Με αφορμή το βιβλίο του Robert Linhart: «Αυτός που ήρθε απ' έξω» Εκτύπωση
Τεύχος 2, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1983


Με αφορμή το βιβλίο του Robert Linhart: «Αυτός που ήρθε απ' έξω»

του Σ. Δρόσου

Δεν είναι η όποια λογοτεχνική του αξία, που δίνει ενδιαφέρον σ' αυτό το βιβλίο.1 Εξ' άλλου η λογοτεχνία δεν είναι ο φυσικός του χώρος. Ήλθε σ' αυτήν «απ' έξω». Όπως και ο συγγραφέας - ήρωας του δεν έβαλε τη μπλε φόρμα και δεν μπήκε στο εργοστάσιο για να γίνει αληθινός εργάτης, έτσι και το βιβλίο του δεν φόρεσε το πανωφόρι του διηγήματος παρά για να μιλήσει πολιτικά. Πολιτικά σε πρώτο πρόσωπο. (Και ήδη μόνο αυτό θα διεκδικούσε την αξία της σπανιότητας). Και ο λιτός λόγος του έρχεται να ταράξει των διανοουμένων την αυτάρκεια, αυταρέσκεια και «αυτονομία».

Κι ας μη μας γελάει η λέξη. Η αυτονομία ενός κοινωνικού στρώματος ευνοημένου από τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας είναι ψευδής γιατί δεν έχει άλλο νόημα από την επιβεβαίωση της αυθεντίας του, τη νομιμοποίηση της εξουσίας του.

Κι έχει τις απαιτήσεις της αυτή η «αυτονομία»: ένας διανοούμενος μπορεί να τοποθετείται κατά η υπέρ η και πέραν της εργατικής τάξης. Μπορεί να πολεμά την εργατική τάξη η να είναι φίλος της. Μπορεί να την αγνοεί απλώς.

Ένα μόνο δεν μπορεί.

Να είναι όχι πάνω. πέραν, υπέρ, κατά κ.λπ. αλλά μέσα στην εργατική τάξη. Μέλος της επί ίσοις όροις. Αυτό πια! θα ήταν σαν να περπατά κανείς με το κεφάλι. Μετά την ήττα του γαλλικού Μάη, βρέθηκαν κάμποσοι που περπάτησαν με το κεφάλι. Ένας απ' αυτούς, λέγεται Robert Linhart. Το βιβλίο αυτό είναι η διήγηση της πράξης του.

Κάτι περισσότερο. Είναι κομμάτι της πράξης του. Γιατί ο λόγος του δεν είναι ο λόγος του διανοούμενου της Αριστεράς, αλλά ο λόγος του «εγκατεστημένου». Κι αν στην εμπειρία του, χάθηκε το ζητούμενο ραντεβού της θεωρίας με την εργατική τάξη, βρέθηκε ωστόσο κάτι πολύτιμο: μια άλλη συνείδηση. Που σημαίνει και μια άλλη γλώσσα. Μια γλώσσα που δεν είναι βέβαια αυτή των εργατών, που όμως οι εργάτες την καταλαβαίνουν όχι επειδή είναι «εύκολη», αλλά επειδή δεν τους αγνοεί.

Ολόκληρο το βιβλίο θα μπορούσε ν' αποτελεί σχόλιο της μαρξικής πρότασης: «στη διαδικασία παραγωγής, ο εργάτης γίνεται στοιχείο του κεφαλαίου».

Είναι ένα στοιχείο του κεφαλαίου, όμως, που μιλά. Και μας λέει για τη διαίρεση της εργασίας, για τον καταμερισμό των πόστων, για τον ταιϋλορισμό, για τους ανελέητους ρυθμούς της αλυσίδας, για την επιτήρηση και την καταστολή, για τη διαίρεση των εργατών, για την παραμορφωτική και αποβλακωτική επανάληψη των ίδιων κινήσεων, αλλά και για την αντίσταση του ζωντανού κομματιού των μηχανών που εκδηλώνεται με χίλιες δυο μορφές.

«Αυτή η αδεξιότητα, εκείνη η περιττή μετακίνηση, αυτή η ξαφνική επιτάχυνση, η αποτυχημένη συγκόλληση, το χέρι που την επαναλαμβάνει για δεύτερη φορά, εκείνος ο μορφασμός, εκείνη η εγκατάλειψη, είναι η ζωή που προσπαθεί ν' αρπαχτεί· όλα αυτά που, μέσα στον καθένα από τους ανθρώπους της αλυσίδας ουρλιάζουν σιωπηλά: «Δεν είμαι μηχανή!» (σελ. 11) «ο εργάτης, στοιχείο του κεφαλαίου».

'Ολόκληρος o μηχανισμός διεύθυνσης και ελέγχου του εργοστασίου, αγωνίζεται ασταμάτητα για την αποκατάσταση της αλήθειας, αυτής της φράσης. Οι μπλε μπλούζες, οι άσπρες μπλούζες, οι γραβάτες. Μια πλήρης ιεραρχημένη πυραμίδα. Ένα μικρό κράτος θα λέγαμε. Όλα βρίσκονται σε επιφυλακή: το γενικό επιτελείο, ο προσωπάρχης, η «οργάνωση εργασίας», το «γραφείο μεθόδων και χρόνων», οι επιστάτες, το στημένο συνδικάτο, οι χαφιέδες, οι ημιπαράνομες ομάδες κρούσης. Υπάρχουν για να θυμούνται την πάλη των τάξεων κι όταν ακόμη την ξεχνούν οι εργάτες.

Απόσταση υπεραξίας σημαίνει κάτι παραπάνω από οικονομική εκμετάλλευση.

Η μετάθεση, η αλλαγή πόστου, η εντατικοποίηση, η προσβολή, η απόλυση, η κακοποίηση, η μείωση αλλά και ο «πληθυντικός», η προαγωγή, η αύξηση, το χαλάρωμα της έντασης, τα «στραβά μάτια» είναι πράξεις εξουσίας, των οποίων ο χρόνος, το αντικείμενο και ο τρόπος επιλέγονται μετά από μελέτη της συγκυρίας. Είναι μια βία που σκέπτεται πολιτικά.

Τόσο πολιτικά που παραβλέπει κάποτε, ακόμα και τα άμεσα συμφέροντα της παραγωγής προκειμένου να γονατίσει την εργατική υποκειμενικότητα. «Υπάρχουν πράγματα που μετράνε περισσότερο από την άμεση παραγωγή των Ντεσεβό» (σελ. 115).

Πριν ακόμα από την αναπόφευκτη μεσολάβηση (της σφαίρας της «εκπροσώπησης συμφερόντων», η εξουσία είναι ήδη εκεί.

Έκτος λοιπόν, από την αξία του σαν μαρτυρία προσωπικής στάσης, το βιβλίο έχει και μια άλλη αξία. Μας ξαναφέρνει στον, ξεχασμένο από τους πολιτικούς «επιστήμονες» αλλά και τους πολιτικούς απλώς χώρο του εργοστασίου.2 Δεν είναι δοκίμιο πάνω στον ταιϋλορισμό. Είναι όμως, δοκιμασία για τους περισσότερους μαρξισμούς, (εκείνου του συγγραφέα μη εξαιρουμένου) που ίσως η σχέση τους με τις παραγωγικές σχέσεις να μην ήταν πιο αποδοτική από τη σχέση του ίδιου του συγγραφέα - ήρωα με το καλάι, το καμινέτο και το καουτσούκ.

Το βιβλίο δεν αποδεικνύει ίσως τίποτα δεν ήταν ο σκοπός του άλλωστε. Ελέγχει όμως. Και χρησιμοποιεί ένα όπλο ισχυρότερο από την αφαίρεση: το βίωμα.

Δεν είναι «συγκλονιστικό» γιατί μόνο η άμεση γνώση μπορεί να είναι συγκλονιστική και τέτοια δεν δίνει κανένα βιβλίο. Απλώς, δεν καταδέχεται τον εύκολο σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Την εργατίστικη μεταφυσική και την θριαμβολογική έξαρση τα άφησε ήθελε δεν ήθελε έξω από το εργοστάσιο. Έτσι οι εργάτες του δεν είναι αυτοί που «θα έπρεπε» να είναι, ούτε γίνονται στο τέλος, παρά το δειλά αισιόδοξο φινάλε.

Η εργατική του τάξη δεν είναι ένα μεταφυσικό ον επιφορτισμένο (από ποιόν;) με μια ιστορική αποστολή ούτε είναι ένας ακόμα ορισμός της εργατικής τάξης. Είναι ο Μωλούντ, ο Ζώρζ, ο Πάβελ, ο Πρίμ, ο Αλί, ο Κρισπάν. Και η «προλεταριακή σκοπιά» δεν τους συναντά έτοιμη, φτιαγμένη πριν απ' αυτούς γι' αυτούς. Έρχεται μετά· σαν προϊόν αγώνα και άμεσης προσωπικής σχέσης. Φιλίας.

Πόσο κοντά είναι, αυτοί οι εργάτες, σ' εκείνους της φαντασίας μας; Να ευθύνονται άραγε οι ίδιοι για την απόσταση ;

1. Το ότι αυτή η εμμονή δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε αθώα, μας το δείχνει το άλλο έργο του συγγραφέα: «Ο Λένιν, οι αγρότες, ο Ταίυλορ». Στο δεύτερο μέρος αυτού του βιβλίου δείχνει τις Ιστορικές συνθήκες που «απομάκρυναν», την αντίληψη των μπολσεβίκων για την πολιτική από την «παραγωγική πρακτική των μαζών» (σελ. 97). Ο θεωρητικός ορίζοντας που καθάρισαν αυτές οι συνθήκες επηρέασε την άποψη του Λένιν για τον ταιϋλορισμό. Και έτσι, ενώ «πάλευε ενάντια στη γραφεικρατικοποίηση των «υπερδομών», συγχρόνως οδηγήθηκε από την ίδια τη λογική αυτού του αγώνα να τοποθετήσει το σπέρμα της γραφειοκρατίας στην ίδια την καρδιά των παραγωγικών σχέσεων μέσα στην εργασιακή διαδικασία», (υπογράμμιση του R.L. σελ. 106). Γενιές ολόκληρες «μαρξιστών - λενινιστών» υπήρξαν κληρονόμοι αυτής της «απομάκρυνσης».

 
< Προηγ.
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή