«Εκσυγχρονισμός» ή (και) οικονομική ανάπτυξη. Η σταθεροποίηση του κράτους δικαίου Εκτύπωση
Τεύχος 1, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1982


1. Η πενταετής περιπλάνηση του «εκσυγχρονισμού».

Όταν πριν πέντε χρόνια χρησιμοποιήσαμε για πρώτη φορά τον ορό «αστικός εκσυγχρονισμός» και «εκσυγχρονιστική πολιτική» (1), επιδιώκαμε να ορίσουμε και να περιγράψουμε τη βαφεία τομή που είχε συντελεστεί, σε σχέση με το παρελθόν, στον τρόπο άσκησης της αστικής πολιτικής εξουσίας στη χώρα μας. Μ' αλλά λόγια, ο όρος «αστικός εκσυγχρονισμός» χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει την κυρίαρχη (μεταρρυθμιστική) πολιτική της αστικής τάξης στη μεταδικτατορική Ελλάδα και συνακόλουθα το «νέο πρόσωπο» της ελληνικής Δεξιάς. Η κυριαρχία αυτής της πολιτικής, λέγαμε τότε, εγκαινιάζει μια νέα φάση της ταξικής πάλης στη νεώτερη ιστορία της χώρας μας. Ενάντια σ αυτή την πολιτική, λοιπόν, πρέπει να προσανατολίσει τη δράση της η Αριστερά.

Παράλληλα με την ανάλυση αυτή, για την «εκσυγχρονιστική πολιτική του αστισμού», επιδιώκαμε να ασκήσουμε κριτική σε δυο αλληλοσυμπληρούμενες πολιτικές αναλύσεις και γραμμές που κυριαρχούσαν μέσα στο χώρο της Αριστεράς: α) Στην πολιτική του αντιδικτατορισμού, την Εθνική Αντιδικτατορική Δημοκρατική Ενότητα (ΕΑΔΕ) του ΚΚΕεσ., που θεωρούσε ότι η στρατηγική των «πιο αντιδραστικών μονοπωλίων» και του ιμπεριαλισμού εξακολουθούσε να εκφράζεται από τις χουντικές και φιλοδικτατορικές δυνάμεις, και γι αυτό ο κίνδυνος ενός πραξικοπήματος ήταν πάντα άμεσος. Πρότεινε έτσι τη συμπαράταξη όλων των «φύσει» αντιδικτατορικών δυνάμεων, από την «πεφωτισμένη Δεξιά» μέχρι την Αριστερά, για ένα μίνιμουμ κοινό πρόγραμμα «εθνικής δημοκρατικής διεξόδου», και ασκούσε εποικοδομητική κριτική στην κυβέρνηση Καραμανλή για να τη «βοηθήσει» να στραφεί προς δημοκρατικές λύσεις, μακριά από την επιρροή των φιλοδικτατορικών κύκλων (2). β) Η κριτική επεκτεινόταν και στην πολιτική σύλληψη και γραμμή του ΚΚΕ και του ΠΑΣΟΚ που επέμεναν να αγνοούν την τομή στην πολιτική στρατηγική των κυρίαρχων τάξεων και στη φυσιογνωμία της Δεξιάς. Υποστήριζαν έτσι ότι η πολιτική της Δεξιάς παραμένει βασικά η ίδια όπως πριν τη δικτατορία και πως αυτή η παραδοσιακή δεξιά πολιτική είναι που εκφράζει τα «συμφέροντα των μονοπωλίων» (3). Συνακόλουθα, ενώ από τη μια δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν πειστικά την πολιτική αποτελεσματικότητα της Ν.Δ. και τις εκλογικές της επιτυχίες το 1974 και 1977, η τη διαφοροποίηση της από την άκρα Δεξιά, από την άλλη πολιτευόντουσαν με βάση το αξίωμα πως μια εκλογική ήττα της Δεξιάς θα άνοιγε το δρόμο για να αποκλεισθούν από την εξουσία και «τα μονοπώλια και ο ιμπεριαλισμός». Κι αυτό γιατί μόνο τότε θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που η κυβέρνηση της Δεξιάς, εξ ορισμού, δεν ήθελε να κάνει. Φυσικά, οι δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις αποδυναμώνουν αναπόφευκτα τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό (4).

Με βάση την ανάλυση για τον «εκσυγχρονισμό» συγκροτήθηκε το 1978 η «Ε.Κ.Ο.Ν. Ρήγας Φεραίος (Β' Πανελλαδική)», υστέρα από τη διάσπαση της νεολαίας του ΚΚΕεσ. (5). Παράλληλα τα πολιτικά συμπεράσματα της ανάλυσης και ο ορός «αστικός εκσυγχρονισμός» υιοθετήθηκαν από μια μερίδα διανοουμένων της ανανεωτικής αριστεράς, από μια μερίδα του φοιτητικού κινήματος, αλλά και από πολλές οργανώσεις των εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς (6).

Οι θέσεις για τον «αστικό εκσυγχρονισμό» έγιναν, όπως ήταν φυσικό, αντικείμενο κριτικής και από τα δύο κομμουνιστικά κόμματα.

Την κριτική για λογαριασμό του ΚΚΕ ανέλαβε ο Π. Λαφαζάνης (7). Χρησιμοποίησε μια μέθοδο πασίγνωστη: Παραποίηση των απόψεων του «αντιπάλου» για να «αποδειχθεί» ο ρεφορμισμός του: «Ας παρακολουθήσουμε, όμως, από πιο κοντά τις απόψεις για τον «εκσυγχρονισμό» της «Β' Πανελλαδικής» μέσα από το περιοδικό της, τον «Αγώνα»... Ο βασικός κρίκος της πολιτικής του αστισμού στην Ελλάδα είναι ο εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας που πολιτικά μορφοποιείται με τη διαδικασία ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ... Τα αποτελέσματα αυτής της στρατηγικής της δεξιάς, όπως ισχυρίζονται, είναι πολύ θετικά... Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι κάτω από την επίδραση αυτής της λογικής αδυνατούν να πάρουν θέση σε καίρια προβλήματα που απασχολούν τον τόπο. Για παράδειγμα στο θέμα της ένταξης της χώρας στην ΕΟΚ η θέση τους συμπυκνώνεται στο «ούτε υπέρ, ούτε κατά», στο θέμα της ανάπτυξης των ελληνοσοβιετικών σχέσεων «ούτε θετικές ούτε αρνητικές» κλπ. Τα παραδείγματα είναι αρκετά.... είναι φανερή η λογική του μεταρρυθμισμού που κρύβεται βαθύτερα».

Από τη μεριά της ηγεσίας του ΚΚΕεσ. ανέλαβε την κριτική ο Κ. Φιλίνης (8). Κεντρική ιδέα της επιχειρηματολογίας του είναι πως μια πολιτική γραμμή που επιδιώκει να αντιπαρατεθεί στον «εκσυγχρονισμό» είναι σεκταριστική, γιατί στην ουσία αρνείται τον αγώνα για δημοκρατικές μεταρυθμίσεις και το δημοκρατικό δρόμο στο σοσιαλισμό. Έτσι ο Κ. Φιλίνης θα πει: «Η δημοκρατική πρόταση, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να αποτελεί είτε απόρριψη του εκσυγχρονιστικού μέτρου, όταν το τελευταίο στην ουσία δεν προωθεί τίποτε(!), είτε μερική αποδοχή περισσότερων η λιγότερων στοιχείων του, αλλά με τρόπο που να επιδιώκεται η υπέρβαση του». Και πάλι λοιπόν οι υποστηρικτές των απόψεων για τον «εκσυγχρονισμό» αφορίζονται σαν «εχθροί». Για το ΚΚΕές. οι «εχθροί» είναι οι δογματικοί. Γι αυτό και ο Κ. Φιλίνης θα πει: «Οι θέσεις αυτής της μερίδας των επικεφαλής της Β' Πανελλαδικής είναι νεο δογματικές».

Αν έχει κάποια σημασία αυτή η αναδρομή, είναι γιατί η συζήτηση για τον «εκσυγχρονισμό» στο χώρο της Αριστεράς αναζωπυρώθηκε μετά την εκλογική νίκη του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και την αναδιάταξη του αριστερού χώρου (ενίσχυση ΚΚΕ, συρρίκνωση «ανανεωτικού χώρου», διαδικασίες διάλυσης της «άκρας» αριστεράς). Κεντρικό ερώτημα μέσα στο νέο κλίμα που διαμορφώνεται μετά τις εκλογές είναι, λοιπόν, το αν το ΠΑΣΟΚ αποτελεί απλά «εκσυγχρονιστικό» κόμμα, η αν αντίθετα, η νέα κυβέρνηση μπορεί με τον ένα η τον άλλο τρόπο, να ανοίξει το δρόμο για τον κοινωνικό μετασχηματισμό, η έστω αν «υπερβαίνει», με τον ένα η τον άλλο τρόπο, τα πλαίσια της εκσυγχρονιστικής πολιτικής. Χαρακτηριστική του νέου κλίματος είναι νομίζω και η τοποθέτηση του Δ. Καράγιωργα, λίγο καιρό μετά τις εκλογές: «ΠΑΣΟΚ: εναλλαγή για εκσυγχρονισμό του καπιταλισμού» (Αυγή 13/12/81) αλλά και η υιοθέτηση από κάποιους μέχρι τώρα πολέμιους της «θεωρίας του εκσυγχρονισμού» απόψεων όπως: «Έπρεπε λοιπόν ορθότερα να εκτιμήσουμε τη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών και την αστική εκσυγχρονιστική προσπάθεια της νέας Δεξιάς». (Από την παρέμβαση του Κ. Φιλίνη στο 3ο Συνέδριο του ΚΚΕεσ., Αυγή 23/5/82). Η ακόμη «Τμήματα της ολιγαρχίας επιδιώκουν, η μπορούν να αποδεχθούν, την προώθηση από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μιας εκσυγχρονιστικής μεταρρυθμιστικής πολιτικής, που θα εκκαθάριζε τις πιο παρασιτικές, αναχρονιστικές, γραφειοκρατικές δομές του ελληνικού καπιταλισμού και θα υπηρετούσε τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της», (Θέση 28 από τις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 11ο Συνέδριο).

Το πρόβλημα έχει τόσο θεωρητική όσο και πολιτική σημασία, γιατί άφορα τη δομή και τα χαρακτηριστικά της εξουσίας. Από την απάντηση του καθορίζεται και η στάση της Αριστεράς απέναντι στη σημερινή κυβέρνηση. Βέβαια, όπως Θα φανεί, νομίζω, στα επόμενα, σημασία δεν έχει μόνο το τι απαντάει κανείς, αλλά κυρίως το πως απαντάει. Γιατί, είναι πια συνηθισμένο ομόσημες απαντήσεις να υποκρύπτουν διαφορετικές προβληματικές και πολιτικές στάσεις.

2. «Εκσυγχρονισμός» ή η οικονομική ανάπτυξη και η καθυστέρηση του εποικοδομήματος.

Αν επιχειρήσουμε μια προσεκτική ανάγνωση των αναλύσεων για τον «εκσυγχρονισμό», τόσο πριν όσο και μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, θα διαπιστώσουμε, νομίζω εύκολα, ότι παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις (για το αν η εκσυγχρονιστική πολιτική αναστέλλει και υπονομεύει η, έστω υπό ορούς, ευνοεί τα λαϊκά συμφέροντα) υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός πυρήνας για το τι είναι ο «εκσυγχρονισμός».

Πρόκειται για την αντίληψη ότι στη χώρα μας η κρατική λειτουργία και γενικότερα το κοινωνικό εποικοδόμημα, δεν μπόρεσε να ακολουθήσει την οποία ανάπτυξη της οικονομικής βάσης κατά τη μεταπολεμική περίοδο, η έστω δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που έθετε αυτή η ανάπτυξη, ώστε να την επιταχύνει. Το εποικοδόμημα έμεινε λοιπόν πίσω από τη βάση. Ο «εκσυγχρονισμός» δεν είναι παρά η προσπάθεια της εξουσίας να προσαρμόσει το εποικοδόμημα στις αυξημένες απαιτήσεις της βάσης. Πρόκειται λοιπόν για μια τάση που συνυφαίνεται και απορρέει από την ίδια την καπιταλιστική ανάπτυξη. «Η ίδια η οικονομική ανάπτυξη, που μπήκε σε ταχύρρυθμη φάση στις αρχές της δεκαετίας του ‘60, η μάλλον εξαιτίας της οικονομικής ανάπτυξης... χρειάζονταν τα συνάδοντα πολιτικά, θεσμικά και ιδεολογικά μέτρα που Θα εξασφάλιζαν και Θα επιτάχυναν τις οικονομικές κοινωνικές διαδικασίες εκσυγχρονισμού του ελληνικού καπιταλισμού... Άλλα με ξεχαρβαλωμένους η απαρχαιωμένους κρατικούς μηχανισμούς δεν γίνεται τίποτε. Στην Ελλάδα συνέβαιναν και τα δύο. Άλλοι, ήταν οργανωμένοι με αντιλήψεις της εποχής της βαυαροκρατίας και άλλοι, αν ποτέ είχαν καλή υγεία, ήταν ξεχαρβαλωμένοι με τη διαχείριση της δικτατορίας» (9). «Η νέα αστική στρατηγική... εκφράζει τη συστηματική προσπάθεια της άρχουσας τάξης να προσαρμόσει τις διάφορες κοινωνικές λειτουργίες και κατ' εξοχή τη λειτουργία του κράτους στις σημερινές απαιτήσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης» (10).

Τίθεται βέβαια το ερώτημα γιατί είναι «νέα στρατηγική» για την αστική τάξη το να προσπαθεί να προσαρμόσει το κράτος στις ανάγκες της οικονομίας. Εδώ άλλοι Θα απαντήσουν Ότι για πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση υπάρχουν οι δυνατότητες ώστε η ενδογενής «θέληση» να γίνει πράξη (11). Άλλοι Θα αρνηθούν πως πρόκειται για «νέα στρατηγική» και Θα υποστηρίξουν πως ο «εκσυγχρονισμός» υπάρχει από τότε που υπάρχει και ο καπιταλισμός(12). Και κάποιοι άλλοι θα ισχυρισθούν ότι ο «εκσυγχρονισμός» θα γίνει μόλις τώρα, με το ΠΑΣΟΚ, για πρώτη φορά πραγματικότητα γιατί οι απόπειρες της Ν. Δ. απότυχαν και εξανεμίστηκαν (13). Όπως και να 'χει το πράγμα, ο εκσυγχρονισμός δεν αντιμετωπίζεται πια σαν η κυρίαρχη αστική πολιτική γραμμή, σαν ο τρόπος άσκησης της πολιτικής εξουσίας που εμπεδώνεται συγκυριακά, μέσα στην πάλη των τάξεων, αλλά σαν μια δομική τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, σαν ένα (καθυστερημένο) αποτέλεσμα της.

Το σχήμα δεν είναι καινούργιο. Όπως εύκολα μπορούμε να διαπιστώσουμε πηγάζει άμεσα από το βασικό πόρισμα της οικονομίστικης απόκλισης πως: «πρώτα αλλάζουν οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, στη συνέχεια και σε αντιστοιχία μ αυτές αλλάζουν και οι παραγωγικές σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους» (Στάλιν). Η «ανάπτυξη» είναι που δημιουργεί και τις «αναγκαιότητες» για τις πολιτικές μορφές. Η ταξική πάλη και η πολιτική υποχωρεί και σαν κινητήρια δύναμη της ιστορίας αναδεικνύεται η εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Μια ακραία παραλλαγή αυτών των θέσεων καταλήγει στο συμπέρασμα πως ο «εκσυγχρονισμός» δεν είναι παρά η ουσία της «ανάπτυξης» και της «προόδου», η «τάση για εκλογίκευση» που ο καπιταλισμός την έχει πλέον χάσει γιατί «δεν είναι πια στη νιότη του», συνεπώς «ο εκσυγχρονισμός του άρχισε ήδη να είναι ξεπερασμένος». Έτσι ο «εκσυγχρονισμός» μπορεί (και πρέπει τώρα με το ΠΑΣΟΚ) να είναι «προσοσιαλιστικός, που προετοιμάζει δηλαδή το σοσιαλισμό, που βοηθάει την ωρίμανση του κοινωνικού υλικού και προκαλεί σποραδικά στην αρχή την εμφάνιση νέων παραγωγικών σχέσεων» (14).

Ακόμα και η προσέγγιση του Κ. Φιλίνη, που ξεφεύγει οπό το σχήμα: οικονομική ανάπτυξη προσπάθεια του κράτους να προσαρμοσθεί μέσα από τον «εκσυγχρονισμό» του και ορίζει τον «εκσυγχρονισμό» μέσα στο πεδίο των πολιτικών σχέσεων εξουσίας, καταλήγει τελικά στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια γενική τάση του καπιταλισμού. Εδώ ο «εκσυγχρονισμός» ταυτίζεται με την ίδια την άσκηση της πολιτικής εξουσίας, με την ικανότητα του κράτους να διατηρεί και να σταθεροποιεί το καπιταλιστικό σύστημα.(15)

Με το να μετονομάζουμε όμως κάποια γενικά δομικά χαρακτηριστικά της αστικής εξουσίας σε εκσυγχρονισμό δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά να αποφεύγουμε τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, δηλαδή την ανάλυση της συγκυρίας της ταξικής πάλης, αλλά και τις συγκεκριμένες πολιτικές στρατηγικές που δοκιμάζονται μέσα σ' αύτη. Έτσι μπορεί κανείς να απορρίψει (η ακόμα και να αποδεχθεί «κριτικά») την προοπτική του ΠΑΣΟΚ, γιατί είναι (η δεν είναι) «εκσυγχρονιστική», χωρίς να μιλήσει για την πολιτική γραμμή του και τα ιδεολογήματα με τα όποια τη φορτίζει, χωρίς να αναλύσει τη συγκυρία και τους ταξικούς και πολιτικούς συσχετισμούς, χωρίς, πρώτα απ Όλα, να αναφερθεί στη στρατηγική, την πολιτική γραμμή και τα ιδεολογήματα της Αριστεράς, που μοιάζουν τόσο πολύ τώρα πια, μετά τις εκλογές του 81, με εκείνα της εξουσίας.

Βέβαια ο «εκσυγχρονισμός» δεν είναι ίσως ο πιο δόκιμος ορός για να περιγράψει κανείς μια ιδιαίτερη πολιτική φάση γιατί είναι φορτισμένος τεχνοκρατικά και συχνά ταυτίζεται με έννοιες όπως εκμοντερνισμός, ανάπτυξη, αύξηση της αποδοτικότητας κλπ. Όμως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με την καταλληλότητα η μη κάποιων ορών, αλλά με την ορθότητα η μη κάποιων αναλύσεων, που, αν και αποκλίνουν σημαντικά, συνωθούνται εντούτοις πίσω οπό τον ίδιο ορό.

3. Οικονομική ανάπτυξη και πάλη των τάξεων.

3.1. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού είναι μια συνολική κοινωνική διαδικασία.

Ο ελληνικός καπιταλισμός αναπτύχθηκε κατά τη μεταπολεμική περίοδο με ραγδαίους ρυθμούς. Μετά την Ιαπωνία και την Ισπανία, η Ελλάδα κατέχει κατά την εικοσαετία 1955-1974 την τρίτη θέση στο ρυθμό αύξησης του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος, ανάμεσα στις βιομηχανικές χώρες της Δύσης (Ο.Ο.Σ.Α.)

Η ανάπτυξη αυτή δεν σημαίνει παρά επέκταση και εμπέδωση σε όλα τα επίπεδα των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων εξουσίας. Επεκτείνεται δηλαδή και εμπεδώνεται στη χώρα μας ο μονοπωλιακός καπιταλισμός στη σύγχρονη φάση του. Στο επίπεδο των (ποσοτικών) οικονομικών μεγεθών η εμπέδωση της σύγχρονης φάσης του μονοπωλιακού καπιταλισμού εκφαίνεται με τις σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές που συνεπάγονται τη μείωση της πρωτογενούς παραγωγής από 24,4% του Α.Ε.Π το 1959 σε 16,6% το 1977 και την αύξηση της δευτερογενούς παραγωγής στο ίδιο διάστημα από 25,8% του Α.Ε.Π σε 33,3%. Παράλληλα, στο εσωτερικό του δευτερογενούς τομέα αυξάνει σημαντικά το βάρος της βαριάς βιομηχανίας και μειώνεται το βάρος της ελαφριάς βιομηχανίας.

Η ανάπτυξη του ελληνικού μονοπωλιακού καπιταλισμού άφορα λοιπόν μια κοινωνική διαδικασία που εξελίσσεται σε όλα τα επίπεδα. Δεν Θα μπορούσε άλλωστε να είναι και διαφορετικά. Η οικονομική ανάπτυξη δεν αποτελεί απλώς αύξηση κάποιων μεγεθών. Πρώτα απ' όλα υποδηλώνει τη μεταβολή κάποιων κοινωνικών σχέσεων μέσα σ' ολόκληρο τον κοινωνικό κορμό. Έτσι, οι οικονομικές μεταβολές συναρθρώνονται άρρηκτα και αναγκαστικά με κάποιες παράλληλες μεταβολές τόσο στην κρατική δομή και λειτουργία, όσο και στο χώρο των ιδεολογιών. Η ανάπτυξη και εμπέδωση της σύγχρονης φάσης του μονοπωλιακού καπιταλισμού είναι μια συνολική κοινωνική διαδικασία κι όχι ένα οικονομικό φαινόμενο.

Σημαντικές είναι λοιπόν κατά τη μεταπολεμική περίοδο και οι αλλαγές της κρατικής λειτουργίας και οι αλλαγές της κυρίαρχης ιδεολογίας: Η αποδοτικότητα των κρατικών υπηρεσιών αυξάνει με γρήγορους ρυθμούς για να ενισχυθεί το εκτελεστικό και να υποτιμηθεί η πολιτική βαρύτητα και οι λειτουργίες του νομοθετικού και του κοινοβουλίου. Ο παρεμβατισμός του κράτους στην οικονομία αυξάνει. Τα όργανα που ασκούν την οικονομική πολιτική και παρέμβαση διευρύνονται και εξειδικεύονται. Διευρύνεται το τραπεζικό σύστημα. Σχεδιάζονται και εκτελούνται έργα υποδομής. Ο αριθμός των επιχειρήσεων που λειτουργούν υπό κρατικό έλεγχο πολλαπλασιάζεται. Ομοίως διευρύνονται και εξειδικεύονται οι λειτουργίες των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους. Αναδιοργανώνονται και διευρύνουν την εμβέλεια τους το εκπαιδευτικό σύστημα, τα μέσα ενημέρωσης, ο αθλητισμός. Τροποποιούνται οι προσωπικές σχέσεις, οι τρόποι διασκέδασης, οι οικογενειακές αρχές. Χαρακτηριστικά αξίζει να αναφέρουμε ότι από τα 14 Ανώτατα Εκπαιδευτικά ιδρύματα που λειτουργούν σήμερα στη χώρα μας, - τα 7 ιδρύθηκαν στο διάστημα 1958-1975, ενώ ο αριθμός των φοιτητών, από 58.000 το ακαδημαϊκό έτος 1965-66, έφτασε τις 70.000 το 1971-72 και τις 96.650 το 1977-78.

Η ίδια η οικονομική ανάπτυξη δεν θα μπορούσε να υπάρξει, δεν μπορεί να νοηθεί, χωρίς μια αντίστοιχη εξέλιξη ολόκληρου του κοινωνικού κορμού. Πολύ απλά, το ξανατονίζουμε, γιατί αποτελεί συστατικό στοιχείο μιας συνολικής κοινωνική διαδικασίας. Η θέση αυτή μπορεί να γίνει αντιληπτή ακόμη και από τα μεγέθη της πολιτικής οικονομίας: Η μέση ετήσια αύξηση του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος στο διάστημα 1959-1978 ήταν, σε σταθερές τιμές, 6,3%. Η αύξηση αύτη προκύπτει από μια μέση ετήσια αύξηση του βιομηχανικού προϊόντος κατά 7,8%, της αγροτικής παραγωγής κατά 4,4% και του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος των υπηρεσιών, κατά 5,8%.

Συσκοτίζουν λοιπόν την κοινωνική πραγματικότητα οι απόψεις που παρουσιάζουν το ελληνικό κράτος σαν μια σκουριασμένη μηχανή δίπλα σε μια οικονομία που αναπτύσσεται, με δυσκολία φυσικά, μια που το δύσκαμπτο κράτος την τροχοπεδεί. Μ' αλλά λόγια, συσκοτίζουν την πάλη των τάξεων. Γιατί παρουσιάζουν την «οικονομική ανάπτυξη» όχι σαν αυτό που είναι, διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου και διευρυμένη αναπαραγωγή των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων εξουσίας, αλλά σαν μια κοινωνικά ουδέτερη διαδικασία, που άφορα την ποσοτική αύξηση κάποιων οικονομικών μεγεθών και επομένως την ερμηνεύουν απλά σαν «πρόοδο». Γιατί παράλληλα, σύμφωνα μ' αύτη τη θεώρηση, η σταθεροποίηση και επέκταση της κρατικής λειτουργίας παύει πια να σημαίνει σταθεροποίηση της αστικής ταξικής κυριαρχίας και γίνεται ένας (λιγότερο η περισσότερο αθώος) μοχλός για την «οικονομική ανάπτυξη».

3.2. Μερικές ιδιομορφίες της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Δεν είναι στις προθέσεις μας να αναλύσουμε εδώ τα χαρακτηριστικά της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, θα αναφερθούμε εντούτοις, κατ' ανάγκη επιγραμματικά, σε ορισμένες ιδιόμορφες πλευρές αυτής της ανάπτυξης από τις όποιες πηγάζουν δυο μόνιμα, σχεδόν, χαρακτηριστικά της κρατικής λειτουργίας: Οι εκτεταμένες πελατειακές σχέσεις και η σχετική ατροφία της «κοινωνικής προνοίας». Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά θεωρούνται από τους προοδευτικούς οικονομολόγους και κοινωνιολόγους σαν τεκμήρια είτε για την «υπανάπτυξη» του ελληνικού καπιταλισμού, είτε για την αδυναμία του κράτους να παρακολουθήσει και να βοηθήσει την οικονομική ανάπτυξη. "Όπως Θα δούμε και στη συνέχεια, πρόκειται για δυο παράλληλες τοποθετήσεις που τελικά προσδιορίζονται από ένα κοινό ζητούμενο: την ενίσχυση και επιτάχυνση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης.

Όταν μιλάμε για την μεταπολεμική ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού αξίζει να σημειώσουμε εξ αρχής ότι δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο «μοντέλο ανάπτυξης», που επέλεξαν κάποιοι, γιατί καμιά ανάπτυξη, και πάνω απ' Όλα η κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη, δεν «επιλέγεται» και δεν καταστρώνεται από τα πριν με βάση κάποια μοντέλα.(16) Έχουμε να κάνουμε με μια διαδικασία κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης που εξελίσσεται ανεξάρτητα από τη θέληση και «πίσω από τις πλάτες» (Μαρξ) των δρώντων φορέων της παραγωγής και που οι ρυθμοί και τα χαρακτηριστικά της προκύπτουν από τους συγκεκριμένους ταξικούς συσχετισμούς στο εσωτερικό της χώρας καθώς και από τη θέση και τις λειτουργίες που αναλαμβάνει ο ελληνικός καπιταλισμός στα πλαίσια του διεθνούς ιμπεριαλιστικού καταμερισμού εργασίας.

Όπως κάθε διαδικασία διευρυμένης κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, έτσι και η ελληνική καπιταλιστική ανάπτυξη στηρίχθηκε στη συμμαχία της άρχουσας αστικής τάξης με τη μικροαστική τάξη, στη συνεχή αύξηση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, στη συνεχή μεταφορά αξίας από τον αγροτικό τομέα προς τη βιομηχανία και τις υπηρεσίες.

Όπως κάθε διαδικασία καπιταλιστικής ανάπτυξης, έτσι και η ελληνική περίπτωση χαρακτηρίστηκε από κάποιες ιδιομορφίες. Δύο σημαντικές ιδιομορφίες αξίζει να θίξουμε εδώ: 1) Τη μεγάλη ταξική κινητικότητα: α) από την αγροτιά προς την εργατική τάξη, β) από την αγροτιά προς τη μικροαστική τάξη, γ) από την παραδοσιακή μικροαστική τάξη προς την αστική. Η εγκατάλειψη της υπαίθρου δεν διευρύνει μόνο τις άλλες λαϊκές τάξεις αλλά οδηγεί και στη μετανάστευση. 2) Το μεγάλο αριθμητικό αλλά κυρίως πολιτικό βάρος της μικροαστικής τάξης με συνιστώσες: α) τη διόγκωση της κρατικής γραφειοκρατίας (καθώς και της μεσαίας και ανώτατης βαθμίδας του εκπαιδευτικού μηχανισμού). β) Την κατάληψη από την νέα μικροαστική τάξη των ανώτατων θέσεων του κρατικού μηχανισμού (κυβερνώσα τάξη). Οι θέσεις αυτές καταλαμβάνονται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες από την ίδια την άρχουσα αστική τάξη. γ) την προνομιακή συμμαχία της αστικής τάξης με την παραδοσιακή μερίδα της μικροαστικής τάξης (μικρή ιδιοκτησία) με αποτέλεσμα την αριθμητική διεύρυνση της τελευταίας και την ανιούσα κινητικότητα της προς την αστική τάξη. Τη βάση γι' αυτή τη συμμαχία αποτελούσε ο υψηλός βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, που ενώ από τη μια επέτρεπε τη γρήγορη ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, από την άλλη έκανε βιώσιμο ένα μεγάλο αριθμό από μικρές βιοτεχνικές και εμπορικές επιχειρήσεις που η ύπαρξη και «ανάπτυξη» τους στηριζόταν, σχεδόν αποκλειστικά, στους σχετικά χαμηλούς μισθούς.

Η ταξική κινητικότητα και η αριθμητική και πολιτική ισχύς της μικροαστικής τάξης ευνοεί την εξάπλωση και διάδοση της μικροαστικής ιδεολογίας στο σύνολο των λαϊκών τάξεων, την ηγεμονία της ακόμα και μέσα στην εργατική τάξη και την αγροτιά. Βέβαια αύτη η μικροαστική ιδεολογία δεν είναι παρά η ίδια η κυρίαρχη ιδεολογία προσαρμοσμένη στον τρόπο ζωής τους πόθους για κοινωνική άνοδο (το πανεθνικό όραμα: μια θέση στα ΑΕΙ για τα παιδιά μας) και τα συμφέροντα των μικροαστών. Πρόκειται δηλ. για μια «λαϊκή» παραλλαγή της κυρίαρχης ιδεολογίας. Η κυριαρχία της στις λαϊκές τάξεις έχει λοιπόν να κάνει και με την ολόπλευρη κρίση της Αριστεράς, με την ανικανότητα της να αναδειχθεί σε αντίπαλο δέος του αστισμού.

Το πολιτικό και ιδεολογικό βάρος της μικροαστικής τάξης, η αυξημένη παρουσία της μέσα στον κρατικό μηχανισμό, αλλά και η ανάδειξη της σε κυβερνώσα τάξη ήσαν οι καθοριστικοί παράγοντες, που οδήγησαν στο να δημιουργηθεί και να σταθεροποιηθεί ένα πολύπλοκο δίκτυο διπροσωπικών σχέσεων και άτυπων πρακτικών (ρουσφέτι, «μέσα», πελατειακές σχέσεις) που αναπαρήγαγε μ' ένα σχετικά άτυπο τρόπο την επιρροή των μικροαστών στον κρατικό μηχανισμό, χωρίς βέβαια να 'ρχεται σε σύγκρουση με την πολιτική και ιδεολογική λειτουργία του. Αντίθετα: η πολιτική και ιδεολογική λειτουργία του κράτους εξασφάλιζε και επεξέτεινε την αποτελεσματικότητα της προσδένοντας, μέσω του άτυπου διαπροσωπικού δικτύου, τους μικροαστούς στον κρατικό μηχανισμό. Οι σχέσεις αυτές παράλληλα με τα δίκτυα εκλογικής πελατείας των αστικών κομμάτων συνιστούσαν ένα από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους οικοδομείτο η συμμαχία στήριξή της μικροαστικής τάξης προς την κεφαλαιοκρατική εξουσία.

Η ταξική κινητικότητα, η κυριαρχία της μικροαστικής ιδεολογίας, οι πελατειακές σχέσεις που διαπερνούν τον κρατικό μηχανισμό και ολόκληρη την κοινωνία, αλλά και η κρίση της Αριστεράς και η ωμή τρομοκρατία της πολιτικής εξουσίας μετά τον εμφύλιο πόλεμο, έχουν άμεσες επιπτώσεις πάνω στο εργατικό κίνημα και τα συνδικάτα. Η εργατική τάξη εξαναγκάζεται σ ένα ρόλο περιθωριακό μέσα στην ελληνική κοινωνία. Η αντίθεση με το κεφάλαιο βιώνεται τις περισσότερες φορές μέσα από το πρίσμα της αστικής ιδεολογίας, σαν αντίθεση προς τον εργοδότη άτομο. Το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να αποτρέψει τη γραφειοκρατικοποίηση των συνδικάτων και την κυριαρχία του εργατοπατερικού συνδικαλισμού. Όσο κι αν η κατάσταση αυτή τροποποιείται ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 80, και ιδιαίτερα μετά τη μεταπολίτευση, με την ανάπτυξη του εργοστασιακού συνδικαλισμού, διατήρησε εντούτοις τα βασικά χαρακτηριστικά της μέχρι πρόσφατα.

Η ατροφία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος αλλά και η πρόσδεση ευρύτατων λαϊκών στρωμάτων στα κράτος μέσα άπα τις πελατειακές σχέσεις και το «ρουσφέτι» είχε σαν αποτέλεσμα τη σχετική ατροφία όλων εκείνων των μηχανισμών που επιτελούν τις λειτουργίες της «κοινωνικής προνοίας» (κοινωνικές ασφαλίσεις, παροχές κλπ). Οι «ελλείψεις» της «κοινωνικής πρόνοιας» δεν υποδηλώνουν ούτε κάποιους χαμηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, ούτε ένα περιορισμένο κρατικό παρεμβατισμό στην οικονομία (πιστωτική πολιτική και πολιτική κινήτρων, κρατικοποιήσεις, έργα υποδομής κλπ), ούτε φυσικά προεξοφλούν την έκβαση κάποιων διεκδικητικών αγώνων για το επίπεδο του μισθού (π.χ. οικοδόμοι). Πολύ περισσότερο οι πελατειακές σχέσεις και οι «αδυναμίες» της κοινωνικής πολιτικής του κράτους δεν σημαίνουν ότι το κράτος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις επιταγές της οικονομικής ανάπτυξης(17). Σ' ό,τι άφορα μάλιστα τα κρατικά έξοδα για κοινωνικές παροχές, «κοινωνική πρόνοια» κλπ, θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε το ακριβώς αντίθετο. Γιατί «ανήκουν στην αξία της εργατικής δύναμης τόσο τα ποσά που πληρώθηκαν αμέσως όσο και αυτά που πληρώθηκαν μετά την αξιοποίηση της εργατικής δύναμης σαν σύνταξη. Επειδή σ' αυτή την αξία ανήκουν και τα «έξοδα εκπαίδευσης» (π.χ. τα έξοδα για δημοτικά σχολεία) είναι σε τελευταία ανάλυση το αντίστοιχο τμήμα των κρατικών εξόδων ένα μέρος του μεταβλητού κεφαλαίου, που προκαταβάλλεται από το συνολικό κεφάλαιο, και που φυσικά δεν κυκλοφορεί σαν ατομικός μισθός. Ένα πολύ σημαντικό τμήμα των κρατικών εξόδων καταχωρείται λοιπόν στην κατηγορία του μεταβλητού κεφαλαίου, η, εάν το πούμε χονδρικά, στο μερίδιο του μισθού»(18). Και όλοι ξέρουμε πως οι κεφαλαιοκράτες μειώνοντας το μερίδιο του μισθού, αυξάνουν το ποσοστό κέρδους (και τους ρυθμούς ανάπτυξης της «εθνικής μας οικονομίας»).

Η ανάπτυξη βέβαια του ελληνικού καπιταλισμού και παράλληλα η οικονομική κρίση όξυνε όχι μόνο τη βασική αντίθεση ανάμεσα στην αστική τάξη και την εργατική αλλά και τις αντιθέσεις ανάμεσα στην οστική εξουσία και τη μικροαστική τάξη, και αυτές ακόμη τις ενδοαστικές αντιθέσεις. Σ' αυτά τα πλαίσια, και καθώς ταυτόχρονα με την αποκατάσταση του κοινοβουλευτισμού τροποποιούνται οι μέθοδοι χειραγώγησης του λαϊκού κινήματος, οι πελατειακές σχέσεις αρχίζουν να γίνονται όλο και πιο απρόσφορες για τη σταθεροποίηση της κρατικής λειτουργίας. Παράλληλα, η οικονομική κρίση και τα διαρκώς Ογκούμενα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού κάνουν όλο και πια αναγκαία την κρατική παρέμβαση για τον έλεγχο πρακτικών όπως η φοροδιαφυγή και η «αισχροκέρδεια», που επί δυο τουλάχιστον δεκαετίες εξασφάλιζαν τη βιωσιμότητα και «ανάπτυξη» πάρα πολλών, μικρών κυρίως, επιχειρήσεων. Οι τελευταίες όμως αυτές διαδικασίες συμπίπτουν με τη συγκυρία του εκσυγχρονισμού. Εντάσσονται δηλ. χρονικά στην περίοδο που ανοίγει μετά τη μεταπολίτευση και οπού πραγματοποιείται μια ριζική τομή τόσο στον τρόπο άσκησης της πολιτικής εξουσίας, Όσο και στην πολιτική σκηνή και την κυρίαρχη ιδεολογία. Η τομή αυτή καθορίστηκε από κάποιες διαδικασίες της ταξικής πάλης οι όποιες αφορούσαν, πρώτα απ' Όλα, τη δομή και τον τρόπο άσκησης της πολιτικής εξουσίας, καθ' όλη τη μεταπολεμική περίοδο στη χώρα μας.

Πρόκειται για αντιφάσεις του ιδίου τύπου με εκείνες που οδήγησαν στην κρίση εξουσίας του '65-'67, στο πραξικόπημα, στην κρίση και πτώση της δικτατορίας το 73-74. Πρόκειται δηλαδή για πολιτικές αντιφάσεις.

Ο εκσυγχρονισμός και η νέα πολιτική γραμμή του αστισμού μετά το 1974 καθορίστηκε λοιπόν από κάποιες διαδικασίες της ταξικής πάλης που είναι σχετικά ανεξάρτητες από τις μονιμότερες διαδικασίες της ταξικής πάλης στη χώρα μας, που μόλις περιγράψαμε. Η νέα φάση τείνει βέβαια να τροποποιήσει λιγότερο η περισσότερο και αυτές τις μονιμότερες διαδικασίες. Δεν πηγάζει όμως άμεσα απ' αυτές, δηλαδή δεν αποτελεί «νομοτελειακό» αποτέλεσμα της κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης η των ιδιομορφιών της. Μ' αλλά λόγια καθορίζεται από τις μόνιμες αυτές διαδικασίες μόνο σε τελευταία ανάλυση. Γι αυτή την πολιτική τομή, δηλαδή για τον εκσυγχρονισμό Θα μιλήσουμε στο επόμενο κεφάλαιο.

4. Ο εκσυγχρονισμός: Από το «κράτος των εθνικοφρόνων» στο «κράτος δικαίου».

4.1. Το «κράτος των εθνικοφρόνων»

Είναι γνωστό ότι το οστικό κράτος παρότι συμπυκνώνει πολιτικά την ταξική εξουσία του κεφαλαίου, παρότι δηλαδή αποτελεί το κέντρο άσκησης της κεφαλαιοκρατικής πολιτικής εξουσίας, εντούτοις αποκρύβει τον ταξικό του χαρακτήρα με το να ασκεί τις λειτουργίες του και να οικοδομεί τους μηχανισμούς του με τρόπο «αταξικό». Από την κρατική δομή δηλαδή αλλά και από τη γλώσσα της κυρίαρχης ιδεολογίας εξοβελίζεται κάθε ρητή αναφορά στην ταξική και την πολιτική εξουσία. Το κράτος εμφανίζεται σαν η ενσάρκωση του κοινού, του εθνικού συμφέροντος σε μια κοινωνία που αποτελείται βασικά από άτομα, από «πολίτες» που κατέχουν έννομα δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις. Συμπυκνώνει, λοιπόν το κράτος και ενοποιεί πολιτικά σε μια κοινή θέληση, σ' ένα ενιαίο εθνικό συμφέρον τις διαφορετικές θελήσεις επιδιώξεις των ατόμων πολιτών και τα τυχόν αλληλοσυγκρουόμενα οικονομικά συμφέροντα των διαφορετικών κοινωνικών (επαγγελματικών) ομάδων.

Στην Ελλάδα ήδη από την εποχή του μεσοπολέμου, πριν ακόμη από τη δικτατορία του Μεταξά υπήρχε μια βασική ιδιομορφία: Η «αταξική» και κοινωνικά ουδέτερη σχέση ανάμεσα στο κράτος και τους «πολίτες του» ήταν πολιτικοποιημένη. Το κράτος διακρίνει τους πολίτες του σε εθνικόφρονες και μη και δηλώνει πως το συμφέρον του έθνους, προς το όποιο κατατείνει και η κρατική πολιτική, ταυτίζεται με το κοινό συμφέρον όχι όλων των πολιτών αλλά της «συντριπτικής πλειοψηφίας τους», των εθνικοφρόνων πολιτών - που εκφράζονται πολιτικά (όταν λειτουργεί ο κοινοβουλευτισμός) από τις δυο μεγάλες αστικές παρατάξεις. Ο διαχωρισμός αυτός και η αντίθεση ανάμεσα στους εθνικόφρονες «πολίτες» και στην «αντεθνική μειοψηφία» παίρνει τερατώδεις διαστάσεις μετά την απελευθέρωση και τον εμφύλιο πόλεμο, όταν πάνω στα συντρίμμια του ΕΑΜικού κινήματος επανοικοδομείται το αστικό κράτος. Η Αριστερά, ακόμη και μετά τη συντριβή της, ακόμα και μετά τον αποδεκατισμό της στα εκτελεστικά αποσπάσματα και τις εξορίες, αναγνωρίζεται από το κράτος σαν ο ασυμφιλίωτος εχθρός του αστικού κοινωνικού καθεστώτος. Και είναι η «φιλελεύθερη παράταξη» και όχι η Δεξιά που θα στείλει στο εκτελεστικό απόσπασμα τον Μπελογιάννη.

Αύτη η πολιτικοποίηση της «αταξικής» σχέσης του κράτους με τους «πολίτες του» έχει σημαντικότατες συνέπειες για τον τρόπο που οργανώνονται οι κρατικοί μηχανισμοί και για τον τρόπο που ασκείται η πολιτική εξουσία. Νόμοι έκτακτης ανάγκης και πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων πολιτικοποιούν και την τελευταία κρατική λειτουργία και καταστρατηγούν τις υπέρτατες αρχές της αστικής ιδεολογίας και εξουσίας: Την «ισότητα», όλων μπροστά στους νόμους, την κρατική «ισοπολιτεία» (που, να μη το ξεχνάμε, είναι η προϋπόθεση για την «αξιοκρατία»), τις «ίσες ευκαιρίες για κοινωνική άνοδο». Οι αριστεροί δεν μπορούν να ασκήσουν «οποίο επάγγελμα θέλουν», δεν προσλαμβάνονται στις δημόσιες υπηρεσίες, δεν «ευεργετούνται» από το κράτος. Και αντίστροφα, όμως, το αστικό κράτος ξέρει ότι η πολιτική του δεν πρόκειται, εξ ορισμού, να εξασφαλίσει ποτέ τη συμπαράσταση και τη συναίνεση της Αριστεράς, της «έκτος του έθνους» μερίδας των «πολιτών». Μια σειρά από μεταρρυθμίσεις και «ανοίγματα» της πολιτικής εξουσίας καθίστανται λοιπόν αδύνατα. Ο εχθρός μπορεί να βρίσκεται παντού, γι αυτό πανταχού παρούσα και μάλιστα «προληπτικά», πρέπει να είναι και η καταστολή. Κάτω από το αφ' υψηλού βλέμμα του παλατιού, η διοίκηση με την αστυνομία της και στηριγμένη στο στρατό πρέπει να εποπτεύει κάθε μηχανισμό, κάθε γωνία του εθνικού κορμού, να γνωρίζει κάθε κίνηση πριν καν εκδηλωθεί. Ο κοινοβουλευτισμός λειτουργεί με δεκανίκια.

Αντίστοιχα πολιτικοποιημένη είναι και η αστική ιδεολογία. Οι υπέρτατες αξίες της ευημερίας, της προόδου και της κοινωνικής γαλήνης χλομιάζουν μπροστά στον αντικομμουνισμό και στον ψευτοουμανισμό που εξιστορεί και εγκωμιάζει τα «ιστορικά πεπρωμένα της Φυλής».

Αλλά και στην πολιτική σκηνή τα αποτελέσματα της «πολιτικότητας» του κράτους είναι σημαντικότατα. Ακόμα κι όταν οι κύριες πολιτικές μάχες δίνονται ανάμεσα στη Δεξιά και το Κέντρο, η βασική διχοτομία στην πολιτική σκηνή είναι αυτή ανάμεσα στις «εθνικές» πολιτικές δυνάμεις και την Αριστερά.

Η Αριστερά όλη αυτή την περίοδο αγωνίζεται για να αποσταθεροποιήσει και να καταργήσει το καθεστώς των εκτάκτων νόμων, του κηδεμονευόμενου από το παλάτι κοινοβουλευτισμού και των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων. Και παραμένει Αριστερά, γιατί αμφισβητεί την κυρίαρχη πολιτική γραμμή της αστικής εξουσίας. Πίστευε παράλληλα η Αριστερά ότι η κατάργηση του καθεστώτος των εκτάκτων νόμων και του κηδεμόνευα μενού κοινοβουλευτισμού θα άνοιγε το δρόμο για την κοινωνική αλλαγή, για το σοσιαλισμό. Και εγκλώβιζε τα οράματα της στην προοπτική του (αστικού) κράτους της «ισοπολιτείας» και του «δικαίου». Καθώς το «πολιτικοποιημένο» κράτος αναγνωρίζεται σαν κράτος ταξικό, σαν το κράτος της ολιγαρχίας, η Αριστερά προσβλέπει σ' ένα κράτος «εθνικό δημοκρατικό» που θα εκφράζει όλες τις τάξεις της ελληνικής κοινωνίας εκτός από την ταυτισμένη με τα ξένα συμφέροντα (και τους εκτάκτους νόμους) ολιγαρχία (19).

4.2. Η πολιτική κρίση.

Το είπαμε ήδη στα προηγούμενα, το «κράτος των εθνικοφρόνων» δεν ήταν «αντιπαραγωγικό». Γινόταν όμως συνολικά όλο και περισσότερο αφερέγγυο, καθώς, στη δεκαετία του '60, το μαζικό δημοκρατικό κίνημα αμφισβητούσε για πρώτη φορά τις δομές του και την αντιδημοκρατικότητά του, το διαχωρισμό σε «εθνικόφρονες» και μη. Κι αυτό ανεξάρτητα από τις αρχικές προθέσεις των ηγετών του Κέντρου, η από τους διακηρυγμένους στόχους του διμέτωπου «ανένδοτου αγώνα».

Η πολιτική κρίση που ξεσπάει στα μέσα της δεκαετίας του '60 δεν υποδηλώνει κάποια αδυναμία του κράτους να ανταποκριθεί στις επιταγές της «οικονομίας». Είναι το άμεσο αποτέλεσμα της (συγκυριακής) όξυνσης της πολιτικής ταξικής πάλης, που κατέστησε τις αστικές πολιτικές δυνάμεις ανίκανες να εκπροσωπήσουν αποτελεσματικά, μέσα στη συγκυρία, τις κυρίαρχες τάξεις και να χαλιναγωγήσουν ταυτόχρονα το λαϊκό κίνημα, που έφθειρε τις κυρίαρχες πολιτικές αξίες, όξυνε τους ενδοαστικούς ανταγωνισμούς, έφερε στο προσκήνιο κάποιους αναγκαίους μετασχηματισμούς στην κρατική λειτουργία που, Όμως, η γενικευμένη πολιτική κρίση, η κρίση νομιμοποίησης της Δεξιάς και η πολιτική αστάθεια της Ε.Κ. τους καθιστούσαν αδύνατους (20). Παράλληλα, η αδυναμία του λαϊκού κινήματος να επιβάλει τις δικές του λύσεις, Οδηγεί στην κάμψη του και στην ήττα του με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Η δικτατορία αποκαθιστά τους κλονισμένους δεσμούς εκπροσώπησης ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις και την κυβέρνηση, επαναποκαθιστά προσωρινά τη λειτουργικότητα του κράτους. Δεν

καταφέρνει όμως να ξεπεράσει την απομόνωση της και να εξασφαλίσει τη συναίνεση για τις πολιτικές λύσεις που προετοίμαζε. Η αντίσταση, με αποκορύφωμα το Πολυτεχνείο, οδηγεί από την ιδεολογική κρίση και απομόνωση της δικτατορίας στην πολιτική κρίση και την κατάρρευση της. Για μια ακόμη φορά, η πολιτική αύτη κρίση, όσο κι αν υπονομεύει τη συνολική αποτελεσματικότητα του κράτους, αρά και την Ικανότητα του να ασκεί μια αποτελεσματική οικονομική πολιτική, εντούτοις δεν μπορεί να αναχθεί σε μια εγγενή αδυναμία του κράτους να παρακολουθήσει την «ανάπτυξη».

Οι έκτακτοι νόμοι και τα πιστοποιητικά φρονημάτων, δηλαδή, ο τρόπος άσκησης της πολιτικής εξουσίας που παγιώθηκε ιστορικά στη χώρα μας με τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, απέβλεπε στο να αποκλείσει άμεσα και βίαια από το πολιτικό προσκήνιο την εργατική τάξη και το λαϊκό κίνημα. Είναι όμως γνωστό ότι η δυνατότητα του αστισμού να απαγορεύει την πολιτική συγκρότηση της εργατικής τάξης, να διασπά, να ενσωματώνει και να περιθωριοποιεί το λαϊκό κίνημα, δηλαδή τελικά η δυνατότητα του αστισμού να σταθεροποιεί την εξουσία του, δεν εξαντλείται ούτε στο κράτος εκτάκτου ανάγκης, ούτε ακόμη στο κράτος του κηδεμονευόμενου κοινοβουλευτισμού και των εκτάκτων νόμων. Αντίθετα, στις περισσότερες δυτικές χώρες μετά τον Β ' Παγκόσμιο Πόλεμο, η σταθεροποίηση του αστισμού συμβαδίζει με τη σταθεροποίηση του «κράτους δικαίου».

Η φθορά των άξιων της μεταεμφυλιοπολεμικής εξουσίας και η ανοικτή πολιτική κρίση της δικτατορίας, και από την άλλη η κρίση της Αριστεράς και η ανυπαρξία μιας εναλλακτικής προοπτικής είναι οι σταθερές που καθόρισαν, όχι μόνο την ομαλή μετάβαση οπό τη δικτατορία στη δημοκρατία, αλλά και την εκσυγχρονιστική τομή.

4.3. Η διαμόρφωση του «κράτους δικαίου».

Το μεταπολιτευτικό πολιτικό καθεστώς, παρότι καλείται να εκπροσωπήσει και να διασφαλίσει τα ίδια κοινωνικά και πολιτικά συμφέροντα με αυτά που εκπροσωπούσε η δικτατορία, αποτελεί εντούτοις μια σημαντική τομή, γιατί τροποποιεί ριζικά τις πολιτικές μορφές μέσα από τις όποιες ασκείται η εξουσία. Πρόκειται για μια τομή που δεν αναφέρεται μόνο στην πτώση της δικτατορίας και στην αποκατάσταση του κοινοβουλευτισμού. Αναφέρεται παράλληλα και στην εγκαθίδρυση ενός κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, που για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία της χώρας «αποπολιτικοποιείται», δηλαδή επενδύεται τον ελληνοχριστιανικό αντικομμουνισμό και τους εκτάκτους νόμους.

Η τομή αυτή, που συνηθίσαμε να αποκαλούμε εκσυγχρονισμό, τροποποιεί τη συνολική κρατική πολιτική και λειτουργία. Αναδιοργανώνει συνακόλουθα τη σχέση της εξουσίας με τις λαϊκές τάξεις.

Στο χώρο της ιδεολογίας, καθώς υποχωρεί ο αντικομμουνισμός, περνούν στην πρώτη θέση τα τεχνοκρατικά ιδεολογήματα της «ανάπτυξης», της «ορθολογικής και δίκαιης» κοινωνικής οργάνωσης που συνυφαίνεται με το «εθνικό συμφέρον», της αποδοτικότητας, της «αξιοκρατίας». Το κράτος δεν καταστέλλει πλέον την πολιτική δράση των κομμουνιστών, που οι πολιτικές οργανώσεις τους είναι τώρα νόμιμες, αλλά αυτούς που, από οποιαδήποτε κατεύθυνση και αν προέρχονται και Οποιαδήποτε κίνητρα και αν έχουν, καταπατούν τους νόμους.

Στο επίπεδο των κρατικών θεσμών θεσπίζονται μια σειρά τομές και μεταρρυθμίσεις, από την εκπαίδευση, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τη γλώσσα, μέχρι τη λειτουργία του κοινοβουλίου και των κομμάτων, τη θέση του Προέδρου, τη διοίκηση και τη δικαιοσύνη που ακριβώς κατοχυρώνουν τη μετάβαση από το μεταεμφυλιοπολεμικό κράτος στο «κράτος δικαίου» του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Συγχρόνως θεσμοθετείται το αυταρχικό πλαίσιο, με βάση το όποιο θα παταχθεί κάθε πρακτική που ξεπερνάει τους προκαθορισμένους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού.

Οι πολιτικές λειτουργίες και η ιδεολογία του «ευνομούμενου κράτους» δένονται με την αναπτυξιακή καπιταλιστική στρατηγική και μορφοποιούνται στο στρατηγικό όραμα της ενσωμάτωσης της χώρας μας στην «ενωμένη, δημοκρατική και ευημερούσα Ευρώπη». Καθώς δηλαδή συναρθρώνεται με την ιδεολογία του αστικού «κράτους δικαίου», η αναπτυξιακή στοχοθεσία (του ελληνικού καπιταλισμού) ολοκληρώνεται και εξυψώνεται σε πειστική και ηγεμονική κοινωνική στρατηγική. Ο στόχος της ένταξης στην ΕΟΚ συμπυκνώνει έτσι, κατά την πρώτη μεταπολιτευτική φάση, ολόκληρο το εκσυγχρονιστικό όραμα του ελληνικού αστισμού. Το όραμα αυτό αποδείχθηκε πειστικό για μια ολόκληρη μερίδα του λαού. Η λαϊκή συναίνεση προς την εξουσία αναδιοργανώνεται και πλαταίνει. Οι εκλογικές νίκες της Ν.Δ. το 1974 και το 1977 δεν ήταν αποτέλεσμα εκβιασμού η κάποιων φόβων που έντεχνα καλλιεργήθηκαν. Αντικατόπτριζαν την πειστικότητα της νέας εκσυγχρονιστικής πολιτικής που η Ν.Δ. διαχειρίστηκε προνομιακά την πρώτη περίοδο μετά τη μεταπολίτευση. Για πλατιά μικροαστικά κυρίως στρώματα, το όραμα της «δημοκρατικής δυτικοευρωπαϊκής χώρας» ταυτίστηκε με το όραμα της κοινωνικής τους ανόδου.

Η κρατική λειτουργία και πολιτική σταθεροποιούνται καθώς παράλληλα αυξάνει η εμβέλεια των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους, αλλά και η σχετική αυτονομία τους από τον κυρίαρχο κατασταλτικό κρατικό μηχανισμό. Ούτε ο εργατικός συνδικαλισμός η ο συνδικαλισμός στα σχολεία, ούτε ο Σαββόπουλος και ο Θεοδωράκης από το ραδιόφωνο, ούτε το Γ' Πρόγραμμα, ούτε ο Αϊζενστάιν στην τηλεόραση δεν περιέχουν πια ένα εκρηκτικό περιεχόμενο για τις ισορροπίες της πολιτικής μας ζωής. Το ελληνικό κράτος, παρότι δεν ενθαρρύνει φυσικά την οποιαδήποτε λαϊκή κινητοποίηση η πολιτική παρουσία, εντούτοις έχει την ευελιξία και τη δύναμη, καθώς αναδιοργανώνεται η σχέση ανάμεσα στην ιδεολογία και στην καταστολή, να ενσωματώσει και να ανεχθεί κινήσεις και πρακτικές που μέσα στα πλαίσια του μεταεμφυλιοπολεμικού κράτους αποκτούσαν ένα εκρηκτικό περιεχόμενο και γι' αυτό απαγορεύονταν εξ ορισμού.

Μέσα στα πλαίσια αυτής της νέας φάσης της ταξικής πάλης που διαμορφώνεται μετά τη μεταπολίτευση αναβαθμίζεται και ενισχύεται ο ρόλος της νέας μικροαστικής τάξης και των διανοουμένων, καθώς οι τροποποιήσεις της κυρίαρχης ιδεολογίας και των κρατικών λειτουργιών αναδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο «για την πρόοδο του τόπου», των «ειδικών», των μορφωμένων κλπ. ιδιαίτερα αναβαθμίζεται ο ρόλος των τεχνοκρατών, τεχνικών και οικονομολόγων: Το ίδιο ισχύει και για ένα ολόκληρο χώρο «προοδευτικών» και φιλελεύθερων διανοουμένων, οραματιστών του «κράτους δικαίου» και της «οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης», που η μεταεμφυλιοπολεμική εξουσία εξοβέλιζε από τις γραμμές της και που τώρα καλούνται, για πρώτη φορά, να επανδρώσουν τους κρατικούς μηχανισμούς. Αντίθετα ατονούν κάποιοι παραδοσιακοί δεσμοί αίματος της εξουσίας με την παραδοσιακή μικροαστική τάξη και τα κατώτερα στρώματα της κρατικής γραφειοκρατίας.

Με βάση αυτές τις τροποποιήσεις στις συμμαχίες ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις και τους μικροαστούς, η πολιτική εξουσία επιχειρεί να χειριστεί με νέους, πιο αποτελεσματικούς, ορούς τους στόχους που της θέτει η οικονομική συγκυρία και η οικονομική κρίση: Την αύξηση της παραγωγικότητας και των εσόδων του δημόσιου τομέα (συνακόλουθα την υποβάθμιση των πελατειακών σχέσεων και την ενίσχυση της «αξιοκρατίας»), τη «συγκράτηση» των τιμών, την πάταξη της φοροδιαφυγής κλπ. Στα πλαίσια αυτά θεσπίζονται μέτρα που ευνοούν την «παραγωγική» μονοπωλιακή μερίδα και θίγουν κάποια «πλεονεκτήματα» του μικρού κυρίως κεφαλαίου (έλεγχος τιμών, τροποποιήσεις στο φορολογικό σύστημα κλπ). Από την επιτυχία των μέτρων αυτών δεν εξαρτάται όμως η έκβαση της νέας αστικής στρατηγικής, του εκσυγχρονισμού. Αντίθετα, πρόκειται για κάποια πιθανά αποτελέσματα της εκσυγχρονιστικής τομής πάνω στη συνολική πάλη των τάξεων. Η εκσυγχρονιστική πολιτική ευνοεί (χωρίς όμως ούτε να ταυτίζεται αναγκαστικά, πολύ δε περισσότερο χωρίς να εξαντλείται) μια οικονομική πολιτική που να τείνει στο να αυξάνει την ισχύ του δημοσίου τομέα και τις λειτουργίες «διεύθυνσης» της οικονομίας (21). Ορισμένες από τις πλευρές αυτής της πολιτικής συνάντησαν σημαντικές αντιστάσεις και από κάποιες κεφαλαιοκρατικές μερίδες και από ένα τμήμα του πολιτικού προσωπικού του κράτους και της Δεξιάς. Το ότι λοιπόν οι ποικιλόμορφες αντιστάσεις, ιδιαίτερα κατά την τελευταία προεκλογική περίοδο, αλλά και η εντεινόμενη οικονομική κρίση, οδήγησαν το 1980 την κυβέρνηση Ράλλη να εγκαταλείψει την «παρεμβατική» παράδοση της εξουσίας, από τη μεταπολίτευση και μετά, και να στραφεί προς τον οικονομικό «νεοφιλελευθερισμό», με κανένα τρόπο δεν σημαίνει ότι ηττάται, και η στρατηγική του εκσυγχρονισμού. Τα βασικά χαρακτηριστικά του «κράτους δικαίου» διατηρούνται ακόμη κι όταν τα μετρά «διεύθυνσης» της οικονομίας ατονούν μπροστά στο «ρυθμιστικό ρόλο της αγοράς».

Η νέα εκσυγχρονιστική πολιτική είχε σαν σταθερό και μόνιμο στόχο της να ξεπεράσει την πολιτική και ιδεολογική κρίση που μάστιζε την εξουσία από τα μέσα της δεκαετίας του '60 και να σταθεροποιήσει την αστική πολιτική κυριαρχία. Τα πέτυχε και τα δύο σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο νέος ιδεολογικός λόγος της εξουσίας βασίστηκε σε κατηγορίες που ήταν ήδη αποδεκτές οπό την αντιπολίτευση και την Αριστερά. Γιατί τι άλλο ζητούσε η Αριστερά παρά την «ανάπτυξη του τόπου» και μια «δίκαιη πολιτική» που να εκφράζει τα «κοινά εθνικά συμφέροντα» των «πολιτών»; Η αντίθεση της προς τη Δεξιά, μετά τη μεταπολίτευση, είχε έτσι άπλα αντιπολιτευτικό χαρακτήρα. Αμφισβητούσε στη Δεξιά την Ικανότητα και τη θέληση να προωθήσει την «ανάπτυξη» και τα «εθνικά συμφέροντα». Ο εκσυγχρονιστικός ιδεολογικός λόγος, η τεχνοκρατική δηλαδή ιδεολογία του «κράτους δικαίου», είτε στη δεξιά της είτε στην «αριστερή» της εκδοχή κυριαρχεί απόλυτα σχεδόν μέσα στην ελληνική κοινωνία. Κυριαρχεί κατά κανόνα και μέσα στο ίδιο το λαϊκό κίνημα, που με βάση αύτη την εκσυγχρονιστική αστική ιδεολογία οργανώνει τους αγώνες του. Έτσι το λαϊκό κίνημα δεν καταφέρνει να ανατρέψει τους πολιτικούς στόχους του αστισμού, να επιβάλει τις δικές του λύσεις. Η κρατική πολιτική άλλοτε επιβάλλεται ομαλά, με πλατιά συναίνεση και ελάχιστες αντιστάσεις (Σύνταγμα, νομικό πλαίσιο, κατώτερη και μέση βαθμίδα της εκπαίδευσης κλπ) και άλλοτε συναντά την αντίσταση του μαζικού κινήματος, οπότε καταφεύγει στα Μ.Α.Τ, τα όποια και αναλαμβάνουν να «αποκαταστήσουν την τάξη» και να διασφαλίσουν «το συνταγματικό δικαίωμα της κυβέρνησης που επέλεξε ο λαός» να αποφασίζει εκείνη ποια μέτρα θα θεσπίσει.

Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με μια παρατεταμένη διαδικασία ήττας τον λαϊκού κινήματος, με μια διαδικασία σταθεροποίησης της αστικής πολιτικής εξουσίας. Η ήττα αυτή του λαϊκού κινήματος δεν είναι βέβαια συντριπτική. Το λαϊκό κίνημα διατηρεί κάποια κεκτημένα, και τις βασικές πολιτικές του ελευθερίες. Παρ' όλα αυτά όμως πρόκειται για μια παρατεταμένη διαδικασία ήττας καθόσον, μετά τις κατακτήσεις του κινήματος της πρώτης περιόδου μετά τη μεταπολίτευση, μπαίνουμε σε μια φάση οπού ο πολιτικός συσχετισμός των δυνάμεων μεταβάλλεται διαρκώς υπέρ της αστικής εξουσίας. Αυτή η διαδικασία σταθεροποίησης της αστικής πολιτικής εξουσίας με την εμπέδωση του εκσυγχρονισμού και παράλληλα οι σημαντικές μεταβολές που συντελούνται στο επίπεδο της πολιτικής σκηνής είναι οι οροί, κάτω από τους οποίους συντελέστηκε η κυβερνητική αλλαγή τον Οκτώβριο του 1981.

4.4. Οι τροποποιήσεις της πολιτικής σκηνής και η «Αλλαγή».

Η υποστολή του «αντικομμουνισμού» προκαλεί σημαντικότατα αποτελέσματα στην πολιτική σκηνή. Καθώς η Δεξιά γίνεται το 1974 η κύρια πολιτική δύναμη που εκφράζει το νέο εκσυγχρονιστικό λόγο, αποχωρίζεται από τις γραμμές της η «Εθνική Παράταξη» που εμμένει στην παραδοσιακή αντικομμουνιστική πολιτική. Το παραδοσιακό Κέντρο δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να διαφοροποιηθεί από την πολιτική της Ν.Δ. Συρρικνώνεται και αποσυντίθεται. Επιπλέον, τώρα που η παραδοσιακή Αριστερά δεν είναι πλέον «εκτός του έθνους», γίνεται δυνατό να συγκροτηθεί δίπλα της, προερχόμενη από το χώρο του Κέντρου μια «νέα» Αριστερά, το ΠΑΣΟΚ.

Το ΠΑΣΟΚ κατοχυρώνεται σαν Αριστερά, παρά την κεντρώα καταγωγή του, όχι μόνο γιατί δηλώνει το ίδιο Αριστερά, αλλά κυρίως γιατί υιοθετεί όλους τους βασικούς άξονες του παραδοσιακού αριστερού οράματος για την Αλλαγή. Υιοθετεί το βασικό σχήμα: ολιγαρχία + ιμπεριαλισμός ενάντια στο έθνος. Έθνος = λαός = εργάτες + αγρότες + μεσαία στρώματα + νεολαία + διανόηση + μικρή και μεσαία αστική τάξη. Το γεγονός πως δεν δέχεται την πρωτοπορία της εργατικής τάξης (αρά και του «κόμματος της») ή το γεγονός ότι χρησιμοποιεί τον ορό «μη προνομιούχοι» για να υποδηλώσει τον εθνικό λαϊκό συνασπισμό κάνουν την ανάλυση «νεόκοπη», αλλά δεν την τοποθετούν έξω από το βασικό αριστερό σχήμα για τις τάξεις στη σημερινή Ελλάδα. Υιοθετεί επίσης ολόκληρη την προβληματική της «εξαρτημένης, στρεβλής και περιορισμένης» ανάπτυξης στην οποία στηρίζεται και η κριτική της Αριστεράς για τον ελληνικό καπιταλισμό (για να απαιτήσει στη συνέχεια τη «σωστή» ανάπτυξη του). Εξ αλλού η θέση του ΠΑΣΟΚ ότι η Ελλάδα ανήκει στην «καπιταλιστική περιφέρεια», παρά την οποία «εξαρτημένη εκβιομηχάνιση», προέρχεται από την ίδια μήτρα από την οποία προέρχεται και η σημερινή θέση της παραδοσιακής Αριστεράς Ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα «μεσαίας ανάπτυξης». Από τις αναλύσεις δηλαδή που έκανε η παραδοσιακή Αριστερά μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '70 για την «αγροτική και υπανάπτυκτη» Ελλάδα (22). Αλλά μήπως και η διακηρυγμένη στρατηγική του ΠΑΣΟΚ «για την Αλλαγή και το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό» δεν αποτελεί υιοθέτηση και παραλλαγή του «αργού σταδιακού και ειρηνικού περάσματος» της παραδοσιακής Αριστεράς; (23)

Η κατάργηση της πόλωσης εθνικόφρονες αριστεροί δεν οδηγεί άπλα στη συγκρότηση κάποιων νέων πολιτικών δυνάμεων. Οδηγεί και σε μια νέου τύπου πόλωση στην πολιτική σκηνή.

Στην πρώτη φάση, που διαρκεί μέχρι την ένταξη της Ελλάδας στη ΕΟΚ και το πέρασμα του κ. Καραμανλή στην Προεδρία, η βασική πόλωση που δημιουργείται είναι ανάμεσα στις δυνάμεις που διακηρύσσουν σαν στόχο τους το Ευρωπαϊκό («δημοκρατικό αναπτυξιακό») όραμα και τις δυνάμεις που αντιπολιτεύονται τη στρατηγική αυτή, αποδοκιμάζοντας το βασικό πολιτικό στόχο της ένταξης στην ΕΟΚ. Η αντιπολίτευση προς την ένταξη στην ΕΟΚ γίνεται βέβαια από την ίδια ιδεολογική και στρατηγική σκοπιά, από την οποία οι εκπρόσωποι του αστισμού υπερασπίζονται την ένταξη: Για την αυτοδύναμη ανάπτυξη (του ελληνικού καπιταλισμού), για την ενίσχυση του διεθνούς του ρόλου (στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα), για τη σταθεροποίηση της (αστικής) δημοκρατίας. Εντούτοις οι δυνάμεις που αντιπολιτεύονται την «Ευρωπαϊκή ενσωμάτωση» καταφέρνουν να πλησιάσουν την αντικυβερνητική και αντιαμερικανική διάθεση του λαϊκού κινήματος και συνδέονται έτσι με τα αιτήματα και τις κινητοποιήσεις όλης αυτής της περιόδου.

Με βάση αυτή την πόλωση επιβιώνουν και σταθεροποιούνται εκείνες μόνο οι πολιτικές δυνάμεις που τοποθετούνται με ξεκάθαρο και ηγεμονικό τρόπο σ ένα από τα δύο στρατόπεδα. Δηλαδή η Ν.Δ. από τη μια και το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ από την άλλη. Οι δυνάμεις που είτε ηγεμονεύονται στην πολιτική τους γραμμή (κόμματα του Κέντρου από τη Ν.Δ.) είτε δεν αντιλαμβάνονται τη νέα πόλωση (ΚΚΕεσ.) συρρικνώνονται. Τρία χρόνια μετά τη μεταπολίτευση η Ν.Δ. εξασθενεί κύρια από τα δεξιά, με βάση τη δευτερεύουσα πόλωση, στο εσωτερικό της Δεξιάς και ελάχιστα από τα αριστερά (24).

Όμως, όταν η πρώτη φάση της διαδικασίας ήττας του λαϊκού κινήματος ολοκληρώνεται, καθώς όλες οι θεσμικές ρυθμίσεις της εξουσίας παγιώνονται (με εξαίρεση το νόμο 815 για τα ΑΕΙ), καθώς τα ΜΑΤ επιβάλλουν την κοινωνική γαλήνη κάβε φορά που τείνει να διασαλευτεί, καθώς οι λαϊκές κινητοποιήσεις φθίνουν και η τεχνοκρατική ιδεολογία του «κράτους δικαίου» κυριαρχεί απ' άκρου εις άκρον της χώρας, καθώς υπογράφεται παράλληλα η συνθήκη προσχώρησης στην Ε.Ο.Κ., οι συσχετισμοί στην πολιτική σκηνή αρχίζουν να μεταβάλλονται. Η πόλωση ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις που μόλις περιγράψαμε διατηρείται, αλλάζει όμως περιεχόμενο.

Καθώς η κοινοβουλευτική δημοκρατία έχει πια σταθεροποιήσει, γίνεται όλο και πιο προφανές πως η πολιτική στρατηγική της Αριστεράς και οπωσδήποτε η προοπτική του ΠΑΣΟΚ (που) δεν έχει «την του παρελθόντος κακήν μαρτυράν») δεν αμφισβητεί τις στρατηγικές και αναπτυξιακές επιλογές του ελληνικού καπιταλισμού, δεν αντιστρατεύεται το ρόλο που ο ελληνικός καπιταλισμός διαδραματίζει στα πλαίσια του δυτικοευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Αντίθετα μάλιστα, καθώς η ένταξη στην ΕΟΚ είναι μια πραγματικότητα, και δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα καμιά καταστροφή της βιομηχανίας και της οικονομίας «μας», η Αριστερά, και κυρίως το ΠΑΣΟΚ, επισείει όλο και λιγότερο τους «κινδύνους» που εγκυμονεί η ένταξη και οχυρώνεται όλο και περισσότερο πίσω από τα ιδεολογήματα της αποδοτικότητας, συνέπειας, παραγωγικότητας, οικονομικής ανάπτυξης, αξιοκρατίας, κοινωνικής πρόνοιας, καταπολέμησης της γραφειοκρατίας κλπ. Το κύριο μέτωπο που ανοίγει στη δεξιά είναι τώρα πια για ανικανότητα, φαυλότητα, αντιπαραγωγικότητα, ευνοιοκρατία κλπ.

ΟΙ τροποποιήσεις αυτές επιταχύνονται κατά την ευρεία προεκλογική περίοδο 1980-1981, καθώς παράλληλα η γενικευμένη δυσαρέσκεια που δημιουργεί η οικονομική κρίση, οι συντεχνιακές αντιστάσεις μέσα στον κρατικό μηχανισμό, αλλά και έξω από αυτόν, ενάντια στις οικονομικές ρυθμίσεις της πολιτικής εξουσίας, τα προσωπικά φέουδα, τα κυκλώματα εκλογικής πελατείας, αλλά και τα μηνύματα για την αυξανόμενη εκλογική επιρροή του ΠΑΣΟΚ οδηγούν τη Ν.Δ. να προστρέξει και πάλι στην αντικομμουνιστική κινδυνολογία για να συσπειρώσει στις γραμμές της τις από τα δεξιά απώλειες του '77. Με την στροφή όμως αυτή η Ν.Δ. χάνει τη φερεγγυότητα της σαν η κατ' εξοχή πολιτική δύναμη που μπορεί να οικοδομήσει και να διαχειριστεί το «κράτος δικαίου». Αντίθετα, τα συνθήματα του ΠΑΣΟΚ για οικονομική ανάπτυξη, κοινωνικές παροχές, αξιοκρατία, κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας και για περισσότερη δημοκρατία πείθουν όλο το κεντρώου πολιτικού προσανατολισμού εκλογικό σώμα, πως είναι τώρα το ΠΑΣΟΚ που μπορεί να προωθήσει τα κυρίαρχα (αστικά) ιδανικά της κοινωνικής ευημερίας και της πολιτικής δημοκρατίας, τα κυρίαρχα ιδανικά του «κράτους δικαίου».

Αλλάζει έτσι κατά την προεκλογική περίοδο και η διάταξη της πολιτικής σκηνής. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις, από τα κόμματα του Κέντρου μέχρι τις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς αναγνωρίζουν σαν μοναδικό αντίπαλο τη Ν.Δ. Η πολιτική σκηνή πολώνεται ανάμεσα στη Δεξιά και τη «δημοκρατική παράταξη». Και ο κορμός της δημοκρατικής παράταξης είναι φυσικά το ΠΑΣΟΚ. Στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις οι «αντιΕΟΚ» δυνάμεις αντιπολιτεύονταν με τον ένα η τον άλλο τρόπο την πολιτική του εκσυγχρονισμού. Τώρα κανείς δε βάλλει ουσιαστικά ενάντια σ' αυτή τη στρατηγική. Η Αριστερά απλώς δηλώνει πως το «όραμά της» είναι ο σοσιαλισμός. Ο Α. Παπανδρέου περιέγραφε συχνά στους προεκλογικούς του λόγους τη νέα διάταξη των πολιτικών δυνάμεων και το νέο περιεχόμενο της εκλογικής αναμέτρησης: «Μέχρι πρόσφατα η Νέα Δημοκρατία υποστήριζε πως είχε παύσει να αποτελεί συνέχεια της αμαρτωλής ΕΡΕ, πως είχε «εξευρωπαϊστεί», πως είχε καταστεί το κόμμα του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού. Όχι πλέον. Το συνοικέσιο της Νέας Δημοκρατίας με τη βασιλοχουντική Εθνική Παράταξη είναι πια σχεδόν πραγματικότητα. Με τη «δεξιά» κατολίσθηση της Νέας Δημοκρατίας, με την επάνοδο της στον παλαιό και αμαρτωλό εαυτό της, αποσαφηνίζεται ο χαρακτήρας της εκλογικής αναμέτρησης» (25).

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν είναι βέβαια μια συνέχεια των κυβερνήσεων της Ν.Δ. Οι διαφορές είναι και πολλές και σημαντικές. Το ΠΑΣΟΚ εγκαινιάζει μια τομή στα πλαίσια της εκσυγχρονιστικής στρατηγικής. Αν και δεν αμφισβητεί τους σημερινούς ταξικούς συσχετισμούς, αν και σέβεται τα «κεκτημένα» από τη διαδικασία σταθεροποίησης της αστικής πολιτικής εξουσίας, αν και παρουσιάζεται σαν υπέρμαχος του (αστικού) «κράτους δικαίου», αν και το κύριο μέλημα της κοινωνικής του πολιτικής είναι να αναδιοργανώσει και να διευρύνει τη λαϊκή συναίνεση προς τις στρατηγικές επιλογές του αστισμού, θεσπίζει εντούτοις κάποιες δημοκρατικές τομές και αλλαγές που κατοχυρώνουν συγκεκριμένες ατομικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες, ενώ παράλληλα υποστέλλουν κάποιες αιχμές της κρατικής καταστολής.

Όμως όλα τα δημοκρατικά ανοίγματα της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, όπως π.χ. ο νόμος για το συνδικαλισμό, ακριβώς επειδή δεν τοποθετούνται στο έδαφος μιας επαναστατικής προοπτικής, ακριβώς επειδή δεν συνδυάζονται, πουθενά, με μια κριτική της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και εξουσίας, αλλά αντίθετα η καπιταλιστική εκμετάλλευση εκθειάζεται στο όνομα της «ανάπτυξης» και η καπιταλιστική εξουσία συγκαλύπτεται πίσω από το «κράτος δικαίου», ακριβώς δηλαδή επειδή τα μέτρα αυτά έρχονται μετά μια ολόκληρη διαδικασία ήττας του λαϊκού κινήματος, όσο κι αν άμεσα ενισχύουν τη διαπραγματευτική θέση «των εργαζομένων» απέναντι στους εργοδότες, μακροπρόθεσμα καλούνται να λειτουργήσουν σταθεροποιητικά για το καπιταλιστικό σύστημα. Καλούνται, δηλαδή, να σταθεροποιήσουν το αστικό κράτος, παρουσιάζοντας το σαν «κράτος όλων των Ελλήνων», και να εξασφαλίσουν την κοινωνική ειρήνη και τη συναίνεση ώστε να επιταχυνθεί η (καπιταλιστική) ανάπτυξη. Η νίκη λοιπόν του ΠΑΣΟΚ δεν σημαίνει ανατροπή η αμφισβήτηση της εκσυγχρονιστικής στρατηγικής του αστισμού. Το αντίθετο μάλιστα. Η σταθεροποίηση της εκσυγχρονιστικής στρατηγικής έκανε δυνατή την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ.

Αν όμως η διακυβέρνηση της χώρας από το ΠΑΣΟΚ δεν οδηγεί στην «αντιμονοπωλιακή αλλαγή» και τα σοσιαλισμό, αυτό δεν οφείλεται ούτε στο ότι το ΠΑΣΟΚ υπαναχωρεί από τις αρχικές του θέσεις, ούτε στο ότι το ΠΑΣΟΚ είναι κόμμα «εκσυγχρονιστικό», «μικροαστικό», «λαϊκιστικό» η «κεντρώο», δηλαδή τελικά δεν είναι Αριστερά. Φυσικά και υπαναχωρήσεις κάνει το ΠΑΣΟΚ σε σχέση με όσα έχει κατά καιρούς διακηρύξει, και σημαντικές ιστορικές, ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές έχει με την παραδοσιακή Αριστερά. Όμως εκείνο που βασικά δοκιμάζεται σήμερα είναι η κεντρική πολιτική και στρατηγική σύλληψη της Αριστεράς για την Αλλαγή, πίσω από την οποία συντάχθηκε, ήδη από την ίδρυση του, το ΠΑΣΟΚ. Αυτό είναι που προσπαθούν να μας κάνουν να ξεχάσουμε εκείνες οι απόψεις που αφού ορίσουν σαν «εκσυγχρονισμό» την προσπάθεια του κράτους να «προλάβει» την οικονομική ανάπτυξη, αφορίζουν στη συνέχεια το ΠΑΣΟΚ σαν «εκσυγχρονιστικό», «κεντρώο» κλπ. Αφήνουν έτσι να εννοηθεί ότι, ενώ δεν είναι σοσιαλισμός το «κράτος δικαίου» και η «αυτοδύναμη (καπιταλιστική) ανάπτυξη» του ΠΑΣΟΚ, είναι εντούτοις σοσιαλισμός το «αντιμονοπωλιακό κράτος δικαίου» και η «Ολόπλευρη (καπιταλιστική) ανάπτυξη» της παραδοσιακής Αριστεράς.

Οι υπαναχωρήσεις όμως και τα αδιέξοδα του ΠΑΣΟΚ δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας λογικής, που έχει τις καταβολές της στην αριστερή παράδοση, και υποστηρίζει πως η «Αλλαγή» και ο «κοινωνικός μετασχηματισμός» έχουν σαν βασική κινητήρια δύναμη τους το (αστικό) κράτος, αρκεί η δημοκρατική Κυβέρνηση να πάρει τα μέτρα που θα ελευθερώσουν το κράτος άπα το «σφιχταγκάλιασμα των μονοπωλίων» και θα το μετατρέψουν σε «Κράτος όλων των Ελλήνων». Αποδέχεται δηλαδή η λογική αυτή την προοπτική του (αστικού) κράτους δικαίου, καθώς πιστεύει πως κάβε μεταρρύθμιση, από τη γλώσσα μέχρι τη δημόσια διοίκηση, αποδυναμώνει τα μονοπώλια και ανοίγει το δρόμο για το σοσιαλισμό (βλ. και (4)). Χάνει έτσι από τα μάτια της τη συγκυρία της πάλης των τάξεων και τους συγκεκριμένους ταξικούς και πολιτικούς συσχετισμούς, δηλαδή την ανάγκη να ενταχθούν αυτές οι μεταρρυθμίσεις σε μια επαναστατική στρατηγική, γιατί διαφορετικά παραμένουν αποσπασματικές και όχι μόνο δεν υπονομεύουν την κεφαλαιοκρατική εξουσία, αλλά είναι δυνατόν ακόμη και να τη σταθεροποιούν, διευρύνοντας τη λαϊκή συναίνεση προς την εξουσία.

Είναι η ίδια αυτή λογική που υποστηρίζει παράλληλα πως η ενίσχυση του οικονομικού ρόλου του κράτους και η επέκταση της κρατικής νομικής ιδιοκτησίας πάνω στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις εξασφαλίζει τη «δημοκρατική» (!) καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη και φέρνει πιο κοντά το σοσιαλισμό (26). Κι αυτό γίνεται δυνατό γιατί, πολύ απλά, η «κυβερνητική βούληση» και τα προκατασκευασμένα σχέδια των τεχνοκρατικών επιτελείων μπορούν να εξασφαλίσουν τα πάντα, από την εθνική ανεξαρτησία, μέχρι την αυτοδύναμη (καπιταλιστική) ανάπτυξη και το σοσιαλισμό. Ο οικονομικός που πίσω οπό την «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» συγκαλύπτει την ταξική πάλη και πίσω από την «οικονομική ανάπτυξη του τόπου» αποκρύβει τη διευρυμένη αναπαραγωγή των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων εξουσίας, συμπληρώνεται εδώ από τον «πολιτικισμό» που μας υπόσχεται πως η κρατική και η κυβερνητική «πολιτική βούληση» Θα αμβλύνει και Θα εξαφανίσει την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Άλλα και σ' αυτό το σημείο το ΠΑΣΟΚ ακολουθεί όπλα μια «αριστερή» παράδοση που ακόμη και σήμερα επιμένει να μας διαβεβαιώνει πως «αν οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις το ήθελαν πραγματικά, Θα μπορούσαν να σταματήσουν αμέσως τον πληθωρισμό... δίνοντας τις αναγκαίες οδηγίες στο πιστωτικό σύστημα, στις τράπεζες, στους συντάκτες του κρατικού προϋπολογισμού. Όμως δεν το θέλουν». (27)

Εντελώς αντίστροφα όμως από αυτή τη λογική, όσο το λαϊκό κίνημα δεν αμφισβητεί τις επιλογές της αστικής πολιτικής εξουσίας, όσο η Αριστερά δεν συγκροτείται σε αντίπαλο δέος του αστισμού, Θα είναι οι σχέσεις εξουσίας και οι ενδογενείς τάσεις ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού που Θα υπαγορεύουν την κυβερνητική βούληση και τις «υπαναχωρήσεις της» από τα κάθε λογής προγράμματα. Ας μη μας παραξενεύει, λοιπόν, ούτε το ότι ένα χρόνο μετά την Αλλαγή δεν «κοινωνικοποιήθηκαν» τα μεγάλα μονοπώλια (που έτσι κι αλλιώς Θα παρέμεναν καπιταλιστικά μονοπώλια), ούτε και το ότι κρατικοποιήθηκαν τόσοι αριστεροί διανοούμενοι (ανανεωτικοί κυρίως) που σχεδόν μέσα σε μια νύχτα, από οραματιστές ενός «αλλού δρόμου» για το λαϊκό κίνημα, μετασχηματίσθηκαν σε υπαλλήλους της κρατικής ιδεολογίας, για να χαλυβδώσουν, φυσικά, την «πολιτική βούληση» του κράτους (όλων των Ελλήνων) να πραγματοποιήσει την Αλλαγή.

Τελειώνοντας, ας το διατυπώσουμε για μια ακόμα φορά: Μετά την πολιτική τομή που εγκαινιάστηκε με τη μεταπολίτευση το 1974, αλλά κυρίως μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981, είναι αδύνατο να ασκήσει κανείς κριτική από τα αριστερά στην αστική πολιτική εξουσία χωρίς να βάζει ταυτόχρονα στο επίκεντρο της κριτικής του και τη στρατηγική της παραδοσιακής Αριστεράς.

Υποσημειώσεις:

(1) Γιάννη Μηλιού: «Η στροφή προς την Τεχνική Εκπαίδευση», Ο Πολίτης, τ. 13,

Οκτώβριος 1977.

Γιάννη Μηλιού «Για να εκτιμήσουμε ξανά τη γραμμή του κόμματος», Αυγή 26-2-78 και 27-2-78.

(2) «... μια αντιπολιτευτική δύναμη που θέλει να ασκεί τον πολιτικό της αγώνα υπεύθυνα, έχει υποχρέωση όχι μόνο να καταδικάζει τις κακές ενέργειες της κυβέρνησης, αλλά να επισημαίνει τις δυνάμεις εκείνες που τις εμπνέονται και τις κατευθύνουν, να στρέψει εναντίον τους τα κύρια πυρά». Λ. Τζεφρόνη «Δυο απόψεις σχετικά με την ΕΑΔΕ», ΚΟ.ΘΕ.Π 5/1975.

«Η άσκηση πίεσης πάνω στην Κυβέρνηση... ισοδυναμεί ταυτόχρονα και με τη βοήθεια της, στο βαθμό που Θα είχε τη διάθεση να ακολουθήσει μια δημοκρατική πολιτική, στο βαθμό που Θα Ενίσχυε το πιο δημοκρατικό τμήμα της...» Μπ. Δρακόπουλου: «Η ΕΑΔΕ και η Δημοκρατική Συνεργασία» ΚΟ.ΘΕ.Π 16, 1977.

(3) «Γιατί έκτος από τις αφελείς δημαγωγικές διακηρύξεις η «μάχη» που έδοσε ο κ. Καραμανλής για την ανάδειξη «διευρυθέντων» στη Δ.Ε. του κόμματος του ήταν για να πείσει πιο εύκολα για τον «εκσυγχρονισμό» της Ν.Δ. Αλλά αυτό δεν μπορεί να ξεγελάσει κανένα. Η πλειοψηφία της Ν.Δ αποτελείται από παραδοσιακούς δεξιούς συντηρητικούς....» Η. Αυγερινός «Ο " εκσυγχρονισμός" της Δεξιάς και οι κομμουνιστές» ΚΟΜ.ΕΠ 78, 1979.

(4) «Εμείς είμαστε υπέρ των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων και παλεύουμε για την πραγματοποίηση τους σε όλους του τομείς γιατί πιστεύουμε ότι δεν πρέπει να αναβάλλεται για αύριο ότι μπορεί να κερδίσει ο λαός σήμερα μέσα στα πλαίσια του αστικού καθεστώτος. Ξέρουμε ακόμα ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές στρέφονται στον ένα η στον άλλο βαθμό ενάντια στα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό και ότι σε σύγκριση με το παρελθόν σήμερα μπορούν να πάρουν μεγαλύτερο πλάτος». Χ. Φλωράκης, "Έκθεση Δράσης της Κ.Ε. στο 10ο Συνέδριο του ΚΚΕ, ΚΟΜΕΠ 67, 1978.

(5) Βλ. στον «Αγώνα για την Κομμουνιστική ανανέωση» τ. 1, τα ντοκουμέντα της Β' Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης.

(6) Ενδεικτικά αναφέρουμε: Α. Ελεφάντη, «Οι πολιτικές δυνάμεις της εξουσίας», Πολίτης τ. 14, Νοέμβρης 1977. Α. Μπριλλάκη, «Το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα», Εξάντας 1980 από σελ. 237 και μετά. Δ. Παπαδημητρόπουλου, «Αναγκαίες επαναλήψεις για να διατηρήσουμε την ανάμνηση του μέλλοντος», Πολίτης 45 Αύγουστος 1981. Δήμος Βεργής, «ΠΑΣΟΚ και (στην) εξουσία», Τετράδια τ. 4, Μάρτης '82. Θ. Καλόμαλου, «ΠΑΣΟΚ, εκσυγχρονισμός μικροαστισμός, ανασκευή μιας κριτικής», Αντιθέσεις τ. 8, 1982.

(7) Π. Λαφαζάνη, «Για τις "αναρχοαυτόνομες" και περιθωριακές ομάδες» ΚΟΜΕΠ 2/1980.

(8) Κ. Φιλίνη «Αστικός εκσυγχρονισμός και αντιμετώπιση του» Αυγή 25/5/80 Βλ. και την κριτική του Δ. Ψαρρα, «Ποιος θυμάται την ΕΑΔΕ;» Αγώνας τ. 11, Ιούλιος 1980.

(9) Α. Ελεφάντη, «Οι πολιτικές δυνάμεις της εξουσίας», Πολίτης τ. 14, Νοέμβρης 1977.

(10) Α. Μπριλλάκη, «Το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα» σελ. 237.

(11) «Είναι κοντά δύο δεκαετίες που ο ελληνικός καπιταλισμός αγωνίζεται για τη συντέλεση των μετασχηματισμών εκείνων στη βάση και το εποικοδόμημα που αντιστοιχούν στη «μονοπωλιακή» του φάση. Ωστόσο οι αντιστάσεις υπήρξαν τεράστιες. Η αρχή έγινε με την αποτυχία της Καραμανλικής συνταγματικής μεταρρύθμισης του '63. Και η συνέχεια ήρθε με την αποτυχία της δικτατορίας του '67-'74 να ανοίξει το δρόμο... Η κατάσταση σύρθηκε έτσι ως τη μεταπολίτευση, βρίσκοντας την κυβέρνηση της Ν.Δ. αναγκασμένη να ανοίξει αυτή με την εκσυγχρονιστική πολιτική της το δρόμο για την ολοκλήρωση της μονοπωλιακής δόμησης της κοινωνίας». (Δ. Παπαδημητρόπουλου ο.π.)

(12) «Χαρακτηρίζουμε το σημερινό εκσυγχρονισμό μονοπωλιακό. Ο μονοπωλιακός εκσυγχρονισμός αποτελεί προσαρμογή του σημερινού ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στις εξελίξεις του τρόπου παραγωγής... Τη δεκαετία του '20 ο εκσυγχρονισμός μπορούσε να έχει χαρακτήρα αστικής προόδου. Σήμερα δεν μπορεί πια». (Πολιτική απόφαση της Πανελλαδικής Σύσκεψης της Π.Π.Σ.Π., Σάλπισμα τ..2, Γενάρης Φλεβάρης)·

13) «Στον τόπο μας οι απαρχαιωμένες δομές της αστικής κοινωνίας έχουν βάλει ανυπέρβλητους φραγμούς για την παραπέρα καπιταλιστική ανάπτυξη, που Θα οδηγούσε στην αστική ολοκλήρωση... Παρ' όλες τις προσπάθειες για εκσυγχρονισμό των δομών που έκανε η «Νέα Δημοκρατία» είχε εγγενή αδυναμία να πραγματοποιήσει τις εκσυγχρονιστικές προθέσεις της... Εκτιμάω λοιπόν ότι πράγματι μ' αυτές τις εκλογές, έγινε μια ιστορικής σημασίας αλλαγή στην πολιτική διάρθρωση του τόπου μας, όμοια μ' εκείνη που άρχισε από πολύ παλιά και συνεχίζεται στους προηγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς της Δύσης» Δ. Καράγιωργας ο.π.

(14) Θ. Καλόμαλου, οπ. Οι θέσεις αυτές, παρότι σε μια πρώτη ανάγνωση μπορεί να φανούν νεόκοπες και ιδιότυπες, στην ουσία δεν αποτελούν παρά τη θετική διατύπωση της πασίγνωστης θέσης του οικονομικού: «Τελικά τις παραγωγικές δυνάμεις δεν τις χωρά πια το καπιταλιστικό σύστημα», Σ. Καρίλιο, «Ευρωκομμουνισμός και κράτος», θεμέλιο, σελ. 61. Για τα ζητήματα αυτά βλ. και Γ. Μηλιού, «Ο ιμπεριαλισμός και η - θεωρία του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού», Αγώνας τ. 2, και Γ. Μηλιού - Δ. Ψαρρα «Η θεωρία του Ευρωκομμουνισμού», Αγώνας τ. 11.

(15) «Με την έκφραση «αστικός εκσυγχρονισμός» θα πρέπει να εννοούμε την προσπάθεια των κυβερνητικών παραγόντων του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους να αναζητούν μέσω θεσμικών αλλαγών νέες ισορροπίες μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, ισορροπίες που ξεπερνούν την πολύπλευρη κρίση της με στόχο τη διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος, τη σταθεροποίηση του και τη συνεχή αναπαραγωγή και ανάπτυξη», Κ. Φιλίνη

(16) Βέβαια, όσοι εξακολουθούν να πιστεύουν στην αυτοδυναμία και παντοδυναμία της κρατικής και κυβερνητικής «βούλησης» απέναντι στην καπιταλιστική οικονομία, Θα ισχυρίζονται πάντοτε ότι όλα κρίνονται από το «ποιο μοντέλο» επιλέγει κάθε φορά κανείς και Θα μας προτείνουν το δικό τους «σωστό μοντέλο» καπιταλιστικής ανάπτυξης. Βλ. και το κείμενο «Σχετικά με τη θεωρία του κράτους κοινωνικής προνοίας» που δημοσιεύεται σ' αυτό το τεύχος.

(17) Η άποψη Ότι για πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση του 74 η πολιτική εξουσία άρχισε να προσαρμόζει το κράτος στις επιταγές της οικονομίας και της ανάπτυξης, συνηγορεί με τη θέση των συντηρητικών αστών πολιτικών (αλλά και της παραδοσιακής Αριστεράς) ότι η δικτατορία υπονόμευσε την ελληνική (καπιταλιστική) οικονομία. Για την κριτική αυτής της θέσης βλ. Μάριου Νικολινάκου «Αντίσταση και αντιπολίτευση, 1967-1974», Ολκός 1975.

(18) Βόλφγκαν Μύλλερ, Κρίστελ Νόιζυς «Σχετικά με τη θεωρία του κράτους κοινωνικής προνοίας». Δημοσιεύεται σ' αυτό το τεύχος.

(19) «Η πραγματοποίηση του προγράμματος της Εθνικής Δημοκρατικής Αλλαγής είναι δυνατή μόνο όταν από την εξουσία απομακρυνθεί η ξενόδουλη πλουτοκρατική ολιγαρχία και έρθουν στην εξουσία οι νέες κοινωνικές δυνάμεις, η εργατική τάξη, η αγροτιά, τα μεσαία στρώματα των πόλεων, η εθνική αστική τάξη...» Πρόγραμμα του ΚΚΕ (8ο Συνέδριο 1961) σελ. 43-44.

(20) Οι οροί κάτω από τους οποίους αναπτύχθηκε το δημοκρατικό λαϊκό κίνημα, οι τροποποιήσεις των πολιτικών και ταξικών συσχετισμών και συμμαχιών δεν μπορούν φυσικά να αναλυθούν εδώ, παρότι κάτι τέτοιο θα ήταν απαραίτητο για να μελετήσουμε τη μεταπολεμική ιστορική εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού. Το ίδιο ισχύει και για την κατοπινή φάση της δικτατορίας μέχρι τη μεταπολίτευση του 1974.

(21) Είναι χαρακτηριστικό ότι η «αποδοχή της διευρυνόμενης οικονομίας» αποτελούσε κεντρικό στοιχείο της πλατφόρμας με την οποία προσχώρησαν το 1978 στη Ν.Δ. οι κεντρώοι διευρυνσίες της. Την προσχώρηση στη Ν.Δ. την υπαγορεύει, υποστήριζαν, «η κοινή προσήλωση στην πολιτική και κοινωνική δημοκρατία, η ιδέα της Ενωμένη Ευρώπης, η αποδοχή της διευρυνόμενης οικονομίας και η επιδίωξη της εθνικής αλλαγής» (19/7/78). Δύο χρόνια αργότερα τα στελέχη αυτά θα στηρίξουν τη «νεοφιλελεύθερη» στροφή.

(22) «Η Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει αγροτικό εξάρτημα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών της Δύσης, πηγή πρώτων υλών και προμηθευτής ειδών διατροφής, καθώς και φτηνής εργατικής δύναμης. Η Ελλάδα είναι υποανάπτυχτη καπιταλιστική χώρα, βασικά αγροτική, με σχετική ανάπτυξη της βιομηχανίας, με ορισμένα μισοφεουδαρχικά υπολείμματα και με κύριο χαρακτηριστικό τη σημαντική εξάρτηση από το ιμπεριαλιστικό μονοπωλιακό κεφάλαιο» Πρόγραμμα του ΚΚΕ 1961-1973.

(23) Βλ. Γ. Μηλιού, Δ. Ψαρρα οπ.

(24) Χαρακτηριστικό είναι εδώ ολόκληρο το απόσπασμα από τη δήλωση των διευρυνσιών της Ν.Δ. στον Τύπο της 19/7/78. «Οι πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν τη μεταπολίτευση οδήγησαν στην τριχοτόμηση των κομματικών δυνάμεων της χώρας με βαθιές ανάμεσα στις δυνάμεις αυτές διαφορές. Στο ένα άκρο σχηματίστηκε η «Εθνική Παράταξη», στο άλλο η δογματική και αντιευρωπαϊκή μαρξιστική παράταξη. Ανάμεσα στις δύο αυτές ακραίες παρατάξεις υψώνονται οι δυνάμεις που τις ενώνει η κοινή προσήλωση στην πολιτική και κοινωνική δημοκρατία κλπ...).

(25) Από το λόγο του Α.Π. στη Ρόδο, ΝΕΑ 10 Αυγούστου, '81. Για τους ορούς κάτω από τους οποίους διεξάχθηκε η εκλογική αναμέτρηση βλ. Ξ.Ξ. «Αλλαγή και αλλαγές» στον Αγώνα τ. 14

(26) «Η αύξηση της ισχύος του κρατικού φορέα και ο δημοκρατικός προσανατολισμός της δραστηριότητας του με τη σημαντική αύξηση και του ειδικού βάρους των δημοσίων επενδύσεων, με τη δημιουργία και τη διεύθυνση από το κράτος των νέων βασικών επιχειρήσεων, με τον εκδημοκρατισμό της διεύθυνσης των δημοσίων επιχειρήσεων και την οργάνωση του δημοκρατικού ελέγχου των μαζών σ' αυτές, με την αξιοποίηση των κοινοβουλευτικών δυνατοτήτων ελέγχου και τη συμμετοχή των πραγματικών εκπροσώπων των εργαζομένων στον προγραμματισμό, μπορεί να εξασφαλίσει σε μεγάλο βαθμό, την εφαρμογή δημοκρατικής προς το συμφέρον της εθνικής οικονομίας πολιτικής επενδύσεων... Την πάλη για ένα τέτοιο δημοκρατικό προγραμματισμό το ΚΚΕ τη θεωρεί πρωταρχική υποχρέωση της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων» Γ. Φαράκου, «Προβλήματα οικονομικής ανάπτυξης της χώρας μας», Αθήνα, 1978. (27) Κ. Χατζηαργύρη «Ο καπιταλισμός σε απορρύθμιση» Νέα Σύνορα 1981.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή