Αντικαπιταλιστική Αριστερά και εργατικό κίνημα. Μέρος Β' Εκτύπωση
Τεύχος 36, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1991


Αντικαπιταλιστική αριστερά και εργατικό κίνημα. Mέρος Β'
του Ανέστη Ταρπάγκου

4. Το αριστερό ριζοσπαστικό κίνημα φορέας
της σύγχρονης μορφής συνδικαλιστικής οργάνωσης της εργατικής τάξης


Η σημερινή αποδιάρθρωση και υποχώρηση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος ανάγεται κυρίαρχα σε πολιτικούς, κοινωνικούς και ιδεολογικούς παράγοντες· δευτερογενώς, ωστόσο, συνδέεται και με τις ίδιες τις μορφές συνδικαλιστικής συγκρότησης των εργαζομένων που σ' ένα ορισμένο βαθμό συνέργησαν στην αδρανοποίηση και τον παροπλισμό του κινήματος της εργατικής τάξης. Έτσι, η μορφή της κλαδικής ομοιοεπαγγελματικής συνδικαλιστικής οργάνωσης (π.χ. οικοδόμων, λογιστών κλπ.) συνδέθηκε με την ύπαρξη μιας συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας που μετασχηματίσθηκε σε μηχανισμό επιβολής της «συναίνεσης» και του «εκσυγχρονισμού» στο εργατικό κίνημα. Αντίστοιχα, η εργοστασιακή μορφή συγκρότησης των εργατοϋπαλλήλων, όντας κάτω απ' την έντονη παρέμβαση των εργοδοτικών μηχανισμών και της πολιτικής της «εργασιακής ειρήνης» οδηγήθηκε στη σοβαρή εξασθένιση της ταξικής της αυτονομίας και υπόστασης. Επίσης, η κατ' επάγγελμα και μορφωτική βαθμίδα συνδικαλιστική οργάνωση (διαφοροποιημένες οργανώσεις μηχανικών ή γιατρών, τεχνικών ή τεχνιτών, νοσοκόμων ή παρασκευαστών, εργατών ή καθαριστριών κ.ά.) συνέβαλε στη διάσπαση της ενότητας της εργατικής τάξης και στην ανάδειξη έντονων συντεχνιακών φαινομένων.

4.Α. Η ιστορική συμβολή και ανεπάρκεια τον εργοστασιακού συνδικαλιστικού κινήματος
Το εργοστασιακό συνδικαλιστικό κίνημα στη δεκαπεντάχρονη πορεία του (1975 90), ενώ συνέβαλε στην ανάδειξη σύγχρονων ριζοσπαστικών χαρακτηριστικών του εργατικού κινήματος, δεν κατόρθωσε ν' ανταποκριθεί στους στόχους που το ίδιο έθεσε στον εαυτό του στις περιόδους της ταξικής του άνθισης. Τα κυρίαρχα στοιχεία της συμβολής των εργοστασιακών σωματείων στη σύγχρονη οργανωτική συγκρότηση της εργατικής τάξης συμπυκνώνονται στα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

ά. - Μεταφορά της ίδιας της συνδικαλιστικής δράσης των εργαζομένων στην καρδιά των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, στους χώρους της άμεσης εργοστασιακής παραγωγής, οριστική κατάργηση των παραδοσιακών εργοδοτικών γκέτο.

β. - Ενιαία συνδικαλιστική οργάνωση όλων των κατηγοριών του «συλλογικού εργαζόμενου», απ' το χειριστή μέχρι τον τεχνικό επιστήμονα, κι απ' τον εργοδηγό μέχρι τον εργάτη παραγωγής, έμπρακτη και άμεση οργανωτική αμφισβήτηση του αστικού ιεραρχικού καταμερισμού της εργασίας.

γ. - Μαζική δημοκρατική συνδικαλιστική λειτουργία, με τη δυνατότητα εργατικών συνελεύσεων στον ίδιο το χώρο παραγωγής και ευχέρεια οργάνωσης άμεσων αντιδράσεων κινητοποιήσεων των εργαζομένων.

δ. - Διατύπωση στόχων εργατικού ελέγχου μέσα απ' την κοινωνική αμφισβήτηση του διευθυντικού δικαιώματος του κεφαλαίου και προσανατολισμός της ταξικής παρέμβασης της εργατικής τάξης στον ίδιο το μετασχηματισμό των κυρίαρχων αστικών σχέσεων παραγωγής.

Ωστόσο, το γεγονός ότι το εργοστασιακό συνδικαλιστικό κίνημα συνδέθηκε ιστορικά, κατά τρόπο οργανικό, με την τότε αριστερόστροφη σοσιαλδημοκρατία του ΠΑΣΟΚ (με δεδομένο ότι το παραδοσιακό ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα του έστρεφε τα νώτα) και επένδυσε αποκλειστικά στον κυβερνητικό μεταρρυθμισμό της «αλλαγής» στάθηκε καθοριστικό στην κατοπινή του μέχρι σήμερα διαδρομή. Η αναπότρεπτη μεθύστερη χρεοκοπία του κυβερνητικού εγχειρήματος του «σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου» (1984-85) συμπαρέσυρε ουσιαστικά τα αντίστοιχα εργοστασιακά σωματεία στην αποδιάρθρωση: Όσα διαφοροποιήθηκαν απ' τον κυβερνητικό μονεταρισμό του 1985, ακολουθώντας το εγχείρημα της ΣΣΕΚ, σύντομα αποδεκατίστηκαν με τον εκφυλισμό αυτής της αριστερής εργατικής απόπειρας. Όσα ακολούθησαν, αντίθετα, την κατοπινή κυβερνητική πολιτική του ΠΑΣΟΚ, μετασχηματιζόμενα σε φορείς εμπέδωσης της «εργασιακής ειρήνης», εξίσου απομαζικοποιήθηκαν και απονευρώθηκαν απ' την όποια κοινωνική τοξικότητα. Συνολικό αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας στο πρόσφατο διάστημα ήταν ουσιαστικά η γενικευμένη αποδιάρθρωση της εργοστασιακής συνδικαλιστικής συγκρότησης, γεγονός βέβαια που δεν μπορούσε να αποτρέψει η κατοπινή μεταστροφή του αριστερού κινήματος (στη δεκαετία του 1980) προς τον εργοστασιακό συνδικαλισμό.

Σ' αυτή τη συνολική πορεία (ριζοσπαστική ανάπτυξη και υποχώρηση στην περίοδο 1975-81, επανάκαμψη με ταυτόχρονη κυβερνητική ενσωμάτωση 1982-85, και ευρεία κατάρρευση στο διάστημα 1986-90), συνείργησαν και ταυτόχρονα αναδείχθηκαν οι ιστορικές ανεπάρκειες της συνδικαλιστικής συγκρότησης των εργοστασιακών σωματείων και συγκεκριμένα:

ά. - Το γεγονός ότι το σωματείο, όντας περιορισμένο στο χώρο των ξεχωριστών επιχειρήσεων, κάτω απ' την ασφυκτική παρέμβαση των εργοδοτικών μηχανισμών, στάθηκε σε σημαντικό βαθμό ευάλωτο στην εργοδοτική κυριαρχία, έτσι ώστε σε συνδυασμό με τη μονεταριστική στροφή της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, και τη δυνατότητα της καπιταλιστικής εξουσίας να αλλοιώνει, με κύματα απολύσεων, τη σύνθεση του εργοστασιακού σωματείου, η αποδιάρθρωση του εργοστασιακού κινήματος πήρε σε πολλές περιπτώσεις τη μορφή του άμεσου εργοδοτικού ελέγχου.

β. - Ο μονοδιάστατος αντικειμενικά προσανατολισμός των επιμέρους επιχειρησιακών σωματείων στο μερικό επίπεδο της μεμονωμένης επιχείρησης, η απουσία συνολικής ταξικής παραγωγικής οπτικής, λειτουργία που δεν στάθηκε δυνατό να διεκπεραιώσει ούτε η δευτεροβάθμια οργάνωση τους σε πανελλαδικό επίπεδο (ΟΒΕΣ), ούτε η ανεπιτυχής απόπειρα συγκρότησης ενώσεων των εργοστασιακών σωματείων κατά βιομηχανική ζώνη.

γ. - Το ότι ένα σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού μιας περιφέρειας ή ενός παραγωγικού κλάδου βρίσκεται αντικειμενικά έξω απ' το εργοστασιακό συνδικαλιστικό κίνημα: Οι απολυμένοι εργαζόμενοι της επιχείρησης, οι άνεργοι του αντίστοιχου κλάδου, καθώς και οι εργαζόμενοι που απασχολούνται σε πολυπληθείς μικρομεσαίου μεγέθους παραγωγικές μονάδες, οι εργαζόμενοι της 4ης βάρδιας όπως κι εκείνοι με τρίμηνες συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

δ. - Επιπρόσθετα, το γεγονός της ανάδειξης της πρακτικής των επιχειρησιακών Σ.Σ.Ε., οδήγησε σε σημαντικές οικονομικές διαφοροποιήσεις, αποδυναμώνοντας την κοινωνική ενότητα της εργατικής τάξης. Οι εργοστασιακές Σ.Σ.Ε. όσο μπορούσαν να δράσουν προωθητικά σε ορισμένες περιπτώσεις (ευημερούσες επιχειρήσεις με σοσιαλδημοκρατική διεύθυνση), άλλο τόσο δρούσαν δυσμενώς για τους υπόλοιπους εργαζόμενους (επιχειρήσεις χαμηλής κερδοφορίας, εργαζόμενοι εκτός εργοστασιακών σωματείων), πολύ περισσότερο που στην πρώτη περίπτωση, τα όποια πλεονεκτήματα ενεργούσαν, μέσα στο γενικότερο κοινωνικό πλαίσιο, σαν κίνητρα ενσωμάτωσης των εργαζομένων στη δομή της συγκεκριμένης επιχείρησης.

ε. - Τέλος, το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση, η εργοδοτική εξουσία, ακόμη και στη χειρότερη γι' αυτήν περίπτωση, της ανάπτυξης δηλαδή ενός ταξικού αγωνιστικού επιχειρησιακού σωματείου, έχει τη δυνατότητα να εξαφανίσει συνολικά αυτή την εμπειρία με το κλείσιμο της συγκεκριμένης παραγωγικής μονάδας. Πρόκειται ακριβώς για την ίδια την περίπτωση των «προβληματικών επιχειρήσεων», όπου η αντικαπιταλιστική δράση των εργαζομένων έτεινε να εξουδετερώσει την κεφαλαιακή υπεραξίωση, κι όπου η μοναδική απάντηση που απέμενε στο συνολικό κεφάλαιο δεν ήταν άλλη απ' την «προβληματικοποίηση» του εργοστασίου και το κλείσιμο του, και άρα την εξαφάνιση από προσώπου γης της συγκεκριμένης εργοστασιακής συνδικαλιστικής οργάνωσης.

4.Β. Η ιστορική συνεισφορά και αδυναμία του κλαδικού ομοιοεπαγγελματικού συνδικαλισμού
Η μορφή αυτή συνδικαλιστικής οργάνωσης του εργατικού κινήματος που έκφρασε και προδικτατορικά και σ' ολόκληρη τη μεταπολιτευτική περίοδο ένα ορισμένο μέρος της εργατικής τάξης, συνδέθηκε οργανικά με την κυρίαρχη αντίληψη συνδικαλιστικής παρέμβασης του παραδοσιακού κομμουνιστικού κινήματος, κι έτσι η πορεία της ακολούθησε την ίδια την τροχιά αυτού του κινήματος. Σχηματοποιώντας, τα κλαδικά ομοιεπαγγελματικά σωματεία γνώρισαν μιαν ορισμένη ανάπτυξη στην περίοδο 1974 81 που συμβάδισε με την «αντιμονοπωλιακή αντιιμπεριαλιστική» περίοδο του ΚΚΕ, περιθωριοποιήθηκαν και μπήκαν σε μια φάση στασιμότητας με τη μαζική ανάπτυξη του εργοστασιακού συνδικαλισμού μετά το 1982 και μέχρι το 1985, ενώ στη συνέχεια και μέχρι τη σημερινή συγκυρία τέθηκαν σε μια φθίνουσα τροχιά απομαζικοποίησης-αδρανοποίησης και πλήρους πλέον εξάντλησης της ιστορικής τους ζωής. Το γεγονός αυτό συνδέεται οργανικά στην τελευταία τριετία (198890) με την οριστική επικράτηση στο ελληνικό αριστερό κίνημα (ΚΚΕ ΕΑΡ ΣΥΝ) της δεξιόστροφης σοσιαλδημοκρατικοποίησης, της ολοσχερούς ενσωμάτωσης στην αστική καθεστωτική κυβερνητική διαχείριση. Το ιστορικό τέλος της καθεστωτικής Αριστεράς συμπαρασύρει και τον κλαδικό ομοιοεπαγγελματικό συνδικαλισμό στον ιστορικό αφανισμό, πράγμα που εκφράζεται στις σημερινές συνθήκες με την ύπαρξη αυτών των συνδικαλιστικών συγκροτήσεων ως άμαζων, γραφειοκρατικοποιημένων, χωρίς λειτουργία οργανώσεων - «οργανώσεων σφραγίδων».

Τα στοιχεία που ανέδειξαν τα κλαδικά ομοιοεπαγγελματικά συνδικάτα και που συνιστούν τη θετική τους παρακαταθήκη για τη σημερινή ανάπτυξη του εργατικού κινήματος συμπυκνώνονται στα ακόλουθα:

α. - Η συνολική κλαδική οπτική που αγκαλιάζει τουλάχιστον έναν βασικό κλάδο παραγωγής (π.χ. κλωστοϋφαντουργία, εμπόριο κλπ.), κι έτσι ξεπερνάει τον μερικό και επιμέρους εργοστασιακό χώρο.

β. - Η σχετική ανεξαρτησία της κλαδικής ομοιοεπαγγελματικής οργάνωσης απ' την εργοδοτική εξουσία, που στα στενά πλαίσια της εργοστασιακής παραγωγής έχει την αντικειμενική δυνατότητα άμεσου επηρεασμού της συνδικαλιστικής δράσης των εργαζομένων.

γ. - Η δυνατότητα συνδικαλιστικής κάλυψης των εργατοϋπαλλήλων του αντίστοιχου κλάδου παραγωγής, εργαζομένων σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, απολυμένων και ανέργων, γεγονός που έδινε την ευχέρεια μαζικής ενωτικής συγκρότησης της εργατικής τάξης.

Ωστόσο όμως η θετική αυτή παρακαταθήκη αναιρούνταν ταυτόχρονα στην ιστορική διαδρομή του κλαδικού ομοιοεπαγγελματικού συνδικαλισμού από βαθιές αδυναμίες που συναρτούνταν με τα ανεπαρκή πολιτικοκοινωνικά χαρακτηριστικά του πολιτικού οργανισμού που αυτή η μορφή συνδικαλιστικής εργατικής συγκρότησης αποτέλεσε κυρίαρχη του επιλογή (ΚΚΕ):

α. - Κατ' αρχήν, η μορφή αυτή συνδικαλιστικής οργάνωσης, ενώ καταγράφονταν σαν κλαδική, στην πραγματικότητα λειτουργούσε σχεδόν αποκλειστικά σαν ομοιοεπαγγελματική, συσπείρωνε δηλαδή την εργατική τάξη κατ' επαγγελματικές ειδικότητες και κατά μορφωτικά επίπεδα κι όχι ενιαία το σύνολο των κατηγοριών των εργαζομένων του «συλλογικού εργαζόμενου» ενός κλάδου παραγωγής. Έτσι, στον κλάδο των Τεχνικών Έργωνκατασκευών λειτουργούν σωματεία οικοδόμων, χειριστών, οδηγών, εργοδηγών, σχεδιαστών, μηχανικών κλπ. Κατ' αυτό τον τρόπο η μορφή αυτή συνδικαλιστικής οργάνωσης όχι μόνο δεν προωθούσε τη συνολική κοινωνική ενότητα της εργατικής τάξης, αλλά ακόμη περισσότερο αναπαρήγε στην ίδια τη οομή τον εργατικού συνδικαλισμού (!) τον ιεραρχικό καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας, που όχι μόνο δεν αμφισβητούσε τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αλλά συνέβαλε στη σταθεροποίηση του.

β. - Έτσι, ε| αιτίας του συντεχνιακού κατακερματισμού και πολυδιάσπασης που αναπαρήγε. αυτή η μορφή συνδικαλιστικής οργάνωσης αδυνατούσε απελπιστικά να διαμορφώσει στο επίπεδο της εργατικής οργάνωσης την αναγκαία συνολική εποπτική εικόνα του κλάδου παραγωγής (εφ' όσον οι εργασιακές κατηγορίες οργανώνονταν σε διαφορετικά σωματεία χωρίς ουσιαστική σχέση μεταξύ τους), πράγμα που σχετίζεται με το ότι αυτού του τύπου οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ποτέ δεν μπόρεσαν να εξέλθουν απ' τα πλαίσια ενός «οικονομισμούβελτιωτισμού» στην καλύτερη περίπτωση, και να θέσουν ζητήματα παρέμβασης στο ίδιο το πεδίο της ριζοσπαστικής εργατικής αμφισβήτησης των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων.

γ. - Τα σωματεία ήταν ευάλωτα στη γραφειοκρατικοποίηση, πράγμα που ενισχύονταν απ' τον ίδιο τον κοινωνικό τους περιορισμό ουσιαστικά στην ιστορική εργατική επιρροή του παραδοσιακού αριστερού κινήματος (είτε παραδοσιακή χειρωνακτική εργατική τάξη είτε νέα μισθωτά μικροαστικά στρώματα και σε καμιά περίπτωση τη σύγχρονη βιομηχανική εργατική τάξη): Ποτέ δεν κατόρθωσαν να συσπειρώσουν συνδικαλιστικά ευρύτερα στρώματα εργαζομένων και να διαμορφώσουν μια πλατύτερη κοινωνική εργατική ενότητα έξω απ' τα σαφώς διαγεγραμμένα πολιτικά πλαίσια της παραδοσιακής κομμουνιστικής Αριστεράς. Τελικά κατέληξαν να αποτελούν κομματικοσυνδικαλιστικούς μηχανισμούς σε ορισμένους εργασιακούς χώρους με αδύναμη εργοστασιακή συνδικαλιστική βάση (λογιστές, οικοδόμοι, νοσηλευτικό προσωπικό), με επαγγελματοποιημένη συνδικαλιστική γραφειοκρατική δομή, έτσι ώστε με την τελική μετατόπιση του ΣΥΝ στην τροχιά του «εκσυγχρονισμού αναπτυξιολογίας» να απομαζικοποιηθούν πλέον ολότελα και να εκφυλιστεί η ούτως ή άλλως αναιμική μαζική τους λειτουργία.

δ. - Τέλος η απουσία ταξικής τους παρέμβασης στο εσωτερικό του εργοστασιακού χώρου (και λόγω της κάλυψης αυτού του χώρου απ' τον επιχειρησιακό συνδικαλισμό, με τον οποίο ο κλαδικός ομοιοεπαγγελματικός συνδικαλισμός βρέθηκε σε μια μακρόχρονη ανταγωνιστική αντιπαράθεση, και γιατί η ίδια τους η κοινωνικοπολιτική λογική τους οδηγούσε μακριά απ' αυτόν) εξασθένισε σοβαρά την όποια παλιότερη δυναμική τους, οδηγώντας τα στην κοινωνική περιθωριοποίηση μαζί με τον παροπλισμό των πολιτικών δυνάμεων που άντλησαν απ' αυτά τις συνδικαλιστικές τους εκπροσωπήσεις.

4.Γ. Η εξάντληση μιας πολιτικοκοινωνικής οργάνωσης και η διαλεκτική της υπέρβαση
• Οι ίδιες οι θεσμικές διατάξεις του Συνδικαλιστικού Νόμου 1264 82, μακριά απ' το να αποτελούν προωθητική οργανωτική τομή για το εργατικό κίνημα, ουσιαστικά εκείνο που έκαναν ήταν η νομική αποκρυστάλλωση της προηγούμενης συνδικαλιστικής πραγματικότητας, της πολιτικής συναλλαγής ΠΑΣΟΚ ΚΚΕ για το διαμοιρασμό των συνδικαλιστικών οργανώσεων, και την αναπαραγωγή της για το επόμενο διάστημα χωρίς σοβαρές τροποποιήσεις. Ο δυαδικός νομικός προσδιορισμός των μορφών συνδικαλιστικής οργάνωσης σε επιχειρησιακά και κλαδικά ομοιοεπαγγελματικά σωματεία, ουσιαστικά διακανόνιζε τις «συνδικαλιστικές σφαίρες επιρροής» των δύο φορέων του «μεταρρυθμισμούκυβερνητισμού» (της «αλλαγής» και της «πραγματικής αλλαγής»). Στο ΠΑΣΟΚ οριστικοποιούνταν ο χώρος των επιχειρησιακών σωματείων (οι δυνάμεις του ΚΚΕ έτσι στην ΟΒΕΣ ήταν μηδαμινές) - στο ΚΚΕ ο αντίστοιχος χώρος των ομοιοεπαγγελματικών συνδικάτων (οι δυνάμεις έτσι του ΠΑΣΟΚ σε οργανώσεις όπως των λογιστών, οικοδόμων, κλπ. ήταν περιθωριακές). Ουσιαστικά δεν επρόκειτο για δύο τεμνόμενες και αλληλοτροφοδοτούμενες μορφές συνδικαλιστικής οργάνωσης, αλλά για διαφορετικά συνδικαλιστικά στεγανά, οργανικά διαφοροποιημένα μεταξύ τους.

Κατ' αυτό τον τρόπο, στην τριετία 1982-84, που υπήρξε αντικειμενικά η πλέον πρόσφορη για την ανάπτυξη του εργατικού συνδικαλισμού, αντί να προωθηθεί η αναγκαία ριζοσπαστική τομή στην οργανωτική συγκρότηση της εργατικής τάξης, έγινε μονοδιάστατη αναπαραγωγή των συνδικαλιστικών όρων της προηγούμενης περιόδου (1974-81). Έτσι, έγινε και αναπαραγωγή των όρων της κατοπινής, μέχρι σήμερα, αποδιάρθρωσης του συνδικαλιστικού κινήματος: Με τη μονεταριστική μεταστροφή της κυβερνητικής διαχείρισης του ΠΑΣΟΚ του 1985-89, οι συνδικαλιστικοί του μηχανισμοί προχώρησαν ανενόχλητοι στην ταξική απονεύρωση των εργοστασιακών σωματείων, ενώ με τη δεξιόστροφη σοσιαλδημοκρατικοποίηση της παραδοσιακής Αριστεράς (από ΚΚΕεσ. σε ΕΑΡ και από ΚΚΕ σε Συνασπισμό) δόθηκε η χαριστική βολή στο δικό της ομοιοεπαγγελματικό συνδικαλιστικό χώρο.

Ουσιαστικά, ποτέ στην πρόσφατη ιστορική περίοδο στο επίπεδο της εργατικής τάξης δεν πραγματοποιήθηκε η αναγκαία και γόνιμη ριζοσπαστική διασταύρωση των ορισμένων θετικών στοιχείων που εμπεριείχε η κάθε μια απ' αυτές τις μορφές συνδικαλιστικής συγκρότησης, με την ταυτόχρονη όμως διαλεκτική υπέρβαση των οργανωτικών τους εγγενών ανεπαρκειών. Η εργατική τάξη συνειδητά και για υποκειμενικούς πολιτικούς λόγους κρατήθηκε εγκλωβισμένη κοινωνικά σε δύο «μη συγκοινωνούντα (συνδικαλιστικά) δοχεία», χωρίς οργανική αλληλοδιαπλοκή, με εξαίρεση βέβαια τους σχετικά αυτονομημένους χώρους της Κοινής Ωφέλειας (ΟΤΟΕ, ΟΛΜΕ κ.ά.). Η υποτιθέμενη εργατική ενότητα που πραγματώνονταν σε δευτεροβάθμιο επίπεδο, κύρια Εργατικών Κέντρων, δεν ήταν πλέον παρά επίπλαστη, συναλλαγή συνδικαλιστικών γραφειοκρατικών μηχανισμών, μορατόριουμ και συναίνεση. Αποτελεί, ίσως, ένα απ' τα χειρότερα ιστορικά πλήγματα που δόθηκαν στην κοινωνική ενότητα της εργατικής τάξης απ' τους ηγετικούς πολιτικούς μηχανισμούς του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ, ο οργανωτικός διαχωρισμός που επέβαλαν στο εργατικό κίνημα, προσδίδοντας του μάλιστα κρατικοθεσμική υπόσταση, ο προσδιορισμός των δύο ξεχωριστών στεγανών «συνδικαλιστικών τους βιλαετίων», που και τα δύο οδηγήθηκαν στη συνέχεια στην προϊούσα φθορά και αποδιάρθρωση.

Για το αριστερό ριζοσπαστικό κίνημα, στο μέτρο που η σημερινή αντισυντηρητική αντικαπιταλιστική τακτική παρέμβαση διαπλέκεται οργανικά με τη διαδικασία της αντικαπιταλιστικής επανάστασης με σοσιαλιστικό περιεχόμενο και της κομμουνιστικής οικοδόμησης, σε ένα ενιαίο επαναστατικό σύνολο ιστορικού χαρακτήρα, σ' αυτό το μέτρο και η μορφή κοινωνικής συγκρότησης της εργατικής τάξης οφείλει ν' ανταποκρίνεται σ' αυτή τη συνολική και αδιαχώριστη διαδικασία της ταξικής πάλης: Δηλαδή, να διασφαλίζει τη δυνατότητα αποτελεσματικής αντιπολίτευσης των εργαζομένων στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό παρόν, αλλά ταυτόχρονα να καθιστά εφικτή την ίδια την αντικαπιταλιστική ανατροπή σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, να αντανακλά παράλληλα στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα (οικονομικής εκμετάλλευσης, μορφωτικής αλλοτρίωσης, ιεραρχικής υποτέλειας των εργαζομένων), μέσα στην ίδια τη δομή της συνδικαλιστικής συγκρότησης της εργατικής τάξης, τα χαρακτηριστικά της απελευθερωτικής χειραφετητικής κομμουνιστικής προοπτικής.

Μ' αυτή την έννοια, με την ίδια τη μορφή συνδικαλιστικής οργάνωσης του κόσμου της μισθωτής εργασίας (και την αντίστοιχη πολιτική πρακτική) είναι αναγκαίο να αμφισβητούνται έμπρακτα στις σημερινές συνθήκες όλες οι θεμελιακές δομές των ίδιων των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και παράλληλα να διαμορφώνονται οργανωτικά οι υποκειμενικοί εργατικοί όροι της επαναστατικής σοσιαλιστικής εναλλακτικής λύσης. Έτσι, λόγου χάρη, μορφές συνδικαλιστικής συγκρότησης που βασίζονται στον αστικό καταμερισμό της εργασίας δεν μπορούν ποτέ να οδηγήσουν στη σοσιαλιστική του ανατροπή, εφ' όσον τον αναπαράγουν και τον νομιμοποιούν στο καπιταλιστικό κοινωνικό παρόν. Κατ' αναλογία, μορφές συνδικαλιστικής οργάνωσης που δεν παρεμβαίνουν άμεσα στην εργοστασιακή παραγωγή κι έτσι δεν αμφισβητούν έμπρακτα το διευθυντικό δικαίωμα του κεφαλαίου μέσα απ' την άμεση απόσπαση εξουσιών εργατικού ελέγχου, αλλά καταναλώνονται στη γενικόλογη εξωεργοστασιακή επίκληση της «αταξικής κοινωνίας» που χάνεται στο «ιστορικό υπερπέραν», ποτέ δεν μπορούν να φτάσουν στην επαναστατική ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας στην κοινωνική παραγωγή και την αντικατάσταση της με την εργατική κοινωνική αυτοδιεύθυνση των άμεσων παραγωγών. Κανένα στοιχείο χειραφετητικού χαρακτήρα δεν είναι δυνατό να υπάρξει ως περιεχόμενο της όποιας μελλοντικής σοσιαλιστικής οικοδόμησης (εκτός κι αν βρυκολακιάζει η στρατηγική των σταδίων ή της αιώνιας αναμονής για την εξ εφόδου κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων) αν δεν αντανακλάται, αν δεν εμπεριέχεται ως δομικό στοιχείο, ως οργανωτική μορφή, ως κοινωνική πρακτική, έστω με εμβρυακή μορφή, έστω με τη μορφή της πρακτικής αμφισβήτησης, στη φυσιογνωμία της εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης του σήμερα.

4.Δ. Οι οργανωτικοί χαρακτήρες της σύγχρονης συνδικαλιστικής συγκρότησης της εργατικής τάξης
Η σύγχρονη αριστερή ριζοσπαστική παρέμβαση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, που επιχειρεί να συγκροτήσει την αντισυντηρητική αντίσταση της εργατικής τάξης, να την πολιτικοποιήσει σε μια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, συνιστά παρέμβαση ταυτόχρονα και στο επίπεδο της πολιτικοκοινωνικής κατεύθυνσης, και στο πεδίο της αναγκαίας οργανωτικής συνδικαλιστικής ανασύνθεσης του εργατικού κινήματος. Έτσι, δεν μπορεί να εξαντλείται στην επιδίωξη νεκρανάστασης ιστορικά εξαντλημένων συνδικαλιστικών πλαισίων, γιατί τότε και ο δικός της δυναμισμός θα οδηγείται στο μαρασμό, αλλά απεναντίας αναδεικνύει τις σύγχρονες μορφές συνδικαλιστικής εργατικής συγκρότησης. Ωστόσο, αυτές οι νέες οργανωτικές εργατικές μορφές δεν μπορούν να προκύπτουν ούτε από «κοινωνικές παρθενογενέσεις», αλλά ούτε κι απ' τη λογική του «κινηματικού αυθορμητισμού», αλλά μέσα απ' τη διαλεκτική συνθετική υπέρβαση των ιστορικά καταγραμμένων μορφών συνδικαλιστικής οργάνωσης, τη ριζοσπαστική αξιοποίηση της συνεισφοράς τους, αλλά και το ριζικό ξεπέρασμα των εγγενών τους ανεπαρκειών. Γιατί ακριβώς οι αριστερές αντικαπιταλιστικές δυνάμεις δεν αποτελούν την «επαναστατική πτέρυγα» ούτε της καθεστωτικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας που πνέει τα λοίσθια, ούτε των όποιων «συντηρητικών συντεχνιακών· εκσυγχρονιστικών» μορφών συνδικαλιστικής συγκρότησης που έχουν επιβληθεί στους εργαζόμενους, αλλά αποτελεί την «αριστερή πτέρυγα» του εργατικού κινήματος που η προώθηση των άμεσων και ιστορικών του συμφερόντων χειραφέτησης απαιτεί και προϋποθέτει την ίδια τη ριζική επαναστατικοποίηση των μορφών κοινωνικής οργάνωσης της εργατικής τάξης

α. - Είναι αναγκαίο να διασφαλίζει σε μια ενιαία πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση το σύνολο των μισθωτών εργαζομένων ανεξάρτητα από ειδικότητα, μορφωτικό επίπεδο, εθνικότητα, απασχόληση ή ανεργία. Η συνδικαλιστική οργάνωση γίνεται σε διεπαγγελματική βάση, στο έδαφος των ταξικών σχέσεων της μισθωτής εργασίας, της κοινής αντιπαλότητας στην καπιταλιστική εξουσία, κι όχι του επαγγέλματος ή των αστικών εκπαιδευτικών ιεραρχικών διαφοροποιήσεων, γεγονός που αναπαράγει και ισχυροποιεί τον αστικό καταμερισμό της εργασίας. Η επαναστατικότητα αυτού του χαρακτήρα έγκειται στο ότι συγκρούεται πρωτογενώς με τον καπιταλιστικό κοινωνικό καταμερισμό και τον υπερβαίνει κατά τρόπο σοσιαλιστικό στο καπιταλιστικό παρόν, όχι βέβαια στο αντικειμενικό επίπεδο (πράγμα που μπορεί να γίνει με τη σοσιαλιστική επανάσταση), αλλά στο υποκειμενικό συνδικαλιστικό επίπεδο, γεγονός που αποτελεί ασφαλή εγγύηση για τον μελλοντικό οριζόντιο χειραφετητικό καταμερισμό της εργασίας, της γνώσης, της εξουσίας.

β. - Πρέπει η μορφή της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης να διασφαλίζει τη δυνατότητα της ευρύτερης δυνατής κοινωνικής οπτικής και συμμετοχής των εργαζομένων, πράγμα που ιστορικά δεν μπορεί να διασφαλιστεί παρά στο επίπεδο του τομέα κοινωνικής παραγωγής ή αναπαραγωγής, και μ' αυτή την έννοια έχει κλαδικό χαρακτήρα. Ορισμένη τοπικά στο επίπεδο μιας βιομηχανικής ζώνης ή γεωγραφικής περιφέρειας, συσπειρώνει το σύνολο των εργαζομένων του αντίστοιχου κλάδου παραγωγής, είτε απασχολούνται σε εργοστασιακές μονάδες είτε στις πολυπληθείς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, είτε στην 4η βάρδια ή με συμβάσεις ορισμένου χρόνου είτε είναι απολυμένοι ή άνεργοι, δηλαδή την εργατική τάξη στην ολότητα της. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι αστικές εργοδοτικές δυνάμεις είναι συγκροτημένες ακριβώς σε πρωτογενές επίπεδο κατά κλάδο κοινωνικής παραγωγής και κατά βιομηχανική εμπορική ζώνη, έχοντας σαφή επίγνωση των δικών τους ταξικών συμφερόντων. Η επαναστατική φύση αυτού του φυσιογνωμικού χαρακτήρα έγκειται στο ότι αφ' ενός διασφαλίζει στην πρωτοβάθμια εργατική συνδικαλιστική οργάνωση την καθολική οπτική, επίγνωση, του τομέα κοινωνικής παραγωγής που έχει σχετικά ομογενοποιημένα παραγωγικά χαρακτηριστικά, υπερβαίνοντας τα περιορισμένα όρια του μεμονωμένου εργοδότη, και αφ' ετέρου οργανώνει την εργατική τάξη συνολικά ανεξάρτητα απ' τον καπιταλιστικό παραγωγικό κατακερματισμό και τη μορφή των εργασιακών σχέσεων.

γ. - Χρειάζεται εξίσου να διασφαλίζεται η δυνατότητα της άμεσης δημοκρατικής λειτουργίας και της ανοιχτής παρέμβασης στην ίδια την καρδιά των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, στην εργοστασιακή πραγματικότητα. Γι αυτό είναι αναγκαίος ο γεωγραφικός περιφερειακός προσδιορισμός των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων σε αντίθεση με τα πανελλαδικά πρωτοβάθμια σωματεία (αδυναμία δημοκρατικής λειτουργίας βάσης, ανάπτυξη κεντρικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, δυσκινησία αντιδράσεων άμεσου χαρακτήρα). Αλλά και το ξεπέρασμα της αυτοτελούς εργοστασιακής συνδικαλιστικής συγκρότησης εμπεριέχει εξίσου στο τοπικό κλαδικό διεπαγγελματικό επίπεδο τον κίνδυνο της συνδικαλιστικής γραφειοκρατικοποίησης. Έτσι, προκειμένου ν' αντιμετωπιστούν αυτές οι αναγκαιότητες (εργοστασιακή δράση - δημοκρατική λειτουργία - γραφειοκρατικός εκφυλισμός), είναι φανερό ότι η σύγχρονη εργατική συνδικαλιστική οργάνωση, παράλληλα με την διεπαγγελματικότητα και τον κλαδικό χαρακτήρα, θα πρέπει να εδράζεται σε εργοστασιακή βάση, όχι σαν ξεχωριστή αυτονομημένη συνδικαλιστική υποκειμενικότητα, αλλά ως μερική συνδικαλιστική συγκρότηση ενσωματωμένη στην ενιαία κλαδική διεπαγγελματική οργάνωση. Η επαναστατική ουσία αυτού του χαρακτηριστικού βρίσκεται στο γεγονός ότι απ' τη μια πλευρά καθιστά δυνατή την άμεση εργοστασιακή παρέμβαση της εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης στην ίδια τη δομή των αστικών σχέσεων παραγωγής πι έτσι τη στρατηγική επιδίωξη της κατάκτησης εξουσιών εργατικού ελέγχου με τον ταυτόχρονο περιορισμό μέχρι ανατροπής του διευθυντικού δικαιώματος του κεφαλαίου, και απ' την άλλη πλευρά εξασφαλίζει σε σημαντικό βαθμό τη δημοκρατική συνδικαλιστική λειτουργία όασης στον ίδιο το χώρο παραγωγής, όπως και παράλληλα την αποτελεσματικότερη και αμεσότερη κινητοποίηση των εργαζομένων.

5. Το αριστερό ριζοσπαστικό εργατικό μέτωπο: προϋπόθεση ανασύνθεσης και παρέμβασης τον εργατικού κινήματος στην αντισυντηρητική κατεύθυνση και την αντικαπιταλιστική προοπτική

5.A. Συγκρότηση και φυσιογνωμία του ριζοσπαστικού κοινωνικοπολιτικού μετώπου της εργατικής τάξης
Ο σχηματισμός και η ανάπτυξη του Ριζοσπαστικού Εργατικού Μετώπου επιχειρεί να συμπεριλάβει το σύνολο των ταξικών αντισυναινετικών εργατικών κινήσεων και δυνάμεων που έχουν αναδειχθεί στο συνδικαλιστικό κίνημα σε εργοστασιακό και κλαδικό επίπεδο και στους τρεις τομείς της κοινωνικής παραγωγής (ιδιωτική οικονομία, κοινή ωφέλεια, δημόσιο). Οι ριζοσπαστικές αυτές εργατικές μορφοποιήσεις έχουν καταγραφεί σαν πρωτογενείς κοινωνικές απαντήσεις συνδικαλιστικών δυνάμεων απέναντι τόσο στη συντηρητική επίθεση του κεφαλαίου και στην κυβερνητική διαχείριση, όσο και απέναντι στη σοβαρή ανεπάρκεια της εκσυγχρονιστικής αντιπολίτευσης και του συνακόλουθου καθεστωτικού συνδικαλισμού. Τέτοιες κινήσεις ή μερικότερες ακόμη συνδικαλιστικές σχηματοποιήσεις ριζοσπαστικού χαρακτήρα διαδραμάτισαν ηγεμονικό κοινωνικό ρόλο σε δυναμικές κινητοποιήσεις των εργαζομένων της πρόσφατης κρίσιμης περιόδου 1989-90 (απεργία διαρκείας στη Μέση Εκπαίδευση, κινητοποιήσεις στις προβληματικές επιχειρήσεις, απεργιακοί αγώνες στην Τοπική Αυτοδιοίκηση κλπ.). Πεδίο παρέμβασης και ταυτόχρονα ανάπτυξης τους η βαθειά αναντιστοιχία πολιτικών εκλογικών και κοινωνικών ταξικών δυνάμεων, μορφοποιώντας συνδικαλιστικά τη λανθάνουσα σύγκρουση κοινωνικών συμφερόντων της εργατικής τάξης και εκσυγχρονιστικής συναινετικής πολιτικής και οικονομικής διαχείρισης.

Η ανάπτυξη τους σε νευραλγικούς τομείς της κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής, σε σύγχρονα όσο και σε παραδοσιακά στρώματα του συλλογικού εργαζόμενου (Τράπεζες όπως Εμπορική, Πίστεως και γενικότερα ΟΤΟΕ, Εκπαιδευτικοί της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ, έκτακτοι και μόνιμοι υπάλληλοι των Δήμων, εργαζόμενοι στις κατασκευές, συνδικαλιστικές δυνάμεις στη ΔΕΗ ή στο χώρο των προβληματικών επιχειρήσεων κ.ά.), δείχνει τη δυναμική και τη δυνατότητα όσο και την αναγκαιότητα επέκτασης τους σ' όλους τους βασικούς εργασιακούς χώρους (Βιομηχανία ΔΕΚΟ Δημόσιο). Ξεπερνώντας τη χρεοκοπημένη παραταξιακή λογική των γραφειοκρατικών συνδικαλιστικών δυνάμεων, πρωτοστατώντας στην αγωνιστική κινητοποίηση των εργαζομένων, εδραιώνοντας την ταξική τους φυσιογνωμία μέσα απ' την έμπρακτη κριτική της πολιτικής των καθεστωτικών κομμάτων, συνδέοντας την παρέμβαση τους στο συνδικαλιστικό κίνημα με ευρύτερες αριστερές κατευθύνσεις στο πολιτικό επίπεδο, συγκρουόμενες με την τακτική της ήττας του καθεστωτικού συνδικαλισμού, συνιστούν στη σημερινή συγκυρία τα πρωτογενή στοιχειωδώς μαζικά ριζοσπαστικά κύτταρα της συνολικής ανασυγκρότησης και επιθετικής αποτελεσματικής ενεργοποίησης του εργατικού και ευρύτερου λαϊκού κινήματος.

Η σύγκλιση αυτών των ριζοσπαστικών εργατικών σχηματοποιήσεων μέσα απ' την οριζόντια συνάρθρωση τους σε τοπικό επίπεδο (των μεγάλων αστικών βιομηχανικών κέντρων και αντίστοιχων Εργατικών Κέντρων), σε κλαδικό επίπεδο (με αναφορά τους μεγάλους κοινωνικούς τομείς και τις αντίστοιχες Εργατικές Ομοσπονδίες), και σε πανελλαδικό επίπεδο, ο συντονισμός της δράσης, των διεκδικήσεων και των παρεμβάσεων τους, η ενωτική τους τελικά ολοκληρωμένη μαζική δραστηριοποίηση στο σύνολο της όασης του εργατικού κινήματος, συνιστά την οργανωτική κοινωνική υποδομή του Ριζοσπαστικού Εργατικού Μετώπου (κατ' αντιστοιχία στο νεολαιίστικο κίνημα, στο πεδίο των δημοτικών κινήσεων κλπ.). Οι ριζοσπαστικές εργατικές κινήσεις, οι δευτεροβάθμιες οριζόντιες συσπειρώσεις τους, καθώς και η αναγκαία πανελλαδική τους συνάρθρωση, δρουν σαν πόλοι κοινωνικής συσπείρωσης και συνδικαλιστικής δραστηριοποίησης εργαζομένων που προέρχονται από το NAP, ριζοσπαστικοποιημένους εργαζόμενους που προέρχονται απ' την ιστορική εκλογική εμβέλεια του ΚΚΕ και του ΠΑΣΟΚ, ανεξάρτητους αριστερούς αγωνιστές, εργαζόμενους από χώρους όπως το ΚΚΕεσ. Ανανεωτική Αριστερά ή η ΕΑΣ, κι αποτελούν έτσι κοινωνικά εργαστήρια διαμόρφωσης των όρων της καινούριας κοινωνικής ενότητας της εργατικής τάξης σε αγωνιστική αντισυναινετική ταξική κατεύθυνση.

Η παρέμβαση του Ριζοσπαστικού Εργατικού Μετώπου, αυτοτελούς κοινωνικοταξικής υποκειμενικότητας με πολιτικοποιημένα χαρακτηριστικά, αναπτύσσεται τόσο στα οργανωτικά θεσμικά πλαίσια του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, όσο και παράλληλα στην ίδια την πρωτοβάθμια πρωτογενή βάση των εργαζομένων, προκειμένου να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις μιας ριζικής ανάκαμψης ενεργοποίησης της εργατικής τάξης απέναντι στις κατευθύνσεις της ανασυγκρότησης του κεφαλαίου, με δεδομένη τη σοβαρή αποδιάρθρωση του εργατικού κινήματος, τη συρρίκνωση και φθίνουσα πορεία της συνδικαλιστικής δράσης, τα γραφειοκρατικοποιημένα χαρακτηριστικά που έχουν αναδειχθεί και τη σαφή υποχώρηση της εργατικής σοσιαλιστικής ιδεολογίας και πολιτικής πρακτικής.

5.B. Κατευθύνσεις παρέμβασης στο συνδικαλιστικό κίνημα
Το Ριζοσπαστικό Εργατικό Μέτωπο αναπτύσσει την παρέμβαση του σ' όλο το φάσμα των πεδίων της ταξικής αντιπαράθεσης που αναδεικνύει η καπιταλιστική ανασυγκρότηση και η νεοφιλελεύθερη κυβερνητική πολιτική: συντηρητική αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, ασφαλιστικό κοινωνικό σύστημα, ιδιωτικοποιήσεις προβληματικών και κοινωφελών επιχειρήσεων, εισοδηματική οικονομική πολιτική κλπ. Επιδιώκοντας την κινητοποίηση των εργαζομένων, επιχειρεί να προσδώσει στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα βασικά και αναγκαία χαρακτηριστικά, με βάση την ίδια την εμπειρία του διεκδικητικού κινήματος στην τελευταία πενταετία του μονεταρισμού και ιδιαίτερα στην πρόσφατη διετία του οικουμενισμού και συναίνεσης, των οποίων η ενδεχόμενη απουσία θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην αναπαραγωγή της ήττας, της αναποτελεσματικότητας και της φθοράς των εργατικών κοινωνικών οργανώσεων. Έτσι, στο επίπεδο της εισοδηματικής οικονομικής πολιτικής που αναδεικνύεται στο επόμενο διάστημα σε κυρίαρχο πεδίο ταξικής αντιπαλότητας, οι κατευθύνσεις της ενωτικής εργατικής ριζοσπαστικής δράσης συμπυκνώνονται στα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α. - Διακλαδική καθολικότητα

Είναι αναγκαίο να καλύπτει ένα συντονισμένο εργατικό μέτωπο της εργατικής τάξης στην ιδιωτική καπιταλιστική οικονομία (βιομηχανία, εμπόριο, κατασκευές), στις δημόσιες υπηρεσίες (εκπαίδευση, νοσοκομεία κλπ.) και στις κοινωφελείς επιχειρήσεις (ΔΕΗ, Τράπεζες, ΟΤΕ κ.ά.). Στην αντίθετη περίπτωση, ακόμη και με την πιο έντονη και μαζική απεργιακή κινητοποίηση σ' ένα μεμονωμένο κλάδο, είτε θα επέλθει αναπότρεπτα η ήττα του επιμέρους συνδικαλιστικού κινήματος, λόγω ακριβώς της απομόνωσης του (π.χ. Τράπεζα Πίστεως, Καθηγητές), είτε θα επιτύχει ενδεχόμενα επιμέρους παραχωρήσεις χωρίς όμως γενικότερες αντανακλάσεις και συνέπειες (όπως απεργίες της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ και της ΠΟΠ ΟΤΑ στην προηγούμενη περίοδο 198890). Σε κάθε περίπτωση θα δίνεται η δυνατότητα στην κυβερνητική εξουσία και στην εκσυγχρονιστική αντιπολίτευση να υποθάλπουν την ευρύτερη κοινή γνώμη εναντίον του μερικού εργατικού κινήματος, να αδρανοποιούν ευρύτερα στρώματα των εργαζομένων, να προωθούν την προπαγάνδα τους για τις «συντεχνίες» και τους «προνομιούχους μισθωτούς».

β. - Ενιαία αιτηματολογία

Συμπύκνωση παράλληλων μέχρι ενιαίων αιτημάτων σε βασικές οικονομικές διεκδικήσεις κοινές για το σύνολο των εργατοϋπαλλήλων όλων των τομέων παραγωγής (δημόσιων ιδιωτικών κοινωφελών) και όλων των κατηγοριών ειδικοτήτων και επαγγελμάτων. Ο ενιαίος χαρακτήρας των αιτημάτων είναι σε θέση να συμβάλει στην αποκατάσταση της βαθειά τραυματισμένης ενότητας του «συλλογικού εργαζόμενου», πέρα απ' τις επιμέρους εξειδικεύσεις και τα εργασιακά καθεστώτα, να απαντήσει έμπρακτα στις μομφές για τις «συνδικαλιστικές συντεχνίες» (πράγμα που βρίσκει αντικειμενικό έδαφος στις υπαρκτές διαφοροποιήσεις στο επίπεδο μισθών και εργασιακών συνθηκών ανάμεσα στους εργαζόμενους στην ιδιωτική οικονομία και σ' εκείνους του Δημόσιου και των ΔΕΚΟ). Η διαφοροποίηση και ο κατακερματισμός των διεκδικήσεων απεναντίας θα ενισχύσει ενδεχόμενα τη θέση tow τομέων με ισχυρή διαπραγματευτική ικανότητα και ταυτόχρονα θα αδυνατίσει ακόμη περισσότερο τη θέση των χώρων με ασθενή διαπραγματευτική δύναμη, βαθαίνοντας έτσι τους εσωτερικούς διαχωρισμούς στον κόσμο της μισθωτής εργασίας.

γ. - Ταξική αυτονομία

Είναι πλέον περισσότερο από επιβεβλημένος ο ριζικός διαχωρισμός απ' την χρεοκοπημένη τακτική της συνειδητής πρόκλησης της ήττας της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας των δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων οργανώσεων (ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ), όπως και απ' τη συναινετική πολιτική πρακτική της κομματικής αντιπολιτευτικής γραφειοκρατίας. Η καταγραμμένη εμπειρία της εκσυγχρονιστικής αντιπολίτευσης, με τα κοινωνικά της παρεπόμενα, το συνδικαλισμό της ήττας, καθιστά απαγορευτική οποιαδήποτε οργανική διασύνδεση και επικαθορισμό του εργατικού διεκδικητικού μετώπου απ' τις καθεστωτικές δυνάμεις της πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η ριζοσπαστική συνδικαλιστική δραστηριοποίηση θα αναπτυχθεί μονομερώς έξω απ' τα θεσμικά πλαίσια του συνδικαλιστικού κινήματος: απεναντίας, αναπτύσσοντας την εργατική κινητοποίηση στη βάση των εργαζομένων (πρωτοβάθμια), διαμορφώνοντας οριζόντια το μέτωπο των ριζοσπαστικοποιημένων εργατικών κινήσεων, σωματείων, δευτεροβάθμιων συσπειρώσεων, ταυτόχρονα θα εγκαλεί το σύνολο του συνδικαλιστικού κινήματος και των εργαζομένων, μέσα απ' τους θεσμούς του εργατικού κινήματος, να συμμετάσχουν στο διεκδικητικό κίνημα, χωρίς όμως να τους εκχωρεί την ευθύνη διεξαγωγής της κινητοποίησης και της διαπραγμάτευσης (μαζικές εργατικές δημοκρατικές διαδικασίες).

δ. - Επιθετική φύση

Αντίθετα με τη λογική της ηττοπαθούς άμυνας που ουσιαστικά απεργάζεται την άτακτη υποχώρηση της εργατικής τάξης, επιχειρείται να οργανωθεί μια ευθεία αντεπίθεση απέναντι στα κύματα της εισοδηματικής λιτότητας, προκειμένου να επιτευχθεί η τροποποίηση του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων στο ίδιο το πεδίο της καπιταλιστικής οικονομικής λειτουργίας. Η υιοθέτηση μιας παθητικά αμυντικής στάσης οδηγεί αναπόφευκτα στη μετατροπή του κινήματος των εργαζομένων σε «επαίτη» της κρατικής εξουσίας και σε κάθε περίπτωση καταλήγει στην ακόμη παραπέρα υποχώρηση των εργατικών διεκδικήσεων κι έτσι στην αναγκαστική εξώθηση στην ατομική διαπραγμάτευση με κριτήρια την παραγωγικότητα υποτακτικότητα. Μια επιθετική διεκδικητική στάση τονώνει την εργατική κοινωνική υποκειμενικότητα, υπερβαίνει τη σκόπιμα καλλιεργούμενη ηττοπαθή στάση, επιχειρεί να οικοδομήσει την ψυχολογία της. αποτελεσματικότητας που απουσιάζει απ' τη σημερινή εργατική ψυχοσύνθεση.

ε. - Ριζοσπαστικός προσανατολισμός

Η εξυπαρχής απόρριψη οποιασδήποτε λογικής «εθνικά» αναγκαίας λιτύτητας μονομερούς ή αμφίπλευρου χαρακτήρα, η κατηγορηματική αποστασιοποίηση απ' την τεχνητή «κρισιολογία», αποτελούν αφετηριακά δεδομένα της ριζοσπαστικής εργατικής ενωτικής παρέμβασης. Μ' αυτή την έννοια αναδεικνύει τις εκρηκτικές οικονομικές ανάγκες των εργαζομένων στη σημερινή συγκυρία, τη χασματώδη αναντιστοιχία του σύγχρονου κόστους ζωής και του επιπέδου των εργατικών αμοιβών, οι οποίες με τις αλλεπάλληλες περικοπές και αλλοιώσεις της ΑΤΑ, παγώματος των αποδοχών, και αντίστοιχα συνεχών ανατιμήσεων των τιμολογίων των ΔΕΚΟ και των καταναλωτικών ειδών σ' ολόκληρη την πενταετία του μονεταρισμού (198590) έχουν υποστεί μια συντριπτική συμπίεση. Απ' την άλλη πλευρά θέτει στο επίκεντρο την αλματώδη αύξηση της καπιταλιστικής υπερκερδοφορίας που έχει φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα εξ αιτίας ακριβώς της μακρόχρονης πολιτικής λιτότητας, γεγονός που όχι απλά καταρρίπτει τη «μυθολογία της κρίσης» της «εθνικής (κεφαλαιοκρατικής) οικονομίας», αλλά καταδεικνύει πολύ περισσότερο την άνθιση της καπιταλιστικής υπεραξίωσης. Συνεπώς η διεκδίκηση ουσιαστικών αυξήσεων των εργατικών αποδοχών, που να καλύπτουν κατ' ελάχιστο τις βαρύτατες εισοδηματικές απώλειες της μονεταριστικής πενταετίας, αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο μιας αριστερής συνδικαλιστικής τακτικής σήμερα. Σ' αυτή την οπτική, η απαίτηση ολοκληρωτικής κάλυψης των μεγάλων εισοδηματικών απωλειών της εργατικής τάξης, σε αντιστοιχία με τη θεαματική άνοδο της κερδοφορίας του κεφαλαίου, αποκτά πρωτογενώς αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά.

στ. - Συλλογικός θεσμικός χαρακτήρας

Η προάσπιση του θεσμού της γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, προσδίδοντας του ταυτόχρονα ένα επίκαιρο οικονομικό περιεχόμενο, αποτελεί όρο εκ των ουκ άνευ για την ίδια την ύπαρξη του εργατικού κινήματος στη σημερινή περίοδο. Με δεδομένη τη συστηματική φθορά του θεσμού της εθνικής συλλογικής διαπραγμάτευσης σ' ολόκληρη την πενταετία του μονεταρισμού, η ενδεχόμενη αδυναμία ισχυρής οικονομικής διαπραγμάτευσης σε γενικό πανελλαδικό επίπεδο ουσιαστικά θα σημάνει για το ορατό μέλλον το τέλος της ικανότητας γενικής συλλογικής διαπραγμάτευσης της εργατικής τάξης, και την αποφασιστική πλέον είσοδο στην εποχή της ατομικής διαπραγμάτευσης σε επιχειρησιακό επίπεδο. Έτσι, η μαχόμενη διεκδίκηση ουσιαστικής αύξησης των εργατικών αποδοχών έχει πολύ ευρύτερη πολιτικοκοινωνική σημασία, εφ' όσον στο βαθμό που επιτύχει να αποτυπωθεί σε μια γενικότερη συλλογική συμφωνία εργαζομένων εργοδοτικών οργανώσεων κρατικής εξουσίας (και δεν εννοούμε προφανώς την οποιαδήποτε αναπαραγωγή της συναινετικής ΕΓΣΣΕ της ΓΣΕΕ), κατορθώνει να συγκρατήσει μια ιστορική κατάκτηση του εργατικού κινήματος (συλλογική σύμβαση εργασίας γενικού εθνικού επιπέδου), στην κατάσταση ακριβώς που προετοιμάζεται η γενικευμένη εφαρμογή της ατομικής διαπραγμάτευσης.

ζ. Κλιμακωμένη απεργιακή πρακτική

Η μέχρι σήμερα πρακτική της καθεστωτικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας αποδιάρθρωσε και αχρήστευσε το έσχατο δυναμικό μέσο παρέμβασης των εργαζομένων, το απεργιακό δικαίωμα, με δύο τρόπους: Αφ' ενός, εκφυλίζοντας το σε «εθιμοτυπικές» κινήσεις σαν άλλοθι απέναντι στην κριτική που της απευθύνεται για τη συναινετική της στάση. Αφ' ετέρου, με την προκαθορισμένη ένταξη (τερματισμό) της όποιας κινητοποίησης μέσα στα κεντρικά οικουμενικά πλαίσια, ανεξαρτήτως αποτελέσματος για τους εργαζόμενους. Το απεργιακό δικαίωμα στα χέρια του εκσυγχρονιστικού συνδικαλισμού μετατράπηκε σε μέσο αποδιάρθρωσης των εργατικών αντιστάσεων, αφερέγγυας εκλογικίστικης διαμαρτυρίας για τον αποκλεισμό των πολιτικών δυνάμεων της συναινετικής αντιπολίτευσης απ' τη συμμετοχή στην άμεση άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας. Η αποκατάσταση του απεργιακού δικαιώματος στις ταξικές του διαστάσεις συναρτάται κυρίαρχα με τη με κάθε τρόπο αποτελεσματικότητα του, την άσκηση του έξω απ' την κοινωνικοπολιτική σφαίρα της συναίνεσης, το γενικευμένο διακλαδικό του χαρακτήρα, την επιμονή στην επίτευξη της επιδίωξης για την πραγματοποίηση της οποίας ασκήθηκε.

η. - Πολιτική προοπτική

Κυρίαρχη επιδίωξη του αριστερού ριζοσπαστικού εργατικού μετώπου είναι η ήττα της συντηρητικής κυβερνητικής διαχείρισης στο θεμελιώδες επίπεδο της οικονομικής εισοδηματικής πολιτικής, σε αντίθεση με την εκσυγχρονιστική συνδικαλιστική τακτική που επιδιώκει (χωρίς άλλωστε καμιά επιτυχία) επιμέρους διορθωτικές παρεμβάσεις αποδεχόμενη την κυρίαρχη κυβερνητική κατεύθυνση της εισοδηματικής λιτότητας. Μια τέτοια συναινετική κοινωνική πρακτική έχει ήδη αποδειχθεί ανίκανη να επιφέρει και τις πλέον ελαχιστοποιημένες διορθωτικές παρεμβάσεις στη νεοφιλελεύθερη διαχείριση και η οποιαδήποτε παράταση της δεν αποσκοπεί πλέον παρά στην αποτροπή της όποιας λαϊκής απόπειρας συνολικής ριζοσπαστικής αμφισβήτησης του κυβερνητικού μονεταρισμού. Είναι προφανές ότι η αριστερή εργατική εισοδηματική τακτική, επιδιώκοντας την ήττα της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής, παραπέμπει αναπόφευκτα στην ίδια την ανατροπή της φιλελεύθερης κρατικής εξουσίας: επιζητεί έτσι την ανάδειξη μιας πολιτικής εξουσίας προσανατολισμένης στην εξυπηρέτηση των διεκδικήσεων των εργαζομένων, και συνεπώς με εργατικό αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό.

θ. - Αντικαπιταλιστική κατεύθυνση

Βασικός στόχος είναι η γενική συλλογική διαπραγμάτευση με τις εργοδοτικές οργανώσεις, ξεπερνώντας το πλαίσιο των σχέσεων εργατικού κινήματος κρατικής εξουσίας, που έθετε στο απυρόβλητο την εργοδοσία, την καπιταλιστική κερδοφορία και το διευθυντικό δικαίωμα στην παραγωγική διαδικασία. Στην αντίθετη περίπτωση, της μετατροπής του εργατικού συνδικαλισμού σε «ικέτη» της κυβερνητικής εξουσίας, όπως επεδίωξε η συναινετική αντιπολίτευση, αφ' ενός επιτυγχάνεται η τοποθέτηση του κεφαλαίου στο απυρόβλητο της κοινωνικής κριτικής (να επιδίδεται απερίσπαστο στην «αναπτυξιακή», δηλαδή κερδοσκοπική του αποστολή), και αφ' ετέρου καλλιεργείται έντεχνα ο μύθος μιας ενδεχόμενης μελλοντικής κυβερνητικής εναλλαγής «αντιδεξιού» τύπου, πράγμα που έχει ήδη ιστορικά δοκιμαστεί και αντικειμενικά οδηγήθηκε στην πλήρη χρεοκοπία. Η εναντίωση στην κυβερνητική πολιτική λιτότητας γίνεται απ' τη σκοπιά της αντίθεσης στα κοινωνικοταξικά κεφαλαιοκρατικά συμφέροντα, που ευθέως εκπροσωπεί και διαχειρίζεται, κι όχι απ' την άποψη της αντίθεσης στον τρόπο διαχείρισης της κυβερνητικής εξουσίας (συναινετικός μονεταρισμός σε αντίθεση με τον αυταρχικό μονεταρισμό), χωρίς καμιά σοβαρή αμφισβήτηση του ίδιου της του περιεχομένου (καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός).

η. - Λαϊκή κοινωνική απεύθυνση

Στις ριζοσπαστικές εργατικές δυνάμεις εναπόκειται ο ρόλος όχι μόνο της έμπρακτης αριστερής αντιπολίτευσης στα θεσμικά πλαίσια του συνδικαλιστικού κινήματος (που ούτως ή άλλως είναι πλέον σήμερα άμαζα, γραφειοκρατικοποιημένα και φθίνοντα), αλλά ταυτόχρονα και κυρίως η διεκδικητική ενεργοποίηση του συνόλου των εργαζομένων που βρίσκονται για πολιτικούς κοινωνικούς ιδεολογικούς λόγους στη μεγάλη τους πλειοψηφία εκτός ουσιαστικής οργανωτικής ένταξης στο συνδικαλιστικό κίνημα. Παράλληλα, είναι ζωτικά αναγκαία η γενίκευση της εργατικής κινητοποίησης με την οριζόντια οργανική της σύνδεση με δυναμικά στρώματα του νεολαιίστικου κινήματος και της εργαζόμενης αγροτιάς, προκειμένου να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα παρέμβασης και να διευρυνθεί σ' ένα πανελλαδικό κοινωνικό ριζοσπαστικό μέτωπο με κοινό άξονα την εναντίωση στη νεοσυντηρητική λιτότητα που έχει γενικευμένο αντιλαϊκό χαρακτήρα. Άλλωστε, ο κατατεμαχισμός των μετώπων της αντιπαράθεσης ευνοεί τα μέγιστα την αστική οικονομική διαχείριση, ενώ η διασύνδεση και ο συντονισμός τους ενδυναμώνει την αποτελεσματικότητα των εργαζομένων λαϊκών δυνάμεων.

Θεσσαλονίκη, Μάρτης 1991

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή