισαγωγή και χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών, δηλαδή στην «επιστημονοτεχνική επανάσταση» και στο επίπεδο του σχεδιασμού. Το νέο σύστημα αποδείχθηκε περισσότερο αναποτελεσματικό από το προηγούμενο και έτσι καταργήθηκε το 1964, με την επανασυγκρότηση 47 κεντρικών οικονομικών υπουργείων κλαδικού σχεδιασμού. Ο αριθμός των υπουργείων και των ανάλογων οργάνων κλαδικού σχεδιασμού ξεπέρασε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 τα 90.

Η επόμενη μεταρρύθμιση, που θεωρείται και ως η περισσότερο ριζοσπαστική μέχρι την Περεστρόικα, υιοθετήθηκε το 1965 και είναι γνωστή ως «μεταρρύθμιση Κοσύγκιν». Σε ό,τι αφορά τους στόχους του σχεδιασμού, αντικατέστησε το κριτήριο του ακαθάριστου όγκου παραγωγής με ένα σύνολο από οκτώ βασικά κριτήρια αποδοτικότητας των επιχειρήσεων (μεταξύ των οποίων ο όγκος της παραγωγής που πουλήθηκε, το ύψος του «καθαρού εισοδήματος της επιχείρησης» - εναπομένοντος κέρδους, η ποικιλία της παραγωγής), και συνέδεσε στενότερα το σύστημα των υλικών κινήτρων προς τους εργαζομένους με την αποδοτικότητα (κερδοφορία) της επιχείρησης. Επιπλέον έδωσε περισσότερες αρμοδιότητες στους διευθυντές των επιχειρήσεων σε ό,τι αφορά τη διαχείριση της παραγωγικής διαδικασίας και του εργασιακού δυναμικού, ενώ δόθηκε η δυνατότητα στις επιχειρήσεις να ιδιοποιούνται ένα ψηλότερο ποσοστό από το συνολικό οικονομικό πλεόνασμα που παρήγαγαν. Στη συνέχεια υποβιβάστηκε ακόμα περισσότερο ο δείκτης του όγκου της παραγωγής που πουλήθηκε ως κριτήριο πραγματοποίησης του πλάνου των επιχειρήσεων, με βάση την εκτίμηση ότι το κριτήριο αυτό «μετατοπίζει τη δομή της παραγωγής προς όφελος προϊόντων τα οποία παράγονται από σχετικά ακρίδες πρώτες ύλες και υλικά (...) Οι δείκτες κέρδος και αποδοτικότητα ανταποκρίνονται σε πολύ ψηλότερο βαθμό στο καθήκον να προσανατολίσουν τις επιχειρήσεις προς το εργασιακό σύστημα των μεγαλύτερων δυνατών οικονομιών» (Άρθρο του Bjeloussow του 1969, παρατίθεται στο Liberman 1974, σελ. 153).

Η μεταρρύθμιση του 1965 έκανε φανερό ότι οι κεντρικές οίκο - νομικές αρχές σχεδιασμού και τα οικονομικά υπουργεία έχουν περιορισμένες δυνατότητες σε ό,τι αφορά την κατάρτιση του οικονομικού σχεδίου (πλάνου) των επιμέρους οικονομικών κλάδων και επιχειρήσεων. Έτσι, για να αντιμετωπισθεί η τάση των επιχειρήσεων για αποθεματοποίηση πρώτων υλών και υλικών (ώστε να καθίσταται ευκολότερη για αυτές η πραγματοποίηση του πλάνου), θεσπίσθηκαν αυστηρότερες διαδικασίες ελέγχου (και τμηματικής παροχής) των προμηθειών των επιχειρήσεων, ενώ παράλληλα καθορίσθηκαν ρήτρες που πρόβλεπαν τον περιορισμό της παροχής επενδυτικών μέσων από το κράτος σε εκείνες τις επιχειρήσεις που ξεπερνούσαν τους στόχους του πλάνου τους: «Σύμφωνα με αυτή την αρχή προκύπτουν απώλειες για την επιχείρηση εκείνη, η οποία μειώνει συνειδητά το πλάνο της σε σχέση με τις δυνατότητες της» (Liberman 1974, σελ. 21, οι υπογρ. δικές μου, Γ. Μ.).

Γίνεται λοιπόν φανερό, ότι στην πραγματικότητα, το οικονομικό σχέδιο από τη μια μεριά (και κατά κύριο λόγο) αποτελεί το μηχανισμό κρατικού ελέγχου των επιχειρήσεων που εξασφαλίζει την απόσπαση από το κράτος ενός τμήματος του υπερπροϊόντος, ενώ από την άλλη οι συγκεκριμένοι στόχοι του πλάνου αποτελούν την αποτύπωση ενός συμβιβασμού ανάμεσα στις κρατικές οικονομικές αρχές και στη διεύθυνση της επιχείρησης: Στην ουσία η διεύθυνση της επιχείρησης καθορίζει το ποσοτικό περιεχόμενο των στόχων τον πλάνου της και ο κεντρικός σχεδιασμός, μέσα από τη θέσπιση κινήτρων και αντικινήτρων, μέσα από τη μεταβολή της μορφής και της ιεραρχικής σημασίας των οικονομικών στόχων και «δεικτών» κ.λπ. λειτουργεί ως μοχλός πίεσης για την αύξηση της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων (για την αποδοχή από τις επιχειρήσεις ψηλότερων στόχων), δηλαδή, (στις συνθήκες της μονοπωλιακής ρύθμισης που χαρακτηρίζουν την οικονομία τον «υπαρκτού σοσιαλισμού») λειτουργεί, όπως ήδη είπαμε, ως «υποκατάστατο του κεφαλαιακού ανταγωνισμού».

Με βασική επιδίωξη τη δημιουργία κινήτρων στις επιχειρήσεις ώστε να στραφούν προς την «εντατική ανάπτυξη», αλλά και με επιπλέον στόχο τη γρηγορότερη ανάπτυξη της παραγωγής μέσων κατανάλωσης τέθηκε κατά την περίοδο αυτή και το ζήτημα της μεταρρύθμισης του τρόπου σχηματισμού των τιμών. Έγινε η εκτίμηση ότι ο παραδοσιακός τρόπος σχηματισμού των τιμών αναλογικά προς το μέσο κόστος παραγωγής ενός προϊόντος ευνοεί την «εκτατική ανάπτυξη», γιατί αποτελεί κίνητρο χρησιμοποίησης ακριβών πρώτων υλών και υλικών, που αυξάνουν το κόστος του τελικού προϊόντος: «Η διαμόρφωση των τιμών αναλογικά προς την τιμή του κόστους κάνει κερδοφόρες τις βιομηχανίες έντασης υλικών, χωρίς να τους παρέχει κίνητρα για να κάνουν οικονομία στις εισροές υλικών. Η διαμόρφωση των τιμών αναλογικά προς τους μισθούς, όπως πρότειναν ορισμένοι οικονομολόγοι, δεν είναι επίσης αποδεκτή. Τέτοιες τιμές δεν θα παρακινούσαν την κολλεκτίβα στο να μηχανοποιήσει την παραγωγή και να μειώσει τις εισροές ζωντανής εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Και οι δύο αυτές μέθοδοι σχηματισμού των τιμών είχαν επίσης το εξής μειονέκτημα: Δεν έπαιρναν υπόψη το ρόλο των μέσων παραγωγής, την ανάγκη για συνεχή ανανέωση τους και τον περιορισμό τους στις περιόδους της αντικατάστασης τους. Γι αυτό γίνεται τώρα πλατιά αποδεκτή η προσέγγιση των συντελεστών αναφορικά με το σχηματισμό των τιμών που παίρνει υπόψη της την ένταση εργασίας, την ένταση μέσων παραγωγής και την ένταση υλικών (...) Στις βιομηχανίες έντασης μέσων παραγωγής, όπως στην ηλεκτρική ενέργεια, η χοντρική τιμή σχεδιάζεται κατά τρόπο που να εγγυάται την ανανέωση των μέσων παραγωγής, στις βιομηχανίες έντασης εργασίας (...) θα πρέπει να παροτρύνει την ορθολογική χρήση της εργασιακής δύναμης (...) Οι τιμές σε βιομηχανίες όπως αυτή των τροφίμων πρέπει να παίρνουν επιπλέον υπόψη τον εντατικό ως προς τα υλικά χαρακτήρα της παραγωγής» (Abalkin κ. ά. 1983, σελ. 326).

Μέσα από τη διαμόρφωση διαφορετικών κριτηρίων σχηματισμού των τιμών για κάθε κλάδο παραγωγής διαφοροποιήθηκε και το ποσοστό αποδοτικότητας (κέρδους) κάθε κλάδου. Επιδιώχθηκε η διαμόρφωση ενός ποσοστού κέρδους των βιομηχανιών παραγωγής μέσων κατανάλωσης που να είναι σημαντικά ψηλότερο από αυτό των κλάδων παραγωγής μέσων παραγωγής, ώστε να καταστεί δυνατό να ξεπεραστεί το πρόβλημα της τομεακής ανισορροπίας της βιομηχανίας (βλ. Bettelheim 1975, σελ. 238). Πρόκειται για μια έμμεση μορφή διακλαδικού ανταγωνισμού, εφόσον η «μεταφορά κεφαλαίων» από τον ένα κλάδο παραγωγής στον άλλο διαμεσολαβείται πάντα από το κράτος. Αποδείχθηκε εντούτοις ότι το κίνητρο της «σχεδιασμένης αγοράς μέσων παραγωγής» (δηλαδή η εξασφαλισμένη, μέσω των συμβολαίων, διάθεση - ακόμα και ελαττωματικών - προϊόντων από τη μια κρατική επιχείρηση στην άλλη) είναι ισχυρότερο από το κίνητρο της ψηλότερης κερδοφορίας της επιχείρησης. Η επιδιωκόμενη άμβλυνση των ανισορροπιών του σοβιετικού παραγωγικού συστήματος δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι ενώ στο 2βο Συνέδριο του ΚΚΣΕ ο Μπρέζνιεφ υποστήριζε ότι «το πρωταρχικό καθήκον είναι η βελτίωση του εφοδιασμού με τρόφιμα και βιομηχανικά καταναλωτικά αγαθά» (παρατίθεται στο Φακιολάς 1989, σελ. 121) και στο πεντάχρονο 197175 προγραμματιζόταν μια αύξηση των καταναλωτικών ειδών κατά 48,6% (έναντι αύξησης 46,3% των μέσων παραγωγής), το αποτέλεσμα του πεντάχρονου ήταν μάλλον πενιχρό για τους κλάδους της «ελαφριάς βιομηχανίας»: 37% αύξηση της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών, έναντι 46% αύξησης της παραγωγής μέσων παραγωγής (Φακιολάς 1989, σελ. 125). Η εγγενής ροπή της οικονομίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού» προς την παραγωγή μέσων παραγωγής, τάση που πηγάζει από τη μονοπωλιακή ρύθμιση της οικονομίας και η οποία από ένα σημείο και μετά παίρνει τη μορφή «παραγωγής για την παραγωγή»7, οδήγησε στη δεκαετία του 1960 ορισμένους σοβιετικούς οικονομολόγους (χαρακτηριστικά αναφέρονται τα ονόματα των Jestignjejewa και Nikiforow) στην άποψη ότι «η παραγωγική δομή του τομέα II - δηλαδή της παραγωγής μέσων κατανάλωσης - είναι εντελώς ανεξάρτητη από τη δομή της παραγωγής μέσων παραγωγής» (Liberman 1974, σελ. 107).

Η συζήτηση σχετικά με τον τρόπο σχηματισμού των τιμών που διεξάχθηκε στην ΕΣΣΔ από το 1965 και μετά παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί μας επιτρέπει να αντιληφθούμε τόσο τη λειτουργία του κεντρικού σχεδιασμού όσο και τα όρια του απέναντι στη μεμονωμένη επιχείρηση (βλ. επίσης Bettelheim 1975, σελ. 218287). Τα όρια αυτά, που διαμορφώνονται σε αναφορά όχι μόνο με τους δύο κύριους ή μάλλον ορατούς πόλους της αντίφασης, τις κεντρικές υπηρεσίες σχεδιασμού και τους διευθυντές των επιχειρήσεων, αλλά σε αναφορά και με τη συχνά αθέατη παρουσία της εργατικής τάξης, έχουν σαν άμεση συνέπεια, μεταξύ άλλων, τη συνέχιση της λειτουργίας στο εσωτερικό κάθε βιομηχανικού κλάδου παθητικών επιχειρήσεων, δηλαδή επιχειρήσεων που παράγουν προϊόντα με κόστος ψηλότερο από τη χονδρική ή έστω την εργοστασιακή (μετά την αφαίρεση του ποσοστού της τιμής που αντιστοιχεί στο «φόρο κυκλοφορίας», βλ. παραπάνω παρ. 2.2) τιμή τους. Οι επιχειρήσεις αυτές θεωρούνται κοινωνικά χρήσιμες και επιδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ η μονοπωλιακή ρύθμιση της οικονομίας αποκλείει την εκτόπιση τους από την αγορά, ακόμα και αν παράγουν καταναλωτικά προϊόντα. Για να αντιμετωπισθεί η έλλειψη κινήτρων για αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (έλλειψη κινήτρων που συνδέεται με τη μονοπωλιακή ρύθμιση καθαυτή), μια μερίδα σοβιετικών οικονομολόγων μεταξύ των οποίων και ο Ε. Liberman (που οι απόψεις του καθοδήγησαν σε μεγάλο βαθμό τις μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 1960) πρότεινε (χωρίς τελικά να γίνει αποδεκτό) το σχηματισμό των τιμών με βάση όχι τους μέσους όρους κόστους (ή αποδοτικότητας) κάθε κλάδου, αλλά με βάση το κόστος (την αποδοτικότητα) των «οριακών», δηλαδή των ελάχιστα αποδοτικών, αλλά κοινωνικά χρήσιμων και Γι αυτό επιδοτούμενων παραγωγικών μονάδων. Ένας τέτοιος τρόπος σχηματισμού των τιμών, κατ' αναλογία με ό,τι συμβαίνει στον κλάδο των ορυχείων ή σε μια καπιταλιστική αγροτική οικονομία, θα επέτρεπε στις μονάδες ψηλής ή και μέσης αποδοτικότητας να αποκομίζουν μια «διαφορική βιομηχανική πρόσοδο», δηλαδή πρόσθετα κέρδη που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για το γρηγορότερο παραγωγικό εκσυγχρονισμό της οικονομίας. Επίσης το σχέδιο θα καθόριζε με τον τρόπο αυτό ένα κατώτατο («οριακό») επίπεδο αποδοτικότητας, κάτω από το οποίο δεν θα επιτρεπόταν να λειτουργεί καμιά επιχείρηση (Liberman 1974, σελ. 192 κ. ε.).

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσουμε ότι στη συζήτηση σχετικά με τη μεταρρύθμιση του σοβιετικού οικονομικού συστήματος στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1960, έκανε αισθητή την παρουσία της η λεγόμενη «οπτιμαλιστική σχολή», η οποία τόνιζε την ανάγκη κατάστρωσης των «πλέον ευνοϊκών» σχεδίων για την επίτευξη «εντός ενός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος ενός συγκεκριμένου μέσου βιοτικού επιπέδου» (Liberman 1974, σελ. 113). Το ενδιαφερόντων προτάσεων της σχολής αυτής είναι ότι, έστω και με έμμεσο τρόπο, πρότεινε την κατάργηση της μονοπωλιακής ρύθμισης της οικονομίας, υποστηρίζοντας «τη σταδιακή, αλλά όσο το δυνατόν γρηγορότερη μετάβαση από μια οικονομία της έλλειψης εμπορευμάτων σε μια οικονομία της ικανοποίησης των αναγκών» (Liberman 1974, σελ. 201). Όπως είναι γνωστό, οι απόψεις της οπτιμαλιστικής σχολής, αλλά και ορισμένοι από τους επιζώντες εκπροσώπους της (γνωστότερος είνα8 ο ακαδημαϊκός Aganbegyan) καθοδήγησαν τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις Γκορμπατσώφ, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980.

Οι μεταρρυθμίσεις του 1965 αποτέλεσαν την αφετηρία για την υιοθέτηση καθόλη την επόμενη περίοδο νέων μέτρων και κριτηρίων με κατεύθυνση τη μεταστροφή της σοβιετικής οικονομίας από την «εκτατική» στην «εντατική ανάπτυξη». Το 1967 καθιερώθηκε το «σήμα ποιότητας» για τα προϊόντα ψηλών προδιαγραφών. Το 1973 δημιουργήθηκαν οι «ενώσεις» επιχειρήσεων, με τη διοικητική συγχώνευση ενός αριθμού επιμέρους μονάδων σε κάθε «ένωση», ώστε να διευκολυνθεί η διοίκηση των επιχειρήσεων και η προσαρμογή τους στο πλάνο, σε ό,τι αφορά κυρίως τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων. Το δέκατο πεντάχρονο (1976 1980) ονομάσθηκε «πεντάχρονο ποιότητας» και οι «νόρμες» προσανατολίσθηκαν στη βελτίωση της τεχνολογικής στάθμης της παραγωγής, στην τήρηση των προθεσμιών των συμβολαίων κ.λπ. Το 1979 αντικαταστάθηκε το κριτήριο του όγκου της παραγωγής που πουλήθηκε με το κριτήριο της προστιθέμενης αξίας που παράχθηκε από την επιχείρηση σε συνδυασμό με την παράλληλη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Το 1984 θεσπίσθηκαν δύο κατηγορίες ποιότητας για τα βιομηχανικά προϊόντα ψηλών προδιαγραφών.

Παρά τις συνεχείς τροποποιήσεις του, το οικονομικό σχέδιο δεν κατάφερε να προκαλέσει μια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας των κρατικών επιχειρήσεων σε ένα τέτοιο βαθμό που να ανταποκρίνεται στις αντίστοιχες επιδόσεις των δυτικών καπιταλιστικών χωρών, ή έστω, σε βαθμό που να επιτρέπει μια ορατή βελτίωση της παραγωγικής δομής και του βιοτικού επιπέδου της ΕΣΣΔ. Η εγγενής στη μονοπωλιακή ρύθμιση της οικονομίας τάση στασιμότητας της παραγωγικότητας της εργασίας και της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων εξακολούθησε να κάνει έκδηλη την παρουσία της. Μια έκφανση της τάσης στασιμότητας που έγινε ιδιαίτερα ορατή από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 και μετά ήταν η χαμηλή ειδίκευση των επιχειρήσεων (ή άλλως η «τάση για αυτάρκεια»), σε συνδυασμό με τη χαμηλή χρησιμοποίηση της παραγωγικής δυναμικότητας τους. Πρόκειται για ένα αποτέλεσμα του διοικητικού ελέγχου (και έγκρισης) των προμηθειών που συνδέεται με την προώθηση του σχεδίου και τη μονοπωλιακή ρύθμιση της αγοράς (βλ. παραγρ. 2.2), το οποίο ως συνέπεια έχει τη διαρκή διακύμανση της απασχόλησης των μέσων παραγωγής της επιχείρησης από ένα ελάχιστο (εν αναμονή της έγκρισης από τις κεντρικές αρχές των απαραίτητων προμηθειών) σε ένα μέγιστο (μετά την εξασφάλιση των προμηθειών, για την εμπρόθεσμη κάλυψη των στόχων του πλάνου). Οι συνθήκες αυτές οδηγούν τους διευθυντές των επιχειρήσεων να «συσσωρεύουν περίσσιους υλικούς πόρους και βιομηχανικό εξοπλισμό, με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία τους» (Φακιολάς 1989, σελ. 103, βλ. για το ίδιο ζήτημα Rutland 1985, σελ. 128133). Παράλληλα οι επιχειρήσεις (που έτσι κι αλλιώς, λόγω της μονοπωλιακής ρύθμισης τείνουν προς το γιγαντισμό) συγκεντρώνουν στο εσωτερικό τους όλες εκείνες τις διαδικασίες επιδιόρθωσης, συντήρησης κ.λπ. των μέσων παραγωγής, αλλά και κατασκευής ενός μέρους των ημικατεργασμένων προϊόντων ή και εργαλείων που τους είναι απαραίτητα, οι οποίες τους επιτρέπουν να αποφύγουν τη χρονοβόρα διαδικασία των παραγγελιών σε άλλες επιχειρήσεις, της έγκρισης των προμηθειών τους από τις αρχές σχεδιασμού, κ.λπ. Όπως παρατηρούσε ο Liberman: «Ακριβώς εδώ προκύπτει το δίλημμα: Είναι προτιμότερο να κατασκευάσει κανείς τα ημικατεργασμένα προϊόντα στο εργοστάσιο του, παρότι αυτό θα κοστίσει ακριβά και η ποιότητα θα είναι προβληματική, πράγμα που όμως εγγυάται την τήρηση των προθεσμιών παρασκευής, ή πρέπει να επιλέξει να παίρνει αυτά τα τμήματα μέσω προμηθειών συνεργασίας με ένα ειδικευμένο εργοστάσιο; Στην τελευταία περίπτωση υπάρχει η εγγύηση ψηλής ποιότητας, ακόμα και η τιμή αναμένεται να είναι χαμηλότερη, εντούτοις είναι αμφίβολο αν η προμήθεια θα φθάσει στην ώρα της» (Liberman 1974, σελ. 141).

Η τάση στασιμότητας εξακολούθησε, λοιπόν, να κυριαρχεί στην οικονομία της ΕΣΣΔ και από το τέλος της δεκαετίας του 1970 προσέλαβε το χαρακτήρα μιας οικονομικής κρίσης, με τη ραγδαία αύξηση της κεφαλαιακής έντασης και την εξίσου ραγδαία μείωση των ρυθμών ανάπτυξης. Τα φαινόμενα αυτά αναγνωρίσθηκαν επίσημα από την μετά το 1985 πολιτική ηγεσία υπό τον Μ. Γκορμπατσόφ. Εδώ δεν θα αναφερθούμε διεξοδικά στις μεταρρυθμίσεις Γκορμπατσόφ, μια και το ζήτημα μας έχει ήδη απασχολήσει στο παρελθόν (Μηλιός Κυπριανίδης 1988, σελ. 51-61). Περιοριζόμαστε μόνο να επαναλάβουμε ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές είναι οι μόνες που (για πρώτη φορά) αμφισβήτησαν μια από τις βασικές αρχές λειτουργίας του οικονομικού συστήματος του «υπαρκτού σοσιαλισμού», τη μονοπωλιακή ρύθμιση της οικονομίας: «Πρέπει να διαμορφωθούν τέτοιες συνθήκες για τις επιχειρήσεις ώστε να ενθαρρύνεται ο οικονομικός ανταγωνισμός για την καλύτερη ικανοποίηση των καταναλωτικών απαιτήσεων, και οι αποδοχές των υπαλλήλων πρέπει να εξαρτώνται αυστηρά από τα τελικά παραγωγικά αποτελέσματα, από τα κέρδη (...) Η σύνθεση και ο όγκος των κρατικών παραγγελιών θα μειωθούν βαθμιαία με τον κορεσμό της αγοράς, για να αυξηθούν οι άμεσοι δεσμοί ανάμεσα σε παραγωγούς και καταναλωτές. Όταν θα έχουμε αποκτήσει την αναγκαία πείρα, θα τοποθετήσουμε τις κρατικές παραγγελίες σε ανταγωνιστική βάση (...)» (Γκορμπατσώφ 1987, σελ. 146 και 155). Απαραίτητο συμπλήρωμα της διαδικασίας κατάργησης της μονοπωλιακής ρύθμισης είναι και η αρχή της «αυτοχρηματοδότησης των επιχειρήσεων», που τέθηκε σε ισχύ από τις αρχές του 1988 και η οποία προβλέπει το κλείσιμο των μη κερδοφόρων επιχειρήσεων ή τη συγχώνευση τους με άλλες κερδοφόρες επιχειρήσεις.

Εκείνο που πρέπει να συγκρατήσουμε εδώ, είναι ότι ενώ οι μεταρρυθμίσεις Γκορμπατσώφ προωθήθηκαν αρχικά από τη σοβιετική ηγεσία ως μέτρα τροποποίησης του οικονομικού συστήματος του «υπαρκτού σοσιαλισμού», στην πορεία αποδείχθηκαν ως η αφετηρία ή η πυροδότηση της διαδικασίας ανατροπής αυτού του συστήματος (βλ. και Κυπριανίδης 1990). Ήδη η σοβιετική ηγεσία ανέλαβε την υποχρέωση να παρουσιάσει μέσα στο 1990 ένα «σχέδιο μετάβασης προς την οικονομία της αγοράς» (Τα Νέα, 17.8.1990, σελ. 19). Η σταθερότητα της όλης διαδικασίας μετασχηματισμού σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στη λαϊκή υποστήριξη που εξασφάλισε, καθώς προωθήθηκε παράλληλα με τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της χώρας. Έτσι η λαϊκή υποστήριξη προς τους πλέον «ανανεωτικούς» και «μεταρρυθμιστές» σοβιετικούς ηγέτες δεν ανακόπηκε, παρότι με την αυστηρότερη σύνδεση μισθών κερδών το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων δέχθηκε ένα ακόμα πλήγμα.

Η όλη πορεία μετασχηματισμού του «υπαρκτού σοσιαλισμού» αποδείχθηκε παράλληλα μια σχετικά μακρόχρονη διαδικασία. Τη σημερινή συγκυρία της διαδικασίας ανατροπής του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην ΕΣΣΔ συνοψίζουν με τον πιο γλαφυρό τρόπο οι δήμαρχοι της Μόσχας (Ροpον) και του Λένινγκραντ (Sobtschak) σε μια πρόσφατη συνέντευξη τους στο περιοδικό Der Spiegel. «Sobtschak: Εδώ η μόνη λύση ονομάζεται ιδιωτικοποίηση, προς όφελος ακόμα και του ξένου κεφαλαίου (...) Ροpον: Εδώ όμως αρχίζουν τα προβλήματα. Η Μόσχα δεν είναι κατά κανένα τρόπο προετοιμασμένη για την οικονομία της αγοράς (...) Sobtschak: Στη χώρα μας δεν μπορούν όλες οι περιοχές να περάσουν ταυτόχρονα και ομοιόμορφα στην οικονομία της αγοράς» (Der Spiegel, Nr. 32, 6.8.90, σελ. 124 κ. ε.). Η σοβιετική ηγεσία (ή έστω ένα τμήμα της) δεν κρύβει πλέον ότι το ζητούμενο της «μετάβασης» είναι ο δυτικός καπιταλισμός. Στο επόμενο κεφάλαιο θα επιχειρήσουμε να συνθέσουμε, με βάση όσα προηγήθηκαν, ορισμένα συμπεράσματα αναφορικά με τον κοινωνικό χαρακτήρα του σοβιετικού καθεστώτος και τη διαδικασία κατάρρευσης του.

4.    Ο κοινωνικός χαρακτήρας και η κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος

«Ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός σ' ένα πραγματικά επαναστατικό δημοκρατικό κράτος σημαίνει αναντίρρητα, αναπότρεπτα, ένα βήμα, μάλλον περισσότερα βήματα προς το σοσιαλισμό (...) Ο σοσιαλισμός δεν είναι τίποτε άλλο από το κρατικοκαπιταλιστικό μονοπώλιο, το οποίο χρησιμοποιείται προς όφελος ολόκληρου τον λαού και γι αυτό έχει πάψει να είναι καπιταλιστικό μονοπώλιο» (Λένιν, «Η επαπειλούμενη καταστροφή και πώς μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε», Οκτώβριος 1917, στο Lenin, «Ausgewaelte Werke», Bd. II, Berlin 1970, σελ. 299). «Οι μεγάλες τράπεζες είναι ο «κρατικός μηχανισμός» που μας χρειάζεται για την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού και που τον παίρνουμε έτοιμο από τον καπιταλισμό. (...) Η ποσότητα θα περάσει σε ποιότητα. Ενιαία κρατική τράπεζα, η μεγαλύτερη ανάμεσα στις μεγαλύτερες, με υποκαταστήματα σε κάθε επαρχία, σε κάθε φάμπρικα - να κιόλας τα εννιά δέκατα τον σοσιαλιστικού μηχανισμού. Αυτό σημαίνει λογιστική σε παγκρατική κλίμακα, καταγραφή της παραγωγής και της διανομής των προϊόντων σε παγκρατική κλίμακα, σημαίνει, (...) κάτι σαν το σκελετό της σοσιαλιστικής κοινωνίας» (Λένιν, «θα κρατήσουν άραγε οι μπολσεβίκοι την κρατική εξουσία;», Οκτώβριος 1917, στο Λένιν «Άπαντα», τ. 26, έκδοση 1956, σελ. 87).

Από όσα προηγήθηκαν γίνεται φανερό ότι οι κοινωνίες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» δεν μπορούν να εξομοιωθούν με τις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες. Η ειδοποιός διαφορά εντοπίζεται από τη μια στο «οικονομικό σχέδιο», δηλαδή στον έλεγχο από τη μεριά του κράτους της λειτουργίας των επιχειρήσεων σε συνδυασμό με την ιδιοποίηση από αυτό (τον κρατικό προϋπολογισμό) σημαντικού μέρους του παραγόμενου υπερπροϊόντος, και από την άλλη στη μονοπωλιακή ρύθμιση της οικονομίας, η οποία αποτελεί ακριβώς προϋπόθεση για την κρατική ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος. Η ειδοποιός αυτή διαφορά στο οικονομικό επίπεδο, διαπλέκεται με αντίστοιχες διαφοροποιήσεις στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο των κοινωνικών σχηματισμών, διαφοροποιήσεις που δεν θα μας απασχολήσουν στο πλαίσιο αυτού του άρθρου.

Οι θεωρητικές αναλύσεις που τείνουν να εξισώσουν τις ανατολικές κοινωνίες με αυτές των δυτικών καπιταλιστικών κρατών στηρίζονται σε δύο ειδών επιχειρήματα:

α) Μια αρνητική οριοθέτηση, δηλαδή τη θέση ότι τα ανατολικά κράτη δεν είναι σοσιαλιστικά, εφόσον ο σοσιαλισμός, σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία, αποτελεί το κοινωνικό καθεστώς της εργατικής εξουσίας, το οποίο ταυτόχρονα έχει το χαρακτήρα του καθεστώτος μετάβασης από τον καπιταλισμό προς τον κομμουνισμό, προς την αταξική κοινωνία. 6) Την αντίληψη ότι η οικονομική δομή των ανατολικών χωρών συγκλίνει, μέσα από τις μεταπολεμικές μεταρρυθμίσεις του οικονομικού σχεδιασμού (Bettelheim 1974, σελ. 147 κ. ε., 181 κ. ε., 193 κ. ε.), αλλά και τη μετεξέλιξη του καπιταλισμού σε «μονοπωλιακό» και «κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό» (Κλιφ 1983), προς αυτήν των δυτικών καπιταλιστικών χωρών.

Αν και αυτή η τελευταία αντίληψη σχετικά με την οικονομική δομή των ανατολικών (ή των δυτικών) χωρών θα πρέπει να θεωρηθεί, σύμφωνα με όσα αναπτύξαμε, λανθασμένη (ειδικότερα για τις θεωρίες περί «μονοπωλιακού καπιταλισμού» βλ. Μηλιός 1988 σελ. 84-114 και Μηλιός 1990 σελ. 71-77), με τη θέση για το μη σοσιαλιστικό χαρακτήρα των ανατολικών καθεστώτων συμφωνούμε απόλυτα:

Από τις απαρχές της σταθεροποίησης του, στη δεκαετία του 1930, ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» υπήρξε ένα κοινωνικό καθεστώς στο οποίο όχι απλώς απουσίαζε (είχε καταργηθεί) κάθε μορφή εργατικού ελέγχου στα μέσα παραγωγής, κάθε μορφή και κάθε θεσμός εργατικής και λαϊκής συμμετοχής ή δημοκρατίας, αλλά που χαρακτηριζόταν από μια ιστορικά πρωτοφανή κρατική τρομοκρατία ενάντια στις λαϊκές τάξεις (την εργατική τάξη και την αγροτιά). Η πολιτική δικτατορία9, η στέρηση και των στοιχειωδέστερων κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων (δικαίωμα στην απεργία, την ελευθεροτυπία, την πολιτική οργάνωση κ.λπ.) και η κρατική τρομοκρατία (εκτοπίσεις, στρατόπεδα συγκέντρωσης, μαζικές εκτελέσεις χωρίς δίκη κ.λπ.) προσέλαβαν ιδιαίτερα οξυμένες μορφές, οι οποίες ιστορικά απαντώνται, πέρα από τις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», μόνο στη χιτλερική Γερμανία και σε ορισμένες στρατιωτικές δικτατορίες του Τρίτου Κόσμου. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, η μόνη μαζική οργάνωση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η οποία συμμετείχε στην άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας και στον έλεγχο της παραγωγής διαμορφώθηκε ως ένας ιδιότυπος κρατικός μηχανισμός ελέγχου της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής, ο οποίος οργανώθηκε κατά το ιεραρχικό πρότυπο του «σύγχρονου» (αστικού) στρατού, και παρενέβαινε για να καταστήσει πολιτικά ανενεργή και αναποτελεσματική την καθημερινή πρακτική των εργαζόμενων τάξεων.

Η εξάλειψη κάθε μορφής εργατικού ελέγχου και εξουσίας αναφορικά με το «οικονομικό σχέδιο» ή τη διοίκηση των επιχειρήσεων, ο αποχωρισμός δηλαδή των εργαζομένων από τα μέσα παραγωγής και το παραγόμενο (υπερ)προϊόν, καθώς και η κρατική τρομοκρατία ενάντια στα λαϊκά στρώματα, υπήρξαν μορφές μιας κοινωνικής εξουσίας (ταξικής δικτατορίας) πάνω στις λαϊκές τάξεις, και όχι των λαϊκών τάξεων πάνω στους εκμεταλλευτές τους.

Συνέπεια αυτού είναι, όπως άλλωστε φαίνεται και από όσα εκθέσαμε στα κεφάλαια 2 και 3 αυτού του άρθρου, ότι τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» δεν αποτελούσαν καθεστώτα μετάβασης, δηλαδή τα βασικά δομικά χαρακτηριστικά τους που στα προηγούμενα περιγράψαμε, δεν μετεξελίσσονταν προς κάποια κατεύθυνση, δεν προέκυπταν νέες κοινωνικές σχέσεις και μορφές. Αντίθετα, στα 55 και πλέον χρόνια που διατηρήθηκε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» στην ΕΣΣΔ και τα 40 και πλέον χρόνια που επέζησε στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, είχε να επιδείξει μια σημαντική σταθερότητα και «ακαμψία» των κοινωνικών και οικονομικών του μορφών και δομών, ακαμψία η οποία όταν ανατράπηκε προσέλαβε το χαρακτήρα της κατάρρευσης του κοινωνικού καθεστώτος στην κατεύθυνση του δυτικού καπιταλισμού.

Με τις προκαταρκτικές αυτές παρατηρήσεις φθάνουμε και στο κύριο ερώτημα της ανάλυσης μας: ποια ήταν η δομή και ο χαρακτήρας της οικονομικής και κοινωνικής εξουσίας στα καθεστώτα αυτά και γιατί η κατάρρευση τους ξεκίνησε «από τα πάνω», δηλαδή από την κορυφή της πολιτικής (κρατικής και κομματικής) εξουσίας;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να δοθεί μόνο σε αναφορά με τη μαρξιστική έννοια του τρόπου παραγωγής: θυμίζουμε ότι ο τρόπος παραγωγής περιγράφει την ειδοποιό διαφορά ενός συστήματος ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, τα δομικά χαρακτηριστικά ενός ιστορικού τύπου οργάνωσης της κοινωνικής εξουσίας και συνακόλουθα της κοινωνικής συνοχής (αναλυτικότερα βλ. Μηλιός 1990α). Ο κάθε τρόπος παραγωγής έχει σαν βασικό θεμέλιο του τη σχέση των κοινωνικών τάξεων (αυτών που παράγουν και αυτών που ιδιοποιούνται το πλεόνασμα αυτής της παραγωγής) με τα μέσα παραγωγής (άρα και με το παραγόμενο προϊόν).

Η σχέση ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά μπορεί σχηματικά να θεωρηθεί ότι αποτελείται από δυο επιμέρους σχέσεις: 1. Μια σχέση κυριότητας, που αποτελεί και την κυρίαρχη πλευρά των σχέσεων ιδιοκτησίας: πρόκειται για τη δυνατότητα ιδιοποίησης του υπερπροϊόντος το οποίο παράγεται ή πρόκειται να παραχθεί από τα μέσα παραγωγής, και 2. μια σχέση κατοχής, δηλαδή τη δυνατότητα (την αρμοδιότητα) του να τίθενται τα μέσα παραγωγής σε λειτουργία.

Σε όλους τους τρόπους παραγωγής η κυριότητα ανήκει στην κυρίαρχη τάξη, η οποία ιδιοποιείται το παραγόμενο υπερπροϊόν της κοινωνίας. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ανήκει στην κυρίαρχη τάξη, την κεφαλαιοκρατία, και η κατοχή των μέσων παραγωγής. Ο εργαζόμενος διαχωρίζεται πλήρως από τα μέσα παραγωγής, έρχεται σε επαφή μαζί τους μόνο με τη μεσολάβηση του ατομικού κεφαλαιοκράτη που ιδιοποιείται την υπερεργασία του. Η αμοιβή της εργασιακής του δύναμης παίρνει έτσι τη μορφή του μισθού.10

Στα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» έχει αναιρεθεί ως ένα βαθμό ένα από τα δομικά στοιχεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: η ατομική ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος από το μεμονωμένο κεφαλαιοκράτη (τη μεμονωμένη επιχείρηση, ανεξάρτητα αν αυτή λειτουργεί υπό μια ιδιωτική, ή μια κρατική - ή «κρατικά ελεγχόμενη» όπως π.χ. οι σπουδαιότερες εμπορικές τράπεζες - μορφή). Η απόσπαση από τους εργαζόμενους του υπερπροϊόντος λαμβάνει, βέβαια, καταρχήν χώρα στη μεμονωμένη επιχείρηση, όπως ακριβώς και στον καπιταλισμό. Στη συνέχεια, όμως, το κράτος ιδιοποιείται, μέσω του «οικονομικού σχεδίου» ένα (το μεγαλύτερο) τμήμα του υπερπροϊόντος. Λέμε ότι η ατομική ιδιοποίηση αναιρείται ως ένα βαθμό (δεν καταργείται) γιατί η επιχείρηση εξακολουθεί να ιδιοποιείται άμεσα ένα τμήμα του υπερπροϊόντος (το «καθαρό εισόδημα της επιχείρησης»), ενώ παράλληλα διατηρεί σημαντικές εξουσίες στην κατάρτιση των στόχων του σχεδίου (βλ. παραπάνω), δηλαδή στην αναδιανομή του τμήματος του υπερπροϊόντος που ελέγχεται από το κράτος. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, στη σχέση κράτους επιχείρησης το κράτος παραμένει ο κυρίαρχος πόλος, καθώς η λειτουργία της επιχείρησης υπάγεται στον κρατικό έλεγχο και σχεδιασμό, ενώ παράλληλα (πράγμα που, όμως, αποτελεί τη δευτερεύουσα πλευρά του ζητήματος) οι ίδιοι οι διευθυντές των επιχειρήσεων διορίζονται και καταργούνται από το κράτος. Πρόκειται για την εγκαθίδρυση, πάνω στην ατομική ιδιοποίηση, μιας μορφής συλλογικής ιδιοποίησης, η οποία δεν πραγματοποιείται από τους εργαζόμενους, εφόσον αυτοί παραμένουν αποκλεισμένοι από το κράτος και την πολιτική (και οικονομική) εξουσία. Οι εργαζόμενοι παραμένουν αποχωρισμένοι από τα μέσα παραγωγής, εξουσιαζόμενοι και εκμεταλλευόμενοι.

Διαμορφώνεται, λοιπόν, με βάση τον κρατικό σχεδιασμό και την κρατική συλλογική ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος, μια συλλογική κυριότητα των μέσων παραγωγής από τη μεριά της «γραφειοκρατίας» που ελέγχει τις διευθυντικές λειτουργίες του κρατικού μηχανισμού και του οικονομικού (κρατικού) σχεδιασμού. Η ανώτατη αυτή «γραφειοκρατία» αποκτά το χαρακτήρα μιας νέας (ως προς την κλασική κεφαλαιοκρατία που εκτοπίζεται από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής) κυρίαρχης τάξης. Παράλληλα, βέβαια, η δευτερεύουσα πλευρά των σχέσεων ιδιοκτησίας, η κατοχή των μέσων παραγωγής, δηλαδή η διεύθυνση της καθαυτό εργασιακής διαδικασίας εξακολουθεί να παραμένει κατά κύριο λόγο στα χέρια των διευθυντών της κάθε επιχείρησης (βλ. και Bettelheim 1974, σελ. 112 κ. ε.), οι οποίοι και υπάγονται, μέσω του πλάνου και της συλλογικής - κρατικής ιδιοποίησης που αυτό συνεπάγεται, στην κρατική «γραφειοκρατία» και τις σχέσεις συλλογικής κυριότητας των μέσων παραγωγής.

Η εγκαθίδρυση σχέσεων συλλογικής κυριότητας των μέσων παραγωγής δεν συνιστά, κατά τη γνώμη μου, διαμόρφωση ενός νέου τρόπου παραγωγής στις κοινωνίες του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Αποτελεί απλά μια τροποποίηση του καπιταλιστικού τρόπον παραγωγής, αποτέλεσμα της οποίας βέβαια είναι οι διαφορετικές κοινωνικές μορφές που εμφανίζονται τόσο στο οικονομικό επίπεδο (το «σχέδιο», η μονοπωλιακή ρύθμιση), όσο και στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο («παλλαϊκό κράτος», όπως στη Δύση, αλλά μονοκομματικό σύστημα διακυβέρνησης, κυριαρχία των ιδεολογιών του ανθρωπισμού αλλά και ιδεολογική αντιπαράθεση στον «ιδιωτικό» καπιταλισμό, με τη διαμόρφωση του σοβιετικού μαρξισμού κ.λπ.). Λέμε ότι δεν πρόκειται για ένα νέο τρόπο παραγωγής γιατί εξακολουθούν να διατηρούνται τα βασικά δομικά χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: Ο πλήρης διαχωρισμός των εργαζομένων από τα μέσα παραγωγής (δηλαδή τόσο σε ό,τι αφορά την κυριότητα όσο και την κατοχή των μέσων παραγωγής), επιπλέον η εξαγωγή της υπερεργασίας στη μεμονωμένη επιχείρηση κάτοχο των μέσων παραγωγής. Πάνω σ' αυτές τις βάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, οι οποίες δεν αμφισβητούνται, παρεμβαίνει η τροποποίηση μέσω της συλλογικής κρατική σ κυριότητας των μέσων παραγωγής. Στο κριτήριο της κερδοφορίας που χαρακτηρίζει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής επιπροστίθεται τώρα το κριτήριο της διατήρησης και αναπαραγωγής της συλλογικής κρατικής κυριότητας.

Η διατήρηση της κυριαρχίας του «σχεδίου» πάνω στην επιχείρηση, ή αλλιώς, της σε κρατικό επίπεδο οργανωμένης άρχουσας τάξης πάνω στους διευθυντές των επιχειρήσεων αποτελεί απαραίτητη συνθήκη ύπαρξης του καθεστώτος του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Με βάση την παραπάνω παρατήρηση μπορούμε να ονομάσουμε την κρατικά οργανωμένη άρχουσα τάξη των κοινωνιών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» κρατική αστική τάξη. Μπορούμε, δηλαδή, να αποκρυπτογραφήσουμε τα ανατολικοευρωπαϊκά καθεστώτα ως καθεστώτα του κρατικού καπιταλισμού. Τονίζουμε και πάλι ότι πρόκειται για μια μορφή ταξικής κοινωνικής εξουσίας ιστορικά πρωτότυπη, η οποία διαφοροποιείται από την ταξική κοινωνική εξουσία στις δυτικές χώρες, αν και ανήκει στον ίδιο τύπο ταξικής κυριαρχίας επί των εργαζόμενων τάξεων όπως και στις δυτικές χώρες (πράγμα που νομιμοποιεί τη χρήση του όρου κρατική αστική τάξη). Πρόκειται για μια «αστική τάξη χωρίς καπιταλιστές», ή, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Ηλίας Ιωακείμογλου, για μια τάξη «με ασαφές περίγραμμα» (Ιωακείμογλου 1990), για μια κυρίαρχη τάξη, επιπλέον, «δυσδιάκριτη» καθώς τα όρια και οι λειτουργίες της συμφύονται και διαχέονται με τις πολιτικές λειτουργίες του κρατικού μηχανισμού καθώς, δηλαδή, το κράτος λειτουργεί ως «συλλογικός καπιταλιστής».

Με την έννοια αυτή είναι κατά τη γνώμη μου παραπλανητική, έστω ως ένα βαθμό, η θέση περί «παλινόρθωσης του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ», γιατί η θέση αυτή υπονοεί την επαναφορά της κυριαρχίας του καπιταλισμού στη μορφή που υφίστατο πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση, ή έστω στη μορφή που υφίσταται στη Δύση.

Αντίθετα, όμως, με ό,τι συμβαίνει στις χώρες του δυτικού καπιταλισμού, η συλλογική κρατική ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος στις ανατολικές χώρες συνεπάγεται τη συνύφανση ταύτιση του ανώτατου προσωπικού της κρατικής διοίκησης με την κρατική αστική τάξη. Σχηματικά θα μπορούσαμε να πούμε, ότι όρος για να ενταχθεί κάποιος στην κρατική αστική τάξη είναι να ανέλθει στις ανώτατες βαθμίδες της ιεραρχίας του κρατικού μηχανισμού. Η συνύφανση ταύτιση κρατικού μηχανισμού και κυρίαρχης τάξης οργανώνεται μέσω του μονοκομματικού πολιτικού συστήματος (του Κομμουνιστικού Κάματος και των «αντιπροσωπευτικών» θεσμών).

Επιπλέον, το μονοκομματικό πολιτικό σύστημα και η συνύφανση κρατικού μηχανισμού - κυρίαρχης τάξης παράγει σημαντικά ιδεολογικά και πολιτικά αποτελέσματα: Καθιστά το Κομμουνιστικό Κόμμα από τη μια «οργανωτή» της όλης κοινωνικής συνοχής (στο εσωτερικό του οποίου καταγράφονται και οι συμβιβασμοί ανάμεσα στην κυρίαρχη τάξη και τους εργαζόμενους), και από την άλλη το αναγορεύει σε σημαντικό μηχανισμό κοινωνικής ανέλιξης και ανόδου, επομένως, σε μηχανισμό νομιμοποίησης του καθεστώτος, σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της επίσημης κομματικής ιδεολογίας. Με βάση αυτή την παρατήρηση μπορούμε να αντιληφθούμε το γεγονός ότι στη φάση της κατάρρευσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού» από τη μια υποβαθμίζεται ο ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος έναντι των κρατικών μηχανισμών, ενώ παράλληλα οι άνθρωποι που μέχρι τη στιγμή εκείνη βρίσκονταν στα ηγετικά κλιμάκια του Κ. Κ. προβάλλουν απόψεις που κυμαίνονται από την υπεράσπιση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» μέχρι την υιοθέτηση των πιο ακραίων νεοφιλελεύθερων, εθνικιστικών κ.λπ. θέσεων (βλ. Κυπριανίδης 1990).

Η συνύφανση ταύτιση των ηγετικών κλιμακίων του κρατικού μηχανισμού με την κυρίαρχη κρατική αστική τάξη έχει ως άμεση συνέπεια την «πολιτικοποίηση» των κοινωνικών και οικονομικών αντιφάσεων του συστήματος, την «εσωτερίκευση» τους στα κορυφαία κέντρα άσκησης της πολιτικής εξουσίας.

Ο μηχανισμός κατάρρευσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην ΕΣΣΔ τοποθετείται ακριβώς σ' αυτή την «εσωτερίκευση» στο επίπεδο της «πολιτικής διακυβέρνησης» των αντιφάσεων που συνδέονταν με την παρατεταμένη μεταπολεμική τάση στασιμότητας και την μετέπειτα οικονομική κρίση της σοβιετικής οικονομίας (βλ. κεφάλαια 2 και 3 του άρθρου). Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι, όπως σημειώσαμε και παλιότερα (Μηλιός Κυπριανίδης 1988), οι αντιφάσεις αυτές, όπως και η τάση στασιμότητας αυτή καθαυτή πηγάζουν όχι από τα «τεχνικά χαρακτηριστικά» του σοβιετικού οικονομικού συστήματος, αλλά από τα κοινωνικά του χαρακτηριστικά, δηλαδή τις σχέσεις εξουσίας και την πάλη των τάξεων. Η οικονομική στασιμότητα δεν είναι παρά το συνώνυμο της αδυναμίας της κυρίαρχης τάξης να αυξήσει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης, να αυξήσει το υπερπροϊόν ως ποσοστό στο συνολικό παραγόμενο προϊόν. Και αυτή η αδυναμία δεν είναι παρά έκφραση του ταξικού συσχετισμού των δυνάμεων που παγιώθηκε στην ΕΣΣΔ και στις άλλες χώρες του κρατικού καπιταλισμού κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Ας δούμε, όμως, λίγο αναλυτικότερα τις συνθήκες που έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία κατάρρευσης του κρατικού καπιταλισμού.

Όπως τονίσαμε στα προηγούμενα, η κυριαρχία του κρατικού «σχεδιασμού» πάνω στη μεμονωμένη επιχείρηση αποτελεί τη βασική συνθήκη ύπαρξης της κρατικής κυριότητας των μέσων παραγωγής, επομένως, αυτού καθαυτού του καθεστώτος του κρατικού καπιταλισμού. Η αντίφαση έτσι «σχεδίου» - επιχείρησης αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό του καθεστώτος και, όπως είδαμε στο κεφάλαιο 3, στη διαχείριση και άμβλυνση αυτής της αντίφασης προσανατολίσθηκαν όλες οι μεταρρυθμίσεις του σοβιετικού οικονομικού συστήματος, ήδη από τη δεκαετία του 1950. Στην αντίφαση αυτή παρενέβη αποφασιστικά η σοβιετική εργατική τάξη, με τρόπους, βέβαια, και μεθόδους κατά κύριο λόγο συγκαλυμμένες και αφανείς, εφόσον στις συνθήκες της πολιτικής δικτατορίας και κρατικής τρομοκρατίας που χαρακτηρίζουν τον κρατικό καπιταλισμό δυσχεραίνονταν οι ανοικτές μορφές εργατικής παρέμβασης (απεργίες κ.λπ.). Η εργατική παρέμβαση καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την έκβαση αυτής της αντίφασης και τελικά (στο πλαίσιο της εσωκομματικής, διεθνοπολιτικής κ.λπ. συγκυρίας του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1980) την υιοθέτηση της «περεστρόικα», που αποτέλεσε και την αφετηρία για την κατάρρευση του καθεστώτος.

Η εργατική τάξη παρενέβη (μέσω των συνδικαλιστικών ή άλλων μορφών συγκρότησης που διέθετε) όχι για να αμφισβητήσει άμεσα το οικονομικό σύστημα του κρατικού καπιταλισμού, αλλά καταρχάς για να διευρύνει τα νόμιμα δικαιώματα της (πλήρης απασχόληση, σύστημα κοινωνικών παροχών, κ.λπ.) και παράλληλα για να εκμεταλλευθεί την εγγενή στο σύστημα αντίφαση σχεδίου επιχείρησης: Η παρέμβαση στην αντίφαση σχέδιο επιχείρηση πήρε συγκαλυμμένο χαρακτήρα, καθώς στόχευε στη μείωση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης μέσα από την «υπονόμευση του κρατικού σχεδίου»: πλασματική κάλυψη των στόχων του σχεδίου για την εξασφάλιση των προβλεπόμενων πριμ, καθορισμός στόχων και προσανατολισμών της παραγωγής ώστε να αυξάνει το εργατικό εισόδημα κ.λπ.

Στην παρέμβαση της αυτή η εργατική τάξη εξασφάλισε τη συμμαχία των διευθυντών των επιχειρήσεων, η θέση και οι αμοιβές των οποίων εξαρτώντο επίσης (ιδίως μετά τις μεταρρυθμίσεις του 1965) από την ικανότητα της επιχείρησης να (εμφανίζεται ότι) ανταποκρίνεται με επιτυχία στους στόχους του πλάνου (βλ» αναλυτικότερα και Μηλιός Κυπριανίδης 1988). Η μονοπωλιακή ρύθμιση της οικονομίας, η σταθερότητα δηλαδή της θέσης της επιχείρησης στην αγορά επέτρεπε τη σύναψη αυτής της συμμαχίας στο εσωτερικό της επιχείρησης. Αυτός είναι ο λόγος που, παρά τα συστήματα «σύνδεσης αμοιβής απόδοσης» (μισθός με το κομμάτι κ.λπ.), η σοβιετική ηγεσία διαπίστωνε μια τάση «εξίσωσης των πάντων», και παράλληλα ότι «εξαπλώθηκε η νοοτροπία ισοπέδωσης των μισθών» (Γκορμπατσώφ 1987, σελ. 25-27).

Στην αδυναμία διαχείρισης της αντίφασης σχεδίου επιχείρησης, στην αδυναμία δηλαδή υπέρβασης της τάσης στασιμότητας της σοβιετικής οικονομίας εντοπίζεται, όπως είπαμε, και η εκκίνηση της διαδικασίας ανατροπής του σοβιετικού κρατικού καπιταλισμού. Η συνέχιση της οικονομικής στασιμότητας υπονόμευε μεσοπρόθεσμα ακόμα και τη διεθνοπολιτική θέση της ΕΣΣΔ. Η σοβιετική ηγεσία ως άρχουσα τάξη ταυτιζόταν με τη διατήρηση της κρατικής ιδιοποίησης του υπερπροϊόντος, τη μονοπωλιακή ρύθμιση της οικονομίας κ.λπ. Παράλληλα, όμως, ως πολιτική ηγεσία, εκπρόσωπος των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του σοβιετικού κοινωνικού σχηματισμού αντιλαμβανόταν όλο και περισσότερο ότι το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ήταν αδύνατο να ξεφύγει από τη διαδικασία οικονομικής υποβάθμισης και φθοράς: Το μέτριο ή και πενιχρό βιοτικό επίπεδο, η συστηματική έλλειψη βασικών αγαθών και η πολιτική δικτατορία δεν ήταν δυνατόν να «εμπνεύσουν» τις λαϊκές μάζες για αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, «αναβάθμιση» της ποιοτικής στάθμης της παραγωγής κ.λπ. Αλλά και από την άλλη μεριά, οι «δυνάμεις της επιχείρησης», διευθυντές, μηχανικοί, ανώτερα στελέχη κ.λπ. δεν ήταν δυνατόν να κινητοποιηθούν στις συνθήκες αυτές για την αύξηση της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων, καθώς η κρατική κυριότητα τους στερούσε τα κίνητρα κέρδους που (στο δυτικό καπιταλισμό) συνδέονται με την ατομική κυριότητα των μέσων παραγωγής.

Η εσωκομματική και διεθνοπολιτική συγκυρία στα μέσα της δεκαετίας του 1980 δεν λειτουργούσε, επιπλέον, ανασταλτικά για τη μεταρρύθμιση του συστήματος. Η σοβιετική ηγεσία υιοθέτησε έτσι, τελικά, το στρατηγικό όραμα των «οπτιμαλιστών» της δεκαετίας του 1960 για «τη σταδιακή, αλλά όσο το δυνατόν γρηγορότερη μετάβαση από μια οικονομία της έλλειψης εμπορευμάτων σε μια οικονομία της ικανοποίησης των αναγκών» (Liberman 1974, σελ. 201). Με την «περεστρόικα» τέθηκε έτσι σε αμφισβήτηση ταυτόχρονα η μονοπωλιακή ρύθμιση της οικονομίας και το σύστημα της πολιτικής διακυβέρνησης, η πολιτική δικτατορία.

Το εγχείρημα της «περεστρόικα» δεν «σχεδιάσθηκε» από τη σοβιετική ηγεσία για να αμφισβητήσει τις δομές του κοινωνικού καθεστώτος του κρατικού καπιταλισμού (συλλογική κρατική ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος). αλλά για να του προσφέρει μια διέξοδο από την οικονομική στασιμότητα. Όμως, η υποχώρηση της πολιτικής δικτατορίας και της ανοικτής κρατικής τρομοκρατίας επέτρεψε την εμφάνιση στο πολιτικό προσκήνιο των μαζών, η οποία αν και «συγκρατημένη» ανέτρεψε τις ασταθείς ισορροπίες του συστήματος και πριμοδότησε τη λύση της «ελευθερίας» και της «αγοράς», θετικά οικονομικά αποτελέσματα δεν προέκυψαν μέχρι σήμερα.

όμως παράλληλα έγινε φανερό ότι η μονοπωλιακή ρύθμιση αποτελεί προϋπόθεση αλλά και συστατικό στοιχείο του ίδιου του «σχεδιασμού», δηλαδή της κρατικής ιδιοποίησης (μέρους) του υπερπροϊόντος. Η ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης δεν θα μπορούσε, δηλαδή, να είναι άλλη από την ανατροπή του σοβιετικού οικονομικού συστήματος. Από την άλλη ο εκδημοκρατισμός της πολιτικής και κοινωνικής ζωής έκανε φανερή τη μηδαμινή λαϊκή υποστήριξη που είχε το καθεστώς στην προηγούμενη του μορφή. Η «σύνθεση» των δύο αυτών αποτελεσμάτων της «περεστρόικα» υπήρξε εκρηκτική για τη συνοχή της σοβιετικής ηγεσίας, αλλά και του ίδιου του κοινωνικού συστήματος. Οι «εκσυγχρονιστές», δηλαδή εκείνοι οι σοβιετικοί αξιωματούχοι που στη νέα συγκυρία αντιλήφθηκαν και υιοθέτησαν την ανατρεπτική δυναμική της «περεστρόικα», βρέθηκαν επικεφαλής μιας πρωτοφανούς λαϊκής υποστήριξης, η οποία αν και δεν τους επέτρεψε να υπερκεράσουν την «κεντρίστικη» ηγεσία του ΚΚΣΕ (Γκορμπατσώφ), έστρεψε ολόκληρη την πλάστιγγα προς τις απόψεις τους: Η «περεστρόικα» είναι έτσι ήδη παρελθόν. Το μέλλον είναι η «οικονομία της αγοράς», και αυτό το μέλλον είναι πλέον αποδεκτό και από την πλειοψηφούσα τάση της σοβιετικής ηγεσίας υπό τον Γκορμπατσώφ.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια διαδικασία διάλυσης των κοινωνικών δομών και σχέσεων μέσα από τις οποίες συγκροτείτο μέχρι πρόσφατα η κρατική αστική τάξη: Τα οικονομικά υπουργεία διαλύονται, τα όργανα σχεδιασμού καταργούνται, ο κρατικός έλεγχος των επιχειρήσεων παραμερίζεται. Η κρατική αστική τάξη εξαλείφεται, παραμένοντας απλώς «κυβερνώσα τάξη» της σοβιετικής κοινωνίας: Εξακολουθεί να επανδρώνει τις ανώτατες βαθμίδες του κρατικού μηχανισμού, έχοντας χάσει (ή έστω χάνοντας σταδιακά) την οικονομική εξουσία της (την οικονομική κυριότητα) πάνω στα μέσα παραγωγής. Η «παραδοσιακή» αστική τάξη οικοδομεί και πάλι την εξουσία της: Οι επιχειρήσεις «απελευθερώνονται» από τον έλεγχο του σχεδίου, αποκτούν την κυριότητα των μέσων παραγωγής που βρίσκονται στην κατοχή τους, ελέγχουν τα κέρδη τους, την επενδυτική τους πολιτική. Ο κρατικός καπιταλισμός καταρρέοντας αποκαλύπτει το σκληρό του πυρήνα: τον καπιταλισμό. Η απόδοση στους (παλιούς ή σε νέους, λίγο ενδιαφέρει) διευθυντές των επιχειρήσεων και της νομικής ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων θα αποτελέσει την τυπική επικύρωση μιας διαδικασίας που έχει ήδη ξεπεράσει το σημείο μη επιστροφής.

Η παρένθεση του κρατικού καπιταλισμού έκλεισε.

Η πραγματικότητα του εργατικού κινήματος και της ριζοσπαστικής (μαρξιστικής) κριτικής, σε Δύση και Ανατολή, αποτελούν τις προϋποθέσεις για να τεθεί και πάλι το ζήτημα της εργατικής εξουσίας, δηλαδή το ζήτημα της ανατροπής του καπιταλισμού.

2. 9. 1990

1. Χρησιμοποιούμε τον όρο «οικονομικό σύστημα» γιατί στο άρθρο αυτό θα μας απασχολήσει σχεδόν αποκλειστικά η οικονομική βαθμίδα τον σοβιετικού κοινωνικού καθεστώτος. Παράλληλα αποκρυσταλλώνονται κατά την περίοδο αυτή και τα πολιτικά - κρατικά χαρακτηριστικά του σοβιετικού καθεστώτος, ψηφίζεται το ιστορικό Σύνταγμα του 1936 που διακηρύσσει το τέλος της δικτατορίας του προλεταριάτου στην ΕΣΣΔ (βλ. το άρθρο του Δ. Δημούλη σ' αυτό το τεύχος των θέσεων), ενώ συγχρόνως παγιοποιείται και το ιδεολογικό σύστημα του «σοβιετικού μαρξισμού» (βλ. Γ. Μηλιού, «Ο μαρξισμός ατό Μεσοπόλεμο και ο Σεραφείμ Μάξιμος», θέσεις 26 1989).

2. Ο «σοσιαλιστικός σχεδιασμός» δεν ταυτίζεται, βέβαια. αλλά υπερβαίνει την έννοια της «σχεδιασμένης ανάπτυξης», ή «σχεδιασμένης εκβιομηχάνισης», γιατί ως βασική του προϋπόθεση έχει τον έλεγχο των μέσων παραγωγής από την (κατέχουσα την πολιτική εξουσία) εργατική τάξη. Στο ζήτημα, όμως, αυτό θα αναφερθούμε στο κεφ. 4 του άρθρου μας.

3. Για να γίνει κατανοητή η ένταση της βιομηχανικής συγκέντρωσης αναφέρουμε ότι στην Ελλάδα (με πληθυσμό το 1 26 του σοβιετικού πληθυσμού) υπήρχαν στα μέσα της δεκαετίας του 1970 125 χιλιάδες επιχειρήσεις, εκ των οποίων οι 8.500 με περισσότερους από 10 εργατοϋπαλλήλους. Στην Ουγγαρία, με πληθυσμό ανάλογο με αυτόν της Ελλάδας, υπήρχαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 800 μόνο επιχειρήσεις (Rutland 1985. σελ. 198).

4. «Οι σχέσεις ανάμεσα στις σοσιαλιστικές επιχειρήσεις δεν είναι σχέσεις συναγωνισμού, όπως συμβαίνει στον καπιταλισμό, αλλά σχέσεις συνεργασίας για την εκπλήρωση παλλαϊκών καθηκόντων». «Στο σοσιαλισμό αναπτύσσεται πλατιά η σχεδιασμένη συνεργασία των βιομηχανικών επιχειρήσεων, δηλαδή η οργάνωση μόνιμων παραγωγικών δεσμών ανάμεσα στις επιχειρήσεις, που συμμετέχουν από κοινού στην παραγωγή κάποιου είδους, μα που η καθεμιά τους είναι οικονομικά αυτοτελής σε σχέση με τις άλλες» (Ακαδημία. .., 1954, σελ. 595 και 486).

5. «Η αναλογικότητα στην οικονομική ανάπτυξη εκφράζεται με την αντιστοιχία ανάμεσα στον όγκο και τη διάρθρωση της παραγωγής, από τη μια, και στον όγκο και τη διάρθρωση της ζήτησης, από την άλλη» (Abalkin κ.ά 1983, σελ. 297).

6. «Κάθε δέκα χρόνια ο όγκος κατανάλωση; πρώτων υλών. υλικών και. καυσίμων σχεδόν διπλασιάζεται» (Ν. Λομπάτσεφ, στο σοβιετικό περιοδικό Κομμουνίστ. No 31, 1981. Παρατίθεται από το Φακιολάς 1989, σελ. 71).

7. Για το ζήτημα αυτό ο Γκορμπατσώφ έγραφε: «Στην επιχείρηση γίνονται αναθέσεις και δίνονται πόροι. Πρακτικά όλες οι δαπάνες καλύπτονται, οι πωλήσεις των προϊόντων είναι ουσιαστικά εξασφαλισμένες» (Γκορμπατσώφ 1987, σελ. 145). Και στο 27ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ τόνιζε: «Να αποκλεισθεί η παραγωγή και η εκτέλεση περιττών παραγγελιών και χαμηλής ποιότητας προϊόντων, που γεμίζουν, όπως λέμε, τις αποθήκες» (Γκορμπατσώφ 1986, σελ. 45).

8. Ο όρος «πολιτική δικτατορία» είναι περιγραφικός και ως ένα βαθμό αδόκιμος. Εδώ χρησιμοποιείται για να επισημάνει όχι τις διαφορές του σοβιετικού καθεστώτος με τις δυτικές αστικές δημοκρατίες, αλλά τον αποκλεισμό της σοβιετικής εργατικής τάξης από την πολιτική εξουσία και τον έλεγχο των μέσων παραγωγής (εργατική δημοκρατία και εξουσία).

9. Αντίθετα, σ' όλους τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής η κατοχή των μέσων παραγωγής παραμένει στα χέρια των εργαζομένων: Οι εργαζόμενοι κατέχουν τα εργαλεία (μέσα εργασίας) με τα οποία παράγουν (π.χ. καλλιεργούν τη γη). Κατέχουν επίσης και τη γη. με την έννοια ότι κανείς δεν μπορεί να τους διώξει απ αυτήν, δεν μπορεί να τους «απολύσει». Η γη όμως (και τα εργαλεία) είναι στην κυριότητα των κυρίαρχων, με την έννοια ότι οι εργαζόμενοι υποχρεώνονται (με τη χρήση μάλιστα εξωοικονομικής βίας) να τους παρέχουν ένα συγκεκριμένο μέρος από το προϊόν που παράγουν, μέρος το οποίο αντιστοιχεί στο υπερπροϊόν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Abalkin L. Dzarasov S. Kulikov A. (1983): «Political Economy, a short course»,Progress Publ., Μόσχα.t

Aganbegyan, A. (1987): «Difficult steps towards restructuring», στο: Soviet Scene 1987, Progress Publ., Μόσχα.

Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ (1954): «Πολιτική Οικονομία», Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, Μόσχα.

Baran, Ρ. Α. (χωρίς χρονολ. έκδ.): «Η πολιτική οικονομία της σχεδιασμένης οικονομίας», Κάλοος, Αθήνα.

Bettelheim, Ch. (1974): «Μορφές ιδιοκτησίας στο μεταδοτικό στάδιο προς το σοσιαλισμό», Ράππας, Αθήνα.

Bettelheim, Ch. (1975): «Μετάβαση στη σοσιαλιστική οικονομία», Μπάυρον, Αθήνα.

Bettelheim, Ch. (1975a): «Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, 1η περίοδος 1917-1923», Ράππας, Αθήνα.

Bettelheim, Ch. (1978): «Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, 2η περίοδος 19231930», Ράππας, Αθήνα.

Γκορμπατσώφ, Μ. (1986): «Πολιτική εισήγηση της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ στο 27ο Συνέδριο του Κόμματος», Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.

Γκορμπατσώφ, Μ. (1987): «Περεστρόικα. Νέα σκέψη για τη χώρα μας και τον κόσμο», Νέα Σύνορα, Αθήνα.

Zaslavskaya, T. (1987): «We are for Perestroika, Perestroika is for us», στο: Soviet Scene 1987, Progress Publ., Μόσχα.

Ιωακείμογλου, Η. (1990): «To τέλος της Αριστεράς και η ανάδυση των αντικαπιταλιστικών κινημάτων», θέσεις 30, Αθήνα.

Κιριλέυκο, Α. Π. (1979): «Ο σχεδιασμός και η διεύθυνση της οικονομίας στον αναπτυγμένο σοσιαλισμό», Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.

Κλιφ, Τ. (1983): «Κρατικός καπιταλισμός στη Ρωσία», Παρουσία, Αθήνα.

Κυπριανίδης, Τ. (1990): «Ανατολικά της Εδέμ. (Σημειώσεις για τους μετασχηματισμούς στην ΕΣΣΔ)», θέσεις 32, Αθήνα.

Liberman, E. G. (1974): «Methoden der Wirtschaftslenkung im Sozialismus. Ein Versuch ueber die Stimulierung der gesellschaftlichen Produktion», Suhrkamp, Frankfurt M.

Μηλιός, Γ. (1988): «Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη», Εξάντας, Αθήνα.

Μηλιός, Γ. (1990): «Από τη "συντριβή της κρατικής μηχανής" στην "κρίση και μετεξέλιξη του κράτους". Η θεωρητική τομή στο έργο του Ν. Πουλαντζά», θέσεις 30, Αθήνα.

Μηλιός, Γ. (1990α): «Τρόποι παραγωγής και κοινωνικές σχέσεις στην ελληνική ύπαιθρο», Επιστημονική σκέψη 47, Αθήνα.

Μηλιός, Γ. Κυπριανίδης, Τ. (1988): «Η Περεστρόικα, ο μαρξισμός και η Αριστερά», θέσεις 2324, Αθήνα.

Rutland, Ρ. (1985): «The Myth of the Plan», Hutchinson and Co., London.

Schroeder, G. E. (1988): «The soviet economy under Gorbachev», Problemes Economiques, No 2064.

Σταμάτης, Γ. (1988): «Σχέδιο και αγορά στις σοσιαλιστικές οικονομίες»,

Κριτική, Αθήνα. Φακιολάς, Τ. Ε. (1989): «Η εμπειρία του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού στη Σοβιετική Ένωση», Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, Αθήνα.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή