Ο μακρύς χειμώνας της κρατικής τρομοκρατίας Εκτύπωση
Τεύχος 34, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1991


Ο μακρύς χειμώνας της κρατικής τρομοκρατίας
της Σύνταξης

Η επαγγελία της καπιταλιστικής «Αναγέννησης» Ο κυκλικός χρόνος είναι μια φιλοσοφική ιδεοληψία βαθιά ριζωμένη στις προκαταλήψεις του σύγχρονου απόγονου των προϊστορικών και αρχαίων φυλών, θα υποκλιθούμε σ' αυτό το μύθο, θα τον χρησιμοποιήσουμε ως υπόθεση εργασίας. Έστω, λοιπόν, ότι η ιστορία κάνει κύκλους, όπου κάθε τέλος είναι μια καινούργια αρχή. Αν αληθεύει αυτή η αντίληψη, τότε βρισκόμαστε στο μέσο ενός πολιτικού Μεσαίωνα χωρίς προηγούμενο: ιδεολογίες της πτώσης και της καταστροφής, Ιερά Εξέταση, αλλά και επαγγελία μιας νέας «ατομικότητας», ενός «διαφωτισμού» και μιας «Αναγέννησης». Ο νέος κόσμος που μας επαγγέλλονται θα χτιστεί πάνω στα συντρίμμια και τις στάχτες του παλιού. Επί το έργο, λοιπόν: το λόγο έχει σήμερα η καταστροφή, τότε αύριο θα υπάρξει η γη της επαγγελίας για όλους, θυμόμαστε τον Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Σας υπόσχομαι δάκρυα, δάκρυα και μόνον δάκρυα!» Κρίμα! Γιατί τα δάκρυα μπορεί να μας εμποδίσουν να διακρίνουμε την κοσμογονία που συντελείται υπογείως ολόγυρα μας.

Ο χρόνος δεν είναι βέβαια «απόλυτα» κυκλικός. Ακόμα και οι τροχιές των πλανητών δεν είναι ποτέ απόλυτα ίδιες. Ας το λάβουμε υπ' όψη μας προσθέτοντας ένα μικρό επίθετο στην τωρινή φάση του κύκλου. Ζούμε στο νεοφιλελεύθερο Μεσαίωνα, όπου ο νεοφιλελευθερισμός είναι η ράμπα που μας οδηγεί στην καπιταλιστική «Αναγέννηση», το εφαλτήριο που μας εκτοξεύει στη «νέα εποχή». Πυξίδα ο «περισσότερο επίκαιρος παρά ποτέ» Adam Smith και ο «Πλούτος των εθνών». Τα «σταφύλια της οργής» μπήκαν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Και όποιος δεν το καταλαβαίνει κακό του κεφαλιού του κάνει. Για τους απειθείς, τους ανήσυχους και «κινητικούς» υπάρχει η Διεθνής των Ιεροεξεταστών που αποφαίνονται για τους πραγματικούς νόμους της κοινωνίας. Μια πραγματική «Διεθνής» με το πιστοποιητικό εγκυρότητας σφραγισμένο σε Ανατολή και Δύση. «Όλοι πιστεύουμε τώρα πια τα ίδια πράγματα» θα πει ο Κ. Μητσοτάκης στη Βουλή. Όλοι;... εκτός ίσως από κάποιες μικρές νησίδες αμετανόητων που δεν μπορούν να δεχθούν το κεφάλαιο ως φυσικό νόμο, που δεν πίστεψαν ότι η «απαγόρευση της ταξικής πάλης» μπορεί να ονομάζεται «υπαρκτός σοσιαλισμός», που δεν αποδέχθηκαν τα πιστοποιητικά ποιότητας που απένεμε η «Αριστερά» στο κεφάλαιο ανάλογα με το μέγεθος του, που δεν υιοθέτησαν τα ψευδεπίγραφα «αναπτυξιακά» ιδεολογήματα του αστισμού και του λούμπεν συγγενούς του, της «Αριστεράς».

Η εποχή του νεοφιλελευθερισμού, ο νέος Μεσαίωνας της εποχής μας, είναι η εποχή της παντοδυναμίας του κεφαλαίου επί της εργασίας, ενός κεφαλαίου «γυμνού», χωρίς κοινωνικά περιττά στολίδια, του ενός και μόνου καπιταλισμού, που όσο κι αν αρθρώνεται διαφορετικά στο πλαίσιο του κάθε κοινωνικού σχηματισμού, έχει εντούτοις ως άξονα τον ανοιχτό ανταγωνισμό και την αγορά, παγκόσμιες καθολικές σταθερές. Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση, η νέα «Αναγέννηση», προβάλλει στον ορίζοντα στο τέλος μιας διαδικασίας που μόλις έχει αρχίσει, και που για να αχθεί εις πέρας οφείλει να υπερπηδήσει σειρά «εμποδίων», τις εμπεδωμένες κοινωνικές συμμαχίες και γενικότερα τις κοινωνικές σχέσεις του κράτους πρόνοιας που οφείλουν να μετασχηματιστούν ριζικά στην πορεία. Αν σε περιόδους σταθερότητας, οι μετατοπίσεις και οι μετασχηματισμοί είναι σταδιακοί και συνεχείς σε σημείο που να συγκαλύπτουν την κοινωνική βία των σχέσεων εξουσίας, στη φάση των ριζικών μετατροπών το στοιχείο της κοινωνικής οίας ανακτά την πρωτοκαθεδρία στους χειρισμούς. Η κοινωνία μετασχηματίζεται βίαια «εκ των άνω», αφού προηγήθηκε μια μακρά περίοδος ιδεολογικής προσαρμογής και θητείας στη μοιρολατρία, μέσα από την έκπτωση του μεταρρυθμισμού και τον εκφυλισμό του σε μια μορφή «κοινωνικής καθυστέρησης». «Έκλεισε ο πρώτος κύκλος του νομοθετικού έργου της κυβέρνησης» είπε πάλι ο Κ. Μητσοτάκης. Πράγματι! Οι λάτρεις των «θεσμών» είδαν να θεσμοποιείται το νέο πλαίσιο άσκησης κρατικής βίας απέναντι στις κοινωνικές αντιστάσεις. Και τώρα περνάμε στη δεύτερη φάση: από τη «θεωρία» στην «πράξη». Μπαίνουμε στο μακρύ χειμώνα της κρατικής τρομοκρατίας.

Πολιτικό ποτ πουρί καθημερινής βίας Κάθε συγκεκριμένη πολιτική περιβάλλεται από μια ιδεολογική άλω, ένα ιδεολογικό περίβλημα που στόχο έχει να προϊδεάσει, να προετοιμάσει και να ομογενοποιήσει τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα σχετικά με την αναγκαιότητα της συγκεκριμένης κρατικής παρέμβασης. Η ανάγκη για μια «βαθιά τομή» εμπεδώθηκε μέσα από την οικονομική καταστροφολογία που κράτησε πάνω από ένα έτος. Τον Απρίλιο ήταν όλα έτοιμα για μια μετωπική επίθεση ενάντια στις «συντεχνίες» που έμελλε να ξετυλιχθεί με αμείωτο ρυθμό και τη μορφή παλιρροϊκών κυμάτων στους μήνες που ακολούθησαν. Η πρώτη νικηφόρα αναμέτρηση του κράτους με τη «συντεχνία» των απανταχού εργαζομένων ξεκίνησε με την περικοπή των εισοδημάτων, αλλά ολοκληρώθηκε με το νόμο για «την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό» δηλ. την απελευθέρωση των εργασιακών σχέσεων. Τον ίδιο καιρό συντρίβεται με τα ΜΑΤ και τις απειλές ατομικών απολύσεων η απεργία της ΟΛΜΕ. Επιλεκτική βία προς γνώση και παραδειγματισμό της κοινωνίας.

Η νέα αν και δυσχερέστερη αυτή τη φορά επικράτηση της κυβέρνησης γίνεται στο ζωτικό χώρο των κοινωνικών ασφαλίσεων μετά το καλοκαίρι. Ο Κ. Μητσοτάκης ακλόνητος με την νεοαποκτηθείσα ψήφο του κραδαίνει το χαρτί με τα βερεσέδια των ταμείων, σαν τον μπακάλη της δεκαετίας του '50, και επιβάλλει δια νόμου την απαξίωση της εργασιακής δύναμης ως υποσχετική για το μέλλον. Η βία περιορίζεται εδώ στο κοινοβουλευτικό της ένδυμα όσον αφορά τη συνολική αντιμετώπιση των εργαζομένων. Για να μη νομιστεί όμως ότι τα πάντα γίνονται με το γάντι υπάρχει ευτυχώς και μια «μικρά μειοψηφία», των δυνάμει ανέργων στις υπό εκποίηση προβληματικές που θα νοιώσει την αφή του κρατικού βούρδουλα, αφού δεν πείθεται ότι η μελλοντική ανεργία είναι προς όφελος της. Ταυτόχρονα το κράτος δεν προσλαμβάνει πάλι τους έκτακτους που δικαιώνονται στα δικαστήρια, για να γίνει επιτέλους κατανοητό ποιος κάνει κουμάντο στο μαγαζί. Τα ρόπαλα των ΜΑΤ έχουν πάλι το λόγο...

Το τρίτο κύμα που ξετυλίγεται το Δεκέμβριο έχει να κάνει με τη ρύθμιση εκκρεμοτήτων από το παρελθόν. Τα νομοσχέδια που η ψυχαναλυτική θεωρία θα κατέτασσε στις «μεταθέσεις» έχουν το λόγο: το νομοσχέδιο για την «προστασία του δικαιώματος της απεργίας» (πρόκειται για την απαγόρευση των απεργιών) και το νομοσχέδιο για την «προστασία από το οργανωμένο έγκλημα» (ο νόμος που με πρόσχημα την τρομοκρατία θεσπίζει την κρατική τρομοκρατία με μια ταχυδακτυλουργική σύνδεση τρομοκρατίας και ναρκωτικών σε σημείο που νομίζεις ότι ζεις στην Κολομβία). Ο τελευταίος έχει μάλιστα την πρωτοτυπία να εφαρμόζεται πριν καν ψηφιστεί, στις συλλήψεις σκοπιμότητας που έγιναν με αφορμή το «χτύπημα» της 17Ν προκειμένου να κατασκευαστούν «ένοχοι». Εδώ δεν έχουμε το στοιχείο της βίας ως συνοδευτικό της πολιτικής αλλά τη θέσπιση της βίας ως θεσμού άσκησης πολιτικής.

Και για να κλείσει ο κύκλος, κατατέθηκε ο προϋπολογισμός '91 («προϋπολογισμό αφαίμαξης» τον χαρακτηρίζει η Καθημερινή στις 2.12.90) που κυρίως πατάσσει το εργασιακό εισόδημα και έχει τη γενικευμένη ύφεση για σημαία του, ενώ παράλληλα, μέσα σε γενική μαθητική και φοιτητική αναταραχή δίνεται με δόσεις το νομοσχέδιο για τις αλλαγές στην παιδεία που προβλέπουν περικοπές των στοιχειωδών παροχών σίτισης, στέγασης, βιβλίων κλπ. «νέα» μέτρα πειθαρχίας στα σχολεία, μέχρι και ένα ακόμη «νέο» σύστημα εισαγωγικών εξετάσεων. Και για να αποβάλλουν τα παιδιά τις κακές συνήθειες του παρελθόντος (μια και δεν αρκούν οι βαθμοί στο δημοτικό η εξαγγελλόμενη κατάργηση των επιτρεπόμενων «αδικαιολόγητων» απουσιών και το point system «καλής διαγωγής») πέφτουν βροχή οι μηνύσεις για «διατάραξη οικιακής ειρήνης» εναντίον των καταληψιών μαθητών. Η βία για να είναι αποτελεσματική πρέπει να αρχίζει από νωρίς. Η τρομοκρατία είναι ο καλύτερος σύμβουλος για την κοινωνική πειθάρχηση.

Αναφέραμε ορισμένους βασικούς άξονες της κρατικής πολιτικής της πρώτης φάσης και τις συνοδευτικές εκφάνσεις βίας και κρατικά ενορχηστρωμένης τρομοκρατίας της περιόδου. Για τη βία ισχύει ό,τι και για την οικονομία. Λόγω της καταβαράθρωσης της κοινωνικής πειθαρχίας που έφερε η «επαίσχυντη» οκταετία του ΠΑΣΟΚ απαιτούνται αρχικά μερικά μέτρα αιχμής για να συνειδητοποιήσουν οι ενδιαφερόμενοι πόσο κακή είναι η κατάσταση (πρόκειται για το «εισπρακτικό» σκέλος της πολιτικής της βίας). Την περίοδο αυτή βρισκόμαστε στη φάση «σταθεροποίησης» της βίας, για να προχωρήσουμε στη συνέχεια στην «ανάπτυξη»...

Πολλές φορές, όμως, εξίσου ενδιαφέρον με τις γενικές τάσεις της συγκυρίας παρουσιάζει και το αλατοπίπερο της καθημερινής αυθαιρεσίας. Εδώ θα αντικρίσουμε τη «μικροφυσική» της κρατικής οίας όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τις ασυντόνιστες πρακτικές και πρωτοβουλίες των φορέων της. Ας παραθέσουμε λοιπόν κάποια ενδιαφέροντα περιστατικά, τερπνά αλλά καθόλου ωφέλιμα:

- Ο από τη Ν.Δ. διορισμένος πρόεδρος της ΛΑΡΚΟ καταγγέλλει ατασθαλίες στην επιχείρηση και τις προσπάθειες εκποίησης της και παύεται από τον υπουργό με το αιτιολογικό ότι αντιτίθεται στην πώληση της επιχείρησης επειδή «θέλει την καρέκλα».

- Ο υπουργός Παλαιοκρασάς εξυμνεί τη μείωση της φορολογίας των μισθωτών που πρώτος αυτός υποτίθεται ότι τόλμησε, ενώ ταυτόχρονα αναγγέλλει την μη τιμαριθμοποίηση των αφορολόγητων ποσών και τη ντε φάκτο κατάργηση των αφορολόγητων με αποδείξεις.

- Ο ακέραιος Έβερτ καταργεί την πλειοψηφία του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου αλλοιώνοντας τη σύνθεση του επειδή δεν είναι φιλοκυβερνητική, ενώ, βεβαίως, το όργανο δεν συνεδρίαζε όλο αυτό τον καιρό με χειρισμούς του προέδρου του.

- Ο υπουργός Κοντογιαννόπουλος καταργεί την επετηρίδα για τους διορισμούς των εκπαιδευτικών και σκοπεύει να την αντικαταστήσει με «αδιάβλητες» εξετάσεις.

- Ο υπουργός Σούρλας πραγματοποιεί έφοδο με τηλεοπτικά συνεργία και «αποκαλύπτει» τις πλασματικές εφημερίες των γιατρών, το γνωστό συμφωνημένο τρόπο άτυπης αύξησης των αποδοχών τους.

- Το δικαστήριο προσκυρώνει μια ακόμη έδρα στη ΝΔ, επιβεβαιώνοντας πρόβλεψη του πρωθυπουργού. Η βουλή αποφασίζει δια πλειοψηφίας περί της συνταγματικότητας του εκλογικού νόμου, του «τρομοκρατικού» νόμου κλπ.

Ο κατάλογος μπορεί να συνεχιστεί. Εμείς εξαντληθήκαμε και σταματάμε.

Οι λογιστές στην Εξουσία «Μέσα σε μια οικονομική και κοινωνική πολιτική δεν εμπλέκονται μόνο νούμερα. Τα νούμερα είναι στην ουσία "σημεία" που παραπέμπουν σε βαθύτερα και άρα μονιμότερα φαινόμενα ανθρωπίνων επιθυμιών, επιδιώξεων, συνηθειών και παραδόσεων... Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η Οικονομία ήταν από την αρχή και εξακολουθεί να είναι πολιτική. Ζούμε, ευτυχώς, σε ανταγωνιστική κοινωνία (που γίνεται πιο ανταγωνιστική σε περίοδο κρίσης), όπου η «Πολιτική Οικονομία» ενδιαφέρεται, σχεδόν αποκλειστικά, για τα δυναμικά μοντέλα οικονομικής πολιτικής, για εκείνα δηλαδή που συγκεντρώνουν ισχυρές θελήσεις προς μια ορισμένη κατεύθυνση. Μόνο γι αυτό το λόγο η Οικονομία είναι Πολιτική, θα ξεπεράσουμε την κρίση, όχι γιατί με διάφορους τεχνοκρατικούς συνδυασμούς των οικονομικών μεγεθών θα μειώσουμε π.χ. τον πληθωρισμό (αυτό είναι νοητό μόνο ως προϋπόθεση) αλλά γιατί σε κάποιο σημείο του κοινωνικού σώματος θ' αρχίσει να σχηματίζεται ένα, μικρό ή μεγάλο, κοινωνικό περίσσευμα και, κυρίως, όταν στο ίδιο σημείο θ' αρχίσουν να συγκεντρώνονται ισχυρές ατομικές θελήσεις για την παραγωγική διαχείριση του. Το κοινωνικό αυτό περίσσευμα μπορείτε να το ονομάσετε κέρδος και τη διαχείριση του "καπιταλιστική". Το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Άλλωστε δεν υπάρχει πλέον άλλη ονομασία». (Καθημερινή, κύριο άρθρο 21.10.1990).

Το παραπάνω μακρό απόσπασμα αποτελεί απόσταγμα της λογικής της κρατικής διαχείρισης σε μια φιλελεύθερη ανταγωνιστική οικονομία και στηλιτεύει τη «λογική των αριθμών», κοινώς το «μπακάλικο» που έχουμε αντιμετωπίσει δυο χρόνια τώρα από τη Ν.Δ.: ελλείμματα, χρέη, προβληματικές, οικονομική καταστροφή. Η Καθημερινή στηλιτεύει την απουσία «οράματος» και «στόχων», στηλιτεύει τη «λογιστική της εξουσίας», το 1 τρις. έλλειμμα των ταμείων και τα 15 τρις. χρέη του δημοσίου που απαγγέλλει με δυσκοίλιο ύφος ο Κ. Μητσοτάκης όπου πάει και όπου βρεθεί. Το ζήτημα είναι προφανές: η παραγωγή δεν είναι «νούμερα», είναι διαδικασία, προοπτική, στόχοι, είναι οι κοινωνικές σχέσεις εξουσίας, η ηγεμονία που εκφράζουν, είναι και «όραμα». Ή έστω, απλά, το κεφάλαιο δεν είναι χρήμα είναι σχέση που διασφαλίζει την παραγωγή υπεραξίας («το πλεόνασμα») από την κυριαρχούμενη εργασία. Οι «αριθμοί» διακόπτουν τον κύκλο, «μετατρέπουν» το κεφάλαιο σε αριθμητικό μέγεθος, είναι πλασματικοί. Όμως οι αριθμοί, η χρήση τους είναι όπως οι λέξεις, ο λόγος. Εμφανίζονται υποδηλώνοντας κάτι, μια θέση, μια πολιτική. Ας δούμε λοιπόν ποια είναι η πολιτική για να κρίνουμε το σχεδόν πρόδηλο δίκαιο των διαπιστώσεων της Καθημερινής.

Η πολιτική έχει πολλές πλευρές. Ας αρχίσουμε λοιπόν μια σύντομη περιήγηση στην πολιτική οικονομία. «Είναι τελείως αναπόφευκτο για οικονομίες όπως η δικιά μας, όταν κάνεις μια περιοριστική πολιτική να αδικείς ορισμένα άτομα... θα υπάρξουν κοινωνικές αδικίες εκ των πραγμάτων... δυσκολίες και ταλαιπωρίες για αυτούς που έχουν χαμηλά εισοδήματα, για τις οικογένειες που δεν έχουν δεύτερο εισόδημα... Εμείς συγκρατούμε τις αυξήσεις ακριβώς για να ρίξουμε τον πληθωρισμό και συνεπώς να κερδίσουν τελικά και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι... Τώρα οι θυσίες γίνονται για την ανόρθωση της οικονομίας», θα πεί ο Ε. Χριστοδούλου για τα εισοδηματικά (Το Βήμα, 2.12.90). Ο Στ. Αργυρός του ΣΕΒ θα επισημάνει σχετικά με το νέο πλαίσιο: «Η γιορτή τέλειωσε. Φτάσαμε τα όρια μας και η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο, τόσο στο Δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα... είναι ακόμη σημαντικό να αντικαθίστανται αυτοί που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να προσαρμοστούν στο νέο περιβάλλον» (Τα Νέα, 22.11.90). Αναλυτικότερα γι' αυτή την «αντικατάσταση» θα μιλήσει ο Ε. Χριστοδούλου: «θα έχει θύματα το πράγμα. Έτσι έχουμε μια ανεργία γιατί φεύγουμε από τις επιδοτούμενες απασχολήσεις. Πάντως δεν θα φθάσουμε σε πολύ υψηλά επίπεδα όπως η Ισπανία» (Καθημερινή, 28.10.1990). Είναι, όμως, άκρως απαραίτητη αυτή η «αναπροσαρμογή» της απασχόλησης διότι, όπως θα μας πει ο Ν. Νικολάου: «Υπουργός που διευθύνει παραγωγικό υπουργείο μας εξομολογείτο προχθές: "Έχω 11.000 υπαλλήλους εκ των οποίων είναι ζήτημα αν μου δουλεύουν οι 100"». (Το Βήμα, 28.10.1990). Το πρώτο τζίνι βγήκε λοιπόν ήδη από το μπουκάλι των κρατικών θαυματοποιών: είναι η ανεργία. Και τα πρώτα μηνύματα είναι «ελπιδοφόρα»: η ανεργία αγγίζει σήμερα το 9% και ως το τέλος του έτους θα φθάσει το 10%, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, και υπολογισμούς που δημοσιεύονται στο Βήμα (25.11.90) για τις σημερινές τάσεις. Μάλιστα εκτιμάται ότι μέσα στο 1991, με τις απολύσεις από τις προβληματικές και τη συγκυρία της ύφεσης, το ποσοστό ανεργίας θα αυξηθεί κατά 50%, θα ανέρχεται δηλαδή σε 15% (Το Βήμα 25.11.90).

Μπροστά σ' αυτή τη δυσοίωνη προοπτική ας παραθέσουμε τα παρηγορητικά λόγια του Αθ. Κανελλόπουλου από άρθρο του (Το Βήμα, 15.11.1987) που γράφτηκε παλιότερα: «Η ανεργία είναι πριν απ' όλα ηθικό πρόβλημα. Είναι έκφραση ηθικής καταδίκης μιας κοινωνίας που επιχειρεί διαλογή της ανθρώπινης αξίας ως χρήσιμης ή άχρηστης και ταπεινώνει με την απαράδεκτη αυτή αποδοκιμασία τον πολίτη». Αυτή η φράση προτείνουμε να - γραφεί πάνω στα κουπόνια φαγητού που κάποτε θα μοιράζονται στους ανέργους, ως συνδυασμός πνευματικής και υλικής τροφής.

Το δεύτερο hat trick είναι ο «σταθεροποιητικός» προϋπολογισμός λιτότητας. Αυξήσεις μισθών 10% κάτω από τον προσδοκώμενο πληθωρισμό, αύξηση άμεσων και έμμεσων φόρων, πρόσθετη φορολογία εισοδήματος και λιγότερες φοροαπαλλαγές για τους μισθωτούς, φορολογία των τόκων από καταθέσεις αδιακρίτως του κατατεθειμένου ποσού. Ειδικά για τις καταθέσεις αξίζει να σημειωθεί ότι επιχειρείται μια αναδιανομή υπέρ του κεφαλαίου, προφανώς ως αντιστάθμισμα της περιόδου 23 ετών όπου τα πραγματικά επιτόκια έγιναν θετικά. Σήμερα με πραγματικό επιτόκιο της τάξης του - 5% αφαιρούνται άλλες δυο μονάδες. Και οι στόχοι είναι πολλαπλοί: ροή προς τους τίτλους του δημοσίου που εξαιρούνται της φορολογίας, αλλά και τόνωση της κερδοσκοπίας, πράγμα που το αισθάνθηκε αμέσως το χρηματιστήριο με τη θεαματική άνοδο των μετοχών στις αρχές Δεκεμβρίου. Όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε ένα καταιγισμό δηλώσεων πάταξης της φοροδιαφυγής με επιστέγασμα εκείνο το καθόλου λαϊκίστικο της φορολογίας στις «βίλες των βορείων προαστίων».

Όμως όλα αυτά τα μέτρα αποκαλύπτουν και το μέγεθος της απάτης που συντελείται μπροστά στα μάτια μας στο φόντο της καταστροφολογίας. Ένα από τα δεινά της ελληνικής οικονομίας υποτίθεται ότι είναι το «ακριβό» χρήμα, τα υψηλά επιτόκια που δυσχεραίνουν τις επενδύσεις. Αλλά τι κάνει η φορολόγηση των τόκων των καταθέσεων; Ανεβάζει και άλλο τα επιτόκια εφ' όσον υπάρξει τάση διαφυγής καταθέσεων από τις τράπεζες (όπως εκτιμάται ότι θα γίνει). Το κράτος φορολογεί, κατά δεύτερο λόγο, τις καταθέσεις για να συλλάβει εν μέρει τουλάχιστον το φοροδιαφεύγον εισόδημα. Όμως εξαιρεί τα κρατικά ομόλογα. Άρα το φοροδιαφεύγον εισόδημα καταφεύγει εκεί με διπλό όφελος: εξακολουθεί να φοροδιαφεύγει και αμοίβεται επιπλέον με υψηλά επιτόκια και ευνοϊκές ρήτρες. Αυτό δεν λέγεται απάτη, ονομάζεται οικονομική πολιτική.

Και ας κλείσουμε με το τρίτο πακέτο που μας προσφέρουν οι μάγοι της οικονομίας: η νομισματική πολιτική. «Η πολιτική των υψηλών πραγματικών επιτοκίων θα συνεχιστεί για όσο διάστημα το απαιτεί η μάχη κατά τη πληθωρισμού» θα πει ο Ε. Χριστοδούλου (Γα Νέα, 7.11.90). Ο Δ. Χαλικιάς της Τράπεζας της Ελλάδος προτείνει καθήλωση των επιτοκίων στις καταθέσεις Ταμιευτηρίου, περιορισμό των δανείων προς μικρομεσαίους, περιορισμό των στεγαστικών, αγροτικών, βιοτεχνικών δανείων μέσω μείωσης των επιδοτήσεων κλπ. Προσθέστε σε όλα αυτά τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης για τα αποτελέσματα του έκτακτου Συμβουλίου Κορυφής της ΕΟΚ στη Ρώμη που εύχεται την επιτάχυνση των διαδικασιών νομισματικής ενοποίησης και θα καταλάβετε ότι η σημερινή πολιτική δεν είναι ούτε ευκαιριακή, ούτε κοντοπρόθεσμη. Υποδηλώνει τη μονιμότερη υιοθέτηση μιας μονεταριστικής νομισματικής πολιτικής σε συνδυασμό με τις περιοριστικές νομισματικές πολιτικές που ασκούνται τον καιρό αυτό στην Ευρώπη. Το όπλο της νομισματικής πολιτικής, που εκτείνεται από τις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών έως τις επιδοτήσεις τομέων της παραγωγής ή της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, συρρικνώνεται προοπτικά σύμφωνα με το μονεταριστικό δόγμα της ρυθμισμένης ελαφρός αύξησης της κυκλοφορίας του χρήματος μέσω της κεντρικής τράπεζας. Η συνέπεια είναι άμεση για την εργασία: όσα πλεονεκτήματα κέρδιζε το (ελληνικό) κεφάλαιο από επιδοτήσεις, συναλλαγματικές αναπροσαρμογές κλπ., μέσω των ρυθμίσεων του εθνικού κράτους που το ευνοούσαν στον ανταγωνισμό του με τα κεφάλαια των ανταγωνιστριών χωρών, οφείλει τώρα να τα αποσπάσει από την εργασία. Η εντατικοποίηση της εργασίας («εξορθολογισμός της παραγωγής») είναι το αποτέλεσμα της νέας πολιτικής και οι εκφάνσεις της είναι πολλές: ένταση της εκμετάλλευσης, για τους εργαζόμενους, ανασφάλεια και τρομοκρατία των υποαπασχολούμενων, «νέες εργασιακές σχέσεις», ανεργία..

Η πολιτική αυτή έχει όνομα: είναι η πολιτική της ύφεσης. Σχεδιασμένη, προγραμματισμένη και σταθερή πολιτική ύφεσης. Είναι μια πολιτική που συνδυάζει την ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας, περιστολή του εργατικού εισοδήματος, αύξηση της ανασφάλειας, ανεργία και την κοινωνική πειθάρχηση. Αυτό είναι το νόημα της σημερινής οικονομικής και γενικότερα κοινωνικής πολιτικής της κυβέρνησης, αυτό είναι το «όραμα» της: η επίθεση ενάντια στην εργασία. Αυτός είναι ο κύριος αντίπαλος και εδώ δίνεται η μάχη. Είναι φυσικό λοιπόν όταν δίνεται μια μάχη να υπάρχουν απώλειες και από το «φίλιο» στρατόπεδο. Μερικές μερίδες του κεφαλαίου πλήττονται επίσης από την πολιτική της ύφεσης. Ας. μην ξεχνάμε όμως ότι οι μερίδες αυτές θα είναι οι πρώτες που θα επωφεληθούν από την πάροδο της ύφεσης, που δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη πολιτική, αλλά είναι πολιτική αιχμής για την ανατροπή κοινωνικών συσχετισμών. Ανταγωνισμός δεν υπάρχει μόνο ανάμεσα στα κεφάλαια αλλά - κυρίως - ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Εδώ κάπου σταματά η απλή εικόνα του κύριου άρθρου της Καθημερινής: για να υπάρξει η «παραγωγή» και το «πλεόνασμα» εκτός από «όραμα» χρειάζεται η υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, η κοινωνική πειθάρχηση της. Ιδιαίτερα στην περίοδο της κρίσης όταν ο ανταγωνισμός οξύνεται.

Ο αβάσταχτος ρεαλισμός της αντιπολίτευσης Ο προσδιορισμός της στάσης της αντιπολίτευσης στη σημερινή συγκυρία με βάση το χαρακτηριστικό του «πολιτικού ρεαλισμού» είναι ήπιος. Πολλοί μιλούν για απουσία αντιπολίτευσης, με πρώτο τη τάξει τον Κ. Μητσοτάκη. Και όλοι σχεδόν τη συνδέουν με εξωτερικά στοιχεία: η συναλλαγή περί την «κάθαρση» όσον αφορά το ΠΑΣΟΚ, η αμηχανία από την «κατάρρευση του κομμουνισμού» αναφορικά με τον Συνασπισμό. Είναι όμως πραγματικά αυτά τα αίτια της επιεικώς «χλιαρής» στάσης της αντιπολίτευσης απέναντι στην αποκαθήλωση κάθε έννοιας κοινωνικής πολιτικής και κοινωνικής αλληλεγγύης που έχει απομείνει στην ελληνική κοινωνία;

Ας σταθούμε κατ' αρχήν στο ζήτημα της «κάθαρσης». Για ν' αποτελεί ζήτημα στη διελκυστίνδα των διαπραγματεύσεων μεταξύ κυβέρνησης και ΠΑΣΟΚ, προϋπόθεση είναι το ΠΑΣΟΚ να βρίσκεται σε δύσκολη θέση αναφορικά μ' αυτό και να το διαπραγματεύεται «πακέτο» με την αντιπολιτευτική στάση του. Όμως, ο Α. Παπανδρέου θα απαντήσει στην κλήση σε απολογία από τον ανακριτή με μια επιστολή που είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από απολογία, ενώ τόσο ο Συνασπισμός όσο και ο Κ. Μητσοτάκης προσωπικά σπεύδουν να χαρακτηρίσουν την κλήση Παπανδρέου «εσπευσμένη». Η εντύπωση είναι ότι αν κάποιοι διαπραγματεύονται αυτοί είναι οι «κατήγοροι» και όχι ο Α. Παπανδρέου. Η Καθημερινή θα προβεί στις εξής διαπιστώσεις για τα κίνητρα της παραπομπής: «Η μεν ΝΔ και ο κ. Κ. Μητσοτάκης προσωπικώς τελούσαν υπό το άγχος της ανόδου στην εξουσία, η δε Αριστερά νόμισε και επίσπευσε ότι της δινόταν η πλέον κατάλληλη ευκαιρία για μια τελική και αποφασιστική εκκαθάριση παλαιών και νέων λογαριασμών με το ΠΑΣΟΚ και τον κ. Α. Παπανδρέου προσωπικώς» για να καταλήξει: «Ας κάνουν ό,τι θέλουν αλλά ας μην εμπαίζουν τον λαό... θα ρωτήσει ίσως κάποιος: Δεν θα ήταν καλύτερο για την ηρεμία του τόπου να τερματιστεί αυτή η υπόθεση; Ίσως θα ήταν... θα παρατηρήσει ίσως ο αναγνώστης ότι στο άρθρο αυτό δεν αναφέρεται πουθενά η λέξη κάθαρση. Δεν αξίζει τον κόπο να μιλούμε για κάθαρση ίσως δεν άξιζε ποτέ. Δεν είμαστε ικανοί για οποιαδήποτε κάθαρση» (Καθημερινή, κύριο άρθρο 18.11.90). Αυτή τη δύσκολη θέση των «εταίρων της κάθαρσης» έχει πλήρως αντιληφθεί ο Α. Παπανδρέου, γι αυτό και η επιστολή του στον ανακριτή είναι αρκούντως προκλητική. Ο συμβιβασμός της αντιπολίτευσης, του ΠΑΣΟΚ, δεν οφείλεται σε συγκυριακούς υπολογισμούς. Αλλά τότε σε τι οφείλεται;

Στοιχεία για την αντιπολιτευτική αφλογιστία του ΠΑΣΟΚ θα λάβουμε από δυο γεγονότα: το μήνυμα των δημοτικών εκλογών και τις εσωτερικές εξελίξεις στο κόμμα αυτό. Κατ' αρχάς, οι δημοτικές εκλογές έφεραν στην επιφάνεια μια οξύτατη κοινωνική πόλωση, μια πτώση της δύναμης της ΝΔ κατά ένα ποσοστό και την πλήρη επικράτηση του ΠΑΣΟΚ στον αντιπολιτευτικό χώρο. Προς τι λοιπόν η αμηχανία; Η ΝΔ μπορεί να χάνει μεγάλα ποσοστά στις εργατικές συνοικίες αλλά κερδίζει μικροαστικά στρώματα και εξασφαλίζει μια κοινωνικά συμπαγή βάση που εμφορείται από τις προσδοκίες της «νέας εποχής». Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να καταγράφει αισθητή μετατόπιση υπέρ του στις εργατικές και λαϊκές συνοικίες, πρόκειται όμως για μια πλειοψηφία αποδεκατισμένη, εξαγριωμένη και αγανακτισμένη από την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, αδύναμη να αντιδράσει συντονισμένα, δηλαδή να στρατευτεί στην προοπτική μιας «εναλλακτικής» διαχείρισης του συστήματος. Παρά την αριθμητική ισοψηφία των δυο μεγάλων κοινωνικών μπλοκ που καταγράφηκαν στις δημοτικές εκλογές φαίνεται σήμερα ότι η κοινωνική δυναμική και η ηγεμονία των χειρισμών βρίσκεται από την πλευρά της αναδιάρθρωσης.

Το γεγονός της ηγεμονίας του νεοφιλελεύθερου πολιτικού λόγου στις εξελίξεις αντανακλάται και στο δεύτερο σκέλος των αιτίων πολιτικής αφλογιστίας του ΠΑΣΟΚ: την εσωκομματική του κατάσταση. Δεν ενδιαφέρει εδώ η πρόσφατη «ρήξη» στην Κ.Ε. ούτε η αστοχία του Α. Παπανδρέου στους χειρισμούς της. Ενδιαφέρει όμως το γεγονός ότι χρησιμοποίησε την έννοια της «συνομωσίας» για να χαρακτηρίσει την πολιτική μετατόπιση του στίγματος του κόμματος στη σημερινή συγκυρία. Η διένεξη είναι υπαρκτή και δεν εντοπίζεται στο πρόσωπο του Α. Παπανδρέου· αφορά την πολιτική. Αρκεί να δούμε τα δυο στρατόπεδα που αντιπαρατάχθηκαν: από τη μια οι «λαϊκιστές», οι εθνικιστές και οι παραδοσιακοί σοσιαλδημοκράτες και από την άλλη οι παλιοί και νέοι «εκσυγχρονιστές» με πολιτική ηγεμονία των δεύτερων. Ο Α. Παπανδρέου ηγείται των πρώτων αλλά συνάπτει πολιτικά δάνεια με τους δεύτερους: μιλά για την ανάγκη «εκσυγχρονισμού» του πολιτικού λόγου του ΠΑΣΟΚ και την αδυναμία του να εμφανίσει εναλλακτικό κυβερνητικό πρόγραμμα. Με τους άστοχους χειρισμούς του Α. Παπανδρέου αποκαλύφθηκε εικονικά αυτό που ίσχυε σε λανθάνουσα μορφή, ο ηγετικός ρόλος που διαδραματίζει πολιτικά και οργανωτικά ο Κ. Σημίτης στην μετακυβερνητική περίοδο προσαρμογής του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος φάνηκε επιπλέον να συνάπτει συμμαχία με τον κατ' εξοχήν «προεδρικό» Κ. Λαλιώτη. Αυτό το πολιτικό πλαίσιο είναι εκείνο που καθορίζει τους χειρισμούς στο ΠΑΣΟΚ.

Τα βασικά προγραμματικά στοιχεία της «ιδεολογίας Σημίτη» είναι από καιρό γνωστά: μάχη κατά των «συντεχνιών», ευρωπαϊκός «προσανατολισμός», εναρμονισμός της οικονομικής πολιτικής με τα κοινοτικά δεδομένα, αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, δραστική μείωση των ελλειμμάτων κλπ. Πρόσφατα, σε άρθρο του στο Βήμα (4.11.90) ο πρώην υπουργός διευρύνει την οπτική του: άμεση ένταξη στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), στέρηση της νομισματικής πολιτικής ως μέσο οικονομικής πολιτικής, όχι στην Ευρώπη των δύο ταχυτήτων (ο Κ. Μητσοτάκης έχει πραγματικά καλή συντροφιά). «Οι υποτιμήσεις για να διασώσουμε την παραπαίουσα βιομηχανία θα ανήκουν στο παρελθόν. Η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων θα προκύπτει από περιορισμό του κόστους και βελτίωση της παραγωγικότητας. Η πίεση στο κόστος εργασίας θα είναι ιδιαίτερα μεγάλη, θα υπάρξει μείωση εισοδημάτων... Χρειάζεται ταχύτερη, πιο τολμηρή και πιο αποτελεσματική πολιτική οικονομικής σταθεροποίησης» (Το Βήμα, 4.11.90). Αυτό είναι το περιρρέον πολιτικό κλίμα μέσα στο οποίο ασκεί πολιτική ο Α. Παπανδρέου. Βεβαίως, οι φραστικές εξάρσεις υπάρχουν ακόμη: «Είναι προϋπολογισμός απελπισίας. Περιέχει στοιχεία ανακατανομής πάλι των φορολογικών βαρών σε βάρος των μη προνομιούχων, των εργαζομένων... Το νομοσχέδιο για τις απεργίες αποτελεί νομοθέτημα που παραβιάζει το Σύνταγμα... και οδηγεί ουσιαστικά στην κατάργηση της απεργίας και στην αποδοχή από τον απλό Έλληνα εργαζόμενο της μοίρας του... (Μήπως) προχωρήσουμε σε νόμους αντισυνταγματικούς, για να διαμορφωθεί ένα ολοκληρωτικό κράτος;» (Γα Νέα, 1.12.90),Ταυτόχρονα θα δεχθεί στη συζήτηση στη Βουλή στις 27.11.90 ότι «υπάρχει το λεπτό θέμα για το αναγκαίο προσωπικό για την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου», ενώ για την τρομοκρατία θα προτείνει «να συγκροτήσουμε διακομματική επιτροπή για να μπουν οι βάσεις για μόνιμη διεθνή συνεργασία». Νομίζουμε ότι το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ δεν είναι κάποια πολιτικάντικη συναλλαγή στην «κάθαρση» (στην οποία άλλωστε έχει, όπως φάνηκε, πρωτοβουλία χειρισμών), αλλά βαθύτατα πολιτικό. Η συνολική πολιτική στροφή του στον «εκσυγχρονισμό», στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση με κάποιους κοινωνικούς μαϊντανούς, το οδηγεί σε μια μακρά κούρα αντιπολίτευσης, ενώ συντείνει στον ευνουχισμό των κοινωνικών αντιστάσεων που αναπτύσσονται σε διάφορους κοινωνικούς χώρους. Το ΠΑΣΟΚ πάσχει πολιτικά και όχι αναφορικά με τη δυνατότητα ελιγμών στη συγκυρία. Η μήτρα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης αποτύπωσε ανεξίτηλα πάνω του τα χαρακτηριστικά της και την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού επί της ιδεολογίας του.

Αν το ΠΑΣΟΚ πραγματοποιεί τη«ρεαλιστική» πολιτική στροφή του πατώντας στέρεα πάνω στο έδαφος της κοινωνίας και των ανησυχιών των εργαζομένων που πλήττονται, ο Συνασπισμός, απογειωμένος από παλιά στις ψηλές σφαίρες της κρατικής διαχείρισης παραπαίει αιωρούμενος στο κοινωνικό και πολιτικό κενό. Αν δεν ήταν τόσο καταστροφικό για τη στοιχειώδη στήριξη των κοινωνικών αντιστάσεων, θα ήταν πραγματικά διασκεδαστικό να παρακολουθεί κανείς πώς ο χώρος της ιστορικής Αριστεράς αποσυντίθεται σε ένα αμιγώς νεοδημοκρατικό λόμπι (την ΕΑΡ και τα ανεξάρτητα, υστερικά αντιΠΑΣΟΚ στελέχη) και μια μερίδα που αναζητά εναγωνίως τις προφάσεις και τις διόδους για συνεργασία και τελικά ένταξη στο ΠΑΣΟΚ (ΚΚΕ). Πώς να κάνει μια κοινωνικά ευαισθητοποιημένη αντιπολίτευση ο Συνασπισμός, όταν η εκλογικά ανύπαρκτη ΕΑΡ καλεί σε «ψήφο κατά συνείδηση» (δηλ. ΝΔ)στις δημοτικές εκλογές λόγω του ότι αγνοήθηκαν οι «τοπικές κοινωνίες» στις οποίες αυτή (η ΕΑΡ) απλά δεν υφίσταται; Όταν ο Ν. Κωνσταντόπουλος μιλά για την κάμψη του Συνασπισμού εκτιμώντας ότι οφείλεται στο ότι «κάμφθηκε η πολιτική του επιθετικότητα σε θέματα πολιτικής αιχμής και αξιοπιστίας και έγιναν φανερές κάποιες αναδιπλώσεις, που επιβλήθηκαν από εσωτερικά προβλήματα»; (Καθημερινή, 11.11.1990). Οι «χούλιγκαν» της κάθαρσης αγνοούν ότι η Ελλάδα έχει σήμερα ως πολιτικό πρόβλημα αιχμής την ολομέτωπη επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία; Ή όταν ο Γρ. Φαράκος επισημαίνει ότι «το να ηττηθεί η ΝΔ και η πολιτική της, είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για μια εναλλακτική διέξοδο στη ζωή της χώρας»; Η ικανή συνθήκη είναι, βεβαίως, να ηττηθεί το κίνημα των κοινωνικών αντιστάσεων και μετά να ανακτηθεί η πλειοψηφία στο συνέδριο του ΚΚΕ από τους «μεταρρυθμιστές».

Όχι! τα κεφαλαιώδη ζητήματα για τον Συνασπισμό είναι η «εθνική και κοινωνική συμφωνία» της ΕΑΡ, το συνέδριο του ΚΚΕ, οι ανησυχίες του κ. Βάσση ή και οι αντιδράσεις των βρικολάκων του παρελθόντος. Α! ξεχάσαμε και το γεγονός ότι «σήμερα υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί ένα δεύτερο "χάσμα γενεών"... Πρέπει λοιπόν το κόμμα να είναι ικανό να πιάνει το σφυγμό της νεολαίας...» (Γ. Φαράκος, Τα Νέα, 5.11.90). Όπως τότε με το «πρώτοι στα μαθήματα...». Ή πάλι: «Για να μπορέσει το εργατικό κίνημα να παίξει το ρόλο του, απαιτείται ισχυρό ΚΚΕ, ΚΚΕ με επιρροή και δύναμη στην εργατική τάξη, αποτελεσματικό στη δράση, με ενιαία ιδεολογία, πολιτική και οργάνωση, με ενότητα θέλησης και δράσης» (Δ. Γόντικας, Τα Νέα, 5.11.90). Αλήθεια, πόσο καιρό θα επιβιώνουν ακόμα τα καταδικασμένα από την εξέλιξη είδη;

Αλλά και οι «μεταρρυθμιστές» πατάνε πολύ στέρεα στο έδαφος της συγκυρίας. Δίνουν τη μάχη για τον αριθμό των σταυρών που δικαιούται κάθε μέλος να βάζει στη λίστα των υποψηφίων για τις εσωκομματικές εκλογές, επιχαίρουν για τη δυνατότητα έκφρασης των μειοψηφιών κλπ. Φαίνεται ότι το ιδεολογικό γκουλάγκ που ζούσαν τους άρεσε τόσο πολύ ώστε εξακολουθούν να μένουν μέσα παρά το ότι έπεσαν οι τοίχοι. Οι πιο διορατικοί απ' αυτούς, όπως ο αενάως υψιπετής Μ. Ανδρουλάκης, θέλουν «φυγή όλων μας προς τα μπρος» και «σύγχρονη εναλλακτική πρόταση... (που). .. θα συμπυκνώνει πολιτικά και στην πράξη τον ιδεολογικό και προγραμματικό εκσυγχρονισμό της Αριστεράς» (Γα Νέα, 29.10.90).Ενώ οι πιο «πολιτικοί» βλέπουν το «εδώ και τώρα»: «Δεν μπορεί να μένει κανείς στις απόψεις που είχε για τη σοσιαλδημοκρατία... Το μεγάλο πρόβλημα για την Αριστερά ώστε να μπορεί να αντιπαρατεθεί στις δυνάμεις της συντήρησης, που ορισμένες φορές όμως, ως προς τη σύλληψη των προβλημάτων φαίνονται πιο προοδευτικές από μας, είναι να μπορέσουμε να απαλλαγούμε από το δικό μας συντηρητισμό» (Α. Αλαβάνος, Τα Νέα, 29.10.90). Αυτά παθαίνει κανείς άμα ανακαλύπτει τον καπιταλισμό στα γεράματα: γεροντική άνοια στα 40 του...

Σ' όσους παρατηρούν ότι τα παραπάνω πολύ λίγο έχουν να κάνουν με τη λήψη θέσης στη συγκυρία, θα πούμε ότι υπάρχει και η τοποθέτηση για το «τρέχον», τη συγκυρία, σε άρρηκτη σύνδεση με τα παραπάνω. Ο Χ. Φλωράκης θα καταγγείλει τον αντιαπεργιακό νόμο στη Βουλή παραδεχόμενος ωστόσο ότι «μπορεί να υπάρχουν και καταχρήσεις στις απεργίες», ίσως εκείνες των προηγούμενων Χριστουγέννων που είχε φροντίσει να επιστρατεύσει ο Συνασπισμός μέσω Οικουμενικής. Η γενική τάση είναι όμως η ενδοσκόπηση: απελπιστικά μισόλογα και βρυκολακιασμένες μάχες χωρίς ταμπακιέρα. Με μόνη εξαίρεση τη Μ. Δαμανάκη που στον εσωκομματικό διάλογο θα πει ότι στις Ανατολικές Χώρες ουδέποτε υπήρξε σοσιαλισμός, και μάλιστα χωρίς να κλείνει απαραίτητα το μάτι στη σοσιαλδημοκρατία όπως κάνουν όλοι οι φερέλπιδες. Υπάρχουν πράγματι εξαιρέσεις: αυτή η μια και μοναδική.

Ιντερλούδιο: Ένα ζήτημα αισθητικής Όταν η σύγκρουση φθάνει στο απόγειο, όταν διακυβεύονται τόσα και σημαντικά μπορούμε άραγε να αφισάρουμε αισθητικές ευαισθησίες; Το κάνουμε παρεμπιπτόντως αλλά και για λόγους ουσίας: ενταγμένοι στο κομμουνιστικό κίνημα αλλά και στο ρεύμα αμφισβήτησης που ξέσπασε το Μάη του 1968, εκτός από τις πολιτικές και θεωρητικές αναλύσεις εξοπλιστήκαμε και με ένα (δι)αισθητικό οπλοστάσιο που σήμαινε πάντα συναγερμό, συχνά πριν ακόμα η θεωρητική ανάλυση συναγάγει μερικά βασικά συμπεράσματα για τη συγκυρία. Η αισθητική ως επιμέρους ιδεολογία δεν είναι λοιπόν αμελητέο στοιχείο ή πολυτέλεια.

Έτσι δεν είναι δυνατό να μην καταγράψουμε την αποστροφή μας για τα διαγγέλματα της 28ης Οκτωβρίου με κορύφωση εκείνο του Προέδρου της Δημοκρατίας: «Οι Έλληνες μπορούν να κάνουν θαύματα, όταν ομονοούν και πιστεύουν στο δίκαιο αγώνα τους... για να βγούμε από την κρίση αυτή θα χρειαστούν χρόνος μόχθος και θυσίες. Και θα χρειαστεί προπαντός έξαρση εθνική». Η ελληνική κοινωνία έπαυσε να χρειάζεται γυμνασιάρχες του μεσοπολέμου εδώ και πολλές δεκαετίες. Κι εμείς μαζί της. Στις πρόσφατες παγγερμανικές εκλογές ο υποψήφιος των σοσιαλδημοκρατών Λαφοντέν δήλωσε: «Δεν έχω κανένα σεβασμό για σημαίες ή ύμνους. Υποκλίνομαι στην ανθρωπιά». Προσυπογράφουμε.

Η αποστροφή μας μετατρέπεται σε αγανάκτηση για το ακόλουθο: «... Οι ένοπλες δυνάμεις... αποτελούν παράδειγμα για όλους μας και προπαντός για τη δημόσια διοίκηση...» (Κ. Καραμανλής, Τα Νέα, 30.11.90). Είπαμε για επιχείρηση κοινωνικής πειθάρχησης, αλλά τα ιδανικά της στρατιωτικής πειθαρχίας σήμαιναν πάντα συναγερμό στο νευρικό μας σύστημα.

Πέρα όμως απ' αυτά τα συγκεκριμένα υπάρχει και μια μικρή φευγαλέα εικόνα που «χτύπησε τα καμπανάκια» του υποσυνείδητου μας. Ο υπουργός Παιδείας κάνει δηλώσεις για κάποιο από τα αμέτρητα «νομοθετικά πραξικοπήματα» του και από πίσω προβάλλει η εικόνα της Παναγίας ή κάποιου Αγίου. Ο αττικάρχης κάνει δηλώσεις περί τρομοκρατίας, νάτη πάλι η Παναγία από πίσω. Το τρίπτυχο στρατός λαός «αγία του Χριστού εκκλησία» κερδίζει διαρκώς έδαφος και η ψυχραιμία μας υφίσταται διαρκή πλήγματα.

Να μην αναφερθούμε στο καθημερινό κιτς της τηλεόρασης με τις διαρκείς «επεξηγήσεις» των υπουργών και την «ευκαμψία» των δημοσιογράφων, τον ανεκδιήγητο υπουργό εργασίας που δηλώνει ότι θέλει να «προστατεύσει» τους απεργούς, τον πάλαι ποτέ φιλελεύθερο Αθ. Κανελλόπουλο που εξηγεί επί ώρες πόσο καλός είναι ο τρομοκρατικός νόμος ενάντια στο «οργανωμένο έγκλημα», τον πανταχού παρόντα Μητσοτάκη που κάνει δηλώσεις επί παντός επιστητού και είναι κακός με τους εχθρούς του, καλός με τα παιδιά που «παρασύρονται» σε καταλήψεις, αλλά κυρίως, κατά δήλωση του «αγαπάει τους κτηνοτρόφους».

Αλλά εκτός από αυτό το «μεταμοντέρνο» σκηνικό της αντιδραστικής παλινόρθωσης στις εκφράσεις της κρατικής εξουσίας, μας ενοχλούν και οι εκσυγχρονιστικές κοινοτοπίες των αστέρων της καθωσπρέπει αντιπολίτευσης, η πολιτική του «το μέσο είναι το μήνυμα», η γυαλιστερή ιλουστρασιόν αισθητική των YUPPIES της πολιτικής, της οικονομίας, της κοινωνικής ζωής και τόσα άλλα που δεν αξίζει καν να αναφέρουμε. Επιστροφή λοιπόν στα καθ' ημάς.

Η ιδεολογική τρομοκρατία

Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση δεν είναι απλά μια αλλαγή των τεχνικών παραγωγής που έχει και κάποιες επιπτώσεις στην απασχόληση. Είναι ένας συνολικός επαναπροσανατολισμός της όλης κρατικής διαχείρισης, ένα συνολικό πολιτικό εγχείρημα που ανατρέπει το όλο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής. Εδώ ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει και η ιδεολογική βία που ασκείται από τους επιμέρους μηχανισμούς και τους φορείς τους, δείγματα της οποίας έχουμε ήδη από το πρόσφατο παρελθόν: καμπάνια ενάντια στον «αυριανισμό», το «λαϊκισμό», την «καθυστέρηση» της Ελλάδας στις νέες εργασιακές σχέσεις κλπ. Η σημερινή φάση έχει όμως και κάποιες αιχμές στις οποίες θα αναφερθούμε σε συντομία.

Με αφορμή το τελευταίο «χτύπημα» της 17Ν αλλά και πριν απ' αυτό με την έκρηξη της βόμβας Μαζοκόπου, οι συλλήψεις και προσαγωγές στην Ασφάλεια από το φάσμα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, δίνουν την οριοθέτηση ως προς το πολιτικά αποδεκτό στη σημερινή φάση, πέρα από τη φυσική βία που ασκούν. Η στέρηση βασικών δικαιωμάτων των προσαγόμενων και των κατηγορουμένων καθιστούν επίσης σαφές ότι πέρα από την πολιτική δίωξη του εξωκοινοβουλευτικού χώρου, τίθενται σε αμφισβήτηση και τα στοιχειώδη ατομικά συνταγματικά δικαιώματα. Το μακρύ χέρι του κράτους δείχνει το «χώρο» λέγοντας: εισέρχεστε σε πολιτικό και ατομικό no man's land.

Αν όμως τα πράγματα είναι πιο βατά για την ιδεολογική τρομοκρατία του κράτους απέναντι στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, για τις μαζικές κινητοποιήσεις, διαδηλώσεις και καταλήψεις λυκείων που κάνουν οι μαθητές επιστρατεύεται η θεωρία της «μαζικής ψυχασθένειας» των νέων (εκτός από τις μηνύσεις, τους «αγανακτισμένους» πολίτες και την καταστολή). Η κυβέρνηση θα πει ότι οι μαθητές αγωνίζονται για ένα νομοσχέδιο που δεν υπάρχει, πάσχοντες προφανώς από φαντασιοπληξία, ενώ ταυτόχρονα παρασύρονται από κομματικά κριτήρια, τώρα που δεν υπάρχει πια σχεδόν καμιά κομματική οργάνωση στα σχολεία, θα πρόκειται φυσικά για μαζική υστερία. Μόνο που όμως φάνηκε το 1986 στη Γαλλία (αλλά και πιο πρόσφατα πάλι), αυτή η μαζικότητα χαλάει τα σχέδια των αντιδραστικών μαθητευόμενων μάγων και ακυρώνει την ιδεολογική τρομοκρατία που πάνε να περάσουν.

Εκεί που η κυβέρνηση επιστρατεύει όλα τα μέσα ιδεολογικής τρομοκρατίας που διαθέτει είναι στην περίπτωση των συνδικαλιστών, σε συνδυασμό με τον αντιαπεργιακό νόμο. Παρουσιάζονται ως παράσιτα που τρέφονται από το αίμα του ελληνικού λαού (σε 50.000 αργόσχολους μισθοδίαιτους τους ανεβάζει το Βήμα) και καταδυναστεύουν τον εργαζόμενο πληθυσμό. Ευτυχώς που τώρα το νέο νομοσχέδιο έρχεται να ουδετεροποιήσει τη δράση τους, με το να ορίζει «προσωπικό λειτουργίας» στις επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια μιας απεργίας. Η νέα εργασιακή ηθική επικυρώνεται από το ότι η διοίκηση της επιχείρησης θα ορίζει ονομαστικά το προσωπικό λειτουργίας υπό την απειλή απόλυσης για ανυπακοή. Το όλο «σύστημα» ονομάζεται «προστασία συνδικαλιστικών δικαιωμάτων», σύμφωνα με την παλαιά συνταγή του Δρ. Γιόζεφ Γκέμπελς. Αυτός τουλάχιστον ονομαζόταν υπουργός προπαγάνδας...

Και για να μη μείνει η πολιτική σωφρονισμού αποκλειστικό προνόμιο των συνδικαλιστών, έγινε η έκρηξη στις φυλακές για τις απαράδεκτες συνθήκες ζωής και κράτησης. Και ενώ ο υπουργός Αθ. Κανελλόπουλος διαχειρίστηκε το ζήτημα με αξιοθαύμαστη εγκράτεια, χωρίς ίχνος παιδαγωγικής τρομοκρατικής διάθεσης, πραγματικά μοναδική εξαίρεση στους σημερινούς δύσκολους καιρούς, ήρθε ένας «προοδευτικός» διανοούμενος να μας διδάξει τη «σωστή» αντιμετώπιση: «Οι φυλακές απομυθοποιούν διάφορες μυθολογίες κυρίως αριστεριστών, σχετικά με τα αθώα θύματα που είναι μέσα. Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι που είναι περισσότερο εγκληματίες και είναι έξω. Αλλά μέσα στις φυλακές είναι άνθρωποι, ακόμα και νεαρά παιδιά, οι οποίοι έχουν παγιωμένες αντιλήψεις αντικοινωνικού χαρακτήρα και ιδιαίτερη σκληρότητα στην αντιμετώπιση των άλλων. .. Υπάρχει μια σκληρότητα στο βλέμμα αυτών των ανθρώπων, δεν είναι τα αθώα πλάσματα που θέλουν να περιγράψουν διάφοροι.. . Εκεί είναι το ζήτημα της απομυθοποίησης των θεωριών περί αυτοδιοίκησης των φυλακών, που όπου πήγε να εφαρμοστεί απέτυχε.» (Γ. Πανούσης, Ελευθεροτυπία, 25.10.90) Ο συγγραφέας είναι από τους συντάκτες του «Νόμου πλαίσιο για τα ΑΕΙ» του ΠΑΣΟΚ πρόσφατα επικριτής του αφού πρώτα επωφελήθηκε από την εφαρμογή του. Όπου το κράτος «υστερεί» ιδεολογικά, το χώρο καλύπτουν αμέσως οι διανοούμενοι της «νέας εποχής».

Το επιστέγασμα του ιδεολογικού στίγματος της εποχής θα μας το δώσει ένας «ιδιώτης», ο κρατικός αξιωματούχος της ιδεολογίας Ι.Κ. Πρετεντέρης σε άρθρο του στο Βήμα (23.9.90) με τίτλο «Η χαμένη δεκαετία»: «Ζούμε σε μια χώρα όπου το λαϊκό αίσθημα δεν κυνηγάει τους τρομοκράτες, αλλά αυτούς που κυνηγούν τους τρομοκράτες, δεν στρέφεται εναντίον των δολοφόνων, αλλά εναντίον των "καταδοτών" τους... Ζούμε σε μια χώρα που γερνάει, που παρακμάζει, που πεθαίνει. Μια συνταξιοδοτημένη χώρα συνταξιούχων και επίδοξων συνταξιούχων. Όλων αυτών που με λύσσα πολεμούν όχι για τίποτε άλλο, αλλά για τις συντάξεις τους... Δεν υπάρχει άλλη λύση. Αυτή η χώρα πρέπει να κτιστεί από την αρχή. Να φθάσει την εποχή της. Με αίμα, κόπο και θυσίες. Με τεράστιο κοινωνικό κόστος. Ποιος είπε, όμως, ότι ο εκσυγχρονισμός είναι περίπατος; Ποιος είπε ότι μπορεί ποτέ ν' αλλάξεις, δωρεάν και μένοντας ο ίδιος;» Τι θα έλεγε ο συγγραφέας αν αρχίζαμε τις θυσίες ως κοινωνία από τα φερέφωνα του κράτους στον τύπο και συνεπώς του ζητούσαμε να εξασκήσει κάποιο παραγωγικότερο επάγγελμα;

Οι «νέοι ορίζοντες» Ο Μ. Παπαγιαννάκης είναι αντίθετος προς το νεοφιλελευθερισμό. Το νεοδημοκρατικό λόμπυ της ΕΑΡ εμφορείται άραγε από «σοσιαλμανία»; Όχι! Ο συνεπής «αριστερός» νεοφιλελεύθερος έχει αντιρρήσεις περί της μεθόδου: «Αποτελούν κεκτημένο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ανάπτυξης ως προς το οποίο ο (νεοφιλελευθερισμός αποτελεί υποχώρηση και αναχρονισμό, ενίοτε φολκλορικό. Γιατί αναδεικνύεται ως ο νέος δογματισμός απέναντι σε μια πορεία που ανοίγει διαρκώς δρόμους συνύπαρξης και αλλαγής στις κοινωνίες μας χωρίς κλειστό ορίζοντα, πράγμα που κάνει ακριβώς η προσκόλληση στον οικονομικό φιλελευθερισμό ως φάρμακο δια πάσα νόσο. Κλείνει τους ορίζοντες στην ανθρώπινη, κοινωνικά εκφρασμένη και πολιτικά δημοκρατικά διατυπωμένη θέληση και προσδοκία. Αενάως.» (Το Βήμα, 18.11.90) Εμπρός λοιπόν για έναν αδογμάτιστο, «ανανεωτικό», επιλεκτικό νεοφιλελευθερισμό!

Ο Α. Ζαχαρέας δέχεται τη θέση στο Δ.Σ. του ΟΤΕ που του πρότεινε η κυβέρνηση: «Όταν λέμε ότι ζούμε σε μια πολυφωνική και πολυτασική κοινωνία και οικονομία, είναι πάρα πολύ φυσικό ένας αριστερός επαρκής, ένας δεξιός επαρκής, ένας κεντρώος επαρκής να στελεχώνει τους δημόσιους οργανισμούς. Αυτό σημαίνει την ουσία μιας αριστερής πολιτικής... Επειδή συγκρούονται συμφέροντα στον ΟΤΕ, στη ΔΕΗ κλπ, η αριστερά δεν πρέπει να μπει στη βρόμα; θα πρέπει δηλαδή να κάθεται απ' έξω, κι όταν κάποτε πάρει την εξουσία τότε θα καθαρίσει τα πράγματα;» (Ελευθεροτυπία 18.11.90) Μια ζωή αγώνες, ο κ. Ζαχαρέας, μέσα στο κράτος, σήμερα θα μείνει απέξω; Είναι άδικο! Έστω κι αν η Καθημερινή γράφει για το σημερινό κράτος: «... ασχολούνται αποκλειστικά με το πώς θα οικοδομήσουν "το δικό τους κράτος"... καθιερώνουν την κομματική ρουσφετολογία ως κριτήριο στις δημόσιες προσλήψεις... χρησιμοποιούν το κράτος τέρας ως το πιο πρόσφορο μέσο οικονομικής αφαίμαξης, καταπίεσης και χειραγώγησης του λαού... το κράτος σήμερα είναι εξίσου ληστρικό με άλλοτε, εξίσου σπάταλο και αντιπαραγωγικό, εξίσου καταπιεστικό, δυνάστης και ταυτόχρονα "προστάτης"... και ψεύδεται ασυστόλως, όπως και πρώτα. Όλα έμειναν τα ίδια με μια μόνο διαφορά, ασήμαντη και αδιάφορη για το λαό: ότι το κράτος άλλαξε ιδιοκτήτη ή ένοικο.» (Καθημερινή, κύριο άρθρο 2.12.90). Αυτά είναι όμως ψιλά γράμματα για τους ανθρώπους που ανοίγουν ορίζοντες με το παράδειγμα τους.

Οι αιώνια συμπλέοντες με τα μηνύματα των καιρών κρατικοί διανοούμενοι της Αριστεράς είναι αισιόδοξοι μέσα στο κλίμα ευφορίας και νίκης του καπιταλισμού: βλέπουν κοινωνικούς ορίζοντες εκεί όπου δεν υπάρχει παρά μόνο η αποπνικτική ατμόσφαιρα της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Υπάρχουν όμως και κάποιοι που διαφοροποιούνται από αυτή τη γενική ευφορία των νέων οριζόντων του καπιταλιστικού μονόδρομου. Δεν πρόκειται για «επαγγελματίες επαναστάτες» (αυτοί έχουν ήδη επιβιβαστεί στο τρένο του νεοφιλελευθερισμού) αλλά για συγκρατημένους παραδοσιακούς σοσιαλδημοκράτες που εξακολουθούν να επισημαίνουν κάποιες κηλίδες στο βάθος των «νέων οριζόντων». Ο J.K. Galbraith θα σημειώσει: «(Μια) όψη των συμβουλών προς τις χώρες που μεταβαίνουν στην οικονομία της αγοράς είναι η αποδοχή... της ανθρώπινης στέρησης, της ανεργίας, του πληθωρισμού και του απαράδεκτα χαμηλού επιπέδου διαβίωσης. Βλέπουν μάλιστα σε όλα αυτά την κυρίως θεραπεία: με την ανεργία και την πείρα θα δημιουργηθεί η νέα ηθική της εργασίας... Λίγα χρόνια δηλαδή ταλαιπωρίας και ύστερα όλα μέλι γάλα. Αυτό, διαλέγω προσεκτικά τα λόγια μου, αποτελεί τουλάχιστον παραφροσύνη... Κανείς σώφρων κάτοικος του Ανατολικού Βερολίνου δεν έχει λόγο να μετακομίσει στο Νότιο Μπρονξ αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Ούτε καν αναζητώντας την ελευθερία: γιατί τίποτα δεν καταστέλλει περισσότερο την ελευθερία απ' ό,τι η έλλειψη χρημάτων, τροφής και στέγης...» (Το Βήμα, 25.11.90)

Βεβαίως, σ' όλα αυτά υπάρχει ο αντίλογος από αυτούς που διδάσκουν στο κοινωνικό σύνολο από την αναπαυτική πολυθρόνα τους πόσο αναγκαίες είναι οι θυσίες: «Δεν απαιτείται ιδιαίτερα μακρός χρόνος για να εγχαραχθεί στην κοινωνική και ατομική συνείδηση, η ιδέα του κράτους νταντά... Φυσικά οι οικονομικοί νόμοι αποκαλύπτουν αργά ή γρήγορα το μέγεθος της αυταπάτης», ενώ επιτρέπουν στο κράτος λειτουργίες όπως «η συντήρηση των δημοσίων κήπων, η αποκομιδή απορριμμάτων κ.ο.κ.» (Π. Παυλόπουλος, Το Βήμα, 25.11.90). «Σήμερα δεν λένε πλέον "ιδιωτικοποίηση" αλλά "αποκρατικοποίηση"... Για πολλούς η λέξη "ιδιωτικό" είναι αρνητική, διότι φαίνεται να σημαίνει ακριβώς το αντίθετο από "αδελφοσύνη", "συνεργασία", αν και δεν είναι έτσι... Ορισμένοι εργαζόμενοι φοβούνται ότι λόγω των ιδιωτικοποιήσεων θα χάσουν τη δουλειά τους. Άλλοι φοβούνται ότι εξαιτίας τους, θα αναγκαστούν να δουλέψουν.» (S. Savas, Καθημερινή, 11.11.90). Το φιλελεύθερο όραμα στοχεύει σ' ένα πράγμα μόνο: στη συντριβή του εργατικού κινήματος, την ακύρωση των κοινωνικών κατακτήσεων του, την εμπέδωση της μονοκρατορίας του κεφαλαίου. Το «λιγότερο κράτος», η «μη παραγωγικότητα» του δημόσιου τομέα είναι προσωρινές μάσκες στην πορεία ανατροπής των μεταπολεμικά παγιωμένων συσχετισμών κεφαλαίου εργασίας στους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς.

Η ακτινογράφηση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές: Μείωση των κοινωνικών δαπανών του κράτους, μείωση των επιχειρησιακών δραστηριοτήτων του υπέρ της ενίσχυσης με παντοίους τρόπους ιδιωτικών επιχειρήσεων και υψηλών εισοδημάτων, συντήρηση μιας μεγάλης μερίδας ανέργων, κάλυψη των φοροαπαλλαγών των υψηλών εισοδημάτων μέσω αύξησης των έμμεσων φόρων, συνολικά, έντονος κρατικός παρεμβατισμός για αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων (βλ. και την ανάλυση του Κ. Βεργόπουλου, Το Βήμα 25.11.90).

Όλα αυτά με ένταση της καταστολής απέναντι στην εργασία, ένταση της εργασιακής πειθαρχίας και της χρήσης της ανεργίας, του «εφεδρικού στρατού» ως μέσου στον αγώνα του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία, ενώ παράλληλα αποκτούν την πρωτοκαθεδρία τα «οικονομικά του καζίνο», η κερδοσκοπία σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Αυτή είναι η αυτοκρατορία του νεοφιλελευθερισμού. Αυτοί είναι οι «νέοι ορίζοντες» που ανοίγονται μπροστά μας: είναι τόσο νέοι όσο είναι και η πρωταρχική συσσώρευση και τόσο ορίζοντες όση είναι και η ορατότητα σας μέσα στην πυκνή ομίχλη.

Επιμύθιο Θα κλείσουμε το κείμενο αυτό που καταγράφει τα ίχνη της κρατικής πολιτικής στη συγκυρία και τις αντιδράσεις που αυτή προκαλεί με μια σύντομη δήλωση: «Το παρόν κείμενο ουδεμίαν σχέσιν έχει μετά του οργανωμένου εγκλήματος, μηδέ ενισχύει, υποστηρίζει, διευκολύνει, υποθάλπει, προτρέπει άλλον με πειθώ ή φορτικότητα στις ανωτέρω εγκληματικές οργανώσεις ή ομάδες.» Το οργανωμένο έγκλημα το γνωρίζουμε από ορισμένες πραγματικά θαυμάσιες γκαγκστερικές ταινίες και η ταύτιση μας μαζί του περιορίζεται μόνο σε ορισμένους, κατά τα άλλα συμπαθείς εγκληματίες και πάντα εντός της σκοτεινής αιθούσης.

Τη δήλωση τη γράφουμε... 22.12.90

Υ.Γ. 1. Η εικόνα της αντιδραστικής «νέας εποχής» συμπληρώθηκε με την κυβερνητική πρωτοβουλία για αποφυλάκιση των πρωταιτίων της χούντας. Η γενική κατακραυγή και ο κίνδυνος απομόνωσης της κυβέρνησης (την κυβερνητική πρωτοβουλία δεν φάνηκε διατεθειμένος να ανεχθεί ούτε ο Φ. Κουβέλης), την ανάγκασαν βέβαια (προσωρινά;) σε υποχώρηση. Η όλη πρωτοβουλία επέτρεψε, εντούτοις, να γίνει φανερό, και για τους πλέον καθυστερημένους σε πολιτική αντίληψη, το «νέο» πρόσωπο της δεξιάς. Το σκιαγραφεί η «Απογευματινή» στη στήλη άποψη της 31.12.90: «Αλλά ο απλός πολίτης και ιδίως ο ψηφοφόρος της παρατάξεως αυτής, απορεί και εξίσταται - για να μην πούμε εξοργίζεται και επαναστατεί - με αυτή την απαράδεκτη και δυστυχώς επαναλαμβανόμενη τακτική των υπαναχωρήσεων που δεν σημαίνουν παρά αδυναμία, ατολμία, ταλάντευση και ενδοτικότητα ενώπιον ενός "ηγέτη" προορισμένου να καθήσει ούτως ή άλλως στο εδώλιο και αξίου να τιμωρηθεί με ποινή πολύ βαρύτερη εκείνης των απριλιανών για τα δεινά που επεσώρευσε στην πατρίδα του.» (Οι υπογρ. δικές μας, «θ»).

Δεν μπορούμε λοιπόν, μετά όλα αυτά, παρά να συμφωνήσουμε με τον τίτλο πρωινής εφημερίδας του χώρου της αντιπολίτευσης, που στις 29.12.90 επεσήμανε: «Και Καραμανλής και... "τανκς". Ύστερα από 23 χρόνια Δεξιά και Χούντα "έσονται και πάλι σε σάρκα μία"».

31.12.90

Υ.Γ. 2. Η δολοφονία του καθηγητή μαθηματικών στην Πάτρα από το παρακράτος της Δεξιάς μας προκαλεί αγανάκτηση και οργή, αλλά δεν μας εκπλήσσει. Η "Δημοκρατία των Κοτζαμάνηδων" δείχνει και πάλι το πραγματικό της πρόσωπο. Μόνο το μαζικό δημοκρατικό κίνημα μπορεί να φράξει το δρόμο του εξελισσόμενου ολοκληρωτισμού.

9.1.91

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή