Υπάρχει ακόμη το γαλλικό έθνος; Εκτύπωση
Τεύχος 38, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1992


Υπάρχει ακόμη το γαλλικό έθνος;
Σκέψεις για τη Δημοκρατία των Συμβουλίων, τον Εθνικισμό και τη Μεταϊστορία*
του Vilem Flusser
μετάφραση Δ. Δημούλης

Το κείμενο αυτό συντάσσεται σε μια ιστορική στιγμή: η Ένωση των Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών των Συμβουλίων τείνει να διαμελιστεί σε εθνικά κράτη. Αυτό είναι συνταρακτικό για δύο λόγους. Πρώτον, διότι οι Δημοκρατίες των Συμβουλίων αποτελούν δομές, οι οποίες αποβλέπουν στο να αντικαταστήσουν άλλες δομές που έγιναν ανυπόφορες. Και δεύτερον, διότι κατά τη μεταϊστορική ανάλυση, δεν πρόκειται να υπάρξει άλλη ιστορική στιγμή στο μέλλον. Το ακόλουθο κείμενο θα ασχοληθεί με αυτά τα δύο συμπληρωματικά και συνταρακτικά γεγονότα. Καταλαβαίνουμε ότι η έκφραση "γαλλικό έθνος" που περιέχεται στον τίτλο αντιπροσωπεύει τόσο τις κοινωνικές δομές που θεωρούνται ανυπόφορες όσο και την ιστορία που θεωρείται ξεπερασμένη.

Πριν από λίγα μόνο χρόνια, εάν κάποιος επιχειρούσε να επισκοπήσει την κοινωνική κατάσταση, ιδίως στην Ευρώπη, θα εντυπωσιαζόταν από τη διάλυση των περισσότερων παραδοσιακών δομών. Το έθνος, η τάξη, η οικογένεια, ο γάμος, αλλά και οι λιγότερο τυποποιημένοι δεσμοί, όπως π.χ. ο δεσμός τεχνίτη και μαθητευόμενου ή ο δεσμός μιας ομάδας εργασίας, φαίνονταν ότι βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο σήψης και απέπνεαν δυσοσμία. Από την άλλη βέβαια, δεν θα μπορούσε κανείς να διακρίνει στον αχνίζοντα, άμορφο χυλό της καταναλωτικής κοινωνίας μια έστω και δειλή ανάδυση κάποιας νέας μορφής διανθρώπινων δεσμών. Μόλις απηλλάγησαν από τους πατροπαράδοτους δεσμούς, οι μαζάνθρωποι άρχισαν φυσικά να συνενώνονται γύρω από πόλους που δημιουργούσαν μια νέα έλξη, όπως οι οθόνες της τηλεόρασης, οι καλοκαιρινές παραλίες, οι χειμερινές χιονοδρομικές πίστες ή, σποραδικά, τα λεγόμενα φεστιβάλ, θα ήταν ωστόσο αδύνατο να θεωρήσει κανείς, όσο καλοπροαίρετος και αν ήταν, ότι αυτά τα μάλλον εφήμερα πλέγματα που αναδύονταν από τη μάζα, αποτελούσαν δομές ικανές να εκφράσουν το συγκινησιακό, διανοητικό και αισθητικό νόημα των διαλυόμενων δεσμών. Επιβαλλόταν συνεπώς η ακόλουθη πρόβλεψη: οδηγούμαστε, ιδίως χάρη στη λεγόμενη επικοινωνιακή επανάσταση, προς μια άμορφη, χυλοειδή κατάσταση μαζοποίησης. Καθήκον των διανοούμενων θεωρήθηκε τότε, μεταξύ άλλων, η εύρεση, η εφεύρεση εναλλακτικών, διυποκειμενικών δεσμών, οι οποίοι θα μπορούσαν να δώσουν ξανά κάποιο περιεχόμενο στη ζωή που γινόταν παράλογη.

Στο σημείο αυτό επιβάλλεται η ακόλουθη παρέκβαση: όλες οι κοινωνικές δομές που εμφανίζονται στην παράδοση μας αποτελούν ιστορικώς ερμηνεύσιμα πολιτιστικά προϊόντα, αλλά όλοι οι συμμετέχοντες σ' αυτές τις εκλαμβάνουν ως υπεριστορικά, ανέκαθεν υπάρχοντα φυσικά φαινόμενα. Επί παραδείγματι, ο γάμος ως κοινότητα ζωής άνδρα και γυναίκας, φαίνεται να αποτελεί φυσικό τρόπο ζωής, τουλάχιστο για το ανθρώπινο είδος. Η επισήμανση της σχετικά πρόσφατης ιστορικής προέλευσης του γάμου προκαλεί στους λεγόμενους ηθικούς ανθρώπους σφοδρή ενόχληση αλλά και την χαρακτηριστική άρνηση να αναγνωρίσουν αυτό το γεγονός. Ας προσπαθήσει κανείς να πει σε έναν ηθικώς άμεμπτο πολίτη ότι οι Έλληνες των κλασικών χρόνων απέδιδαν μικρή σημασία στη σχέση άνδρα γυναίκας ενώ, αντιθέτως, θεωρούσαν τον ομοφυλοφιλικό δεσμό δασκάλου και μαθητή ως πολύτιμο και προσήκοντα στην ανθρώπινη φύση. Ας προσπαθήσει κανείς να εξηγήσει στον ίδιο πολίτη ότι στην Κίνα ο άνδρας είχε, μέχρι προσφάτως, πολλές γυναίκες, τις οποίες μοιραζόταν με τα αδέρφια του (και κάθε γυναίκα αναλάμβανε έναν ειδικό ρόλο), ότι η πρώτη Κύρια Γυναίκα ήταν ο πραγματικός αρχηγός της οικογένειας, και ότι στη δομή αυτή χρωστάμε μια από τις σπουδαιότερες εκφάνσεις του ανθρώπινου πολιτισμού. Αυτό που ισχύει για το γάμο, ισχύει και για τις υπόλοιπες παραδοσιακές κοινωνικές δομές. Η οικογένεια, με την έννοια που της αποδίδουμε εμείς, δηλαδή γονείς και τέκνα, είναι μια ύστερη συνέπεια της βιομηχανικής επανάστασης και, πριν από λίγες μόνο δεκαετίες, η σημερινή ολιγάριθμη οικογένεια με τους απόντες γεννήτορες και τους έκθετους προπάτορες θα θεωρείτο ως εξόχως βαρβαρική. Όσον αφορά το έθνος, ας προσπαθήσει κανείς να πείσει έναν εθνικιστή ότι πρόκειται κατά βάση για ένα εφεύρημα των Γάλλων διανοούμενων του Που και 18ου αιώνα και ότι, παλιότερα, η λέξη Nation υποδήλωνε συνήθως μια λέσχη φοιτητών σε ορισμένα παλιά πανεπιστήμια. Τέλος της παρέκβασης.

Όλες οι ανθρώπινες κοινωνικές δομές είναι αισθήματα, συμβάσεις. Εάν υποτεθεί ότι υπήρξε μια βιολογικά καθορισμένη μορφή κοινωνίας, κάτι σαν την τόσο δυσφημισμένη ορδή, όπου ο γιος σκότωνε τον ηλικιωμένο πατέρα για να μπορέσει να κοιμηθεί με τη μητέρα, η συμπάθεια μας για μια τέτοια μορφή κοινωνίας θα ήταν μάλλον περιορισμένη και άρα είναι αποκρουστική η επιθυμία υιοθέτησης "φυσικών" μορφών ζωής. Αυτό είναι εξάλλου ένα βασικό επιχείρημα εναντίον όλων των φίλων της φύσης, οι οποίοι έχουν εμφανισθεί τουλάχιστον από το 18ο αιώνα. Αν υποτεθεί ότι υπάρχει εν γένει φύση, είτε αυτή βρίσκεται γύρω μας είτε βρίσκεται μέσα μας, εκείνο που πρέπει να γίνει είναι να κυριαρχήσουμε πάνω της, να την ελέγξουμε και σ' αυτό συνίσταται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ακόμη όμως και αν δεν υπάρχει καμιά φυσική κοινωνική μορφή, οι εξαγιασμένες δια της παραδόσεως κοινωνικές μορφές λειτουργούν αναμφίβολα ως δευτέρα φύσις. Ο γάμος, παρότι κατήντησε τόσο κακόγουστος χάρη στη λογοτεχνία δευτέρας διαλογής και το Χόλλυγουντ, λειτουργούσε μέχρι πρότινος ως φυσικό δεδομένο. Και ο σημερινός τρόπος συμβίωσης χωρίς γάμο αντιμετωπίζεται από τους πιο ηλικιωμένους ως κάτι αφύσικο.

Αυτή η παρατήρηση θα μπορούσε να θεωρηθεί επάνοδος στην παρέκβαση που προ ολίγου ολοκληρώσαμε. Εννοεί ωστόσο κάτι διαφορετικό. Εννοεί ότι και εκείνοι που έχουν συνειδητοποιήσει την ιστορική προέλευση του γάμου, αποδίδουν κάποια σημασία σ' αυτή τη μορφή ζωής. Κάποιος νομοθέτης, κάποιος δικηγόρος ειδικός σε κληρονομικά ζητήματα ή, το πιθανότερο, κάποιος ποιητής εφηύρε ίσως το γάμο ως δεσμό αγάπης μεταξύ δύο ανθρώπων. Αυτό δεν αλλάζει τίποτε στο ότι κάποιος που δεσμεύεται με τον τρόπο αυτό δεν θέλει και δεν μπορεί να ζήσει χωρίς έναν δεσμό που αποκαλούνταν κάποτε συζυγική πίστη. Για να αναφέρουμε δε ένα προ πολλού ξεπερασμένο παράδειγμα, η υποταγή των μαθητευόμενων στον τεχνίτη ή η ευθύνη του τεχνίτη για τους μαθητευόμενους είναι εφεύρημα όσων οργάνωσαν τις μεσαιωνικές συντεχνίες και τα πανεπιστήμια. Όποιος από εμάς είχε την ασυνήθιστη τύχη να είναι μαθητευόμενος σε έναν τεχνίτη ή και το αντίστροφο, γνωρίζει πόσο πολύτιμος και αναντικατάστατος μπορεί να είναι ένας τέτοιος δεσμός. Όσα ειπώθηκαν παραπάνω αποβλέπουν στο να αναγνωρίσουν τον πολύτιμο πυρήνα της έννοιας έθνος. Στη συνέχεια θα στραφούμε ενάντια στο έθνος και, κατά μείζονα λόγο, ενάντια στον εθνικισμό. Τα παραπάνω απέβλεπαν στο να μην πετάξουμε το μωρό μαζί με τα απόνερα.

Το θέμα μας είναι λοιπόν το εθνικό κράτος και ο εθνικισμός. Για να δείξουμε την υπαρξιακή διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στη δέσμευση του γάμου και στη δέσμευση του έθνους, θα υπενθυμίσουμε τον έμμεσο ορισμό της ειδωλολατρίας από τους εβραίους προφήτες. Κατ' αυτούς η ειδωλολατρία είναι εγκληματική και προπάντων ανόητη διότι όσοι προσκυνούν τα είδωλα, αγαπούν κάτι το οποίο δεν μπορεί να ανταποδώσει την αγάπη τους. Αυτή είναι η ακριβής περιγραφή του εθνικισμού. Το έθνος είναι είδωλο. Εάν μένω πιστός στη γυναίκα μου, αυτό σημαίνει ότι υποτάσσομαι με την ελεύθερη θέληση μου σε ένα δεσμό, θέλω να αναγνωρισθώ μέσα από κάποιον άλλον που ανταποδίδει την αγάπη μου. Εάν δημιουργώ εκούσια έναν μέχρι θανάτου δεσμό με την πατρίδα μου επειδή την αγαπώ φλογερά, τότε είμαι εγκληματίας και ανόητος. Γι αυτό, ό,τι και να σημαίνει το έθνος και όσο πολύτιμος και αν είναι ο πυρήνας του, δεν μπορεί να ανταποδώσει την αγάπη μου. Δεν μπορώ να αναγνωρίσω τον εαυτό μου σ' αυτό. Και η δέσμευση μου αποτελεί ένα υπαρξιακό ψεύδος.

Άρχισα να στρέφομαι ενάντια στον εθνικισμό και αυτό όχι μόνο για θεωρητικούς, ούτως ειπείν οντολογικούς λόγους. Πράγματι, από τη στιγμή που εφευρέθηκε το έθνος και το εθνικό κράτος παραγκώνισε το απολυταρχικό, η εθνικιστική δέσμευση αιματοκύλισε αμέτρητες φορές την Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο. Είναι ήδη αρκετά ανόητο να δίνει κανείς τη ζωή του ή να παίρνει τη ζωή άλλων για χάρη του Κάιζερ ή κάποιου άλλου ηγεμόνα. Το να κάνει όμως το ίδιο πράγμα με μεγαλύτερη ζέση για χάρη του καταλανικού, του βασκικού ή του σορβικού (sorbische) έθνους (για να μη μιλήσουμε για αιμοβόρα τέρατα όπως το γαλλικό ή το γερμανικό έθνος), αυτό θα ήταν αδιανόητο αν δεν είχε πράγματι συμβεί. Οι δυναστίες αποτελούνται τουλάχιστον από ανθρώπους, ενώ τα έθνη είναι άψυχα. Γι αυτό το λόγο θεώρησα, όπως και τόσοι άλλοι νέοι της γενιάς μου, ότι η ανάδυση των Συμβουλιακών Δημοκρατιών θα φέρει την κάθαρση μετά από την εγκληματική τύφλωση.

Το να λέγεται κάτι τέτοιο σ' αυτό τον τόπο και αυτή τη στιγμή, θα φαίνεται ίσως στα μάτια των νεότερων γενεών ως ομολογία μιας απόλυτης τύφλωσης. Όλοι γνωρίζουμε τα διαδοχικά εγκλήματα που έγιναν στο όνομα ή υπό το πρόσχημα της Δημοκρατίας των Συμβουλίων, και μεταξύ αυτών, το Σύμφωνο που συνήψαν οι Δημοκρατίες των Συμβουλίων με τον αχαλίνωτο εθνικισμό των ναζιστών. Και όλοι γνωρίζουμε τι αξιοθρήνητο τέλος είχαν οι Δημοκρατίες των Συμβουλίων. Αξιοθρήνητο όχι διότι διαλύθηκαν αλλά διότι οπισθοχώρησαν μπροστά στη φωλιά εχιδνών των εθνικών κρατών, όπως η Λετονία και η Μολδαβία, ενώ οι Δημοκρατίες των Συμβουλίων είχαν δημιουργηθεί για να αντικαταστήσουν και να υπερβούν τα εθνικά κράτη. Αυτό είναι αξιοθρήνητο (klaeglich) με διπλή έννοια: άξιο καταγγελίας (Anklage) και θρήνου (Klagelied), θα ακουστεί εδώ το θρηνητικό άσμα για τις Δημοκρατίες των Συμβουλίων, προκειμένου να δοθεί στις νεότερες γενιές μια εξήγηση της δικής μας τύφλωσης αλλά και της δικής τους.

Κάποτε, στην ξεχασμένη δεκαετία του '30, φάνηκε ότι η Δημοκρατία των Συμβουλίων αποτελούσε ένα εργαλείο του ορθού λόγου ενάντια στον παραλογισμό του εθνικισμού. Σε μια τέτοια δημοκρατία, οι άνθρωποι διαβουλεύονται με τον εαυτό τους και τους άλλους για να διαμορφώσουν μια λογική και συγκροτημένη συμβίωση και διαμορφώνουν τη διαβούλευση κλιμακωτά: στη χαμηλότερη βαθμίδα διαβουλεύονται εκείνοι που ζουν σε στενότερη επαφή, όπως σε μια ομάδα εργασίας, στο σχολείο, το εργοστάσιο ή το χωριό για να λύσουν όλα τα προβλήματα που ανακύπτουν. Στην επόμενη βαθμίδα, τα τοπικά συμβούλια στέλνουν αντιπροσώπους σε ένα υψηλότερο Συμβούλιο, για να λύσουν ευρύτερα προβλήματα και, με τον τρόπο αυτό, καταλήγουμε στην πιο ψηλή βαθμίδα, το Ανώτατο Σοβιέτ, όπου απεσταλμένοι από όλα ανεξαιρέτως τα Συμβούλια θα έπρεπε να λύσουν μελλοντικά όλα τα προβλήματα της ανθρωπότητας. Εάν βέβαια κάποτε ενταχθεί όλη η ανθρωπότητα στην Ομοσπονδία των Συμβουλιακών Δημοκρατιών.

Το Ανώτατο Σοβιέτ είναι συνεπώς - τουλάχιστον ως προβολή - η έκφραση της πανανθρώπινης λογικής, η οποία έχει ξεπεράσει δομικά όλες τις προϋπάρχουσες ιδεολογίες και, προπάντων, την ιδεολογία του εθνικισμού. Οι δίκες της Μόσχας διέλυσαν την ελπίδα ότι η λογική θα επιβληθεί στο σύστημα των Συμβουλίων και δεν πιστεύω ότι εκείνοι που έτρεφαν μια τέτοια ελπίδα κατάφεραν ποτέ να ξεπεράσουν αυτή τη συγκλονιστική εμπειρία. Μετά από τον κλονισμό, διατηρήθηκε ωστόσο μια έκφανση του τολμηρού εγχειρήματος να διαμορφωθούν ανθρώπινες και λογικές κοινωνικές δομές στη θέση των ιδεολογικά βεβαρυμένων δομών. Οι παλιές δολοφονικές ιδεολογίες - και προπάντων ο εθνικισμός - εξαλείφθηκαν από τις Δημοκρατίες των Συμβουλίων. Και ιδού: οι Δημοκρατίες των Συμβουλίων διαλύονται και ο εθνικισμός, που για εβδομήντα χρόνια θεωρείτο νεκρός, εμφανίζεται ως αναγεννώμενος φοίνιξ.

Αντικρύζω με ορθάνοιχτα από τον τρόμο μάτια το χαρούμενο ξάφνιασμα με το οποίο οι δυτικές κοινωνίες χαιρετίζουν αυτή την καταστροφή. Εμείς, η γενιά του μεσοπολέμου, είχαμε τυφλωθεί. Ακόμη περισσότερο έχει τυφλωθεί η σημερινή νεολαία. Πώς μπορεί κανείς να αναμένει στο μέλλον έναν αξιοπρεπέστερο τρόπο ζωής, τη στιγμή που ξαναγεννιέται ο εθνικός παραλογισμός; Πώς μπορεί κανείς να πιστεύει, για παράδειγμα, ότι μια νέα οργάνωση της Ευρώπης θα υπερβεί τον εθνικισμό, ενώ απέτυχαν να το κάνουν οι Δημοκρατίες των Συμβουλίων; Όπως και αν διαμορφωθεί, η νέα Ευρώπη θα αποτελεί μια χαλαρή ομοσπονδία εθνικών κρατών, ενώ οι Δημοκρατίες των Συμβουλίών επιδίωξαν τη ριζική αναδιάρθρωση της κοινωνίας, αποβλέποντας στο μαρασμό όχι μόνο του εθνικού κράτους αλλά και του κράτους εν γένει.

Αλλά η υπόθεση αυτή έχει και μια πιο ανησυχητική πλευρά. Όλοι οι λόγοι περί μετά ιστορίας, περί Posthistorie, καταλήγουν στο ότι πραγματοποιείται μια μετάβαση από τον διαδικαστικό στον τυπικό τρόπο σκέψης. Και έτσι απελευθερωνόμαστε από τις ιστορικές, πολιτικές και άλλες ιδεολογίες. Υπό το πρίσμα αυτό, οι Δημοκρατίες των Συμβουλίων είχαν έναν προκαταβολικά μετά ιστορικό χαρακτήρα. Η κατάρρευση των Δημοκρατιών των Συμβουλίων δείχνει πώς η ιστορική συνείδηση με τη χειρότερη έννοια της, δηλαδή με τη μορφή του εθνικισμού, ξεπερνά και ακυρώνει το μετά ιστορικό. Με μια λέξη, η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης δείχνει πόσο τυφλωμένοι είμαστε, όταν πιστεύουμε ότι είναι δυνατό να υπερβούμε τη δολοφονική ανοησία των πολιτικών ιδεολογιών, χάρη σε προγραμματισμένους, διαμορφωμένους, σχεδιασμένους ' τρόπους συμπεριφοράς.

Η παραπάνω ανάλυση δίνει την εντύπωση ότι δεν εξετάσθηκε καθόλου το ερώτημα του τίτλου "Υπάρχει ακόμη το γαλλικό έθνος;". Λάθος. Μόνο γι' αυτό μιλούσε. Και ιδού η απάντηση στη ρητορική ερώτηση που τέθηκε στον τίτλο: Ναι, εξακολουθεί να υπάρχει. Και αυτό δείχνει πόσο τυφλωμένοι είναι εκείνοι που ελπίζουν ότι είναι δυνατή η υπέρβαση των κοινωνικών δομών που αποδείχθηκαν εγκληματικές και εσωτερικά υπονομευόμενες μέσω μετά ιστορικών, τυπικών, μη συγκινησιακών, με μια λέξη αντάξιων του ανθρώπου τρόπων σκέψης. Το γαλλικό έθνος, αυτό το εφεύρημα του γαλλικού διαφωτισμού, οδήγησε στη συγκρότηση αναρίθμητων άλλων εθνών, οδήγησε σε απερίγραπτες φρικαλεότητες σε ολόκληρο τον κόσμο και τώρα έχουμε πλήρη συνείδηση αυτού του γεγονότος χάρη σε ποικίλες αναλύσεις. Ωστόσο, το γαλλικό έθνος υπάρχει ακόμη. Και αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους εμείς οι άνθρωποι θα πρέπει να μην ελπίζουμε πλέον ότι είμαστε όντα που μπορούν να υπερβούν τον εαυτό τους.

* Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο εβδομαδιαίο γερμανικό έντυπο Freitag (φύλλο 47, 15.11.91). Η αφοπλιστική αμεσότητα με την οποία θέτει στους απολογητές του καπιταλισμού και του εθνικισμού ορισμένα καίρια "ερωτήματα", το καθιστούν ιδιαίτερα σημαντικό. Πρόκειται για "ερωτήματα" που δεν είναι δυνατό να απαντηθούν ικανοποιητικά από τους απολογητές, αλλά δείχνουν, σε όσους ενδιαφέρονται για την ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων, τη θεωρητική ένδεια των αντιλήψεων που εμφανίζονται σήμερα ως "αληθείς" και νικηφόρες.

Ο Vilem Flusser γεννήθηκε το 1920 στην Πράγα. Απέδρασε από το εβραϊκό γκέτο το 1939, καταφεύγοντας στο Λονδίνο. Δίδαξε για αρκετά χρόνια φιλοσοφία της επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο ενώ από το 1972 έζησε σε διάφορε; ευρωπαϊκές χώρες. Πέθανε στα τέλη Νοεμβρίου του 1991. Το παρόν κείμενο αποτελεί διάλεξη που έδωσε στο Γαλλικό Ινστιτούτο του Βερολίνου στις αρχές Νοεμβρίου 1991. Η δημοσίευση του τελευταίου, ίσως, κειμένου του αποτελεί υπενθύμιση μιας σχεδόν άγνωστης ιστορικής και διανοητικής πορείας (Δ.Δ.).. .

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή