Βιβλιοκριτική Εκτύπωση
Τεύχος 38, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1992


Άγγελος Ελεφάντης. Στον αστερισμό του λαϊκισμού,
Ο Πολίτης, Αθήνα 1991, σ.σ.359.
 

Το νέο βιβλίο του Α. Ελεφάντη αποβλέπει σε μια συνολική θεώρηση του λαϊκιστικού φαινομένου στην πρόσφατη ελληνική ιστορία. Επιχειρεί να αναλύσει «τις διαδικασίες που το ανέδειξαν, τις ιδεολογίες που το διαπέρασαν, τις επιπτώσεις που είχε η δράση του», θεωρώντας το λαϊκισμό «ιδεολογία των μικροαστών που ανέβαιναν στην εξουσία, ιδεολογία εξουσίας... που φτιάχνεται από τους πάνω και επιβάλλεται, μέσα σε μια ευνοϊκή συγκυρία, στους κάτω» (σ. 12 3).

Είναι γνωστό ότι η θεωρητική προσπάθεια του Α.Ε. (αλλά και η κατεύθυνση του περιοδικού «ο Πολίτης» που εκδίδει), συνδέονται με την κομμουνιστική προοπτική. Οι παρατηρήσεις που ακολουθούν έχουν ως έρεισμα τη θεμελιώδη ομοιότητα οπτικής και «θέσης». Ας θεωρηθούν ως απόπειρα διαλόγου με αφορμή μια πρόταση ανάλυσης του πολιτικού μας παρόντος.

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου επιχειρείται επισκόπηση των μεταπολεμικών εξελίξεων στην Ελλάδα, για να δειχθεί ο ρόλος της μικροαστικής τάξης και να αναλυθούν οι ιστορικές προϋποθέσεις έκφρασης της μέσα από το λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ. Η οικονομική ανάπτυξη παρουσιάζεται ως «εξαρτημένη εκβιομηχάνιση» (αποτέλεσμα κοινής δράσης ξένων και εγχώριων κεφαλαίων), η οποία οδηγεί, όπως ορθά σημειώνεται, στην «ολοκλήρωση της καπιταλιστικής δομής της ελληνικής κοινωνίας... σε αυτόχθονες παραγωγικές βάσεις» (σ.23). Στα όσα αναφέρονται σχετικά, εντοπίζεται ένα προβληματικό στοιχείο: παρά την εύστοχη κριτική στις μέχρι πρότινος κυριαρχούσες θεωρίες περί «εξάρτησης» του ελληνικού καπιταλισμού (σ.19επ., 153επ.), ο Α.Ε. θεωρεί ότι η πλήρης απόρριψη των θεωριών αυτών ταυτίζεται με την εν γένει εγκατάλειψη της θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό. Για το λόγο αυτό, ασκεί κριτική σε όσους εγκαταλείπουν πλήρως την πρώτη (και, κατά την άποψη του, τη δεύτερη) προβληματική. Ωστόσο, η απόρριψη των περί «εξάρτησης της περιφέρειας» δεν σημαίνει ότι αγνοείται η διαπλοκή και η ιεράρχηση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών και ότι, όπως ισχυρίζεται επικρίνων ο Α.Ε., ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός θεωρείται αυτόνομος, «καταργείται» η αναφορά στον ιμπεριαλισμό και υιοθετούνται «εναλλακτικές» προς το μαρξισμό ιδεολογίες. Η κριτική των θεωριών περί εξάρτησης επιτρέπει τη θεώρηση του διεθνούς συστήματος με τους όρους της «ιεραρχημένης» ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, που αναγνωρίζουν την προτεραιότητα (αλλά όχι αποκλειστικότητα) των εσωτερικών ταξικών ανταγωνισμών, τη λειτουργία των κρατών ως καθοριστικής ενότητας της αστικής εξουσίας.

Στη συνέχεια του βιβλίου γίνεται επισκόπηση του μετασχηματισμού των μικροαστικών τάξεων στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες. Η αναφορά στις «μερίδες» της μικροαστικής τάξης (που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «οριστική» διότι δεν στηρίζεται σε επαρκή εμπειρικά δεδομένα και αντίστοιχες αναλύσεις), καταλήγει σε ένα προβληματικό συμπέρασμα, θεωρείται ότι από την «ασαφή ταξική σύνθεση» στην Ελλάδα και το «καταπιεστικό πολιτικό σύστημα» αναδεικνύεται ως «γενική γραμμή της πάλης των τάξεων... το ζήτημα του συστήματος της πολιτικής κυριαρχίας», δηλαδή προκύπτει ο πολιτικός «υπερπροσδιορισμός» και ο ταξικός «υποπροσδιορισμός» της ταξικής πάλης (σ.42). Σχετικά με τη θέση αυτή πρέπει να επισημάνουμε τα εξής: πρώτον, υπάρχουν παραδείγματα παρόμοια ανεπτυγμένων χωρών που έχουν διαφορετικό εύρος πολιτικής διαπραγμάτευσης και αλλαγών, χωρίς αυτό να μπορεί να αποδοθεί στην καταπιεστική ή μη υφή του πολιτικού συστήματος ή στην αναλόγως προς την αστάθεια αυξανόμενη ταξική «ασάφεια» (π.χ. η πολιτική σταθερότητα της Αγγλίας σε αντίθεση με την εντυπωσιακή πολιτική μεταβλητότητα στη Γαλλία). Από τέτοια παραδείγματα προκύπτει ότι οι παράγοντες που ο Α.Ε. επικαλείται για τον πολιτικό «υπερπροσδιορισμό» της ταξικής πάλης στην Ελλάδα δεν έχουν γενική ισχύ και δεν ερμηνεύουν επαρκώς τη μεταβλητότητα και το ειδικό βάρος των πολιτικών ανταγωνισμών.

Δεύτερον, η παρατήρηση ότι στην Ελλάδα δεν κυριάρχησε «η πάλη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της ενάντια στους εκμεταλλευτές τους» αλλά η αντιπαράθεση συγκεχυμένων πολιτικών στρατοπέδων, δείχνει μια ανακριβώς στενή αντίληψη για την ταξική πάλη. «Πεμπτουσία» της ταξικής πάλης σε μια σταθεροποιημένη καπιταλιστική κοινωνία αποτελεί η «δράση» και όχι η υπό όρους αντίδραση: η επίθεση και νίκη των εκμεταλλευτών και όχι «η πάλη της εργατικής τάξης». Περαιτέρω, οι μορφές της ταξικής πάλης δεν προκύπτουν από τα πολιτικά (επι)φαινόμενα αλλά δομούν έναν κοινωνικό σχηματισμό, ανιχνευόμενες και στη «σιωπή», δηλαδή την ήττα όσων υφίστανται την εκμετάλλευση. Όσον αφορά (και) τη μεταπολεμική Ελλάδα, η ταξική πάλη ταυτίζεται εξ ορισμού με τις κοινωνικές αντιθέσεις. Το ότι δεν αμφισβητήθηκε η δομή της κοινωνίας (δηλαδή οι εμφανείς ανταγωνισμοί περιορίσθηκαν στο πολιτικό επίπεδο  - και το οικονομικό που ο Α.Ε. δεν τονίζει επαρκώς), δεν οφείλεται σε ταξική ή πολιτική ιδιομορφία της Ελλάδας (ιδιομορφία από αυτές που επανειλημμένα έχουν επιχειρήσει να διαγνώσουν διάφοροι αναλυτές, συνδυάζοντας το άγχος της θεωρητικής «καινοτομίας» με απολογητικούς στόχους). Προκύπτει από το δεδομένο της έλλειψης επαναστατικής κρίσης και ευθείας αμφισβήτησης των σχέσεων παραγωγής, το οποίο είναι κοινό στις καπιταλιστικές χώρες του μεταπολεμικού «δυτικού κόσμου». Η ταξική ασάφεια και η πολιτική καταπίεση αποτελούν δύο από τους πολλούς λόγους που απέτρεψαν την επαναστατική κρίση, δίνοντας σε όλα τα επίπεδα της ταξικής πάλης ήπιες μορφές. Δεν αποτελούν αποκλειστικές αιτιακές ερμηνείες της περιστροφής των ορατών ανταγωνισμών γύρω από πολιτικά ζητήματα, ούτε και ελληνική ιδιαιτερότητα.

Ανάλογες επιφυλάξεις δημιουργεί και η προσπάθεια ερμηνείας του ελληνικού καπιταλισμού έως τη δεκαετία του '60 με βάση τις στρεβλώσεις που προκάλεσε η πολιτικοποίηση («οι πολιτικές ανάγκες θα υπαγορεύσουν στο κοινωνικό τις νόρμες τους»  - σ.68). Ο Α.Ε. διατυπώνει επικρίσεις για το πολιτικό σύστημα της εποχής, το οποίο θεωρεί αντίθετο στη λογική της καπιταλιστικής συσσώρευσης διότι ευνοούσε τον «παρασιτισμό», τη διόγκωση του δημόσιου τομέα, τους «παράλογους» αποκλεισμούς αριστερών από την κοινωνική ζωή, την παράλυση λόγω προστασίας πολυάριθμης πολιτικής «πελατείας». Με μια λέξη, διατυπώνεται μια «εσωτερική» κριτική στον τρόπο λειτουργίας του ελληνικού κράτους που θεωρείται αντίθετος στις ανάγκες του συστήματος παραγωγής.

Η αντίληψη περί πολιτικοποίησης, αφενός μεν υπερτιμά το ρόλο του κράτους στη διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης, αφετέρου δε εκλαμβάνει ανακριβώς τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού ως αντίθετη στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Με τον υπερτονισμό του ρόλου του κράτους (που δεν θεμελιώνεται στο κείμενο με εμπειρικά και δη συγκριτικά στοιχεία)' και την υποτιθέμενη αντίφαση της λειτουργίας του προς την καπιταλιστική λογική, αγνοείται η κατά βάση  - «εξωκρατική» και ταχύτατη καπιταλιστική ανάπτυξη της περιόδου αυτής στην Ελλάδα και, κυρίως, η πολιτική και οικονομική σημασία που είχε το χτύπημα του εργατικού κινήματος μέσω κρατικής τρομοκρατίας. Η «μεροληπτική» δράση του «κράτους των εθνικοφρόνων» δεν φαίνεται παράλογη αν συμβουλευθούμε τα στοιχεία για την πορεία της κεφαλαιακής συσσώρευσης, της κερδοφορίας, των πραγματικών μισθών κοκ.

Το μετεμφυλιακό κράτος δεν χαρακτηρίζεται από «παράλογη» πολιτικοποίηση και δεν λειτούργησε ως εμπόδιο. Εξέφρασε την καπιταλιστική «λογική», δηλαδή την ανάγκη διευρυμένης αναπαραγωγής, η οποία «ικανοποιείται» μέσα από τις ιστορικές ιδιομορφίες της ταξικής πάλης σε κάθε χώρα. Έκανε μια κρατική ανάγνωση της συγκυρίας και παρενέβη με κριτήριο την εξασφάλιση των καπιταλιστικών συμφερόντων που είχαν, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ως ιδεολογικό στήριγμα το θεσμοποιημένο αντικομμουνισμό και τη διαβαθμισμένη δίωξη των φορέων της σοσιαλιστικής απειλής, ανάλογα με την ένταση της σε κάθε χώρα.

Εξαιρετικά εύστοχη είναι αντίθετα η ερμηνεία του Α.Ε. για τους λόγους επιβολής και την πτώση της δικτατορίας, μιας περιόδου που, όπως επισημαίνεται, τείνει να απωθηθεί ως ατυχής παρένθεση σε μια «δημοκρατική χώρα». Η συστηματοποίηση των λόγων κατάρρευσης της δικτατορίας (σ.77επ.), δίνει αφορμή για συνέχιση μιας συζήτησης που τελείωσε πριν καν αρχίσει, εν μέσω των πανηγυρισμών του 1975.

Στη συνέχεια, ο Α.Ε. πραγματοποιεί μια επισκόπηση των μεταδικτατορικών εξελίξεων, η οποία δεν εμφανίζει την αναγκαία επάρκεια και ευρύτητα. Παραγνωρίζεται η οικονομική διάσταση της καπιταλιστικής ανάπτυξης και το βάρος πέφτει σε θεσμικά χαρακτηριστικά του πολιτικού συστήματος (αυταρχικός κρατισμός, ενίσχυση του εκτελεστικού και άλλοι αμφισβητούμενης ορθότητας κοινοί τόποι της επίσημης «πολιτειολογίας»). Η αναφορά στις δυναμικές εκπροσώπησης των κομμάτων δεν προχωρεί πέρα από τα θεσμικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά των δρώντων σχηματισμών, ενώ δεν αναλύονται οι στρατηγικές και η ιστορία των σχέσεων εκπροσώπησης, θα επισημάνουμε απλώς ότι εάν ο «ελληνικός ριζοσπαστισμός» ακολούθησε τον κανόνα της καπιταλιστικής Δύσης (έλλειψη αυτόνομης εκπροσώπησης των λαϊκών μαζών και αποτελεσματικής σύνδεσης του μαρξισμού με τις λαϊκές αντιστάσεις), αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί, όπως θεωρεί ο Α.Ε., σε αδυναμίες ή παρελθοντοπληξία των ηγεσιών. Ένας γενικά επικρατών συσχετισμός δύναμης δεν προκύπτει από «λάθη», αλλά από συγκυρίες που καμιά «συνεπής» ή «σύγχρονη» πολιτική κίνηση δεν μπορεί να ανατρέψει βολονταριστικά, όπως υπαινίσσεται ο Α.Ε. με τις αναφορές σε ελληνικές «ιδιομορφίες».

Περνώντας στην ανάλυση του «φαινομένου ΠΑΣΟΚ» (διαρκής αύξηση της επιρροής ενός «φτωχού πολιτικού λόγου» και τελικά ανάληψη της διακυβέρνησης), ο Α.Ε. προτείνει δύο άξονες ερμηνείας: το ρόλο που έπαιξε ο «αρχηγικός θεσμός»  - το πρόσωπο «Α. Παπανδρέου» - και τη σταδιακή δημιουργία ενός πολιτικά αποτελεσματικού λαϊκισμού.

Η περιγραφή του «αρχηγισμού» είναι πολύ γνωστή από τη χρήση του για ερμηνεία των πάντων αναφορικά με το ΠΑΣΟΚ και την ελληνική κοινωνία. Η σχετική αναφορά του Α.Ε. εκφράζει τη λειτουργία του αντιδημοκρατικού μηχανισμού του ΠΑΣΟΚ (αν και με έντονες σχηματοποιήσεις: «αρχή του ενός ανδρός»  - σ. 144 - που συγκολλά τις μάζες με «ασπόνδυλη συναίνεση»  - σ. 133και με εικονική λειτουργία της οργάνωσης  - <j. 134επ.). Δυσκολευόμαστε ωστόσο να εννοήσουμε γιατί η προσωπολατρεία και η προσωπική παντοδυναμία αποτελούν ειδικά χαρακτηριστικά ενός «μικροαστικού λαϊκιστικού» κόμματος (και όχι ενός «σοβαρού» αστικού κόμματος που συσπειρώνει τις δυνάμεις του και παράγει λόγο εξουσίας μέσω ενός «χαρισματικού» συμβόλου, όπως συχνά συμβαίνει) και, περαιτέρω, ποια μπορεί να είναι η θεωρητική σημασία μιας ανάλυσης για τα προνόμια του Λατρευομένου και της Αυλής του, την υποτέλεια του πολιτικού προσωπικού και την (προφανή) ασυμβατότητα ενός τέτοιου κόμματος με τις σοσιαλιστικές επιδιώξεις.

Η εμμονή στο θεσμικό επίπεδο ανάλυσης είναι τυποκρατική νομικιστική (αποφασίζει πάντα  - και κατά βούληση ο αρμόδιος και λαοπρόβλητος). Ο επίσημος Λόγος του ΠΑΣΟΚ αναγνωρίζει, από την πλευρά του, την παντοδυναμία του αρχηγού και την ευχέρεια προσωπικών επιλογών, αλλά αυτό δεν μας διαφωτίζει στο ελάχιστο για το είδος και τους πραγματικούς φορείς των επιλογών. Εάν δεν θελήσει κανείς να δει το ΠΑΣΟΚ ως «παράκρουση» μαζών που «επιθυμούν» την «υποδούλωση» και εάν δεν αρκεσθεί στη νομικίστικη ταύτιση μεταξύ φορέα και πραγματικής λήψης απόφασης, τότε κάθε ερμηνεία με όρους προσωπικής βούλησης και ισχύος φαίνεται ανεπαρκής και παραπλανητική. Αυτό δεν προκύπτει μόνο από τις αναλύσεις του μαρξιστικού «αντιανθρωπισμού», ο οποίος καταγγέλλει (χωρίς να εγκαλεί) το Υποκείμενο, αλλά και από τα στοιχειώδη δεδομένα της εμπειρίας. Το ότι ο «Αρχηγός» δεν έδρασε στο κενό προσωπικών φαντασιώσεων εξουσίας, αλλά λειτούργησε ως πολιτικός ηγέτης, οφείλεται στη συμμόρφωση του με τις δεδομένες ανάγκες μιας «ομαλής» λειτουργίας του καπιταλισμού. Εάν οι αποφάσεις της οκταετίας του ΠΑΣΟΚ αποτελούσαν προσωπικές επιλογές του Α. Παπανδρέου (δηλαδή εάν ελήφθησαν με δυνατότητα επιλογής άλλων εξίσου εφαρμόσιμων λύσεων  - εάν π.χ. η πολιτική λιτότητας μετά το 1985 ήταν απόφαση του Αρχηγού, ο οποίος μπορούσε, αν ήθελε, να επιβάλλει την αντίθετη ή κάποια τρίτη συνταγή), τότε η συμβατότητα των επιλεχθεισών λύσεων με τις ανάγκες του ελληνικού καπιταλισμού προκαλεί μεγάλη απορία.

Θα επιμείνουμε στην άποψη ότι ο Α. Παπανδρέου αποφάσιζε μεν συμβολικά ως αρχηγός, αλλά η επιλογή γινόταν υπό συνθήκες αντικειμενικών καταναγκασμών, όπως συμβαίνει με κάθε ηγέτη που λατρεύεται ή μισείται για τη δύναμη, τη διορατικότητα, την αυθαιρεσία, τον κυνισμό (ή και την «ανηθικότητα»). Η αναφορά στον αρχηγισμό που επιχειρείται στο βιβλίο του Α.Ε. αποδίδει μεν το οργανόγραμμα του ΠΑΣΟΚ αλλά δεν εξηγεί τι πολιτική ακολουθήθηκε και ποια συμφέροντα ενσωμάτωναν οι «πατριαρχικές» τελετουργίες.

Η αναφορά του Α.Ε. στα ιδεολογικά σχήματα που προέβαλε το ΠΑΣΟΚ περιλαμβάνει κριτική στα σχήματα μητρόπολης-περιφέρειας και συνδέει την «ερμηνεία» αυτή με τις πολιτικές της στοχεύσεις και συνέπειες: την «παραγωγή» αυτού που ο Α.Ε. αποκαλεί εύστοχα «φανταστικό λαό, λαό των μη προνομιούχων», δηλαδή τη διαδικασία πολιτικής εξαργύρωσης των θέσεων περί αντιπαράθεσης μητρόπολης-περιφέρειας με το ιδεολόγημα περί σύγκρουσης «ξένων» με το «λαό» και την έκφραση μικροαστικής αγανάκτησης με την αντιπαράθεση προνομιούχων και μη («η όλη θεώρηση του Α. Παπανδρέου καταλήγει σε μια απλουστευτική και αταξική διχοτομία "κατεστημένο  λαός" και μια συνθηματολογία ηθικού εθνικιστικού τύπου... Και απ' αυτή την άποψη ο λόγος του ΠΑΣΟΚ δεν είναι αντικαπιταλιστικός»  - σ.191 2). Εξίσου διεισδυτική είναι η ανάλυση για τη «ρητορική του σοσιαλισμού» που, όπως τονίζεται, δεν αποτελεί υποκρισία ή επιβίωση επαναστατικού παρελθόντος αλλά είναι καθεαυτή υπονομευμένη  - κενή και επικίνδυνη: «ένα προς ένα τα ιδεολογήματα του είναι αναγώγιμα στην αστική ιδεολογία» (σ.217).

Το τέταρτο κεφάλαιο εξετάζει το λαϊκισμό ως ιδεολογία εξουσίας των μικροαστών. Ο Α.Ε. αναφέρεται στην ιστορία επικράτησης του όρου, επισκοπεί τις ερμηνείες περί λαϊκισμού, ασκεί κριτική στις θεωρητικές προϋποθέσεις και τα συμπεράσματα τους και, τέλος, επισημαίνει τον κίνδυνο του «πανλαϊκισμού», δηλαδή της ισοπεδωτικής αναφοράς σε λαϊκισμό κάθε φορά που εμφανίζεται ένα κίνημα αμφισβήτησης.

Επιχειρώντας τη διατύπωση της ερμηνευτικής του πρότασης, ο Α.Ε. επισημαίνει ότι ο λαϊκισμός εκφράζει μια διάχυτη αντίθεση των λαϊκών στρωμάτων προς το σύστημα εξουσίας, ενσωματώνοντας τη δυσαρέσκεια προς τη «Δεξιά» και την επιθυμία για «Αλλαγή». Καίρια σημασία έχει ο τρόπος (και ο φορέας) μετασχηματισμού της αντίδρασης σε πολιτική ιδεολογία και πρόταση: «ο λαϊκός ριζοσπαστισμός μετασχηματίσθηκε μέσω ενός νέου ιδεολογικού και πολιτικού υποκειμένου, του ΠΑΣΟΚ. Οι πρωτογενείς αντιθέσεις αρθρώθηκαν σε ένα συνεκτικό πολιτικό λόγο του οποίου ο ιδεολογικός χρωματισμός ακύρωνε τις ταξικές αναφορές και τα σαφέστερα κοινωνικά περιεχόμενα, μετατοπίζοντας συνεχώς τα προβλήματα στη σφαίρα της πολιτικής σύγκρουσης ΠΑΣΟΚ ΝΔ» (σ.299). Στη διαδικασία αυτή (που μπορούμε να ονομάσουμε πολιτική συγκρότηση και ουδετεροποίηση του λαϊκού ριζοσπαστισμού), ο Α.Ε. επισημαίνει τον καίριο ρόλο της «ηγετικής ομάδας» του ΠΑΣΟΚ και της «νέας μικροαστικής τάξης» που στελέχωσε το μηχανισμό και φάνηκε κοινωνικά έτοιμη να ασπασθεί τις θέσεις του.

Ο λαϊκισμός θεωρείται ιδεολογία μη λαϊκή, προσίδια στους μικροαστούς και ιδίως στη νέα μικροαστική τάξη που αποτέλεσε «εργαστήρι» και αναμεταδότη του (σ.310). Οικοδομούμενη στο κενό ηγεμονίας που προκάλεσε η μεταδικτατορική κατάρρευση της «εθνικοφροσύνης» (ο Α.Ε. θεωρεί ότι «η αστική ιδεολογία έτσι όπως την είχε αλλοιώσει η εθνικοφροσύνη δεν άντεξε στο χρόνο, δεν λειτουργούσε πλέον ως συνεκτικός ιστός»  - σ.310), η μικροαστική ιδεολογία γίνεται νέο «κοσμοείδωλο». Ταυτίζεται με την προσωπικότητα, την ιστορική θέση και τις αντιλήψεις του Α. Παπανδρέου (σ.312) και ενσωματώνει λαϊκές αντιστάσεις, μνήμες και αιτήματα στο μοτίβο του αντιστεκόμενου λαού και της ανάγκης για το «νέο». Με πρόσχημα το σοσιαλισμό, αποτελεί το πρώτο «πολιτικό ρεύμα λαϊκισμού» στη σύγχρονη Ελλάδα (σ.326).

Ο λαϊκισμός δημιουργείται με φτηνή απομίμηση του λαϊκού πολιτισμού (π.χ. σ.322επ.) και παραχάραξη λαϊκών διεκδικήσεων, εξυπηρετώντας τις ανάγκες των «νέων ηγετικών ομάδων» και ανταποκρινόμενος στη μικροαστική ιδεολογία. Στο σημείο αυτό (που είναι το κεντρικό του βιβλίου), ο Α.Ε. δέχεται με αυτοκριτική ειρωνεία το, από μαρξιστική άποψη, «αιρετικό» της θέσης ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, «η μικροαστική ιδεολογία μπορεί να γίνει κυρίαρχη» και μέσω αυτής ο «μικροαστισμός έρχεται και εγκαθίσταται στην εξουσία» (σ.316, 319).

Κατά τον Α.Ε., η επιβολή του λαϊκισμού εν ονόματι και απουσία του λαού, οδηγεί στην επικράτηση αυταρχισμού, «ανομίας», περιφρόνησης προς το «κράτος δικαίου» κοκ. (βλ. το κατηγορητήριο των σ.321 2). Αυτή η κατάσταση οδήγησε σε «επιστροφή στη Δεξιά» της «σιδηροδέσμιας» Ελλάδας. Ο κύκλος του λαϊκισμού κλείνει αφήνοντας τις συνέπειες της πορείας: «ποτέ δεν βρεθήκαμε πιο μακριά από τους συντοπίτες μας της Ευρώπης» (σ.351). Η επικράτεια Κοσκωτά θεωρείται άμεση συνέπεια του λαϊκισμού που έκανε δυνατή την ανάπτυξη ενός τέτοιου φαινομένου στο διαβρωμένο «λαϊκό υποσυνείδητο» και πολιτικό πεδίο.

Για να θεμελιώσει την ερμηνεία περί λαϊκισμού, ο Α.Ε. επικαλείται τα ακόλουθα επιχειρήματα: (α) τη μεγάλη ανάπτυξη των μικροαστικών στρωμάτων στην Ελλάδα, (β) την αφερεγγυότητα της αστικής ιδεολογίας και (γ) τον εν γένει καθοριστικό ρόλο των κυριαρχούμενων και ιδίως των μικροαστικών τάξεων στο σύστημα της αστικής ιδεολογίας' (σ.316 7). Για τους λόγους αυτούς θεωρεί ότι «άνθισε» στην Ελλάδα ο μικροαστικός λόγος που εναρμονιζόταν με την ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ.

Τέτοια ιστορικιστικά και «ποσοτικά» επιχειρήματα συντηρούν παρανοήσεις για την έννοια της ιδεολογίας που δεν είναι εύλογες για όσους επικαλούνται τον Μαρξ και, εγγύτερα, τον Αλτουσέρ. Η διαμόρφωση της ιδεολογίας δεν αποτελεί ένα είδος ψηφοφορίας για να υπερισχύσει η προσίδια στην πολυαριθμότερη τάξη και η αστική ιδεολογία δεν διαθέτει μια και μόνη εκδοχή για να αντικατασταθεί από κάτι «άλλο» αν «αποτύχει», ενώ, ο χαρακτήρας της ιδεολογίας δεν κρίνεται από τη θέση των κυριαρχούμενων. Αν οι τελευταίοι είναι απαραίτητοι ως ηρέμως συναινούντες και αναπαράγοντες, αν δηλαδή βρίσκονται στο κέντρο του συστήματος εκμετάλλευσης, αυτό δεν σημαίνει ότι καθορίζουν τις εξελίξεις. Όπως λέει ο Ε.Μπαλιμπάρ στο παραπεμπόμενο απόσπασμα, «μόνο η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης μπορεί να οργανωθεί σε πλήρες σύστημα». Όσοι υφίστανται την εκμετάλλευση συμβάλλουν στο μετασχηματισμό και την αναπαραγωγή της, αλλά δεν την αντικαθιστούν, παρά με τίμημα επαναστατικούς αγώνες που δεν διεξήχθησαν στην περίπτωση εγκαθίδρυσης της «μικροαστικής ιδεολογίας» που διαβλέπει ο Α.Ε..

Ο αστικός χαρακτήρας της ιδεολογίας κρίνεται «υλιστικά» από το ότι παράγεται και διαδίδεται μέσω του πολύμορφου ιδεολογικού μηχανισμού του αστικού κράτους και συμβάλλει στη διατήρηση της εκμετάλλευσης, σε ένα σύστημα που όλο και λιγότεροι αποκαλούν καπιταλισμό. Η επιβαλλόμενη σε όλους περιήγηση στον ιδεολογικό αυτό λόγο, δηλαδή στις απειράριθμες πρακτικές του, δείχνει ότι, «επί ΠΑΣΟΚ», στα σχολεία, στην οικογένεια, στα MME, στους χυδαίους πανηγυρικούς της εξουσίας, ακούγονταν μονότονα αυτά που έπρεπε να ακουστούν: πίστη και αγάπη στην πατρίδα, τη δημοκρατία και την ελευθερία, υποταγή στους νόμους, σεβασμός στην οικογένεια, πίστη στην αξιοκρατία, ανάγκη θρησκευτικότητα? και αγάπης για την «παράδοση», ενίσχυση της αδύνατης οικονομίας με λιτότητα, παραγωγικότητα και εργασιακή ειρήνη  - και άλλα επικινδύνως γνωστά. Παρότι ο αφρός των ημερών ευνοούσε το ρεμπέτικο και παρότι ορισμένοι υπουργοί είχαν λαϊκότερες προτιμήσεις από τους προκατόχους τους, τα αμέτρητα συμπτώματα του παγόβουνου της αστικής ιδεολογίας ήταν «προφανή» στην οκταετία του ΠΑΣΟΚ. Η κάπως διαφορετική διαμόρφωση της «κορυφής» του επίσημου λόγου ήταν συνεπώς ασήμαντη  - και αυτό δείχνει ότι όχι μόνο δεν υπήρξε αλλαγή ιδεολογίας με την αλλαγή κυβερνώντος κόμματος αλλά και ότι κάθε προσπάθεια να θρυμματισθεί ο πάγος της αστικής ιδεολογίας θα είναι εξαιρετικά οδυνηρή.

Οι ιδεολογικές πρακτικές της εποχής μας  - που από τον περασμένο αιώνα έχουν ονομασθεί αστικές - και η εξυπηρέτηση των αστικών συμφερόντων με τη «φερέγγυα» διαχείριση του ΠΑΣΟΚ (απόδειξη αποτελεί η ιστορική αντοχή τόσο του κόμματος αυτού ως πολιτικού μηχανισμού όσο και του ελληνικού καπιταλισμού που απήλαυσε ευρωπαϊκής υγείας υπό την πασοκική σημαία), δείχνουν ότι η μικροαστική ιδεολογία και πρακτική δεν μπορεί να κυριαρχήσει, ακόμη και αν σε ορισμένη συγκυρία οι μικροαστοί αισθάνονται τον «περήφανο» λόγο του κράτους ως περισσότερο «δικό τους». Με παραχωρήσεις και μετασχηματισμούς ανάλογους με τη συγκυρία, η αστική ιδεολογία επιδιώκει την ελαχιστοποίηση των τριβών.

Στην αστική ιδεολογική πραγματικότητα, ο A.E. υποκαθιστά το σχήμα της «μικροαστικότητας», αντιστρέφοντας ουσιαστικά τον πασοκικό μύθο περί κόμματος και αρχηγού που αρχιερατούντες πλάθουν το Νέο. Στο σχήμα του Α.Ε. υπάρχει απλώς αλλαγή πρόσημου: το ΠΑΣΟΚ δεν είναι ευάγγελος αλλαγής αλλά άγγελος λαϊκιστικών κακών. Και στις δύο περιπτώσεις «τέμνει», διαπλάθει, δημιουργεί την κατάλληλη ιδεολογία  - κάτι που το ΠΑΣΟΚ δεν έκανε, περιοριζόμενο στο να συμβάλλει στη διαχείριση του πολιτικού μηχανισμού και την ενίσχυση του συστήματος εξουσίας, κομίζοντας την ευαισθησία του στη συγκυρία. Συνάρθρωσε τα συστατικά της αστικής διαχείρισης στο νέο σημείο ισορροπίας που ως νικηφόρο αστικό κόμμα εξέφραζε και τα προσάρμοσε στις επί οκταετία μεταβαλλόμενες ανάγκες του ελληνικού καπιταλισμού.

Στην αριστερή κριτική που ασκήθηκε στο ΠΑΣΟΚ έχουν αντιπαρατεθεί δύο οπτικές και αντίστοιχες πολιτικές στρατηγικές. Αφενός η καταγγελία του ως αφερέγγυου, αλλοπρόσαλλου κτλ. και, αφετέρου, η θεώρηση του ως κόμματος που ενσωματώνει τα λαϊκά συμφέροντα στην αστική στρατηγική αναδιάρθρωσης, προτείνοντας μια σοσιαλδημοκρατική εκδοχή διακυβέρνησης με αναδιανομή κυμαινόμενης έντασης.

Η πρώτη  - κυρίαρχη - στρατηγική οδήγησε είτε στην εξ αποτελέσματος «κριτική» υποστήριξη της Ν.Δ. και την εντολή προς το ΠΑΣΟΚ να μιμηθεί τη σοβαρότητα της, το σεβασμό στη δημοκρατία, το κράτος δικαίου κοκ. είτε στην έκκληση προς το ΠΑΣΟΚ να μετασχηματισθεί σε συνεπές σοσιαλιστικό κόμμα για την επίτευξη πραγματικής Αλλαγής σε συνεργασία με άλλους επιθυμούντες «ανάληψη διακυβέρνησης».

Η δεύτερη στρατηγική έχει μόνο μία εκδοχή. Την αντιμετώπιση (και καταγγελία) κάθε αστικού κόμματος από μαρξιστικές θέσεις με την ταυτόχρονη ανάλυση του είδους πολιτικής που ακολουθεί ένα αστικό κόμμα, στα πλαίσια και τις δεσμεύσεις του ρόλου του ως ηγεμονικού.

Το εμπόδιο που αντιμετωπίζει η ανάλυση του Α.Ε. για τη μετάβαση από την πρώτη στη δεύτερη γραμμή κριτικής είναι η κεντρική της έννοια: ο «λαϊκισμός» που δεν επιτρέπει την αποσύνδεση από τις αντιλήψεις περί «στρεβλού» και «αναξιόπιστου» χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ, η πρόταξη ενός στοιχείου στρατηγικής και η θεώρηση του ΠΑΣΟΚ με κυρίως ιδεολογικούς και όχι οικονομικούς - πολιτικούς όρους. Η υποτίμηση της οικονομικής διαχείρισης αποτελεί ένδειξη της οπτικής του Α.Ε. (π.χ. σ.215επ., όπου διαφαίνεται η αδιαφορία για τις επιπτώσεις της  - και τη σειρά μελετών που αναλύουν το θέμα).

Το ΠΑΣΟΚ έκανε πολλά και ποικίλα, εξ ων μια αρχική «δέσμη» μέτρων σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, όπως η αύξηση των πραγματικών μισθών σε εποχές πανευρωπαϊκής μείωσης τους, οι ποικίλες μορφές έμμεσου μισθού και προπάντων η επιλογή μιας στρατηγικής για αύξηση της ανταγωνιστικότητας που λάμβανε υπόψη την παράμετρο αύξησης της ζήτησης και επιδίωκε τη συναίνεση μέσω «φιλολαϊκών» μέτρων. Αυτά φαίνεται να «διαγράφει» ο Α.Ε. στη ρώμη του λόγου περί λαϊκισμού.

Η ανάλυση του «φαινομένου» ΠΑΣΟΚ οφείλει να διακρίνει δύο επίπεδα ανάλυσης. Πρώτον, την αναφορά στο ΠΑΣΟΚ ως αστικό κόμμα που ενσωματώνει στα γενικά καπιταλιστικά συμφέροντα λαϊκές αντιστάσεις και «συμβατές» επιδιώξεις και, δεύτερον, την αναφορά στην πολιτική του πρακτική ως υλοποίηση μιας συγκεκριμένης πρότασης σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης που γνώρισε τις φραστικές και πρακτικές μεταβολές των συγκυριών και πρέπει να μελετηθεί με ιστορική ακρίβεια και εμπειρικό υλικό.

Ο «φόβος» των διανοουμένων απέναντι σε οτιδήποτε «απρόβλεπτο» είχε ιδιόμορφες συνέπειες στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ. Από τη στάση αυτή προέκυψαν «ερμηνείες» που βασίζονται στην ταύτιση της λαϊκής αντίδρασης με «αγοραίο λαϊκισμό» (άποψη που προϋποθέτει ότι υπάρχει κάτι ορθό, καλόγουστο, σεβόμενο τις οικονομικές και άλλες αναγκαιότητες και οδηγεί στην έκφραση περιφρόνησης προς τους «κατώτερους», τους «υστερικούς αυριανιστές» κοκ.) ενώ, παράλληλα, υπήρξε τάση αποσιώπησης του αστικού χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ με την αναγόρευση του σε «κόμμα μικροαστών», δηλαδή με αναγωγή του «στυλ» σε κύριο στοιχείο και υποβάθμιση των στόχων και της πρακτικής του.

Αν το ΠΑΣΟΚ «ύβρισε», όπως λέει ο Α.Ε., αυτό δεν αποτελεί το πρωταρχικό στοιχείο μιας αριστερής κριτικής. Το ΠΑΣΟΚ ήταν πάνω απ' όλα κόμμα διαχείρισης της αστικής εξουσίας, εξίσου «σοβαρό» (και απεχθές για τους αριστερούς) με τα υπόλοιπα. Εκείνο που χρήζει ανάλυσης είναι το γιατί (και ως ποιο. βαθμό) το σημείο ισορροπίας που εξέφρασε περιελάμβανε μια (ασταθή και συγκυριακή) εξασφάλιση λαϊκών συμφερόντων, που καθιστούσε το ΠΑΣΟΚ «φιλολαϊκότερο». Χωρίς να εκφράζει αντικαπιταλιστική δυναμική και προοπτική, το ΠΑΣΟΚ κυβέρνησε αποτελεσματικά και εξακολουθεί να προβάλλει πρόταση διακυβέρνησης μετά από τη «νεοδημοκρατική» περίοδο, η οποία χωρίς να υστερεί σε λαϊκισμό και αυταρχικότητα, υπερθεματίζει στην προσπάθεια συντριβής κατακτήσεων, δείχνοντας τις ομοιότητες των αστικών κομμάτων και ακυρώνοντας τα περί λαϊκιστικής ιδιομορφίας του ΠΑΣΟΚ.

Στις αναλύσεις του Α.Ε. συνυπάρχουν τέσσερις θεματικές: (α) ο τρόπος οργάνωσης του ΠΑΣΟΚ και πειθούς των ψηφοφόρων με «λαϊκιστικές» υποσχέσεις, δηλαδή ο τρόπος δημιουργίας σχέσεων λαϊκής αντιπροσώπευσης με τις σύμφυτες στην αστική εξουσία μεθόδους λαϊκισμού, (β) ο επίσημος Λόγος του ΠΑΣΟΚ που αποτελεί παραχάραξη μαρξιστικών αναλύσεων, όταν δεν καταφεύγει σε εκσυγχρονιστικές εκδόσεις στοιχείων του αστικού πολιτικού Λόγου, (γ) οι συμμαχίες που συνήψε το ΠΑΣΟΚ, υποτάσσοντας τις λαϊκές διεκδικήσεις στα αστικά συμφέροντα και (δ) η ανάλυση της πολιτικής του με βάση τα μέτρα που εφαρμόσθηκαν και δίνουν τη δυνατότητα ερμηνείας της οκταετίας 19811989. Δια της αναφοράς στο λαϊκισμό και τη μικροαστικότητα, ο Α.Ε. τείνει να διαχύσει τα συμπεράσματα από την ανάλυση των δύο πρώτων θεματικών στις δύο άλλες που είναι για έναν μαρξιστή οι καθοριστικές  - και αυτές που λιγότερο αναλύονται στο βιβλίο του.

Η απόσταση ανάμεσα στο «Καστρί» και τη συσσώρευση του κεφαλαίου δεν γίνεται σαφής, ενώ οι αναφορές σε προσωπική παντοδυναμία, αυταρχισμό, «δεινοπαθήματα» της αστικής δημοκρατίας (σ.217) και έλλειψη κάθε αστικού εκσυγχρονιστικού προγραμματισμού στο ΠΑΣΟΚ (σ.224), δείχνουν τη μη κατανόηση της αστικής διαχείρισης που έκανε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο κέρδισε δύο φορές την εκλογική πλειοψηφία, ανταποκρίθηκε στις εγκλήσεις της ελληνικής αστικής τάξης και έγινε αποδεκτό  - με συμβολικές αντιδράσεις - από τους ιμπεριαλιστές συνομιλητές του, δείχνοντας ότι «σέβεται» τους οικονομικούς και πολιτικούς «νόμους».

Η «ομαλή» λειτουργία του κατασταλτικού και ιδεολογικού μηχανισμού και η επιτυχής στρατηγική στερέωσης του ελληνικού καπιταλισμού μεταξύ των ηγετικών χωρών της Ευρώπης, δεν μπορεί να συγκαλυφθεί με σημειολογικές αναλύσεις για τον Αρχηγό, το «μπαλκόνι» και την «παρακμή», όσο και αν αυτές έχουν σημασία στη διάγνωση του «πνεύματος των καιρών».

Ας μας επιτραπεί, τέλος, και μια «υφολογική» παρατήρηση. Είναι φανερή η προσπάθεια του Α.Ε. να χρησιμοποιήσει τρόπους έκφρασης έκθεσης που έρχονται σε ρήξη τόσο με τον «σοβαρό» στην αποστείρωση του ακαδημαϊκό λόγο όσο και με τη μορφή λόγου της Αριστεράς που υποδηλώνει η έκφραση «ξύλινη γλώσσα».

Τα «σωστά ελληνικά» του Α.Ε. αποτελούν συνδυασμό λογοτεχνικής εκζήτησης, ιμπρεσσιονιστικής λαϊκότητας και ελεγχόμενου «πάθους». Στο βαθμό όμως που η αναμφισβήτητη (τουλάχιστο για τον υπογράφοντα) απόλαυση της ανάγνωσης τείνει να καλύψει την εννοιολογική χαλαρότητα, μια τέτοια επιλογή δεν δικαιώνεται. Αν είναι αναγκαίο να ασχοληθούμε ξανά με την περίοδο της δικτατορίας του '67, τι εξυπηρετεί η τριπλή εξαγγελία ότι αλλιώς «τίποτε δεν μπορεί να εξηγηθεί, τίποτε δεν μπορεί να ερμηνευτεί, κανένας κόμπος δεν μπορεί να λυθεί» (σ.73); Ερμηνείας χάριν ή αναλύσεως δίκην;

Αυτό που χαρακτηρίζει τη μελέτη του Α.Ε. είναι η διαρκής διακύμανση μεταξύ χρονογραφίας και ανάλυσης της ελληνικής κοινωνίας. Αν το κείμενο του διεκδικεί επάξια την καταγωγή από τις συγκυριακές αναλύσεις που βρίσκουμε στον Μαρξ, δεν είναι ωστόσο απαλλαγμένο από την ερμηνευτική «ασυγχρονία» των κειμένων αυτών. Όπως είναι όμως γνωστό, ο Μαρξ προσπαθούσε να διορθώσει τις «ασυγχρονίες» με την ακρίβεια και τη βασανιστική αυστηρότητα της εκ των υστέρων ανάλυσης.

Δημήτρης Δημούλης

 

 

(1) Για το τελευταίο επιχείρημα γίνεται επίκληση μιας φράσης του Ε.Μπαλιμπάρ. Η φράση αυτή (την οποία δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε στο παραπεμπόμενο από τον Α.Ε. κείμενο) δεν ενισχύει την άποψη του Α.Ε. διότι δεν αναφέρεται σε "κυρίαρχο" ρόλο της μικροαστικής τάξης, αλλά, αντίθετα, στην αποκλειστική κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας, μέσα από την "επεξεργασία" που γνωρίζει και την ενσωμάτωση λαϊκών αντιλήψεων που επιτυγχάνει, ηγεμονεύοντας επ' αυτών. (Ως προς τις ενδιαφέρουσες θέσεις του Μπαλιμπάρ για την έννοια της ιδεολογίας και τη "διαλεκτική" των εννοιών κυρίαρχη κυριαρχούμενη ιδεολογία βλ. πρόσφατα Ecrits pοur Althusser, Paris 1991, σ.114επ.).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις - τριμηνιαία επιθεώρηση - εκδόσεις Νήσος, Σαρρή 14, 10553, Αθήνα. τηλ-fax. 210-3250058
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα χωρίς περιορισμούς υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή, για μη-εμπορικούς σκοπούς