Οι συνθήκες πραγματοποίησης της παραγωγής στην απλή αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου Εκτύπωση
Τεύχος 36, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1991


Οι συνθήκες πραγματοποίησης της παραγωγής στην απλή αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου
του Π, Παρασκευαίδη1
 
Είναι γνωστό ότι στη μελέτη της θεωρίας της αναπαραγωγής που διατύπωσε ο Marx, η βαρύτητα έχει δοθεί στην «αξιοποίηση» τόσο θεωρητικά όσο και εμπειρικά της διευρυμένης αναπαραγωγής η οποία είναι χαρακτηριστική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, προκειμένου να μελετηθούν τα προβλήματα (σε επίπεδο θεωρίας και πολιτικής) που προκύπτουν απ' την οικονομική κρίση του καπιταλισμού.

Το ζήτημα της απλής αναπαραγωγής όπως και τόσα άλλα, έχει υπάρξει αντικείμενο σημαντικής διαστρέβλωσης και έχει θεωρηθεί από μαρξίζοντες και από ψευδομαρξιστές ότι δεν παρουσιάζει εμπειρικό ενδιαφέρον με το επιχείρημα ότι δεν χαρακτηρίζει το σημερινό καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Σε θεωρητικό μάλιστα επίπεδο οι παραπάνω, βαφτίζοντας τις προσεγγίσεις τους μαρξιστικές, ισχυρίζονται τα εξής καταπληκτικά: κατ' αυτούς η απλή αναπαραγωγή είναι μια κατάσταση μακροχρόνιας ευσταθούς ισορροπίας στην οποία το ποσοστό κέρδους είναι μηδέν, το ποσοστό εκμετάλλευσης είναι μηδέν και κατά συνέπεια η (καπιταλιστική) δομή του .καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αναιρείται. Το συμπέρασμα τους είναι εξίσου καταπληκτικό: στην απλή αναπαραγωγή η καπιταλιστική τάξη δεν έχει λόγο ύπαρξης εφόσον δεν υπάρχει δυνατότητα εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας για παραγωγή και ιδιοποίηση υπεραξίας.

Σκοπός του σημειώματος αυτού είναι να επισημάνει τη θεωρητική θεμελίωση της απλής αναπαραγωγής με τη μαρξική έννοια του όρου, χρησιμοποιώντας ήδη γνωστές προσεγγίσεις τόσο του ίδιου του Marx (σχήματα αναπαραγωγής) όσο και της γραμμικής άλγεβρας (γραμμικό μοντέλο απλής αναπαραγωγής). Ακόμα, να εντοπίσει σημεία τα οποία δυνατόν να δίνουν αφορμή για λανθασμένες προσεγγίσεις και διαστρεβλώσεις (όπως παραπάνω των ψευδομαρξιστών) και να οδηγούν αντίστοιχα σε λαθεμένα συμπεράσματα. Δεν ισχυριζόμαστε βέβαια ότι π.χ. το γραμμικό μοντέλο που θα μελετήσουμε είναι αποκλειστικό και οριστικό ή ότι οι βάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται είναι πρωτότυπες. Εκείνο που επιδιώκουμε είναι, μέσα απ' την παρουσίαση αυτή, να διατυπώσουμε ορθά και αμερόληπτα τις συνθήκες πραγματοποίησης της απλής αναπαραγωγής.

Στη θεωρία της αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου - όπου μελετάται η συσσώρευση κεφαλαίου και η οικονομική μεγέθυνση - συμπληρώνεται και ολοκληρώνεται, μέσα απ' τα σχήματα αναπαραγωγής, η θεωρία των τιμών παραγωγής και της κυκλοφορίας στον καπιταλισμό. Μέσα απ' τη θεωρία της αναπαραγωγής ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής εξετάζεται από δύο απόψεις:

1) απ' την άποψη ενός οικονομικού συστήματος με έναν αναπτυγμένο καταμερισμό εργασίας και με την επικράτηση της μεγάλης κλίμακας παραγωγής βιομηχανίας. Για την ανάπτυξη της θεωρίας της αναπαραγωγής γίνεται αφαίρεση απ' τις αντιφάσεις του καπιταλισμού και παρουσιάζονται οι ιδανικές συνθήκες υπό τις οποίες η αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου προχωρεί ανεμπόδιστα.

2) από μια δεύτερη άποψη μελετάται η διαδικασία της καπιταλιστικής αναπαραγωγής όπως πραγματικά αυτή παρουσιάζεται, δηλαδή με τις ανταγωνιστικές αντιθέσεις και ταξικές συγκρούσεις, με σκοπό να αναπτυχθεί η θεωρία των οικονομικών κρίσεων υπερσυσσώρευσης.

Στο παρόν σημείωμα θα παραμείνουμε στα πλαίσια της πρώτης άποψης για την εξέταση της καπιταλιστικής αναπαραγωγής και ειδικότερα της απλής αναπαραγωγής·

Προτού περάσουμε στην εξέταση των αναγκαίων συνθηκών για την πραγματοποίηση του κοινωνικού προϊόντος υπό απλή καπιταλιστική αναπαραγωγή, πρέπει να κάνουμε τις παρακάτω υποθέσεις προς απόδειξη, για όσα θα αναπτυχθούν στη συνέχεια:

1) Σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό η διαδικασία αναπαραγωγής περιλαμβάνει την αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού προϊόντος, της εργατικής δύναμης και των αντίστοιχων σχέσεων παραγωγής.

2) Οι καπιταλιστές οργανώνουν την παραγωγή του υλικού πλούτου χάριν της συνεχούς αύξησης του κέρδους μέσω της εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι η αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου στον καπιταλισμό είναι ταυτόχρονα και αναπαραγωγή του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης.

3) Όταν εξετάζεται η αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο η αξιακή μορφή του συνολικού προϊόντος αλλά επίσης η φυσική ή υλική μορφή του, δηλ. η μορφή του ως αξίας χρήσης (για τις δύο αυτές μορφές έκφρασης του συνολικού προϊόντος θα αναφερθούμε εκτενέστερα στο μέρος περί απλής αναπαραγωγής). Χωρίς αυτήν τη διάκριση θα ήταν δύσκολο ή και ακόμη αδύνατο να εξηγηθούν τα εξής: (α) ποιος θα αγοράσει το παραχθέν προϊόν, (β) (από) πού οι εργάτες και οι καπιταλιστές θα πάρουν τα καταναλωτικά αγαθά που προσωπικά χρειάζονται, (γ) (από) πού οι καπιταλιστές θα προμηθευτούν τα μέσα παραγωγής που χρειάζονται και (δ) πώς θα δημιουργηθούν οι Αναγκαίες συνθήκες για την ανανέωση του συνολικού προϊόντος.

Για το σκοπό της ανάλυσης της αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου, χρησιμοποιούμε τη μέθοδο της αφαίρεσης, δηλαδή παραλείπουμε έναν αριθμό παραγόντων των οποίων η απουσία δεν θα μετέβαλλε την καπιταλιστική αναπαραγωγή, ενώ η ύπαρξη τους πιθανόν να περιέπλεκε την ουσία του θέματος.

Έτσι: (α) θεωρούμε την καπιταλιστική παραγωγή στην καθαρή της μορφή, δηλαδή κάνουμε την παραδοχή ότι η κοινωνία στο σύνολο της αποτελείται μόνο από δύο τάξεις, τους καπιταλιστές και τους εργάτες.

(β) Κάνουμε αφαίρεση του εξωτερικού εμπορίου, εφόσον η καπιταλιστική αναπαραγωγή ως διαδικασία παραμένει η ίδια, ασχέτως του αν αυτή αναλυθεί μέσα στα όρια μιας και μόνης χώρας ή μερικών χωρών οι οποίες συνδέονται εμπορικά μέσω της διεθνούς αγοράς.

(γ) Κάνουμε την παραδοχή ότι όλα τα εμπορεύματα, περιλαμβανομένης και της εργατικής δύναμης ως εμπορεύματος, αγοράζονται και πωλούνται στις αξίες τους, εννοώντας με αυτό ότι οι υπάρχουσες αποκλίσεις των τιμών απ' τις αξίες αλληλοαναιρούνται και δεν επιδρούν στην αναπαραγωγή του συνολικού κεφαλαίου. Η παραδοχή αυτή ισχύει όταν πληρούνται δύο συνθήκες δηλαδή: (1) ότι η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και (2) το ποσοστό υπεραξίας1 παραμένουν ενιαία για όλη την οικονομία και αμετάβλητα κατά τη διαδικασία της αναπαραγωγής (οι ορισμοί των μεγεθών με βάση τα οποία προσδιορίζονται η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και το ποσοστό υπεραξίας δίνονται στην αμέσως επόμενη ενότητα 3).

Εισαγωγικά θα δώσουμε τους ορισμούς που σχετίζονται με το συνολικό προϊόν και τα συστατικά του μέρη και θα κάνουμε τις αναγκαίες αποσαφηνίσεις των όρων.

Συνολικό προϊόν: είναι η συνολική μάζα των υλικών αγαθών (μέσα παραγωγής και καταναλωτικά αγαθά) που παράγονται στη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου π.χ. ενός έτους. Εκφρασμένο σε αξιακούς όρους το συνολικό προϊόν υποδιαιρείται στα τρία συστατικά του μέρη:

(α) στο σταθερό κεφάλαιο, c, δηλαδή την αξία των μέσων παραγωγής που φθείρονται στη διαδικασία της παραγωγής.

(β) στο μεταβλητό κεφάλαιο, ν, δηλαδή το απόθεμα μισθού το οποίο αναπαράγεται στο προϊόν και

(γ) στην υπεραξία, s, η οποία παράγεται στη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου π.χ. ενός έτους.

Το συνολικό κεφάλαιο αναπαράγεται ως εξής: Η αξία των μέσων παραγωγής c, τα οποία καταναλώνονται (φθείρονται) στη διάρκεια, ας πούμε ενός έτους, και ενσωματώνεται στο προϊόν, είναι η πηγή απ' την οποία τα μέσα παραγωγής επανακτώνται (μέσω της απόσβεσης). Τα άλλα δύο συστατικά μέρη του συνολικού προϊόντος, δηλ. v+s, αποτελούν τη νεοδημιουργούμενη αξία στη διάρκεια π.χ. του έτους ή αποτελούν το εθνικό εισόδημα του συνόλου της κοινωνίας. Το χρηματικό ισοδύναμο του μεταβλητού κεφαλαίου το οποίο αναπαράγεται στο προϊόν, επιστρέφει στους καπιταλιστές με την πώληση των αγαθών και χρησιμοποιείται εκ νέου προς μίσθωση εργατικής δύναμης. Η υπεραξία s, προορίζεται απ' τους καπιταλιστές κατά ένα μέρος για προσωπική τους κατανάλωση και κατά ένα άλλο μέρος για επέκταση της παραγωγής (συσσώρευση). Στην περίπτωση που ολόκληρη η υπεραξία δαπανηθεί για προσωπική κατανάλωση απ' τους καπιταλιστές τότε η διαδικασία της παραγωγής γίνεται στην ίδια όπως προηγουμένως κλίμακα και τότε έχουμε απλή καπιταλιστική αναπαραγωγή.

Εκφρασμένο ως συνολική αξία χρήσης δηλαδή σε φυσικούς ή υλικούς όρους, το συνολικό προϊόν υποδιαιρείται σε μέσα παραγωγής και καταναλωτικά αγαθά. Έτσι - και σύμφωνα με τον Marx - η συνολική παραγωγή μπορεί να υποδιαιρεθεί σε δύο κύρια τμήματα με κριτήριο το σκοπό για τον οποίο τα αγαθά αυτά παράγονται, δηλαδή

Τμήμα Ι: παραγωγή μέσων παραγωγής Τμήμα II: παραγωγή αγαθών για προσωπική κατανάλωση.

Η υποδιαίρεση αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι οι κύριες ανταλλαγές στην κοινωνία λαμβάνουν χώρα ανάμεσα στα δύο αυτά τμήματα.

Στο Τμήμα Ι, τα κύρια συστατικά στοιχεία του προϊόντος εκφρασμένου ως αξίας χρήσης είναι: μηχανήματα και εξοπλισμός, υλικά διαφόρων ειδών (π.χ. πρώτες και βοηθητικές ύλες), καύσιμα και ηλεκτρική ενέργεια. Το προϊόν του τμήματος Ι καταναλώνεται παραγωγικά δηλαδή συμμετέχει άμεσα στην παραγωγή των προϊόντων των δύο τμημάτων.

Στο Τμήμα II τα κύρια συστατικά μέρη του προϊόντος, εκφρασμένου ως αξίας χρήσης, είναι: είδη διατροφής, είδη ένδυσης και υπόδησης, κατοικίες, πολυτελή αγαθά κ.λ.π. Το προϊόν του τμήματος II καταναλώνεται κατά ένα μέρος μη αναπαραγωγικά για προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών και κατά ένα άλλο μέρος αναπαραγωγικά, δηλαδή συμμετέχει στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης των εργατών. Η σαφής διάκριση ανάμεσα σε προσωπική μη αναπαραγωγική και σε αναπαραγωγική κατανάλωση καθώς και η υποδιαίρεση του συνολικού προϊόντος ως αξίας χρήσης στα δύο κύρια τμήματα, μας χρησιμεύει στο να δείξουμε κάτω από ποιες συνθήκες λαμβάνει χώρα τόσο η πραγματοποίηση του συνολικού προϊόντος όσο και η αντικατάσταση όλων των συστατικών του μερών. Οι εν λόγω συνθήκες είναι αναγκαίες, γιατί χωρίς αυτές τις συνθήκες η διαδικασία της καπιταλιστικής αναπαραγωγής (τόσο της απλής που εξετάζουμε εδώ, όσο και της διευρυμένης) θα ήταν αδύνατη.

Με βάση τους ορισμούς και τις εννοιολογικές αποσαφηνίσεις των όρων που κάναμε, ερχόμαστε τώρα στον ορισμό της απλής αναπαραγωγής. Απλή αναπαραγωγή, λοιπόν, είναι η επανάληψη της διαδικασίας παραγωγής στη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου, π.χ. ενός έτους, στην ίδια κλίμακα όπως πριν δηλαδή το προηγούμενο έτος, και με την παραγόμενη υπεραξία να χρησιμοποιείται εξ' ολοκλήρου απ' τους καπιταλιστές για την προσωπική τους (ατομική) κατανάλωση.

Απ' τον παραπάνω ορισμό θα μπορούσε κανείς να οδηγηθεί στην διατύπωση την εξής υπόθεσης: «στην πιο καθαρή της μορφή (δηλαδή όταν ισχύουν οι παραδοχές που έχουμε κάνει στο μέρος 2 και σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό της) η απλή αναπαραγωγή δεν χαρακτηρίζει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής». Ωστόσο μπορούμε αμέσως να πούμε ότι η υπόθεση αυτή αν υποβληθεί σε περαιτέρω ανάλυση θα ήταν απορριπτέα. Επί πλέον θα οδηγούσε σε δύο εσφαλμένα πορίσματα. Δηλαδή, είτε, αν είναι υπαρκτή η διαδικασία της απλής αναπαραγωγής, δεν υφίσταται καπιταλισμός είτε, στον καπιταλισμό δεν υφίσταται η διαδικασία της απλής αναπαραγωγής. Το σκεπτικό της απόρριψης της παραπάνω υπόθεσης υπάρχει ήδη στον τόμο II του κεφαλαίου σελ. 471 και διατυπώνεται απ' τον Marx (σε δική μας μετάφραση) ως εξής: «Ευθύς ως η συσσώρευση πράγματι λαμβάνει χώρα, η απλή αναπαραγωγή είναι πάντοτε ένα μέρος αυτής (δηλ. της διευρυμένης αναπαραγωγής Π. Π.) και μπορεί ως εκ τούτου να μελετηθεί αφ' εαυτής και είναι ένας πραγματικός παράγων (δηλ. πραγματική συνιστώσα - Π. Π.) της συσσώρευσης».

Απ' το παραπάνω απόσπασμα του Marx συνάγεται ότι η απλή αναπαραγωγή συνυπάρχει με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και μπορεί να μελετηθεί ξεχωριστά με την κατάλληλη μεθοδολογία, εφόσον αποτελεί βασική συνιστώσα της συσσώρευσης. Άλλωστε γι' αυτό το λόγο και ο Marx άρχισε την ανάλυση της διαδικασίας της αναπαραγωγής με την απλή καπιταλιστική αναπαραγωγή.

Μπορούμε λοιπόν χρησιμοποιώντας το γνωστό σχήμα αναπαραγωγής του Marx να αναλύσουμε την απλή αναπαραγωγή τόσο σε αξιακούς όρους όσο και σε όρους αξιών χρήσης ταυτόχρονα (με την παραδοχή της ίδιας οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου καθώς και του ίδιου ποσοστού υπεραξίας σε κάθε ένα τμήμα αντίστοιχα):

image002.jpg

Απ' αυτό το σχήμα φαίνεται ότι στο Τμήμα Ι στη διάρκεια ας πούμε ενός έτους, δαπανώνται 4000 μονάδες σταθερού κεφαλαίου και 1000 μονάδες μεταβλητού κεφαλαίου και παράγονται 1000 μονάδες υπεραξίας (με ποσοστό υπεραξίας 100%). Το συνολικό ετήσιο προϊόν του τμήματος Ι είναι 6000 μονάδες και αποτελείται από παραχθέντα αγαθά για παραγωγικούς σκοπούς δηλαδή εξοπλισμό, μηχανήματα, πρώτες ύλες, καύσιμα, ηλεκτρισμό, κτίρια παραγωγικών εγκαταστάσεων κ.λ.π.

Στο τμήμα II δαπανώνται 2000 μονάδες σταθερού κεφαλαίου και 500 μονάδες μεταβλητού κεφαλαίου και με το ίδιο ποσοστό υπεραξίας (100% όπως και στο Τμήμα Ι) δημιουργούνται 500 μονάδες υπεραξίας. Το συνολικό ετήσιο προϊόν του τμήματος II είναι 3000 μονάδες και αποτελείται από είδη προσωπικής κατανάλωσης. Το συνολικό προϊόν των δύο τμημάτων είναι 9000 μονάδες.

Το ερώτημα τώρα είναι το εξής: με ποιον τρόπο θα πραγματοποιηθεί το συνολικό προϊόν και θα δημιουργηθούν οι ορθές συνθήκες για τη διαδικασία παραγωγής ώστε αυτή να επαναληφθεί στην ίδια κλίμακα τον επόμενο χρόνο;

Εφόσον το συνολικό προϊόν του Τμήματος Ι αποτελείται από μέσα παραγωγής,

 image004.jpg

image006.jpg

Όπως είναι προφανές οι συνθήκες (2) και (3) ανάγονται στην (1) με την απάλειψη των κοινών όρων στο αριστερό και δεξιό σκέλος κάθε μιας από τις εξισώσεις (2) και (3).

Εάν η συνθήκη αυτή παραβιαστεί, το αποτέλεσμα θα είναι ένα μέρος του προϊόντος να μην πραγματοποιηθεί και η όλη διαδικασία της απλής αναπαραγωγής να διαταραχθεί. Στην περίπτωση της διατάραξης της διαδικασίας της απλής αναπαραγωγής γίνεται λόγος για ελλιπή αναπαραγωγή, κύρια αιτία της οποίας είναι η χειροτέρευση των συνθηκών εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης απ' τις εκμεταλλεύτριες τάξεις. Για παράδειγμα σε προκαπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς (π.χ. δουλοκτητικό σύστημα, φεουδαρχία) και σε ορισμένες περιόδους επικράτησε για ικανό χρονικό διάστημα η ελλιπής αναπαραγωγή εφόσον το υπερπροϊόν με το - οποίο η παραγωγή μπορεί να επεκταθεί δεν κατέστη δυνατόν να παραχθεί ή παρήχθη σε τέτοια χαμηλά επίπεδα ώστε η παραγωγή, κάποιων απ' τις αμέσως επόμενες περιόδους, ήταν φθίνουσα. Ο Marx στον Τόμο II του Κεφαλαίου στην σελίδα 471, για μια τέτοια εξέλιξη στην αναπαραγωγή, χρησιμοποίησε τον όρο «ατελής ή ελαττωματική αναπαραγωγή».

Ήδη απ' την τρίτη προς απόδειξη υπόθεση της ενότητας 2 του παρόντος σημειώματος και σε συνδυασμό με τις αφαιρέσεις που αμέσως ακολουθούν, γίνεται αντιληπτό ότι για το σκοπό της κατασκευής ενός γραμμικού μοντέλου που θα περιγράφει την απλή αναπαραγωγή και τις συνθήκες πραγματοποίησης του συνολικού προϊόντος των δύο τμημάτων, απαιτούνται να υπάρχουν στο μοντέλο μεταξύ άλλων και εξισώσεις ζήτησης καταναλωτικών αγαθών τόσο για τους εργάτες όσο και για τους καπιταλιστές. Ακόμη απαιτείται εξίσωση ζήτησης εργατικής δύναμης και για τα δύο τμήματα, διότι όπως προαναφέρθηκε η απλή αναπαραγωγή είναι και αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Τέλος όπως θα αναπτύξουμε στην συνέχεια, απαιτείται και εξίσωση ενδιάμεσων αγαθών που είναι απαραίτητα για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών (εφόσον κάνουμε την παραδοχή ότι δεν υπάρχει επενδυμένο πάγιο κεφάλαιο στην απλή αναπαραγωγή).

 image008.jpg

image010.jpg

image012.jpg

image014.jpg

Η ανάλυση της απλής αναπαραγωγής που προηγήθηκε μας δίνει την δυνατότητα ορισμένων συμπερασμάτων:

(1) Το βασικό χαρακτηριστικό της απλής αναπαραγωγής είναι ότι ολόκληρη η υπεραξία χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών ενώ η διαδικασία της παραγωγής επαναλαμβάνεται στην ίδια κλίμακα.

(2) Για να είναι δυνατή και συνεχής η διαδικασία της απλής αναπαραγωγής, οι καπιταλιστές πρέπει να αγοράζουν και εργατική δύναμη. Πρέπει να παρατηρήσουμε όμως ότι κατά τη διαδικασία αγοράς της εργατικής δύναμης προκαταβάλλεται αυτή από τους εργάτες στον καπιταλιστή, εφόσον η πηγή απ' την οποία ο καπιταλιστής πληρώνει κάθε φορά για την αγορά της είναι η αξία του συνολικού προϊόντος που δημιουργείται απ' τους ίδιους τους εργάτες στην προηγούμενη περίοδο.

(3) Για μια ορισμένη χρονική περίοδο, η απλή αναπαραγωγή μετασχηματίζει κάθε κεφάλαιο που προκαταβάλλεται, άσχετα απ' την προέλευση του, σε συσσωρευμένο κεφάλαιο ή αλλιώς σε κεφαλοποιημένη υπεραξία. Έτσι, για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι οι καπιταλιστές αρχικά προκαταβάλλουν 1 εκατομμ. νομισματικές μονάδες για να αγοράσουν εισροές και εργατική δύναμη. Κάθε χρονική περίοδο, π.χ. έτος, παράγεται υπεραξία ας πούμε 200 χιλ. νομισματικών μονάδων την οποία οι καπιταλιστές δαπανούν αποκλειστικά για προσωπική τους κατανάλωση. Σε διάστημα 5 χρονικών περιόδων π.χ. ετών, αυτοί δαπανούν 1 εκατομ. νομισμ. μονάδες (5x200 χιλ.), ποσότητα η οποία ισούται με το αρχικό προκαταβληθέν κεφάλαιο.

Στην ουσία λοιπόν οι καπιταλιστές στη διαδικασία της απλής αναπαραγωγής των 5 ετών έχουν πάλι στα χέρια τους το αρχικά καταβληθέν ποσό και το κυριότερο: αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά η υπεραξία την οποίαν αυτοί καρπώθηκαν βαθμιαία. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αποκαλέσαμε ήδη την απλή αναπαραγωγή βασική συνιστώσα της συσσώρευσης.

(4) Όπως προέκυψε απ' την ανάλυση της απλής αναπαραγωγής, στη διαδικασία της υπάρχουν δύο τύποι κατανάλωσης. Ο ένας τύπος αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία οι εργάτες χρησιμοποιούν (αναλώνοντας) μέσα παραγωγής στην εργασιακή διαδικασία και ταυτόχρονα δαπανούν τη δική τους εργατική δύναμη. Αυτού του είδους η κατανάλωση είναι παραγωγική κατανάλωση. Αντίθετα όταν οι εργάτες και οι οικογένειες τους καταναλώνουν τα μέσα συντήρησης που αγοράζονται με τον μισθό τους, τότε έχουμε προσωπική κατανάλωση. Η διάκριση αυτή γίνεται γιατί δίδεται η εντύπωση ότι η εργατική δύναμη είναι υπαγμένη στο κεφάλαιο μόνο κατά τη διαδικασία της παραγωγικής κατανάλωσης ενώ η προσωπική κατανάλωση των εργατών είναι ελεύθερη και ανεξάρτητη απ' το κεφάλαιο. Αυτό όμως δεν είναι αληθές για δύο λόγους: α) η προσωπική κατανάλωση των εργατών δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα περιστατικό στην όλη διαδικασία της απλής αναπαραγωγής του κεφαλαίου και β) η προσωπική κατανάλωση των εργατών είναι μια αναγκαία συνθήκη για να αποκατασταθεί η εργατική δύναμη που καταναλώθηκε ώστε να είναι αυτοί σε θέση να συνεχίσουν την υποχρεωτική προσφορά εργασίας τους στο κεφάλαιο. Δηλαδή οι εργάτες είναι υπαγμένοι στο κεφάλαιο ακόμη και προτού πουλήσουν στον καπιταλιστή την εργατική τους δύναμη.

(5) Τέλος απ' την ανάλυση της απλής αναπαραγωγής μέσω της μεθόδου των σχημάτων αναπαραγωγής προκύπτει ότι οι εργάτες εξακολουθούν να παραμένουν χωρίς μέσα παραγωγής ενώ οι καπιταλιστές παραμένουν πάντα οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι η απλή καπιταλιστική αναπαραγωγή είναι αναπαραγωγή αφ' ενός υλικού πλούτου και αφετέρου εργατικής δύναμης και καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Το γραμμικό μοντέλο απλής αναπαραγωγής που αναλύθηκε στο παρόν σημείωμα έδειξε ότι καταρχήν είναι δυνατή η ανάλυση της απλής αναπαραγωγής χωρίς τη χρησιμοποίηση της εργασιακής θεωρίας της αξίας του Marx πάνω στην οποία στηρίζεται η θεωρία της εκμετάλλευσης.

Στη συνέχεια η εξειδίκευση του με τις συγκεκριμένες παραμέτρους, μεταβλητές και εξισώσεις αποδεικνύεται συνεπής με την έννοια ότι το μοντέλο δείχνει τη δυνατότητα αναπαραγωγής του συστήματος στην ίδια κλίμακα και με ένα δεδομένο επίπεδο συνολικού ποσοστού εκμετάλλευσης. Αυτό το επίπεδο εκμετάλλευσης περιλαμβάνεται μέσα σε δύο όρια πέρα και πάνω απ' τα οποία οι εργάτες δεν είναι δυνατόν να αναπαραχθούν και πέρα και κάτω απ' το οποίο οι καπιταλιστές δεν μπορούν να υπάρξουν.

Έτσι λοιπόν για ένα δεδομένο επίπεδο ποσοστού εκμετάλλευσης, υπάρχει ένα σύστημα τιμών το οποίο εξισώνει τα ποσοστά κέρδους σε ένα ενιαίο ποσοστό κέρδους το οποίο επιτρέπει στο σύστημα να αναπαράγεται στην ίδια κλίμακα και να πραγματοποιείται με τον ακόλουθο τρόπο: τα παραγόμενα προϊόντα (διπλή προσφορά) στα τμήματα 1 και 2 είναι τέτοια ώστε οι τιμές να «καθαρίζουν» την αγορά στην οποία εκδηλώνεται ζήτηση καταναλωτικών αγαθών των καπιταλιστών και των εργατών όπως επίσης και ζήτηση ενδιάμεσων αγαθών. Απ' το μοντέλο επίσης προέκυψε και η αναγκαία συνθήκη μεταξύ των δύο τμημάτων για την πραγματοποίηση της απλής αναπαραγωγής στα δύο τμήματα. Έτσι στο μοντέλο αυτό απλής αναπαραγωγής όλα τα μέρη του παραγόμενου καθαρού προϊόντος διατίθεται για κατανάλωση απ' τις δύο κοινωνικές τάξεις δηλαδή τους καπιταλιστές και τους εργάτες.

Τέλος κλείνουμε με την παρατήρηση ότι, πέρα απ' τον τρόπο του καθορισμού των τιμών στο μοντέλο της απλής αναπαραγωγής (απ' τις εξισώσεις των τιμών των δύο τμημάτων), οι συναρτήσεις κατανάλωσης των καπιταλιστών δεν παίζουν ρόλο στον καθορισμό των τιμών και του ποσοστού κέρδους. Έτσι μια διαφορετική εξειδίκευση της συνάρτησης ζήτησης καταναλωτικών αγαθών των καπιταλιστών απλώς θα άλλαζε την σύνθεση του συνολικού προϊόντος.

1. Ερευνητή ΚΕΠΕ. Οι απόψεις και κρίσεις είναι του συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαίες γνώμες ή κρίσεις του ΚΕΠΕ.

2. Η ποσοτική έκφραση των συνθηκών αυτών είναι: c v= σταθ. και s v= σταθ. αντίστοιχα

3. Για την ενότητα και τον ορισμό της παραγωγικής μήτρας βλέπε Γ. Σταμάτης Σ(1986), σελ. 156-168. για την μη διασπώμενη μήτρα βλέπε Morishima (1964), σελ. 14-22 και Solow (1952), σελ. 33-35.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Κ. Marx, Capital, vol. II, eh. 20 p. 471, New Left Review, 1978

2. K. Marx, Capital, vol. IΙΙ ch. 1, N.L.R. 1978.

3. Morishima (1964), «Equilibrium, Stability and Growth», Oxford.

4. Solow (1952), «On the Structure of Linear Models», Econometrica, Vol. 20.

5. Σταμάτης (1986) «Ο προσδιορισμός των τιμών σε Γραμμικά Συστήματα Παραγωγής» στον τόμο «Δοκίμια Οικονομικής θεωρίας και Πολιτικής» επιμέλεια Γ. Σταμάτης, Εκδόσεις Παπαζήση.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή