Έθνη, τάξεις, πολιτική. Αναφορά στις μαρξιστικές επεξεργασίες για τον πόλεμο Εκτύπωση
Τεύχος 38, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1992


Έθνη, τάξεις, πολιτική. Αναφορά στις μαρξιστικές επεξεργασίες για τον πόλεμο1
Μέρος Α'
του Δημήτρη Δημούλη και της Χριστίνας Γιαννούλη

 

1. Εισαγωγή
1.1. Το Μάρτιο του 1991 τα γαλλικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ταυτόχρονα δύο ειδήσεις. Η πρώτη ήταν η αναγγελία από τον τότε πρωθυπουργό M. Rocard ότι στις 14 Ιουλίου θα παρελάσουν στα Ηλύσια Πεδία οι "νικητές" του Πολέμου στον Κόλπο για να αποδοθούν οι δέουσες τιμές στα "παιδιά της πατρίδας". Η είδηση πέρασε απαρατήρητη, διότι απλώς επιβεβαίωνε τη σύνδεση του παρόντος με ένα μιλιταριστικό παρελθόν που ο επίσημος λόγος περί ειρήνης θεωρούσε ξεπερασμένο. Τη δεύτερη είδηση αποτέλεσε η "υπόθεση Boudarel", δηλαδή ο εντοπισμός ενός "μετανοημένου" Γάλλου μαρξιστή που καταγγέλθηκε γιατί στη διάρκεια του πολέμου της Ινδοκίνας πέρασε με το μέρος των βιετναμέζων. Στον Boudarel καταλογίσθηκε ότι έκανε "μαρξιστική προπαγάνδα" στους γάλλους αιχμαλώτους πολέμου, κάτι που θεωρήθηκε "ηθικό βασανιστήριο" από τους ακροδεξιούς νοσταλγούς της αποικιοκρατίας, οι οποίοι "συνέλαβαν" τον  - προ εικοσιπενταετίας αμνηστευμένο - Boudarel και τέθηκαν επικεφαλής μιας "εθνικής" καμπάνιας που αποκλήθηκε "δια του Τύπου λιντσάρισμα" (Le Monde 23.3.91). Είναι φανερή η επιθυμία αναθεώρησης της αποικιοκρατικής ιστορίας που κρυβόταν πίσω από την καταγγελία των "βιετναμέζικων στρατοπέδων συγκέντρωσης" και την έναρξη της υπόθεσης Boudarel σε στιγμές εθνικής έξαρσης (Chesneaux 1991), η οποία εντείνει την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα των νικητών.

Ο συσχετισμός των δύο φαινομενικά ανεξάρτητων ειδήσεων δείχνει ότι ενώ ο εθνικός πόλεμος έχει ιστορική επικαιρότητα  - και απολαμβάνει σχεδόν καθολικής συναίνεσης, ο "ταξικός" πόλεμος και η αντίστοιχη επιλογή στρατοπέδου, καταγγέλλονται ως πράξη όχι μόνο "προδοτική" αλλά και αδιανόητη. Αυτό που ουσιαστικά καταλογίσθηκε στον Boudarel (ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας!) δεν ήταν ότι πολέμησε ή βασάνισε (άλλωστε οι Γάλλοι ήταν αδίκως και αγρίως επιτιθέμενοι στην Ινδοκίνα και το 1991 διεξήγαγαν ένα νέο ιμπεριαλιστικό πόλεμω: του καταλογίσθηκε η επιλογή στρατοπέδου με κριτήρια ταξικά, δηλαδή με οδηγό μια πολιτική θέση που τον αντιπαρέθετε στον ιμπεριαλισμό των Γάλλων και τη "φυσική" ένταξη στο δικό του "ένοπλο έθνος".

Δεν είναι τυχαίο ότι μια τέτοια ταξική επιλογή καταγγέλλεται σήμερα. Η καταγγελία εναρμονίζεται με την παρούσα συγκυρία που εκφράζει τη "σχετική ασυμβατότητα της επαναστατικής ιδέας στα τέλη του 20ου αιώνα" (Balibar 1989) και οδηγεί σε αποδοχή και νομιμοποίηση της εκμετάλλευσης με ελάχιστες αντιστάσεις, δηλαδή σε μια θεώρηση του καπιταλισμού ως "καθαρής και αυτόματης κίνησης οικονομικών ροών και τεχνολογικών καινοτομιών" (αναλυτικά Preve 1990). Η ιδεολογική εικόνα ενός "καπιταλισμού χωρίς αστική τάξη", δηλαδή η λειτουργία του χωρίς να υπάρχει ρεύμα αμφισβήτησης που να καταδεικνύει και να καταγγέλλει διαρκώς την εκμετάλλευση, έχει ως συνέπεια στο ζήτημα του πολέμου, την ακραία εθνικοποίηση, τον ταξικό αποχρωματισμό των ένοπλων συγκρούσεων.

Για πρώτη φορά στον 20ο αιώνα, η προοπτική της ένοπλης σύγκρουσης φαίνεται να αποσυνδέεται ολοκληρωτικά από την ταξική πάλη και την προσπάθεια μεταβολής του εσωτερικού συσχετισμού δυνάμεων. Μόνο το "έθνος" μπορεί πλέον να αντιταχθεί σε ένα άλλο "έθνος" και η μεταβολή του πολιτικού χάρτη νομιμοποιείται μόνο ως εθνική (επανάκτηση της εθνικής ενότητας  - Γερμανία, διάλυση μη εθνικών κρατικών σχηματισμών  - Γιουγκοσλαβία, ΕΣΣΔ). Η περαιτέρω εθνικοποίηση με συνενώσεις ή αποσχίσεις περιοχών και πληθυσμών που αυτοαναγνωρίζονται ως έθνη είναι δυνατή και επίκαιρη ενώ η έμπρακτη (και βίαιη) αμφισβήτηση των ταξικών κοινωνιών φαίνεται αδύνατη2.

1.2. Η εθνικοποίηση του πολέμου και των πολιτικών εξελίξεων καθιστά ανησυχητικά επίκαιρο το πρόβλημα του εθνικισμού και του απαραίτητου συμπληρώματος του, του ρατσισμού. Τα στοιχεία αυτά εμφανίζονται πλέον με απειλητική καθολικότητα ακόμη και σε διαδικασίες φαινομενικής "υπέρβασης του εθνικού κράτους" με την εγκαθίδρυση "υπερεθνικών" πολιτικών και οικονομικών κοινοτήτων (Balibar 1991).

Εξίσου σημαντική είναι και μια άλλη πλευρά της συγκυρίας: η εθνικοποίηση του πολέμου, δείχνει ότι έχει κλείσει προς στιγμήν η "παρένθεση" του ταξικού πολέμου που συνδέθηκε με την επένδυση του μαρξισμού στα πολιτικά κινήματα του 20ου αιώνα. Ο "θάνατος του μαρξισμού" επιφέρει την εξάλειψη ή πάντως την αποσιώπηση της ταξικής διάστασης και προοπτικής κάθε πολέμου. Δεν πρέπει να εκπλήσσει συνεπώς το γεγονός ότι στη διάρκεια του πολέμου στον Κόλπο ακούστηκε τόσο λίγο ο όρος ιμπεριαλιστικός πόλεμος.

Οι σχετικές μαρξιστικές επεξεργασίες  - που καλύπτονται από την επίσημη λήθη για το μαρξισμό - βρίσκονται στο σημείο τομής των εννοιών του έθνους και της τάξης. Το ενδιαφέρον εντοπίζεται στην προσπάθεια συνάρθρωσης τους και επεξεργασίας μιας πολιτικής που να συνυπολογίζει την εθνική μορφή εμφάνισης και τον ταξικό επικαθορισμό του πολέμου. Πρόκειται για τη διαλεκτική έθνος τάξη πολιτική που αντιμετωπίζει τον πόλεμο ως εθνικό ταξικό και αποδίδει καίρια σημασία στην πολιτική διάσταση, η οποία καθορίζει την τεχνική πλευρά (υπεροχή δυνάμεων, στρατιωτική τεχνική διεξαγωγής του πολέμου). Η αναφορά στις επεξεργασίες αυτές θα επιτρέψει τη συναγωγή συμπερασμάτων για τις μορφές της ειρηνιστικής πολιτικής.

 

 

2. Οι δυϊσμοί του πολέμου
Οι μαρξιστικές αναλύσεις αναπτύσσονται, όπως κάθε μορφή γνώσης, σε αντιπαλότητα με προϋπάρχουσες επεξεργασίες, τη θέση των οποίων επιχειρούν να "κατακτήσουν". Η ανθρώπινη γνώση για τον πόλεμο οργανώνεται προς δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη κατεύθυνση (τεχνική γνώση) δεν εξαντλείται στις έννοιες της στρατηγικής τακτικής και στη μελέτη των πολεμικών μεθοδεύσεων, αλλά εμπλέκει τις περισσότερες κοινωνικές δραστηριότητες (π.χ. έρευνα και τεχνολογία, γεωγραφία, πληροφορική, προετοιμασία της "οικονομίας του πολέμου", διεθνές δίκαιο και εσωτερικό δίκαιο ανάγκης κοκ.).

Η δεύτερη κατεύθυνση είναι φιλοσοφική: περιλαμβάνει την ανάλυση της ιστορικής θέσης του πολέμου και  - πραξεολογικά - την υπόδειξη της στάσης απέναντι του. Εκφράζει δηλαδή τον τρόπο ιδεολογικής πρόσληψης του πολέμου ως κοινωνικού φαινομένου. Την πιο πρόσφατη έκφραση αυτής της κατεύθυνσης αποτελεί η "έρευνα ειρήνης" που αναπτύσσεται σε πολλές χώρες.

Οι μαρξιστές ασχολήθηκαν με το φαινόμενο του πολέμου ξεκινώντας από δύο αφορμές μελέτης. Πρώτον, την ανάγκη κατανόησης των διεθνών πολιτικών εξελίξεων που είναι αδιαχώριστες από την απειλή και διεξαγωγή πολέμου (οι μελέτες του "στρατηγού" Ένγκελς συνιστούν ένα εντυπωσιακό corpus στρατηγικών αναλύσεων και τεχνικών γνώσεων) και, δεύτερον, την ανάγκη απόκτησης γνώσεων για διεξαγωγή πολέμου με προοπτική εγκαθίδρυσης της λαϊκής εξουσίας (καθοριστικά είναι τα έργα του Μάο, ο οποίος είχε για δεκαετίες το ρόλο πραγματικού στρατηγού).

Οι μαρξιστικές επεξεργασίας συγκροτούν από ουσιαστική άποψη ένα σώμα γνώσης που περιλαμβάνει επίσης δύο κατευθύνσεις και αποκλήθηκε "μαρξιστική επιστήμη" του πολέμου. Πρόκειται για τη γνώση της τεχνικής του πολέμου (ιδιοποίηση της συσσωρευμένης εμπειρίας από τη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων) και, παράλληλα, για τη γνώση της πολιτικής σημασίας του πολέμου.

 

3. Ειρήνη και ελευθερία. Η νομική λογική
3.1. Οι ειρηνιστικές προσεγγίσεις για τον πόλεμο και τη βία έχουν ως κοινό σημείο την απόρριψη κάθε προοπτικής για εμπόλεμη σύγκρουση ("ποτέ πια πόλεμος", "όχι αίμα για..."). Η ανθρωπολογική απαισιοδοξία (ο άνθρωπος είναι κακός, πολεμοχαρής), η διαπίστωση της αδυναμίας της διεθνούς κοινότητας για αποτροπή του πολέμου και η επισήμανση του κινδύνου που συνιστά ο πόλεμος ως "πατέρας" κάθε κακού, αποτελούν τη βάση της επιχειρηματολογίας των ειρηνιστών. Πρόκειται για επιχειρηματολογία εξ ορισμού αμυντική, η οποία αναγνωρίζει ότι τα μέσα δράσης της είναι ανεπαρκή όταν "η λογική των πραγμάτων" οδηγεί στον πόλεμο.

Ο ειρηνισμός γνωρίζει διαφοροποιήσεις στην οπτική και την ένταση (καταδίκη της "λογικής του πολέμου" που στην πυρηνική εποχή απειλεί με εξολόθρευση, άρνηση της βίας για προσωπικούς λόγους με την παραδοχή ότι η κοινωνική πραγματικότητα αποφασίζει για τη χρήση της, καταδίκη του πολέμου με αποδοχή της επιβεβλημένης άμυνας ή "προληπτικής" επίθεσης εναντίον όσων απειλούν την ειρήνη κοκ.). Οι διαφοροποιήσεις στο σκεπτικό δεν αναιρούν τη βασική φιλειρηνική θέση που είναι σήμερα κυρίαρχη, με την εξαίρεση λίγων στρατοκρατικών κύκλων.

Ο ειρηνισμός βρίσκεται στη θέση μιας παράδοξης παραγνώρισης αναγνώρισης της πραγματικότητας. Παραγνωρίζει την πραγματικότητα της βίας, ενός καθολικού κοινωνικού φαινομένου που παίρνει περισσότερο επώδυνη μορφή στους πολέμους συνεχίζοντας την καταστροφική δράση με τεχνικώς διαφορετικά μέσα. Ταυτόχρονα όμως ο ειρηνισμός αναγνωρίζει (αποδέχεται) την πραγματικότητα των κοινωνιών ανελευθερίας και ανισότητας. Η αναγνώριση αυτή δεν γίνεται με ρητή αποδοχή του ιμπεριαλισμού αλλά με μια κριτική στάση που είναι ωστόσο ανεπαρκής διότι παραιτείται από το μόνο αποτελεσματικό μέσο ρήξης με το δεδομένο σύστημα παραγωγής, δηλαδή την ένοπλη βία που συνδέθηκε (σε διαφορετική κάθε φορά ένταση και ανάλογα με την προβληθείσα αντίσταση) με τις ιστορικά γνωστές διαδικασίες μετάβασης.

Αν είναι γνωστό ότι οι αντιλήψεις που προκύπτουν από αναγνώριση παραγνώριση της πραγματικότητας έχουν ιδεολογικό χαρακτήρα, εν προκειμένω η παραγνώριση της βίας δεν συντελεί στην αποτροπή ενός φαινομένου με τέτοια καταστροφική ισχύ, ενώ η αναγνώριση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων δεν βρίσκεται στην (ειρηνιστική) υπηρεσία της ανθρωπότητας αλλά εξυπηρετεί αντικειμενικά όσους έχουν συμφέρον στη διατήρηση της τάξης αυτής.

Προβληματικό στοιχείο του ειρηνισμού είναι η επιρροή που δέχεται από τα ατομιστικά σχήματα ερμηνείας των κοινωνικών αντιθέσεων. Δεν πρόκειται για τη συνηθισμένη (από "δεξιά" και "αριστερά") καταγγελία του ειρηνιστικού κινήματος ως ατομιστικού επειδή προκρίνει την προσωπική άρνηση της βίας, αδιαφορώντας για την κοινωνική πραγματικότητα. Αναφερόμαστε στη γενικότερη επιλογή θεώρησης των κοινωνικών συγκρούσεων με ατομιστικό πρίσμα: ο χαρακτηρισμός της βίας ως παράλογου φαινομένου έχει τις ρίζες της στην αντιμετώπιση του συνόλου ως ενός αθροίσματος μονάδων και οδηγεί στην ανακριβή μεταφορά σε μαζικό επίπεδο των λύσεων "φιλίας" που προσφέρονται για μικρές και συνεκτικές ομάδες.

Οι μαζικές αντιθέσεις δεν επιλύονται όμως αναγωγιστικά με τη μεταφορά της έλλογης ειρηνικής λύσης στο κοινωνικό επίπεδο. Η βία (και οι αντιφάσεις που τη γεννούν) δεν επιδέχονται χειρισμούς με "μικροσκοπικές" έννοιες, ενώ τα ορθολογικά1 σχέδια περί ειρήνης που θα προκύψει ως συνέπεια γενίκευσης της "ατομικής" φιλίας και λογικής, έχουν το μειονέκτημα όλων των γενικεύσεων και τη θεωρητική ανεπάρκεια του μεθοδολογικού ατομισμού, που αντικαθιστά τις συγκρούσεις από "παίγνια" και "συμβολαιακές" λύσεις διαπροσωπικού επιπέδου. Η "φιλία" δύο αντιπάλων σε αγώνα τέννις δεν μπορεί να αποτελέσει "συνταγή" για τη "φιλία" χιλιάδων οπαδών αντίπαλων ποδοσφαιρικών ομάδων που συγκρούονται στους δρόμους. Εκείνο που παραγνωρίζεται είναι η μορφή της σύγκρουσης σε μαζικό επίπεδο, ο μηχανισμός δημιουργίας και εξάπλωσης της μαζικής βίας που δεν επιτρέπει φιλία ή λογική. Αυτό ισχύει τόσο για τις συναινετικές κατασκευές φιλοσόφων όσο και για τις λυρικές ενατενίσεις των "παιδιών που δίνουν τα χέρια" και το καλό παράδειγμα.

3.2. Ορισμένα προβληματικά στοιχεία των ειρηνιστικών προσεγγίσεων ανιχνεύονται σε δύο διαφορετικά και ενδεικτικά παραδείγματα. Πρόκειται για το καντιανό σχέδιο διηνεκούς ειρήνης και το πρόσφατο πολιτικό σχήμα του εξοντωτισμού.

3.2.1. Το έργο του Καντ "Zum ewigen Frieden" (1795) απέκτησε σπάνια φιλοσοφική και πολιτική αναγνώριση διότι είναι προσιτό στους μη ειδικούς και προσφέρει έλλογη βάση στο καθολικό αίτημα ειρήνης. Για το έργο αυτό μπορούν να προβληθούν αντιρρήσεις αρχής ως προς τη στόχευση και τα μέσα που χρησιμοποιεί (διάλογος του φιλοσόφου με τις κυβερνήσεις και παρουσίαση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου ειρήνης, δηλαδή υιοθέτηση του βασικού σχήματος των ουτοπιών που διαλέγονται με τους ισχυρούς, ελπίζοντας στη δύναμη του ορθού λόγου και προσφέροντας έτοιμες λύσεις εκεί όπου υπάρχουν άλυτες συγκρούσεις, ενώ διαπιστώνεται αδυναμία χειρισμού των συγκρούσεων αυτών με "σχέδια" που εκλαμβάνουν την αρμονία ως ζήτημα βούλησης). Πέραν αυτού, πρέπει να γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις για την ουσία των καντιανών προτάσεων (Καντ 1984, βλ. κριτική παρουσίαση από τον Θ.Βέϊκο 1987), οι οποίες εκφράζουν την εν γένει θέση του Καντ στην πολιτική φιλοσοφία.

Ο Καντ παίρνει ως αφετηρία μερικά δεδομένα που, όπως θα δούμε, υποσκάπτων το σχέδιο του. Πρόκειται: (α) για την αναγνώριση της ανάγκης ύπαρξης εθνικών κρατών οργανωμένων με τον τρόπο που αυτά "επιθυμούν" και τα οποία ως κυρίαρχες μονάδες συνδιαλέγονται για τον πόλεμο και την ειρήνη με αμοιβαίο σεβασμό της κυριαρχίας τους, (β) για την ανάγκη ύπαρξης δικαίου και Συντάγματος που προκύπτουν από τον ορθό λόγο, αποτελούν "αυθεντία" και αναγκάζουν τους πολίτες να γίνουν "καλοί", (γ) για την αντιθετική θεώρηση "εμπορίου" και πολέμου που οδηγεί στην επικράτηση της ειρήνης ως αναγκαίας για τη διεξαγωγή του εμπορίου, και (δ) για την αγνόηση του λαϊκού στοιχείου (ως κρατική βούληση θεωρείται η βούληση των ηγεμόνων οι οποίοι διαπραγματεύονται και αποφασίζουν) και την καταδίκη κάθε εξέγερσης με την αφελή δικαιολογία ότι αντίκειται στην "αρχή της δημοσιότητας" και πρέπει να καταστέλλεται χωρίς δισταγμό, διότι ο λαός οφείλει να δηλώνει ειρηνικά τις διαφωνίες του και όχι να εξεγείρεται.

Το κοινό στοιχείο αυτών των δεδομένων εντοπίζεται στην ειρηνιστική αναγνώριση-παραγνώριση της πραγματικότητας. Η περιγραφή των προϋποθέσεων ειρήνης δεν αποτελεί παρά περιγραφή του κόσμου των αστικών κρατών, τα οποία είναι κυρίαρχα και, προβάλλοντας το δίκαιο (και την "ηθική") ως ύψιστες αρχές, ασκούν προς τα μέσα καταστολή (ως αναγκαίο συμπλήρωμα της εκμετάλλευσης) και προς τα έξω "κυριαρχία". Ο Καντ αρκείται στο να περιγράψει την κατάσταση αυτή, αποδεχόμενος κάθε εξουσία (αρκεί να σέβεται το Δίκαιο) και προσθέτοντας την επιθυμία ειρήνης. Καλεί τα κράτη να συνετισθούν, εξασφαλίζοντας με θεσμούς συνεργασίας την ειρήνη για το κοινό καλό, δηλαδή για τη συνέχιση του εμπορίου (που ανεξήγητα θεωρείται ως αντίθετο του πολέμου). Σε ένα κόσμο βίας και ανταγωνισμού, ο Καντ επιχειρεί να επιβάλλει την έλλογη ειρήνη, χωρίς κανένα αίτημα ουσιαστικής κοινωνικής αλλαγής, θεωρεί ότι το υπάρχον σύστημα διαθέτει τα μέσα για επιβολή της ειρήνης και ζητά την ενεργοποίηση τους, αποβλέποντας στην εγκαθίδρυση μιας θεσμικής νομικής ειρήνης μέσω διαδικασιών που εξασφαλίζουν την ομαλότητα του "εμπορίου".

Στην καντιανή επιθυμία εξάλειψης δυσάρεστων αποτελεσμάτων χωρίς να εξαλειφθούν οι αιτίες τους, δόθηκε η ιστορική απάντηση διακοσίων χρόνων πολέμου, παρά τα σχέδια, τις καλές προθέσεις και τους βραχύβιους πανηγυρισμούς για την ειρήνη. Τα κύρια μειονεκτήματα του καντιανού σχολίου είναι η αντιμετώπιση του θεσμικού νομικού επιπέδου ως "αρχής" και όχι ως αποτελέσματος και η εσωτερική αντιφατικότητα των δεδομένων "ειρήνης", τα οποία εγκλείουν τον πόλεμο. Από το σχέδιο του μένουν οι αξιέπαινες προθέσεις και οι εύστοχες παρατηρήσεις για την υποκριτική χρήση της έννοιας δίκαιος πόλεμος από τους νικητές, την ανάγκη κατάργησης του τακτικού στρατού και την παγκόσμια συνεργασία. Μένει όμως και η δυνατότητα απολογητικής χρήσης των καντιανών αντιλήψεων.

Στη διάρκεια του πολέμου στον Κόλπο, οι καντιανές ιδέες χρησιμοποιήθηκαν για την έμμεση δικαιολόγηση του ιμπεριαλιστικού πολέμου από την πλευρά της Δύσης (π.χ. Σούρλας 1991), αφού η καντιανή οπτική κρίνεται σήμερα πιο πειστική από την προσφυγή στις ιδεαλιστικές θεωρίες περί πολέμου ως άμεσης φυσικής αναγκαιότητας (για τις απόψεις αυτές που έχουν κεντρικό σημείο αναφοράς τον Χέγκελ, βλ. την ανάλυση του Βέϊκου 1987).

Η απολογητική "εφαρμογή" του Καντ περιέχει στοιχεία που δεν εναρμονίζονται με το καντιανό σχέδιο, παρά τη ρητή επίκληση του. Είναι αμφίβολο εάν ο Καντ θα θεωρούσε δικαιολογημένο τον πόλεμο που τείνει να καταστρέψει ένα κράτος με τη δικαιολογία της προληπτικής επίθεσης εναντίον "παγκόσμιου εχθρού", ή εάν θα αποδεχόταν τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ, τον πατερναλιστικό ρόλο τους στον πόλεμο, όπως και την επί μακρόν απροκάλυπτη ανάμειξη στα εσωτερικά μιας χώρας για να εξασφαλισθούν τα δυτικά συμφέροντα και ενώ κριτήριο συμμόρφωσης του Ιράκ δεν ήταν η δημιουργία "ρεπουμπλικανικού" καθεστώτος αλλά η μίμηση του παραδείγματος των πολυάριθμων και πειθήνιων στη Δύση τριτοκοσμικών δικτατοριών. Από τα όσα γράφει ο Καντ συνάγεται ότι θα θεωρούσε αδικαιολόγητο το ξέσπασμα ενός τέτοιου πολέμου. Ωστόσο (και) αυτή η απολογητική προσπάθεια έχει κάποια βάση αφού ο Καντ εντάσσει το ριζοσπαστισμό του στα πλαίσια της παλιάς τάξης, στη δικαίωση του υπάρχοντος. Αλλωστε, το πιο χαρακτηριστικό δείγμα απολογητικής δεν δόθηκε από τους ιδεαλιστές φιλοσόφους αλλά από τους αμερικανούς πολιτικούς, αφού με βάση τα όσα περί δικαίου, δημοκρατίας και κυριαρχίας των κρατών ελέχθησαν, η καντιανή ειρήνη μοιάζει να έχει εγκαθιδρυθεί. Η κατανόηση του ότι μια τέτοια ειρήνη είναι ανύπαρκτη και αδύνατη, προϋποθέτει εντελώς διαφορετικά μέσα ανάλυσης.

3.2.2. Σε άλλο θεωρητικό και πολιτικό πλαίσιο εντάσσεται το φιλειρηνικό σχήμα που πρότεινε ο Ε.Ρ. Thompson με βάση την ανάλυση περί εξοντωτισμού (1982, ιδίως σ.44επ.). Ο εξοντωτισμός εμφανίζεται ως πολιτική στρατηγική που λαμβάνει υπόψη τις εμπειρίες του φιλειρηνικού κινήματος των τελευταίων δεκαετιών και τα δεδομένα που προκύπτουν από την πυρηνική εποχή και απειλή.

Ασκώντας κριτική στην ασυγχρονία των μαρξιστικών αναλύσεων προς τις απαιτήσεις του παρόντος, ο Τόμσον διαβλέπει στα πυρηνικά όπλα την απειλή καταστροφής της ανθρωπότητας. Η τεχνική πλευρά του πολέμου έχει υπερισχύσει της πολιτικής του διάστασης και η διαρκής τελειοποίηση των τεχνικών διεξαγωγής (η δυνατότητα εξόντωσης της ανθρωπότητας με το περίφημο "πάτημα του κουμπιού" που δεν υπακούει σε πολιτικές σκοπιμότητες αλλά εξαφανίζει την πολιτική "στιγμή" και ορθολογικότητα, μη επιτρέποντας την ελεγχόμενη όξυνση της κρίσης και την "έλλογη" διακοπή ενός πολέμου), οδηγεί σε καταστροφή που δεν θα είναι ατύχημα αλλά νομοτελειακό αποτέλεσμα μιας κοινωνικής δομής. Η πυρηνική τεχνολογία θέτει το δίλημμα καταστροφικής διεξαγωγής ή οριστικής αποτροπής του πολέμου. Απέναντι στην κατάσταση αυτή, ο Τόμσον εισηγείται μια ακόμη μετατόπιση της κύριας αντίφασης. Βασικός εχθρός είναι οι εξοπλισμοί και, ενόψει του κινδύνου, προτείνεται τη συμμαχία όλων των "ανθρώπων" για αποτροπή του πολέμου, με αντιπαράθεση στο στρατιωτικό βιομηχανικό σύμπλεγμα των υπερδυνάμεων και στη στρατιωτική λογική που καθορίζει την κοινωνική εξέλιξη με την κυριαρχία των "ισόμορφων" (και "παράλογων") υπερδυνάμεων. Εννοείται ότι η όξυνση οικονομικών και πολιτικών κρίσεων με την προβολή ταξικών διεκδικήσεων πρέπει να αποφευχθεί διότι εντείνει την απειλή εξοντωτικού πολέμου. Ο διεθνισμός που προβάλλει ως αίτημα την επιβίωση του ανθρώπινου είδους περιορίζει τη σημασία των αντιθέσεων και των αποκλινόντων συμφερόντων.

Θα ήταν ενδιαφέρουσα μια συστηματική σύγκριση του εξοντωτισμού με την οπτική της οικολογίας, η οποία θεμελιώνεται σε ανάλογη μετατόπιση της βασικής αντίφασης (θεωρώντας βέβαια την καταστροφή ως μακρά διαδικασία και όχι ως στιγμιαία εξαφάνιση και κλιμακώνοντας ανάλογα τα μέσα (αντί)δρασης). θα αναφέρουμε εδώ ορισμένα στοιχεία που καθιστούν την άποψη του Τόμσον θεωρητικά και πολιτικά προβληματική3.

Από θεωρητική άποψη, το γεγονός ότι οι πυρηνικοί εξοπλισμοί απειλούν το ανθρώπινο είδος με το μόνο πραγματικό τέλος της ιστορίας, τη βιολογική εξολόθρευση, δεν σημαίνει και ότι η βασική αντίφαση αρθρώνεται γύρω από την ύπαρξη τους. Ο "ύψιστος" κίνδυνος δεν είναι άνευ ετέρου ο βασικός και δεν αποτελεί το κλειδί πολιτικού χειρισμού μιας συγκυρίας, ιδίως όταν η ύπαρξη της απειλής είναι τεχνητή και πολιτικά ελεγχόμενη. Στο ζήτημα των πυρηνικών όπλων, η απόφαση ανάπτυξης της σχετικής τεχνολογίας, η ποικίλλουσα σε κάθε συγκυρία χρήση της απειλής και το "μέλλον" των εξοπλισμών, αποτελούν επίδικα αντικείμενα ενός κοινωνικού πολιτικού ανταγωνισμού, από τον οποίο εξαρτώνται τα πάντα και στον οποίο είναι αναγκαία η άμεση παρέμβαση. Απέναντι στον εντυπωσιασμό της "μεγάλης απειλής" και την τεχνοκρατική αυταπάτη περί κατάργησης της πολιτικής δια των πυρηνικών, η μεταπολεμική ιστορία δείχνει ότι τα πυρηνικά όπλα ελέγχθηκαν πάντοτε πολιτικά και η υποτιθέμενη απολυτότητα της απειλής τους διαβαθμίστηκε ανάλογα με τη δύναμη του αντιπάλου  - χωρίς να αποκλείεται ο περιορισμένα εξοντωτικός κυνισμός που έχει ως σύμβολο τη Χιροσίμα. Οι στρατηγικές γύρω από τα πυρηνικά όπλα ήταν πολιτικές ταξικές και η ενδεχόμενη μείωση της καταστροφικής δύναμης τους θα προκύψει μόνο σε μια νέα πολιτική συγκυρία που μεταβάλλει τους πόλους και τη μορφή του ανταγωνισμού (για τις "έμμεσες" στρατηγικές της διεξαγωγής περιορισμένων ιμπεριαλιστικών πολέμων και τη διαπραγμάτευση πάνω στην ισορροπία του τρόμου, η οποία αποκλείει τον ολικό πυρηνικό πόλεμο ενώ παρέχει τα πλεονεκτήματα της "υπερδύναμης" στους κυρίους του πυρηνικού πολιτικού παιγνιδιού, βλ. την επιχειρηματολογία ενός ειδικού, Paucot 1986).

Το σχήμα του Τόμσον εμφανίζει, παρά το διακηρυσσόμενο νεωτερισμό, στοιχεία συνέχειας με δύο πολύ γνωστές παραδόσεις. Η αποκαλυπτική εικόνα συνδέεται εν πρώτοις με τη φιλοσοφική παράδοση περί "κοινού συμφέροντος", η οποία διακρίνει πάντοτε έναν κοινό κίνδυνο ή εχθρό και, με αφετηρία την αντίθεση προς αυτόν, διαμορφώνει μια κοινότητα συμφερόντων. Η "κοινότητα" δεν βασίζεται στην αρμονία αλλά στην αποσιώπηση ή την "αναβολή κρίσης" άλλων αντιφάσεων που εμφανίζονται ως δευτερεύουσες (ενώ είναι οι πλέον επικίνδυνες γι' αυτούς που τις "υποβιβάζουν")4. Στον Τόμσον, το σχήμα αυτό φτάνει στην ακραία μορφή του κοινού συμφέροντος όλης της ανθρωπότητας εναντίον μιας παντοδύναμης και αυτονομημένης τεχνολογίας και των μυστηριωδών φορέων της.

Η απολυτοποίηση αυτή θυμίζει και ατυχείς στιγμές της μαρξιστικής θεωρίας. Πέρα από το συνειρμό με ανάλογες κατασκευές "συντριπτικής πλειοψηφίας κατά..." που χρησιμοποίησε η θεωρία του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού για να δικαιολογήσει τη ρεφορμιστική πολιτική που προέβαλε, η αντιμετώπιση του πολέμου ως "αποκάλυψης" που οδηγεί σε ανεπίδεκτες χειρισμού καταστάσεις, θυμίζει την άποψη του σοβιετικού μαρξισμού ότι ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος θα φέρει το αυτόματο "γκρέμισμα του καπιταλισμού" (Ρόζενταλ-Γιουντίν 1963  - βλ. και την κριτική του Jahn, Steinweg 1980, σ.180επ.). Η ανορθολογική ελπίδα ότι το τέλος του καπιταλισμού θα προκύψει αναγκαία από έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο (ο οποίος παίρνει τη θέση της επαναστατικής οργάνωσης και δράσης), δεν απέχει από την αντίληψη του Τόμσον ότι οι ταξικοί ανταγωνισμοί οδήγησαν σε ένα σύστημα πολέμου, το οποίο καταργεί την πολιτική, απειλεί να καταστρέψει την ανθρωπότητα και, ενόψει της προτεραιότητας του κινδύνου, επιβάλλει την αναστολή των ταξικών αγώνων. Δεν πρόκειται για "ενότητα των αντιθέτων (συμφερόντων)" αλλά  - και στις δύο περιπτώσεις για τη θεωρητικά αμήχανη υποστήριξη μιας συναινετικής πολιτικής που επικαλείται το "μεγάλο εχθρό" για να αποκρύψει τους πραγματικούς5.

Οι απορίες του εξοντωτισμού δείχνουν τα αδιέξοδα του "επιχειρήματος της Βόμβας" και του συνοδευτικού "αδιάλλακτου ειρηνισμού", δηλαδή της άνευ όρων αποδοχής του πρώτου όρου που θέτει το εκβιαστικό δίλημμα "καπιταλιστική γαλήνη ή εξόντωση", παρότι ο "εξοντωτικός" πόλος του δεν έχει λογική πιθανότητα πραγμάτωσης και το ανατρέπει.

3.3. Εξίσου μη ικανοποιητική είναι η προβολή του αιτήματος αυτοδιάθεσης των λαών, στη μορφή που αυτό υιοθετείται από όσους δεν έχουν πλέον ιμπεριαλιστικό συμφέρον στη διατήρηση πολυεθνικών κρατών. Το αίτημα αυτοδιάθεσης συνδέεται με την ειρηνιστική προσέγγιση του πολέμου, δεδομένου ότι, πρώτον, θεωρείται σήμερα ως η μόνη "εύλογη" εξαίρεση στο αίτημα της ειρήνης (ο πόλεμος ανεξαρτησίας εμφανίζεται ως ο μόνος δίκαιος στα πλαίσια της διαδικασίας εθνικοποίησης του πολέμου) και, δεύτερον, η ολοκλήρωση της τάσης εθνικοποίησης των κρατών θεωρείται αναγκαία προϋπόθεση "εξειρήνευσης του κόσμου". Όπως θα δούμε αναλυτικά (παρ.7), η έννοια του έθνους δεν εκφράζει την ενότητα κοινότητα συμφερόντων των "ομοεθνών" αλλά αποτελεί μέσο ομογενοποίησης πληθυσμών που κατοικούν σε ορισμένο έδαφος. Εκφράζει την προσπάθεια δημιουργίας μιας κοινότητας κρατικής μορφής που εσωτερικά στηρίζει ένα καθεστώς εκμετάλλευσης και εξωτερικά τείνει στην επιθετικότητα (κατάκτηση εδαφών που κρίνονται ως εθνικά και κυριαρχία επί άλλων εθνοτήτων που, ως διαφορετικές, θεωρούνται άρρητα και κατώτερες).

Τα αδιέξοδα της προβολής του δικαιώματος "αυτοδιάθεσης των εθνών" χωρίς περαιτέρω διευκρινήσεις, φαίνονται στην πρόσφατη τοποθέτηση του A.Finkielkraut για τη Γιουγκοσλαβία (Le Monde 9.7.91), ο οποίος, υπερασπίζοντας το δικαίωμα των Σλοβένων και Κροατών σε αυτονόμηση, επικαλείται την ιστορική ενότητα "μνήμης και συναίνεσης" κάθε έθνους, εμφανίζοντας τους λαούς αυτούς ως αγωνιστές της ελευθερίας απέναντι στη "στρατιωτική δικτατορία" που τείνει να εγκαθιδρύσει η Σερβία. Στο κείμενο γίνονται μεν λυρικές αναφορές σε έθνη, σημαίες και πολιτισμούς, αλλά καμιά ανάλυση της οικονομικής κατάστασης της χώρας και των οικονομικών πολιτικών προοπτικών που υποστηρίζουν το αίτημα της αυτοδιάθεσης δεν διευκρινίζει το πραγματικό περιεχόμενο του. Μένει ο ανιστορικός εθνικισμός και η νιοστή επίκληση της ελευθερίας απέναντι στον "κομμουνισμό" με πλήρη άγνοια των γεωπολιτικών δεδομένων6. Ενδεικτικό των αδιεξόδων της προσέγγισης αυτής είναι πως, στην παρατήρηση που του έγινε ότι με την ίδια λογική πρέπει να υποστηριχθεί και το αίτημα ανεξαρτητοποίησης της Κορσικής, ο φίλος της ελευθερίας και των εθνών επανέρχεται στην αποικιοκρατική λογική και επικαλείται τη συνταγματική κατοχύρωση του αδιαίρετου της γαλλικής δημοκρατίας και τη μη αντιπροσωπευτικότητα των αυτονομιστών της Κορσικής. Η θεώρηση του έθνους ως πρωταρχικής πραγματικότητας και του αιτήματος αυτοδιάθεσης ως δικαιώματος απογυμνωμένου από οικονομικές πολιτικές συνιστώσες, οδηγεί στην εθνικιστική επιθετικότητα όταν πρόκειται για υπεράσπιση του "δικού μας" έθνους από μειονότητες που απειλούν τη συνοχή του. Διακρίνεται ο φαύλος κύκλος της εθνικιστικής στάσης που έχει τις δεσμεύσεις κάθε απολογητικής (η ανάλυση αποσκοπεί στην εύρεση της καλύτερης "εθνικής τοποθέτησης", στην προπαγάνδα υπέρ των συμφερόντων μιας χώρας ως νομικά δίκαιων και θεωρητικά αληθών  - βλ. την κριτική του Μηλιού 1991).

3.4. Το ερώτημα τι "θέση" παίρνει ο μαρξισμός στο ζήτημα της εθνικής αυτοδιάθεσης και του πολέμου δεν μπορεί να απαντηθεί στη μορφή αυτή, η οποία επιδέχεται μόνο τις "εύλογες" απαντήσεις ότι η μεν αυτόνομη συγκρότηση ανθρώπινων κοινοτήτων με γλωσσικούς και ιστορικούς δεσμούς αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα, ο δε πόλεμος είναι φαινόμενο βαρβαρότητας που προκαλεί τεράστιες υλικές καταστροφές, απειλεί τη ζωή, την κοινωνική και τη συναισθηματική ισορροπία εκατομμυρίων ανθρώπων (βλ. ανάμεσα σε πολλές τη μαρτυρία της Hornberger 1991).

Οι παραπάνω απαντήσεις ταυτίζονται με εκείνες που δίνει ο ειρηνισμός και ο εθνικισμός. Οι φορείς των δύο ιδεολογιών τοποθετούνται οντολογικά στα προκείμενα προβλήματα, διαμορφώνουν τα ερωτήματα στη λογική του διωνύμου "ναι όχι" και οδηγούνται στην (προδεδομένη) καταφατική απάντηση. Μια τέτοια προσέγγιση είναι νομικίστικη, δεδομένου ότι οι σχετικές αρχές διακηρύσσονται κατεξοχήν στα κείμενα των διεθνών συνθηκών που εμφανίζονται ως μέσα κατοχύρωσης της ειρήνης και της εθνικής αυτοδιάθεσης και υποβάλλουν την ιδέα ότι αρκεί η τήρηση θεσπισμένων αρχών για να επιλυθούν τα εν λόγω προβλήματα.

Σε τέτοια ζητήματα δεν πρέπει να δίνονται όμως γενικευτικές νομικές απαντήσεις αλλά απαιτείται ιστορική κοινωνική έρευνα, δηλαδή ουσιαστική κατανόηση τους (Λένιν σε Haupt κ.ά 1974, σ.366, Luxemburg 1986, σ.528). Η διεθνής τάξη και οι νομικές της έννοιες είναι ιδεολογικά παράγωγα των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας και έχουν κατά κυριολεξία συντηρητικό χαρακτήρα, διότι αποβλέπουν στη διατήρηση των υπαρχόντων συσχετισμών, επιτρέποντας την "ερμηνεία" με τρόπο που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ισχυρότερων (για την ακαταλληλότητα των ιδεολογικών κατηγοριών του δικαίου και το συντηρητικό τους χαρακτήρα, Μηλιός 1991). Έτσι, η κοινωνική "τάξη αδίκου" εναρμονίζεται με τις ρητορικές εξαγγελίες του διεθνούς δικαίου. Ο πόλεμος στον Κόλπο έδωσε την πιο πρόσφατη απόδειξη ότι οι καταφανείς παραβιάσεις του Χάρτη του ΟΗΕ (που ελάχιστα αναλύθηκαν  - Chemillier Gendreau 1991, Deiseroth 1991) μεταλλάσσονται σε "υπεράσπιση του δικαίου", μέσα στο νομικό πλαίσιο που εξασφαλίζει την κυριαρχία των μεγάλων δυνάμεων, καθιστά φενακιστική την ισότητα των κρατών και επιβάλλει ως παγκόσμιο δίκαιο τη δυτική νομική σκέψη (Chemillier Gendreau 1991)7.

Υιοθετώντας μια μέθοδο ανάλυσης που έρχεται σε ρήξη με το νομικό συντηρητικό τρόπο σκέψης, ο μαρξισμός δεν παρέχει οντολογικές απαντήσεις, αλλά αναλύει ιστορικά τα φαινόμενα του πολέμου και του έθνους και προσφέρει ριζικά διαφορετικές τοποθετήσεις, που φέρνουν στο πρώτο πλάνο της ανάλυσης την ταξική σύγκρουση και την αμφιμερή προσπάθεια κάμψης του συσχετισμού δυνάμεων σε ευνοϊκή κατεύθυνση. Η έννοια της ταξικής σύγκρουσης  - το στοιχείο που λείπει από την ειρηνιστική και εθνικιστική προσέγγιση - δίνει το κλειδί κατανόησης των θέσεων του.

Οδηγητικό νήμα της μαρξιστικής τοποθέτησης αποτελούν ορισμένα ζεύγη προβλημάτων που συνοψίζουν τις σχετικές αναλύσεις. Πρόκειται για τα ζεύγη: ταξικός εθνικός πόλεμος, δίκαιος άδικος πόλεμος, εσωτερικός εξωτερικός εχθρός, τακτικός λαϊκός στρατός, πόλεμος επανάσταση (βίαιη έκφραση του διλήμματος ιμπεριαλισμός ή σοσιαλισμός  - Luxemburg 1987a, σ.290), πόλεμος ή ειρήνη (δηλ. τέλος του πολέμου) και πόλεμος πολιτική. Το τελευταίο δίπολο αποτελεί σημείο άρθρωσης της μαρξιστικής προβληματικής και καθιστά αναγκαία την αναφορά στην ανάλογη "Περί πολέμου" ανάλυση του Clausewitz.

 

4. Carl von Clausewitz. H πολιτική ενότητα του πολέμου
4.1. Η παρατήρηση ότι ο Κλαούζεβιτς αποτελεί μοναδική περίπτωση αστού θεωρητικού που αναφέρεται με τέτοια συχνότητα και τόσο επιδοκιμαστικά από τους μαρξιστές (Jahn σε Steinweg 1980, σ.165) δείχνει τη σημασία που έχει σήμερα η μελέτη του έργου ενός πρώσου στρατηγού, ο οποίος συνδυάζοντας την "επιτελική" εμπειρία διεξαγωγής του πολέμου με φιλοσοφική παιδεία και αναλυτική ικανότητα, προσέφερε μια πραγματεία περί πολέμου που διατηρεί την επικαιρότητα της.

Το έργο Vom Kriege (1832 34), εμφανίζεται ως επιστημονική διερεύνηση του πολέμου και περιλαμβάνει αναλύσεις για το χαρακτήρα και τον τρόπο διεξαγωγής του. Περιοριζόμενοι στο κεντρικό στοιχείο του έργου δεν θα αναφερθούμε στις έννοιες που χρησιμοποιούνται για τη μελέτη επιμέρους ζητημάτων (π.χ. διαλεκτική αναμονής απόφασης, κέντρο βαρύτητας κάθε πεδίου μάχης, γεωμετρική και αριθμητική διάσταση της μάχης, αρχή μειούμενης δύναμης της επίθεσης, δυνατότητα νίκης χωρίς μάχη λόγω συντριπτικής υπεροπλίας και λήψης καθοριστικών θέσεων από τον αντίπαλο που καθιστούν άσκοπη την αντίσταση).

Ο πόλεμος ορίζεται ως μια μακρά διαδικασία σύγκρουσης με άσκηση ακραίας μορφής ένοπλης βίας για την εξόντωση του αντιπάλου σε συνθήκες πόλωσης και έντασης, η οποία αυξάνεται από το "πάθος" που υπάρχει σε έναν λαό εναντίον του αντιπάλου του (Clausewitz 1952, σ.89επ.). Ο πόλεμος αντιμετωπίζεται ως μονομαχία μεγάλης κλίμακας, στην οποία γίνεται χρήση βίας για να εξαναγκασθεί ο ένας αντίπαλος να υποταχθεί στη θέληση του άλλου, με τελικό σκοπό να συναφθεί ευνοϊκή για το νικητή συνθήκη ειρήνης (Clausewitz 1952, σ.89επ., 70βεπ). Αναδεικνύονται έτσι ως κύρια στοιχεία η αρχή της εξόντωσης του αντιπάλου και η αρχή της πόλωσης των δυνάμεων (Clausewitz 1952, σ.321επ., 102επ.).

4.2. Το "αποκαλυπτικό" σχήμα της ακραίας έντασης και της ανελέητης βίας δεν θα είχε αναλυτικό ενδιαφέρον αν δεν συνοδευόταν από μια σειρά σχετικοποιήσεων του αρχικού ορισμού. Μπορούμε να μιλήσουμε για την αρχή της πραγματικότητας του πολέμου, η οποία αποκαθιστά το αρχικό σχήμα στις πραγματικές του διαστάσεις, συμβάλλοντας στην κατανόηση του πολέμου.

Η πρώτη σχετικοποίηση επέρχεται από την θεώρηση του πολέμου ως σύγκρουσης ανάλογης με τις λοιπές κοινωνικές συγκρούσεις. Η διαφοροποίηση είναι εμφανής στην ένταση (στον πόλεμο υπάρχει πάντοτε "αιματηρή λύση της σύγκρουσης") και στα χρησιμοποιούμενα μέσα, χωρίς όμως να εντοπίζεται κάποια τομή ή "αρχή" που αντιδιαστέλλει ριζικά τον πόλεμο από την ειρήνη και από μια κατάσταση κοινωνικής αρμονίας. Αυτό δείχνει την ομοιότητα του πολέμου με μορφές κοινωνικής σύγκρουσης όπως το εμπόριο και η πολιτική (Clausewitz 1952, σ.201). Από εδώ μπορεί να συναχθεί, με προέκταση της ανάλυσης του Κλαούζεβιτς, ότι η ένοπλη σύρραξη δεν αποτελεί τη μήτρα των υπόλοιπων κοινωνικών συγκρούσεων. Αντίθετα, η ύπαρξη πολλαπλών επιπέδων αντιπαλότητας καθιστά δυνατή μια ακραία και εξαιρετική εκδήλωση της, την ένοπλη σύγκρουση, η οποία εκφράζει τη γενικευμένη κοινωνική σύγκρουση στην οξύτερη (αλλά όχι πρωταρχική) μορφή. Ο πόλεμος σχετικοποιείται ως μια από τις μορφές σύγκρουσης και τοποθετείται σε θέση αιτιακής εξάρτησης από τις προϋπάρχουσες αντιπαλότητες, εντασσόμενος σε μια κοινωνική αλληλουχία ως εξαιρετική και εξαρτημένη πραγματικότητα.

Η δεύτερη σχετικοποίηση προκύπτει από τις αναλύσεις για τη μη απόλυτη ισχύ της αρχής της πόλωσης. Η πόλωση μειώνεται λόγω της ύπαρξης διαφορετικών στρατηγικών και συμφερόντων. Οι δύο στρατοί δεν εφαρμόζουν τα ίδια σχέδια και ο πόλεμος αποτελεί ένα "παιχνίδι με υπολογισμό πιθανοτήτων" βάσει δεδομένων πληροφοριών. Η ατέλεια των πληροφοριών, η επιρροή της "τύχης" και η πολλαπλότητα των λαμβανομένων αποφάσεων αίρουν ως ένα βαθμό, υποκειμενικά και αντικειμενικά, την αρχή της πόλωσης (Clausewitz 1952, σ.102επ.).

Η βασικότερη σχετικοποίηση εντοπίζεται στην τάση περιορισμού της αρχής της εξόντωσης μέσω της διάκρισης απόλυτου πραγματικού πολέμου και της προβληματικής για τη σχέση πολέμου πολιτικής. Η ανάλυση του Κλαούζεβιτς για τον απόλυτο πόλεμο βασίζεται στον προαναφερθέντα ορισμό του πολέμου και αποτελεί μια μορφή ιδεοτύπου. Διευκρινίζεται ότι ο απόλυτος πόλεμος δεν είναι δυνατό να υπάρξει και η "στρατιωτική λογική" πόλωσης και εξόντωσης δεν εφαρμόζεται σε καθαρή μορφή.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι σύμφωνα με το γερμανό θεωρητικό, τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του πολέμου (τύχη, ανθρώπινη αδυναμία και κυρίως σκοπός του πολέμου) είναι αυτά που καθιστούν αδύνατη την ύπαρξη απόλυτου πολέμου. Η αρχή της εξόντωσης δεν περιορίζεται από την τεχνική αδυναμία, τον "ανθρωπισμό" ή την "ευαισθησία" των αντιπάλων, αλλά η ίδια η κοινωνική υφή του φαινομένου δημιουργεί την "απόσταση" μεταξύ απόλυτου και πραγματικού πολέμου. Δεν πρόκειται για μια "ατελή ανάπτυξη" της πραγματικότητας έναντι της "ιδέας", την οποία μπορούν να "υπερβούν" τα κράτη σε μεταγενέστερο στάδιο (π.χ. στην εποχή των πυρηνικών όπλων) ούτε για την έλλογη απόφαση περιορισμού του κακού του πολέμου στη νομικώς παραδεκτή ή, προσφάτως, στην "χειρουργικής ακρίβειας" μορφή του. Ο πόλεμος είναι πραγματικός και όχι απόλυτος για λόγους εγγενείς στην έννοια του και η ερμηνεία της δομικής απόστασης των δύο μορφών βρίσκεται στη σχέση πολέμου πολιτικής.

Η αιματηρή σύγκρουση θεωρείται από τον Κλαούζεβιτς αναγκαία και, μπροστά στη διαρκή απειλή του αντιπάλου, "σωτήρια" παρότι "καταστροφική" (Clausewitz 1952, σ.367επ.). Ωστόσο ένας απόλυτος πόλεμος δεν θεωρείται δυνατός λόγω του σκοπού κάθε πολεμικής σύγκρουσης. Ο πόλεμος επιτρέπει την "αιματηρή επίλυση μιας κρίσης" με "πολιτικό χαρακτήρα". Η πολιτική αποτελεί τον κρίκο που συνδέει τον απόλυτο με τον πραγματικό πόλεμο. Η περίφημη φράση ότι ο πόλεμος αποτελεί "απλή συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα", δηλαδή με μάχες και όχι με "σύνταξη υπομνημάτων" (Clausewitz 1952, σ.108, 892) δεν είναι, όπως θεωρείται συνήθως, ορισμός του πολέμου αλλά μια επεξήγηση της θεμελιώδους διάκρισης απόλυτου πραγματικού πολέμου. Η πολιτική θεώρηση καθιστά τον πόλεμο σκόπιμη κοινωνική δραστηριότητα, η οποία ερμηνεύεται μέσω του σκοπού της. Η μορφή και η ένταση ένοπλης βίας προκύπτουν από τον επιδιωκόμενο πολιτικό σκοπό και περιορίζονται από αυτόν ("οι πιθανότητες της πραγματικής ζωής παίρνουν τη θέση του ακραίου και απόλυτου της έννοιας"  - Clausewitz 1952, σ.97).

Η αιματοχυσία μετατρέπεται σε στρατηγικά οργανωμένη προσπάθεια να επιτευχθεί πολιτική νίκη μέσω αυτού που ο Κλαούζεβιτς αποκαλεί "ανώτατο δικαστήριο" και "απόφαση των όπλων" (Clausewitz 1952, σ. 127). Ο πολιτικός σκοπός καθορίζει την έναρξη και το τέλος του πολέμου, επιβάλλει συμβιβασμούς, συμμαχίες και υποχωρήσεις αλλά και επιδρά στην ένταση της εχθρότητας και της βίας. Ο πόλεμος δεν είναι απλή εχθρότητα αλλά πολιτικός υπολογισμός και γι' αυτό έχει "τη δική του γραμματική αλλά όχι και τη δική του λογική". Μεταξύ των δύο δυνατών οπτικών, της στρατιωτικής και της πολιτικής, υπερισχύει η δεύτερη, η οποία δίνει νόημα στην ένοπλη σύγκρουση. Αν προϋπόθεση κάθε επιτυχημένης στρατηγικής είναι ο μη διαχωρισμός των δύο οπτικών, η υπερίσχυση της ρευστότητας και της ευκαμψίας της πολιτικής αποτελεί πρωταρχική ανάγκη και θεμελιώδες δίδαγμα της εμπειρίας. Η στρατιωτική οπτική επιδρά στις "λεπτομέρειες" και την οργάνωση του πολέμου ενώ η πολιτική οπτική  - που επιτρέπει την "κατανόηση" του πολέμου ως "εργαλείου" της διαποτίζει "ολόκληρη την πολεμική πράξη" (Clausewitz 1952, σ. 108, 888επ., 1118).

Κατά τον Κλαούζεβιτς, ο απόλυτος πόλεμος δεν είναι δυνατός, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η απόπειρα διεξαγωγής τέτοιου πολέμου (ναπολεόντεια Γαλλία, χιτλερική Γερμανία κλπ.) οδηγεί νομοτελειακά στη συντριβή, δεδομένου ότι η αυτονόμηση της στρατιωτικής οπτικής παραγνωρίζει τον υπάρχοντα συσχετισμό δύναμης και αποσυνδέει τους σκοπούς από τα διαθέσιμα μέσα, στερώντας την πολεμική πράξη από τη μόνη δυνατή λογική της, την πολιτική λογική. Κάθε προσπάθεια να μεταφερθεί η αναλυτικά χρήσιμη έννοια του απόλυτου πολέμου στο πραγματικό επίπεδο, είναι απρόσφορη. Η συχνή παρομοίωση του πολέμου με "εργαλείο", αποτελεί την εναργέστερη έκφραση της συμβολής του Κλαούζεβιτς στην κατανόηση του πολέμου.

4.3. Δύο άλλα στοιχεία που τονίζονται ιδιαίτερα στο έργο αυτό, αλλά δεν αποτελούν πρωτότυπη συμβολή, είναι η σημασία της εμπειρίας για τη διεξαγωγή πολέμου, δηλαδή η "τριβή" με την πολεμική πραγματικότητα που επιτρέπει την αφομοίωση των λίγων και απλών εννοιών της θεωρίας και τη διαρκή διόρθωση τους μέσω της εφαρμογής (ο πόλεμος θεωρείται κατεξοχήν πρακτική δραστηριότητα μπροστά στην οποία η θεωρία είναι αδύναμη αν όχι περιττή  - Clausewitz 1952, σ.159επ., 183επ., 210επ.) και, δεύτερον, η ανάλυση της επιρροής που ασκεί στο χαρακτήρα του πολέμου η ιστορική μεταβλητότητα του τρόπου διεξαγωγής του. Ο Κλαούζεβιτς καταγράφει τη μεταλλαγή του πολέμου από την "κυβερνητική" μορφή, που χρησιμοποιεί μισθοφορικό στρατό, στην εθνική λαϊκή μορφή που φέρνει στο προσκήνιο τον ένοπλο λαό. Διστάζοντας στην ερμηνεία αυτού του φαινομένου που ανέδειξαν οι ναπολεόντειοι πόλεμοι και το οποίο περιγράφεται ως "διεύρυνση" και "ενίσχυση" της πολεμικής διαδικασίας, ο Κλαούζεβιτς επισημαίνει την ανάγκη περιοδολόγησης και θέτει το ερώτημα της σημασίας που έχει για τον πόλεμο και την πολιτική η είσοδος του λαϊκού στοιχείου (Clausewitz 1952, σ.310επ., 697επ., 868επ.). θα δούμε στη συνέχεια ότι, στη μαρξιστική προοπτική, η "τριβή" στον πόλεμο και η "διαλεκτική" του λαϊκού στρατού αναλύονται ως σημεία αντιπαράθεσης με το μιλιταρισμό και τις κυρίαρχες προσεγγίσεις για τον πόλεμο.

4.4. Οι μαρξιστικές επεξεργασίες εντάσσονται στο πλαίσιο ερμηνείας που έθεσε ο Κλαούζεβιτς αλλά δεν το υιοθετούν απόλυτα. Αφενός μεν απορρίπτουν ένα προβληματικό στοιχείο του (την αντίληψη ότι υπάρχει αδιάρρηκτη ενότητα κάθε μετώπου και ομόθυμη στροφή του ενάντια στον εξωτερικό εχθρό, μέσω του "εχθρικού πάθους" που διακρίνει κάθε λαό και αποβλέπει στην υπεράσπιση των κοινών πολιτικών συμφερόντων, τα οποία εκφράζει η πολιτική ηγεσία), αφετέρου δε επιχειρούν να "γεμίσουν" το σχήμα πολιτικής ερμηνείας του πολέμου, εξηγώντας σε τι συνίστανται οι πολιτικοί στόχοι που ο Κλαούζεβιτς αναφέρει αφηρημένα (αφού, πρώτον, δεν αναφέρεται ειδικά σ' αυτούς αλλά θεωρεί τον πόλεμο "φορέα" κάθε δυνατής πολιτικής και, δεύτερον, συλλαμβάνει τον πολιτικό σκοπό ως κοινή επιδίωξη του "εθνικού" μετώπου). Η σχέση των μαρξιστών με τον Κλαούζεβιτς προκύπτει από τη διπλή τάση διεύρυνσης του σχήματος του (ανάλυση των πολλαπλών πολιτικών πολεμικών μετώπων στη θέση της αντιπαράθεσης δύο εθνών) και, ταυτόχρονα, περιορισμού της εμβέλειας του με τον καθορισμό των μορφών πολιτικής που ασκούνται δια του πολέμου.

 

5. Ο πόλεμος ως ταξική πολιτική
Οι μαρξιστικές αναλύσεις για τον πόλεμο αναπτύσσουν τα ζεύγη εννοιών που προαναφέρθηκαν με κέντρο τη σχέση πολέμου πολιτικής. Είναι δυνατό να εντοπισθούν πέντε σημεία που δείχνουν την προτεραιότητα της πολιτικής και την ερμηνεύουν ως ταξική πολιτική.

5.1. Η τεχνική τον πολέμου. Το έργο του "στρατηγού" Ένγκελς έχει μια "περιοχή" στρατηγικών αναλύσεων, η έκταση και ο πλούτος της οποίας ξεπερνούν τις ανάγκες της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας. Οι στρατηγικές αναλύσεις τον Ένγκελς έγιναν με αφορμή συγκεκριμένες πολεμικές συγκρούσεις (εξεγέρσεις του 1848, κριμαϊκός πόλεμος, γαλλογερμανικός πόλεμος του 1870)8 ενώ, παράλληλα, ορισμένα κείμενα του επιχειρούν να συστηματοποιήσουν στρατιωτικές πληροφορίες και αναλύσεις9.

Οι αναλύσεις αυτές συσχετίζουν την τεχνική του πολέμου με την ιστορική εξέλιξη και τα χαρακτηριστικά των ταξικών κοινωνιών. Εν πρώτοις επισημαίνεται ότι η "τελειοποίηση" της τεχνικής του πολέμου που επήλθε με τη γαλλική επανάσταση και τις ναπολεόντειες εκστρατείες, είχε άμεσο αντίκτυπο στους υπόλοιπους στρατούς της Ευρώπης και έδειξε ότι η επιλογή της οργάνωσης του στρατού δεν γίνεται αυθαίρετα ή με βάση τις "παραδόσεις" κάθε χώρας αλλά σε αντιστοιχία με τη στρατιωτική τεχνική των αντιπάλων, οδηγώντας αναγκαστικά (ανταγωνιστικά) στην εξομοίωση των στρατιωτικών συστημάτων σε χώρες με ανάλογο επίπεδο ανάπτυξης. Το μόνο εμπόδιο για την υιοθέτηση της σύγχρονης "πολεμικής τέχνης" είναι η ύπαρξη κοινωνικών σχέσεων παραγωγής που ως "καθυστερημένες" (ο Ένγκελς αναφέρει το παράδειγμα του "ημιβαρβαρικού" ρωσικού στρατού) δεν επιτρέπουν την εξομοίωση των στρατών (Engels 1973a, σ.474επ.). Αυτό δείχνει εκ του αντιθέτου ότι η οργάνωση του στρατού συνδέεται άμεσα με τον τρόπο παραγωγής και την ανάπτυξη κάθε χώρας. Η θέση του Ένγκελς μπορεί να επαληθευθεί εμπειρικά και επισημαίνει ότι η "παραγωγή" του στρατού βρίσκεται σε αντιστοιχία με τις σχέσεις παραγωγής και τις παραγωγικές δυνάμεις ενός κοινωνικού σχηματισμού.

Παράλληλα, ο Ένγκελς διακρίνει ως κύρια στοιχεία του σύγχρονου πολέμου την οργάνωση μεγάλων "λαϊκών" στρατών που διαθέτουν πρωτοφανή τεχνικά μέσα και βασίζονται στον "αναγκαίο αριθμό μορφωμένων αξιωματικών" και στους "έξυπνους στρατιώτες", στη μαζικότητα και την ευκινησία (Engels 1973a, σ.477). Αυτά τα χαρακτηριστικά εμφανίσθηκαν μετά τη γαλλική επανάσταση διότι η δημιουργία σύγχρονων πολεμικών μεθόδων προϋπέθετε τη χειραφέτηση της αστικής τάξης και των μικρογεωργών. "Η αστική τάξη προσφέρει τα χρήματα και οι μικρογεωργοί δίνουν τους στρατιώτες" ενώ ο σύγχρονος στρατός και πόλεμος αποτελούν τη "στρατιωτική έκφραση" της χειραφέτησης των δύο τάξεων από τη φεουδαρχία (Engels 1973a, σ.477επ.). Η χειραφέτηση του προλεταριάτου θα δημιουργήσει τη δική του στρατιωτική έκφραση, δηλαδή νέες πολεμικές μεθόδους: "η νέα πολεμική επιστήμη θα είναι ένα εξίσου αναγκαίο προϊόν των νέων κοινωνικών σχέσεων" (Engels 1973a, σ.481) και θα εμφανίζει ασύγκριτα μεγαλύτερη μαζικότητα και κινητικότητα, αλλά αυτό θα συμβεί σε εποχή που δεν θα υπάρχουν "αντίστοιχοι εχθροί" διότι θα έχει θριαμβεύσει η παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση (Engels 1973 - a, σ.482), όπως ο Ένγκελς ελπίζει το 1851. Τα παραπάνω δείχνουν την εξάρτηση της πολεμικής "τέχνης" από τον πολιτικό συσχετισμό δύναμης (από τον οποίο προκύπτουν οι αποφάσεις δημιουργίας πολεμικού μηχανισμού και "κατάλληλης" χρήσης του) αλλά και, βαθύτερα, από τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής (βλ. και Engels 1972c, σ.155επ.). Πρόκειται για μια υλιστική προσέγγιση του πολέμου με διπλή έννοια. Κατά πρώτο λόγο, η οργάνωση του στρατού συνδέεται με την παραγωγή των πολεμικών εξοπλισμών και άρα με τον τρόπο παραγωγής τους ως υλικής βάσης του πολέμου  - ζήτημα που παραπέμπει άμεσα στις σχέσεις παραγωγής και οδηγεί στην ανάλυση της παραγωγής των εξοπλισμών στον καπιταλισμό ως παραγωγικών και μη αναπαραγωγικών εμπορευμάτων10. Παράλληλα, ο Ένγκελς αναλύει την "έμψυχη" συνιστώσα του στρατού σε συνάρτηση με την ταξική και μορφωτική κατάσταση στον καπιταλισμό, η οποία δημιουργεί το "σύγχρονο πόλεμο" ως προσίδιο στις συνθήκες της καπιταλιστικής κοινωνίας. Βασική είναι η παρατήρηση ότι ο σύγχρονος πόλεμος έφερε το στρατό μαζών και την γενική υποχρέωση στράτευσης στο κέντρο του πολιτικού ενδιαφέροντος.

Ο Ένγκελς αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη γενική στράτευση, την οποία αντιμετωπίζει ως πραγματικότητα των αστικών κοινωνιών και ως αίτημα του εργατικού κινήματος. Τονίζοντας ότι τα ζητήματα στρατιωτικής μεταρρύθμισης δεν ενδιαφέρουν την εργατική τάξη (αλλά θα την απασχολήσουν, όπως και τα νομικά ζητήματα, μόνο όταν επιβάλει τη δική της "μεταρρύθμιση", δηλαδή την κατάργηση των θεσμών αυτών), ο Ένγκελς γράφει ότι η καθολική στράτευση έχει δύο όψεις, τις οποίες το εργατικό κίνημα διακρίνει "ψύχραιμα και αμερόληπτα", μη έχοντας άμεσα συμφέροντα στις επιμέρους μεταρρυθμίσεις (Engels 1975, σ.41επ.).

Η καθολική στράτευση αποτελεί ανάγκη για την αστική τάξη, διότι αλλιώς δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τους εχθρούς της με ένα "φτηνό" και αποτελεσματικό στρατό ενώ δεν είναι πλέον δυνατή η κατάργηση των μαζικών στρατών που έχουν τεράστια επιχειρησιακά πλεονεκτήματα. Συνιστά όμως και απειλή για το σύστημα εξουσίας διότι ο λαϊκός στρατός δεν "χρησιμοποιείται" το ίδιο εύκολα με το μισθοφορικό και προσφέρει πολύτιμη πείρα στους εργάτες, εκπαιδεύοντας τους στη χρήση των όπλων και επιτρέποντας την παρέμβαση στις πολιτικές εξελίξεις. Γι αυτό η υποχρεωτική στράτευση  - που εισάγει τις κοινωνικές αντιφάσεις στην καρδιά του κατασταλτικού μηχανισμού - θεωρείται, παρά την κριτική στο μιλιταρισμό, ως δημοκρατική κατάκτηση και ζητείται η συνεπής εφαρμογή της σε ολόκληρο το λαό, με παράλληλη μείωση του χρόνου θητείας (Engels 1975, σ.44επ., 1979, σ.127επ.). Η υποχρεωτική στράτευση κρίνεται, λόγω της "παιδευτικής" σημασίας της, ως το αναγκαίο συμπλήρωμα του γενικού εκλογικού δικαιώματος αφού με τη συμμετοχή στο στρατό οι πολίτες ασκούν πρόσθετη πίεση στις πολιτικές εξελίξεις (Engels 1975, σ.66). Η αναγόρευση ενός θεσμού καταπίεσης σε πολιτική επιδίωξη δεν δείχνει μόνο τον αντιφατικό χαρακτήρα του "λαϊκού" στρατού σε ένα αστικό κράτος αλλά και την ανάγκη μιας πολιτικής παρέμβασης που δεν αγνοεί την πραγματικότητα αλλά τείνει στο μετασχηματισμό της. Η στρατιωτική απειλή δεν οδηγεί στην "απόρριψη" του τακτικού λαϊκού στρατού, δηλαδή στην κατ' αποτέλεσμα αποδοχή της επιλεκτικής στράτευσης των "ευπειθών" και την επαγγελματοποίηση: η κατάργηση περνά από την πολιτικοποίηση, την "ανατίναξη" του μιλιταρισμού με παρέμβαση του οπλισμένου λαού (Engels 1972c, σ.158επ.).

Εν προκειμένω εφαρμόζεται το γενικό σχήμα της εσωτερικής αντιφατικότητας των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, οι οποίες με την επέκταση τους (εδώ με τη γενίκευση της στράτευσης) παρέχουν τη δυνατότητα ανατροπής. Η διαλεκτική αυτή δεν είναι αρμονική και μηχανισμοί όπως ο στρατός μπορούν να καταστείλουν κάθε προσπάθεια "εκμετάλλευσης" των αντιφάσεων τους. Ωστόσο η γενική στράτευση παρέχει "ευκαιρία εκπαίδευσης" στον πόλεμο, όπως δείχνει η επαναστατική κρίση της παρισινής Κομμούνας που δεν θα ήταν δυνατή χωρίς το "νόμιμο" οπλισμό και την πολεμική εμπειρία των εξεγερμένων, ενώ επιδίωξη της αντεπανάστασης  - και στοιχείο που έκρινε την έκβαση της κρίσης - ήταν ο αφοπλισμός του λαού, έστω και με τη βοήθεια του πρωσικού στρατού (Μαρξ 198βα).

5.2. Ο διττός πόλεμος. Βασικό στοιχείο σύνδεσης του πολέμου με την πολιτική είναι η ανάλυση των πολεμικών συγκρούσεων υπό το πρίσμα της ταξικής σύγκρουσης. Οι παρομοιώσεις της ταξικής πάλης με "ταξική μάχη"  - παρομοιώσεις που είχαν ως πραγματολογικό αντίστοιχο την παρέμβαση του στρατού για καταστολή εξεγέρσεων αλλά και διεκδικητικών κινήσεων (συγκεντρώσεις, απεργίες), δείχνουν τη σύνδεση του στρατιωτικού συσχετισμού δύναμης με τον εσωτερικό πολιτικό συσχετισμό, στον οποίο είναι διαρκής η παρουσία και η παρέμβαση του στρατού (π.χ. Μαρξ 1986, 198βα).

Ενδεικτικότερες είναι όμως οι πολεμολογικές αναφορές του Μαρξ, ο οποίος σε αντίθεση με τις "στρατιωτικές" αναλύσεις του Ένγκελς, συνέδεε τις πολεμικές επιχειρήσεις με τις εσωτερικές εξελίξεις". Ο Μαρξ συσχετίζει το εσωτερικό και το εξωτερικό μέτωπο, επισημαίνοντας ότι τη στιγμή της ένοπλης σύγκρουσης διεξάγεται και η ταξική σύγκρουση στον εξειρηνευμένο χώρο κάθε κράτους. Εκδηλώνεται με την κερδοσκοπία στα χρηματιστήρια και την εκμετάλλευση του πολέμου από τους βιομηχάνους όπλων αλλά και με τον πόλεμο κεφαλαίου εργασίας που οδηγεί σε αιματοχυσία στο εσωτερικό μέτωπο και στην κήρυξη πολέμου στους εργάτες ενώ δίνεται υπόσχεση ειρήνης στον εξωτερικό εχθρό. Η ανάδειξη της εσωτερικής διάστασης του πολέμου, δηλαδή της παράλληλης ύπαρξης εσωτερικού και εξωτερικού εχθρού  - στοιχείο που συγκαλύπτει η "εθνική" προπαγάνδα, δείχνει τον πολιτικό χαρακτήρα των εθνικών πολέμων, οι οποίοι εντάσσονται σε μια στρατηγική μεταβολής του συσχετισμού δύναμης προς όφελος της κυρίαρχης τάξης κάθε χώρας. Αν όμως η έκβαση του πολέμου επηρεάζει κατ' ανάγκην το εσωτερικό κάθε χώρας, η αιτιακή σχέση είναι αντίστροφη: ο πολιτικός συσχετισμός δεν επηρεάζεται απλώς από έναν πόλεμο αλλά το ίδιο το ξέσπασμα του πολέμου έχει πολιτικά αίτια αναγόμενα (και) στην εσωτερική κατάσταση της κάθε χώρας ενώ η διεξαγωγή του περιλαμβάνει ένα εξίσου σημαντικό εσωτερικό μέτωπο.

5.3. Η ταξική πάλη στον πόλεμο. Με βάση τις προηγούμενες διαπιστώσεις, ο Μαρξ καταγγέλλει την αντίληψη περί "διακοπής της ταξικής πάλης" στη διάρκεια του πολέμου. Το Κοινοβούλιο παύει να ασκεί πολιτικό έλεγχο σε καιρό πολέμου και καμιά συζήτηση δεν είναι δυνατή, ούτε καν για τις εσωτερικές υποθέσεις. Στους βουλευτές επιτρέπεται μόνο η "εκτόνωση", όχι η συζήτηση και η πιθανή αλλαγή "εθνικής" στρατηγικής (Marx 1982, σ.181,259)12.

Είναι ενδιαφέρον να εξετάσουμε εδώ με ποιο τρόπο το επαναστατικό ρεύμα της δεύτερης Διεθνούς αντιπαρατέθηκε στη αντίληψη ότι ο πόλεμος  - ένα κατεξοχήν πολιτικό γεγονός - αποτελεί "εθνική αναγκαιότητα".

Ο Καρλ Λήμπκνεχτ  - που ως βουλευτής του Ράιχσταγκ αρνήθηκε το 1914 να ψηφίσει τις πιστώσεις για πολεμικές δαπάνες της ιμπεριαλιστικής Γερμανίας, κατήγγειλε τον εθνικισμό της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία υποκλίθηκε μπροστά στην "εθνική ενότητα", λησμονώντας τον εν ειρήνη διακηρυσσόμενο διεθνισμό και την ταξική αντίθεση, και ολοκληρώνοντας με τον τρόπο αυτό τη στροφή ή "χρεοκοπία" της. Ο Λήμπκνεχτ απομυθοποιεί τον πατριωτισμό των κυρίαρχων τάξεων δείχνοντας με στοιχεία ότι οι βιομήχανοι όπλων συνεργάζονται με τους "εχθρούς" και είναι πρόθυμοι να τους πουλήσουν όπλα, ενδιαφερόμενοι για το κέρδος και όχι για την "προστασία της πατρίδας" ("ο πόλεμος και η ειρήνη αποτελούν καπιταλιστικές επιχειρήσεις"  - Liebknecht 1974, σ.71επ., 260επ.). Η κριτική αυτή ("η πατρίδα κινδυνεύει από την πολεμική βιομηχανία της") δεν είναι βέβαια επαρκής για την επεξεργασία μιας αντιιμπεριαλιστικής πολιτικής διότι απλώς μεταθέτει (χωρίς να αμφισβητεί) τη διαχωριστική γραμμή του "εθνικού συμφέροντος" και του "πατριωτισμού". Καταγγέλλοντας τους "αντεθνικούς" καπιταλιστές παραμένει η ανάγκη "υπεράσπισης της πατρίδας" από άλλους "εθνικούς φορείς". Ο Λήμπκνεχτ θα καταγγείλει και τον ίδιο τον πόλεμο ως ιμπεριαλιστικό, προβάλλοντας το σύνθημα "ταξική πάλη ενάντια στον πόλεμο". Αναλύει τον α' παγκόσμιο πόλεμο ως ιμπεριαλιστικό (αγώνας για κυριαρχία στην παγκόσμια αγορά με την κατάκτηση εδαφών τόπων εγκατάστασης του κεφαλαίου), ο οποίος στρέφεται συνολικά κατά των λαών και του εργατικού κινήματος. Συνεπώς όσοι υφίστανται εκμετάλλευση έχουν κοινό συμφέρον, ανεξάρτητα από την εθνική τους ένταξη, να στραφούν κατά του πολέμου, αμφισβητώντας την ηγεμονία της αστικής τους τάξης. Ο λαός δεν είναι απλό εργαλείο που χρησιμοποιείται στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο αλλά ζωντανό "εργαλείο" που εξεγείρεται. Στην ιμπεριαλιστική πολιτική αντιτάσσεται η ταξική πάλη στη διάρκεια του πολέμου και εναντίον του. Στόχος δεν είναι μόνο η παύση του πολέμου και η επάνοδος στην προηγούμενη κατάσταση αλλά η πάλη εναντίον της κατάστασης πραγμάτων που τον προκάλεσε  - πάλη που ενέχει κινδύνους αφού η δια του πολέμου παρέμβαση δεν αίρει τον ιμπεριαλιστικό του χαρακτήρα και η έκβαση είναι πάντα αμφίβολη (Liebknecht 1966, σ.63επ., 119επ., 142, Luxemburg 1986, ο.242). Η κήρυξη γενικής απεργίας σε καιρό πολέμου ("πόλεμος των λαών κατά του πολέμου" με διάσπαση του ιδεολογικά συγκροτούμενου εσωτερικού μετώπου) αποτελεί μέσο αποτελεσματικής αντιπαράθεσης στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, παρότι δεν φαίνεται, λόγω λαϊκής "ανωριμότητας", να υπάρχουν προϋποθέσεις απόλυτης επιτυχίας μιας τέτοιας στρατηγικής (Liebknecht 1958, σ.363επ., 423επ.).

Στη στρατηγική πάλης κατά του πολέμου είχαν αναφερθεί το 1907 οι  Λούξεμπουργκ, Λένιν και Μαρτώφ, διακρίνοντας τρία στάδια αντίδρασης. Εν όψει της απειλής πολέμου, το εργατικό κίνημα δραστηριοποιείται για την αποτροπή του. Στη διάρκεια του πολέμου καταβάλλεται κάθε προσπάθεια για άμεση διακοπή των εχθροπραξιών και, παράλληλα, επιχειρείται η εκμετάλλευση της οικονομικής και πολιτικής κρίσης για την κινητοποίηση των λαϊκών στρωμάτων και την επιτάχυνση της πτώσης του καπιταλισμού (Luxemburg 1986, σ.236). Το Μανιφέστο της Βασιλείας (1912) διακήρυξε την ανάγκη "αξιοποίησης" της κρίσης που ξεσπά στη διάρκεια ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Αναφερόμενη στην πρακτική διάσταση εθνικών και διεθνιστικών συμφερόντων που διαπιστώθηκε με το ξέσπασμα του α΄ παγκοσμίου πολέμου, η Λούξεμπουργκ θεωρεί ότι η σοσιαλδημοκρατία εξαπατήθηκε από τη θεωρία "του σπιτιού που καίγεται" και, παραιτούμενη από την ταξική πάλη, έχασε κάθε δυνατότητα να επηρεάσει την εξέλιξη του πολέμου και τη διαμόρφωση της ειρήνης. Πρόκειται για την παγίδευση στο σύνθημα "νίκη ή ήττα", με όρους που έθετε η αστική τάξη, εκμεταλλευόμενη την έννοια του αμυντικού πολέμου και "εκπροσωπώντας" το αίτημα αυτοδιάθεσης των εθνών. Απέναντι στο ψευδοδίλλημα "είτε υπεράσπιση των συμφερόντων της πατρίδας είτε διεθνής αλληλεγγύη", διέξοδο αποτελεί η επαναστατική παρέμβαση ενάντια στη βαρβαρότητα του πολέμου και την ιμπεριαλιστική ειρήνη που τον τερματίζει, δηλαδή η παράκαμψη του ιδεολογήματος περί κινδύνου της πατρίδας, το οποίο επιχειρεί να ουδετεροποιήσει τον εσωτερικό εχθρό, το εργατικό κίνημα (Luxemburg 1987a, σ.64επ., 129επ., 148επ., 367επ.).

Ανάλογη κριτική άσκησε ο Λένιν στο "μικροαστικό συναισθηματισμό" της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία αρκέστηκε στην κριτική του μιλιταρισμού, συντασσόμενη με την εθνική πολιτική και την "παλιά ιδεολογία του εθνικού πολέμου". "Ξεχνώντας" τις σοσιαλιστικές αρχές και τη διακηρυγμένη ανάγκη αντίθεσης στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, οι σοσιαλδημοκράτες χρεοκόπησαν θεωρητικά και πολιτικά, αρνούμενοι την ταξική πάλη και την, υπό όρους αναγκαία, τροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο (Lenin 1960, σ.2επ., 14επ., 26, 148επ., 200επ., 448επ.).

5.4. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Η πολιτική προσέγγιση του πολέμου προϋποθέτει την ταξική ανάλυση των αιτίων του. Για το λόγο αυτό αποκτά βασική σημασία η ανάλυση του ιμπεριαλισμού, ο οποίος "γεννά" (και ερμηνεύει) τον πόλεμο. Δεν θα αναφερθούμε εδώ στις θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό (αναλυτικά Μηλιός 1988, σ.13επ.) ούτε θα απαριθμήσουμε τα σημεία, στα οποία οι μαρξιστές καταγγέλλουν τους πολέμους μεταξύ αστικών κρατών ως "ληστρικές ιμπεριαλιστικές εκστρατείες", παρέχοντας τη βάση για διαμόρφωση μιας πολιτικής απέναντι στον πόλεμο που να λαμβάνει υπόψη ότι πίσω από την "υπεράσπιση της πατρίδας" βρίσκονται τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Αυτά είναι πολύ γνωστά αν και η πολιτική τους αποτελεσματικότητα δεν ήταν ανάλογη με τη θεωρητική τους ευστοχία. Ο συνδυασμός της ιδεολογικής και κατασταλτικής δράσης των κρατικών μηχανισμών πετυχαίνει τις περισσότερες φορές να ανάγει το "κοινό εθνικό συμφέρον" σε "αλήθεια" που επικρατεί "σε τελική ανάλυση". Με άλλη διατύπωση, η θεωρητική ανάλυση είναι ανεπαρκής αν δεν επενδυθεί σε κινήματα που διαλύουν τους κυρίαρχους μύθους με τη μαζική δράση.

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος προκύπτει από τις τάσεις σύγκρουσης που δημιουργεί η ύπαρξη μιας "αλυσίδας" άνισα αναπτυγμένων και ιεραρχημένων κοινωνικών σχηματισμών, μεταξύ των οποίων αναπτύσσονται διαρκείς αντιφάσεις και αντιπαραθέσεις για συγκριτική βελτίωση της θέσης τους. Η νομοτέλεια του πολέμου είναι αντίστοιχη με τη νομοτέλεια της ειρήνης, η οποία καταγράφει μια (κατ' ανάγκη ασταθή) μετατόπιση στο συσχετισμό δύναμης με τη διανομή της "ιμπεριαλιστικής λείας". Η εξαθλίωση που δημιουργεί ο πόλεμος και στα δύο στρατόπεδα και η εξακολούθηση της ταξικής εκμετάλλευσης αποτελεί την "αμοιβή" των λαϊκών στρωμάτων (Liebknecht 1958, σ.422επ., Lenin 1960, σ.27, 344επ., 1960a, σ.172επ., 1960b, σ.179επ., 279επ.). Η πολιτική ομοιότητα του πολέμου και της ειρήνης οφείλεται στην κοινή προέλευση τους: αποτελούν εκδηλώσεις του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού για επέκταση του χώρου επιρροής κάθε κράτους (Lenin 1960a, σ.16βεπ.). Η θεμελιώδης ομοιότητα και εναλλαξιμότητα πολέμου και ειρήνης χαρακτηρίσθηκε ως "ταύτιση των αντιθέτων... σε δεδομένες συνθήκες" (Mao 1967, De la contradiction), θα ήταν ορθότερο να θεωρήσουμε ότι υπάρχει ενότητα (και όχι ταύτιση), η οποία μάλιστα δεν είναι συγκυριακή αλλά διαπιστώνεται σε οποιεσδήποτε συνθήκες λόγω της κοινής προέλευσης πολέμου και ειρήνης.

Πέρα από το γενικό σχήμα αιτιακής σύνδεσης του πολέμου με τον ιμπεριαλισμό και την κριτική στις ιδεολογικές αντιλήψεις περί προστασίας της "πατρίδας", οι αναλύσεις για τον ιμπεριαλισμό συνεισφέρουν στην ερμηνεία του πολέμου με δύο κυρίως στοιχεία.

Πρώτον, με την κριτική στις αντιλήψεις περί δυνατότητας ενοποίησης του ιμπεριαλισμού σε παγκόσμιο πολιτικό "καρτέλ", το οποίο μπορεί να εγγυηθεί την ειρήνη για το κοινό ιμπεριαλιστικό συμφέρον, εξαλείφοντας τουλάχιστο την απειλή της ένοπλης σύγκρουσης στον καπιταλισμό. Πρόκειται για τη θεωρία του Κάουτσκυ περί (ειρηνικού) "υπεριμπεριαλισμού", στην οποία άσκησε κριτική ο Λένιν, θεωρώντας την "ευσεβή πόθο". Αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα σύναψης "καπιταλιστικών συμμαχιών" για εκμετάλλευση ορισμένων εδαφών, ο Λένιν τονίζει ότι δεν είναι βιώσιμες, όπως δείχνει η ιστορική εμπειρία, λόγω των εσωτερικών αντιφάσεων τους που δημιουργούν διαρκή "τριβή, σύγκρουση και πάλη". Αποτελούν ασταθή συμβιβασμό και δεν μπορούν να γίνουν οριστικές λόγω της δομικής ανισότητας των μερών τους. Η κατ' εξαίρεση συμμαχία επί ίσοις όροις, η ανακωχή μεταξύ δύο πολέμων δεν αναιρεί την οικονομική ανισότητα των χωρών που γεννά διαρκή σύγκρουση. Ο Κάουτσκυ παρουσιάζει την αναγκαία εναλλαγή πολέμου και ειρήνης με τη μορφή "νεκρής" αφαίρεσης, τονίζοντας την "ειρηνική" πλευρά. Η ειρηνιστική ωραιοποίηση αποκρύπτει τις υπαρκτές αντιφάσεις και τείνει στην αποδυνάμωση της αντιιμπεριαλιστικής στάσης, αντικαθιστώντας την πραγματικότητα με ελπίδες (Lenin 1960, σ.217επ., 344επ., 1960a, σ.298επ.). Η κριτική αυτή βασίζεται στην διατύπωση του νόμου της ανισομερής ανάπτυξης κάθε κράτους κρίκου της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, που έρχεται σε ρήξη με τις θεωρίες του "παγκόσμιου καπιταλισμού" και δείχνει ότι ο υπεριμπεριαλισμός είναι και από οικονομική άποψη αδύνατος (Μηλιός 1988, σ.2βεπ.). Από εδώ συνάγεται η αναγκαία σύνδεση ιμπεριαλισμού και πολέμου και το αδύνατο της εξειρήνευσης σε συνθήκες καπιταλισμού, δηλαδή όσο κυριαρχεί η τάση σύγκρουσης μεταξύ των κρατών "κρίκων" της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας.

Δεύτερη συμβολή αποτελεί η πολιτική αντίληψη του ιμπεριαλισμού, δηλαδή η ερμηνεία όχι μόνο με όρους οικονομικών νόμων και "αυτόματων" αποτελεσμάτων της "κυριαρχίας των μονοπωλίων", αλλά με συνυπολογισμό της πολιτικής διάστασης. Ο Λένιν παρατηρεί ότι "ουσία του ιμπεριαλισμού" είναι ο χωρισμός σε καταπιέζοντα και καταπιεζόμενα έθνη, ενώ με την κοινή πάλη των λαών (και την απελευθέρωση των καταπιεζόμενων εθνών) δίνεται το αποφασιστικό χτύπημα στον ιμπεριαλισμό (Lenin 1960, σ.41βεπ.). Η διατύπωση αυτή δεν αναφέρεται άμεσα στην πολιτική διάσταση του ιμπεριαλισμού και δεν αναιρεί το γεγονός ότι στο Λένιν υπάρχει συχνά η οικονομιστική αντίληψη περί ιμπεριαλισμού ως κυριαρχίας των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου (Μηλιός 1988, σ.54επ.). Ωστόσο, με την αναφορά στην αντίδραση των καταπιεζόμενων και στην ύπαρξη μιας μη οικονομικής "ουσίας", επισημαίνεται ότι ο ιμπεριαλισμός έχει πολιτική διάσταση που διαμορφώνει (εν μέρει) την αλυσίδα των αστικών κρατάν

Η ανάγκη συμπλήρωσης των οικονομικών δεδομένων με την ανάλυση της διεθνοπολιτικής συγκυρίας γίνεται φανερή από την ιστορική εξέλιξη του ιμπεριαλισμού, η οποία δεν συνάγεται από οικονομικούς νόμους (Μηλιός 1988, σ.57επ.). Δεδομένου ότι ο πόλεμος δεν προκύπτει από καθαρά οικονομικές αναγκαιότητες και η οικονομική ισχύς δεν αντανακλάται αδιαμεσολάβητα στο στρατιωτικό συσχετισμό, η πολιτική προσέγγιση επιτρέπει την ανάλυση του πολέμου με όρους που εντάσσονται στη θεωρία του ιμπεριαλισμού και, περαιτέρω, συνδέει τον ιμπεριαλισμό και τις πολεμικές συγκρούσεις με τους εθνικούς ανταγωνισμούς. Οι δυσχέρειες ερμηνείας του πολέμου, αποτελούν ένδειξη της ανάγκης να διευρυνθεί η έννοια του ιμπεριαλισμού διότι "οι εθνικιστικοί ανταγωνισμοί [είναι] ο παράγοντας που επικαθορίζει τις οικονομικές τάσεις εξέλιξης και οδηγεί, τελικά, στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Το οικονομικό επίπεδο παίζει βέβαια τον καθοριστικό σε τελική ανάλυση ρόλο. Το πολιτικό επίπεδο παίζει όμως κατά κανόνα τον κυρίαρχο ρόλο σε μια δεδομένη ιστορική συγκυρία" (Μηλιός 1988, σ.57). Μέσω αυτής της διεύρυνσης επανερχόμαστε στη θεμελιώδη, μετά τον Κλαούζεβιτς, εγγύτητα πολέμου και πολιτικής, δηλαδή στην παρέμβαση της πολιτικής βαθμίδας ανάμεσα στις σχέσεις παραγωγής που εγκλείουν την πολεμική σύγκρουση και στην απόφαση κήρυξης ενός πολέμου σε δεδομένη πολιτική συγκυρία, στοιχείο της οποίας είναι ο εθνικιστικός ανταγωνισμός και τα ταξικά συμφέροντα που επενδύονται σ' αυτόν.

5.5. Η πολιτική οπτική τον πολέμου. Η προτεραιότητα της πολιτικής αντιμετώπισης του πολέμου επιβεβαιώνεται στο ζήτημα της οργάνωσης του στρατού. Βασική είναι εδώ η κριτική του Μάο στο μιλιταρισμό ως μορφής ελιτισμού που ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την "καλή οργάνωση", τη "νίκη". Ο σχεδιασμός και η διεύθυνση των στρατιωτικών επιχειρήσεων από "ειδικούς" στηρίζεται στο μύθο του γεννημένου στρατηγού ή του επιστήμονα στρατιωτικού και αναπαράγει τον καταμερισμό εργασίας των ταξικών κοινωνιών. Η προτεραιότητα της πολιτικής οπτικής επιβάλλεται για να αποφευχθεί η "τύφλωση" των στρατιωτικών, για να υπάρξει η "καθοδήγηση" που συνδέει τους σκοπούς με τα μέσα και, ιδίως, η δημοκρατική οργάνωση του στρατού που επιτρέπει τη δράση των στρατιωτών ως πολιτών που συναποφασίζουν. Η αντιμετώπιση του πολέμου ως μέσου ενταγμένου σε μια γενικότερη στρατηγική, προϋποθέτει τη συμμετοχή των στρατιωτών, την άμεση πολιτικοποίηση της στρατιωτικής βάσης και τον πολιτικό έλεγχο του στρατού (Mao 1967, σ.11βεπ.).

 

6. Παρέκβαση: Η απόλυτη εχθρότητα και οι απολογητικές απορίες του Carl Schmitt
6.1. Το πρόσφατο θεωρητικό ενδιαφέρον για το έργο του Carl Schmitt'3 καθιστά επίκαιρη την παρέκβαση αυτή που επιχειρεί να φωτίσει τη μαρξιστική προσέγγιση μέσω ενός έργου που τοποθετείται στους αντίποδες της14. Η αυξανόμενη ελληνική βιβλιογραφία για τον Σμιττ (στην οποία προστέθηκε η συστηματική ανάλυση της περί δικαίου θεωρίας του, ως "σκληρού πυρήνα της σμιττιανής σκέψης, στον οποίο αντανακλάται το σύνολο της"  - Βασιλόγιαννης 1991) - δεν αναφέρεται ωστόσο στις σμιττιανές αντιλήψεις για τη σχέση πολέμου πολιτικής (με εξαίρεση το άρθρο του Ανθόπουλου 1985). Συνεπώς η ακόλουθη αναφορά δεν έχει μόνο κριτικό αλλά και ενημερωτικό χαρακτήρα για τις απόψεις του Σμιττ.

Η μαρξιστική κριτική στον Σμιττ, δεν οφείλεται στο φόβο της "ιεροσυλίας" που θα αποτελούσε η "αριστερή" χρήση του έργου ενός εθνικοσοσιαλιστή, όπως γράφει ο Ανθόπουλος (1985, σ.83), ειρωνευόμενος τους "ορθόδοξους" μαρξιστές. Προκύπτει, αντίθετα, από την γνωσιολογική κοινοτυπία αντιλήψεων του Σμιττ (Μηλιός 1988α) και  - ειδικότερα στο ζήτημα πολέμου πολιτικής - από τις άστοχες σμιττιανές θέσεις.

6.2. Παρά τη διαρκή αναφορά των σχολιαστών στη διάκριση "εχθρού-φίλου", η βάση της πολιτικής σκέψης του Σμιττ βρίσκεται στη σχέση πολέμου-πολιτικής, η οποία διαμορφώνει το σύνολο της ανάλυσης με τη θεώρηση κάθε σύγκρουσης ως απόλυτου πολέμου, ασυμφιλίωτης εχθρότητας. Ο Σμιττ αντιλαμβάνεται τον πόλεμο ως πρωταρχική πραγματικότητα και του αποδίδει την ιδεοτυπική μορφή του απόλυτου πολέμου που είχε χρησιμοποιήσει, για αναλυτικούς λόγους, ο Κλαούζεβιτς. Ο Σμιττ αντιστρέφει πλήρως το σχήμα του Κλαούζεβιτς, θεωρώντας ότι η "αλήθεια" του πραγματικού πολέμου βρίσκεται στον απόλυτο, ο οποίος εκφράζει τον πυρήνα των πραγμάτων (Schmitt 1940, σ.235επ.). Ο πόλεμος είναι κατ' ανάγκην απόλυτος (Schmitt 1975, σ.91επ.) και η πολιτική αποτελεί μεταφορά αυτού του σχεσιακού προτύπου στους καθημερινούς ανταγωνισμούς (η ιδέα του πολέμου διαμορφώνει την ειδικά πολιτική συμπεριφορά  - Σμιττ 1988). Η σχέση εχθρός - φίλος ως "κριτήριο του πολιτικού" κατάγεται από τη θεώρηση του πολέμου ως μονομαχίας που οδηγεί (ως πρόθεση και ενδεχόμενο) στην εξόντωση του αντιπάλου. Οι αντιπαραθέσεις γίνονται πολιτικές όταν φτάσουμε στην υπαρξιακή εχθρότητα που έχει ως σημείο αναφοράς τη φυσική θανάτωση του αντιπάλου.

Η αναγωγή της πολιτικής σε πόλεμο και η κατανόηση της με το "υπαρξιακό" κριτήριο της προδεδομένης άκαμπτης εχθρότητας (μέσα από την οποία αποκτούν "νόημα" οι πολιτικές πράξεις και ενοποιείται η δράση των μαζών, μια και η έννοια του εχθρού είναι πολιτική μόνο στο επίπεδο της Ολότητας), οδηγεί τον Σμιττ στην ανθρωπομορφική ψυχολογιστική προσέγγιση των κοινωνικών αντιθέσεων. Υπό την πολιτική πίεση της αντιπαράθεσης του προς τους θεωρητικούς της συναίνεσης και του πλουραλισμού  - και επιθυμώντας μια "άτεγκτη" πολιτική, ο Σμιττ αποδίδει πρωτεύουσα σημασία στην ύπαρξη εχθρού. Αδιαφορεί για τα κριτήρια καθορισμού του (αρκεί η απόφαση και η υπαρξιακή συμμετοχή στην εχθρότητα) αλλά και για τη δυνατότητα μείωσης της πολιτικής εχθρότητας λόγω στρατηγικών εκτιμήσεων. Η αναφορά στο "μίσος" και την "υπαρξιακή εχθρότητα" δίνει το μέτρο ψυχολογικής φόρτισης του σχήματος ερμηνείας της πολιτικής, το οποίο επηρεάζεται άμεσα από τη συγκινησιακή φόρτιση μιας μάχης, όπου ο στρατιώτης δεν "αποφασίζει" αλλά, υπό το κράτος του φόβου, βιώνει μια ανορθολογική ορμή εχθρότητας.

Παρά τη γοητεία που ασκεί η αγωνιστικότητα και ο βολονταρισμός του Σμιττ λόγω της "σαφούς" αναγνώρισης του εχθρού (Μηλιός 1988α, σ.98 9), το σχήμα που προτείνει είναι ανακριβές διότι (α) παραβλέπει τον οικονομικό ταξικό καθορισμό των μορφών πολιτικής: ανάγει τις σχέσεις παραγωγής  - που ο Σμιττ αντιλαμβάνεται ως "οικονομία" - στην "υπέρτατη" διάκριση και έννοια του Πολιτικού, όπως δείχνουν οι παραδοξότητες περί πολιτικής υπεραξίας και οι αναφορές στις τάξεις ως ουσιαστικώς "πολιτικά μεγέθη" (Σμιττ 1988, σ. επ.) και (β) συγκρούεται με τα πιο απτά εμπειρικά δεδομένα των πολιτικών πρακτικών που στις μεν εξωτερικές σχέσεις δεν γνωρίζουν εχθρότητες αλλά ρευστές συμμαχίες, στις δε εσωτερικές σχέσεις διαμορφώνονται με στιγμιαίες επιλογές συμμαχίας, στην αντικειμενική βάση των ανταγωνιστικών θέσεων στο σύστημα παραγωγής.

Εν όψει αυτών, είναι παράδοξο ότι στις προσπάθειες "εμπλουτισμού" του μαρξισμού με τη σμιττιανή σκέψη αγνοήθηκε η μαρξιστική παράδοση της συγκεκριμένης ανάλυσης και της "απουσίας εχθρών" (ουσιαστικά δε της απουσίας σχεδίου ή σκοπού στην ταξική πάλη) και εμφανίσθηκε ο δογματικός πολιτικισμός του Σμιττ ως γόνιμη συμβολή (βλ. τη μη θεμελιωμένη αναφορά στον Λένιν ως θεωρητικό της απόλυτης εχθρότητας  - Ανθόπουλος 1985, σ.89 - και την κριτική που ασκεί στον Σμιττ ο Μηλιός 1988α). Τόσο οι μαρξιστικές αναλύσεις για την πολιτική στιγμή που υπαγορεύει τη στρατηγική όσο και οι πολιτικές πρακτικές μαρξιστών για συμμαχία "με τους δήμιους" (Μάο), διαρκή διόρθωση της στρατηγικής και στροφή ενόψει των αναγκών της συγκυρίας (π.χ. ο ομολογημένα κρατικός καπιταλισμός της σοβιετικής ΝΕΠ), δεν είναι δυνατό να ερμηνευθούν με το σχήμα της εχθρότητας. Προβάλλουν αντίθετα τις ρευστές συμμαχίες που υπαγορεύει η εκάστοτε διάγνωση μιας αντικειμενικής κατάστασης15. Ως εξίσου παράδοξη πρέπει να θεωρηθεί η άποψη του Σμιττ ότι αληθινός του πρόδρομος στην αντιστροφή του σχήματος του Κλαούζεβιτς είναι ο Λένιν, διότι "κατανόησε" την πολιτική ως πόλεμο, δίνοντας της τη σημασία απόλυτης εχθρότητας προς το "δυτικό καπιταλιστή", τον οποίο μετατρέπει από πραγματικό σε απόλυτο εχθρό (Schmitt 1975, σ.55επ., 63, 94).

6.3. Το εγχείρημα του Σμιττ μπορεί να κατανοηθεί μόνο με αναφορά στις πολιτικές στοχεύσεις του. Δεν πρόκειται για προσπάθεια να "συνάγουμε" το εσφαλμένο των σμιττιανών απόψεων από μια καθολικά κατακριτέα πολιτική θέση, αλλά για την αναγκαία επισήμανση ότι η θεωρία αυτή δημιουργήθηκε σε άμεση αντιστοιχία με τις ανάγκες μιας βίαια αντεπαναστατικής πολιτικής που έπρεπε να πολεμήσει τον αντίπαλο της, δηλαδή καθορίσθηκε από ένα συγκεκριμένο είδος πολιτικής που αναγορεύθηκε, δια του κύρους και της παιδείας του Σμιττ, σε θεωρητική αλήθεια. Τα κείμενα του λειτουργούν πολεμικά και επιχειρούν να δώσουν θεωρητική κάλυψη στην "εντολή" προς το κράτος να πολεμήσει αποτελεσματικά τον εχθρό του, αντιμετωπίζοντας την πολιτική ως εξοντωτική μάχη. Οι αναφορές του Σμιττ στην πολιτική ως απόλυτο πόλεμο οδηγούν στο πολιτικά εκμεταλλεύσιμο συμπέρασμα ότι κάθε μέσο άμυνας, επίθεσης και αντιποίνων με επένδυση όλων των δυνάμεων είναι θεμιτό, αφού ο απόλυτος (πολιτικός) πόλεμος δικαιολογεί τη "διαλεκτική υπέρβαση" της διάκρισης στρατιωτών και άμαχου πληθυσμού, την εκμηδένιση του χριζόμενου ως αντιπάλου (Schmitt 1940, σ.235επ., 1940a, σ.249επ.). Αρα "όλα επιτρέπονται" και η θεωρία καλύπτει τη στρατιωτικοποίηση μιας κοινωνίας, στην οποία η τυφλή βία θεωρείται θεμιτή εάν ασκείται από το κράτος16. Αυτό εξηγεί και τη γοητεία που ασκεί ο Σμιττ στους νοσταλγούς ενός τέτοιου παρελθόντος και τους οπαδούς μιας "αποφασιστικής" πολιτικής, οι οποίοι, με τη θεωρητική εγγύηση του Σμιττ, απαιτούν ένα "μαχητικό κράτος" που θα επεκτείνεται στο "μεγάλο χώρο" που του "ανήκει" (για τη Γαλλία Baldus 1987).

Λόγω των καταβολών και της υφής της, η χρήση της θεωρίας του Σμιττ δεν μπορεί παρά να γίνεται, σε προστακτική έγκλι(η)ση. Δεν πρόκειται για περιγραφή της πολιτικής αλλά για αξιολογική πρόταξη ορισμένης μορφής πολιτικής. Όπως γράφηκε πρόσφατα σε φυλλάδιο του ακροδεξιού Front National, ο συντάκτης του οποίου αφομοίωσε πολιτικά τη σμιττιανή άποψη, "η πολιτική είναι μάχη και το κίνημα μας είναι στρατός που πολεμά. Δεν μπορούμε να είμαστε αποτελεσματικοί εάν ο καθένας δεν σέβεται και δεν εκτελεί τις διαταγές που του δόθηκαν" (αναφέρεται σε Le Monde 26.6.91). Πολιτικός μιλιταρισμός, έλλειψη δημοκρατίας και ελέγχου, ετοιμότητα καταπολέμησης του "εχθρού". Ο Σμιττ βρίσκεται στους αντίποδες της θεωρητικής θεμελίωσης μιας πολιτικής συμμαχιών και της ανάγκης για μαζική πολιτική παρέμβαση χωρίς τελεολογία και επιταγές17.

 

 

 

Σημειώσεις
 

1.. Το κείμενο αποτελεί ανάπτυξη εισήγησης στο Γ' πανελλήνιο συνέδριο "Προβλήματα Σοσιαλισμού" που έγινε στα Χανιά (28, 29, 30 Ιουνίου, 1 Ιουλίου 1991) με θέμα "Το πρόβλημα του πολέμου και της ειρήνης στο τέλος του 20ου αιώνα" και με οργανωτική ευθύνη της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, του Τμήματος φιλοσοφικών και κοινωνικών σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης και του Δήμου Χανίων. Η βιβλιογραφία θα παρατεθεί στο τέλος του Γ' μέρους.

2. Ο πόλεμος στον Κόλπο δεν μπορεί να αναχθεί άμεσα στο σχήμα του εθνικού πολέμου. Εμφανίσθηκε όμως ως πόλεμος για διατήρηση της ανεξαρτησίας ενός "έθνους" και ήταν "εθνικός" διότι  - με πολιτικά ασήμαντες εξαιρέσεις - οι χώρες που συμμετείχαν εμφάνιζαν "αρραγές" εσωτερικό μέτωπο. Η σύγκρουση στον Κόλπο εμφανίσθηκε ως πόλεμος μεταξύ κρατών εθνών και δεν απέκτησε την ταξική διάσταση που θα έπαιρνε κάθε ανάλογη σύγκρουση σε προηγούμενες δεκαετίες. Χωρίς να αναιρεί το κυρίαρχο σχήμα του εθνικού πολέμου, δείχνει ωστόσο ότι το σύνθημα του αποκλειστικά εθνικού πολέμου (πόλεμος απελευθέρωσης εθνών) δεν ανταποκρίνεται στην πολιτική πραγματικότητα. Τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα (που δεν ταυτίζονται πάντα με διαδικασίες εθνικής ολοκλήρωσης ή διαφύλαξης της ανεξαρτησίας) είναι παρόντα, παρά τον διάχυτο ρομαντισμό της "νέας τάξης" και την κυρίως ιδεολογική εθνικοποίηση του πολέμου. Με διαλεκτικότερη διατύπωση, ο πόλεμος εμφανίζεται ως εθνικός χωρίς να είναι πρωταρχικά τέτοιος.

3. Ο Suess I981 ασκεί κριτική σε παρόμοιες απόψεις με αναφορά στα διαφοροποιημένα συμφέροντα κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης που δείχνουν ότι δεν υπάρχει "εξοντωτισμός", αλλά εμφαρμόζονται ποικίλες στρατηγικές πολιτικών συμμαχιών και απειλών, οι οποίες στηρίζουν την κυριαρχία και την εκμετάλλευση.

4. Η μαρξιστική φιλοσοφική κατεύθυνση έχει ως αφετηρία την εμπειρικά τεκμηριωμένη θέση του ασυμφιλίωτου ανταγωνισμού (θεμέλιο και έκφραση της πάλης των τάξεων) και αναπτύσσει αντεπιχειρήματα στη\ καθολική φιλοσοφική έννοια της "κοινότητας συμφερόντων". Τα επιχειρήματα περί "ανυπαρξίας κοινότητας" δεν είναι πάντως αποτελεσματικά όσο αρκούνται στη μετάθεση της υπόσχεσης περί κοινότητας συμφερόντων σε μια μελλοντική  - αταξική - κοινωνία. Ας σημειώσουμε ότι οι έννοιες "άτομο", "ορθολογικότητα", "δημοκρατία" κοκ. θεμελιώνονται στις αναλύσεις περί "κοινότητας" και, συνεπώς, η αντίκρουση των αναλύσεων αυτών έχει στρατηγική σημασία.

5. Με τον τρόπο αυτό λειτουργεί κάθε συναινετικός λόγος. Οι οπαδοί της "συναίνεσης" δεσμεύονται από την πραγματικότητα και την καθημερινή εμπειρία του ανταγωνισμού και υποχρεώνονται να διακρίνουν ένα νέο "εχθρό", μετατοπίζοντας ιδεολογικά το πεδίο του ανταγωνισμού. Όπως παρατηρεί η Συντακτική Επιτροπή των Θέσεων(τ30, 1990, σ.21), η συναίνεση "εγκαλεί τα υποκείμενα σε συγκεκριμένες μετατιθειμένες μάχες, συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις... που υποκαθιστούν άλλες μάχες, οι οποίες επιδιώκεται να μη δοθούν ποτέ γιατί θα διεξαχθούν σε ιδιαίτερα επισφαλές για την κρατική εξουσία έδαφος". Ο Τόμσον προβάλλει την εκδοχή του στο ίδιο μοτίβο.

6. Βλ. απάντηση του M.Foucher (Le Monde 13.7.91), ο οποίος υπερασπιζόμενος τα συμφέροντα της Γαλλίας για μη μεταβολή των συνόρων, αντιλαμβάνεται τη σημασία που έχει η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τις εκρηκτικές συνέπειες μιας αμφισβήτησης των εξίσου αυθαίρετων συνόρων σε χώρες "αγαπητές" αλλά επίσης μη ομοιογενείς, όπως η Τσεχοσλοβακία και η Πολωνία.

7. Για τη σημασία του διεθνούς δικαίου δόθηκε πρόσφατα ένα εύγλωττο παράδειγμα. Το δικαίωμα επέμβασης ιμπεριαλιστικών χωρών σε όσες κρίνονται ως μη "εύτακτες", ασεβείς προς τα "ανθρώπινα δικαιώματα" κοκ., όχι μόνο ασκείται επιτυχώς μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ  - που αποτελούσε αντικειμενικό φραγμό στα σχέδια παγκόσμιας ορθοπεδικής, αλλά και προβάλλεται με αξιώσεις νομικής ισχύος, παρότι ανατρέπει τις πρακτικές του διεθνούς δικαίου. Η ρευστότητα του δικαίου αυτού (που μετατρέπεται στο "αντίθετο του", όταν υπάρχει η ισχύς που θα επιβάλλει την αναθεώρηση), στεγάζει και νομιμοποιεί απροκάλυπτες ιμπεριαλιστικές επιθέσεις, δανείζοντας στον εκάστοτε συσχετισμό δύναμης τη "σοβαρότητα" του γραπτού δικαίου και το όνομα "δίκαιο".

8. Ενδεικτικά Engels 1973, σ.64επ., 145επ., 1972, σ.43βεπ., 442επ., 462επ., σ.469,527επ., 559επ., 1972a, σ.584επ., 1982, σ.72επ., 240επ., 1975. σ.169επ., 1979, σ.ΙΙεπ., Marx Engels 1972, σ.129επ.

9. Βλ. τα τέσσερα κείμενα Die Armeen Europas, Armee, Angriff, Schlacht σε Engels 1972a.

10.. Οι εξοπλισμοί είναι παραγωγικά εμπορεύματα γιατί η εργασία που χρησιμοποιείται παράγει υπεραξία και μη αναπαραγωγικά διότι η "κατανάλωση" τους δεν επιτρέπει την αναπαραγωγή κάποιου οικονομικού όρου της άμεσης διαδικασίας παραγωγής αλλά συμβάλλει στην αναπαραγωγή του συνολικού συστήματος εξουσίας (Σταμάτης 1984, σ.50επ.).

11. Marx 1972, σ.ΙΟΙεπ., 419επ.,447επ., 457επ., 534επ., 538,548επ., 1982, σ.20επ., 31επ.

12.. Οι παρατηρήσεις για την αντιμετώπιση του πολέμου ως έκτακτης κατάστασης που απαιτεί "εθνική ενότητα" και παύση της δημοκρατικής "πολυτέλειας" συνδέονται με το ζήτημα της εναλλακτικής νομιμότητας του δικαίου της ανάγκης: η "δημοκρατία" αποτελεί ασταθή μορφή άσκησης της πολιτικής και ακυρώνεται με θεσμοποιημένες ή μη μεθόδους, όταν δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές του συσχετισμού δύναμης. Η συζήτηση αυτή παραπέμπει γενικότερα στον ιδεολογικό χαρακτήρα του δικαίου και των αντιλήψεων περί "εθνικής ενότητας" ως έκφρασης της συνοχής ενός κοινωνικού σχηματισμού μί συναίρεση των αντιφάσεων του...

13. Οι ευρωπαίοι σμιττιστές συγκροτούν ένα θεωρητικό "μέτωπο" που προβάλλει ισχυρά την εκδοχή του για την πολιτική και το δίκαιο. Πρόκειται για "διαπολιτική" ομάδα που συνδυάζει τον ελιτισμό μιας "ερμητικής" αναλυτικής κατεύθυνσης με την ποικίλων προθέσεων "λατρεία" προς τον Σμιττ που τους "άνοιξε τα μάτια" (δήλωση του J.Freud για τη σημασία που είχε γι' αυτόν η διάκριση εχθρός φίλος ως βάση ερμηνείας της πολιτικής και του πολέμου  - Baldus 1987, σ.578).

14. Μεταξύ άλλων παραδόξων, η περί Σμιττ συζήτηση επιχείρησε να συσχετίσει το έργο του με εκείνο του Λουί Αλτουσέρ. Παρά την αξιέπαινη ευρηματικότητα της, η σύγκριση δεν έχει θεωρητική πειστικότητα. Οι ομοιότητες που προβάλλονται είναι εξωτερικές ή τυπικές (π.χ. κοινό ενδιαφέρον για τη "μοναξιά" του Μακιαβέλι, "ακραίες" αντιλήψεις, πολεμική αντίθεση στη φιλελεύθερη ομοφωνία, κοινή μεθοδολογία με τη "σκέψη πάνω στα όρια" και την "εξαίρεση"  - Lauermann 1988, Βασιλόγιαννης 1991, Ανθόπουλος 1985). θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τη μέθοδο της "ενδεικτικής ανάγνωσης" (στην περίπτωση του Σμιττ μέσω της "κατάστασης ανάγκης"), την αντιμετώπιση της πολιτικής ως εξωκρατικής, ίσως και τις χριστιανοκαθολικές καταβολές αμφοτέρων  - εν αναμονή του φιλολόγου που θα υποστηρίξει ότι ο Αλτουσέρ διάβαζε άρθρα του Σμιττ κατά την ομηρεία του στη Γερμανία... Η ένδεια των εξωτερικών "ομοιοτήτων" δείχνει μάλλον την έλλειψη ομοιότητας δύο έργοιν με ασύμβατο πλαίσιο εννοιών. Εάν το πλαίσιο του Αλτουσέρ παραβληθεί με τις αστικές θέσεις του Σμιττ (ενδεής κατανόηση της ταξικής πάλης ως ένοπλης σύγκρουσης, "ενωτική" αντίληψη περί λαού, αγνόηση των ιδεολογικών μηχανισμών, "υπαρξιακότητα" αντί σύγκρουσης, θεώρηση του πολιτικού ως της "καθοριστικής ενότητας" και της κυρίαρχης διάκρισης με αποσιώπηση των σχέσεων και δομών κοινωνικής αναπαραγωγής κοκ.  - Μηλιός 1988 - α), η σύγκριση περιορίζεται σε φιλολογική κατάταξη του είδους "θεωρητικοί όλων των εποχών που στοχάστηκαν στην εξαίρεση". Και βέβαια ούτε οι αυξανόμενοι σμιττιστές επιθυμούν να διδαχθούν κάτι από τους εναπομείναντες αλτουσεριανούς ούτε το αντίστροφο είναι δυνατό εάν οι τελευταίοι παραμείνουν στο μαρξιστικό πλαίσιο. Να σημειωθεί ότι από "αλτουσεριανή" πλευρά, η τυπολογική σχολαστικότητα εντάσσεται στη γενικότερη τάση να γίνονται αναφορές στον Αλτουσέρ με τονισμό της υφολογικής ή μεθοδολογικής διάστασης, δηλ. με εντοπισμό του ενδιαφέροντος όχι στην υποστήριξη και επεξεργασία πάγιων (και "ενοχλητικών") μαρξιστικών θέσεων αλλά στις καινοτομίες του στο "λόγο", την "ανάγνωση", τη "γραφή" (π.χ. Hahn Schoettler 1988, Καψάλης 1991). Ο "λόγος περί της μεθόδου" αποτελεί εν προκειμένω μία εν λόγω σιωπή για τον Αλτουσέρ, σε αρμονία με την κυρίαρχη πλέον "αμυντική" στρατηγική των μαρξιστών (Δημούλης Μηλιός 1991, με παρουσίαση της θεωρητικής πολιτικής αλτουσεριανής παρέμβασης). Η συζήτηση "Σμιττ Αλτουσέρ" αποτελεί ένα σύμπτωμα του επιπέδου μαρξιστικού στοχασμού.

15.. Με αφορμή τη "θεωρία του Παρτιζάνου", ο Μπ. Ανθόπουλος (1985, σ.ΙΟβεπ.) αναφέρεται στο "λενινιστή Σμιττ" που αντιλαμβάνεται "διαλεκτικά" τη σχέση εχθρός φίλος, ως προυποθέτουσα τις κατάλληλες συμμαχίες για απομόνωση του εχθρού. Η "διαλεκτικοποίηση" αυτή  - ακόμη και αν υποθέσουμε ότι προκύπτει από τον Σμιττ, ο οποίος μένει ανυποχώρητος στην πρωταρχικότητα και απολυτότητα του εχθρού, δεν σώζει το σμιττιανό σχήμα: το πρόβλημα δεν τίθεται στη στοιχειώδη ευελιξία προσεταιρισμού ενός "τρίτου", δυνάμει "φίλου". Αν θεωρήσουμε τους κοινωνικούς σχηματισμούς ως ευσταθείς δομές παραγωγής, η θεμελιακή για τον Σμιττ έννοια του εχθρού ("οι καπιταλιστές", "το εργατικό επαναστατικό κόμμα") δεν έχει πολιτικό αντίκρυσμα. Η πάλη όσων υφίστανται την εκμετάλλευση δεν αποτελεί τιμωρία ή έκφραση μίσους, αλλά επιδίωξη ανατροπής ενός συστήματος με τα πιο πρόσφορα μέσα που παρέχει η συγκυρία. Η σμιττιανή σκέψη περί υπαρξιακότητας του εχθρού (ο οποίος αποτελεί αρχικά αντικείμενο μίσους και στη συνέχεια αντίπαλο στη μάχη), δεν συμβιβάζεται με το λενινιστικό πλαίσιο της συγκεκριμένης ανάλυσης και η πρόταξη της συνιστά εμπόδιο στην προσπάθεια εξάλειψης των "υποκειμένων" από τη μαρξιστική θεωρία. Ένα παράδειγμα της ασυμβατότητας: ο Μάο θεμελιώνει την επαναστατική στρατηγική του (α) στη λεπτομερή ταξική ανάλυση της Κίνας με έρευνα των οικονομικών και ιδεολογικών δομών, (β) στις διαδοχικές μεταβολές συμμαχιών όπου οι διαδοχικοί "εχθροί" παίρνουν τη θέση φίλου, και (γ) στη "διαλεκτική" τακτικού στρατού και παρτιζάνων. Ο Σμιττ αντιλαμβάνεται αντίθετα ως βάση της στρατηγικής σκέψης του Μάο το μίσος προς τον απόλυτο εχθρό και την αποκλειστική στήριξη σε ομάδες παρτιζάνων (Schmit 1985, σ.63επ.). Δεν πρόκειται μόνο για ανεπαρκή γνώση ή κακόπιστη ερμηνεία αλλά και για την ασυμβατότητα των δύο πλαισίων ανάλυσης.

16. Εδώ βρίσκεται ένα άλλο προβληματικό στοιχείο της σμιττιανής θεωρίας. Πρόκειται για την κραυγαλέα αντίφαση ανάμεσα στον κομφορμισμό του Σμιττ ως διεθνολόγου και τις "αιρετικές" επεξεργασίες του για το υλικό Σύνταγμα και τον ντετσιζιονισμο. Το διεθνές δίκαιο δεν πρέπει κατά τον Σμιττ να γνωρίζει μεταβολές και "βολονταριστικές" ερμηνείες εκ μέρους των κυρίαρχων στη διεθνή σκηνή, αλλά να περιορίζεται στην αξιολογικά ουδέτερη αναγνώριση των κρατών ως ίσων και κυρίαρχων. Αντίθετα το εσωτερικό δίκαιο "πρέπει" να αντιμετωπίζεται με τη ρευστότητα της ντετσιζιονιστικής πολιτικής (βλ. Βασιλόγιαννη 1991). Αν αυτό μεταφρασθεί στην πολιτική γλώσσα σημαίνει ότι η ιμπεριαλιστική Γερμανία στις μεν εξωτερικές σχέσεις θεωρείται ως "υποκείμενο" που απολαμβάνει "ασφάλειας δικαίου" (χάρη στην αναλλοίωτη ερμηνεία των διεθνών κανόνων) στο δε εσωτερικό μέτωπο μπορεί να στερεί από την ασφάλεια δικαίου τους πολίτες που αναγορεύει σε εχθρούς. Πρόκειται για τον οπορτουνισμό των "δύο δικαίων" του Σμιττ που απαιτεί εγγύτερη έρευνα.

17.. Την άποψη περί προτεραιότητας του πολέμου επί της πολιτικής υποστηρίζει, σε διαφορετικό πλαίσιο και χωρίς αναφορά στον Σμιττ, ο M. Foucault (π.χ. 1977, σ.8επ., 175επ.). Με τον τονισμό του "πολέμου" επιχειρείται να δειχθεί η συγκρουσιακότητα της πολιτικής σε αντίθεση με τις αντιλήψεις περί αρμονικής εξέλιξης και "συναινέσεων". Στο βαθμό που οι μαρξιστές θεωρούν την πολιτική ως εγγενώς συγκρουσιακή διαδικασία, θέτοντας σε πρώτο πλάνο την "στρατηγική" έννοια του συσχετισμού δυνάμεων (την ταξική πάλη), η πολεμική μεταφορά δεν στρέφεται κατά της αντίληψης των μαρξιστών για προτεραιότητα της πολιτικής αλλά ενάντια στα σχήματα αρμονίας και ορθού πολιτικού λόγου. Ο Foucault προβαίνει σε έμμεση διόρθωση της έννοιας της πολιτικής στον Κλαούζεβιτς (κατά τον οποίο η πολιτική εκφράζει την εθνική συναίνεση και διαμορφώνεται από την "πολιτική ηγεσία"), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τοποθετεί τον απόλυτο πόλεμο στη θέση των πολιτικών στρατηγικών, τις οποίες αναγνωρίζει αναφερόμενος διαρκώς σε στρατηγικές και πολυδιάσπαση της εξουσίας.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή