Ο σταθερός ορίζοντας της λιτότητας σε έναν κόσμο που αλλάζει Εκτύπωση
Τεύχος 38, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1992


Ο σταθερός ορίζοντας της λιτότητας σε έναν κόσμο που αλλάζει
της Σύνταξης

Το μεγάλο σκάνδαλο
«Το μεγάλο σκάνδαλο έδειξε την έλλειψη θωράκισης των θεσμών και το ευάλωτο της εξωθεσμικής λειτουργίας των μηχανισμών του κράτους από επιτήδειους επιχειρηματίες και ασυνείδητους πολιτικούς. Προσδίδει κύρος σε όλες τις φωνές που επί μακρόν και επί ματαίω στηλίτευαν την υπόγεια διαφθορά και την εμφανή συναλλαγή η οποία έδειχνε να καλύπτεται από τη δημόσια ανοχή ή την πολιτική αναλγησία. Φωνές μοναχικές, πλην όμως ευκρινέστατες και σαφέστατα διακριτές στο φόντο ενός γενικευμένου ένοχου λήθαργου. Ήρθε λοιπόν η ώρα του απολογισμού των πεπραγμένων του μεγάλου απατεώνα.

Μολονότι είναι πράγματι πιθανό ότι οι παρορμητικοί, μυστικοπαθείς και χονδροειδείς τρόποι του απατεώνα είχαν ως συνέπεια ότι ουδείς εγνώριζε τη συνολική εικόνα, - ούτε καν αυτός ο ίδιος, πολλοί απ' αυτούς που ενεπλάκησαν γνώριζαν, ή θα έπρεπε να γνωρίζουν αρκετά. Για να το πούμε πιο ευγενικά, ακόμα και αυτό το λίγο που ενδέχεται να γνώριζαν, θα έπρεπε να είχε κάνει πολύ δυσχερέστερο για τον απατεώνα το να φέρει εις πέρας τη μεγάλη απάτη... Τα ευκολότερα ερωτήματα είναι εκείνα που αφορούν αυτόν τον ίδιο. Τα δυσκολότερα απευθύνονται στους τραπεζίτες, τους ορκωτούς λογιστές, τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων του, τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη των επιχειρήσεων του και τους οικονομικούς συμβούλους του... Η έκπληξη της ιστορίας αυτής δεν είναι ότι η αυτοκρατορία του κράτησε για τόσο πολύ διάστημα... αλλά το ότι στους υποστηρικτές του συγκαταλέγονται κορυφαίοι άνθρωποι σε κορυφαίες θέσεις και με εξαιρετική φήμη... Όμως, φαίνεται ότι εκείνο που μέτραγε περισσότερο δεν ήταν η καλή φήμη αλλά οι μπίζνες που πρόσφερε ο απατεώνας...»

Το απόσπασμα που μόλις διαβάσατε δεν αποτελεί μέρος της αγόρευσης ενός εκ των «κατηγόρων» της μεγάλης δίκης. Είναι πολύ πιο προσγειωμένο στο ρεαλισμό της καθημερινής πραγματικότητας από τις παλαιοημερολογίτικες ρητορείες των στρατηγών της κάθαρσης, που συνεχίζουν να προσποιούνται ένα αβυσσαλέο πάθος για ένα σκάνδαλο το οποίο στη συνείδηση της κοινής γνώμης έχει από καιρού αποδραματοποιηθεί. Και όμως το σενάριο μας φαίνεται οικείο, ο «απατεώνας» με τους άξεστους τρόπους υποβάλλει την εικόνα του Κοσκωτά και ο εσμός των ανθρώπων που συγχνωτίστηκαν δίχως να λογαριάσουν τη φήμη και την ιστορία τους θυμίζει έντονα όλους τους στερημένους «πρώην» που ανακάλυψαν τον καπιταλισμό στα σαράντα τους. Ας δώσουμε όμως την πραγματική ταυτότητα του σκανδάλου και το πρόσωπο του απατεώνα. Πρόκειται για την κατάρρευση της μεγάλης αυτοκρατορίας τύπου που είχε στηθεί τα τελευταία είκοσι χρόνια από τον Ρόμπερτ Μάξουελ. Τα πιο πάνω αποσπάσματα είναι από το άρθρο της σύνταξης του Economist 7 12 91, με μόνη αλλαγή του κειμένου την απόκρυψη της ταυτότητας του «απατεώνα».

Το παράθεμα αυτό είναι νομίζουμε διπλά χρήσιμο: Πρώτον δείχνει ανάγλυφα πόσο απατηλό είναι το πλαίσιο της μοναδικότητας που πολλοί σ' αυτή τη χώρα θέλησαν να αποδώσουν στο σκάνδαλο Κοσκωτά και την πολιτική συναλλαγή που το περιέβαλε ήδη από τη γένεση του. Το σκάνδαλο Κοσκωτά είναι τόσο μοναδικό σε παγκόσμια κλίμακα (όπως θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε οι αγοραίοι ηθικοπλάστες και απολογητές του «υγιούς καπιταλισμού») ώστε στην Αγγλία, χώρα που μάλλον δεν είναι τριτοκοσμική, συνέβησαν τον τελευταίο καιρό δύο σκάνδαλα υπερπολλαπλασίου μεγέθους του δικού μας: το σκάνδαλο της τράπεζας BCCI στο οποίο είχε εμπλακεί και η αγγλική Κεντρική Τράπεζα, και το σκάνδαλο Μάξουελ. Οι κάθε λογής απολογητές του καπιταλισμού που προπαγανδίζουν ότι οι θεσμοί είναι εκείνοι που θωρακίζουν το σύστημα από την απάτη, ίσως θα έπρεπε να σκύψουν πάνω στην αγγλική περίπτωση για να δουν ότι οι θεσμοί είναι εκείνοι που τροφοδοτούν την απάτη για όσο διάστημα υπάρχει η εγγύηση ότι το εικονικό χρήμα των πιστώσεων θα μετατραπεί μελλοντικά σε «ζεστό κεφάλαιο», συσσωρευμένη υπεραξία των εργαζομένων. Έτσι δικαιολογείται ότι ουδεμία τράπεζα ανησύχησε με τις πολλαπλές ενεχυριάσεις περιουσιακών στοιχείων των επιχειρήσεων του Μάξουελ, και ότι ουδείς προβληματίστηκε όταν ο επιτυχημένος και αξιοσέβαστος επιχειρηματίας έπαιζε με τα κεφάλαια των ασφαλιστικών ταμείων των εργαζομένων στις επιχειρήσεις του. Αλλωστε, το ίδιο δεν έκανε και το ελληνικό κράτος με τις εισφορές των εργαζομένων στα δημόσια ασφαλιστικά ταμεία; Αυτό το στοιχείο αποτελεί το δεύτερο «ηθικό δίδαγμα» το οποίο μπορούμε να συναγάγουμε από αυτή την περίπτωση: για όσο διάστημα ο κύκλος του κεφαλαίου κλείνει, είναι «νόμιμος» έστω και αν είναι φαύλος. Μόλις ο κύκλος ανοίξει, όταν υπάρξει χωρίς να μπορεί να ικανοποιηθεί η απαίτηση να πραγματωθούν οι εικονικές αξίες, τότε «αποκαλύπτεται» η απάτη, ο κύκλος βαπτίζεται «παράνομο κύκλωμα».

Με αυτές τις σκέψεις μπορεί κανείς να απολαύσει αναπαυόμενος στην πολυθρόνα του τη μυστικοποίηση της πραγματικότητας που συντελείται στο Ειδικό Δικαστήριο, όπου κατήγοροι, συνήγοροι και δικαστές προσπαθούν απεγνωσμένα να χαράξουν - ο καθένας προς όφελος του - τα σύνορα ανάμεσα στον κόσμο των σκιών και το σύμπαν των εμπράγματων υπάρξεων. Ενώ εμείς έχουμε όλο και περισσότερο την αίσθηση ότι παρακολουθούμε ένα απολαυστικό θέατρο σκιών.

Ο θρίαμβος μιας αποτυχίας
Έληξε λοιπόν η πολυδιαφημισμένη συνάντηση των χωρών της ΕΟΚ στο Maastricht της Ολλανδίας, και τώρα θα πρέπει να αποτιμήσουμε τα πεπραγμένα και επιτεύγματα της σε πείσμα των κραυγών και αλαλαγμών των κρατικών διανοουμένων. Ας μην ακολουθήσουμε λοιπόν την πάγια τακτική των διατεταγμένων ιδεολόγων, που πρώτα παραθέτουν τους θριαμβικούς πανηγυρικούς ή τις καταστροφικές μεμψιμοιρίες, και ας προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε αρχικά τα γεγονότα προκειμένου να περάσουμε στη συνέχεια στη διατύπωση εκτιμήσεων για το υπάρχον και προβλέψεων για τη μελλοντική πορεία. Επίδικα αντικείμενα της φορτισμένης αυτής συνόδου ήταν η πορεία προς την οικονομική και νομισματική ένωση, η διαμόρφωση όρων πολιτικής ομογενοποίησης, η μορφή της αμυντικής συνεργασίας των επιμέρους χωρών και η πραγματική διάσταση μιας ενιαίας κοινωνικής πολιτικής. Είναι δεδομένο ότι η σύνοδος αυτή έθιξε όλα τα προαναφερθέντα ζητήματα κατά τρόπο που καταγράφει τους υπαρκτούς συσχετισμούς και προδιαγράφει το πλαίσιο της μελλοντικής πορείας. Ας δούμε όμως τα νέα δεδομένα αναλυτικά.

Οικονομική και νομισματική ένωση. Πρόκειται για την από καιρό θρυλούμενη και επιδιωκόμενη από πολλούς ομογενοποίηση των οικονομικών πολιτικών με αιχμή τη νομισματική ένωση. Το χρονοδιάγραμμα που υπήρχε εδώ προέβλεπε τα εξής: Μια πρώτη φάση που άρχισε το 1990 και περιελάμβανε το τέλος των συναλλαγματικών ελέγχων, τη μεγάλη ενιαία αγορά (1.1.93), το πρόγραμμα οικονομικής σύγκλισης και την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών. Μια ενδιάμεση φάση που θα αρχίσει το 1994 προτού εφαρμοστεί η μια και μοναδική νομισματική πολιτική με σταθερές ισοτιμίες και κοινό νόμισμα το 1997. Η δεύτερη φάση (1994) προβλέπει τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ινστιτούτου που θα αποτελείται από τις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών και αυξημένη δικαιοδοσία πολυμερούς εποπτείας της Κομισιόν και του Συμβουλίου Υπουργών Οικονομικών επί της οικονομικής πολιτικής εκείνων των χωρών που το έλλειμμα τους υπερβαίνει το 3% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος το 60% του ΑΕΠ. Επιπλέον, επιδιώκεται η «μόνιμη σύγκλιση» της οικονομίας κάθε χώρας με τον κοινοτικό μέσο όρο: πληθωρισμός το πολύ 1,5% άνω εκείνου των τριών χωρών με τις καλύτερες επιδόσεις, σεβασμός των ορίων διακύμανσης του Ενς και επιτόκια το πολύ 2% επιπλέον εκείνων των τριών αποδοτικότερων χωρών. Τελικός στόχος η προετοιμασία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η τρίτη φάση (1997) προέβλεπε το ενιαίο νόμισμα και τη λειτουργία ενιαίας κεντρικής τράπεζας (Le Monde, 30 10 91). Στο σημείο αυτό υπήρχαν πολλές διχογνωμίες ανάμεσα στην Αγγλία και τις άλλες χώρες, διότι η πρώτη δεν φαινόταν διατεθειμένη να παραδώσει το νομισματικό βαθμό ελευθερίας της οικονομικής πολιτικής σε κάποιους κοινούς ευρωπαϊκούς θεσμούς και διεκδικούσε την ιδιαιτερότητα της. Ως λύση στο διαφαινόμενο αδιέξοδο είχε προταθεί η δημιουργία πολλών ταχυτήτων στην ΟΝΕ. Το αποτέλεσμα της σύσκεψης στο ζήτημα αυτό ήταν ένας αμοιβαίος συμβιβασμός: οι χώρες της ΕΟΚ παρεχώρησαν στην Αγγλία μια «ρήτρα εξαίρεσης» με το να αποδεχθούν το δικαίωμα της στη νομισματική διαφορότητα, ενώ η Αγγλία από την άλλη δεν επέμεινε στη γενίκευση της δυνατότητας εξαίρεσης και άλλων χωρών, όπως ήταν το αρχικό αίτημα της. Παραμένει όμως η πιθανότητα μιας ένωσης πολλών ταχυτήτων: αν τα κράτημέλη δεν έχουν αποφασίσει ομόφωνα ότι επτά από αυτά πληρούν τους όρους για την έναρξη της τελικής φάσης της ΟΝΕ, τότε ένας οποιοσδήποτε αριθμός από αυτά θα μπορεί να πάρει την απόφαση έως το τέλος του 1998. Το κοινό νόμισμα αναβάλλεται έως το 1999 (Νέα, 11 12 91).

Πολιτική ένωση. Το σχέδιο της συνδιάσκεψης προέβλεπε τη συμφωνία επί ενός χρονοδιαγράμματος δημιουργίας ομοσπονδίας. Εκείνο που αποφασίστηκε στο συγκεκριμένο ήταν η «ολοένα στενότερη ένωση», διότι η Αγγλία προέβαλε σθεναρότατη αντίσταση. Πρακτικά η σύνοδος έμεινε σε επίπεδο διακυρήξεων διότι τα ουσιώδη ζητήματα όπου εμφανίστηκαν αποκλίσεις απόψεων απεφασίσθη να ρυθμιστούν μελλοντικά ανάλογα με τους συσχετισμούς που θα προκύψουν. Ακόμα και στο θέμα της παράτασης της θητείας της παρούσας υπό τον Ζ. Ντελόρ Επιτροπής στάθηκε αδύνατο να ληφθεί απόφαση.

Κοινοτική πολιτική. Εδώ είχαμε και πάλι την Αγγλία, η οποία αρνιόταν πεισματικά την υπαγωγή της στην εξουσία της Κοινότητας αναφορικά με την κοινωνική νομοθεσία, λόγω του «δυσβάστακτου κόστους» που θα συνεπαγόταν για τις αγγλικές επιχειρήσεις. Ο συμβιβασμός που τελικά επετεύχθη συνίσταται στην αποδοχή από μέρους της χώρας αυτής της ήδη υπάρχουσας νομοθεσίας της ΕΟΚ, ενώ αν οι υπόλοιποι εταίροι επιθυμούν να την διευρύνουν περαιτέρω, η Αγγλία δεν είναι υποχρεωμένη να τους ακολουθήσει παρά μόνο όποτε αυτή το κρίνει σκόπιμο. Η αποτυχία στο επίπεδο. της κοινωνικής συνοχής αντισταθμίζεται εν μέρει από την υιοθέτηση μέτρων περιφερειακής κοινωνικής συνοχής με τη δημιουργία ενός «ταμείου κοινωνικής συνοχής» για τις φτωχότερες χώρες (Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία).

Αμυντική πολιτική. Για την άμυνα υπήρχαν δυο προτάσεις: Το γαλλογερμανικό σχέδιο που ήθελε τη Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) αμυντικό οργανισμό της ΕΟΚ, και το αγγλοϊταλικό που επεφύλασσε στη ΔΕΕ το ρόλο ενός ευρωπαϊκού παραρτήματος του NATO. Στην τελική απόφαση υιοθετείται η γαλλογερμανική τυπολογία σύμφωνα με την οποία η ΔΕΕ ορίζεται ως «αναπόσπαστο τμήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ)», επιφορτισμένη με την «επεξεργασία και την εκτέλεση των αποφάσεων και των πράξεων της ΕΕ», όμως η στάση που τελικά τηρήθηκε στο ζήτημα της αίτησης ένταξης της Ελλάδας υποδηλώνει την υπερίσχυση της λογικής του αγγλοϊταλικού σχεδίου. Πράγματι, ενώ η τυπική υιοθέτηση της αμιγώς ευρωπαϊκής διάστασης της ΔΕΕ θα προδίκαζε την άμεση και χωρίς όρους αποδοχή της ελληνικής αίτησης, εντούτοις η ταυτόχρονη αποδοχή και των τριών άλλων χωρών που είχαν κάνει αίτηση εισδοχής και δεν είναι μέλη της ΕΟΚ (ενώ είναι του NATO) δείχνει ότι κατ' ουσίαν η αμυντική διάσταση της ΔΕΕ δεν είναι αμιγώς κοινοτική. Η κρίση αυτή σχετικοποιείται βέβαια από το γεγονός ότι οι τρεις αυτές χώρες δεν θα έχουν ιδιότητα πλήρους μέλους, αλλά απλά καθεστώς σύνδεσης (Liberation, 11 12 91).

Τέλος, για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής αποφασίστηκε στενότερος συντονισμός, που δείγματα του είδαμε στη στάση που τήρησαν οι χώρες της ΕΟΚ στο ζήτημα της Γιουγκοσλαβιας και της ανακήρυξης της Κοινοπολιτείας των τριών σλαβικών Δημοκρατιών στη Σοβιετική Ένωση. Προφανώς οι 12 είχαν πολύ σοβαρότερα πράγματα να κάνουν από το να ασχολούνται με έναν ανοιχτό και έναν (πιθανώς) επικείμενο εμφύλιο πόλεμο στην άμεση γεωγραφική γειτονιά τους. «Πρέπει να συμφωνήσουμε ότι δεν θα αφήσουμε τη συνοδό μας να γίνει όμηρος των γεγονότων στην πρώην ΕΣΣΔ», δήλωσε ο Ολλανδός πρωθυπουργός εκφράζοντας το μέσο όρο της κοινοτικής άποψης.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η τελευταία σύνοδος των ηγετών της ΕΟΚ έκανε κάτι περισσότερο από το να καταγράψει τις διαφωνίες των εταίρων αλλά και αρκετά λιγότερα από το να προωθήσει θέσεις που να εγγυώνται τη δυναμική κάποιων προωθητικών μετασχηματισμών. Αυτό που πράγματι έγινε είναι η ανίχνευση του εδάφους και ο εντοπισμός των αδιεξόδων ή των μη διπραγματεύσιμων ζητημάτων για καθεμιά από τις χώρες μέλη. Εδώ διαπιστώθηκε ότι έχει περίπου διαμορφωθεί μια ενιαία αντίληψη πως η ανάκαμψη των οικονομιών από την κρίση υπερσυσσώρευσης θα επιτευχθεί με «ατμομηχανή» τη Γερμανία. Εξού και η διάθεση των περισσοτέρων χωρών να υπαχθούν σε ενιαίες νομισματοπιστωτικές ρυθμίσεις, ώστε η πορεία αυτή να μην τεθεί εν κινδύνω. Μ' αυτό τον τρόπο, γνωρίζουν πολύ καλά ότι θα στερηθούν και το τελευταίο όπλο άσκησης οικονομικής πολιτικής που τους έχει απομείνει μετά την κατάργηση όλων των άλλων μορφών προστατευτισμού τις τελευταίες δεκαετίες: ούτε διακυμάνσεις ισοτιμιών, ούτε «αυθαίρετη» δημοσιονομική πολιτική. Τα αίτια γι' αυτή τη στάση πρέπει να αναζητηθούν στην αντικειμενική σύγκλιση των επιμέρους πολιτικών καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης: η περιοριστική δημοσιονομική πολιτική επιτείνει τις εκκαθαριστικές λειτουργίες της κρίσης, η εισοδηματική λιτότητα συμβάλλει στην αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου και κυρίως στην πειθάρχηση των εργαζομένων, ενώ η νομισματική ισοπέδωση θα επιτείνει την πίεση επί της εργασίας στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες ώστε να προχωρήσουν με ταχύτερους ρυθμούς στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση και να καλύψουν το χάσμα που τις χωρίζει από τις πλέον προωθημένες χώρες. Το γεγονός ότι η πολιτική αυτή θα συνοδευτεί από μαζική ανεργία και καταστροφή λιγότερο αποδοτικών κεφαλαίων είναι ένα αναγκαίο παρεπόμενο της.

Αναφέραμε όμως μόνο τη γενική αρχή και όχι τη συγκεκριμένη υλοποίηση της, η οποία αναγκαία λαμβάνει υπόψη τη συγκυρία σε κάθε χώρα. Έτσι, ήδη από τώρα συζητείται το ενδεχόμενο πολλαπλών ταχυτήτων: ενδέχεται ο ίδιος στόχος να επιτυγχάνεται αποτελεσματικότερα αν η προωθημένη ομάδα χωρών αποσπαστεί και λειτουργήσει ως πιλότος και πόλος έλξης για τις υπόλοιπες. Το ενδεχόμενο αυτό θα αποφασιστεί εν καιρώ (1998). Ή πάλι, η Αγγλία έχει μια διαφορετική στρατηγική, η οποία τείνει να αντλήσει πλεονεκτήματα τόσο από την οικονομική πορεία της ΕΟΚ όσο και από την παρακολούθηση της εξέλιξης των ΗΠΑ μέσα στο ρευστό πλαίσιο που διαμορφώνει η «νέα τάξη πραγμάτων». Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι αυτή τη στιγμή οι ΗΠΑ δεν φαίνεται να διαθέτουν διαμορφωμένη πολιτική έναντι της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ο Ζ. Μπρεζίνσκι, πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Προέδρου Κάρτερ, στιγματίζει την απουσία προσήκουσας στρατηγικής απάντησης από μέρους των ΗΠΑ σε όσα σημαντικά διαδραματίζονται αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη. Η εκτίμηση του είναι ότι οι ΗΠΑ συνεχίζουν μια κοντόφθαλμη πολιτική διατήρησης του στάτους κβο (που ήταν πιθανώς αποδοτική την εποχή των σταθερών ισορροπιών) ενισχύοντας τις «αυτονομιστικές» τάσεις της Αγγλίας προκειμένου να συντηρήσουν τους ενδοευρωπαϊκούς ανταγωνισμούς, χωρίς να νοιάζονται για την ανάγκη δημιουργίας νέων πόλων σταθερότητας στη νέα ταραγμένη εποχή (Liberation, 10.12.91). Η Αγγλία καταγράφει λοιπόν τη διαφοροποίηση της στη σύνοδο και διεκδικεί την ελευθερία κινήσεων που εκτιμά ότι προσιδιάζει στο ρόλο που φιλοδοξεί να διαδραματίσει αλλά και στους συσχετισμούς δύναμης που έχουν επιτευχθεί στο εσωτερικό της. Για το τελευταίο σημείο αναφέρουμε ενδεικτικά ότι στη χώρα αυτή δεν υπάρχει καμιά νομοθεσία που να ρυθμίζει την εβδομαδιαία διάρκεια του χρόνου εργασίας, σε αντίθεση με όλες τις άλλες χώρες της ΕΟΚ (Liberation, 11.12.91). Αλλά οι αντιφάσεις της διαδικασίας που οδηγεί στην ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν περιορίζονται στις αντιθέσεις μεταξύ των χωρών μελών της ΕΟΚ. Τα ίδια τα κριτήρια βάσει των οποίων θα γίνεται εφικτή η αποδοχή μιας χώρας στην ΟΝΕ (πληθωρισμός, ελλείμματα, χρέος, επιτόκια και συναλλαγματική σταθερότητα) είναι προβληματικά. Για παράδειγμα, με τα σημερινά δεδομένα των δεικτών αυτών, μόνο τρεις χώρες θα συναποτελούσαν την ΟΝΕ: η Γαλλία, η Δανία και το Λουξεμβούργο. Ακόμα και η Γερμανία μένει εκτός λόγω ελλειμμάτων, ενώ η Ιταλία, χώρα μέλος του κλαμπ G7 δεν πληρεί ούτε ένα από τα κριτήρια (Liberation, 10.12.91). Απ' αυτά δεν πρέπει βέβαια να συμπεράνει κανείς ότι η ΟΝΕ είναι ανέφικτη, αλλά μόνον ότι οι δηλωμένοι στόχοι είναι μέσο άσκησης πολιτικής και οικονομικής πίεσης στις επιμέρους χώρες, προκειμένου να ομογενοποιήσουν τις πολιτικές τους.

Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι όλα τα μείζονα ζητήματα, στα οποία εκλήθη να τοποθετηθεί η ΕΟΚ σ' αυτή τη σύνοδο, παρέμειναν ανοιχτά και επιρρεπή στους συσχετισμούς που θα διαμορφωθούν στο μέλλον. Και όμως, έστω και με την απουσία ενός κοσμοϊστορικού επιτεύγματος, το Maastricht απέδωσε κάτι: έδειξε ότι σε ένα εχθρικό, αβέβαιο και ρευστό γεωπολιτικό περίγυρο χώρες με αντιθέσεις και συγκρουόμενα συμφέροντα κατορθώνουν να συμβιβάζονται καταπραΰνοντας τους φόβους που γεννά η άβυσσος που τις περιβάλλει. Μπορούμε απερίφραστα να πούμε ότι 200 χρόνια μετά τη Γαλλική Επανάσταση και όσα συγκλονιστικά τη διαδέχθηκαν, η σημερινή κατάσταση της Κοινότητας δεν ενσαρκώνει το γνωστό τρίπτυχο, αλλά δεν είναι και καταστροφική: η μερική αποτυχία είναι καλύτερη από τη διάλυση. Ιδίως όταν ολόγυρα τα πάντα φαίνεται να οδηγούνται σε ολοκληρωτική αποσύνθεση και κατάρρευση.

Ο θάνατος της μεγάλης άρκτου
Είναι αδιαμφισβήτητο πως όταν μιλάμε για αποσύνθεση και κατάρρευση το κατ' εξοχήν παράδειγμα που αυθόρμητα προσφέρεται για να εικονογραφήσει την πραγματικότητα αυτών των εννοιών είναι τα απομεινάρια του Σοβιετικού ιμπέριουμ. Οι δραματικές εξελίξεις που προέκυψαν στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου εγκαινιάζουν μια νέα φάση στην πορεία αποσύνθεσης και προετοιμάζουν το έδαφος για ανακατατάξεις που κανείς αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να προβλέψει παρά μόνον προσεγγιστικά. Επίκεντρο των εξελίξεων ήταν και πάλι, όπως και τον Αύγουστο, η υπογραφή συμφωνίας

Ένωσης. Το πραξικόπημα επανελήφθη μόνο που αυτή τη φορά ο σχεδιασμός ήταν αρτιότερος, ίσως διότι οι πρωταγωνιστές ήταν διαφορετικοί και η λογιστική στήριξη τους αλλότρια. Επιπρόσθετα όμως, διδάχθηκαν από την πείρα της Δύσης και απέφυγαν το απεχθέστατο συμβολικό σκέλος παρόμοιων τελετουργιών που η σοσιαλρεαλιστική χορογραφία τους επέβαλε: τα καλύτερα πραξικοπήματα δεν γίνονται με τανκς αλλά μέσω των θεσμών.

Η αφορμή δόθηκε από την ανεξαρτητοποίηση της Ουκρανίας. Το ανέφικτο της νέας συνθήκης Ένωσης έγινε πρόδηλο, το αναγκαίο νέων πρωτοβουλιών προφανές. Ουδείς μηχανισμός φαίνεται διατεθειμένος να δεχθεί πλέον μια μετάβαση στις νέες ισορροπίες, η οποία θα κατευθύνεται από κάποιον ή κάποιους άλλους. Προϋπόθεση για την ισορροπία είναι πια η εκκίνηση από μηδενική βάση, διότι είναι φανερό ότι στις ανακατατάξεις που θα ακολουθήσουν όλοι θα επιχειρήσουν να επωφεληθούν από τις αδυναμίες των άλλων. Η συνθήκη ένωσης που επρόκειτο να υπογραφεί ξεκινούσε από ένα δεδομένο επίπεδο ισορροπιών, πράγμα μη αποδεκτό. Έτσι οδηγηθήκαμε στη ρήξη. Και κάθε ρήξη είναι και μια νέα αρχή.

Ο Γιέλτσιν φαίνεται ότι μετέβη στη συνάντηση του Μινσκ, από την οποία προέκυψε η Κοινοπολιτεία, μετά από συνεννόηση με τον Γκορμπατσόφ και τον Μπους για να προσπαθήσει να διασώσει ό,τι ήταν δυνατό από τα υπολείμματα του στάτους κβο, αλλά η κατάσταση ήταν περισσότερο ανεξέλεγκτη απ' ό,τι είχε αρχικά υποτεθεί. Οι χειρισμοί που έγιναν προσπαθούσαν να ανταποκριθούν τόσο στην επιθυμία των επιμέρους Δημοκρατιών για ένα «καθαρό παιχνίδι» από μηδενική βάση, όσο και στην ανάγκη κάλυψης της στρατηγικής ανασφάλειας που είχε προκαλέσει η διασπορά των πυρηνικών όπλων. Εκτιμήθηκε ότι μείζων πηγή αστάθειας ήταν η ασάφεια ενός καθεστώτος κρατικής υπόστασης που το περίγραμμα του γινόταν όλο και πιο δυσδιάκριτο. Η αναστροφή αυτής της τάσης επιχειρήθηκε με μια διπλή συμβολική χειρονομία: καινοτομία στο ενωσιακό καθεστώς (Κοινοπολιτεία) και ακύρωση της υπόστασης του έως τότε κράτους. Η φράση κλειδί που συμπληρώνει την καινοτομία είναι η ακόλουθη: «Η ΕΣΣΔ ως υποκείμενο του Διεθνούς Δικαίου και ως γεωπολιτική πραγματικότητα έπαυσε να υπάρχει» (Νέα, 10.12.91). Το μήνυμα που απευθύνεται προς όλο τον κόσμο είναι εκείνο του τέλους που δεν συνοδεύεται απαραίτητα από το χάος, αλλά φιλοδοξεί να είναι συνάμα και μια νέα αρχή.

Το εγχείρημα της Κοινοπολιτείας σημαδεύει πράγματι το τέλος μιας συνεχούς πορείας φθοράς, κατά την οποία η επιδιωκόμενη ένωση έδειχνε να αποψιλώνεται ολοέν περισσότερο, όχι μόνο από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο, αλλά και από κράτη μέλη. Στις παραμονές υπογραφής της συνθήκης ήταν σαφές ότι δεν θα την υπέγραφαν η Γεωργία, η Μολδαβία, η Αρμενία και φυσικά οι πρόσφατα ανεξαρτητοποιηθείσες Βαλτικές Δημοκρατίες. Η άρνηση της Ουκρανίας αποτέλεσε τη χαριστική βολή. Προτού λοιπόν γίνει ανεξέλεγκτη η αποσύνθεση και για να προλάβουν το πυρηνικό «ατύχημα», είναι περισσότερο από σαφές ότι οι ΗΠΑ επηρέασαν τον Γιέλτσιν στην κατεύθυνση της και ντε γιούρε κατάργησης της ΕΣΣΔ. Οι αρχικά διστακτικές δηλώσεις του Τζ. Μπέικερ μεταβλήθηκαν σε ανεπιφύλακτη υποστήριξη του «όποιου κέντρου» θα διασφάλιζε τον έλεγχο και τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων (Liberation, 9.12.91). Έτσι εγκαταλείπεται η έως σήμερα πάγια τακτική των ΗΠΑ να διατηρήσουν με κάθε τίμημα ένα σταθερό σοβιετικό κέντρο, κατά προτίμηση με τον Μ. Γκορμπατσόφ επικεφαλής, διότι εκλείπουν οι όροι που έκαναν μια τέτοια πολιτική απαραίτητη, αποδυναμώνοντας ταυτόχρονα την κριτική που είχε ασκηθεί γι' αυτή τη «συντηρητική πολιτική» (π.χ. από τον Ζ. Μπρεζίνσκι στο άρθρο του στη Liberation, 10.12.91). Κατορθώνουν λοιπόν, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα να διασφαλίσουν ένα ελάχιστο τάξης μέσα στη διεθνή αταξία.

Αν όμως επιτυγχάνεται μια μικρή ανάσα για το αμέσως προσεχές μέλλον, δεν συμβαίνει απαραίτητα το ίδιο για τις μεσοπρόθεσμα αναμενόμενες εξελίξεις. Το οικονομικό πρόγραμμα που κατήρτισαν τα Harvard boys με επικεφαλής τον αστέρα Γιαβλίνσκι δεν υιοθετείται προς το παρόν από καμία κυβέρνηση. Αιτία το συνεχιζόμενο παιχνίδι ισορροπιών, όπως θα πει ο ίδιος: «Ορισμένοι ηγέτες εκτιμούν ότι είναι προτιμότερο να προχωρήσουν στην υπογραφή διμερών ή πολυμερών οικονομικών συμφωνιών προκειμένου να εξυπηρετήσουν καλύτερα, όπως πιστεύουν, τα εθνικά τους συμφέροντα... Μια δημοκρατική συμφωνία περνά μέσα από τα ίδια κανάλια του κεντρικού ελέγχου, σε επίπεδο τώρα Δημοκρατιών.» (Νέα, 13.12.91). Αλλά και η καθημερινή ζωή επιδεινώνεται σε όλες τις εκφάνσεις της. Η οικονομική ζωή ελέγχεται από τη μαφία, οι υπουργοί των κυβερνήσεων «μεριμνούν» προσωπικά για τη νέα συσσώρευση και μας θυμίζουν περιγραφές του Μαρξ για την κυβέρνηση των ΗΠΑ την εποχή που φτιαχνόταν το σιδηροδρομικό δίκτυο. Η παραγωγή έχει πέσει σε χαμηλότατο επίπεδο, οι μεταρρυθμίσεις με την ανεξέλεγκτη αύξηση των τιμών προκαλούν τρόμο στο λαό, η κοινωνία βρίσκεται σε σταυροδρόμι από το οποίο ξεκινούν μια σειρά αδιέξοδα (Νέα, 11.12.91). Εντούτοις δεν θα πρέπει αυτή η εικόνα του μεταβατικού χάους να μας οδηγήσει σε επιπόλαιες κρίσεις αναφορικά με το μέλλον που διαγράφεται. Ας μην παραβλέπουμε ότι αυτή τη στιγμή συντελείται στη Ρωσία ένας άνευ προηγουμένου μετασχηματισμός που αφορά την οικονομική, την κοινωνική και την πολιτική ζωή της χώρας: ιδιωτικοποιήσεις, απελευθέρωση των τιμών, περικοπές μισθών, λιτότητα. Και μέσα σ' αυτό το μη προαναγγελθέν χάος αλλάζουν τόσο η κοινωνική ένταξη, όσο και οι κοινωνικές στάσεις του πληθυσμού. Για παράδειγμα, το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε σε μεγάλες πόλεις ήταν 32% το 1939, 52% το 1970, ενώ σήμερα ανέρχεται σε 74%. Η Ρωσία έχει σήμερα εξαιρετικά εκπαιδευμένο επιστημονικό και εργασιακό δυναμικό που με κατάλληλους χειρισμούς θα μπορέσει να υπηρετήσει το νέο καθεστώς συσσώρευσης. Εδώ μένουν πολλά να γίνουν, όμως έχουν ήδη εμφανιστεί οι πρώτες ενδείξεις ότι κάτι πάει ν' αλλάξει. Πριν από ένα χρόνο μια δημοσκόπηση έδειχνε ότι το 43% του πληθυσμού θεωρούσε δικαιολογημένη την ανάδυση κοινωνικών ανισοτήτων, ενώ το 38% παρέμενε πιστό στον παραδεδομένο ονομαστικό εξισωτισμό. Τα ποσοστά αυτά είναι σήμερα 75% και 13% αντιστοίχως (Economist, 7.12.91). Ο δρόμος των αναδιαρθρώσεων είναι λοιπόν μακρύς, αλλά ταχύτατοι είναι και οι μετασχηματισμοί.

Εκτός όμως από το κοινωνικό μέτωπο με τις αλλεπάλληλες ανακατατάξεις, υπάρχει και το πεδίο αντιπαλότητας των εθνοτήτων που απειλεί να προσλάβει εκρηκτικές διαστάσεις. Υπάρχει κατ' αρχάς το πρόβλημα της ρωσικής εθνότητας που είναι διασκορπισμένη σε πολλές Δημοκρατίες. Στο Καζακστάν αποτελεί το 40% του πληθυσμού, στην Ουκρανία το 20%, για να αναφέρουμε μόνο τις σημαντικότερες περιπτώσεις. Από την άλλη πλευρά, μόνο το 82% του λαού της Ρωσίας αποτελείται από τη ρωσική εθνότητα. Και όπως έδειξε η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της περιοχής των Τσετσένων, το πρόβλημα αυτό πολύ απέχει από το να θεωρηθεί λυμένο. Η Ρωσία αντιμετωπίζει σήμερα τρεις κατηγορίες μειονοτικών ζητημάτων. Πρώτον, οι περιοχές που βρίσκονται στα σύνορα της με γειτονοκές Δημοκρατίες, όπως οι καυκασιανές Δημοκρατίες Τούβα και Μπουριατία, που δεν θα προκαλέσουν μείζον ζήτημα με την αποχώρηση τους. Δεύτερον, οι μουσουλμανικές περιοχές στο Βόλγα ποταμό, όπως το Ταταρστάν και η Μπασκιρία που παράγουν φορτηγά και πετρέλαιο αντιστοίχως, οι οποίες επίσης δεν πρόκειται να δημιουργήσουν προβλήματα παρά τη σημασία τους, διότι περιστοιχίζονται πανταχόθεν από ρωσικό έδαφος και εξαρτώνται ολοκληρωτικά από τη Ρωσία. Και τρίτον, περιοχές όπως η Γιακουτία, πλούσια σε πρώτες ύλες, στις οποίες ζουν μεγάλες ρωσικές μειονότητες και που μάλλον δεν θα επιχειρήσουν την απόσχιση. Βλέπουμε λοιπόν ότι το εσωτερικό μειονοτικό ζήτημα της Ρωσίας είναι κατά μεγάλο μέρος ελεγχόμενο. Και μάλιστα, όταν κάποια στιγμή φάνηκε να οξύνεται επιτεύχθηκε εύκολα η αντιμετώπιση του, όπως στην πρόσφατη περίπτωση που ο Γιέλτσιν κήρυξε την περιοχή των Τσετσένων σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για να καταστείλει βίαια την εξέγερση: το ρωσικό κοινοβούλιο σχεδόν ομόφωνα τον ανάγκασε να ακυρώσει τα μέτρα και να επανεξετάσει την κατάσταση (Economist, 7.12.91).

Η εκτίμηση που κυριαρχούσε μέχρι πρόσφατα ήταν ότι ο μείζων κίνδυνος ανάφλεξης στην πρώην ΕΣΣΔ προήρχετο από τις τάσεις ανεξαρτησίας της Ουκρανίας και Λευκορωσίας. Μάλιστα το Economist έγραφε την ημέρα της ανακήρυξης της Σλαυικής Κοινοπολιτείας ότι η ανεξαρτητοποίηση των δυο αυτών Δημοκρατιών κάνει πλέον ανέφικτο το στόχο της Κοινοπολιτείας, ενώ έδινε σοβαρές πιθανότητες και στην αφροσύνη του εμφυλίου πολέμου. Η απροσδόκητη τροπή που πήραν τα πράγματα δείχνει πόσο παρακινδυνευμένες είναι οι προβλέψεις σε μια εποχή που τα πάντα μεταβάλλονται με ταχύτατους ρυθμούς. Αποδεικνύει όμως και κάτι άλλο: ότι η κίνηση κατάργησης της ΕΣΣΔ από τη Σλαβική Κοινοπολιτεία αποτελεί ενέργεια που προσπαθεί με σώφρονα τρόπο να αντιστρέψει το κλίμα αποσύνθεσης και φθοράς των τελευταίων ετών, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή που απομακρύνει προς το παρόν την εμφύλια σύρραξη και τον κίνδυνο από τα πυρηνικά όπλα. Έτσι λοιπόν, μπορούμε να διακρίνουμε τις διαφορές των δυο πραξικοπημάτων: το πρώτο χρησιμοποίησε τη δύναμη της παράδοσης για να επιχειρήσει ένα μεγάλο άλμα προς τα «πίσω», το δεύτερο καινοτόμησε προσπαθώντας να απαντήσει στους νέους εσωτερικούς και διεθνείς συσχετισμούς. Μολονότι είναι παρακινδυνευμένη η οποιαδήποτε πρόβλεψη, μπορούμε εντούτοις να ισχυριστούμε ότι το σημερινό πραξικόπημα φαίνεται να φέρει ανεξίτηλα επάνω του τα ασαφή ίχνη της «νέας εποχής». Ο θάνατος της μεγάλης άρκτου αφήνει ανέπαφο στη θέση του τον πολικό αστέρα, το τελευταίο άστρο στην ουρά της μικρής.

Αναζητώντας πυξίδα στη ΝΑ Ευρώπη
Η προηγούμενη ενότητα αφήνει να πλανάται η εντύπωση ότι τα όσα τεκταίνονται στην πρώην ΕΣΣΔ, και την Ανατολική Ευρώπη γενικότερα, αποτελούν πρωτοφανή σε παγκόσμια κλίμακα γεγονότα. Όμως, η διεθνής σκακιέρα συγκλονίζεται από αντίστοιχα, πιθανώς όχι τόσο θεαματικά αλλά εξίσου πρωτόγνωρα συμβάντα που ανατρέπουν στρατηγικά δόγματα και γεωπολιτικές ισορροπίες δεκαετιών. Διαδικασία ενοποίησης της Βόρειας και της Νότιας Κορέας, συμμετοχή των Κόκκινων Χμερ στη μεταβατική κυβέρνηση της Καμπότζης, συνομιλίες των Παλαιστινίων και των Ισραηλινών για το Μεσανατολικό. Και από την άλλη πλευρά ένας αδυσώπητος εμφύλιος πόλεμος στη γειτονική Γιουγκοσλαβία, ο οποίος φαντάζει να υπερβαίνει την καθημερινή πραγματικότητα μιας Ευρώπης που περισσότερο συζητά για οικονομικά μεγέθη και χρηματιστηριακές αξίες, παρά για σύνορα και ανηλεείς βομβαρδισμούς στρατηγικής σημασίας υψωμάτων και κομβικής σπουδαιότητας χωρίων και λιμένων. Αυτό το γιουγκοσλαβικό σκηνικό που δείχνει να έχει αναδυθεί από κάποια ιστορική ταινία για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αντιμετωπίζεται περίπου ως ιστορική παρωνυχίδα με μια ψυχολογία του τύπου «ουδέν νεώτερον από το βαλκανικό μέτωπο». Συγκλίσεις και αποκλίσεις, λοιπόν, ανατροπές και ασυνέχειες, χάος και αταξία. Στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της «νέας τάξης πραγμάτων» συνυπάρχουν τα πλέον προωθημένα στοιχεία ενός ραγδαία διεθνοποιούμενου καπιταλισμού μαζί με τα πιο καθυστερημένα και αναχρονιστικά δεδομένα ενός χωριστικού και απομονωτικού εθνικισμού.

Δεν θα πρέπει όμως να παραβλέψουμε, μέσα στη δίνη των αντιφάσεων της διεθνοπολιτικής συγκυρίας, τους ουσιαστικούς προσδιορισμούς που επικαθορίζουν τις αμέτρητες εθνότητες που ξεπηδάνε σαν τα μανιτάρια στο διεθνές σκηνικό. Η διεθνής ρευστότητα και αταξία δημιουργεί τις προϋποθέσεις «κρατικών» μορφωμάτων, ως μέσου διαμόρφωσης των διεθνών ισορροπιών και ένταξης στην παγκόσμια σκακιέρα, γεγονός που απαιτεί την προβολή των εθνικών και εθνικιστικών ιδιαιτεροτήτων ως συνεκτικού ιδεολογικού ιστού του κρατικού εγχειρήματος. Πρόκειται λοιπόν για ολότελα νέες εκφάνσεις που σημαδεύουν την εποχή μας, φαινόμενα που απαιτούν ολότελα νέες προσεγγίσεις από την πλευρά των σταθερών παραμέτρων των διεθνοπολιτικών στρατηγικών ισορροπιών.

Σ' αυτό το σκηνικό εμπλέκεται και η Ελλάδα που βλέπει να ανατρέπονται ισορροπίες δεκαετιών στην περιοχή της. Διάλυση της Γιουγκοσλαυίας, υποχώρηση του ελληνοβουλγαρικού άξονα, τέλος της βαλκανικής συνεργασίας, τουρκικό παιχνίδι με τους μουσουλμανικής απόχρωσης εθνικισμούς, αβέβαιο μέλλον της Αλβανίας. Και παράλληλα μ' όλα αυτά, η ανακίνηση μειονοτικών ζητημάτων που πριμοδοτούνται από τις ηγεμονικές ΗΠΑ ως μοχλοί παρέμβασης στο πλαίσιο των διαμορφούμενων ισορροπιών. Τέλος, εμφανής είναι η τάση διευθέτησης εκείνων των προβλημάτων που ανάγονται σε προηγούμενες φάσεις στρατηγικών ισορροπιών και φαντάζουν σήμερα σαν απομεινάρια μιας άλλης εποχής: εδώ εντάσσεται το Κυπριακό και η ισορροπία στο Αιγαίο.

Η ελληνική στρατηγική μπροστά στα νέα δεδομένα εμφανίζεται τουλάχιστον αντιφατική, αν όχι αμήχανη. Υποστηρίζει την ενότητα της Γιουγκοσλαβίας, ενώ τα τελευταία χρόνια δεν έχει διαφοροποιηθεί - ούτε καν πρωτοβουλιακά - από την παθητική στάση του θεατή των εξελίξεων που δεσπόζει στον ευρωπαϊκό χώρο. Καταλαμβάνεται εξαπήνης από την ανάδυση των μειονοτικών ζητημάτων ως νέου τρόπου άσκησης πολιτικής μέσα στη διεθνή αταξία, και τηρεί αμήχανη στάση προπαγανδίζοντας την ανυπαρξία του προδήλως υπαρκτού, ισοπεδώνοντας μάλιστα εσωτερικά και εξωτερικά μειονοτικά (σλαβομακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα και γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας). Ταυτόχρονα προσφεύγει για αναζήτηση στηριγμάτων στις ΗΠΑ που δεδηλωμένα ασκούν πολιτική μέσω των μειονοτικών στις υπό αναψηλάφιση περιοχές της υφηλίου. Επιδιώκει ακόμα τη συμμαχική κάλυψη για τις αμφισβητήσεις του καθεστώτος του Αιγαίου, όταν η αντίφαση αυτή διαπερνά απ' άκρου εις άκρον το συμμαχικό στρατόπεδο, και ταυτόχρονα συγκατατίθεται στη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού, όταν το κλείσιμο του θα της αποστερήσει το τελευταίο χαρτί που διαθέτει για να παρεμποδίζει την Τουρκία να θέσει τα του Αιγαίου σε ισότιμη βάση με την Ελλάδα. Τέλος, επιλέγει την προσκόλληση στις ΗΠΑ ως ηγεμονικής δύναμης, όταν η ηγεμονία των ΗΠΑ συνίσταται ακριβώς στη διατήρηση της δυνατότητας που διαθέτουν να παρεμβαίνουν σε ανοιχτά (άρα υπαρκτά και προς διευθέτηση) ζητήματα στρατηγικών ισορροπιών. Ο φαύλος κύκλος των κυβερνητικών πρωτοβουλιών είναι αντικειμενικά προσδιορισμένος από τις αντιφάσεις της συγκυρίας και δεν ανάγεται σε μια απλή αδεξιότητα των χειρισμών ή στην διαρκώς προβαλλόμενη πανάκεια της έλλειψης «εθνικής στρατηγικής», προσφιλέστατο ακλόνητο δόγμα της αντιπολίτευσης. Αυτό δεν απαλλάσσει βέβαια την κυβέρνηση από τις ευθύνες της για συγκεκριμένους χειρισμούς που προβάλλονται ως «εθνικές» λύσεις, ενώ αυτό που κάνουν είναι απλά να αναπαράγουν την αστάθεια. Ένα τέτοιο δείγμα είναι η ένταξη στη ΔΕΕ που προβάλλεται ως απολειπόμενος κρίκος στην αμυντική θωράκιση της χώρας, ενώ δεν είναι παρά η αναπαραγωγή και στο νέο πλαίσιο των ίδιων αντιφάσεων που λειτουργούσαν μέχρι σήμερα στο NATO. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις απόψεις «ειδικών» που θεωρούν ότι η ένταξη στη ΔΕΕ είναι ένα αναγκαίο βήμα, το οποίο όμως δεν διασφαλίζει την αυτόματη προστασία των συνόρων της Ελλάδας, παραθέτοντας μάλιστα και το παράδειγμα της Αγγλίας που δεν επενέβη στην Κύπρο το 1974 μολονότι ήταν εγγυήτρια δύναμη (βλ. Ν. Καταπόδης, Α. Πλατιάς και Χ. Λυμπέρης, Νέα, 12.12.91). Ανάγλυφο δείγμα των δυσχερειών που εμφανίζει η ελληνοτουρκική διένεξη δίνει η πρόσφατη διελκυστίνδα περί τη συγκρότηση Δυνάμεως Ταχείας Αντιδράσεως στη ΝΑ πτέρυγα του NATO και το ζήτημα κατανομής ρόλων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στην ανάπτυξη και διεύθυνση αυτού του στρατιωτικού σχεδιασμού (βλ. Γ.θ. Δασκαλόπουλος, Καθημερινή, 8.12.91). Ούτε βέβαια στα μειονοτικά υπάρχει βασιλική οδός προς την ουδετεροποίηση τους, παρά τις εξάρσεις των απανταχού μακεδονομάχων και τουρκοφάγων. Ακόμη και ο ευφυής Α. Παπανδρέου περιορίζει τον κατά τα άλλα ευέλικτο πολιτικό λόγο του σε απειλές και προειδοποιήσεις προς τους Ευρωπαίους στην περίπτωση που θα αναγνωρίσουν «αυτό το κατασκεύασμα» (εννοεί τη Δημοκρατία της Μακεδονίας) προβάλλοντας μάλιστα και το εξωφρενικό ενδεχόμενο του πρώτου πολέμου στην ιστορία που θα γίνει για ένα όνομα (Μα, 4.12.91). Τέλος, και στο Κυπριακό επικρατεί ρευστότητα παρά την προφανή επιδίωξη λύσης, διότι προτού προχωρήσει η όποια διαδικασία πρέπει να ανιχνευθούν με τη δέουσα προσοχή οι ισορροπίες, και οι δυνατότητες που παρέχονται για τη μεταβολή τους. Ανοιχτό είναι λοιπόν το ενδεχόμενο τετραμερούς που μπορεί να γίνει και διεθνής συνδιάσκεψη, ανοιχτός ο χρόνος σύγκλισης της, ανοιχτό είναι και το περιεχόμενο της εγγύησης από τις ΗΠΑ της «ιερότητας» των συνόρων της Ελλάδας καθότι δεν καταγράφεται σε κανένα επίσημο έγγραφο (Μα, 13.12.91).

Βλέπουμε λοιπόν ότι η κρατική πολιτική δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στα ζητήματα διεθνούς συγκυρίας, όσον αφορά τουλάχιστον την εμφανή όψη της. Υπάρχει βέβαια η σκοτεινή πλευρά του κρατικού λόγου που συνδέεται με τη συγκρότηση του «εθνικού» ως αντίπαλου δέους των απανταχού εθνικισμών, ιδεολογικό στοιχείο πειθάρχησης και συνοχής του κοινωνικού σχηματισμού. Εδώ σημειώνεται σημαντική επιτυχία διότι διαπιστώνουμε συντριπτική κυριαρχία και ασφυκτική ηγεμονία του «εθνικού» ιδεολογικού λόγου επί όλων των κοινωνικών αντιθέσεων. Αρκεί να ανοίξει κανείς ένα οποιοδήποτε ραδιόφωνο, και να ακούσει τον όποιο πολιτικό του όποιου κόμματος, για να πεισθεί περί της ισχύος αυτού του πανεθνικού δόγματος (βλ. τις τοποθετήσεις απ' όλο το πολιτικό φάσμα στη σχετική έρευνα του θ. Τσεκούρα, Ενημέρωση, 1.12.91). Το «έξω» συγκροτεί λοιπόν το «μέσα», ως απειλή, φόβητρο και διαρκής επιβουλή.

Η οικονομία της λιτότητας
Μετά την ατελείωτη διετία των μύθων της καταστροφολογίας και της περιθωριοποίησης ήρθε η ώρα της μερικής έστω αποκατάστασης της αλήθειας. Έτσι, παράλληλα με τις επισκέψεις του πρωθυπουργού στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους προκειμένου να κλείσει ο προϋπολογισμός (διότι, υποτίθεται, ότι μόνον αυτός, με την υψηλή καθοδήγηση του Μεγάλου Τιμονιέρη, είναι σε θέση να συμμαζέψει την «ανεξέλεγκτη» κατάσταση που προέκυψε από τα «βερεσέδια του ΠΑΣΟΚ») - ο οποίος παρεμπιπτόντως δεν «έκλεισε» - εμφανίστηκαν κάποια δειλά δείγματα οικονομικού σχολιασμού που χρωματίζουν ελαφρώς διαφορετικά την πραγματικότητα. Έτσι βλέπουμε τον Ν. Νικολάου να γράφει (Βήμα, 17.11.91) ότι «στην οικονομική πολιτική κυριαρχούν κατά διαστήματα ορισμένοι μύθοι που υφαίνονται περίτεχνα από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και οι οποίοι με ένα κυριολεκτικά καταιγιστικό πολιτικό μάρκετινγκ αναγορεύονται σε αξίωμα, στην τυφλή αποδοχή του οποίου παρασύρονται μεγάλα τμήματα του πληθυσμού». Τη λειτουργία αυτή των οικονομικών ιδεολογιών έρχεται να αποκαλύψει ο ενλόγω δημοσιογράφος παραθέτοντας στοιχείο που δεν έχουμε κουραστεί να επαναλαμβάνουμε στα εισαγωγικά σημειώματα των θέσεων. Ας δούμε λοιπόν το τι γράφει.

«Το 1981 το ΠΑΣΟΚ βρήκε το δημόσιο χρέος στα 672 δις. και το ανέβασε μέχρι τα μέσα του 1989 που έφυγε στα 6 τρις., δηλαδή 9 φορές επάνω. Αν λοιπόν φέτος καταλήξουμε στα 12 τρις., σημαίνει ότι επί των ημερών συμμαχικών και κυρίως αμιγούς κυβερνήσεως της ΝΔ το δημόσιο χρέος διπλασιάστηκε, που με απλά λόγια σημαίνει ότι η κυβέρνηση της ΝΔ δανείστηκε σε δυο χρόνια όσα το ΠΑΣΟΚ σε οκτώ... Ευρωπαϊκές χώρες όπως το Βέλγιο, η Ιταλία και η Ιρλανδία έχουν δημόσιο χρέος υψηλότερο από το δικό μας (128,1% του ΑΕΠ, 103,3% και 97,4% έναντι 86% της Ελλάδας), χωρίς όμως να επιβάλουν λιτότητα στους εργαζόμενους, ούτε η οικονομία τους να έχει τα δικά μας χάλια. Πώς το επιτυγχάνουν; Πώς δεν κυριαρχεί στις χώρες αυτές η παραλυτική μυθολογία του δημόσιου χρέους; Απλούστατα οι ικανές κυβερνήσεις τους έχουν νοικοκυρέψει τη δημόσια διοίκηση και έχουν περιορίσει το νέο δανεισμό...»

Είναι ενδιαφέρον ότι το παράθεμα αυτό στηλιτεύει τη μυθολογική διάσταση της οικονομικής πολιτικής, με τη γλώσσα των αριθμών, για να καταλήξει όμως σε παρόμοια με τον κρατικό λόγο πορίσματα όσον αφορά το πρακτέον. Αυτό που εν συντομία επισημαίνει είναι ότι η αναδιάρθρωση δεν μπορεί να στηρίζεται στο ψεύδος και την απάτη, αλλά θα πρέπει να πατάει σταθερά στο έδαφος του (κοινωνικού) ορθολογισμού. Διότι, εν κατακλείδι, η «κακή κατάσταση» της οικονομίας οφείλεται κατά τον κ. Νικολάου στο οπισθοδρομικό των εργασιακών σχέσεων («νοικοκύρεμα» του Δημοσίου) και την ανυπαρξία ανταγωνιστικής πίεσης επί της ελληνικής οικονομίας («δανεισμός»). Πρόκειται λοιπόν για μια περί της μεθόδου διαμάχη, η οποία έχει το πλεονέκτημα ότι αναδεικνύει στοιχεία της πραγματικότητας, παραγνωρίζοντας βέβαια το γεγονός ότι ο κρατικός ιδεολογικός λόγος δεν έχει απλά το χρέος να εμπεδώνει τον ορθολογισμό αλλά μάλλον να εγκαλεί τα άτομα σε πρακτικές με τη διαμεσολάβηση (έστω και στρεβλών) εικόνων της πραγματικότητας. Σήμερα κρίνεται απαραίτητο να μετασχηματιστεί εκ βάθρων η θέση του εργαζόμενου στους κοινωνικούς συσχετισμούς δύναμης, και προς τούτο επιστρατεύονται όλες οι διαθέσιμες παραστάσεις που μπορούν να συνθέσουν έναν διαρκή ορίζοντα λιτότητας. Το γεγονός ότι η λιτότητα συγκροτείται ως συνολική πολιτική που αφορά τους όρους αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης εκφράζεται από την προέκταση της έννοιας πέραν των αρχικών εισοδηματικών προσδιορισμών της: Λιτότητα είναι σήμερα η οποιαδήποτε πολιτική ενισχύει την ηγεμονία του κεφαλαίου μέσα στην κοινωνία, μέσα από πρακτικές που λειτουργούν περιοριστικά ως προς τους όρους αναπαραγωγής της εργασίας.

Πολλοί είναι οι τρόποι με τους οποίους επιδιώκεται κάτι τέτοιο. Μια εκδοχή αφορά το άμεσο εισόδημα: οι αυξήσεις των αποδοχών των εργαζομένων υπολείπονται κατά πολύ του πληθωρισμού, ώστε να μειώνεται διαρκώς η αγοραστική δύναμη τους. Αλλά δεν περιορίζεται εκεί. Το νέο φορολογικό νομοσχέδιο συνεπικουρεί στην ίδια κατεύθυνση αυξάνοντας τον πραγματικό φορολογικό συντελεστή για το 90% περίπου των εργαζομένων από 30% σε 32% περίπου (Μα, 27.11.91). Στο νέο Προϋπολογισμό που κατατέθηκε μειώνονται δραστικά οι επιχορηγήσεις προς τα Ασφαλιστικά Ταμεία, ενώ το κονδύλι για την Υγεία επαρκεί σχεδόν μόνο για μισθούς (Νέα, 30.11.91). Πολλές συντάξεις περικόπτονται ευθέως, ενώ όλες θα αυξάνονται με ρυθμούς κατά πολύ κατώτερους του πληθωρισμού (Βήμα, 1.12.91). Και ενώ τα μέτρα αυτά δεν έχουν ακόμη πλήρως «αποδώσει», έχουμε ήδη πτώση των ρυθμών αύξησης του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος από 20,9% ('90) σε 13,7% ('91).

Τα παραπάνω στοιχεία αφορούν το χώρο της εργασίας. Αν διαβούμε τον κοινωνικό Αχέροντα και περάσουμε στο βασίλειο της ανεργίας, τότε αντικρίζουμε και άλλα θαυμαστά επιτεύγματα της νέας εποχής. Ο ρυθμός αύξησης της ανεργίας είναι τη χρονιά αυτή της τάξης του 30% και το επίσημο ποσοστό ανεργίας 8,4%, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται οι απολυόμενοι από τις προβληματικές (Μα, 20.11.91). Φυσικά το πραγματικό ποσοστό ανεργίας εκτιμάται ότι υπερβαίνει το 10%, ενώ η κρατική μέριμνα για τους ανέργους εκφράζεται με την πρόσφατη κατάργηση του ειδικού, τριμηναίας διάρκειας, επιδόματος (Καθημερινή, 17.11.91).

Δεν θέλουμε όμως να αποκομίσει ο αναγνώστης την εντύπωση ότι η κύρια παρέμβαση της κρατικής διαχείρισης αφορά τη λιτότητα ως περιοριστική εισοδηματική πολιτική. Προτάξαμε τα εισοδηματικά επειδή προσπαθούμε να παρακολουθήσουμε την εξελικτική πορεία της κρατικής πολιτικής που προτάσσει το απτό, για να ακολουθήσει ο γενικός ορίζοντας, αυτό που θα γίνει απτό στη συνέχεια. Το τελευταίο συνοψίζεται σε μια έννοια που μέλλει να κυριαρχήσει στο επόμενο χρονικό διάστημα: την ιδιωτικοποίηση, το λιγότερο κράτος. Το νέο αίμα που ανέλαβε την χωρίς ολιγωρίες υλοποίηση αυτής της πολιτικής, ο Α. Ανδριανόπουλος, έχει ανοίξει μια σειρά μέτωπα στο ενλόγω ζήτημα. Απελευθερώνει τις τιμές, ήτοι συρρικνώνει ακόμη περισσότερο το βιωτικό επίπεδο των εργαζομένων. Απελευθερώνει την αγορά πετρελαιοειδών, δηλαδή ορίζει τον (κατά προτίμηση υψηλότερο) φόρο που εισπράττει το κράτος και την ανώτατη τιμή πώλησης αφήνοντας «ελεύθερο» το περιθώριο κέρδους. Απελευθερώνει το κλείσιμο ή την «αποκρατικοποίηση» των προβληματικών, συμβάλλοντας έτσι στη διόγκωση της ανεργίας. Και για να είναι η πολιτική αυτή αυτοσυνεπής, «απελευθερώνει» και τους εργαζόμενους από τα δεσμά των συνδικάτων τους, επιδιώκοντας την κατά μέτωπο σύγκρουση με αυτά. Το συγκεκριμένο πλέγμα ρυθμίσεων φέρει τον ευφημιστικό τίτλο «νομοσχέδιο αποκρατικοποίησης και ανταγωνισμού», υπονοώντας, έμμεσα προφανώς, την ένταση του κοινωνικού ανταγωνισμού που αναπόφευκτα θα προκύψει (Μα, 22.11.91). Επιστρέφουμε λοιπόν στην ιδανική κοινωνία των «ελεύθερων» ανθρωποφάγων που θα επιδίδονται στα ειρηνικά τους έργα απερίσπαστοι και χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις. Ιδεολογικό συνεκτικό στοιχείο της παρέμβασης αυτής είναι εκείνος ο θαυμάσιος λαϊκισμός που επαίρεται των θυσιών στις οποίες έχει υποβληθεί το κοινωνικό σύνολο προκειμένου να συντηρήσει αναποδοτικές δημόσιες δραστηριότητες. Τι κι αν στη διαδικασία αυτή πωλούνται και κερδοφόρες βιομηχανίες; «Το ερώτημα γιατί πωλείται μια επικερδής εταιρεία δεν πρέπει να τίθεται, διότι σημασία δεν έχει αν κερδίζεις, σημασία έχει πόσα κερδίζεις και πόσα θα μπορούσες να κερδίσεις!» θα πει ο πρόεδρος της ΑΓΕΤ Ηρακλής Σ. Σταυρίδης. Να συμφωνήσουμε απόλυτα με μια μικρή προσθήκη: σημασία έχει και το ποιος τα κερδίζει!

Η ιδιωτικοποίηση είναι λοιπόν κομβική πολιτική της διαχείρισης που στοχεύει στο μετασχηματισμό των εργασιακών σχέσεων. Μάλιστα, επειδή η σημερινή καταστροφολογία της κυβέρνησης τείνει να σπείρει τη σύγχυση αναφορικά με τον επιδιωκόμενο στόχο υπάρχουν και αντιπολιτευτικές φωνές που προσπαθούν να την επαναφέρουν στην τάξη: «Η κυβέρνηση μετατρέπει την ιδιωτικοποίηση από μέτρο διαρθρωτικής πολιτικής σε εισπρακτικό μέτρο. Ούτε το χρηματιστήριο, ούτε το τραπεζικό σύστημα, ούτε οι ξένοι επενδυτές είναι σε θέση να στηρίξουν το κυβερνητικό πρόγραμμα», θα πει ο Κ. Σημίτης (Μα, 26.11.91). Αλλά ας μην ανησυχούν οι αντιπολιτευόμενοι διότι η κρατική πολιτική είναι πανταχόθεν θωρακισμένη: η ανασφάλεια για το εργασιακό καθεστώς διασφαλίζεται και μέσα από τις μετατάξεις, και μέσα από την ασφαλιστική οπισθοδρόμηση, και μέσα από την υποβάθμιση της Υγείας. Παράλληλα πριμοδοτείται η επέκταση της κερδοφορίας του ατομικού κεφαλαίου και στους τομείς αυτούς, αφού επί έτη χρησιμοποιήθηκαν οι αντίστοιχοι θεσμοί προκειμένου να συσσωρευτεί συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο. Σε τελική ανάλυση μάλιστα, ο εργαζόμενος διαθέτει σήμερα τη δυνατότητα επιλογής του τρόπου με τον οποίο θα υποστεί την εκμετάλλευση. Οι κρατούντες πιστεύουν ότι έχει έρθει η κατάλληλη ιστορική στιγμή - αφού η ανεργία έχει ήδη συντελέσει το διαβρωτικό έργο της - να παρέμβουν θεσμικά προκειμένου να ρυθμίσουν εκκρεμότητες της διαδικασίας αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης: μιλάμε για την κοινωνική ασφάλιση και την υγεία. Στην πρώτη έχουμε αφαίμαξη των συντάξεων του ΙΚΑ, μείωση των παρεχομένων υπηρεσιών, αύξηση των εισφορών και αντίστοιχη αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης (Μα, 6.12.91). Πρόκειται για λύση του γόρδιου δεσμού με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, αντάξια της λογιστικής του μικρομάγαζου. Είναι ν' απορεί κανείς πώς αυτή η ιδιοφυής ιδέα δεν είχε επιφυτήσει κανέναν οικονομικό εγκέφαλο μέχρι σήμερα, και χρειάστηκε άνθρωπος με το ταλέντο του Γ. Παλαιοκρασά να αναγκαστεί να σκύψει πάνω από αυτό το πρόβλημα. Στην Υγεία τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα, αλλά και εκεί βρέθηκαν λύσεις: κατάργηση της μονιμότητας των γιατρών, διαφοροποίηση των εργασιακών σχέσεων μέσα στο νοσοκομείο, ιδιωτικά νοσοκομεία εντός και εκτός των κρατικών, ιδιωτική πρωτοβάθμια περίθαλψη, ντε φάκτο κατάργηση του ΕΣ Υ (Εποχή, 1.12.91). Νομίζουμε ότι μετά από αυτά ο κάθε εργαζόμενος θα αποκτήσει μια νέα αίσθηση ασφάλειας γνωρίζοντας ότι η γενικότερη κοινωνική πρόνοια έχει εναποτεθεί στις υγιείς δυνάμεις του ανταγωνισμού, ενώ προηγουμένως διακατεχόταν από το διαρκές και ψυχοφθόρο άγχος ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να εκλείψουν, επειδή το κράτος ευρίσκετο στα πρόθυρα της πτώχευσης.

Βεβαίως, η πολιτική «εθνικής αναγέννησης» που ακολουθεί η ΝΔ έχει και κάποιες σκιές, οι οποίες δεν είναι ευτυχώς σε θέση να αμαυρώσουν το συνολικό μεγαλειώδες οικοδόμημα. Τι κι αν το Λαύριο έχει μεταβληθεί σε κρανίου τόπο από το κλείσιμο όλων των βιομηχανιών που ήταν εγκαταστημένες εκεί! Είναι μια θαυμάσια ευκαιρία για την κοινωνία μας να δείξει την αλληλεγγύη της με την αναβίωση του παραγνωρισμένου θεσμού της φιλανθρωπίας, τα ομαδικά συσσίτια, την αποστολή μεταχειρισμένων ενδυμάτων στα παιδάκια της περιοχής, και τόσα άλλα που θα κάνουν κάθε ευαίσθητη ψυχή να συγκινηθεί με τη μεγαθυμία της εποχής μας και το επίκαιρο του χριστιανικού ιδεώδους. Το ίδιο ισχύει και για τις περιοχές της Εύβοιας που πλήττονται από την ανεργία, ή για την Κοζάνη που δοκιμάζεται επίσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι από αυτή τη μακεδόνικη γη, που τόσο άνανδρα αμφισβητείται από το «ανύπαρκτο» γνωστό έθνος, ξεπήδησε μια ιστορική πρωτοβουλία τομή στη συνδικαλιστική συντεχνιακή πρακτική: οι εργαζόμενοι της ΜΑΒΕ συναίνεσαν στην απόλυση συναδέλφων τους προκειμένου να διασωθεί η επιχείρηση (βλ. Ν. Νικολάου, Βήμα, 27.10.91). Αυτή η ηρωική πράξη θυμίζει εντονότατα την επίσης ηρωική συμπεριφορά ομήρων που υπό την απειλή του όπλου των απαγωγέων τους εμφανίζουν τα αιτήματα των τελευταίων σαν δικά τους αιτήματα. Πρόκειται για πράξη ύψιστης ελευθερίας του ατόμου που οφείλει να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση για κάθε «υπεύθυνο πολίτη».

Δεν πρέπει όμως να κλείσουμε τη σύντομη περιήγηση μας στην οικονομική πραγματικότητα της εποχής με αυτή την αρνητική εικόνα γιατί ενδέχεται, έστω και συνειρμικά, να δικαιώσουμε τους καταστροφολογούντες. Η κυβερνητική επίθεση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης έχει σίγουρα νικητές εφόσον είδαμε ότι εμφανίζει ηττημένους. Στη σημερινή συγκυρία παρατεταμένης ύφεσης παρατηρείται έκρηξη των κερδών ορισμένων κλάδων: οι επιχειρήσεις leasing σημείωσαν αύξηση των κερδών τους έως και 160%, οι βιομηχανίες ειδών διατροφής έως 220%, ενώ αύξησαν τα κέρδη τους και οι μεταλλουργικές επιχειρήσεις (στοιχεία μέχρι το τέλος Ιουνίου, Μα, 24.10.91). Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εμφανίζει έλλειμμα 861 εκατ. δολ. για την περίοδο Ιανουαρίου Οκτωβρίου, έναντι 2,9 δις. την αντίστοιχη περίοδο του προηγουμένου έτους. Τα συναλλαγματικά διαθέσιμα έχουν φθάσει αυτή τη στιγμή στο ύψος των 6,3 δις. δολ., απόλυτο ρεκόρ για τη χώρα (Μα, 6.12.91). Το νόμισμα της Ελλάδας δέχεται από παντού ανατιμητικές πιέσεις λόγω των υψηλών επιτοκίων και της μεγάλης προσφοράς συναλλάγματος από την εισροή κεφαλαίων, γεγονός που αποτελεί παγκόσμιο «παράδοξο», αν σκεφθεί κανείς ότι η επίσημη κυβερνητική προπαγάνδα εμφανίζει τη χώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας (Βήμα, 8.12.91). Και παράλληλα, όλοι οι δηλωμένοι στόχοι για τους οποίους υποτίθεται ότι έχει επιβληθεί η πολιτική της λιτότητας δεν επιτυγχάνονται, με συστηματικές μεγάλες αποκλίσεις. Οι εμπορικές συναλλαγές της χώρας συρρικνώνονται με τη μείωση εισαγωγών και εξαγωγών, όταν θεωρητικά επιδιώκεται το άνοιγμα της Ελλάδας στο διεθνή ανταγωνισμό (Μα, 6.12.91). Οι δανειακές ανάγκες του δημοσίου ανήλθαν το 1991 σε 1617% του ΑΕΠ αντί του προβλεπόμενου 10,4%, και τούτο παρά τη λιτότητα. Ας κλείσουμε εδώ την περιήγηση μας στον κόσμο της οικονομίας επιστρέφοντας στο σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε: οι οικονομικοί μύθοι φαίνεται να έχουν πολύ μεγάλη αντοχή και διάρκεια, διότι είναι κοινωνικά χρήσιμοι. Είναι το υλικό από το οποίο φτιάχνονται θεσμοί και λειτουργίες της πολιτικής.

Πολιτικές προσαρμογές
«Η ένταξη στη διεθνή οικονομία καθιστά πιο δύσκολους τους κοινωνικούς συμβιβασμούς. Πολλές από τις ρυθμίσεις που ισχύουν σήμερα και διασφαλίζουν την κοινωνική ειρήνη καθίστανται ανενεργές ή αποτελούν εμπόδια για την προσαρμογή στο διεθνές περιβάλλον. Τα ωράρια των εργαζομένων, οι τιμές των αγροτικών προϊόντων, οι κανονισμοί των εισαγωγών άλλαξαν και θα αλλάζουν σύμφωνα με επιταγές που προκύπτουν από αναγκαιότητες που διαμορφώνονται σε ευρύτερα υπερεθνικά σύνολα» (Νέα, 28.11.91). Να ποιο είναι το πιστεύω της εναλλακτικής αντιπολιτευτικής λογικής, όπως διατυπώνεται με εξαιρετική σαφήνεια από τον Κ. Σημίτη. Αν κάποτε διαπιστώναμε την αμηχανία όλου του πολιτικού φάσματος μπροστά στο αναπόφευκτο των επικείμενων αναδιαρθρώσεων, σήμερα έχουμε τη συνειδητή αποδοχή του υπαρκτού και την πολιτεία εντός των πλαισίων που αυτό ορίζει. Βεβαίως, θα διατυπωθεί η αντίρρηση ότι ο Κ. Σημίτης αποτελεί εξαίρεση διότι διαφοροποιείται συχνά από την επίσημη αντιπολιτευτική γραμμή του ΠΑΣΟΚ. Όμως, η νέα συγκυρία διαμορφώνει τάσεις στις οποίες όλοι, παρά τις επί μέρους ρητορείες, υποτάσσονται στη συνέχεια, και μάλιστα χωρίς να ρητοποιούν αυτή την κατά τα φαινόμενα αναγκαία στάση τους. Παράδειγμα ο έτερος των διεκδικητών του χρίσματος διαδοχής στο ΠΑΣΟΚ, ο Γ. Γεννηματάς: «Πιστεύω ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί, αν εμπνεύσει, να συνεγείρει όλες τις παραγωγικές τάξεις του τόπου, που πρέπει να κατανοήσουν ότι μπορεί να συγκρούονται και πρέπει να συγκρούονται για τη διανομή του προϊόντος. Και ότι πρέπει επιτέλους να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αυξηθεί η παραγωγή και η παραγωγικότητα. Αυτό νομίζω ότι εμείς μπορούμε να το κάνουμε. Αυτό προϋποθέτει όρους κοινωνικού συμβολαίου και ταυτόχρονα όρους κοινωνικής προστασίας. Δεν υποσχόμαστε λιγότερη δουλειά, αλλά υποσχόμαστε κοινωνική ασφάλεια» (Μα, 30.11.91). Πόσο ιερή είναι αλήθεια η παραγωγή! Και πόσο εύκολα διοχετεύεται το δόλωμα της διανομής, που αυτή, υποτίθεται, θα λύσει τις κοινωνικές αντιθέσεις! Αν προσπαθήσουμε μάλιστα να δούμε τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει κάτι τέτοιο, θα βρούμε γενικόλογους αφορισμούς και πάσης φύσεως παραινέσεις. Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι ο Κ. Σημίτης εμφανίζει το πλεονέκτημα ότι λέει φωναχτά αυτά που οι άλλοι συγκαλύπτουν με κρυψίνοια.

Μπροστά στη ρητή ή λανθάνουσα προγραμματική αποδοχή των νέων συσχετισμών δύναμης από τους συνεχιστές της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, οι διατυπώσεις του Α. Παπανδρέου φαντάζουν σαν διαμαρτυρία μιας εποχής που πέρασε και αδυνατεί να παρακολουθήσει τα νέα μηνύματα των καιρών. «Αυτό που ενδιαφέρει την κοινότητα είναι η νομισματική σταθερότητα. Λες και δεν υπάρχει άλλο πράγμα στη ζωή από τη νομισματική σταθερότητα. Δεν υπάρχει ανεργία, βία, ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος, εξασφάλιση της ποιότητας ζωής, της υγείας και της παιδείας. Σαν να μην είναι αυτοί στόχοι. Βλέπει κανείς πόσο μίζερο είναι αυτό που πρόκειται να βγει για την κοινωνική Ευρώπη. Η ενωμένη Ευρώπη είναι μια ιστορική ανάγκη» (Μα, 5.12.91). Πώς συμβιβάζεται όμως αυτός ο αρνητικός αφορισμός των κατευθύνσεων της κοινοτικής πολιτικής με την ταυτόχρονη υιοθέτηση του σταθερού ορίζοντα της λιτότητας από μέρους του; Η πολιτική αμηχανία του προέδρου του ΠΑΣΟΚ έχει λιγότερο να κάνει με την πολιτική που διαμορφώνεται στο πλαίσιο της ΕΟΚ, και αναφέρεται μάλλον στην επικρατούσα ιδεολογική συγκυρία που λειτουργεί απαγορευτικά για τη διαμόρφωση νέων οραμάτων. Σε μια εποχή που δεν επιτρέπει την εκτατική πολυμορφία των ιδεολογημάτων αλλά επιβάλλει την ομοιομορφία της παντοδυναμίας της αγοράς, ο Α. Παπανδρέου αισθάνεται ότι δεν έχει περιθώρια ελιγμών και αναλύεται σε γενικές διαμαρτυρίες... έτσι, χωρίς όραμα, με μοναδικό καταφύγιο τα «εθνικά», όπου μπορεί να επαίρεται για τη «συρρίκνωση του ελληνισμού».

Όμως, τα ιδεολογήματα που προαναφέραμε έχουν τουλάχιστον το πλεονέκτημα ότι κινούνται μέσα στο περίγραμμα του κοινωνικού και φιλοσοφικού ορθολογισμού. Πλεονέκτημα, διότι σήμερα με την κρίση και κατάρρευση παραδεδομένων ιδεολογικών υποσυστημάτων, αναδύονται τα πλέον παράδοξα σχήματα αντιδραστικού ανορθολογισμού. Όλοι ζούμε καθημερινά την κοινωνία του ρατσισμού και του φυλετικού μίσους που ξεπηδάει μέσα από τις καθημερινές πρακτικές ξενοφοβίας, ελληνοκεντρισμού και βρυκολακιασμένης ορθοδοξίας. Μάλιστα, οι ανακατατάξεις στα Βαλκάνια επανέφεραν στο προσκήνιο όλες τις καταχωνιασμένες δοξασίες περί ιστορικής συνέχειας του «Ελληνισμού», μοναδικότητας της ελληνικής φυλής κλπ., που επί δεκαετίες είχαν περάσει στο βασίλειο της λήθης όντας ανενεργές και άχρηστες για τις διαδικασίες διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού σχηματισμού. Μακεδονομάχοι και τουρκοφάγοι βγαίνουν σήμερα από την αφάνεια καταγγέλλοντας τους «ανθέλληνες», τους «παραχαράκτες» της ιστορίας, τα «προδοτικά» όργανα ξένων κέντρων. Η εθνική ομοθυμία έχει πλέον καταλάβει ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, λειτουργεί σαρωτικά για κάθε αντίθετη άποψη. Παράδειγμα; Ο προβληματιζόμενος Κ. Λαλιώτης: «Ανάμεσα σε δυο υποψήφιες περιφερειακές δυνάμεις (την Ιταλία και την Τουρκία) και στις πρωτοβουλίες τους, που φιλοδοξούν να αναπαραστήσουν τη σύσταση της αυστροουγγρικής και της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η Ελλάδα βρίσκεται απομονωμένη ανάμεσα στον καθολικισμό και το Ισλάμ - μόνη με την ορθοδοξία. .. Μέσα στην αποσύνθεση του μεταπολιτευτικού κύκλου, ιδίως μετά από μια εθνική τραγωδία. ..μπορεί να φυτρώσει ο Κωνσταντίνος Γκλύκσμπουργκ, με το φωτοστέφανο του σωτήρα, πρώτα ως προσωπικότητα κι έπειτα ως θεσμός... Απειλείται η ίδια η ιστορική κοίτη του ελληνισμού! Γεγονός που αφορά και την αδυναμία της Ελλάδας να αντισταθεί, ενισχύοντας την ταυτότητα της, μέσα από την ταυτόχρονη συσχέτιση της με την ορθοδοξία και τη δυτική σκέψη... Έχουμε το προνόμιο να είμαστε ανάδελφοι. Το μόνο αντίστοιχο παράδειγμα με την περίπτωση μας είναι του Ισραήλ. Δεν πιστεύω, όμως, ότι πρέπει να μπούμε στον πειρασμό να μιμηθούμε την επιθετικότητα του Ισραήλ. .. Η εποχή που ζούμε επιβάλλει μια ανάταση! Επιβάλλει την αναζήτηση μεγάλων ιδεών! Έξω και πέρα από τα κόμματα μπορεί να συγκροτηθεί μια νέα "Φιλική Εταιρεία"»... (Έψιλον, 24.11.91). Περιττεύουν τα σχόλια από μέρους μας. Να επισημάνουμε απλά ότι η απάντηση στον Κ. Λαλιώτη ήρθε αμέσως από τον προκαθήμενο της Μεγάλης Στοάς που του είπε ότι κάλλιστα θα μπορούσε να γίνει μέλος της, διότι συμμερίζεται τα ίδια πιστεύω με αυτούς. Δεν νομίζουμε ότι θα πρέπει να παραθέσουμε και άλλα δείγματα του εθνικιστικού παραληρήματος των κρατικών ιδεολόγων, θα υπογραμμίσουμε μόνο ότι το φαινόμενο είναι τόσο εξαπλωμένο διότι αποτελούσε ανέκαθεν ιδεολογική συνιστώσα όλων των κομμάτων, συμπεριλαμβανομένης και της Αριστεράς, συγκαλυπτόμενο από άλλες ιδεολογίες που στην εκάστοτε συγκυρία διατηρούσαν το ηγεμονικό προβάδισμα. Σήμερα που κατέρρευσε η Αριστερά ως στρατηγική πρόταση, τα εθνικιστικά ιδεολογήματα απελευθερώνονται από τα δεσμά τους και καλύπτουν τα ιδεολογικά κενά δημιουργώντας τερατογενέσεις και εξαμβλώματα.

Αν όμως το ΠΑΣΟΚ παραπαίει ανάμεσα στον κοινωνικό πραγματισμό και την ανάγκη νέων οραμάτων που θα συνεγείρουν τις αποκαρδιωμένες λαϊκές δυνάμεις, οι συνιστώσες της παραδοσιακής Αριστεράς έχουν ήδη επιλέξει τη στρατηγική αυτοπεριθωριοποίησής τους. Το ΚΚΕ πλασάρει έναν Λένιν ράκος, κακέκτυπο μονομανούς γιακοβίνου και αρχειομαρξιστή, πραγματοποιώντας ένα συνέδριο παρωδία, και αυτοτοποθετείται σε μια «σοσιαλιστική Ντίζνεϋλαντ». Επισημαίνει ότι «το ΠΑΣΟΚ προβάλλει σαν διαχειριστής του συστήματος και της κρίσης», και ζητά από τα μέλη του «να σηκώσουν την κριτική τους στην πολιτική του ΠΑΣΟΚ, όχι μόνο για την οκταετία αλλά και στις σημερινές του θέσεις, ώστε να βοηθήσουν ριζοσπαστικές δυνάμεις που υπάρχουν στη βάση του να κατανοήσουν τις θέσεις του ΚΚΕ και να συναντηθούν μαζί του στον αγώνα» (Μα, 9.12.91). Πόσες φορές έχει επαναληφθεί αυτή ταινία; Μοιάζει σαν να βλέπεις ' δελτίο ειδήσεων της δεκαετίας του '50 για να μάθεις τι τρέχει στον κόσμο σήμερα! Και φυσικά, δεν μιλήσαμε καθόλου για την κριτική αποτίμηση που κάνει αναφορικά με τα τεκταινόμενα στην ΕΣΣΔ, όπου βλέπει «παλινόρθωση των καπιταλιστικών σχέσεων» (βλ. και εισήγηση της Α. Παπαρρήγα στο 14ο συνέδριο του ΚΚΕ). Η νέα κρατική μαφία είναι λοιπόν καπιταλιστική, ενώ η παλιά παρακρατική μαφία της μαύρης αγοράς και της «σχεδιασμένης» συναλλαγής ήταν σοσιαλιστική! Ως πότε θα σερβίρονται τα ίδια ξαναζεσταμένα και μουχλιασμένα φαγητά;

Και ο Συνασπισμός; Κανονικά θα έπρεπε να σεβαστούμε αυτό το είδος, που βαδίζει προς την εξαφάνιση διεκδικώντας μια θέση στο πολιτικό no man's land. Αλλά είναι συχνά τόσο προκλητικοί οι πολιτικοί του στο αναμάσημα των πλέον παρωχημένων ιδεολογημάτων του αστισμού που προκαλούν τη νοημοσύνη μας. Ο Γ. Γιάνναρος δεν αφήνει ούτε μια ομιλία στη Βουλή ή μια συνέντευξη στον τύπο να περάσει χωρίς να επαναλάβει ότι με τη σημερινή πολιτική της ΝΔ θα μας πετάξουν έξω από την ΕΟΚ. Δεν είναι σε θέση ούτε τον Κ. Μητσοτάκη να παρακολουθήσει που έχει από καιρό εγκαταλείψει αυτό το ιδεολόγημα (βλ. και ομιλία του στη συζήτηση του προϋπολογισμού στη Βουλή, 17.12.91). Ο Μ. Ανδρουλάκης τρέχει και δεν φθάνει προσπαθώντας, χωρίς έστω και ίχνος έρματος, να συγκεράσει την ενίσχυση των διαπραγματευτικών θέσεων του για την προσκόλληση του στο ΠΑΣΟΚ με τη στοιχειώδη διεκδίκηση κάποιας πολιτικής υπόστασης από το κόμμα και την τάση του. Το χαμόγελο της Μ. Δαμανάκη έχει κοπεί από καιρό και το μόνο που της απομένει είναι να κάνει ανούσιες τοποθετήσεις επί των ζητημάτων της επικαιρότητας, με εκείνη την πρωτοφανή μανία του νεοφώτιστου να προτείνει μέτρα και λύσεις προς την κυβέρνηση, σαν να ήταν κυβερνητικός εταίρος της ΝΔ.

Και βέβαια υπάρχει το μεγάλο αγκάθι της «δίκης».

Είναι εξαιρετικά διασκεδαστικό να παρακολουθεί κανείς τις πολιτικές ακροβασίες των «υπουργών» και αρχικαθαρσιολόγων του Συνασπισμού Φ. Κουβέλη και Ν. Κωνσταντόπουλου. Παραθέτουμε δυο σύντομα αποσπάσματα από τις πραγματείες τους απλά και μόνον προς τέρψιν των αναγνωστών μας. Φ. Κουβέλης: «Είναι αλήθεια ότι η παραπομπή σε δίκη του Α. Παπανδρέου είχε ένα ορισμένο πολιτικό κόστος για τον ΣΥΝ, καθώς τον έφερε αντιμέτωπο με ένα τμήμα του ελληνικού λαού, το οποίο εν δυνάμει αποτελούσε το πολιτικό ακροατήριο.. ..Σε εκείνους που πιστεύουν ότι ανεξάρτητα από την ουσία η παραπομπή του κ. Παπανδρέου ήταν λάθος τακτικής, θέλω να τους πω να έχουν λίγη υπομονή. Οι αμυντικές συσπειρώσεις δεν διαρκούν για πάντα» (Κυριακάτικη, 24.11.91). Τι καλά που θα ήταν αν μερικοί αιθεροβάμονες εφάρμοζαν τα κριτήρια με τα οποία κρίνουν τους άλλους στον ίδιο τους τον εαυτό! Ενώ από την άλλη ο εισαγγελικό, ογκόλιθος Ν. Κωνσταντόπουλος, ο oποίος κατόρθωσε να τετραγωνίσει τον κύκλο με την περίφημη «ένοχος άρα αθώος» αγόρευση του, θα μας πει: «Το εάν θα γίνει διάλογος με το ΠΑΣΟΚ από τώρα ή μετά τις εκλογές, όπως επίσης το εάν ορθώς ή όχι παραπέμφθηκε ο κ. Παπανδρέου το 1989, είναι ερωτήματα που στενεύουν τα προβλήματα της δημοκρατικής προοδευτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας αλλά και του θεσμικού περιεχομένου της κάθαρσης του δημοσίου βίου...» (Κυριακάτικη, 1.12.91). Επειδή πιστεύουμε ότι πρέπει να λάμψει η αλήθεια και σ' αυτό το ζήτημα προτείνουμε στον κ. κατήγορο να απαντήσει στα εξής ερωτήματα: ποίος στενεύει τα προβλήματα; διατί τα στενεύει; με ποία μέσα το πράττει; και προς ποίον στόχο απεργάζεται αυτάς τας λύσεις; Διότι, κύριε, και εμείς σ' αυτή τη χώρα ζούμε... Αυλαία.

Επίλογος
Κλείνουμε το πανόραμα του τριμήνου που πέρασε με μια σύντομη αναφορά στις τάσεις που αρχίζουν να διαφαίνονται στη συγκυρία και τις προοπτικές που διανοίγονται για το μέλλον. Στη διεθνή σκηνή κλείνει και επισήμως η αυλαία που άνοιξε με την Οκτωβριανή Επανάσταση, με την υποστολή, την 31η Δεκεμβρίου της κόκκινης σημαίας με το σφυροδρέπανο από το Κρεμλίνο. Είναι ιδιαίτερα εποικοδομητικό που υπάρχει και αυτό το συμβολικό στοιχείο για να σημαδέψει το τέλος μιας εποχής. Είναι, νομίζουμε, χρήσιμο διότι οι αντιφάσεις θα αποκτήσουν και τη «μορφή» που προσιδιάζει στην «ουσία» τους, για να θυμηθούμε κάποια χεγκελιανά σχήματα. Ό,τι είναι, ας φαίνεται σαν αυτό που είναι. Το αντικαπιταλιστικό κίνημα πρέπει να ξεπεράσει τη βρεφική ηλικία του και να πάψει να τρέφεται με αυταπάτες που τις πλήρωσαν γενιές ολόκληρες αγωνιστών, κομμουνιστών που θέλησαν να είναι μαρξιστές και να παραμείνουν μέσα στη λενινιστική παράδοση. Το δράμα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να δώσει πίσω σ' όλους αυτούς τους στρατευμένους μαχητές τα χαμένα ιδανικά τους, τη χαμένη νιότη και τη χαμένη ζωή τους. Πρόκειται για ένα δράμα που ουδείς ηγετίσκος της Αριστεράς πρόκειται να συλλάβει, διότι έχει εξ υπαρχής οριοθετήσει τα περιθώρια ευαισθησίας του μέσα στα ασφυκτικά όρια του κρατικού λόγου. Το δράμα των γενεών που πάλεψαν πιστεύοντας και θυσιάστηκαν μαχόμενες δεν εξαργυρώνεται με κανένα πολιτικό γραμμάτιο. Μένει ως έχει για να τυραννάει τη συνείδηση κάθε ανθρώπου που πιστεύει ότι αυτή η κομμουνιστική παράδοση τον αφορά και εσωτερικεύεται στους όρους ύπαρξης του. Και αν κάποιοι φαινομενικά ορθολογιστές κλαίνε για το χαμένο διπολισμό μετά την εξαφάνιση της ΕΣΣΔ, ας μην τους συνεριζόμαστε. Είναι ένας μετατεθειμένος τρόπος να κλάψεις για την επανάσταση που χάθηκε, ένας τρόπος με τον οποίο μπορείς να οργανώσεις τον πόνο σου. Ένα μόνο να θυμίσουμε: όταν έγινε η Οκτωβριανή Επανάσταση δεν υπήρχε κανένας διπολισμός να την βοηθήσει, όπως βοήθησε τόσους φασιστοειδείς δικτατορίσκους του Τρίτου Κόσμου. Οι αντιφάσεις που μπορεί να ανοίξουν το δρόμο για την επανάσταση είναι εδώ, αρκεί να μπορεί κανείς να τις διακρίνει και να τις εντάξει στον αγώνα των μαζών που γίνεται καθημερινά ερήμην του όποιου «επαναστατικού σχεδίου».

Χωρίς να ισχυριζόμαστε ότι μπορούμε να προτείνουμε το συγκεκριμένο τρόπο που οδηγεί στην πολιτική αναβάθμιση του καθημερινού αυθόρμητου αντικαπιταλιστικού αγώνα, πιστεύουμε ότι ακόμα και η σημερινή συγκυρία αναδύει ίχνη της τροπής που ενδέχεται να λάβει ο κοινωνικός ανταγωνισμός. Για παράδειγμα, η καπιταλιστική αναδιάρθρωση που επιχειρείται στη χώρα μας και διεθνώς εμφανίζεται με δυο πολιτικές παραλλαγές: την ακραία νεοφιλελεύθερη εκκαθάριση και τη σοσιαλδημοκρατικού τύπου ήπια αναδιάρθρωση με το κοινωνικό συμβόλαιο. Και οι δυο προτάσεις έχουν υλικό υπόβαθρο, πατάνε σε συγκεκριμένες τάσεις που διαμορφώνονται μέσα στη συγκυρία. Η μεν πρώτη στην αναγκαιότητα καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων προκειμένου να διασφαλιστούν καλύτεροι όροι στη διαδικασία υπεραξίωσης του κεφαλαίου. Η δεύτερη πάλι, φαίνεται ότι στηρίζεται στην παραγωγική αναβάθμιση του συλλογικού εργάτη στο πλαίσιο των νέων τεχνολογιών και εργασιακών σχέσεων, και προσπαθεί να προλάβει να ελέγξει τις αναδυόμενες αντιφάσεις εντάσσοντας τις στην ηγεμονία του κεφαλαίου. Μήπως, λοιπόν, θα ήταν πιο πρόσφορο να προβληματιστούμε αναφορικά με αυτή την αντιφατικότητα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης αντί να κλαίμε πάνω από το πτώμα του «χαμένου παράδεισου», που επιπλέον ανέδυε μια έντονη και ασφυκτική μυρωδιά από θειάφι;

«θ» 19.12.91

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή