Η μητρική γλώσσα των κατοίκων του ελληνικού τμήματος της Μακεδονίας Εκτύπωση
Τεύχος 38, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1992


Η μητρική γλώσσα των κατοίκων του ελληνικού τμήματος της Μακεδονίας πριν και μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών
του Δημήτρη Λιθοξόου

Το θέμα της εργασίας αυτής αποτελεί θεμελιώδες κεφάλαιο όχι μόνο για την κατανόηση του μακεδονικού ζητήματος (του τόσο «ανύπαρκτου» ώστε μέσα σε ένα χρόνο γέμισε η χώρα μακεδονολόγους) αλλά και ως παράδειγμα για τη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στα ιστορικά γεγονότα και την ιδεολογική λειτουργία της «εθνικής ιστορίας». Την αποκάλυψη δηλαδή των χαλκευμένων πληροφοριών που ως αναπόσπαστα κομμάτια του παζλ, μαζί με τις ιδεολογικές ψηφίδες, συγκροτούν τον εθνικό μύθο που διδάσκει, εμπνέει και οδηγεί το «γένος».

Η έρευνα που ακολουθεί και αποτελεί το επόμενο βήμα των δύο δημοσιευμάτων μου για το μακεδονικό ζήτημα1, στηρίζεται σε μια ευρύτερη ανέκδοτη δουλειά.

Εκείνο που θέλω να δείξω εδώ είναι πως όλες οι επίσημες απογραφές πληθυσμού του ελληνικού κράτους για τη μητρική γλώσσα των κατοίκων του είναι προκατασκευασμένες και γεμάτες χοντρά ψέματα. Πολιτικές σκοπιμότητες, λόγοι εσωτερικής ασφάλειας, διπλωματικών ελιγμών στο εξωτερικό και προπαγανδιστικές ανάγκες για τη διαμόρφωση του εθνικού φρονήματος του λαού, υποχρέωσαν την στατιστική υπηρεσία να κατασκευάσει το αποδεικτικό υλικό που θα θεμελίωνε την άποψη ότι στον τόπο αυτό κατοικούσε ένας πληθυσμός στην συντριπτική πλειοψηφία ελληνόφωνος2.

Φαίνεται μάλιστα ότι από τα μέσα της δεκαετίας του '50 και μετά, εντός των ορίων του ελληνικού κράτους, δεν υπάρχει επίσημα κανείς που να έχει άλλη μητρική γλώσσα πλην της ελληνικής. Στις απογραφές πληθυσμού του 1961, 1971, 1981 και 1991 η διάκριση των υπηκόων σύμφωνα με τη γλώσσα τους αγνοήθηκε. Δεν ήταν μόνο οι κυβερνητικές εντολές αλλά και η σύμφωνη γνώμη του συνόλου σχεδόν του πολιτικού κόσμου.

Η αντοχή των κεφαλαίων των απογραφών των ετών 1928, 1940, 1951 που αφορούν τη μητρική γλώσσα των κατοίκων της Μακεδονίας, σε μια συγκριτική εξέταση με τη βοήθεια ορισμένων αξιόπιστων δημοσιευμένων και ανέκδοτων πηγών αποτελεί το ένα μέρος της εργασίας. Το δεύτερο είναι κάποιες δικές μου εκτιμήσεις για τους πραγματικούς αριθμούς της γλωσσικής μακεδονικής Βαβέλ και τις ιστορικές αλλαγές που συντελέστηκαν μετά τους βαλκανικούς πολέμους και την ανταλλαγή των πληθυσμών.

1. Οι στατιστικές του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών (1900-1902)
Πρόκειται για ανέκδοτα στοιχεία σχετικά με τον πληθυσμό των μακεδονικών καζάδων, του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών, που βρίσκονται σήμερα στο αρχείο του Στέφανου Δραγούμη3.

Πληροφορίες αντλημένες από ελληνική πηγή, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί διαφέρουν πολύ από τις δημοσιευμένες την εποχή εκείνη επίσημες στατιστικές της ελληνικής προπαγάνδας.

image059.jpg

Από τους πίνακες του υπουργείου παραθέτω τα στοιχεία που αφορούν τους καζάδες οι οποίοι ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα μετά τους βαλκανικούς πολέμους και εκείνους που μέρος τους βρέθηκε εντός των ελληνικών συνόρων (Τίκφες, Γευγελής, Δοϊράνης, Δεμίρ Ισάρ, Νεβροκόπου). Η πηγή χαρακτηρίζει όλους τους ορθόδοξους πατριαρχικούς (ελληνόφωνους, βλαχόφωνους, σλαυόφωνους, αλβανόφωνους) σαν Έλληνες. Το σύνολο του πληθυσμού των 28 καζάδων είναι 1.185.276 άτομα. Οι μουσουλμάνοι ανέρχονται σε 453.864 (38,3%). Οι εξαρχικοί ή σχισματικοί όπως αναφέρονται, είναι 161.766 (13,6%) και οι πατριαρχικοί 498.277 (42,0%). Υπάρχουν ωστόσο ορισμένες επιπρόσθετες πληροφορίες για τους 11 πρώτους καζάδες του καταλόγου που κάνουν την εικόνα περισσότερο διαφωτιστική.

image061.jpg

2. Η στατιστική του Β. Κάντσεφ
Πρόκειται εδώ για τη βουλγαρική «εθνογραφική στατιστική» άποψη για την Μακεδονία του Κάντσεφ4. Ο Βασίλη Κάντσεφ, επιθεωρητής των βουλγαρικών σχολείων της Μακεδονίας δημοσιεύει το 1900 την εργασία του για τον πληθυσμό (κατά διάκριση γλώσσας και θρησκείας) για το σύνολο των χωριών των τριών μακεδόνικων βιλαετίων και για κάθε χωριό χωριστά. Η βουλγαρική πρόκληση έμεινε αναπάντητη από την ελληνική πλευρά5.

image063.jpg

Ο Κάντσεφ χαρακτηρίζει «Βούλγαρους» όλους τους σλαυόφωνους της Μακεδονίας. Για «βουλγαρόφωνους» κάνει λόγο επίσης το ελληνικό υπουργείο. Καμιάαπό τις δύο στατιστικές δεν αναφέρει τους Σλαυομακεδόνες σαν ιδιαίτερη ομάδα του πληθυσμού. Η σύγκριση των ποσοστών κατά γλώσσα είναι δυνατή για τους πρώτους δέκα καζάδες.:

image065.jpg

Με μια πρώτη ματιά στις δύο στατιστικές γίνεται φανερό ότι ο Κάντσεφ υπερεκτιμά τον αριθμό των Βουλγάρων και μειώνει εκείνο των μουσουλμάνων. Έχει βέβαια το προτέρημα ότι κάνει διάκριση μεταξύ τουρκόφωνων, βουλγαρόφωνων, ελληνόφωνων και αλβανόφωνων μουσουλμάνων. Στους καζάδες επίσης όπου ο Κάντσεφ σημειώνει απουσία ελληνόφωνων, οι πίνακες του υπουργείου συμφωνούν. Εάν παρά τις φιλοβουλγαρικές υπερβολές του, θεωρήσουμε τα στοιχεία του Κάντσεφ σαν σημείο εκκίνησης για την προσέγγιση του προβλήματος, μπορεί να γίνουν οι παρακάτω ομαδοποιήσεις:

image067.jpg

image069.jpg

image071.jpg

image073.jpg

image075.jpg

image077.jpg

Στο χάρτη 2 φαίνονται οι υποδιοικήσεις όπου πλειοψηφεί το τουρκόφωνο στοιχείο.

Στην ομάδα Α πρέπει επιπλέον να συμπεριληφθούν οι καζάδες Κατερίνης, Ελασσώνας, Σερβίων. Ο Κάντσεφ θεωρώντας τους καθαρά ελληνόφωνες περιοχές, δεν παρέχει συγκεκριμένες πληροφορίες. Ο Βούλγαρος Μπράυκωφ6 δίνει για τους τρεις αυτούς καζάδες το έτος 1905, 33.652 χριστιανούς ελληνόφωνους, 7.556 βλαχόφωνους και κανένα βουλγαρόφωνο. Στο χάρτη 1 φαίνονται οι υποδιοικήσεις όπου πλειοψηφεί το ελληνόφωνο στοιχείο.

Στο χάρτη 3 φαίνονται οι υποιδιοικήσεις όπου πλειοψηφεί το βουλγαρόφωνο στοιχείο, σύμφωνα πάντα με τον Κάντσεφ.

Στη συνέχεια ο χάρτης 4 παρουσιάζει τα τρία οθωμανικά βιλαέτια της Μακεδονίας και τις γλώσσες που μιλούν οι κάτοικοι της στις αρχές του αιώνα. Είναι βασισμένος στη στατιστική του Κάντσεφ.

Την ίδια εικόνα λίγο πολύ παρουσιάζουν οι εθνογραφικοί χάρτες των: γερμανού Η. Kiepen (1876), αυστριακού Κ. Sax (1878), γερμανού G. Weigand (1895), σέρβου J. Cvijic (1913), ιταλού L. Dardano (1916), βούλγαρου J. Ivanoff (1917) και βρετανού Α. Gross (1918)7. Στο μόνο που διαφωνούν μεταξύ τους είναι η ύπαρξη ή μη και το μέγεθος της σλαυομακεδόνικης ομάδας (Βλ. χάρτες 5,6).

3. Η απογραφή των νέων επαρχιών του 1913 και τα ανέκδοτα στοιχεία του 1916.
Η απογραφή αποτελεί μία από τις πρώτες πράξεις της ελληνικής διοίκησης αμέσως μετά τη λήξη των βαλκανικών πολέμων και τη συνθήκη του Βουκουρεστίου. Η απογραφή διεξάγεται από τον ελληνικό στρατό με βάση την υπάρχουσα κατά καζάδες (υποδιοικήσεις) οθωμανική διαίρεση8.

Η απογραφή του 1913 (πίνακας 5) δεν παρέχει πληροφορίες για τη γλώσσα και το θρήσκευμα μια και οι απογραφές θεώρησαν περιττή αυτή τη διάκριση. Συμπληρωματικά υπάρχει όμως ένα ανέκδοτο τηλεγράφημα του υπουργείου εξωτερικών προς την ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι με ημερομηνία 12 3 1916, (πίνακας 6) στο οποίο σημειώνεται η κατά θρήσκευμα διάκριση των κατοίκων της Μακεδονίας9.

Το ελληνικό υπουργείο «έχοντας υπ' όψιν ότι η Β. Πρεσβεία εζήτησε τας στατιστικάς πληροφορίας προς χρησιμοποίησιν αυτών παρά τω τύπω, απέφυγε να χωρίση την στήλην των Ελλήνων εις ελληνοφώνους και ξενόφωνους».

image079.jpg

Στο σύνολο των «Ελλήνων» της στατιστικής συμπεριλαμβάνονται και 161.272 πρόσφυγες Έλληνες εκ Βουλγαρίας, Σερβίας και Τουρκίας.

Στην επίσημη απογραφή του ελληνικού κράτους του 1920 γίνεται διάκριση κατά θρησκεία (για τους χριστιανούς και κατά δόγμα) και μητρική γλώσσα. Στον πραγματικό πληθυσμό συνυπολογίζονται και οι δημότες που λείπουν ως στρατευμένοι στη Μικρά Ασία. Προφανώς για πολιτικούς λόγους, τα αποτελέσματα της απογραφής για τις νέες επαρχίες (θρησκεία και γλώσσα) δεν δημοσιεύονται ποτέ. Οι πέντε τόμοι που θα εκδοθούν αφορούν μόνο τη νότια Ελλάδα.

4. Η απογραφή του 1928
Φτάνουμε έτσι στην απογραφή του 1928. Το ελληνικό κράτος δημοσιεύει για πρώτη φορά επίσημα τον πληθυσμό των υπηκόων του κατά γλώσσα και δόγμα. Η απογραφή αυτή που πραγματοποιείται μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας - Βουλγαρίας και Ελλάδας - Τουρκίας έχει αξία για τον σύγχρονο ερευνητή μόνο για τον αριθμό των προσφύγων, των τουρκόφωνων ορθοδόξων προσφύγων ειδικότερα και των ισπανόφωνων ισραηλιτών. Τα υπόλοιπα στοιχεία είναι κατασκευασμένα από την ελληνική διοίκηση για εξυπηρέτηση προπαγανδιστικών αναγκών (πίνακας 7).

Στην απογραφή παρουσιάζονται και κάποιες μικρότερες μειονότητες όπως οι ορθόδοξοι Αρμένιοι, οι ορθόδοξοι Τσιγγάνοι κ.ά. Γίνεται επίσης διάκριση για τους Πομάκους της Θράκης που χαρακτηρίζονται μουσουλμάνοι βουλγαρόφωνοι.

5. Οι ορθόδοξοι ελληνόφωνοι - το μέγεθος της απάτης
Στην απογραφή του 1928 γίνεται επίσημα από ελληνικής πλευράς για πρώτη φορά συγκεκριμένα λόγος όχι για «Έλληνες» γενικά (δηλαδή ορθόδοξους - πατριαρχικούς) αλλά για ελληνόφωνους. Χρησιμοποιώντας το στατιστικό και απογραφικό υλικό που προανέφερα μέχρι τώρα ας περάσουμε στον πίνακα 8.

image081.jpg

image083.jpg

image085.jpg

Οι οχτώ επαρχίες του πίνακα αποτελούν γεωγραφικά διαμερίσματα στα οποία η παρουσία ελληνόφωνων πριν τον ερχομό των προσφύγων είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Για τις έξι πρώτες τα στοιχεία του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών (19001902) συμφωνούν με εκείνα του Κάντσεφ. Με τον τελευταίο συμφωνούν όσον αφορά την περιοχή Ζυρνόβου οι εκθέσεις των μητροπολιτών Νικόδημου και θεοδώρητου.10 Για δε τον κάζα της Φλώρινας οι ελληνικές πηγές που σημειώνουν την απουσία ελληνοφώνων είναι πολλές και θα αναφερθούν στη συνέχεια.

Από τους χριστιανούς ελληνόφωνους της απογραφής του 1928 αναφέρονται εδώ οι ορθόδοξοι, που αποτελούν και την συντριπτική πλειοψηφία. Οι ελληνόφωνοι πρόσφυγες προκύπτουν αν από το σύνολο των προσφύγων αφαιρεθούν οι ορθόδοξοι τουρκόφωνοι. Οι «ντόπιοι ορθόδοξοι ελληνόφωνοι» είναι το υπόλοιπο της αφαίρεσης του αριθμού των ελληνόφωνων προσφύγων από τον υποτιθέμενο αριθμό των «ορθόδοξων ελληνόφωνων».

Για τις οκτώ επαρχίες είναι εύκολο να συναχθούν συμπεράσματα για τον τρόπο που το ελληνικό κράτος κατασκεύασε την απογραφή του 1928. Στο σύνολο των 287.407 κατοίκων εμφανίζεται ένα ποσοστό 80,9% ορθόδοξων ελληνοφώνων ενώ στην πραγματικότητα έχουμε 43,7% ορθόδοξων ελληνοφώνων προσφύγων και λίγες εκατοντάδες παλαιοελλαδίτες που αποτελούν το διοικητικό μηχανισμό. Οι 78 χιλιάδες μη ελληνόφωνοι ντόπιοι που βαπτίσθηκαν «ελληνόφωνοι» ή ένα 27% περίπου του πληθυσμού αυτών των επαρχιών, αποτελεί το μέγεθος της απάτης του ελληνικού κράτους. Μια απάτη που τουλάχιστον στο εσωτερικό της χώρας έγινε επιχείρημα από το σύνολο σχεδόν της ελληνικής διανόησης και συστατικό στοιχείο στην κατασκευή των νεότερων εκδοχών του ελληνικού εθνικού μύθου.

Το χαλκευμένο ποσοστό των «ελληνόφωνων» που εύκολα προσδιορίζεται στην περίπτωση των οκτώ επαρχιών είναι πιο δύσκολο να ανιχνευθεί σε περιοχές όπου οι ελληνόφωνοι αποτελούσαν πριν τους βαλκανικούς πολέμους ένα πραγματικό ποσοστό στο σύνολο του πληθυσμού. Η προσέγγιση του αριθμού των υπαρκτών - και όχι κατασκευασμένων - γηγενών ελληνόφωνων, γίνεται εκεί ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση. Το ίδιο συμβαίνει και με τους άλλους μη ελληνόφωνους πληθυσμούς.

6. Το παράδειγμα της περιοχής Φλώρινας - Καστοριάς
Η μέθοδος που προτείνω εδώ για μια περιοχή της Μακεδονίας πλησιάζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τους αριθμούς που το ελληνικό κράτος - αν γνώριζε - δεν δημοσιοποίησε ποτέ. Ξεκινώντας από τη γλώσσα που μιλούσαν οι κάτοικοι κάθε χωριού αυτού του διαμερίσματος πριν τους βαλκανικούς πολέμους και υπολογίζοντας τον αριθμό των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν σε κάθε κοινότητα μπορούμε να βρούμε τον αριθμό των ντόπιων και τα ποσοστά κατά γλώσσα.

α) Πηγές:

Κάντσεφ, εθνογραφία και στατιστική της Μακεδονίας. Ο συγγραφέας (τα συγκεντρωτικά στοιχεία του οποίου ήδη χρησιμοποίησα) τολμά να δώσει τη μητρική γλώσσα κάθε χωριού της Μακεδονίας χωριστά, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί από τους έλληνες ιστορικούς. Για τα χωριά που κατοικούνται αμιγώς από πληθυσμούς μίας γλώσσας, αν χρησιμοποιηθούν τα νούμερα της απογραφής του 1913, η εικόνα που σχηματίζεται ταυτίζεται με την ιστορική πραγματικότητα.

Τσόντον - Βάρδα, ανέκδοτος κατάλογοςη · Βρίσκεται στο αρχείο του μακεδονομάχου οπλαρχηγού και αναφέρει τη γλώσσα των κατοίκων 109 χωριών της δυτικής Μακεδονίας.

Κοντούλη, Μελά, Παπούλα, Κολοκοτρώνη, ανέκδοτη έκθεση προς Γ. Θεοτόκη12. Είναι η αναφορά των τεσσάρων ελλήνων αξιωματικών για την κατάσταση στη δυτική Μακεδονία λίγο πριν την έναρξη του μακεδονικού αγώνα. Γραμμένη στο Βογατσικό στις 6 4 1904 και απευθυνόμενη προς τον πρωθυπουργό Θεοτόκη δίνει το πλαίσιο με ορισμένες γενικές ιστορικές - γεωγραφικές αναφορές.

Ναταλία Μελά, Παύλος Μελάς13 · Πρόκειται για το βιβλίο της γυναίκας του Μελά και κόρης του Στέφανου Δραγούμη. Μέσα από τα γράμματα του έλληνα μακεδονομάχου στην οικογένεια του αντλούνται πολλά στοιχεία για τη γλώσσα των κατοίκων αρκετών χωριών της περιοχής.

Ο μακεδονικός αγώνας - απομνημονεύματα14 · Πληροφορίες που δίνουν στις αναμνήσεις τους οι έλληνες πρωταγωνιστές του μακεδονικού αγώνα Γερμανός Καραβαγγέλης, Γιώργος ΔικώνυμοςΜακρής και Ναούμ Σπανός.

Χαλκιόπουλον, Βιλαετια οσαλονίκης - Μοναστηρίου, θεωρείται η ελληνική απάντηση στον Κάντσεφ η του Μπράυχωφ. Καθαρά προπαγανδιστική εργασία, μπορεί να θεωρηθεί βοήθημα μέσα από μια αποκωδικοποιημένη ανάγνωση.

Κατάλογος των προσφυγικών συνοικισμών*6. Μια σπάνια, σχεδόν χαμένη έκδοση της επιτροπής αποκαταστάσεως προσφύγων, δίνει τον αριθμό των οικογενειών και των ατόμων που εγκαταστάθηκαν σε κάθε χωριό της Μακεδονίας.

β) Τα χωριά

Ο πίνακας που παραθέτω καταγράφει κατά κατηγορίες τα χωριά της περιοχής Φλώρινας - Καστοριάς και τον πληθυσμό τους στις απογραφές 1913, 1928, 1940, 1951. Η απογραφή του 1940 είναι ενδεικτική και όχι απολύτως συγκρίσιμη γιατί αρκετοί οικισμοί συγκεντρώνονται κάτω από το όνομα μίας κοινότητας17.



Στους χάρτες 711 σημειώνονται οι αριθμοί των χωριών του Πίνακα 9, τα οποία αναφέρονται με τις παλιές ονομασίες τους. Οι χάρτες τυπώθηκαν το 1912 στην Αθήνα και είχαν σχεδιαστεί από το αυστριακό Γενικό Επιτελείο. Το πρωτότυπο των χαρτών βρίσκεται στη Γενάδειο Βιβλιοθήκη, με αριθμό GT258.3.

Το συμπέρασμα που βγαίνει από τους πίνακες είναι ο ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός των σλαυόφωνων. Στην κατηγορία Α, στα 102 χωριά δηλαδή που ήταν καθαρά σλαυόφωνα χριστιανικά επί οθωμανικής διοίκησης και παρέμειναν τέτοια μετά τους βαλκανικούς πολέμους και για τα οποία έχουμε απογραφικά στοιχεία για το 1940, παρατηρούμε ότι μεταξύ 19131928 σημειώνεται μικρή μείωση του πληθυσμού. Το γεγονός εξηγείται από την εθελούσια μετανάστευση ενός αριθμού βουλγαριζόντων βάσει της σύμβασης της Νεϋγύ. Σύμφωνα με την έκθεση της ΚΤΕ έφυγαν από την Ελλάδα για τη Βουλγαρία 66.132 εξαρχικοί (:Φλώρινα 1290, Καστοριά 4090, Καϊλάρια 600, Έδεσσα 1800, Ενωτία 106, Γιαννιτσά 6670, Βέροια 30, Γουμένιτσα 7500, Κιλκίς 5000, Θεσσαλονίκη 2590, Σιδηρόκαστρο 9640, Σέρρες 10400, Ζίχνη 175, Πράβι 20, Δράμα 16050, Καβάλα 165). Επιπρόσθετα ένας αριθμός σλαυόφωνων μεταναστεύει στο εσωτερικό της χώρας ή στην Αμερική.

Ανάμεσα στα έτη 1928-1940 παρατηρείται σημαντική αύξηση με αποτέλεσμα να ξεπεραστούν και τα μεγέθη του 1913. Ο νόμιμος με τον πραγματικό πληθυσμό του 1940 είναι σχεδόν στα ίδια επίπεδα. Ο σλαυόφωνος πληθυσμός παρά τη σκληρή στάση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου απέναντι του18 παρουσιάζει αυξητική τάση.

Η συμμετοχή πολλών σλαυόφωνων στον εμφύλιο πόλεμο μέσα από τις γραμμές του ΣΥΟΦ και η ήττα των κομμουνιστών, θα οδηγήσει ένα μεγάλο κομμάτι στην αναγκαστική προσφυγιά. Παρόλα αυτά ο αριθμός τους δεν μειώνεται τόσο όσο θέλει η ελληνική προπαγάνδα και οι έλληνες ιστορικοί.

Τα πρώτα 114 χωριά είναι τα αμιγώς σλαυόφωνα. Ο συνολικός πληθυσμός τους προσφέρει και το αρχικό νούμερο για τους υπολογισμούς που ακολουθούν. Έχουμε έτσι 61.678 άτομα το 1913,55.180 το 1928 και 40.007 το 1951.

Οι κατηγορίες Β (σλαυόφωνα χωριά στα οποία προστέθηκε ένας μικρός αριθμός προσφύγων) και Γ (μικτά χωριά από τα οποία έφυγαν οι μουσουλμάνοι κάτοικοι τους για την Τουρκία και τη θέση τους πήραν ως γείτονες των ντόπιων σλαυόφωνων κυρίως πόντιοι πρόσφυγες), δηλαδή τα χωριά 115146 του πίνακα, μας δίνουν το δεύτερο νούμερο. Αφαιρώντας από το συνολικό πληθυσμό τους τους πρόσφυγες, έχουμε ένα υπόλοιπο 13.945 γηγενών σλαυόφωνων για το 1928. Μαζί με τους κατοίκους των αμιγώς σλαυόφωνων χωριών φτάνουμε στους 69.125. Αν συνυπολογίσουμε 400 άτομα στην Καστοριά 1.000 στην Χρούπιστα (Αργός Ορεστικό) και το λιγότερο 3.000 στη Φλώρινα, οι σλαυόφωνοι της περιοχής φτάνουν τους 73.500 περίπου. Αν τους συγκρίνουμε με τους 38.562 «μακεδονοσλαύους» των επαρχιών Καστοριάς - Φλώρινας της απογραφής του '28, γίνεται φανερό ότι οι επίσημοι αριθμοί είναι το μισό του πραγματικού.

Τα χωριά 102 του πίνακα 9, για τα οποία υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία μεταξύ των απογραφών 1928 και 1940, εμφανίζουν μια αύξηση 22%. Με σταθερό αυτό το ποσοστό αύξησης για όλο το σλαυόφωνο πληθυσμό της περιοχής, πρέπει το 1940 ο αριθμός τους να πλησιάζει τις 90.000. Η απογραφή όμως του 1940 τους θέλει 39.242. Το αποκορύφωμα όμως της απογραφικής απάτης του ελληνικού κράτους είναι τα στοιχεία του 1951. Σύμφωνα με αυτή την απογραφή η σλαυική αποτελεί τη μητρική γλώσσα μόνο 15.485 κατοίκων. Αν ωστόσο δεχθούμε, όπως προκύπτει από τη σύγκριση του πληθυσμού των 102 χωριών για τα έτη 1940 και 1951, ότι ο αριθμός των σλαυόφωνων των δύο νομών μειώνεται μετεμφυλιακά σε ποσοστό 40%, θα πρέπει να μιλήσουμε για 54.000 περίπου άτομα, 3' z δηλαδή φορές περισσότερα από την «απογραφή».

Οι ελληνικές απογραφές εμφανίζουν για όλη την Ελλάδα: 81.984 σλαυόφωνους το 1928, 84.751 το 1940 και 41.017 το 1951. Οι πραγματικοί αριθμοί, αν αναλογιστούμε το μέγεθος της απάτης που βγαίνει από το παράδειγμα της περιοχής Φλώρινας - Καστοριάς, είναι αναμφίβολα κατά πολύ μεγαλύτεροι.

Το ελληνικό κράτος και οι εκπρόσωποι του μπορούν να ψελίζουν σήμερα για «δίγλωσσα φαντάσματα», αλλά σε αυτόν το τόπο δεν είναι όλοι θύματα της προπαγάνδας. Μία έρευνα για τη μητρική γλώσσα των κατοίκων όλων των χωριών της χώρας, θα έδινε μια εικόνα εντελώς διαφορετική από αυτήν πού ο ελληνικός εθνικός μύθος παρουσιάζει. Οι ιστορικές πηγές μπορούν να αποκαλύψουν τα μυστικά τους στον ερευνητή που δεν είναι δέσμιος ιδεολογιών και συμφερόντων.

Σημειώσεις

1.. Βλ. Δημήτρη Λιθοξόου, Μακεδονικό - ζητήματα ιδεολογίας: η απογραφή του Χιλμή Πασά και οι περιπέτειες της στην ελληνική βιβλιογραφία (1905 - 1935), Τετράδια 21 (1988) και Μια άλλη προσέγγιση του μακεδονικού ζητήματος, Λεβιάθαν 4 (1989). Τα δύο κείμενα συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο Μειονοτικά ζητήματα και εθνική συνείδηση στην Ελλάδα που κυκλοφορεί σύντομα από τις εκδόσεις Λεβιάθαν.

2. Οι χαλκευμένες απογραφές του ελληνικού κράτους, όσον αφορά τη μητρική γλώσσα των κατοίκων του, άρχισαν με τους Αρβανίτες. Σύμφωνα με ανέκδοτους υπολογισμούς μου για τρεις μόνο επαρχίες, το 1896 υπήρχαν: στην Αττική 64 χωριά με πληθυσμό 36 χιλιάδες, στη Θήβα 41 χωριά με 22 χιλιάδες και στη Μεγαρίδα 11 χωριά με 16 χιλιάδες. Η απογραφή του 1879 εμφάνισε: 15.839, 11.387 και 12.860 Αρβανίτες αντίστοιχα. Η απογραφή του 1907 θέλει: 6.509,14.540 και 11.592. Η απογραφή του 1920 βρίσκει στην Αττική 4.940 άτομα και του 1928 μόνο 98!

3. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αρχείο Στέφανου Δραγούμη, Μακεδονία - γενική διοίκηση (1913), «περίθαλψη και εγκατάσταση προσφύγων 1, φακ. 4 (στατιστικά Μακεδονίας).

4. Β. Κάντσεφ, Μακεδονία - εθνογραφία και στατιστική, Σόφια 1900 (στα βουλγάρικα).

5.. Ο πρύτανις του πανεπιστημίου Αθηνών Νεοκλής Καζάζης στο βιβλίο του Το μακεδονικόν πρόβλημα Αθήνα, (1907), αναφέρεται στον Κάντσεφ αλλά δεν μπορεί να τον αντικρούσει κ\ί της ουσίας.

6. D. M. Brancoff, La Macedoine et sa Population Chretienne, Paris, 1905.

7.. Βλ. το εξαιρετικό έργο του H.R. Wilkinson, Maps and Politics - A Review of the Ethnographic Cartography of Macedonia, Liverpool, 1951.

8.. Στους χάρτες 13 φαίνεται αυτή η κατά καζάδες, σαντζάκια και βιλαέτια διαίρεση. Πρόκειται για τον χάρτη που δημοσίευσε πρώτος ο V. Colokotronis στο βιβλίο του La Macedoine et L ' Hellenisme, Paris 1919.

9. Το υπογράφει ο γενικός διευθυντής Ν. Πολίτης και βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.

10.. Η Μητρόπολις Νευροκοπίου 19001907: εκθέσεις των μητροπολιτών Νικόδημου και θεοδωρήτου, Εταιρεία Μακεδόνικων Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 1961.

11. Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείον Τσόντον Βάρδα, φαχ. 3 (μακεδονικός άγων 19061910), έγγραφο 45.

12. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αρχείο Στέφανου Δραγούμη, υποφακ. 201.2

13. Ναταλίας Π. Μελά, Παύλος Μελάς, Αθήνα 1964.

14.. Βλ. Γερμανού Καραβαγγέλη, Ο μακεδονικός άγων (απομνημονεύματα), Θεσσαλονίκη, 1959. Γεωργίου Δικωνύμου Μάκρη, Ο μακεδονικός άγων (απομνημονεύματα), Θεσσαλονίκη, 1959. Ναούμ Σπανού, Αναμνήσεις εκ του μακεδόνικου αγώνος, Θεσσαλονίκη, 1957.

15. Αθανασίου Χαλκιοπούλου, Μακεδονία - βιλαέτια Θεσσαλονίκης Μοναστηρίου, 1910.

16.. Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων, Κατάλογος των προσφυγικών συνοικισμών Μακεδονίας με τας νέας ονομασίας, Θεσσαλονίκη, 1928.

17.. Όπως φαίνεται στον πίνακα μεταξύ 1913 και 1928 έχουν αλλάξει τα ονόματα όλων σχεδόν των χωριών. Το έργο αυτό ανήκει στην Επιτροπή Μετονομασιών και στα μέλη της Ν. Πολίτη, Σπ. Λάμπρο, Γ. Χατζιδάκη, Λ. Καμπούρογλου, Μ. Χρυσοχόο, Χ. Τσούντα, Σ. Κουγέα, Σ. Κυριακίδη, Κ. Αμαντο, Ι. Βογιατζίδη. Η επιτροπή κατόρθωσε να κάνει πράξη τις κυβερνητικές αποφάσεις για «εκβολή όλων των ονομάτων των συνοικισμών και κοινοτήτων, τα οποία μολύνουσι και ασχημίζουσι την όψιν της ωραίας ημών πατρίδος, παρέχουσι δε και αφορμήν εις δυσμενή δια το ελληνικό έθνος συμπεράσματα τα οποία οι αντίπαλοι λαοί μεταχειρίζονται εναντίον ημών».

18.. Χαρακτηριστική μαρτυρία είναι το βιβλίο του Παύλου Κουφή, Άλωνα Φλώρινας, Αθήνα 1990.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή