Επιστήμη σε τρόπο ψευδογαλατικό (Άγνοια). Ανταπάντηση στον Κώστα Βεργόπουλο Εκτύπωση
Τεύχος 2, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1983


Στο No 10 του περιοδικού «Αντιθέσεις» δημοσιεύτηκε μια κριτική μου σ' ένα άρθρο του Κώστα Βεργόπουλου για το επιστημολογικό πρόβλημα της αξίας (δημοσιευμένο επίσης στις «Αντιθέσεις», No 7) και η απάντηση του Κ. Β.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ανταπάντηση μου.

Για να διευκολύνουμε τον αναγνώστη θα αναφερθούμε στο καθένα από τα αριθμημένα σημεία της απάντησης του Κ. Β. ιδιαιτέρως. Επίσης θα προσπαθήσουμε, όσο είναι δυνατό, να αναφερθούμε μόνο στη βιβλιογραφία, στην οποία αναφέρεται ο Κ. Β.

Και μετά από αυτά επί του θέματος.

Ι. Δεν αντιμετωπίζω «τις ποικίλες θεωρίες της αξίας αποκλειστικά και μόνο από την άποψη του περιεχομένου τους» (10 76),1 όπως ισχυρίζεται ο Κ. Β. Πιστεύω μόνο, πως όποιος δεν κατέχει το αντικείμενο το ίδιο, δεν είναι σε θέση ν' ασχοληθεί με τα επιστημολογικά του προβλήματα.

2. Μου προσάπτει ο Κ. Β., ότι θεωρώ το αναγνωστικό κοινό «εξ ορισμού ως κοινό ιθαγενών» (10 76).

Έγραψα, ότι ο Κ. Β. εκμεταλλεύεται την άγνοια του αναγνωστικού κοινού άγνοια που άφορα εν προκειμένω το αντικείμενο του άρθρου του Κ. Β. Αυτό ισχύει όχι μόνο για το αναγνωστικό κοινό των «Αντιθέσεων», αλλά μια και το ανέφερε ο Κ. Β. και για αυτό των Temps Modernes. Κι όσο για την άγνοια του κοινού, αυτή δεν άφορα μόνο τη θεωρία της αξίας, αλλά πιθανότατα κι άλλα αντικείμενα, όπως π.χ. την Κβαντομηχανική και τη θεωρία των διακυμάνσεων της οικονομίας έκτος κι όν κανείς δημοσιεύσει προσεχώς στο Temps Modernes η στις «Αντιθέσεις» τίποτα για τους Planck, Kondratieff et.al. και αποδείξει έτσι το αντίθετο.

Δεν νομίζω πως η αναφορά μου στην άγνοια του συγκεκριμένου θέματος από το αναγνωστικό κοινό είναι επιλήψιμη η προσβλητική. Επιλήψιμο και προσβλητικό για το αναγνωστικό κοινό φαίνεται αντίθετα πως είναι, να γράφει κανείς, για γνώστες η μη, επί θεμάτων Κβαντομηχανικής χωρίς να 6χει ιδέα από φυσική.

Δεν περιφρονώ λοιπόν, ούτε θεωρώ το αναγνωστικό κοινό, κοινό «ιθαγενών» το τελευταίο και για το λόγο, πως δεν το θεωρώ ομοιογενές. Γνωρίζω πολύ καλά πως δεν αποτελείται από αναγνώστες κυριακάτικων και απογευματινών φύλλων, αλλά πως υπάρχουν σ' αυτό το κοινό ακόμα και επαγγελματίες της οικονομικής επιστήμης, που έχουν άμεση γνώση των Quesnay, Smith, Ricardo, Marx, Jevons, Walras, Menger, Dmitriev, v. Bortkiewicz, BöhmBawerk, SrafFa η τουλάχιστον μερικών από αυτούς. Γράφοντας λοιπόν, με γνώση αυτού του πράγματος, έγραφα για κοινό ειδημόνων, όχι ιθαγενών.

Δεν χρειάζομαι εγώ κοινό «ιθαγενών». ο Κ. Β. όμως γράφει, νομίζοντας πως δεν υπάρχουν καν γνώστες του πράγματος. Πιθανόν, λόγω δεν ξέρω και εγώ ποιών επιλογών, αυτοί να μη θεωρούν φρόνιμο η σκόπιμο να πουν δημόσια, τι υψηλή εκτίμηση τρέφουν για τον τρόπο που διακονεύει ο ένας η ο άλλος την επιστήμη. Υπάρχουν, όμως, οι ειδήμονες του συναφιού· υπάρχουν, και δεν είναι η επιστημονική τους ευαισθησία μειωμένη, αλλά η διάθεση τους να δώσουν δημόσια έκφραση στη γνώμη που έχουν για ότι την προσβάλει.

3. Το αρχικό ερώτημα ήταν: Είναι ο χαρακτηρισμός της τάξης που ζούσε από το εμπόριο και τη μεταποιητική βιοτεχνία βιομηχανία, εκ μέρους των Φυσιοκρατών, ως «στείρας» τάξης, μια «ηθική θέση αριστοτελικής έμπνευσης» (7 68), όπως ισχυρίζεται ο Κ. Β., δηλ. γιατί έτσι φαίνεται να εννοεί το αριστοτελικόν της έμπνευσης ο Κ. Β. μιας ηθικής προέλευσης αρνητική θέση απέναντι στο κέρδος, ναι η όχι; Η απάντηση είναι: όχι.

Κατά τον Quesnay και τους φυσιοκράτες γενικά, το πλεόνασμα της οικονομίας παράγεται αποκλειστικά και μόνο από το γεωργικό (και τον εξορυκτικό) της τομέα. Η βιοτεχνία βιομηχανία και το εμπόριο δεν παράγουν πλεόνασμα. Τους λόγους αναλύει, μεταξύ άλλων, πολύ ωραία, και ο Μαρξ: «Σε σχέση μ' όλους τους τομείς παραγωγής, η διαφορά μεταξύ της άξιας και της αξιοποίησης της εργασιακής δύναμης, δηλ. της υπεραξίας, την οποία δίνει η αγορά της εργασιακής δύναμης σε αυτόν που τη χρησιμοποιεί, εμφανίζεται πιο χειροπιαστά και με λιγότερες αντιφάσεις στη γεωργία, στην πρωτογενή παραγωγή. Το σύνολο των μέσων διαβίωσης ή η μάζα της ύλης που καταναλώνει χρόνο με το χρόνο ο εργάτης είναι (στη γεωργία, Γ. Σ.) μικρότερη από το σύνολο των μέσων διαβίωσης, τα όποια παράγει. Στη βιοτεχνία δεν βλέπει κανείς τον εργάτη άμεσα να παράγει ούτε τα μέσα διαβίωσης του ούτε το πλεόνασμα πέραν των μέσων διαβίωσης του. Η διαδικασία αυτή διαμεσολαβείται από την αγορά και την πώληση, από τις πράξεις της κυκλοφορίας, και απαιτεί για την κατανόηση της ανάλυση της αξίας γενικά. Στη γεωργία η διαδικασία αυτή εμφανίζεται άμεσα στο πλεόνασμα των αξιών χρήσης που καταναλώθηκαν από τον εργάτη, μπορεί λοιπόν να κατανοηθεί χωρίς ανάλυση της αξίας γενικά, χωρίς τέλεια κατανόηση της φύσης της αξίας. Επομένως, εάν η αξία αναχθεί σε αξία χρήσης και τούτη σε όλη γενικά. Η εργασία στο γεωργικό τομέα είναι για τους Φυσιοκράτες η μόνη παραγωγική εργασία, επειδή είναι η μόνη εργασία που δημιουργεί μια υπεραξία, και η γαιοπρόσοδος είναι η μόνη μορφή της υπεραξίας που γνωρίζουν». (Μαρξ, 1977, τόμ. 1ος, σελ. 14 και 17).

Συνεπώς η παραγωγική τάξη αποτελείται από τους ιδιοκτήτες, τους μισθωτές και τους εργάτες της γης. Οι ασχολούμενοι - επιχειρηματίες και εργάτες - με τη μεταποίηση και το εμπόριο αποτελούν - επειδή κατά τους Φυσιοκράτες οι τομείς της μεταποίησης και του εμπορίου δεν παράγουν πλεόνασμα - μια μη παραγωγική, στείρα τάξη. (Βλ. Schumpeter 1954b, σελ. 238έ.). Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι λοιπόν αποκλειστικά και

μόνο συνέπεια της φυσιοκρατικής αντίληψης για την πηγή του πλεονάσματος.2 "Αν ήταν «ηθική θέση», τότε γιατί να θεωρούνται και οι εργάτες της μεταποίησης και του εμπορίου μέρος της στείρας τάξης η, στην καλύτερη περίπτωση, όχι μέρος της παραγωγικής τάξης; Και ακόμη: Ως γνωστό, οι Φυσιοκράτες ήταν υπέρ της επιβολής ενός και μοναδικού φόρου, επιβλητέου στους ιδιοκτήτες της γης, επειδή ακριβώς, σύμφωνα με την αντίληψη τους για την πηγή του πλεονάσματος, οι ιδιοκτήτες της γης είναι αυτοί που ιδιοποιούνται το συνολικό πλεόνασμα υπό τη μορφή της γαιοπροσόδου.3 *Αν θεωρούσαν το κέρδος ηθικά κατακριτέο, τότε γιατί να μη ζητούσαν, ο μοναδικός αυτός φόρος να επιβληθεί στους καπιταλιστές;

Όχι το κέρδος, αλλά τον τόκο και όχι όλοι, αλλά μερικοί από αυτούς θεωρούσαν οι Φυσιοκράτες παρά φύση, (Βλ. Μαρξ, 1971, τόμ. 1ος, σελ. 17). Ο Κ. Β. αποφεύγει να απαντήσει στο ερώτημα που του θέσαμε, όν δηλ. και ο χαρακτηρισμός των κλασικών και του Μαρξ, ενός μέρους των εργατών ως μη παραγωγικών είναι και αυτός ηθική θέση αριστοτελικής έμπνευσης. Άντ' αυτού ισχυρίζεται, πως «πλήθος ιστορικών της πολιτικής οικονομίας έχουν επισημάνει τη στενή σχέση των φυσιοκρατών και των κλασικών με τον Αριστοτέλη. Συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην αρχαιότητα και στη νεότερη εποχή είναι η σχολαστική φιλοσοφία του Θωμά του Άκινάτη (13ος αιώνας)» (10 76). Και επικαλείται ως μάρτυρες τον Schumpeter και τον Blaug.

Όμως ακόμη και αν υπήρχε μια τέτοια σχέση, αυτό δεν θα σήμαινε κατ' ανάγκη, πως ο περί ου ο λόγος χαρακτηρισμός του Quenay είναι «ηθική θέση αριστοτελικής έμπνευσης». Άλλα ας δούμε τι γράφει ο Schumpeter στην «History» του, στην οποία αναφέρεται ο Κ. Β.

Γράφει λοιπόν: «... η οικονομική ανάλυση δεν διαμορφώθηκε σε καμιά εποχή υπό την επιρροή των φιλοσοφικών απόψεων των οικονομολόγων, καίτοι συχνά παραμορφώθηκε από τις πολιτικές τους θέσεις», (Schumpeter, 1954b, σελ. 31).

Και αφού αναφέρει τι δεν συνεπάγεται η άποψη του αυτή (σελ. 3 Ιέ.) συνεχίζει: «Προς το παρόν δεν θα θελήσω να επιχειρήσω τη θεμελίωση αυτής της θέσης μου. Την παρουσιάζω μόνο και εξηγώ τι σημαίνει. Την απόδειξη θα δώσουμε στα επόμενα μέρη, στα όποια θα δείξουμε, πως ακόμη και οικονομολόγοι που είχαν πολύ συγκεκριμένες φιλοσοφικές απόψεις, όπως ο Locke, ο Hume, ο Quesnay (!) και πριν από όλους ο Μαρξ, πραγματικά δεν επηρεάστηκαν στην οικονομική τους ανάλυση από αυτές. Ο λόγος, για τον όποιο τονίζω τόσο εμφατικά τη θέση πως η φιλοσοφία με την τεχνική έννοια του όρου, ήδη λόγω της φύσης της δεν είναι ίκανή να επηρεάσει την οικονομική ανάλυση και πραγματικά δεν την επηρεάζει είναι, ότι η αντίθετη θέση αποτελεί μια από τις σοβαρότερες πηγές ψευδοερμηνειών της εξέλιξης της οικονομικής ανάλυσης. Οι ψευδοερμηνειες αυτές γοητεύουν Ιδιαίτερα εκείνους τους Ιστορικούς, οι όποιοι πρώτιστα ενδιαφέρονται για τις φιλοσοφικές όψεις του πράγματος και γι' αυτό δίνουν υπερβολική βαρύτητα στις αναφορές σ' αυτές τις όψεις του πράγματος, αναφορές, από τις όποιες υπάρχουν πάρα πολλές στη βιβλιογραφία και οι όποιες συχνά δεν είναι δυνατό να αναγνωριστούν ως αυτό που είναι, δηλ. ως μπιχλιμπίδια (frills) χωρίς σημασία, που όμως αποπροσανατολίζουν όταν επιχειρούμε να εξακριβώσουμε την προέλευση των επιστημονικών ιδεών» (σελ. 32).

Εκεί όμως που ο Schumpeter διαπιστώνει ομοιότητες μεταξύ του Quesnay και του Θωμά του Άκινάτη, δεν αναφέρεται στην οικονομική θεωρία, ούτε, όπως ισχυρίζεται ο Κ. Β., στον «οικονομικό πίνακα», αλλά στη φιλοσοφία του Quesnay.

Γράφει ο Schumpeter: «Πιο πάνω (κεφάλαιο 2ο) πραγματευτήκαμε τον Quesnay ως φιλόσοφο του φυσικού δικαίου. Και πραγματικά οι θεωρίες του Quesnay για το κράτος και την κοινωνία δεν ήσαν τίποτε άλλο, παρά νέες διατυπώσεις της σχολαστικής διδασκαλίας» (σελ. 228). Στην οικονομική ανάλυση του Quesnay αναφέρεται ο Schumpeter λίγες σελίδες πιο κάτω: «C) Η οικονομική ανάλυση του Quesnay. "Ας θυμηθούμε τον ορισμό του φυσικού δικαίου του Quesnay. Μόλις κατανοήσουμε όλα τα ενδεχόμενα του, είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε τι εννοούν εκείνοι οι Ιστορικοί που, τονίζοντας τη θεολογική κλίση της σκέψης του Quesnay, είτε αρνούνται τον αναλυτικό χαρακτήρα του έργου του,4 είτε, όν δεν φθάνουν ως εκεί, τελικά είναι της γνώμης, πως οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις είναι ασφαλώς παράγων που διαμόρφωσε την οικονομική του ανάλυση. Αυτό μπορεί να είναι κατά κάποιο τρόπο σωστό όσον άφορα τις απόψεις του για την οικονομική πολιτική και τις αξιολογήσεις του (value judgment). Δεν είναι όμως σωστό όσον άφορα την οικονομική του θεωρία» (σελ. 232). Στον «οικονομικό πίνακα» του Quesnay αναφέρεται ο Schumpeter λίγο παρακάτω (σελ. 239243). ΈκεΓοοτε λέξη δεν λέει για σχέσεις μεταξύ Αριστοτέλη και Quesnay, διαμεσολαβημένες από τον Θωμά τον Ακινάτη, και ούτε βέβαια γράφει, όπως μας διαβεβαιώνει Ο Κ. Β., ότι ο «οικονομικός πίνακας» του Quesnay «θυμίζει συχνά παραλλαγές από το βασικό έργο του Ακινάτη» . (10 76).

Ο Blaug, τη σοβαρή μαρτυρία του οποίου επικαλείται επιπροσθέτως ο Κ. Β. μεταξύ των πολλών και διαφόρων που ιστορεί στο περίφημο έργο του, γράφει, αναφερόμενος στον οικονομολόγο Quesnay, και τα έξης: «Ο Quesnay (όχι όμως ο οικονομικός πίνακας του Quesnay! Γ.Σ.) ήχει συχνά σαν μια παραλλαγή του Θωμά του Ακινάτη στον 18ο αιώνα». (Blaug 1978, σελ. 30).

Αυτό βέβαια είναι δάνειο από τον Schumpeter. Μόνο που ο Schumpeter αναφέρεται στο σημείο αυτό στη φιλοσοφία, όχι στην οικονομική θεωρία του Quesnay. Έτσι ο Schumpeter, τον οποίο επικαλείται ο Κ. Β. στο τελευταίο του απόσπασμα που παραθέσαμε είναι ένας Schumpeter από κακό δεύτερο χέρι, είναι ο παρανοημένος Schumpeter του Blaug, τον οποίο ο ίδιος ο Κ. Β. παρανοεί ακόμη μια φορά: ο Schumpeter αναφέρεται στη φιλοσοφία, ο Blaug μιλάει για την οικονομική θεωρία και ο Κ. Β. για τον οικονομικό πίνακα του Quesnay! Συνεπώς ο Quesnay του Κ. Β. είναι από... πρώτο, δεύτερο, τρίτο· από τρίτο χέρι λοιπόν.

Ο ισχυρισμός του Κ. Β., πως ο Αριστοτέλης αποδοκιμάζει το κέρδος, αποτελεί αναχρονισμό. Ο Αριστοτέλης αποδοκιμάζει α) την παραγωγή για την αγορά, πέραν της παραγωγής για τις ανάγκες του «οίκου», όταν η παραγωγή αυτή δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στον προσπορισμό χρήματος για την αγορά αγαθών που χρειάζεται αλλά δεν παράγει ο «οίκος», δηλ. την «καπηλική» με την έννοια της «χρηματιστικής», β) την προσφορά υπηρεσιών επί αμοιβή, γ) το δανεισμό επί τόκω και δ) το εμπορικό κέρδος (Βλ. Maurenbrecher, 1898, σελ. 54έ.). Οι σχολαστικοί αποδοκιμάζουν μεν τον τόκο, όχι όμως και κάθε εμπορικό κέρδος (Βλ. Schumpeter, 1954B, σελ. 91).

Κατά τα λοιπά υπάρχουν, όπως θα δούμε, μεγάλες διαφορές μεταξύ των οικονομικών απόψεων του Αριστοτέλη και του Θωμά του Ακινάτη και των άλλων σχολαστικών φιλοσοφούν. Ο ισχυρισμός, πως οι κλασικοί, ον καταλάβαμε σωστά τις δυσκολίες τους κατά Βεργόπουλο (10 76), αποδοκιμάζουν για ηθικούς λόγους το κέρδος, είναι λίγο παρακινδυνευμένος. Είναι κοινό μυστικό, ότι οι Σκώτοι φιλόσοφοι της ηθικής, στους οποίους συγκαταλέγεται και ο Smith, θεμελίωσαν και δικαίωσαν το κέρδος ηθικά (όχι ηθικολόγουντες!). Για τη δικαίωση του κέρδους από τον Smith γράφει και ο Schumpeter (Βλ. Schumpeter, 1954B. σελ. 233έ.). Είναι επίσης γενικά γνωστό, πως ο Smith πρώτος χαρακτήρισε την εργασία που παράγει κέρδος, παραγωγική (Βλ. Schumpeter, I954B, σελ. 192. υποσημ.). Ο Blaug αναφέρει εκεί, που κατά τον Κ. Β. υπογραμμίζει τις στενές σχέσεις μεταξύ Αριστοτέλη, σχολαστικών, φυσιοκρατών και κλασικών, πως ο Smith απορρίπτει την καταδίκη του τόκου από την Εκκλησία και τους σχολαστικούς (Βλ. Blaug. 1978, σελ. 30έ.).

Ο ισχυρισμός, πως «στην αυτή αριστοτελική παράδοση (που ανήκουν οι φυσιοκράτες Γ.Σ.) βρίσκονται αναμφίβολα και οι κλασικοί (Smith, Ricardo κ.ά.), στο μέτρο που η θεωρία της αξίας - εργασίας5 αποτελεί μια νέα προσπάθεια για την κατανόηση του κέρδους» (10 76), είναι παντελώς ανυπόστατη.

Πως να σχολιάσουμε τον ισχυρισμό, «ότι ο Μαρξ δεν διακρίνει ανάμεσα σε εργασία που παράγει και σε εκείνη που δεν παράγει κέρδος πράγμα που πάντως (δηλ. σε περίπτωση που παρά τη διαβεβαίωση διακρίνει! Γ.Σ.) δεν έχει κανένα νόημα, αντίθετα από ότι πιστεύει ο Γ. Σ., αλλά ανάμεσα σε εργασία που αυξάνει το προς κατανομή κοινωνικό πλεόνασμα και σε εργασία που συνδέεται μόνο με την κατανομή αυτού του πλεονάσματος» (10 76);6

Σε ποιους να τον πρωτοπαραπέμψουμε; Και αν μόνο στον Μαρξ, σε ποιο απ' όλα τα γραπτά του, στα όποια κάνει αυτή τη διάκριση; "Ας δει τις δύο πρώτες σελίδες του 14ου κεφαλαίου του Ιου τόμου του «Κεφαλαίου» (Μαρξ, 1970, τόμ. 1ος σελ. 531532). 'Η αν προτιμάει, ολόκληρο τον Ιο τόμο των «θεωρίες για την υπεραξία» εκτός από τις σελίδες 1121 και 389391, (Βλ. Μαρξ, 1971, τύμ. 1ος, σελ. 122388).

Τα όσα γράφει ο Κ. Β. περί διάκρισης από μέρους του Μαρξ μεταξύ εργασίας που αυξάνει και εργασίας που κατανέμει το πλεόνασμα είναι παρωδία ορισμένων απόψεων του P. Garegnani.7

Συμπεραίνουμε λοιπόν, πως «ο άριστοτελισμός» του F. Quesnay, των φυσιοκρατών. γενικά, αλλά και των κλασικών, δεν «είναι προφανής» (10 76), αλλά ανύπαρκτος.

Επίσης ο Μαρξ ούτε «εκτεταμένα» ούτε «κατά κόρον» «τονίζει», «ότι η θεωρία της αξίας - εργασίας του Smith απαντάει στο ερώτημα (ποιο; Γ. Σ.) που είχε θέσει και αφήσει αναπάντητο ο Αριστοτέλης» (10 76). Πουθενά ο Μαρξ δεν αναφέρει κάτι παρόμοιο!

Τέλος, για να επιστρέψουμε στο αρχικό ζήτημα, ο Schumpeter δεν θεωρεί τη διάκριση της εργασίας από μέρους του Quesnay σε παραγωγική (: εργασία των απασχολουμένων στη γεωργία) και μη παραγωγική (: εργασία των απασχολούμενων στους λοιπούς τομείς) ηθική διάκριση αριστοτελικής έμπνευσης, αλλά διάκριση που περιέχει «κάτι σωστό» (Schumpeter, 1954b, σελ. 192) και ονομάζει την ανάλογη διάκριση του Smith «έμβρυο» της θεωρίας της υπεραξίας του Μαρξ, (Schumpeter 1954B, σελ. 192, ύπος. 22).

4. Το «αόρατο χέρι» του A. Smith είναι ο ανταγωνισμός των ιδιωτικών συμφερόντων και των κεφαλαίων, και όχι η αρχή της αξίας· διότι είναι κάτι περισσότερο από την απλή διαμεσολάβηση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας από την εμπορευματική ανταλλαγή σε μια κοινωνία ανεξάρτητων ιδιωτικών παραγωγών, δηλ. κάτι περισσότερο από την αρχή της αξίας. Είναι ακριβώς ανταγωνισμός Ιδιωτικών συμφερόντων και κεφαλαίων. «Η αξία» (5e'v «είναι λοιπόν η άλλη όψη του ολοκληρωμένου ανταγωνισμού» (10 77), αλλά προϋπόθεση του και στοιχείο του.

5. Τα όσα γράφει ο Κ. Β. στο σημείο αυτό δεν έχουν σχέση με την παρατήρηση μου, πως στο άρθρο του ταυτίζει τα οικονομικά φαινόμενα με τις τιμές. Οι τιμές είναι βέβαια οικονομικά φαινόμενα, τα οικονομικά φαινόμενα όμως, δεν εξαντλούνται στις τιμές.

6. Έγραφε ο Κ. Β. στο άρθρο του: «Έτσι 0 Σμίθ, που από τη μια πλευρά θεωρεί την εργασία σαν ουσία της αξίας, δεν διστάζει από την άλλη να βεβαιώσει επίσης το αντίθετο: ότι δηλαδή η αξία της εργασίας καθορίζεται με τη σειρά της από την αγοραστική δύναμη του «εμπορεύματος εργασία» στην αγορά» (7 70). Το «αντίθετο», που θέλει προφανώς να εκφράσει ο Κ. Β. είναι όχι αυτό που γράφει, αλλά: ότι οι αξίες των εμπορευμάτων (όχι η αξία της εργασίας, όπως γράφει) καθορίζονται από την αγοραστική δύναμη (δηλ. την αξία) του εμπορεύματος «εργασία» στην αγορά.

Στην απάντηση του μας λέει άλλα: «Εξηγώ στο άρθρο μου ότι ο Smith, ενώ ξεκίνησε να παρουσιάσει την εργασία σαν ουσία της αξίας, κατέληξε να ορίσει την εργασία σαν απλό μέτρο της αξίας» (10 77).

Με το να λειτουργεί η εργασία ως μέτρο της αξίας δεν αντιφάσκει στον προσδιορισμό της αξίας ως μεγέθους, του οποίου η ουσία είναι η εργασία (αντίθετα: η εργασία είναι εδώ, όπως θα μας πει σωστά πιο κάτω Ο Κ. Β., εσωτερικό μέτρο της αξίας), αλλά ούτε σε κανένα από τους νοητά δυνατούς προσδιορισμούς της αξίας.

Άλλα ας μην μακρηγορούμε. Αυτό που θέλει να πει ο Κ. Β. είναι, πως ο Smith κατέληξε να ορίσει την αξία της «εργασίας», δηλ. την αξία της εργασιακής δύναμης, ως την ουσία της αξίας των εμπορευμάτων. Όπως γράφει και ο ίδιος στη συνέχεια, ο Smith «μπέρδεψε την εργασία που ενσωματώνεται ως ουσία8 στο εμπόρευμα, με την εργασία που μπορεί να αγοράσει η τιμή - αξία του εμπορεύματος (εννοεί προφανώς όχι την τιμή - αξία του εμπορεύματος, ούτε την αξία του εμπορεύματος, αλλά το ίδιο το εμπόρευμα· διότι δεν ανταλλάσσονται ούτε οι τιμές - αξίες, ούτε οι αξίες, αλλά τα εμπορεύματα Γ. Σ.)» (10 77). Αντιπαραθέσαμε (10 73), πως η ουσία των αξιών κατά τον Smith είναι η εργασία... Συνεπώς οι αξίες των εμπορευμάτων είναι ίσες με τις αντίστοιχες ποσότητες εργασίας που απαίτησε η παραγωγή τους. Οι κατ' αυτό τον τρόπο και όσο αφορά το μέγεθος τους προσδιορισμένες αξίες είναι ήδη μετρημένες με μέτρο το μέτρο της ουσίας τους, δηλ. της εργασίας (αυτό εννοούμε, όταν λέμε, πως η εργασία είναι το εσωτερικό η ενδογενές μέτρο των αξιών). Και επειδή η εργασία, καθόσον δεν έχει ενδογενές μέτρο, μετριέται στο χρονικό διάστημα που ξοδεύτηκε η αντίστοιχη εργασιακή δύναμη,9 δηλ. με μέτρο το μέτρο του χρόνου, μετρούνται και οι αξίες με μέτρο το μέτρο του χρόνου, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει, πως η ουσία της αξίας είναι ο χρόνος. Αυτές, τις ήδη σε μονάδες εργασίας, δηλ. χρόνου μετρημένες αξίες μπορεί να εκφράσει κανείς σε μονάδες ενός άλλου έκτατικού (extensive) πράγματος, π.χ. σε λίρες, δολλάρια, δραχμές, κιλά σταριού, ούγγιές χρυσού, η όν επιθυμεί, σε γυάρδες. Ο Μαρξ τις μετράει συχνότατα σε λίρες. Μπορεί κανείς επίσης να τις εκφράσει σε εργασιακή δύναμη (labour power), η οποία με τη σειρά της μετριέται σε μονάδες χρόνου. Η σε εργασιακή δύναμη μετρημένη αξία ενός εμπορεύματος είναι, όταν οι πραγματικές τιμές είναι ανάλογες των αξιών όπως αυτές προσδιορίστηκαν παραπάνω, ίση με την ποσότητα εργασιακής δύναμης, που αγοράζει η μονάδα του εμπορεύματος αυτού στην αγορά, δηλ. ίση με την labour power, commanded από τη μονάδα του εμπορεύματος. Η σε εργασιακή δύναμη μετρημένη αξία της εργασιακής δύναμης είναι προφανώς πάντα ίση με τη μονάδα. Ο παραπάνω όπως και κάθε άλλος - είναι ένας αυθαίρετος τρόπος έκφρασης (μέτρησης) των άξιων, ο οποίος όμως έπ' ούδενί λόγω αναιρεί τον προηγηθέντα προσδιορισμό τους δια της εργασίας.

Ο A. Smith αυτό το τελευταίο κάνει: Αφού προσδιορίσει τις αξίες ως ίσες των ποσοτήτων εργασίας που απαίτησε η παραγωγή των αντιστοίχων εμπορευμάτων, εκφράζει μετά αυτές τις αξίες σε, όπως λέει ο ίδιος, labour, στην πραγματικότητα όμως σε labour power. Η κατ' αυτόν τον τρόπο εκφρασμένη αξία ενός εμπορεύματος είναι ίση με την ποσότητα «labour», δηλ. «labour power», που αγοράζει μια μονάδα του εν λόγω εμπορεύματος, τουτέστιν ίση με την «labour commanded», δηλ. με την labour power commanded.

Αυτή η δεύτερη μέτρηση δεν είναι ένας δεύτερος προσδιορισμός της αξίας, ένας προσδιορισμός, σύμφωνα με τον όποιο η ουσία των αξιών είναι η εργασιακή δύναμη, όπως νομίζει ο Κ. Β. Διότι, όπως παρατηρεί ο Schumpeter (Schumpeter, 1954b, σελ. 188, ύποσ. 20), το να μετράς τις αξίες σε βόδια δεν σημαίνει, πως η μέτρηση αυτή είναι μια βοϊδοθεωρία της αξίας.

Ο κυριότερος λόγος, που η μέτρηση των άξιων από τον Smith σε labour (power) δεν είναι μια δεύτερη θεωρία της αξίας και συνεπώς ούτε μια δεύτερη θεωρία της αξίας που αντιφάσκει στην πρώτη (σύμφωνα με την οποία η εργασία είναι η ουσία των αξιών), είναι ο έξης: Μόνο όταν είναι ήδη ανεξάρτητα με ποιο τρόπο προσδιορισμένες ως απόλυτα μεγέθη, μπορούν οι αξίες να εκφρασθούν σε labour power ως labour power commanded. Εάν 0 Smith όριζε τις αξίες πράγματι ως τις ποσότητες «εργασίας», δηλ. εργασιακής δύναμης, που ανταλλάσσουν οι μονάδες των εμπορευμάτων, τότε οι αξίες αυτές δεν θα ήσαν προσδιορισμένες ως ποσοτικά μεγέθη, εκτός εάν:

α) ήσαν ήδη προσδιορισμένες ως αξίες των οποίων η ουσία είναι η εργασία (η κατά ένα οποιοδήποτε άλλο τρόπο), η

β) εάν τις όριζε ως τις ποσότητες «εργασίας», δηλ. εργασιακής δύναμης, που αγοράζουν οι μονάδες των εμπορευμάτων στην αγορά στις πραγματικές τιμές (οι οποίες δεν είναι ίσες με τις κατά (α) προσδιορισμένες αξίες).

Στην περίπτωση (α) δεν υφίσταται, για τους λόγους που ήδη αναπτύξαμε, πρόσθετος προσδιορισμός των αξιών. Στην περίπτωση (β) τα μεγέθη που δήθεν ορίζονται ως αξίες, στην πραγματικότητα ούτε ορίζονται ούτε είναι αξίες, αλλά είναι οι, στη δεδομένη στιγμή·, ισχύουσες τιμές αγοράς, εκφρασμένες σε εργασιακή δύναμη.

Συνεπώς ο δήθεν δεύτερος προσδιορισμός των άξιων από τον Smith η (α), δεν είναι ίνας δεύτερος, που αντιφάσκει στον πρώτο, προσδιορισμός, αλλά μια απλή δεύτερη μέτρηση η (β), δεν είναι προσδιορισμός αλλά μετονομασία των σε εργασιακή δύναμη εκφρασμένων πραγματικών τιμών σε αξίες. "Αν στον εν λόγω «δεύτερο προσδιορισμό» του Smith, όπως ισχυρίζεται ο Κ. Β., δεν επρόκειτο για την περίπτωση (α), και επομένως επρόκειτο αναγκαστικά για την περίπτωση (β), τότε το σφάλμα του Smith δεν θα ήταν, όπως ισχυρίζεται πάλι ο Κ. Β., ότι προσδιορίζει τις αξίες με την εργασιακή δύναμη, αλλά, ότι, αντί να προσδιορίζει κατ' οποιοδήποτε τρόπο τις αξίες, εκφράζει τις πραγματικές τιμές αγοράς σε εργασιακή δύναμη και εκλαμβάνει αυτές τις τιμές ως τις αξίες. Το σφάλμα του λοιπόν θα ήταν όχι ότι προσδιορίζει και μετράει τις αξίες με την εργασιακή δύναμη (θα μπορούσε να μετράει με ένα οποιοδήποτε άλλα μέτρο), αλλά ότι αντί να προσδιορίσει τις αξίες τις θέτει ίσες με τις πραγματικές τιμές, οι όποιες είναι μετρημένες σε εργασιακή δύναμη (που θα μπορούσαν όμως να είναι μετρημένες σε οτιδήποτε άλλα). Και στις δύο περιπτώσεις και στην (α) και στην (β) δεν υπάρχει δεύτερος προσδιορισμός των άξιων που να αντιφάσκει στον πρώτο. Αφού λοιπόν γνωρίζουμε πως έχει το πράγμα, μας είναι όσο το ζήτημα είναι ο προσδιορισμός των αξιών από τον Smith και όχι οι απόψεις του Μαρξ πάνω σ' αυτόν αδιάφορο τι λέει ο Μαρξ.10

Και δύο λέξεις περί ορολογίας: Δεν ισχυρίστηκα, πως ο Smith χρησιμοποιεί τον όρο labour power commanded, δηλ. πως γνώριζε τον όρο labour power. Χρησιμοποίησα μόνο, αναφερόμενος στον Smith, τον όρο «labour (power) commanded» το «power» σε παρένθεση! (10 73), όπως συνηθίζεται στη βιβλιογραφία, για να υποδηλώσω, ότι το «power» είναι προσθήκη δική μου, σκοπός της οποίας είναι να διευκρινίσει, τι θα έπρεπε να έγραφε ο Smith για να εκφράσει επακριβώς αυτό το όποιο προφανώς εννοούσε. Δεν γνωρίζω τι λένε τα λεξικά που συμβουλεύτηκε ο Κ.Β., στη αγγλοαμερικάνικη βιβλίο - ' γραφιά πάντως για την απόδοση των όρων του Μαρξ Arbeitsvermögen και Arbeitskraft (: εργασιακή δύναμη) χρησιμοποιείται ο όρος labour power. Ο Κ. Β. θα έπρεπε να το γνώριζε, διότι αυτό τον όρο χρησιμοποιεί και ο Schumpeter στην «History» του (Βλ. Schumpeter, 1954B, σελ. 596).

Και μια και ο λόγος για «πρωτοφανείς συγχύσεις» (10 77) τι σημαίνει προς θεού η φράση: «Κι ακόμη, το κυριότερο, η διάκριση ανάμεσα σε ενσωματωμένη (incorporated) και αγοραζόμενη (commanded) αξία - εργασία δεν αφορά ποτέ την εργασιακή δύναμη (labour force), δηλ. την Ικανότητα προς εργασία, αλλά μόνο αυτή την ίδια την πραγματικά καταβαλλόμενη εργασία» (10 77).

Οι δυσκολίες μας να την εννοήσουμε είναι δύο: Τι σημαίνει εδώ ο ορός «αξία - έργα σία»; Προφανώς όχι ότι σήμαινε μια σελίδα πριν. Εδώ έχει να κάνει, απ' ότι φαίνεται, περισσότερο με εργασία και λιγότερο με αξία. Σημαίνει ένα κάποιο είδος εργασίας: η προτιθέμενη λέξη «αξία» προσδιορίζει κατά κάποιο τρόπο ως επίθετο το ουσιαστικό «εργασία». Κατά ποιο τρόπο όμως; Και ακόμη: τι σημαίνει, λίγο πριν από τη διευκρίνηση του Κ. Β. πως δεν αγοραπωλείται η εργασία, αλλά η εργασιακή δύναμη (10 78), ο όρος «αγοραζόμενη (commanded) αξία - εργασία», δηλ. ο όρος «αγοραζόμενη (commanded) εργασία»;

Απ' ότι φαίνεται, εδώ η σημασία του όρου «αξία - εργασία» είναι διττή και σημαίνει ως «ενσωματωμένη (incorporated) αξία - εργασία» την εργασία, ως «αγοραζόμενη (commanded) αξία - εργασία» την εργασιακή δύναμη. "Αν έχει έτσι το πράγμα (και έτσι έχει, για να λυθεί και η απορία του αναγνώστη), τότε και αυτή είναι η δεύτερη δυσκολία μας τι σημαίνει η φράση (στην οποία μεταφράζεται η αναφερθείσα πρόταση του Κ. Β.): η διάκριση ανάμεσα στην αγοραζόμενη εργασιακή δύναμη δεν αφορά ποτέ την εργασιακή δύναμη..., αλλά την... εργασία, δηλ. η φράση: «η διαφορά μεταξύ Α και Β δεν άφορα ποτέ το Β αλλά το Α;»

7. Το ζήτημα είναι: θεωρούν η όχι ο Μαρξ και ο Ricardo την εργασία πραγματικό κόστος του εμπορεύματος; Όχι, λέει ο Κ. Β.

Ο Μαρξ γράφει: «Το καπιταλιστικό κόστος του εμπορεύματος μετριέται στο ξόδεμα κεφαλαίου, το πραγματικό κόστος του εμπορεύματος στο ξόδεμα της εργασίας. "Η καπιταλιστική τιμή κόστους (kapitalistischer Kostpreis)" του εμπορεύματος διαφέρει συνεπώς από την αξία η την πραγματική τιμή κόστους (wirklicher Kostpreis) του εμπορεύματος» (Μαρξ, 1970, τόμ. 3ος, σελ. 34). Και: «Τέλος η πραγματική ποσότητα εργασίας (έξαντικειμενοποιημένης και άμεσης), που κοστίζει η παραγωγή του εμπορεύματος, είναι η άξια του. Αυτή (η αξία του) αποτελεί το πραγματικό κόστος για το ίδιο το εμπόρευμα» (Μαρξ, 1971, τόμ. 3ος, σελ. 503 - Βλ. και σελ. 75έ.).

Ο Ricardo γράφει: «Μπορεί να ρωτήσει κανείς τι εννοώ με τη λέξη αξία... Απαντώ, πως δεν γνωρίζω άλλο κριτήριο για να κρίνω αν ίνα πράγμα είναι ακριβό η φθηνό παρά την εργασία που ξοδεύτηκε για την παραγωγή του (κατά λέξη: τις θυσίες σε εργασία που έγιναν για την απόκτηση του). Ουσιαστικά κάθε πράγμα αποκτιέται με εργασία (κατά λέξη: αγοράζεται) τίποτα απ' ότι έχει αξία δεν μπορεί να παραχθεί χωρίς αυτήν (την εργασία - Γ.Σ.)». (Ricardo, 1951α, σελ. 397).

Η αντίληψη του Μαρξ και του Ricardo, πως το πραγματικό κόστος του εμπορεύματος, δηλ. αυτό που το εμπόρευμα κοστίζει καθεαυτό η στον άμεσο παραγωγό του (στον εργάτη), είναι η εργασία, δεν είναι παρά η άλλη όψη της αντίληψης τους, πως τα εμπορεύματα είναι προϊόντα εργασίας, και συνεπώς της αντίληψης, πως η ουσία της αξίας τους είναι η εργασία. Ο Ricardo π.χ. γράφει αμέσως μετά το απόσπασμα που αναφέραμε: «Όλα τα εμπορεύματα είναι προϊόντα εργασίας και δεν θα είχαν αξία, εάν δεν είχε ξοδευτεί γι' αυτά εργασία» (Ricardo, 1957α, σελ. 397).

Τα επιχειρήματα που παραθέτει ο Κ.Β. για να μας πείσει, πως ο Μαρξ και ο Ricardo δεν θεωρούσαν την εργασία το πραγματικό κόστος του εμπορεύματος, είναι δύο: «Πρώτο, η θεωρία της αξίας του Μαρξ είναι διαφορετική από εκείνη του Ricardo» (10 77) και δεύτερο, πως ο Ricardo «ενώ αρχικά είδε την εργασία σαν ουσία της αξίας, τελικά την όρισε (την αξία Γ.Σ.) μάλλον σαν (το; Γ.Σ.) κόστος παραγωγής των εμπορευμάτων» (10 77).

Το πρώτο επιχείρημα λίγο πείθει· διότι δύο πράγματα που δεν είναι ίδια δεν αποκλείεται να έχουν το ίδιο βάρος η το ίδιο χρώμα. Το δεύτερο επιχείρημα δεν έχει καμιά σχέση με τον ισχυρισμό που θέλει να στηρίξει, αλλά είναι ένας νέος ισχυρισμός. Προφανώς ο Κ. Β. με «κόστος παραγωγής των εμπορευμάτων» δεν εννοεί την εργασία που απαιτεί η παραγωγή τους, αλλά το κόστος σε υλικά και μισθούς. Διαφορετικά δεν θα ήταν της άποψης, ότι ο υποτιθέμενος ορισμός της αξίας από τον Ricardo ως κόστους παραγωγής των εμπορευμάτων είναι κάτι διαφορετικό από την αντίληψη, ότι η ουσία της αξίας είναι η εργασία. Για να στηρίξει τον ισχυρισμό του ότι ο Ricardo τελικά όρισε την αξία ως το κόστος σε υλικά και μισθούς, παραθέτει το έξης απόσπασμα, το όποιο αποδίδει στον Μαρξ: «Ο Ricardo συγχέει την αξία με τα έξοδα παραγωγής».

Η φράση αυτή αποκλείεται να είναι του Μαρξ. Δεν έχουμε στα χέρια μας τη γαλλική μετάφραση των «θεωρίες για την υπεραξία», στο δεύτερο τόμο της οποίας παραπέμπει ο Κ. Β., μπορούμε όμως να διαβεβαιώσουμε τον αναγνώστη, ότι η γαλλική μετάφραση είναι στο σημείο αυτό λανθασμένη η ο Κ. Β. μετέφρασε λανθασμένα από τα γαλλικά στα ελληνικά.

"Αν η φράση ήταν: «Ο Ricardo συγχέει την αξία με το κόστος (όχι τα έξοδα! Γ.Σ.) παραγωγής» τότε θα μπορούσε να είναι του Μαρξ. Ο όρος «κόστος παραγωγής» έχει στον Μαρξ (Produktionskosteniοn) και στον Ricardo (cost of production) διττή σημασία: πότε σημαίνει το κόστος σε υλικά και μισθούς, πότε το κόστος σε υλικά και μισθούς συν το μέσο κέρδος, δηλ. την τιμή παραγωγής (Βλ. π.χ. Μαρξ, 1971, τόμ. 3ος, σελ. 7βέ., 77, 502έ., καθώς και τομ. 2ος, σελ. 64 και Ricardo, 1951, σελ. 47, σημ., 384, 415).

Υπό την προϋπόθεση, ότι το διορθωμένο απόσπασμα είναι του Μαρξ, ο όρος «κόστος παραγωγής» μόνο το νόημα της τιμής παραγωγής και όχι το νόημα του κόστους σε υλικά και σε μισθούς, δηλ. των «εξόδων παραγωγής»,12 που του αποδίδει ο Κ. Β., μπορεί να έχει. "Ο λόγος είναι απλούστατος: Ο Ricardo δεν συγχέει το κόστος σε υλικά και μισθούς με την αξία πράγμα που είναι αδύνατο να αγνοεί ένας τέτοιος γνώστης του Ricardo όπως ο Μαρξ.

«Ο Malthus φαίνεται να πιστεύει, πως μέρος των απόψεων μου είναι, ότι το κόστος και η αξία ενός πράγματος είναι το ίδιο - είναι, εάν αυτός με κόστος εννοεί το «κόστος παραγωγής» (cost of production) συν το κέρδος», (Ricardo, 1951, σελ. 47, σημ.).

Με αυτό το λάθος και το μπέρδεμα των cost - prices με τις values που αυτός ο ίδιος είχε απορρίψει προχωρεί στη θεώρηση της γαιοπροσόδου» (Μαρξ, 1971, τόμ. 2ος, σελ. 196).

Και εδώ λοιπόν Ο Ricardo δεν συγχέει την αξία με το κόστος (δηλ. τα έξοδα) παραγωγής, αλλά την αξία με την cost - price, δηλ. με την τιμή παραγωγής.

Το γεγονός, ότι ο Ricardo συγχέει την αξία με την τιμή παραγωγής, είναι γενικά γνωστό, (Βλ. π.χ. Schumpeter, 1954b, σελ. 597). Κανείς όμως δεν συμπέρανε απ' αυτό, όπως ο Κ. Β., ότι ο Ricardo, επειδή ονομάζει τις τιμές παραγωγής cost of production, συγχέει την αξία με το κόστος, δηλ. τα έξοδα παραγωγής και συνεπώς προσδιορίζει την αξία με το κόστος παραγωγής. Προφανώς ο Κ. Β. δεν έχει γνώση του Ricardo.

Τον ισχυρισμό του Κ. Β., ότι και ο Sraffa νεορικαρντιανός γαρ προσδιορίζει και αυτός την αξία ως το κόστος δηλ. τα έξοδα παραγωγής, θα εξετάσουμε πιο κάτω.

Τέλος ας σημειώσουμε, πως ο Κ. Β. απέφυγε να μας απαντήσει στο ερώτημα, που ο Ricardo θεωρεί την εργασία «δείκτη θυσίας» και «σπανιότητας» και «απλό συντελεστή παραγωγής», όπως ισχυρίζεται στο άρθρο του (7 77).

8. Ο Κ. Β. γράφει: «Όπως είναι γνωστό, στο καπιταλιστικό σύστημα, οι τιμές των εμπορευμάτων δεν είναι ανάλογες με την καταβληθείσα εργασία, αλλά με το δαπανηθέν κεφάλαιο, στοιχείο του οποίου αποτελεί η εργασία» (10 78). Εδώ πρόκειται ασφαλώς για παραδρομή της γραφίδας του Κ. Β., διότι διαφορετικά θα ήταν αδιανόητο, κάποιος που ασχολείται με τη θεωρία της αξίας και των τιμών και μάλιστα με τα επιστημολογικά της προβλήματα, να μην γνωρίζει, ότι στον καπιταλισμό οι τιμές (παραγωγής) δεν είναι βέβαια ανάλογες με την εργασία ούτε όμως και ανάλογες με το κεφάλαιο (στοιχείο του οποίου αποτελεί η αμοιβή της εργασίας, όχι η ίδια η εργασία!) να μην γνωρίζει, ότι, λόγω της προϋπόθεσης ενός ενιαίου ποσοστού κέρδους, ανάλογο με το κεφάλαιο είναι το κέρδος! Άλλα το ζήτημα εδώ είναι άλλα: αν ο Ricardo κατά τον Μαρξ λαμβάνει υπ' όψη του, προσδιορίζει τις τιμές, την ύπαρξη κεφαλαίου.

Ήδη πριν από τον Μαρξ ο Ricardo λαμβάνοντας υπ' όψη του το γεγονός, πως, λόγω του ανταγωνισμού των κεφαλαίων, ισομεγέθη κεφάλαια λαμβάνουν ίσα κέρδη, δηλ. το γεγονός, πως, λόγω του ανταγωνισμού των κεφαλαίων, τα κέρδη είναι ανάλογα των κεφαλαίων και συνεπώς το ποσοστό κέρδους για όλα τα κεφάλαια ίσο, διαπιστώνει, πως οι τιμές που διαμεσολαβούν αυτή την κατανομή του συνολικού κέρδους στα επιμέρους κεφάλαια διαφέρουν από τις αξίες. Αυτές τις τιμές ο Ricardo τις ονομάζει costs of production, natural prices, prices η απλά values (ένα ακόμη συνώνυμο που χρησιμοποιεί θα γνωρίσουμε αργότερα). Πρόκειται για τις τιμές που στον Μαρξ είναι γνωστές ως τιμές παραγωγής.

Τα παραπάνω πραγματεύεται ο Ricardo στα μέρη IV και V του Ιου κεφαλαίου των «Principles», που έχουν τίτλους: «Η αρχή, πως η ποσότητα εργασίας που διατέθηκε για την παραγωγή των εμπορευμάτων καθορίζει τη σχετική αξία τους, τροποποιείται σημαντικά από τη χρησιμοποίηση μηχανών και άλλου σταθερού και διαρκούς κεφαλαίου» (Ricardo, 1951, σελ. 30) και «Η αρχή, πως η αξία δεν μεταβάλλεται όταν αυξάνονται η μειώνονται οι μισθοί, τροποποιείται επίσης από τον άνισο βαθμό παγιότητας και την άνιση διάρκεια ανακύκλωσης του κεφαλαίου» (Ricardo, 1951, σελ. 38).

Το γεγονός, ότι ο Ricardo λαμβάνει υπ' όψη του το κεφάλαιο, είναι πασίγνωστο. Οι αποκλίσεις των τιμών του Ricardo από τις αξίες και η συνέπεια τους, οι μεταβολές των τιμών αυτών συνεπεία μεταβολών του μισθού, είναι ευρύτατα γνωστές ως Ricardo - Effekt.

Για να περιοριστούμε σε ονόματα που αναφέρει ο Κ. Β., παραπέμπουμε στον Schumpeter (Schumpeter, 1954b, σελ. 594έ., 636 - 637), Blaug (Blaug, 1978, σελ. 99 - 100, 115,118, 143, 571 - 576, 599 και 701), Dmitriev (1974, σελ. 501έ.) και von Bortkiewicz (Bortkiewicz 1925, σελ. 167 και 169, Bortkiewicz 1976, σελ. 188, ύπος. 22, Bortkiewicz 1906 1907, zweiter Artikel, σελ. 32).

Ο Μαρξ τον όποιο ο Κ. Β. επικαλείται ως μάρτυρα του ισχυρισμού του, πως ο Ricardo δεν λαμβάνει υπ' όψη του το κεφάλαιο κατά τον προσδιορισμό των τιμών, περιγράφει στο 2ο τόμο του «θεωρίες για την υπεραξία» τα περιεχόμενα του IV και V μέρους του Ιου κεφαλαίου των «Principles» του Ricardo ως έξης: «Στο 4ο μέρος (του ίου κεφαλαίου Γ.Σ.) εξετάζεται, κατά πόσο η χρήση μηχανών και άλλου σταθερού και διαρκούς κεφαλαίου, στο βαθμό που αυτό εισέρχεται στους διάφορους τομείς παραγωγής σε διαφορετική αναλογία στο συνολικό κεφάλαιο, τροποποιεί τον προσδιορισμό των exchangeable values δια του χρόνου εργασίας. Στο 5ο μέρος εξετάζεται, κατά πόσο αύξηση η πτώση των wages τροποποιεί τον προσδιορισμό των αξιών δια του χρόνου εργασίας, εάν στους διάφορους τομείς παραγωγής χρησιμοποιούνται κεφάλαια διαφορετικού βαθμού παγιότητας και διαφορετικής (διάρκειας Γ.Σ.) ανακύκλωσης. Βλέπει κανείς λοιπόν, πως σε αυτό το κεφάλαιο (το Ιο Γ.Σ.) δεν προϋποτίθονται μόνο εμπορεύματα και η θεώρηση της αξίας καθεαυτής δεν απαιτεί καμιά άλλη προϋπόθεση αλλά μισθός, κεφάλαιο, κέρδος, γενικό ποσοστό κέρδους, ακόμη, όπως θα δούμε, οι διάφορες μορφές του κεφαλαίου, όπως προκύπτουν από τη διαδικασία κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, και επίσης η διαφορά μεταξύ natural και market price...» ()Μάρξ, 1971, τόμ. 2ος, σελ. 165).

Ακόμη ο Μαρξ εξαίρει το γεγονός, πως ο Ricardo στην παραπάνω ανάλυση του ρόλου του κεφαλαίου στη διαδικασία σχηματισμού των τιμών εκφράζει το κεφάλαιο ως άθροισμα των ανατοκισμένων ποσοτήτων ζωντανής εργασίας που ξοδεύτηκαν στο παρελθόν για την παραγωγή του (Μαρξ, 1971, τόμ. 2ος, σελ. 177· Βλ. και Bortkiewicz, 1906 1907, zweiter Artikel, σελ. 32). Ο Schumpeter υπογραμμίζει την επίδραση της ρικαρδιανής αυτής ανάλυσης του κεφαλαίου του Böhm - Bawerk (Schumpeter,11954b, σελ. 846).

Τέλος ο Μαρξ σχολιάζει εκτενέστατα τα μέρη IV και V του Ιου κεφαλαίου των «Principles» (Βλ. Μαρξ, 1971, τόμ. 2ος, σελ. 170 - 214). Κατά τα λοιπά, σύμφωνα με τον Κ. Β., ο Ricardo αναφέρει βέβαια στο βιβλίο του τη λέξη Capital, δεν «γνώριζε (όμως) το κεφάλαιο» (10 78)! Μου φαίνεται, όμως, ότι είναι πιθανότερο πως ο Κ. Β. δεν γνωρίζει τον Ricardo.

9. Εδώ ο Κ. Β. μας παρανοεί εσκεμμένα. Στο άρθρο του γράφει, ότι ο Μαρξ «δέχεται», πως «η τιμή δεν εκφράζει την αξία παρά έμμεσα». (7 73). Έμμεσα και εμείς προσπαθήσαμε στην κριτική μας να του υπενθυμίσουμε, ότι ο Μαρξ δεν γράφει, πως η τιμή εκφράζει την αξία έμμεσα (μέσω τίνος τότε εκφράζει η τιμή την αξία;), αλλά πως η αξία εκφράζεται αναγκαστικά και αναγκαστικά στρεβλά από την τιμή, δηλ. μέσω της τιμής πράγμα διαφορετικό βέβαια.

Γράφει επίσης ο Κ. Β. στο άρθρο του, «ότι ο Μαρξ... καταλήγει να δεχθεί ότι στην πραγματικότητα η τιμή δεν είναι ο τρόπος ύπαρξης της αξίας» (7 73). Το ακριβώς αντίθετο είναι σωστό: Κατά τον Μαρξ η τιμή είναι ο αναγκαίος τρόπος ύπαρξης, η μορφή ύπαρξης της αξίας (Βλ. Μαρξ, 1970, τόμ. 3ος, σελ. 6298 και 109έ.).

10. Το ζήτημα είναι, αν ο Μαρξ υπολογίζει, κατά το μετασχηματισμό των αξιών σε τιμές παραγωγής, το ποσοστό κέρδους πρώτα σε αξίες και μετά σε τιμές, όπως ισχυρίζεται ο Κ. Β. (7 73) η απλά και μόνο σε αξίες, όπως ισχυρίστηκα στην κριτική μου (10 71).13

Μια ματιά στο 9ο κεφάλαιο του 3ου τόμου του Κεφαλαίου λύνει το πρόβλημα. Εκεί ο Μαρξ στο μετασχηματισμό των άξιων σε τιμές υπολογίζει α) το σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο όλων των τομέων συνολικά, β) το συνολικό κέρδος όλων των τομέων (όχι όμως και το κέρδος κάθε τομέα χωριστά) και συνεπώς γ) και το λόγο του συνολικού κέρδους προς το συνολικό κεφάλαιο, δηλ. το ενιαίο ποσοστό κέρδους, σε αξίες όχι σε τιμές (Βλ. Μαρξ. 1970, τομ. 3ος, σελ. 164 - 167).

Το ότι υπολογίζει τα στοιχεία του ενιαίου ποσοστού κέρδους και συνεπώς και το ποσοστό κέρδους σε αξίες και όχι σε τιμές, όπως θα ήταν σωστό, αποτελεί ένα λάθος, το όποιο επισημαίνει ο ίδιος ο Μαρξ (Βλ. Μαρξ, 1970, τομ. 3ος, σελ. 174), και το σημείο της κριτικής του Bortkiewicz (Βλ. Bortkiewicz, 1907 και Stamatis, 1979, σελ. 90 έ.). Η λύση του προβλήματος του μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές παραγωγής που έδωσε ο V. Bortkiewicz συνίσταται αποκλειστικά και μόνο στην απάλειψη αυτού του λάθους (Βλ. Bortkiewicz, 1907).

Ο Κ. Β. σκεπτόμενος προφανώς, πως ο Μαρξ, αφού μετασχηματίζει, που μετασχηματίζει ο άνθρωπος, είναι αδύνατο να ξέχασε να μετασχηματίσει και το ποσοστό κέρδους ισχυρίζεται αβασάνιστα πως ο Μαρξ υπολογίζει το τελευταίο πρώτα σε αξίες και μετά σε τιμές. Στην απάντηση του μάλιστα βάζει τον Μαρξ να υπολογίζει και την εργασία (!!!) πρώτα σε αξίες και μετά σε τιμές (10 78).

11. Το ερώτημα είναι, αν ο Bortkiewicz είναι μαρζιναλιστής, όπως ισχυρίζεται ο Κ. Β., η νεορικαρδιανός κριτικός του Μαρζιναλισμού.

Ο V. Bortkiewicz είναι ένας από τους πρώτους και σημαντικότερους κριτικούς του Μαρζιναλισμού. Ως φοιτητής ήδη άσκησε κριτική στη θεωρία του Walras (στη Revue d' économie politique, 1890, σελ. 8086). Είναι γνωστός ως κριτικός του Böhm - Bawerk (Βλ. Bortkiewicz 1906, Bortkiewicz 1925, Bortkiewicz 1907α), και του Pareto (Βλ. Bortkiewicz 1898). Η κριτική του στον Böhm - Bawerk είναι κυρίως κριτική της θεωρίας του τελευταίου για το κεφάλαιο και για τον τόκο καθώς, στο βαθμό που η τελευταία είναι και θεωρία ερμηνείας του κέρδους, και κριτική της ερμηνείας του κέρδους του Böhm - Bawerk. Η κριτική του στον Pareto, είναι κυρίως κριτική της ακραίας φιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής, της βασιζόμενης στη μαρζιναλιστική - νεοκλασική θεωρία. Στη νεοκλασική θεωρία της ερμηνείας του τόκου και του κέρδους του Böhm - Bawerk και στην επίσης νεοκλασική θεωρία της ερμηνείας του τόκου και του κέρδους, τη βασιζόμενη στην παραγωγικότητα του κεφαλαίου, ο Bortkiewicz αντιπαραθέτει τη θεωρία της εκμετάλλευσης των Μαρξ Ricardo, την οποία ονομάζει Abzugstheorie και Abstrichtheorie, και τη σοσιαλιστική θεωρία του τόκου (Βλ. Bortkiewicz 1906, Bortkiewicz 1907α, Bortkiewicz 1925,'" Bortkiewicz 1906 1907. erster Artikel, σελ. 49έ., dritter Artikel, σελ. 447,472474).

Οι γερμανοί εκδότες των Meixner και Turban τον ονομάζουν νεορικαρδιανο (Βλ. Bortkiewicz 1976, σελ. 12 και 197198). Στην πραγματικότητα είναι ο τελευταίος αριστερός ρικαρδιανός.

Ο Κ. Β. επικαλείται τον Schumpeter για να μας πείσει, ότι ο Bortkiewicz ήταν οπαδός του Marshall και επομένως μαρζιναλιστής (10 78).

Όχι στην «History» του, στην οποία παραπέμπει εσφαλμένα ο Κ. Β. (10 78, ύπος. 5), αλλά στο άρθρο του για τον Bortkiewicz που γράφτηκε μετά το θάνατο του τελευταίου και δημοσιεύτηκε στο Economic Journal, ô Schumpeter γράφει τα έξης: Αλλ' αυτός (ο Bortkiewicz Γ.Σ.) κράτησε ψηλά τη σημαία της οικονομικής θεωρίας εκδηλώνοντας μαρσαλλιανές πεποιθήσεις (professing the marshallian creed)15 σε μια εποχή και σε μια χώρα, όπου σχεδόν κανείς δεν ήθελε να ακούσει τέτοια πράγματα» (Schumpeter 1956, σελ. 302).

Ο Schumpeter δεν αναφέρει καμιά απόδειξη για την ορθότητα της μαρτυρίας του, ότι ο Bortkiewicz ήταν οπαδός της θεωρίας του Marshall. Προσωπικά νομίζω, πως πρόκειται για «μαρτυρία σκοπιμότητας»: Μέχρι και τη δεκαετία του 30 δεν υπήρχε καλλίτερος τρόπος να συστήσει κανείς ένα θεωρητικό της οικονομίας στους άγγλους συναδέλφους του, παρά λέγοντας ότι είναι μαρσαλλιανός.

Στην «History» όμως ο Schumpeter γράφει, σε αντίθεση με αυτά που Ισχυρίζεται ο Κ. Β. ότι γράφει, τα έξης: «Ο ίδιος ο Bortkiewicz αυτοχαρακτηριζόταν μαρσαλλιανός. Αλλ' αυτό δεν σημαίνει παρά μόνο ότι έδειχνε συμπάθεια για μερικά από τα λιγότερο αξιοθαύμαστα και λιγότερο προοδευτικά16 χαρακτηριστικά των Principles του Marshall» (Schumpeter 1954Β, σελ. 85Ιέ.). Και τελειώνει με τους λόγους, για τους οποίους ο Bortkiewicz δεν μπόρεσε να ασκήσει θετική επιρροή στο Βερολίνο όπου δίδαξε (σελ. 852). «Πλήθος μαρτυριών», γράφει ο Κ. Β., «μας έρχεται από παντού ο Bortkiewicz δεν έχανε ευκαιρία (!) να δηλώνει ότι είναι οπαδός του A. Marshall δηλ. του πατριάρχη (!) της νεοκλασικής σχολής...» (10 78). Έκτος από την - από τον Κ. Β. λανθασμένα τσιταρισμένη και λογοκριμένη μαρτυρία του Schumpeter, η οποία, όπως θα δούμε, είναι αβάσιμη, ούτε μια μαρτυρία δεν υπάρχει, πως ο Bortkiewicz αυτοχαρακτηριζόταν μαρσαλλιανός και καμιά απολύτως πως ήταν μαρζιναλιστής.

Ούτε ο Andersen (Βλ. Andersen, 1932), ο οποίος γνώριζε τον Bortkiewicz προσωπικά, ούτε ο Reichardt (Βλ. Reichardt, 1959), ούτε οι Meixner Turban (Βλ. Bortkiewicz 1976, σελ. 730 και 197198), ούτε κανείς άλλος μαρτυρεί παρόμοια πράγματα. Ο Blaug, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Κ. Β. (10 78έ.), δεν γράφει πουθενά στο «Economic Theory in Retrospect» για επιδράσεις του Walras στον Bortkiewicz.

Από τα οικονομικά κείμενα του Bortkiewicz που μας είναι γνωστά (και γνωρίζουμε και μερικά που δεν αναφέρονται στον κατάλογο που δημοσίευσε ο Anderson (Βλ. Anderson 1932. σελ. 247250), ο Bortkiewicz σ' ένα μόνο στοιχείο των θεωριών του Walras και του Marshall αναφέρεται θετικά: στην (εσφαλμένη!) άποψή τους, σύμφωνα με την οποία στην οικονομία όλα τα μεγέθη αλληλεξαρτώνται ταυτόχρονα (Βλ. π.χ. Bortkiewicz 1906 1907, zweiter Artikel, σελ. 37F).

Στο άρθρο του «Objektivismus und Subjektivismus in der Wertthorie» (Bortkiewicz 1976, σελ. 176196) περιορίζει όμως σημαντικά, δεν αναιρεί τελείως, τη θετική του στάση απέναντι σ' αυτή την άποψη (Βλ. σελ. 195έ.).

Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται ακόμη μια φορά στον Marshall: Αφού παρουσιάσει μια δική του θεωρία των τιμών, κατά την οποία οι τιμές προσδιορίζονται πρώτιστα από το κόστος ως αντικειμενικά δια της τεχνικής παραγωγής δεδομένο μέγεθος, σε μικρότερο βαθμό από τη ζήτηση και σε ακόμη μικρότερο βαθμό από το όφελος, παρατηρεί, πως η θέση του πάνω στο ζήτημα, όν ο παράγων «κόστος» η ο παράγων «όφελος» καθορίζει στο μεγαλύτερο βαθμό την ανταλλακτική αξία (τιμή), είναι στενά συγγενική, όχι όμως ταυτόσημη μ' αυτή του Marshall σύμφωνα με την οποία, η επίδραση του οφέλους στην αξία (τιμή) υπερτερεί βραχυπρόθεσμα, η επίδραση του κόστους μακροπρόθεσμα (Βλ. Bortkiewicz 1976, σελ. 194έ.). Οι διαφορές όμως που αναφέρει στη συνέχεια (σελ. 195), δείχνουν, πως «η στενή συγγένεια» είναι ανύπαρκτη." Ο ίδιος ο Schumpeter ο μόνος που αναφέρει ότι ο Bortkiewicz αυτοχαρακτηριζόταν μαρσαλλιανός δεν τον κατατάσσει στους μαρζιναλιστές, αλλά στους «εκλεκτικιστές» (Βλ. Schumpeter 1954, σελ. 187έ. Για τους λόγους Βλ. Anderson 1932, σελ. 243έ.). Επίσης στο άρθρο του «Η σύγχρονη οικονομική θεωρία στη Γερμανία» (1927) αναφέρει τον Bortkiewicz ως «κριτικό ταλέντο», του οποίου οι καρποφόρες αναλύσεις των έργων του Ricardo και του Μαρξ προήγαγαν τη σωστή ενασχόληση με τους κλασικούς. (Βλ. Schumpeter 1954α, σελ. 274). Στο ίδιο άρθρο απαριθμεί τους εκπρόσωπους του Μαρζιναλισμού στη Γερμανία, χωρίς να αναφέρει τον Bortkiewicz (Βλ. σελ. 274276). Και στο άρθρο του «Για τη μαθηματική μέθοδο στη θεωρητική οικονομία» αναφέρει τον Bortkiewicz ως κριτικό των μαθηματικών μεθόδων της (μαρζιναλιστικής) οικονομικής θεωρίας (Βλ. Schumpeter 1952, σελ. 546). Στην «History» του επίσης ο Schumpeter, παρουσιάζοντας τις ομάδες και σχολές στη Γερμανία και στην Αυστρία της περιόδου 18701914, δεν κατατάσσει τον Bortkiewicz στους Μαρζιναλιστές («αυστριακή η βιεννέζικη σχολή»), αλλά σε μια από τις δύο ομάδες των «Εκπροσώπων» αυτής της εποχής στη Γερμανία (Βλ. Schumpeter 1954b, σελ. 843852), και παρατηρεί πως ο Bortkiewicz, ως θεωρητικός της οικονομίας, ήταν κυρίως γνωστός ως ένας από τους πλέον αρμόδιους κριτικούς του Μαρξ και του μαρζιναλιστή Böhm - Bawerk (σελ. 851). Ως κριτικό του Böhm - Bawerk αναφέρει ο Schumpeter τον Bortkiewicz και λίγο αργότερα (σελ. 906 και 907, σημ. 42). Εκεί γράφει τα έξης χαρακτηριστικά για το πνεύμα της κριτικής του Bortkiewicz στον Böhm - Bawerk: «Ενδιαφέρον αναφορικά με το τελευταίο (εννοεί το άρθρο του Bortkiewicz "Der Kardinalfehler der Böhm - Bawerkschen Zinstheorie" Γ.Σ.) είναι το πνεύμα της χωρίς συμβιβασμούς εχθρικότητας, το οποίο διαφέρει σημαντικά από το πνεύμα που δείχνει αυτός (ο Bortkiewicz Γ.Σ.) στα περίφημα κριτικά γραπτά του για τον Μαρξ» (σελ. 907, σημ. 42). Πράγματι η κριτική του Bortkiewicz στον Μαρξ δεν είναι κριτική του συνόλου η του πνεύματος της οικονομικής θεωρίας του Μαρξ, αλλά κριτική ορισμένων σημείων της, όπως της θεωρίας της απόλυτης γαιοπροσόδου και του τρόπου λύσης του προβλήματος του μετασχηματισμού των άξιων σε τιμές. Για τις απόψεις του Bortkiewicz σχετικά με τη θεωρία της εκμετάλλευσης, μιλήσαμε ήδη. Ο Bortkiewicz δεν έχει λοιπόν καμιά σχέση με τους συνήθεις μαρζιναλιστές - νεοκλασικούς κριτικούς του Μαρξ.

"Ας δούμε τέλος, πως ο Bortkiewicz στο Βερολίνο «ύψωσε τη σημαία της οικονομικής θεωρίας, διδάσκοντας τη θεωρία του Marshall» (10 78). Όπως φαίνεται από τους καταλόγους των παραδόσεων του πανεπιστήμιου του Βερολίνου (Βλ. Verzeichnise der Vorlesungen der Universität Berlin, SS 1901 bis WS 1931 32), από τις 132 παραδόσεις που έκανε ο Bortkiewicz μόνο 28 αναφέρονται στην οικονομία - οι υπόλοιπες αναφέρονται στη Στατιστική (ως γνωστόν ο Bortkiewicz ήταν καθηγητής της Στατιστικής στο οικονομικό τμήμα του πανεπιστήμιου). Μερικές από τις παραδόσεις μαθηματικής Στατιστικής που έκανε η στο μαθηματικά τμήμα η στα οικονομικό τμήμα ήταν μόνο για μαθηματικούς. Άρχισε να διδάσκει το θερινό εξάμηνο του 1905, έκανε την πρώτη του παράδοση με θέμα «Η σοσιαλιστική θεωρία της οικονομίας (παρουσίαση και κριτική)». Τη δεύτερη οικονομική παράδοση με το ίδιο θέμα έκανε το χειμερινό εξάμηνο του 1907 8 με τον τίτλο «Η οικονομική θεωρία του μοντέρνου σοσιαλισμού». Το ίδιο θέμα («Οι οικονομικές διδασκαλίες του νέου σοσιαλισμού») δίδαξε και στην έκτη του οικονομική παράδοση το χειμερινό εξάμηνο 1909 10. Στην 14η του δίδαξε πάλι το θέμα «Η σοσιαλιστική θεωρία της οικονομίας». Οι τρεις πρώτες και συνολικά πέντε από τις οικονομικές του παραδόσεις έχουν λοιπόν για θέμα τη σοσιαλιστική οικονομική θεωρία. Από τις υπόλοιπες 23 παραδόσεις ασκήσεις και σεμινάρια 17 είναι εισαγωγικές και γενικές παραδόσεις, 3 έχουν για θέμα τη θεωρία του χρήματος και 3 τη θεωρία της αξίας και των τιμών. Ο Marshall δεν φαίνεται πουθενά. Από τα παραπάνω μπορεί κανείς επίσης να συμπεράνει, γιατί ο Bortkiewicz δεν μπόρεσε να έχει σημαντική θετική επίδραση στο Βερολίνο. Όχι επειδή επέτρεψε να τον θέσουν στο περιθώριο, όπου τον επισκίασαν ο Schmoller και ο Wagner, ούτε επειδή δεν ήταν καλός δάσκαλος όπως γράφει ο Schumpeter (Βλ. Schumpeter 1954B, σελ. 852), αλλά επειδή δεν δίδασκε κυρίως οικονομία, αλλά στατιστική. Ρόλο έπαιξε αναμφίβολα και το γεγονός, πως ο Bortkiewicz, που ήταν όχι μόνο ο σημαντικότερος στατιστικός της εποχής του στη Γερμανία και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της λεγόμενης «ηπειρωτικής σχολής» της Στατιστικής, αλλά και ένας σημαντικός θεωρητικός της κριτικής της οικονομικής επιστήμης, παρέμεινε μέχρι το 1920 έκτακτος καθηγητής.

Ελπίζουμε τα παραπάνω ν' αρκούν για να στηρίξουν την επιστημονική μας άποψη, ότι ο χαρακτηρισμός του Bortkiewicz ως μαρζιναλιστή, είναι καλαμπούρι.

12. Ο Κ. Β. δεν απαντά στο ερώτημα που του θέσαμε (10 73). Άντ' αυτού παραθέτει συνειρμικά στοιχεία για τις σχέσεις μεταξύ σχολαστικών φιλοσόφων, φιλοσόφων του φυσικού δικαίου, φυσιοκρατών και Smith (και Ricardo). Ο Schumpeter γράφει: «Γνωρίζουμε ήδη, ότι ο σκελετός της ανάλυσης του Smith προέρχεται από τους σχολαστικούς φιλόσοφους και τους φιλόσοφους του φυσικού δικαίου. Ευρίσκετο ήδη προσιτός στα έργα του Grotius και του Pufendorf και του μεταδόθηκε από το δάσκαλο του Hutchenson» (Schumpeter 1954b, σελ. 182έ.).

Εννοεί όμως μόνο την τυπική δομή του έργου του Smith «An inquiry to the nature...», όχι το περιεχόμενο του, δηλ. την οικονομική του θεωρία. Διότι συνεχίζει: «Είναι αλήθεια, πως ούτε οι σχολαστικοί φιλόσοφοι, ούτε οι φιλόσοφοι του φυσικού δικαίου ανέπτυξαν ποτέ ένα ολοκληρωμένο σχήμα της κατανομής του εισοδήματος...» (σελ. 183).

Οι «περίπου 75 σελίδες που προφανώς ο Γ.Σ. δεν έχει δει ποτέ ούτε έχει ακούσει γι' αυτές», που «αφιερώνει στο βιβλίο του (στην «History» Γ.Σ.)» ο Schumpeter «για να δείξει τη σχέση ανάμεσα στην κλασική πολιτική οικονομία και στις φιλοσοφίες» (10 79), μας είναι πράγματι άγνωστες καθότι ανύπαρκτες. Οι σελίδες του βιβλίου του Schumpeter για τον Smith στις όποιες αναφέρεται έμμεσα και ο ίδιος ο Κ. Β., δεν είναι οι ανύπαρκτες «περίπου 75 σελίδες», αλλά οι σελίδες 181 Εως 194 και αποτελούν, όπως μας πληροφορεί η εκδότρια του (Βλ. Schumpeter 1954b, σελ. 181, σημ. 12) την πρώτη γραφή ενός Οδηγού ανάγνωσης του «An inquiry...», την Οποία ο ίδιος Ο Schumpeter δεν συμπεριέλαβε τελικά στο κείμενο της «History» του και προστέθηκε σε αυτό από την εκδότρια. Έκτος από αυτές τις λίγες σελίδες ο Schumpeter αφιερώνει στη θεωρία της αξίας του Σμίθ 34 σελίδες (307311).

Σε κανένα μέρος του βιβλίου του ο Schumpeter δεν «δείχνει ότι οι ρήξεις (εννοεί προφανώς τις λεγόμενες «επιστημολογικές τομές» Γ.Σ.) του F. Quesnay και A. Smith ισοδυναμούν με αναβίωση του σχολαστικισμού18 και δεν διστάζει να χαρακτηρίσει τη σχολή των Smith - Ricardo σαν «σχολαστική πολιτική οικονομία» (10 79), όπως ισχυρίζεται Ο Κ. Β.

'Αλλά και τον Blaug δεν διάβασε καλά ο Κ. Β. Δεν «μαρτυρεί τα αυτά» με τον Schumpeter, αλλά κριτικάρει τις από τον ίδιο παρανοημένες απόψεις του Schumpeter! Παρανοεί τον Schumpeter νομίζοντας ότι αυτός ισχυρίζεται πως ο Α. Smith επηρεάστηκε στην οικονομική του θεωρία από τους σχολαστικούς. 'Αρχικά γράφει: «Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως οι ιδέες των σχολαστικών μεταφέρθηκαν στον Adam

Smith μέσω των φιλοσόφων του φυσικού δικαίου του Που αιώνα Hugo Grotius και Samuel von Pufendorf. Επιπροσθέτως, τα γραπτά των φυσιοκρατών που του ήσαν γνωστά είναι γεμάτα επιδράσεις των σχολαστικών: Ο Quesnay ηχεί συχνά σαν παραλλαγή του Θωμά του Ακινάτη στον 18ο αιώνα» (Blaug 1978, σελ. 30).19 Στη συνέχεια όμως δεν κάνει τίποτε άλλα, παρά να κριτικάρει την δήθεν άποψη του Schumpeter, ότι ο Smith επηρεάστηκε από τους σχολαστικούς (Βλ. σελ. 3031). Ο ίδιος ο Blaug τονίζει αντίθετα την επιρροή των μερκαντιλιστών παμφλετιστών του Που αιώνα επάνω στον Smith (Βλ. σελ. 31). Αυτό όσο άφορα τις μαρτυρίες του Blaug και του Schumpeter.

Μα και βέβαια είναι γνωστό, πως ο Smith δεν υπήρξε μόνο θεωρητικός της οικονομικής επιστήμης, αλλά και φιλόσοφος του φυσικού δικαίου και της φιλοσοφίας της ηθικής. (Βλ. π.χ. Hasbach 1980 και 1981). Καινή είναι μόνο η επίγνωση του Κ. Β., πως η φιλοσοφία της ηθικής του A. Smith είναι κάτι σαν ηθικολογία και η οικονομική του θεωρία κάτι σαν ηθικολογούσα σύναψη οικονομικών διδασκαλιών.

Και για να τελειώνουμε με τις σχέσεις μεταξύ Αριστοτέλη, σχολαστικών, φιλοσόφων του φυσικού δικαίου, φυσιοκρατών και κλασικών της πολιτικής οικονομίας, τα ακόλουθα: Υπάρχουν τεράστιες διαφορές μεταξύ τους. Οι οικονομικές απόψεις του Αριστοτέλη βασίζονται στην οικονομία μιας δουλοκτητικής αγροτικής κοινωνίας, μονάδα της οποίας είναι ο αυτάρκης, υπό τον «δεσπότη» «οίκος». Σκοπός της οικονομίας του «οίκου» είναι η κάλυψη των ίδιων αναγκών. Και μόνο στην περίπτωση που ορισμένα αγαθά, απαραίτητα για την κάλυψη ίδιων αναγκών δεν παράγονται η δεν παράγονται στις απαραίτητες ποσότητες από τον ίδιο τον «οίκο», Ο «δεσπότης» για να εξοικονομήσει τα απαραίτητα για την αγορά αυτών των αγαθών χρήματα, παράγει αγαθά και για την αγορά, σε ποσότητες δηλ. μεγαλύτερες από αυτές που είναι αναγκαίες για την κάλυψη ιδίων αναγκών. Η εμπορευματική παραγωγή και ανταλλαγή είναι λοιπόν μέσο για την κάλυψη των ίδιων αναγκών. (Βλ. Maurenbrecher 1898, σελ. 54έ.).

Οι απόψεις των σχολαστικών και ειδικότερα του Θωμά του Ακινάτη βασίζονται στην οικονομία της μεσαιωνικής πόλης. Η πόλη του Ακινάτη είναι κατά τον ίδιο τρόπο αυτάρκης που είναι και ο «οίκος» του Αριστοτέλη. Η παραγωγή της πόλης βασίζεται όμως στη διαφοροποίηση των παραγωγικών διαδικασιών, στη διαμόρφωση επαγγελμάτων και στην εμπορευματική παραγωγή. Η παραγωγή είναι εξ αρχής εμπορευματική. Κανένα νοικοκυριό δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να παράγει για την αγορά (Βλ. Maurenbrecher 1898, σελ. 5153). Για τις διαφορές μεταξύ των οικονομικών απόψεων του Αριστοτέλη και του Ακινάτη βλ. στο ίδιο, σελ. 5βέ.

Οι φιλόσοφοι του φυσικού δικαίου και ιδιαίτερα ο Grotius είναι κατά της απαγόρευσης του τόκου με επιχειρήματα τα Οποία περιέχουν αιχμές εναντίον των απόψεων του Αριστοτέλη, της Εκκλησίας και των σχολαστικών. (Βλ. Hasbach 1891, σελ. 141).

Και ο Grotius και ο Pufendorf έχουν μια θεωρία των τιμών που βασίζεται στις αξίες χρήσης και στο όφελος. (Βλ. Hasbach 1891, σελ. 141 και 143144). Κατά τα λοιπά ο μεν Pufendorf είναι μερκαντιλιστής, οι δε αρχές του φυσικού δικαίου του Grqtius είναι, στο μέτρο που αναφέρονται στην οικονομία, φιλοσοφικά στηρίγματα της οικονομικής πολιτικής ένος μεταπρατικού λαού. (Βλ. Hasbach 1891, σελ. 191 και 188έ.).

Ο Hutcheson είναι ήδη πλέον όπως και ο Smith και ο Ricardo ένας θεωρητικός της μοντέρνας αστικής κοινωνίας: Όχι μόνο στρέφεται εναντίον της απαγόρευσης του τόκου επίσης με επιχειρήματα που περιέχουν αιχμές εναντίον των απόψεων των σχολαστικών, αλλά δικαιώνει τον τόκο με επιχειρηματική βάση το κοινό συμφέρον! (Βλ. Hasbach 1891, σελ. 154 έ.). Σταματούμε εδώ, γιατί θεωρούμε άσκοπο να τονίσουμε και τις διαφορές μεταξύ των φυσιοκρατών και των κλασικών αφ' ενός και του Αριστοτέλη και των σχολαστικών αφ' έτερου.

13. Και βεβαίως οι μαρζιναλιστές νεοκλασικοί θεωρητικοί του οφέλους είναι οι μόνοι που μετά τον Μαρξ θέτουν είτε το θέλουν είτε όχι το πρόβλημα της ουσίας των τιμών. Η ουσία των τιμών είναι γι' αυτούς το όφελος. 'Ορισμένοι απ' αυτούς με φιλοσοφική μόρφωση και φιλοσοφικές διαθέσεις θεωρούν τις τιμές, μορφές εμφάνισης του οφέλους.

Ο Menger Ονομάζει αυτό που οι άγγλοι και αμερικανοί μαρζιναλιστές Ονομάζουν σήμερα marginal utility «.Wert des letzten Atoms» (: αξία του τελευταίου ατόμου, όπου «άτομο» σημαίνει τη μονάδα του εμπορεύματος). Και ο Schumpeter στο άρθρο του «Bemerkungen über das Zurechnungsproblem» (1909) γράφει σχολιάζοντας τις απόψεις του von Wieser, πως σκοπός του τελευταίου είναι ν' αναπτύξει τις αξίες (: τιμές) όλων των αγαθών (δηλ. και των μέσων παραγωγής) από τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών, κατανέμοντας την αξία κάθε καταναλωτικού αγαθού στα μέσα παραγωγής του. Και συνεχίζει: «Και εδώ είναι η εξής σκέψη θεμελιακή (για τον von Wieser Γ.Σ.): Η αξία είναι θεμελιωμένη (κατά λέξη: αγκυρωμένη Γ.Σ.) στο όφελος και το όφελος προέρχεται από τα καταναλωτικά αγαθά» (Schumpeter 1952, σελ. 278). Αυτός χρησιμοποιεί συνειδητά και ρητά τον όρο Wert (αξία) ως συνώνυμο του Nutzen (όφελος) και στο ορθό του που αναφέραμε (σελ. 294έ.), αλλά και στο βιβλίο του «Wesen und Hauptinhalt der theoretischen Nationalökonomie»(l908), στο όποιο και παραπέμπει (σελ. 295).

"Όσο αφορά τον Jevons, δεν γράφει, όπως ισχυρίζεται ο Κ. Β. (10 79), ότι η έννοια της αξίας, θα έπρεπε να αντικατασταθεί με την έννοια της «ανταλλακτικής σχέσης». Διαπιστώνει κατ' αρχάς ότι ο όρος value είναι στη χρήση του πολυσήμαντος και σημαίνει: (α) value in use, (β) intensity of desire or esteem of a thing και (γ) purchasing power. Προτείνει Ο όρος value να αντικατασταθεί στις τρεις αυτές διαφορετικές χρήσεις του αντιστοίχως από τους όρους: (α) total utility, (β) final degree of utility (δηλ. marginal utility), και (γ) ratio of exchange (Βλ. Jevons, 1965, σελ. 7683). Οι διαστάσεις των τριών αυτών μεγεθών είναι κατά τον Jevons αντιστοίχως: (α) μονάδες του εμπορεύματος · Utility) (β) (Utility) και

(γ) (μονάδες του εμπορεύματος · Utility: μονάδες του εμπορεύματος · Utility). (Βλ. σελ. 83ε.).

Ο Jevons καθορίζει τις τιμές θέτοντας τη ratio of exchange και κατά συνέπεια το λόγο των απολύτων τιμών ίσα με το αντίστροφο του λόγου των final degrees of utility (Βλ. σελ. 85έ.).

"Αν η ratio of exchange των εμπορευμάτων Α και Β είναι Χ μονάδες Α ανά μονάδα Β, τότε αυτό σημαίνει, πως Χ μονάδες Α ανταλλάσσονται, δηλ. έχουν την ίδια «αξία» και κατά τον Jevons, όπως φαίνεται από τη διάσταση που προσδίδει στο ratio of exchange την ίδια utility με μια μονάδα Β. Κατά τον Jevons λοιπόν η κοινή ουσία των εμπορευμάτων Α και Β και συνεπώς το «μέτρο», στο οποίο οι Χ μονάδες Α είναι ίσες με μια μονάδα Β είναι η utility. Η utility λοιπόν είναι η ουσία και το μέτρο των τιμών. Και αυτό ισχύει όχι μόνο για τον Jevons, αλλά για τη μαρζιναλιστική θεωρία γενικά.

Και δύο λόγια περί Ορολογίας. Δεν μεταφράζω στα ελληνικά τη λέξη utility. Εκφράζω στα ελληνικά αυτό περί του Οποίου πρόκειται. Και εδώ δεν πρόκειται για τη χρησιμότητα των εμπορευμάτων, αλλά για το όφελος που έχει αυτός που τα χρησιμοποιεί η τα καταναλώνει. Η γλώσσα μας έχει στη λέξη «χρησιμότητα» αντικειμενικοποιήσει ως απόλυτη ιδιότητα του χρήσιμου πράγματος καθεαυτού μια όψη της σχέσης των προσώπων που χρησιμοποιούν το πράγμα προς το πράγμα αυτό: Ένα πράγμα είναι η δεν είναι χρήσιμο. Είναι λίγο η πολύ χρήσιμο. Η χρησιμότητα της τελευταίας χρησιμοποιούμενης η καταναλωνομένης μονάδας του δεν γίνεται μεγαλύτερη η μικρότερη όταν η συνολική του αξία μικραίνει η μεγαλώνει, όπως συμβαίνει με την utility της τελευταίας αυτής μονάδας. Αυτό που αυξομειώνεται στην περίπτωση αυτή δεν είναι η χρησιμότητα του πράγματος, αλλά το όφελος που έχει το άτομο από τη χρήση η κατανάλωση της τελευταίας μονάδας του πράγματος.

Η νεοκλασική θεωρία δεν μεγιστοποιεί τη χρησιμότητα των πραγμάτων, αλλά το όφελος που έχουν τα άτομα που χρησιμοποιούν η καταναλώνουν αυτά τα πράγματα.

Για παρόμοιους λόγους και Ο Pareto, τον Οποίο αναφέρει Ο Κ. Β., δεν χρησιμοποιεί τον όρο utilité, αλλά τον όρο ophélimité (ophélimité élémentaire και ophélimité totale) (Βλ. Pareto, 1964, σελ. 311). Τέλος μήπως θα μπορούσε Ο Κ. Β. να μας πει πως αποδίδεται η καλύτερα πως να αποδώσουμε τον όρο utilitarism στα ελληνικά; Συνοψίζουμε λοιπόν, πως, αντίθετα προς τις απόψεις του Κ. Β., για τους μαρζιναλιστές η ουσία των τιμών είναι η utility και πως η utility δεν σημαίνει χρησιμότητα αλλά όφελος.

14. Οριακή ζήτηση «σημαίνει τη ζήτηση που κατευθύνεται στην Οριακή (δηλ. την τελευταία Γ.Σ.) μονάδα του προϊόντος που διατίθεται στην αγορά» (10 79), γράφει Ο Κ. Β. Συνήθως αυτό Ονομάζεται απλά: τιμή του προϊόντος.

"Αν και ο Κ. Β. συμφωνεί με αυτή την άποψη, τότε προκύπτουν μερικές δυσκολίες σε σχέση με την κατανόηση ενός σημείου του άρθρου του. "Αν στη φράση: «Σ' αυτές τις συνθήκες η έκφραση "οριακή χρησιμότητα" δεν προκύπτει απλά από την "οριακή ζήτηση", αλλά καταλήγει να ταυτιστεί απόλυτα με την τελευταία» (8 74), θέσουμε στη θέση του όρου «οριακή ζήτηση» τον ισότιμο του όρο «τιμή του προϊόντος», τότε η φράση γίνεται: «Σ' αυτές τις συνθήκες η οριακή χρησιμότητα δεν προκύπτει απλά από την τιμή του προϊόντος, αλλά καταλήγει να ταυτιστεί απόλυτα με την τελευταία».

Αυτό εκτός του ότι είναι λάθος καθεαυτό, αντιφάσκει και στη φράση από την οποία υποτίθεται ότι συνάγεται, στη φράση δηλ. «ότι η "χρησιμότητα" δεν ήταν μια έννοια που ερχόταν να αντικαταστήσει αυτή της "εργασίας", σαν εναλλακτική έννοια για τον προσδιορισμό της ουσίας των εμπορευμάτων...» (8 74). Διότι μια και όπως είδαμε, η (οριακή) χρησιμότητα ταυτίζεται απόλυτα με την τιμή, θα έπρεπε να συμπεράνει κανείς, πως η χρησιμότητα πράγματι αντικατέστησε την εργασία στο ρόλο της ως ουσίας των τιμών!

15. Ο Κ. Β. ισχυρίζεται στο άρθρο του, ότι η νεοκλασική θεωρία των τιμών είναι, κατ' αντίθεση με την κλασική θεωρία, και θεωρία κοινωνικών σχέσεων. Παρατηρήσαμε πως η κλασική θεωρία των τιμών είναι πρώτιστα θεωρία κοινωνικών σχέσεων (δεν επιθυμούμε να το αναλύσουμε εδώ), η νεοκλασική αντίθετα δεν είναι. Η νεοκλασική θεωρία πραγματεύεται τα άτομα όχι ως κοινωνικά όντα, αλλά ως μονάδες, ως μεμονωμένα άτομα, το απλό αριθμητικό σύνολο των οποίων αποτελεί την κοινωνία. Το γεγονός πως γι' αυτή το κοινωνικά όφελος είναι τα άθροισμα των οφελών των μεμονωμένων ατόμων αρκεί ως απόδειξη.

Τα όσα γράφει ο Κ. Β. στην απάντηση του πάνω στο σημείο αυτό είναι υπεκφυγές με εξαίρεση τα περί φετιχισμού που αντιφάσκουν στα όσα γράφει στο όρθρο του και ενισχύουν την άποψή μου.

16. Τα όσα γράφει και στο άρθρο του και στην απάντηση του για τον Keynes ο Κ. Β. είναι η τετριμμένη νεοκλασική παρερμηνεία του Keynes. Όμως άλλος Ο Keynes του Keynes και άλλος Ο Keynes του Hicks.

17. Στο σύστημα του Sraffa δεδομένο είναι το ονομαστικό ωρομίσθιο W. Σε τι είδους πλασματικό χρήμα μετριέται το μέγεθος W, αυτό εξαρτιέται από το πλασματικό χρήμα που χρησιμοποιεί κανείς για να μετρήσει τις τιμές και συνεπώς τα ονομαστικά μεγέθη, όπως, μεταξύ άλλων, και το W. Το W λοιπόν μετριέται στον Sraffa μια φορά σε μονάδες του καθαρού προϊόντος του πραγματικού συστήματος (Βλ. Sraffa, 1960, αρθ. 12) και στη συνέχεια σε μονάδες του καθαρού προϊόντος του προτύπου συστήματος, (Βλ. SrafTa,1960 αρθ. 34). Ως πλασματικό χρήμα μπορεί να λειτουργήσει ένα οποιοδήποτε «εκτατικό» (extensive) πράγμα. Το πράγμα αυτό μπορεί να είναι ένα απλό η σύνθετο εμπόρευμα που παράγεται από το ίδιο το σύστημα παραγωγής (με εξαίρεση το εμπόρευμα εργασιακή δύναμη)20 η ένα άλλα μέγεθος όπως η εργασία, το πραγματικό χρήμα η οτιδήποτε άλλο.

Η μονάδα του πλασματικού χρήματος Ονομάζεται numeraire. To numeraire δεν είναι λοιπόν, όπως γράφει Ο Κ. Β. «ένας αριθμητικός συντελεστής» (10 80).

Οι τιμές μετριούνται ως εξής: "Αν το πλασματικό χρήμα είναι ένα εμπόρευμα που παράγεται από το ίδιο το σύστημα, τότε η τιμή αυτού του εμπορεύματος τίθεται ίση με ένα αριθμό (συνήθως τη μονάδα). "Αν το πλασματικό χρήμα είναι ένα άλλα μέγεθος, τότε η τιμή ενός απλού η σύνθετου εμπορεύματος του συστήματος τίθεται ίση με μια δεδομένη ποσότητα (συνήθως με μια μονάδα) του πλασματικού χρήματος. "Αν ως μονάδα του πλασματικού χρήματος λειτουργεί το καθαρό προϊόν του συστήματος, τότε το W μετριέται σε μονάδες του καθαρού προϊόντος του συστήματος. Παρ' όλα αυτά, καίτοι δηλ. εμφανίζεται στην περίπτωση αυτή ως υλικό μέγεθος, δηλ. ως το πραγματικό ωρομίσθιο, το W, είναι το Ονομαστικό ωρομίσθιο. Διότι το πραγματικό ωρομίσθιο, δηλ. τα αγαθά που αγοράζουν οι εργάτες με το Ονομαστικό ωρομίσθιο, μπορεί να έχει σύνθεση διαφορετική από αυτή του καθαρού προϊόντος του συστήματος και συνεπώς διαφορετική από αυτή των αγαθών με τα Οποία εκφράζει το W.

Ο Sraffa μετράει τις τιμές θέτοντας την τιμή του καθαρού προϊόντος του προτύπου συστήματος ίση με τη μονάδα (Βλ. Sraffa, 1960, αρθ. 34). Στο σύστημα του Sraffa το σύνολο των Ονομαστικών μισθών και των κερδών δεν είναι ίσο με τη μονάδα, όπως ισχυρίζεται 0 Κ. Β. (10 80). Αυτό ισχύει μόνο στο πρότυπο σύστημα (δηλ. σε ένα ανύπαρκτο υποθετικό σύστημα) και Εκεί μόνο όταν οι τιμές μετριούνται με μέτρο το καθαρό προϊόν του προτύπου συστήματος. Στο πραγματικό σύστημα δεν ισχύει ποτέ!

Ο Steedman δεν γράφει πουθενά, όπως ισχυρίζεται Ο Κ. Β. (10 80), πως στον Sraffa το ωρομίσθιο είναι δεδομένο ως πραγματικό ωρομίσθιο! Και όσον άφορα τον Dobb με «σαφήνεια και απλότητα» (10 80) μπορεί να γράφει κανείς και πράγματα που δεν είναι σωστά. "Αν Ο Dobb γράφει, όπως ισχυρίζεται Ο Κ. Β. (10 80), ότι ο Sraffa καθορίζει εξωγενώς τον πραγματικό μισθό, αυτό είναι λανθασμένο και δεν γίνεται σωστό επειδή ο Dmitriev πράγματι καθορίζει εξωγενώς τον πραγματικό μισθό (Βλ. Dmitriev 1974, σελ. 52 και 59έ.).

Απ' ότι γράφει ο Κ. Β. για τον Sraffa και τον Dmitriev φαίνεται όμως πως δεν κατανοεί περί τίνος πρόκειται. Γράφει: «Ο τελευταίος (ο Dobb Γ.Σ.) δείχνει μάλιστα με σαφήνεια και απλότητα ότι το υπόδειγμα του Sraffa, προερχόμενο από τον Ρώσο Dmitriev, βασίζεται στον πραγματικό μισθό. Η μόνη διαφορά στην κατανόηση του πραγματικού μισθού είναι ότι ο μεν Dmitriev στη θέση του μισθού θέτει ποσότητες εργασίας (!!!), ενώ Ο Sraffa θέτει (στη θέση τίνος; Γ.Σ.) ποσότητες wage - goods (αγαθά αναγκαία για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης)» (10 80).

Για να γίνει κατανοητό, τι γράφει εδώ ο Κ. Β., εξηγούμε σύντομα περί τίνος πρόκειται: Κατά τον προσδιορισμό των τιμών οι ώρες εργασίας η σωστότερα εργασιακής δύναμης που ξοδεύτηκαν για την παραγωγή κάθε ενός εμπορεύματος πολλαπλασιάζονται με το ωρομίσθιο. "Αν το ωρομίσθιο είναι δεδομένο ως ονομαστικό ωρομίσθιο τότε ο πολλαπλασιασμός των ωρών εργασιακής δύναμης με το ωρομίσθιο έχει ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση των ωρών εργασιακής δύναμης από την αμοιβή που πληρώθηκε γι' αυτές δηλ. από τον ονομαστικό μισθό. "Αν το ωρομίσθιο είναι δεδομένο ως πραγματικό ωρομίσθιο τότε ο πολλαπλασιασμός έχει ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση των ωρών εργασιακής δύναμης από τον πραγματικό μισθό, δηλ. από τα εμπορεύματα που αγοράζουν οι εργάτες με τον ονομαστικό μισθό.21

Πως γίνεται ο Dmitriev και ο Sraffa, στα μοντέλα των Οποίων το ωρομίσθιο είναι, όπως μας διαβεβαιώνει ο Κ. Β., και στα δύο δεδομένο ως πραγματικό ωρομίσθιο, να θέτουν ο μεν πρώτος «στη θέση του μισθού ποσότητες εργασίας» (προσοχή: όχι στη θέση των ποσοτήτων εργασίας το μισθό!), ο δε δεύτερος, στη θέση της εργασίας, προφανώς, «ποσότητες wage - goods», ο θεός το ξέρει.

18. Δεν «αφήνει τη δυνατότητα καθορισμού του μισθού και του κέρδους από εξωοικονομικούς παράγοντες» ο Sraffa, όπως γράφει Ο Κ. Β. (10 80). Ο λόγος είναι πολύ απλός: "Αν το εκανε τότε μετά την τυποποίηση, δηλ. τον καθορισμό ενός μέτρου μέτρησης των τιμών, ο μισθός και το κέρδος (η το ποσοστό κέρδους, γιατί αυτό θέλει να πει ο Κ. Β.), θα καθορίζονταν ανεξάρτητα από τη δεδομένη τεχνική παραγωγής, με αποτέλεσμα να αντιφάσκουν στη γενική περίπτωση στη δεδομένη τεχνική παραγωγής: Το σύστημα προσδιορισμού των τιμών για να το εκφράσουμε με τεχνικούς όρους θα ήταν υπερπροσδιορισμένο και επομένως δεν θα είχε λύση!

Ένα από τα δύο λοιπόν θα μπορούσε ο Sraffa, μετά την τυποποίηση των τιμών, ν' αφήσει να καθοριστεί από εξωοικονομικούς παράγοντες· η το ωρομίσθιο η το ποσοστό κέρδους· το άλλα, δηλ. το ποσοστό κέρδους η το ωρομίσθιο προσδιορίζεται μαζί με τις τιμές ενδογενώς από την τεχνική παραγωγής. Άλλα ούτε αυτό κάνει ο Sraffa. Ο Sraffa προσδιορίζει εξωγενώς, δηλ. αυθαίρετα, κατ' αρχάς το ονομαστικό ωρομίσθιο και αργότερα άντ' αυτού το ποσοστό κέρδους.

Γράφει ο ίδιος: «Το τελευταίο βήμα αυτής της απόδειξης μας οδήγησε στην αναστροφή της πρακτικής που ακολουθήσαμε μέχρι τώρα να θεωρούμε το μισθό και όχι το ποσοστό κέρδους ως την ανεξάρτητη μεταβλητή η το «δεδομένο» μέγεθος... Το ποσοστό κέρδους, ως λόγος, έχει μια σημασία ανεξάρτητη από τις τιμές και μπορεί βεβαίως να είναι «δεδομένο» πριν καθορισθούν οι τιμές. Σύμφωνα μ' αυτά είναι επιδεκτικό καθοριστικών επιδράσεων (δηλ. μπορεί να καθοριστεί Γ.Σ.) από παράγοντες εκτός του συστήματος παραγωγής, ιδιαίτερα από το επίπεδο του επιτοκίου. Γι αυτό το λόγο στα επόμενα μέρη θα θεωρούμε το ποσοστό κέρδους ως την ανεξάρτητη μεταβλητή» (Sraffa 1960, αρθ. 44).

Ένα μόνο από τα δύο, η το ωρομίσθιο η το ποσοστό κέρδους όχι και τα δύο καθορίζει λοιπόν εξωγενώς ο Sraffa. Ο εξωγενής καθορισμός μιας από αυτές τις δύο μεταβλητές δεν έχει καμιά σχέση με την ύπαρξη μιας δυνατότητας καθορισμού της από «τον κοινωνικό συσχετισμό των δυνάμεων», δηλ. από την ανταγωνιστική σχέση μεταξύ κεφαλαιοκρατών και εργατών, όπως υπονοεί ο Κ. Β. (10 80). Διότι ο Sraffa ο ίδιος όταν γράφει για τον προσδιορισμό μιας ανεξάρτητης μεταβλητής από παράγοντες εκτός του συστήματος παραγωγής, δεν εννοεί «εξωοικονομικούς παράγοντες» όπως ισχυρίζεται ο Κ. Β. (10 88), αλλά οικονομικούς παράγοντες πέραν των παραγόντων της δεδομένης τεχνικής (: πέραν του συστήματος παραγωγής). Έτσι λοιπόν κατά τον ίδιο τον Sraffa, ο εξωγενής προσδιορισμός του ποσοστού κέρδους σημαίνει τον προσδιορισμό του από το όψος του επιτοκίου, όπως είδαμε. Και αφού ο ίδιος ο Sraffa δεν μας αφήνει αμφιβολία και όσο το θέμα είναι ο Sraffa και όχι οι απόψεις όλλων για τον Sraffa δεν μας ενδιαφέρει το τι λένε (όν το λένε η όχι είναι όλλη ιστορία) οι φίλοι του και οι στενοί και μη συνεργάτες του.

20. Τα περί πλασματικού χρήματος τα είπαμε ήδη. Εδώ, μόνο το εξής: Κάθε χρήμα, ακόμη και αν λέγεται «δολλάρια» η «δραχμή»,22 είναι στα πλαίσια ενός μοντέλου πλασματικό χρήμα, όταν δεν έχει εξηγηθεί, τι είναι χρήμα και το μοντέλο δεν περιγράφει, πως δημιουργείται και πως καταστρέφεται το χρήμα. "Όταν λοιπόν μιλάμε στη θεωρία για πλασματικό χρήμα εννοούμε τα παραπάνω και όχι βέβαια ότι στο μοντέλο δεν κυκλοφορούν κουδουνίζοντα κέρματα.

21. Ο Sraffa δεν ανάγει ούτε το κεφάλαιο ούτε την εργασία (τα όποια δεν ονομάζει συντελεστές παραγωγής!) σε εμπορεύματα. Το κεφάλαιο είναι στο σύστημα του ένα Ονομαστικό μέγεθος, μετριέται δηλ. σε πλασματικό χρήμα, και σαν τέτοιο λειτουργεί στον Sraffa, όπως είπαμε ήδη, το καθαρό προϊόν του πρότυπου συστήματος. Το γεγονός, ότι το πλασματικό χρήμα είναι εμπόρευμα, δεν σημαίνει πως το Ονομαστικό κεφάλαιο είναι ταυτόσημο με το πραγματικό κεφάλαιο, δηλ. με τα μέσα παραγωγής. Το Ονομαστικό κεφάλαιο εξακολουθεί να παραμένει η τιμιακή έκφραση του πραγματικού κεφαλαίου, δηλ. ένα ονομαστικό μέγεθος. Αυτό φαίνεται και από το έξης: Ενώ το πραγματικό κεφάλαιο με δεδομένη τεχνική και δεδομένη συνολικά απασχολούμενη εργασία είναι δεδομένο και αμετάβλητο, το Ονομαστικό κεφάλαιο μεταβάλλεται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, όταν μεταβάλλονται συνεπεία μεταβολών του ωρομισθίου η του ποσοστού κέρδους, οι τιμές.

Και κάτι ακόμη: Το γεγονός πως το κεφάλαιο μετριέται σε πλασματικό χρήμα δεν σημαίνει πάντα, πως οι διαστάσεις του είναι, όπως νομίζει Ο Κ. Β. (10 81), «φυσικά αγαθά». Αυτό συμβαίνει μόνο όταν το πλασματικό χρήμα είναι ένα (σύνθετο) εμπόρευμα. Όταν το πλασματικό χρήμα είναι το δολάριο η η δραχμή, τότε το ονομαστικό κεφάλαιο έχει τη διάσταση δολάρια η δραχμές.

«Εάν η εργασία μετράται σε μονάδες χρόνου, αυτό σημαίνει ότι η ίδια η εργασία είναι ένα εμπόρευμα μέσα σ' ένα σύστημα εμπορευμάτων» (10 81), γράφει ο Κ. Β.

Η άποψη του Κ. Β. ότι η εργασία είναι εμπόρευμα, είναι βέβαια, πρωτότυπη, ξεπερνιέται όμως σε πρωτοτυπία από την άποψη του, ότι η εργασία είναι εμπόρευμα, επειδή μετριέται σε χρόνο. Προφανώς υπάρχουν άτομα που πληρώνουν όχι μόνο τα εισιτήρια, αλλά και τη διάρκεια των ταξιδιών τους, η μετρούνε την τελευταία σε χιλιόμετρα.

22. Δεν ταυτίζει τις αξίες με τις τιμές 0 Sraffa, και ούτε ταυτίζει και τα δύο με το κόστος παραγωγής, όπως ισχυρίζεται ο Κ. Β., αλλά, όπως παρατηρήσαμε στην κριτική μας (10 74έ.), χρησιμοποιεί, για να ονομάζει τις τιμές που προσδιορίζει και οι όποιες είναι ουσιαστικά τιμές παραγωγής για λόγους που εξηγεί όχι όπως οι κλασικοί τον όρο «costs of production», αλλά τον όρο «value» η «price».

Γράφει: «"Ας εξηγήσουμε, γιατί οι λόγοι που Ικανοποιούν τις συνθήκες παραγωγής (εννοεί τις exchange ratios Γ.Σ.) ονομάσθηκαν «values» η «prices» και όχι όπως φαίνεται ότι θα άρμοζε καλύτερα «costs of production»! Ο όρος «costs of production» θα ήταν επιτυχέστερος, εάν επρόκειτο μόνο για μη βασικά προϊόντα,23 διότι όπως είδαμε στα προηγούμενα μέρη, ο λόγος ανταλλαγής τους είναι απλή αντανάκλαση αυτού, το όποιο πληρώθηκε κατά την παραγωγή τους για μέσα παραγωγής, εργασία και κέρδος στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει καμιά αλληλοεξάρτηση (των λόγων ανταλλαγής

Γ.Σ.). Προκειμένου για ένα βασικό προϊόν υπάρχει όμως και ένα άλλα σημείο που πρέπει να ληφθεί υπ' όψη. Ο λόγος ανταλλαγής του εξαρτιέται τόσο από τη Χρησιμοποίηση του στην παραγωγή άλλων βασικών προϊόντων, όσο και από το βαθμό στον όποιο αυτά τα προϊόντα εισέρχονται στη δική του παραγωγή» (Sraffa 1960, αρθ. 7).

Από τα παραπάνω φαίνεται, ότι ο λόγος για τον όποιο ο Sraffa Ονομάζει τις τιμές «values» η «prices» και όχι «costs of production» είναι ότι η τιμή ενός βασικού εμπορεύματος σε αντίθεση μ' αυτή ενός μη βασικού, δεν εξαρτάται μόνο από το κόστος του εμπορεύματος αυτού σε μέσα παραγωγής, μισθούς και μέσο κέρδος, αλλά επίσης από το κόστος (στο όποιο εμπεριέχεται και το μέσο κέρδος) των βασικών εμπορευμάτων στην παραγωγή των οποίων εισέρχεται. Για το λόγο αυτό ο Sraffa, ο όποιος αναφέρει ρητά, ότι οι τιμές των βασικών εμπορευμάτων δεν εξαρτιώνται μόνο από το κόστος παραγωγής των εμπορευμάτων αυτών, είναι αδύνατο να Ορίζει τις τιμές, όπως ισχυρίζεται Ο Κ. Β. σε προηγούμενο σημείο (10 77έ.), ως το κόστος παραγωγής των εμπορευμάτων (όπου το κόστος συμπεριλαμβάνει και το μέσο κέρδος).

Κατά τα λοιπά από τα παραπάνω φαίνεται, ότι Ο Sraffa δεν ταυτίζει, όπως νομίζει ο Κ. Β. (10 81), τιμές και αξίες (και τα δύο με το κόστος παραγωγής), αλλά χρησιμοποιεί τους δύο όρους εναλλακτικά για να Ονομάσει τις τιμές που προσδιορίζει. Στην απάντηση μας, εξηγώντας τα παραπάνω χρησιμοποιήσαμε αντί του όρου «costs of production», τον Οποίο χρησιμοποιεί ο Sraffa, τον συνώνυμο του «τιμές παραγωγής» (10 74έ.).

Ο Κ.Β. εξανίσταται και αναρωτιέται «πως είναι δυνατό να υποστηρίζεται, από το Γ. Σ., ότι οι κλασικοί ονομάζουν τις τιμές ως «τιμές παραγωγής», όταν η έννοια αυτή, παντελώς άγνωστη σαν όρος και ακόμη περισσότερο σαν περιεχόμενο από τους κλασικούς, επρόκειτο να διατυπωθεί για πρώτη φορά από τον Μαρξ γύρω στα 1860;» (10 81). Όπως μπορεί να διαπιστώσει ο αναγνώστης, το μόνο που κάναμε ήταν να χρησιμοποιήσουμε, αντί του όρου «costs of production» που χρησιμοποιεί Ο Sraffa στο σημείο του βιβλίου του, στο όποιο αναφερθήκαμε, τον συνώνυμο του όρο «prices of production». Ότι οι δύο όροι είναι συνώνυμοι είναι γνωστό. Ο Μαρξ χρησιμοποιεί, για να ονομάσει τις τιμές που προκύπτουν υπό την προϋπόθεση ενός ενιαίου ποσοστού κέρδους, τους όρους: Kostpreis,24 Kostenpreis (: τιμή κόστους), Durchschnittspreis (: μέση τιμή) και Produktionspreis (: τιμή παραγωγής) (Βλ. Μαρξ, 1971, τόμος 2ος, σελ. 170, 172, 191, τόμ. 3ος, σελ. 7βέ. και Μαρξ, 1970, τόμ. 3ος, σελ. 164έ.). Ο όρος «τιμή παραγωγής» (price of production) (: Produktionspreis) δεν εισήχθη γύρω στα 1860 από τον Μαρξ, αλλά από τον Ricardo, από τον όποιο τον πήρε Ο Μαρξ, όπως μας λέει Ο ίδιος: «Η τιμή παραγωγής εμπεριέχει το μέσο κέρδος. Της δώσαμε το όνομα τιμή παραγωγής (Produktionspreis)· πράγματι είναι αύτο το ίδιο που Ο A. Smith Ονομάζει natural price, Ο Ricardo price of production, cost of production, οι φυσιοκράτες prix nécessaire...» (Μαρξ, 1970, τόμ. 3ος, σελ. 208).

Από το απόσπασμα αυτό φαίνεται επίσης ότι όχι μόνο ο όρος, αλλά και το περιεχόμενο του όρου «price of production» ήταν γνωστό στους κλασικούς. Ο Μαρξ αφιερώνει στο 2ο τόμο των «θεωριών για την υπεραξία» ένα Ολόκληρο κεφάλαιο (το 40ο) στη θεωρία του Smith και του Ricardo για τις τιμές παραγωγής!

Δυνατόν όμως ο Μαρξ να γράφει εσφαλμένα, ότι ο όρος price of production είναι του Ricardo. Ο Ricardo χρησιμοποιεί όμως πράγματι τον όρο αυτό. Ο αναγνώστης ας δει π.χ. στη σελ. 409 της σραφαϊκής Εκδοσης των «Principles» του Ricardo (Ricardo, 1951, σελ. 409).

23. Ο Κ. Β. επιμένει πως Ο Smith και Ο Ricardo εσφαλμένα θεωρούν την τιμή ενός εμπορεύματος εξαρτούμενη από τις τιμές άλλων εμπορευμάτων (10 81). Μα θα πρέπει να ήταν αυτονόητο ότι η τιμή ενός εμπορεύματος εξαρτιέται από τις τιμές των άλλων εμπορευμάτων που εισέρχονται άμεσα η έμμεσα στην παραγωγή του εμπορεύματος αυτού!

24. Όσα γράφει εδώ ο Κ. Β. (10 81) για το αμετάβλητο μέτρο των αξιών (η όπως γράφει ο ίδιος: των τιμών) του Ricardo επικυρώνουν μόνο την ορθότητα του ισχυρισμού μας, ότι δεν γνωρίζει περί τίνος πρόκειται. Λυπόμαστε που δεν είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε σύντομα, τι είναι και τι σημαίνει το αμετάβλητο μέτρο των αξιών του Ricardo.

Τον παραπέμπουμε στο VI μέρος του Ιου κεφαλαίου των «Principles» του Ricardo (Ricardo, 1951, σελ. 4347), στο κείμενο του Ricardo (που ο Sraffa'roû έδωσε τον τίτλο) «Absolute Value and 'Exchangeable Value» (Ricardo, 1951, σελ. 357412) και στο Stamatis Dimakis, 1981, σελ. 166169.

Και για να δει ο αναγνώστης πόσο σωστή είναι η όποψη του Κ. Β. σύμφωνα με την οποία το ερώτημα του αμετάβλητου μέτρου των τιμών «... επρόκειτο να προωθηθεί σημαντικά προς τη λύση του από τον Μαρξ» (10 81), αναφέρουμε πως ο Μαρξ ονομάζει το εν λόγω πρόβλημα «τετραγωνισμό του κύκλου» (Μαρξ, 1971, τομ. 1ος, σελ. 121)!

25. Του Κ. Β. του λείπει φαίνεται ένα Ορισμένο αισθητήριο. Ο Μαρξ δεν είναι ο απόγονος του Ricardo, ο Dobb δεν είναι ο στενός συνεργάτης του Sraffa, η Robinson δεν είναι η συνεργάτης του Sraffa, αλλά: ο Μαρξ είναι ο Μαρξ, Ο Dobb είναι ένας από τους σημαντικότερους μαρξιστές οικονομολόγους των τελευταίων δεκαετιών και η Robinson είναι μια σημαντικότατη μετακεϋνεσιανή οικονομολόγος, η Οποία άρχισε ήδη στα μέσα του '50 με την κριτική της νεοκλασικής συνάρτησης παραγωγής, λίγα χρόνια πριν τη δημοσίευση του βιβλίου του Sraffa που θεωρείται η βάση αυτής της κριτικής. Αυτά επί του θέματος.

Το μόνο που εκπλήσσει στην απάντηση που προσπάθησε να δώσει στην κριτική μας στο άρθρο του Ο Κ. Β. είναι η αήθεια των με αξιολύπητα πεποιημένη υπεροψία επιχρισμένων φληναφημάτων του.

Η αήθεια είναι μόνο εκ πρώτης όψεως ακατανόητη. Σκοπός της είναι να προλάβει στο μέλλον όχι πια τη δημοσίευση αλλά ήδη το γράψιμο κριτικών σε γραπτά του. Αντίθετα η υπεροψία των φληναφημάτων του, δεδομένων των όσων γράφει επί του προβλήματος της αξίας, είναι απόλυτα ακατανόητη και παράταιρη. Και το άρθρο και η απάντηση του Κ. Β. βρίθουν ασαφειών, ανακριβειών και αγνοία τε και ερασιτεχνική αδεία και αμηχανία συνειρμικών αοριστολογιών.

Ελπίζουμε να πείσαμε τον καλόπιστο αναγνώστη, ότι ο Κ. Β. δεν έχει μελετήσει, δεν έχει διαβάσει καν, ούτε ένα από τους θεωρητικούς στους οποίους αναφέρεται. Δεν είναι τυχαίο, πως δεν αναφέρεται αμεσα στις απόψεις αυτών των ίδιων των θεωρητικών. Κυρίως, αρκείται στην απόδοση των απόψεων αυτών από τρίτους που εκλέγει ο Κ. Β. όπως αυτή που κάνει ο Blaug από πολλοστό χέρι και κακή. Αλλ' ούτε και έχει άμεση γνώση κάθε απόδοσης από τρίτο χέρι, ο Κ. Β. Η γνώση της απόδοσης των απόψεων των θεωρητικών, στους Οποίους αναφέρεται Ο Κ. Β., από τον Schumpeter π.χ. είναι από δεύτερο χέρι, από αυτό του Blaug όπως είδαμε.

Η επιστήμη του Κ. Β. καθεαυτή δεν είναι βέβαια άξια λόγου. Την τιμή που της κάναμε να ασχοληθούμε μ' αυτή την Οφείλει στο γεγονός, πως είναι αντιπροσωπευτική για το είδος της επιστήμης που Ονομάσαμε «ψευδογαλατική» και η Οποία ευδοκιμεί τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει, πως η επιστήμη του Κ. Β. στερείται παντελώς ιδιομορφιών. 'Ορισμένα χαρακτηριστικά της δεν έχουν βέβαια καμιά σχέση ούτε με την ψευδογαλατική, αλλά ούτε με την επιστήμη γενικά. εννοούμε τα χαρακτηριστικά της τα συναγόμενα από Ορισμένες εκφράσεις του Κ. Β., με τις Οποίες καλεί έμμεσα βέβαια, χωρίς όμως να αφήνει αμφιβολίες εξωεπιστημονικούς διαιτητές να επιλύσουν - αντιεπιστημονικά μεν αλλά δραστικά - επιστημονικές διαμάχες. Η γλώσσα μας διαθέτει γι' αυτές τις περιπτώσεις ένα ωραίο χαρακτηρισμό, τον όποιο δεν θέλω να αναφέρω.

Ο κύριος Κώστας Βεργόπουλος μας τίμησε στην απάντηση του και με συμβουλές, θα μας επιτρέψει λοιπόν να του δώσουμε και εμείς μία: "Ας πάψει τελοσπάντων να ασχολείται με την οικονομική επιστήμη ή ας αρχίσει να τη σπουδάζει».

Κατά τα λοιπά τον ευχαριστούμε για την προειδοποίηση του, ότι «η επαφή με την πραγματικότητα την οποία επίμονα αποφεύγει (ο Γ.Σ. Γ.Σ.) θα του προκαλέσει οδυνηρό σοκ» (10 82), τον συγχαίρουμε για τις δικές του πάντα καλές σχέσεις με την καθέκαστα πραγματικότητα και του ευχόμαστε τι άλλα; καλή καριέρα.

Αθήνα Αύγουστος Σεπτέμβριος '82

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Anderson Ο., (1932) Ladislaus v. Bortkiewicz, Zeitschrift für Nationalökonomie, Bd, III, s. 242250.

Blaug. M., (1978), Economie theory in retrospect, 3rd edition, Cambridge.

Bortkiewicz, L.v., (1898), Die Grenznutzentheorie als Grundlage einer ultraliberalen Wirtschaftspolitik, Schmollers Jahrbuch, Bd 30, s. 11761216.

Bortkiewicz, L.v., (1906), Der Kardinalfehler der Böhm - Bawerkschen Zinstheorie, Schmollers Jahrbuch, Bd, 30, s. 943972.

Bortkiewicz, L.v., (1906 1907), Wertrechnung und Preisrechnung in Marxschen System, A rchivfür Sozialwissenschaft und Sozialpolitik, Bd, 23, (N.F.Bd V), s. 150 und Bd 25, s. 1051 und 445488.

Bortkiewicz, L.v., (1907), Zur Berichtigung der Grundlegenden theoretischen Konstruktion von Marx in dritten Band des «Kapital», Jahrbücher für Nationalökonomie und Statistik, Bd 89, s. 319

335.

Bortkiewicz, L.v., (1907α), Zur Zinstheorie. Entgegnung (auf Oswalt), Schmollers Jahrbuch, Bd 31, s. 1288ff.

Bortkiewicz, L.v., (1925), Böhm - Bawerks Hauptwerk in seinem Verhältnis zur Sozialistischen Theorie des Kapitalzinses, Archiv für die Geschichte des Sozialismus und der Arbeiterbewegung, Jg 11, s. 161173.

Bortkiewicz, L.v., (1976), Wertrechnung und Preisrechnung in Marxschen System. Aufsätze. Hrsg. von Horst Meixner und Manfred Turban, Lollar Giessen.

Dmitriev, V.K., (1974), Economic essays on value, competition and utility, edited by D.M. Nuti, Cambridge.

Hasbach, W., (1890), Die allgemeinen philosophische Grundlagen der von Francois Quesnay und Adam Smith begründeten politischen Ökonomie, Leipzig.

Hasbach, W., (1891), Untersuchungen über Adam Smith und die Entwicklung der politischen Ökonomie, Leipzig.

Jevons, W.S., (1965), The theory of political economy, New York.

Marx, K., (1970), Das Kapital (MEW Bd 23,24 und 25), Berlin.

Marx, K., (1971), Theorien über den Mehrwert (MEW Bd 26.1, 26.2 und 26.3).

Maurenbrecher, M., (1898), Tmomas von Aquino's Stellung zum Wirtschaftsleben seiner Zeit, 1. Heft, Leipzig.

Pareto, V., (1964), Cours d' économie politique, Paris.

Quesnay, F., (1971 1976), ökonomische Schriften, 2 Bde, Berlin.

Reichardt, H., (1959), Ladislaus von Bortkiewicz, HDSW, zweiter Band, Göttingen, s. 389391.

Ricardo, D., (1951), The works and correspondence of David Ricardo, edited by Piero Sraffa with collaboration of M.H. Dobb, vol. I:on the Principles of Political Economy and Taxation, Cambridge. Ricardo, D., (1951α), The works..., vol. IV: Pamphlets and Papers 18151823, Cambridge.

Schreiber, E., (1913), Die volkswirtschaftlichen Anschauungen der Scholastik seit Thomas von Aquino, Jena.

Schumpeter, J.A., (1952), Aufsätze zur ökonomischen Theorie, Tübingen. Schumpeter, J.A., (1954), Economic doctrine and method, A historical sketch, New York. Schumpeter, J.A., (1954α), Dogmenhistorische und biographische Aufsätze, Tübingen. Schumpeter, J.A., (1954b), History of economic analysis, New York.

Schumpeter, J.A., (1956), Ten great economists. From Marx to Keynes, second impression, London.

Smith, A., (1976), An inquiry into the nature and causes of the wealth of nations (the Glasgow edition of the works and correspondence of Adam Smith, vol. II), Oxford.

Sraffa, P., (1960), Production of commodities by means of commodities, Cambridge.

Stamatis, G., (1979), Beiträge zur Kritik der neoricardianischen und neoklassischen Theorie, Göttingen.

Stamatis. G. und Dimakis, A., (1981), Zur Linearität der Relation zwischen dem Nominallohnsatz und der Profitrate bei post factum gezahlten Löhnen, Jahrbücher für Nationalökonomie und Statt stik, Bd 196 2, s. 147169.

Verzeichnisse der Vorlesungen der Universität Berlin, SS 1901 bis WS 1931 32, Berlin.

1. 'Εδώ και στα ακόλουθα ο πρώτος αριθμός αναφέρεται στο τεύχος και ο δεύτερος στη σελίδα του τεύχους των «Αντιθέσεων».

2. Ο Μαρξ, (Μαρξ 1971, τόμος 1ος, σελ. 1819) αναφέρει και άλλους λόγους της φυσιοκρατικής αυτής αντίληψης, από τους οποίους διαφαίνεται, πως η επικράτηση της είχε Ιστορικές προϋποθέσεις.

3. Ο Ricardo, αντίθετα, που θεωρούσε τους καπιταλιστές σαν την τάξη που καρπούται αρχικά το οικονομικό πλεόνασμα, ήταν της γνώμης, πως κάθε φόρος, ανεξάρτητα ποιος τον πληρώνει, βαρύνει τελικά τους καπιταλιστές.

4. Εννοεί τον οικονομικό - θεωρητικό χαρακτήρα του έργου του Quesnay.

5. Το κατασκεύασμα «αξία - εργασία» δεν είναι μόνο γλωσσικός βαρβαρισμός εις βάρος της ελληνικής γλώσσας, αλλά και επιστημονικός εις βάρος της οικονομικής επιστήμης. Η «θεωρία της αξίας - εργασίας» σημαίνει προφανώς τη θεωρία της - δια της εργασίας προσδιορισμένης αξίας, δηλ. τη thoery of labour - value. Άξια - εργασία σημαίνει συνεπώς «αξία», δια της εργασίας προσδιορισμένη αξία. Στη συνέχεια όμως θα δούμε, πως η «αξία - εργασία» σημαίνει κατά Βεργόπουλο και «εργασία» η και «εργασιακή δύναμη».

6. Μήπως ο Κ. Β. θα μπορούσε να μας εξηγήσει πως διακρίνει κανείς όχι την εργασία που παράγει πλεόνασμα (όν και αυτό, είναι, λόγω του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, αδύνατο), αλλά την εργασία που αυξάνει το πλεόνασμα;

7. Πρόκειται για την άποψη του Garegnani, κατά την οποία το σύνολο των θεωρητικών της οικονομίας κατατάσσεται σε δύο σχολές: στη σχολή του πλεονάσματος και στη μαρζιναλιστική - νεοκλασική σχολή. Στην πρώτη ανήκουν οι φυσιοκράτες, οι κλασικοί, ο Μαρξ και ο Sraffa, στη δεύτερη όλοι οι νεοκλασικοί θεωρητικοί. Η διαφορά μεταξύ των δύο σχολών συνίσταται στο έξης: Η πρώτη προσδιορίζει στη βάση της δεδομένης τεχνικής παραγωγής των δεδομένων ποσοτήτων εργασίας και μέσων παραγωγής και του δεδομένου πραγματικού μισθού την κατανομή του εισοδήματος πριν και ανεξάρτητα από τις τιμές· η δεύτερη προσδιορίζει την κατανομή και τις τιμές ταυτόχρονα.

8. Ο προσδιορισμός «ως ουσία» είναι τουλάχιστον παραπλανητικός· διότι η εργασία οέν ενσωματώνεται ως ουσία στο εμπόρευμα, αλλά επειδή ενσωματώνεται, αντικειμενικοποιείται, στο εμπόρευμα, είναι η ουσία της αξίας του εμπορεύματος.

9. Τίθεται δηλ. ίση με το χρονικό αυτό διάστημα.

10. Τα αποσπάσματα του Μαρξ που παραθέτει εδώ ο Κ. Β. (10 77) είναι παραφθορές. (Σύγκρινε με Μαρξ,

1971, τόμ. Ιός, σελ. 41έ. και σελ. 121).

11. Kostpreis, (: τιμή κόστους), εδώ σημαίνει κόστος.

Πράγματι ο Ricardo κάπου συγχέει την αξία με το ως τιμή παραγωγής εννοούμενο κόστος παραγωγής. Τη σύγχυση αυτή διαπιστώνει ο Μαρξ, σχολιάζοντας το VI μέρος του Ιου κεφαλαίου των Principles: «Αφού ο Ricardo κατ' αυτόν τον τρόπο, αν δεν ανέπτυξε και δεν κατανόησε, διαπίστωσε πάντως de facto τη διαφορά μεταξύ cost και value, cost prices και values των εμπορευμάτων, τελειώνει με τη φράση:

12. Κατά τα λοιπά ο όρος «έξοδα παραγωγής» (Produktionsausgaben) δεν υπάρχει στον Μαρξ.

13. Χαρακτηριστικό για την ακριβολογία του Κ. Β. είναι το ακόλουθο. Στην κριτική μου γράφω: «Ο Μαρξ υπολογίζει το ποσοστό κέρδους μόνο σε αξίες, όχι όπως ισχυρίζεται ο Κ. Β. (σελ. 73), πρώτα σε αξίες και μετά σε τιμές» (10 73). Αναφερόμενος σ' αυτή ακριβώς τη φράση ο Κ. Β. γράφει: «Ο πιστός Γ. Σ. μας διαβεβαιώνει ότι είναι ψευδός και συκοφαντία ότι ο Μαρξ υπολογίζει το κέρδος, το κεφάλαιο και την εργασία σε αξίες αρχικά, για να περάσει στη συνέχεια στον υπολογισμό σε τιμές» (10 78). Το άσχημο είναι πως δεν διάβασε μόνο την κριτική μου κατ' αυτό τον τρόπο.

14. Το άρθρο αυτό κατά του Böhm - Bawerk δημοσιεύτηκε στο 'Αρχείο για την Ιστορία (όχι του Μαρζιναλισμού, αλλά) του σοσιαλισμού και του εργατικού κινήματος».

15. Αυτό ο Κ. Β. το εννοεί ως: «διδάσκοντας τη θεωρία του A. Marshall» (10 78).

16. Άφορα προφανώς την πρόοδο της οικονομικής επιστήμης.

17. Η κυριότερη απ' αυτές είναι, πως το «κόστος» του Marshall είναι ένα μέγεθος που εξαρτιέται και από το όφελος.

18. Τι είδους «ρήξεις» και «επιστημολογικές τομές» είναι αυτές, όταν ισοδυναμούν με αναβίωση του σχολαστικισμού. ένας θεός ξέρει.

19. Ότι το τελευταίο αυτό περί Quesnay αποτελεί παρανόηση του Schumpeter, έχουμε ήδη εξηγήσει.

20. Η εργασιακή δύναμη μπορεί να λειτουργήσει ως χρήμα μόνο όταν είτε το πραγματικό ωρομίσθιο, είτε το ποσοστό κέρδους είναι δεδομένο. Επίσης στην περίπτωση που οι τιμές είναι ήδη εκφρασμένες σ' ένα άλλο πλασματικό χρήμα.

21. Πολλαπλασιάζοντας τα εμπορεύματα αυτά με τις αντίστοιχες τιμές, παίρνει κανείς τον ονομαστικό μισθό.

22. Αυτό το πραγματικό χρήμα λειτουργεί βέβαια στο μοντέλο μόνο με την ιδιότητά του ως. Ιδεατό χρήμα» (Μαρξ).

23. Βασικά προϊόντα είναι προϊόντα που εισέρχονται άμεσα ή έμμεσα στην παραγωγή όλων, και μη βασικά αυτά που δεν εισέρχονται στην παραγωγή όλων των προϊόντων του συστήματος.

24. Kostpreis ονομάζει όμως κυρίως το κόστος σε υλικά και μισθούς, (Μαρξ, 1970, τόμ. 3ος. σελ. 164 έ.).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή