Έθνη, τάξεις, πολιτική. Αναφορά στις μαρξιστικές επεξεργασίες για τον πόλεμο (Μέρος Β΄) Εκτύπωση
Τεύχος 39, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1992


Έθνη, τάξεις, πολιτική. Αναφορά στις μαρξιστικές επεξεργασίες για τον πόλεμο*
Μέρος Β΄
του Δημήτρη Δημούλη και της Χριστίνας Γιαννούλη

7. Η μαρξιστική θεωρία για το έθνος

7.1. Ας μας επιτραπεί μια μεθοδολογική παρένθεση. Ο τίτλος του κεφαλαίου είναι ανακριβής όχι μόνο επειδή δεν θα γίνει αναλυτική αναφορά στη μαρξιστική θεωρία για το έθνος1 αλλά και, γενικότερα, διότι οι σχετικές επεξεργασίες δεν χαρακτηρίζονται από ομοφωνία και πληρότητα. Είναι διαμετρικά αντίθετες στο όραμα της «σύμπτωσης απόψεων» και της θετικιστικής ουτοπίας περί καθαρότητας και έλλειψης αντιφάσεων. Ο τίτλος της παραγράφου επισημαίνει απλώς ότι υπάρχει μαρξιστική θεωρία για το έθνος και αποτελεί θεωρητική αφετηρία που αμφισβητεί την εθνικιστική προσέγγιση, ανταποκρινόμενη στον πρωταρχικό όρο κατανόησης του πραγματικού, τη μη απολογητική στόχευση.

Η άποψη περί «ανυπαρξίας» τέτοιας θεωρίας είτε στοχεύει στην απόρριψη της από εθνικιστική σκοπιά είτε  -  όταν διατυπώνεται από μαρξιστές (Πουλαντζάς 1984)  -  οφείλεται σε παραγνώριση του status κάθε μαρξιστικής ανάλυσης που συγκροτείται ως κριτική και υπόκειται σε διαρκή διόρθωση, χωρίς αυτό να αίρει τη βεβαιότητα των κεκτημένων. Όπως όλες οι πολεμικές του τύπου «δεν υπάρχει μαρξιστική θεωρία για...», έτσι και η προκείμενη επιδέχεται έμπρακτη αμφισβήτηση με την ανάλυση των υπαρχόντων στοιχείων2.

7.2. θα αναφερθούμε στη μαρξιστική θεωρία για το έθνος (συνθετικά Rodinson 1968, 1985 και Haupt 1974, σ.12επ.), στο βαθμό που διευκολύνει την κατανόηση της πραγματικότητας του πολέμου. Η σύνδεση του έθνους με τον πόλεμο είναι προφανής λόγω της ανέκαθεν ισχυρής και πλέον απόλυτα κυρίαρχης εθνικής μορφής των πολέμων (παρ.1), από την οποία προκύπτει ότι η ερμηνεία του εθνικού φαινομένου συμβάλλει στην ανάλυση των αιτίων πολέμου και την επεξεργασία στρατηγικών απέναντι του. Οι μαρξιστικές αναφορές στο έθνος έχουν επιστημονική αξία παρότι ιστορική αφετηρία τους αποτέλεσε η ανάγκη δικαιολόγησης ορισμένης στρατηγικής απέναντι στις εθνικές διεκδικήσεις, με αποτέλεσμα οι αναλύσεις να υπόκεινται σε «διορθώσεις» ενόψει των στοχεύσεών τους και των συγκυριών (Rodinson 1985). Μπορούμε να διακρίνουμε δύο κατευθύνσεις ανάλυσης: την αναφορά στις συνθήκες σχηματισμού και τα χαρακτηριστικά των εθνών και την κριτική του εθνικισμού με επίκληση της πρωταρχικότητας του ταξικού στοιχείου, κατευθύνσεις που οδηγούν σε θέσεις για τη δυνατότητα και τους τρόπους υπέρβασης του έθνους.

Αφετηριακή θέση αποτελεί η προτεραιότητα του ταξικού επί του εθνικού στοιχείου, δηλαδή η αμφισβήτηση της αυτονομίας του εθνικού φαινομένου. Το έθνος είναι μεν σημαντικό ιστορικό δημιούργημα και «μονάδα» άσκησης πολιτικής, αλλά το κάθε έθνος, αφενός, είναι «τυχαίο» αποτέλεσμα ιστορικών συγκυριών που παράγουν την ενότητα και τη διάρκεια του χωρίς σαφή ή προδεδομένα κριτήρια3   -  εξ ού και η αδυναμία ορισμού του έθνους με «κανόνες»  -  και, αφετέρου, η δημιουργία του συνάπτεται με ταξικές στρατηγικές (και διεθνείς αντιπαραθέσεις) που το παράγουν, συνδέοντας τα συμφέροντα τους με την πολιτική αυτονομία ενός έθνους, την επέκταση ή τη διάλυση του. Γι αυτό το λόγο οι μαρξιστές απορρίπτουν το συναισθηματισμό της εκδήλωσης συμπάθειας στα εθνικά κινήματα (η «αγάπη» για τα έθνη και την «ελευθερία» τους είναι υποκριτική διότι, δια του ρομαντισμού της, αποκρύπτει τις ταξικές στρατηγικές που στηρίζουν κάθε προσπάθεια προσάρτησης ή αυτονόμησης ορισμένης περιοχής). Απορρίπτουν όμως και την τοποθέτηση αρχής απέναντι στις εθνικές διεκδικήσεις που θεωρούνται ρευστές και ετεροκαθοριζόμενες. Προκύπτει έτσι η ανάγκη συγκεκριμένης ταξικής ανάλυσης που δίνει περιεχόμενο στην κενή μορφή του εθνικισμού, αποτελώντας τον πυρήνα ενός ιδεολογικού περιβλήματος, το οποίο δεν στερείται βέβαια σημασίας και δραστικότητας (Λένιν σε Haupt κ.ά 1974, σ.340επ., Luxemburg 1987a, σ.368επ.).

Η μαρξιστική στρατηγική για το έθνος χαρακτηρίζεται από τις διακυμάνσεις που επιβάλλει η αμφισημία του αιτήματος εθνικής συγκρότησης. Το κεφάλαιο τείνει να ισοπεδώσει τις εθνικές διαφορές διεθνοποιούμενο ή, αντίθετα, τις ενισχύει με σκοπό τη στερέωση της εξουσίας του σε έναν ομογενοποιημένο χώρο; Το λαϊκό κίνημα οφείλει να καταγγέλλει  -  όντας διεθνιστικό  -  κάθε ιδεολογικό αίτημα εθνικής «ολοκλήρωσης» ή αντίθετα πρέπει να θεωρήσει τις εθνικιστικές επιδιώξεις ως ένδειξη αντιιμπεριαλιστικής πάλης και να αναζητήσει «μη καπιταλιστικούς δρόμους» με την ανεξάρτητη εθνική συγκρότηση; Στους κλασικούς του μαρξισμού βρίσκουμε τη διαβεβαίωση ότι το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα αλλά και την ελπίδα ότι οι προλετάριοι είναι απαλλαγμένοι από ψευδαισθήσεις, άρα από εθνικές προλήψεις και πατρίδα. Αν όμως είναι βάσιμος ο ισχυρισμός ότι η τάση κατάργησης των συνόρων χαρακτηρίζει τόσο το κεφάλαιο όσο και την εργασία, τότε υπάρχει ο κίνδυνος της ουσιοκρατικής «εξήγησης»: να θεωρηθεί δηλαδή το έθνος ως πραγματικότητα «ριζωμένη στη συνείδηση», ως «κοινότητα» που έχει διιστορική και υπερταξική αντοχή, αφού παραμένει ισχυρό παρά τις τάσεις διεθνοποίησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αλλά και των δυνάμεων που τείνουν, δια του διεθνισμού τους, να ανατρέψουν τον καπιταλισμό. Το «παράδοξο» αυτό δείχνει την ανάγκη ανάλυσης του τρόπου δημιουργίας των εθνών και της λειτουργίας τους ως επίδικων πολιτικών αντικειμένων, δηλαδή την ανάγκη να καταδειχθεί ότι το έθνος παράγεται και συντηρείται στον καπιταλιστικό κόσμο ως ενότητα εξουσίας ποιοτικά ανόμοια με άλλες ενότητες που έφεραν στο παρελθόν το όνομα εθνότητα.

7.3. Με εξαίρεση ορισμένες θέσεις «αριστερισμού» για το εθνικό ζήτημα (π.χ. η θέση των W. Liebknecht-J.Guesde για ανυπαρξία των εθνών και ύπαρξη δύο τάξεων, η αντίθεση των οποίων δημιουργεί δύο μόνο στρατόπεδα στον κόσμο  -  Haupt κ.ά 1974, σ.31επ.)4, οι μαρξιστές της Β' Διεθνούς αναπτύσσουν από τα τέλη του 19ου αιώνα και ιδίως μετά τη ρωσική επανάσταση του 1905 μια σημαντική θεωρητική δραστηριότητα για ανάλυση της ιδιομορφίας του εθνικού φαινομένου (Haupt κ.ά 1974, σ.39 επ.). Μεγάλο τμήμα αυτής της παραγωγής ασχολείται με τον ορισμό του έθνους και την εκτίμηση της σημασίας του. Στη συζήτηση μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κατευθύνσεις5.

7.3.1. Η κουλτουραλιστική προσέγγιση των αυστρομαρξιστών εκφράζεται ολοκληρωμένα με το έργο του Μπάουερ για το «Εθνικό ζήτημα και τη σοσιαλδημοκρατία» (Bauer 1924). Το κάθε έθνος θεωρείται ως αυτόνομη ενότητα ανθρώπων, οι οποίοι συνδέονται μέσω κοινής ιστορίας, κουλτούρας και ενιαίου «χαρακτήρα» και επιθυμούν να ζήσουν ενωμένοι, συνεχίζοντας την ιστορία «τους» και μοιραζόμενοι μια κοινή τύχη. Ο Μπάουερ διακρίνει την τάση εθνικοποίησης του κόσμου με το ξύπνημα εθνών που θα ζητήσουν την ανεξαρτησία τους και, ταυτόχρονα, διαβλέπει τη δυνατότητα εξελικτικής πορείας που θα οδηγήσει στην ολοκλήρωση κάθε έθνους, με τη σταδιακή πρόσβαση στην ιδιαίτερη εθνική κουλτούρα των προλεταριακών στρωμάτων που ο καπιταλισμός αποκλείει από τον εθνικό πολιτιστικό πλούτο, συντηρώντας την αμάθεια. Ο σοσιαλισμός θα προσφέρει αυτή την πρόσβαση, αποτελώντας το τελικό στάδιο ολοκλήρωσης χάρη στη διπλή τάση δημιουργίας νέων εθνών και συνειδητής συμμετοχής των μελών κάθε έθνους στην «κοινότητα»6.

Η άποψη αυτή  -  που δεν έχει σημεία συνέχειας με την οπτική των Μαρξ και Ένγκελς, δεδομένης της απολυτοποίησης του έθνους που επιχειρεί  -  είναι αφενός ουσιοκρατική (διότι θεωρεί το έθνος ως ιστορικά διαρκή και πρωταρχική πραγματικότητα, ως κοινότητα που διαιωνίζει την «κοινή τύχη» της από την αρχή της ιστορίας της μέχρι το σοσιαλισμό), και αφετέρου ψυχολογιστική (διότι εντοπίζει την ύπαρξη του έθνους  -  σε απόλυτη αντιστοιχία με τις εθνικιστικές θεωρίες  -  σε μια κοινή θέληση με πολιτιστικά χαρακτηριστικά και στον κοινό «χαρακτήρα» των ομοεθνών). Η δε προοπτική «ολοκλήρωσης» των εθνών στο σοσιαλισμό με απλή επέκταση της υπεριστορικά δεδομένης κουλτούρας, δεν εμφανίζει μόνο το μειονέκτημα των σοσιαλδημοκρατικών υποσχέσεων για προοδευτική συμμετοχή όλων στον «πλούτο» και αδιατάρακτη πορεία προς την «πρόοδο», αλλά και ουσιαστικά αποσυνδέει το εθνικό ζήτημα από το πεδίο των ταξικών ανταγωνισμών, αφού τα έθνη, πρώτον, δεν επηρεάζονται από την επιβολή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και, δεύτερον, θα εξέλθουν με αμετάλλακτο περιεχόμενο από τη διαδικασία μετάβασης, στερούμενα έτσι κάθε πολιτικού ή οικονομικού χαρακτηριστικού. Έχουμε εδώ την υιοθέτηση του παραδοσιακού εθνικισμού (η ιστορία εκφράζει τις περιπέτειες ενός έθνους χιλιετηρίδων που διατηρεί την ταυτότητα του απέναντι στους εχθρούς) με προσθήκη του «δημοκρατικού» αιτήματος για περαιτέρω εθνικοποίηση κάθε πληθυσμού.

7.3.2. Η «αριστερή» θεωρητική απάντηση στην κατασκευή αυτή δόθηκε από τον Πάννεκουκ, ο οποίος θα χαρακτηρίσει τη θέση του Μπάουερ «εθνικό οπορτουνισμό» (βλ. το κείμενο «Ταξική πάλη και έθνος» σε Haupt κ.ά 1974, σ.293επ.). Ο Πάννεκουκ θεωρεί το έθνος σύμφυτο με τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, πεδίο πρόσφορο για την άσκηση της αστικής κυριαρχίας και, τελικά, αστικό ιδεολόγημα χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Επισημαίνοντας την ασυμβατότητα της εθνικής κουλτούρας των αστών με το διεθνιστικό προσανατολισμό των εργατών, οι οποίοι δεν επιθυμούν ιδιοποίηση του εθνικού πολιτισμού αλλά έλεγχο των μέσων παραγωγής και ανάπτυξη ενός σοσιαλιστικού πολιτισμού που θα προκύψει από την κοινωνική σύγκρουση, ο Πάννεκουκ αντιμετωπίζει τη μελλοντική κοινωνία ως δυνητικά παγκόσμια ενότητα που μειώνει τις εθνικές διαφορές και συντηρεί ποικίλου μεγέθους «μονάδες» παραγωγής στο πλαίσιο της. Η αλληλεξάρτηση δημιουργεί έναν κοινό πολιτισμό που εξαλείφει τους εθνικούς ανταγωνισμούς. Συνεπώς προέχει η διεθνιστική προπαγάνδα στην προοπτική της επανάστασης, η οποία θα επιλύσει δια της εξάλειψης τα εθνικά προβλήματα.

Ο Πάννεκουκ εκφράζει μια αναγωγιστική αντίληψη, ταυτίζοντας το έθνος με αστική πρόληψη, και θεωρώντας ως αντίδοτο τη συνεπή ταξική πάλη που εγκαταλείπει «αποπροσανατολιστικά» αιτήματα όπως η εθνική αυτοδιάθεση, η προβολή των οποίων εξυπηρετεί αποκλειστικά την αστική τάξη που ηγεμονεύει στο εθνικό πεδίο. Η προσέγγιση αυτή αφενός αγνοεί την ανάγκη συγκεκριμένης τοποθέτησης στα αιτήματα εθνικής ανεξαρτησίας που κινητοποιούν τις μάζες και αποτελούν ένα πεδίο παρέμβασης σε συνθήκες επαναστατικής κρίσης, το οποίο δεν μπορεί να διαγραφεί ως «αστικό» και, αφετέρου, δεν καθορίζει ικανοποιητικά τη σχέση ταξικών ανταγωνισμών και εθνικών αντιπαραθέσεων  -  παρότι διακρίνει την προτεραιότητα της ταξικής πάλης  -  διότι ανάγει την εθνική ένταξη σε προπαγανδιστική ιδεολογία. Η ουσιαστική της αδυναμία είναι ότι, στην πολεμική διάθεση προς τον Μπάουερ, δεν ασχολείται με το καίριο ζήτημα του σχηματισμού των εθνών, απορρίπτοντας πλήρως (ως αστική) τη σχετική προβληματική.

Ανάλογες είναι και οι απόψεις της Λούξεμπουργκ, η οποία θεωρεί τη διεθνιστική ταξική πάλη ως προτεραιότητα και, διστάζοντας να εκφρασθεί υπέρ του αιτήματος εθνικής ανεξαρτησίας που κατ' αυτήν προβάλλεται από την αστική τάξη, αδιαφορεί ουσιαστικά για το εθνικό κρατικό πλαίσιο στο οποίο θα διεξαχθεί η επαναστατική πάλη ή εκφράζεται, αφού ξεσπάσει ένα εθνικό πρόβλημα, υπέρ της ευνοϊκότερης στη συγκεκριμένη περίπτωση λύσης (Haupt κ.ά 1974, σ.31επ. και τα κείμενα της σ.159επ.). Και εδώ είναι φανερή η ταύτιση του εθνικού φαινομένου με τα αστικά συμφέροντα (η αστική τάξη δημιουργεί το εθνικό κράτος για να το χρησιμοποιήσει ως πεδίο κυριαρχίας και μέσο επεκτατισμού) που οδηγεί στη μη ανάλυση του τρόπου δημιουργίας και των χαρακτηριστικών του.

7.3.3. Η πιο αξιόλογη προσπάθεια ανάλυσης έγινε από τον Κάουτσκυ στις διαδοχικές μελέτες του για το ζήτημα (Κάουτσκυ σε Haupt κ.ά 1974, σ.114επ.). θεωρώντας ορθά ότι οι αυτοκρατορίες ανήκουν στο παρελθόν και τα ευρωπαϊκά κράτη τείνουν να γίνουν «εθνικά» (θα συμπληρώναμε: να εμφανισθούν ιδεολογικά ως τέτοια για διατήρηση της ενότητας τους) και επαναλαμβάνοντας την κοινή θέση περί «αδελφοσύνης» των εργατών που έχουν συμφέρον να παραμερίσουν τις εθνικές διαφορές και να θεσπίσουν στον ενοποιημένο διεθνή χώρο μια ενιαία γλώσσα η οποία θα επιτρέπει την ανεμπόδιστη επικοινωνία, ο Κάουτσκυ πραγματοποιεί την πρώτη υλιστική ανάλυση για τον τρόπο δημιουργίας του έθνους.

Θέτει σε πρώτο πλάνο το κριτήριο της γλώσσας που επιτρέπει τον καθορισμό των ομοεθνών (υπάρχουν πολλά έθνη με όμοια γλώσσα αλλά το κάθε «έθνος» μιλά μία μόνο γλώσσα, εκτός από ειδικές περιπτώσεις όπως οι Εβραίοι7) . Το κριτήριο αυτό εκφράζει τον κινητήριο μοχλό και το σύνθημα διάσπασης των αυτοκρατοριών (συνένωση των ομογλώσσων που χάρη στη δυνατότητα επικοινωνίας σε «μητρική» γλώσσα δημιουργούν νέα ενότητα) και καταδεικνύει τον «τρόπο παραγωγής» του έθνους μέσω της ένταξης και αφομοίωσης που επιτρέπει η γλώσσα. Η ενδεχόμενη απόκτηση νέας «μητρικής» γλώσσας κατόπιν μακρόχρονης εγκατάστασης μεταναστών σε ορισμένο τόπο, μεταβάλλει την «εθνικότητα», η οποία συνδέεται με τον νέο τόπο, ιδίως μέσω της νέας γλώσσας. Προβάλλεται έτσι ο δευτερογενής (παράγωγος) χαρακτήρας του έθνους ως ιδιότητας όχι εγγενούς αλλά δημιουργούμενης και μεταβαλλόμενης με βάση την εγκατάσταση και τον τρόπο επικοινωνίας.

Το κριτήριο της γλώσσας διευκρινίζεται και συμπληρώνεται στον Κάουτσκυ με την αναφορά στον τόπο εγκατάστασης. Η γεωγραφική εγγύτητα θεωρείται, σε αντίθεση με τον Μπάουερ, ως καθοριστικότερη από την πολιτιστική ένταξη σε ορισμένη «ιστορία». Σκιαγραφείται εδώ μια θεωρία του έθνους που θα χαρακτηρίζαμε μη γενεαλογική διότι δεν στηρίζεται στην (άπαξ δεδομένη) καταγωγή αλλά στις μεταβλητές ιδιότητες της εγκατάστασης και της ομιλούμενης γλώσσας που επιδρούν καθοριστικά στην εθνική ένταξη.

Σημαντικό βήμα ανάλυσης αποτελεί η σύνδεση του «έθνους» με το αστικό κράτος, το οποίο τείνει να συγκροτηθεί ως εθνικό, επιβάλλοντας στο εσωτερικό του ενιαία γλώσσα, για να επιτύχει τη δημιουργία ενιαίας αγοράς και την αποτελεσματική επικοινωνία των κατοίκων του (Κάουτσκυ και Λένιν σε Haupt κ.ά. 1974, σ.33βεπ.). Με τον τρόπο αυτό η γλώσσα αναγνωρίζεται ως κριτήριο εθνικοποίησης και η πρωταρχικότητά της στη διαδικασία αυτή συνδέεται με τα χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής παραγωγής και ανταλλαγής που απαιτούν ανεμπόδιστη και έντονη επικοινωνία σε ευρύ και ομογενοποιημένο πεδίο. Στη διαδικασία ενοποίησης μέσω της γλώσσας (που γίνεται ιδεολογικά αντιληπτή ως κοινή ένταξη σε ορισμένο έθνος) είναι καθοριστικός ο ρόλος του αστικού κράτους, το οποίο τυποποιεί και επιβάλλει την ενιαία εθνική γλώσσα επί των διαλέκτων και των άλλων γλωσσών που μιλιούνται στο έδαφος του. Τόσο οι μελέτες για την παραγωγή επιβολή μιας εθνικής γλώσσας (για τη Γαλλία Balibar Laporte 1974) όσο και η εμπειρία της πρωτίστως γλωσσικής «αφομοίωσης» μειονοτήτων8, δείχνουν τη σημασία της γλώσσας για την εθνικοποίηση και τον ειδικά καπιταλιστικό χαρακτήρα του εθνικού κράτους, το οποίο αποτέλεσε ιστορικά την πιο πρόσφορη μορφή δημιουργίας ενιαίας αγοράς με αποτελεσματική επικοινωνία και «συναίνεση». Πρόκειται για μια «διαλεκτική» διαδικασία: ο καπιταλισμός είναι ο πρώτος ιστορικά τρόπος παραγωγής που προϋποθέτει για τη σταθερότητα του έναν εθνικό χώρο επικοινωνίας με κοινή γλώσσα και «κουλτούρα» (το εθνικό κράτος είναι η «νόρμα» του καπιταλισμού9) . Παράλληλα όμως, τα αστικά κράτη δεν χρησιμοποιούν μια προϋπάρχουσα «εθνική ενότητα» αλλά τείνουν να την παράγουν, ιδίως μέσω του ενοποιητικού ρόλου που έχει η «εθνική» γλώσσα.

7.4. Οι πρόσφατες μελέτες για τη σχέση κράτους έθνους προωθούν σημαντικά την έρευνα σχετικά με το έθνος. Η αναφορά του Πουλαντζά (1984, σ.133επ.) στην ιδιοτυπία του σύγχρονου έθνους επισημαίνει την ιστορική τάση σύμπτωσης έθνους και αστικού κράτους, η οποία δεν ερμηνεύεται ούτε από τις ανάγκες της εμπορευματικής κυκλοφορίας στον καπιταλισμό (ενοποιημένη αγορά δεν σημαίνει κατ' ανάγκην εθνική αγορά) ούτε με θετικιστικούς ορισμούς επί τη βάσει «κριτηρίων» όπως εκείνα του Στάλιν. Ο Πουλαντζάς εξετάζει, με βάση την αναφορά του στις χωροχρονικές μήτρες, την παραγωγή του σύγχρονου έθνους από την κρατική δραστηριότητα («το κράτος ενσωματώνει στις δομές του το έθνος και το έθνος μορφοποιείται μέσα στους κρατικούς μηχανισμούς»  -  Πουλαντζάς 1984, σ. 142). Το κράτος οργανώνει και διαμορφώνει πολιτικά ως ενιαίο και «δικό του» ορισμένο έδαφος, το οποίο οριοθετείται, για πρώτη φορά στην ιστορία, με σύνορα αυστηρά καθορισμένα αλλά και δυνάμενα να μετατοπισθούν (με αφομοίωση νέων εδαφών και πληθυσμών). Παράλληλα, το αστικό κράτος εκφράζει μια ιστορικά νέα χρονική μήτρα, «απομνημονεύοντας» την ιστορία μιας εθνότητας, την οποία ενοποιεί και εκφράζει μονοσήμαντα (εξαφανίζοντας τις διαφορές και δίνοντας ένα πλαστά ενιαίο νόημα), ως μέσο στήριξης της ενότητας που παράγει και εγγυάται. Με τον τρόπο αυτό, η εθνική ενότητα των εντός του κράτους πληθυσμών γίνεται «εθνική παράδοση ενός εδάφους, υλοποιημένη στο κράτοςέθνος» (Πουλαντζάς 1984, σ. 164). Βασικό στοιχείο της διαδικασίας ενοποίησης είναι η γλώσσα που αναπλάθεται και ενοποιείται «ανάλογα με τις καπιταλιστικές μήτρες, τη χωρική και τη χρονική» (σ. 165).

Η «οργανική σχέση της κάθε αστικής τάξης με το έθνος» δεν προκύπτει μόνο από τον ηγετικό ρόλο αστικών μερίδων στη διαδικασία συγκρότησης εθνικών κρατών αλλά και από το γεγονός ότι ο χώρος του εθνικού κράτους είναι κατάλληλος για την αναπαραγωγή της αστικής κυριαρχίας. Η αστική τάξη οργανώνεται ως κυρίαρχη στο πλαίσιο ενός κράτους που για αντικειμενικούς λόγους μπορεί να είναι μόνο εθνικό, και έτσι συνάπτει ιστορικά την ύπαρξη της με εκείνη του εθνικού κράτους.

Η παρέμβαση του E.Balibar στα ζητήματα της θεωρίας του έθνους (Balibar 1988, Μπαλιμπάρ 1988, σ.80επ.) αναγνωρίζει την ιστορική δραστικότητα του «εθνικού μύθου», ασκώντας παράλληλα κριτική στην «αναδρομική ψευδαίσθηση» της εθνικής ταυτότητας ως πορείας που ανταποκρίνεται σε «κοινή μοίρα» και ως «ουσίας» κοινής στις γενεές που διαδέχθηκαν η μια την άλλη σε ορισμένο έδαφος. Η μορφή του εθνικού κράτους δεν αποτελεί αστικό «σχέδιο» αλλά αποδείχθηκε στη διαδικασία της ταξικής πάλης ως η πλέον αποτελεσματική για τη δημιουργία εσωτερικής αγοράς και την προλεταριοποίηση της εργατικής δύναμης σε ορισμένο γεωγραφικό πεδίο. Αυτό εξηγεί γιατί δεν δημιουργήθηκε «διεθνής» αστική τάξη αλλά οι κυρίαρχες αστικές μερίδες ήλεγξαν προϋπάρχοντες στρατιωτικούς και διοικητικούς μηχανισμούς, εθνικοποιώντας ορισμένο έδαφος.

Η διαδικασία συγκρότησης εθνών (και κατάταξης ένταξης κάθε ανθρώπου σε ένα έθνος) συνίσταται στην «εθνικοποίηση» πληθυσμών, οι οποίοι αποκτούν εθνική ταυτότητα και εγκαλούνται αναγνωρίζονται «στο όνομα του συλλογικού μορφώματος, του οποίου ακριβώς φέρουν το όνομα» (Balibar 1988, σ. 131). Αυτό γίνεται δυνατό με τη δράση του κρατικού ιδεολογικού μηχανισμού, με τη συνδυασμένη επίδραση της οικογενειακής και της γλωσσικής εθνικοποίησης. Η κατασκευή κοινής εθνικής γλώσσας και κοινής παράδοσης10 επιτυγχάνεται με το σχολικό και οικογενειακό ιδεολογικό μηχανισμό που μορφοποιούν τη «φανταστική εθνότητα», την «ιδέα» (και πρακτική) της ένταξης σε ορισμένο έθνος. Η μορφή κάθε έθνους εξαρτάται από το κατά πόσο στη διαδικασία συγκρότησης του επικρατεί η γλωσσική ή η οικογενειακή οδός, στοιχείο που καθορίζει τους τρόπους αφομοίωσης νέων πληθυσμών, τις σχέσεις ρατσισμού και ιεράρχησης μεταξύ των δυνάμει μελών της «εθνότητας». Η συμβολή του Ε. Μπαλιμπάρ βρίσκεται στην υλιστική ανάγνωση των στοιχείων της παράδοσης και της γλώσσας που είχαν εντοπισθεί ως μέσα παραγωγής του έθνους. Η ανάλυση του επισημαίνει την καθοριστική παρέμβαση του κρατικού ιδεολογικού μηχανισμού που δημιουργεί την εθνική «κοινότητα» με την «εθνοποιητική» δράση του. Το δεδομένο της καθυστερημένης εθνικοποίησης» «παλιά» έθνη (η οποία επιτεύχθηκε μέσω του σχολείου, του στρατού και της ενοποίησης συνηθειών και «ταυτότητας» με την εθνικιστική ιδεολογία) αλλά και η αδιάκοπη αφομοίωση «αλλοεθνών» πληθυσμών που με τη μόνιμη εγκατάσταση σε μια χώρα αποκτούν σιγά - σιγά νέα εθνική ταυτότητα, αποτελούν τις ισχυρότερες ενδείξεις του δευτερογενούς χαρακτήρα του έθνους, δηλαδή της ιδεολογικής διαμόρφωσης του από τον κρατικό μηχανισμό. Το ίδιο αποδεικνύεται και από τη δημιουργία «εθνών», δηλαδή συνείδησης αυτονομίας και διαφοράς από «Άλλους», ακόμη και σε περιπτώσεις που κάτι τέτοιο δεν είναι «εύλογο» ενόψει της γλώσσας και της καταγωγής. Το παράδειγμα δημιουργίας «αυστριακού» έθνους μέσω της συγκρότησης αντίστοιχου κράτους (Μηλιός-Κυπριανίδης 1990, θέσεις τ.31), παρότι οι Αυστριακοί δεν είναι λιγότερο ή περισσότερο «Γερμανοί» από τους Βαυαρούς, δείχνει την κρατικότητα του έθνους12.

7.5. Η παραγωγή του έθνους από το αστικό κράτος και η καταλληλότητα του για τη δημιουργία ενοποιημένου χώρου αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων, δεν σημαίνει ότι δεν προϋπήρχαν του καπιταλισμού εθνότητες, δηλαδή κοινότητες με οργανωτικές δομές και κοινή γλώσσα, οι οποίες αναγνωρίζονταν ως «εθνικές» σε αντίθεση με τους Άλλους, δηλαδή τους πληθυσμούς διαφορετικής καταγωγής (π.χ. Rodinson 1968 και 1971). Ωστόσο η εθνική ένταξη εμφάνιζε στο παρελθόν μεγάλη χαλαρότητα και οι «εθνικοί» δεν είχαν τη δυνατότητα να ορίσουν, λόγω ανυπαρξίας εθνικών συνόρων, την έννοια του έθνους με τη σημερινή της σημασία. Η προαστική εθνική ένταξη αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία εθνικών κρατών αλλά το αποτέλεσμα («έθνος») δεν έχει εννοιολογική συνέχεια με το προϋπάρχον αίσθημα κοινής καταγωγής. Το έθνος δημιουργείται από το κράτος υπό την επιρροή της κυρίαρχης αστικής βούλησης όπου σε πρώτο στάδιο εκφράζει δυναμικά το αίτημα «εθνικής ανεξαρτησίας» και στη συνέχεια εθνικοποιεί το χώρο του κράτους, αποδίδοντας νέες συνέπειες και νέα ισχύ στην εθνική ένταξη, μεταβάλλοντας δηλαδή ποιοτικά τη λειτουργία των εθνοτήτων, με το να την εντάσσει στον καπιταλιστικό χώρο και χρόνο13.

Ας σημειωθεί ότι τη χαλαρότητα της προαστικής εθνικής ένταξης εξέφρασε παραστατικά ο Ένγκελς λέγοντας ότι στην ανατολική Ευρώπη υπάρχουν μεν διαφορετικά «φύλα», «θρύψαλα εθνοτήτων» και γλώσσες, αλλά είναι εθνολογικά αδύνατο να εντοπισθούν τα όρια ή η συγκροτημένη ύπαρξη κάποιας εθνότητας και άρα το σύνθημα εθνικής ανεξαρτησίας δημιουργείται από μια κυρίαρχη πολιτική βούληση χωρίς να έχει άμεσο αντίστοιχο στην πραγματικότητα των «εθνών» (Engels 1975, σ.159επ., ο οποίος συνηγορώντας στο αίτημα αυτοδιάθεσης της πολιτικά συγκροτημένης Πολωνίας επισημαίνει ότι υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικές εθνότητες στο έδαφος της).

Οι αναλύσεις για τη διαδικασία παραγωγής του έθνους επιβεβαιώνουν τη διάκριση που έκανε ο Ένγκελς μεταξύ της ύπαρξης συγκροτημένων κοινοτήτων εθνικού τύπου (που έχουν δυναμική αυτόνομης κρατικής συγκρότησης παρότι δεν υπάρχει εθνική καθαρότητα) και της (παραπλανητικής) «αρχής των εθνοτήτων» (μία εθνότητα ένα κράτος, αρχή που προβάλλει την καθαρότητα μιας προϋπάρχουσας ένταξης, υποκρύπτει ιμπεριαλιστικές τάσεις και αγνοεί την ιστορία «χιλίων χρόνων» της Ευρώπης με τις επιμιξίες και τη διασπορά των πληθυσμών, οι οποίοι μόνο ιδεολογικά αποκτούν ενιαία ταυτότητα) (Engels 1975, σ.157επ.). Όπως έγραψε ο M. Rodinson αναφερόμενος στο ασύστατο της άποψης περί καθαρότητας του έθνους και περί «αυθόρμητης» ιστορικής δημιουργίας του, «η παγκόσμια ιστορία είναι μια ατέλειωτη συνέχεια επιτυχημένων αφομοιώσεων πληθυσμών, τις οποίες κανείς πλέον δεν θυμάται. Τα έθνη που διεκδικούν σήμερα με τη μεγαλύτερη μανία την ιδιαιτερότητα τους είναι συνισταμένη αμέτρητων συγχωνεύσεων και αφομοιώσεων» (1968, σ.148).

Αν όμως το έθνος μπορεί να είναι μόνο «κρατικό», εμφανίζεται το πρόβλημα ερμηνείας του φαινομένου των μειονοτήτων ή των εθνοτήτων που ζητούν αυτοδιάθεση: πώς δημιουργείται εθνική συνείδηση χωρίς να υπάρχει «αντίστοιχο» κράτος και μάλιστα ενώ κάποιο κράτος επιχειρεί την αφομοίωση των εν λόγω πληθυσμών;

Όσον αφορά τις μειονότητες, η «εξωκρατική» ύπαρξη τους, δεν αποτελεί παρά «εκκρεμότητα» ή «αναντιστοιχία» ιστορικής υφής. Οι μειονότητες ορίζονται ως τέτοιες με αναφορά σε ένα «εθνικό κέντρο»κράτος, που τροφοδοτεί διαρκώς το εθνικό φαντασιακό και «υπόσχεται» καλύτερο μέλλον (καλύτερο μέλλον σημαίνει βελτίωση των συνθηκών ζωής και του πολιτικού status, γι' αυτό άλλωστε οι Γερμανοί της «Koeningsberg» αισθάνονται πολύ περισσότερο «Γερμανοί» από εκείνους των ΗΠΑ  - ενώ οι Αλβανοί του Κόσοβο χρησιμοποιούν την «εθνική ενότητα» ως επιχείρημα για να μετριάσουν το status πολιτικής-οικονομικής υποτέλειας στους Σέρβους  - , κάτι που δείχνει ότι η εθνική συγκρότηση δεν αποτελεί φυσικό δεδομένο αλλά έκφραση πολιτικής διεκδίκησης με τη συγκρότηση μιας ταυτότητας που σε άλλες συνθήκες  -  αν υπήρχαν συμφέροντα αφομοίωσης  -  θα ήταν διαφορετική ή ανύπαρκτη, «διαλύοντας» την εθνότητα)14.

Αντίστοιχη είναι και η περίπτωση των εθνοτήτων που διεκδικούν την ανεξαρτησία τους χωρίς αναφορά σε εθνικό κέντρο. Μια κυρίαρχη πολιτική βούληση (και τάξη) διαμορφώνει και προβάλλει την εθνική ταυτότητα είτε με αναφορά σε παρελθόν αυτονομίας (π.χ. Βαλτικές Δημοκρατίες) είτε με σταδιακή διαμόρφωση της «εθνικής συνείδησης» και με όραμα το καλύτερο εθνικό μέλλον. Φαίνεται έτσι ότι η εθνική ένταξη δεν αποτελεί την αφετηρία ανεξαρτητοποίησης αλλά μια προϋπόθεση για να συγκροτηθεί η πολιτικά ώριμη νέα κρατική ενότητα.

7.6. Η ερμηνεία της ειδοποιού διαφοράς του αστικού έθνους κράτους δεν είναι επαρκής όσο περιορίζεται στην ανάλυση της διαδικασίας σχηματισμού εθνών. Καθοριστικοί είναι οι λόγοι δημιουργίας του εθνικού κράτους, η κατάδειξη του για ποιο λόγο «το έθνος αποτελεί... την ειδικά καπιταλιστική μορφή οργάνωσης της συνοχής ενός κοινωνικού σχηματισμού... προκύπτει ως μια ειδική  -  δηλαδή αντιστοιχούσα στις αστικές σχέσεις  -  πολιτική και οικονομική συνοχή ανάμεσα σε συγκεκριμένες (ανταγωνιστικές) τάξεις» (Μηλιός 1988, σ.70).

Ο Γ. Μηλιός (1991) έκανε την ορθή παρατήρηση ότι η αναφορά σε αυτοδιάθεση της Κύπρο, οεν έχει νόημα γιατί «το αίτημα της αυτοδιάθεσης τίθεται από τις εθνότητες» και η Κύπρος είναι σήμερα «γεωγραφική και όχι εθνική οντότητα», στην οποία κατοικούν δύο κύριες εθνότητες. Η παρατήρηση μας επιτρέπει να θέσουμε το ερώτημα: γιατί η αυτοδιάθεση έχει (ιστορικό) νόημα μόνο στην περίπτωση που φορέας της είναι μία εθνότητα; Η απάντηση είναι προφανής αλλά και σημαντική: στις καπιταλιστικές κοινωνίες δεν είναι νοητή η οικοδόμηση κοινωνικής ενότητας που να μην έχει ως σημείο αναφοράς το έθνος.

Η οργάνωση της κρατικής εξουσίας και της εκμετάλλευσης απαιτεί τη θεμελιώδη συναίνεση των «υπηκόων» της. Η δημιουργία μιας ιδεολογικής κοινότητας με πολύμορφους και ισχυρούς δεσμούς, καθιστά την εξουσία αποδεκτή, δηλαδή συγκριτικά προτιμότερη από την έλλειψη της, από την υποταγή στους «αλλοεθνείς». Το αστικό κράτος τείνει δε να δομήσει τον κοινωνικό σχηματισμό ως εθνικό, εξασφαλίζοντας την ενότητα που αποτελεί προϋπόθεση άσκησης εξουσίας με την ιδεολογική αναπαράσταση των συμφερόντων του κεφαλαίου ως κοινών, «εθνικών συμφερόντων», απέναντι στον δυνάμει εχθρό («εθνική» κοινωνική συνοχή και «εθνικό» κεφάλαιο που διασφαλίζει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του ως «εθνικά», βλ. Μηλιό 1988, σ.72).

Η προσφορότητα του «έθνους» προκύπτει από στοιχεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο «ανοιχτός» χαρακτήρας των καπιταλιστικών κοινωνιών θεμελιώνεται στην κινητικότητα των φορέων της παραγωγής και τις εκτεταμένες ανταλλαγές και γι' αυτό η ενότητα τους δεν είναι δυνατό να στηριχθεί σε δεσμούς προεχόντως «τοπικούς» (σύνδεση με το έδαφος, με μία μονάδα παραγωγής, ένα «σόι»). Απαιτεί τη δημιουργία μιας «φανταστικής κοινότητας» (Μπ. Άντερσον) που να είναι αρκετά ευρεία (επιτρέποντας την ενότητα μέσα στην τοπική διασπορά των μελών της) αλλά και αρκετά συνεκτική, ώστε να εξασφαλίζει συναίνεση για τη διατήρηση της, απέναντι στην απειλή (υποδούλωσης και υπερεκμετάλλευσης) που εκφράζει η αφομοίωση από «ξένες» κοινότητες. Είναι φανερό ότι το διπλό χαρακτηριστικό της ευρύτητας και των πολύμορφων δεσμών που προκύπτουν από την πολλαπλότητα κοινών στοιχείων («συγγένεια» λόγω υποτιθέμενης κοινής καταγωγής και επικοινωνία δια της γλώσσας που συνδέει με το  -  πάντα ένδοξο  -  παρελθόν και υπόσχεται ένα ανάλογο μέλλον) ανιχνεύεται ιστορικά μόνο στο έθνος, υπό την προϋπόθεση ότι θα γενικευθούν και θα απολυτοποιηθούν τα χαρακτηριστικά της ενότητας του με την κρατική ιδεολογική παγίωση μιας «υπέρτατης ενότητας».

Η αποτελεσματικότητα που παρείχε η εθνική συνοχή στη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου, οδήγησε στο φαινόμενο που αποκαλούμε εδώ εθνικό μιμητισμό, δηλαδή στη γενικευθείσα σε παγκόσμιο επίπεδο διαδικασία δημιουργίας εθνικών κρατών, μετά την απόδειξη της προσφορότητάς τους για τις καπιταλιστικές κοινωνίες15. Έτσι η εθνική συγκρότηση αποτέλεσε σύνθημα για την ένταξη περιοχών της γης στον κόσμο της καπιταλιστικής παραγωγής, με τη σταδιακή διάλυση των αυτοκρατοριών που δεν ανταποκρίνονταν στους όρους των καπιταλιστικών σχέσεων. Το έθνος έγινε  πρότυπο που εξήχθη και εξέφρασε το αίτημα των κυρίαρχων πολιτικά και οικονομικά ομάδων για αυτόνομη παρουσία στον «κόσμο των κρατών». Το διπλό «πλεονέκτημα» του έθνους (ευρύτητα και συνεκτικότητα) γίνεται στοιχείο της δομικής σύνδεσης του με το αστικό κράτος. Γι αυτό δεν νοείται σήμερα μορφή κοινωνικής οργάνωσης στενότερη ή ευρύτερη από το έθνος και η αυτοδιάθεση είναι μόνο «εθνική»16.

7.7. Η «σύμπτωση» του έθνους με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής θέτει το ερώτημα αν είναι νοητή η ύπαρξη του καπιταλισμού χωρίς έθνη, δηλαδή με δημιουργία κοινοτήτων, στις οποίες το κράτος δεν θα είναι εθνικό (όπως δεν ήταν στις «αυτοκρατορίες») και δεν θα τείνει στην εθνικοποίηση αφομοίωση των πληθυσμών, αλλά θα δημιουργεί μια κοινή ταυτότητα βασιζόμενη σε παρόμοια οικονομικά πολιτικά συμφέροντα, χωρίς να διαλύει τις υπάρχουσες εθνικές εντάξεις που θα παρατίθενται στο πλαίσιο ειρηνικής συνεργασίας17. Η περιγραφή ανταποκρίνεται στο σχέδιο της «Ενωμένης Ευρώπης», όπως εκφράζεται από τη διαδικασία ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Ο εξαγγελλόμενος «μαρασμός» του εθνικού κράτους έχει θεωρητική σημασία στο μέτρο που θα έτεινε να ανατρέψει το σχήμα συγχρονίας του καπιταλισμού με το εθνικό φαινόμενο. Στο ζήτημα του πολέμου, η «εξαφάνιση» των εθνών με τη «σύντηξη» τους σε ευρύτερες ενότητες, θα έτεινε στο να εξαλείψει τα αίτια του πολέμου, επιτρέποντας τη «φιλία» διαφορετικών εθνοτήτων που θα συνυπάρχουν εκούσια (με σταδιακή ενοποίηση), και όχι κατόπιν πολέμου προσάρτησης, όπως συνέβαινε στο παρελθόν.

Μια τέτοια μεταβολή είναι νοητή, διότι, όπως είδαμε, το έθνος δεν απορρέει αναγκαστικά από τα χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δεν είναι δομικά απαραίτητο για την αναπαραγωγή του: προέκυψε ιστορικά ως το καταλληλότερο πλαίσιο ενότητας των αστικών κοινωνικών σχηματισμών και η εξάλειψη του μπορεί να επέλθει στα πλαίσια του καπιταλισμού με σταδιακή αντιστροφή του φαινομένου εθνικού μιμητισμού («εθνική αποδόμηση»).

Όσον αφορά πάντως τη διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης, η εξάλειψη του έθνους δεν φαίνεται πιθανή. Από συγκυριακή άποψη, η επίταση των εθνικισμών της Ευρώπης δικαιολογεί τη διάχυτη από τις αρχές του 1991 «ευρωαπαισιοδοξία» και δείχνει ότι ο «δρόμος» για την Ένωση πόρρω απέχει από τον τεχνοκρατικό εξελικτισμό της σταδιακής ενοποίησης (βλ. π.χ. την κριτική των Balibar 1991 και Giannoulis 1991).

Γενικότερα, δεν φαίνεται δυνατή η ευρωπαϊκή ενοποίηση στην πλήρη μορφή της, η οποία υπερβαίνει την εγκαθίδρυση κοινής αγοράς και προϋποθέτει (α) τη μεταβίβαση των κρατικών αρμοδιοτήτων σε κεντρικά όργανα, (β) τη νομισματική ενοποίηση που καταργεί τη ζωτική για τα συμφέροντα κάθε εθνικού κεφαλαίου νομισματική κυριαρχία (καθορισμός των συναλλαγματικών ισοτιμιών με μονομερή πράξη κρατικών οργάνων, όπως η Κεντρική Τράπεζα) και (γ) την πολιτική ενοποίηση που «υπερβαίνει» τις εθνικές κυβερνήσεις. Μια τέτοια ενοποίηση (η μόνη που θα οδηγούσε σε «μαρασμό» των εθνικών κρατών και θα αδυνάτιζε την αίσθηση εθνικής ένταξης, απογυμνώνοντας την από τις  -  επιθετικές και αμυντικές  -  συνέπειες της), προσκρούει σε εμπόδια οικονομικής και πολιτικής φύσης (ιδίως άνιση ανάπτυξη των εθνικών καπιταλισμών) και η βεβιασμένη επιβολή θα προκαλούσε μείζονες κοινωνικές κρίσεις, απορροφώντας (κατ' ουσίαν βίαια) τα πιο αδύνατα εθνικά κεφάλαια, δηλαδή αποτελώντας προσάρτηση με συναινετικό προκάλυμμα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι διαδικασίες «οικοδόμησης της Ευρώπης» δεν είναι «νέες», δεν βασίζονται σε νέους θεσμούς και δομές αλλά επιχειρούν να μεταφέρουν σε κεντρικό επίπεδο τους ήδη υπάρχοντες θεσμούς κρατικής ρύθμισης (με «λιγότερο κράτος» και, ως τώρα τουλάχιστον, λιγότερες πολιτικές ελευθερίες). Η απόπειρα υλοποίησης «νέων οραμάτων» με παλιές δομές οδηγεί αναγκαστικά στην αναπαραγωγή του φαινομένου εθνικής ένταξης στο πλαίσιο μιας «ηγεμονικής Ευρώπης». Το εσωτερικό και το «εξωτερικό» διακρίνονται σαφώς στον ιδεολογικό λόγο και τη θεσμική πρακτική της ΕΚ18, παρότι η Κοινότητα δεν αποτελεί πολιτιστική ενότητα, αλλά ένωση δώδεκα χωρών με υψηλό βαθμό ανάπτυξης, η οποία είναι «τυχαία» και «αυθαίρετη» διότι δεν υπακούει στη λογική της οικονομικής έστω ενότητας (γιατί η «Ευρώπη» δεν περιλαμβάνει την Αυστρία;) ενώ κάθε προσπάθεια «διόρθωσης» με διεύρυνση, οξύνει τις δυσχέρειες ενοποίησης.

Από την ως τώρα εμπειρία προκύπτει ότι η δια της ΕΚ «υπέρβαση των εθνών» όχι μόνο είναι δυσχερής αλλά και κάθε βήμα στην κατεύθυνση αυτή τείνει να αντικαταστήσει τις «εθνικές ταυτότητες» με μια «ευρωπαϊκή ένταξη» που αναπαράγει τα πρότυπα του εθνικού κράτους, επιβάλλεται με κρατική δράση που ομογενοποιεί τον «τυχαία» καθορισμένο χώρο και απαιτεί την ενοποίηση γλωσσών και παραδόσεων. Μια τέτοια ενοποίηση θα αύξανε την παγκόσμια ισχύ των χωρών που συμμετέχουν, αλλά δεν φαίνεται ικανή να υπερβεί το σχήμα της εθνικής ενότητας, αφού επιβάλλει μια «νέα (ευρύτερη) εθνικοποίηση». Η μορφή του εθνικού κράτους, η επιθετικότητα προς τα έξω και η λειτουργία του ως πλαισίου πολέμου δεν αμφισβητείται στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ενοποίησης που, ακόμη και αν υπάρξει, θα είναι ποσοτικά μόνο διαφορετική από το παρελθόν, δημιουργώντας το «έθνος» των «Ηνωμένων Πολιτειών Ευρώπης» στα προδεδομένα πλαίσια της ιστορικής τάσης προς το εθνικό κράτος, το οποίο θα δημιουργηθεί με το τίμημα κρίσεων και με όξυνση του ρατσισμού για να «αποδειχθεί» η κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα σε αντιπαράθεση με τους «Άλλους» (βλ. Giannoulis 1991 με αναφορά σε εργασίες του K.Busch για τα εμπόδια οικονομικής ενοποίησης).

7.8. Είναι φανερό ότι το έθνος, παρότι εμφανίζεται ως «εσωτερική» κοινότητα («φιλία» προς τους ομοεθνείς), έχει ως κύριο στοιχείο την επιθετικότητα, την προβολή της ανωτερότητας που μεταφράζεται σε πολεμική διάθεση ενσωμάτωσης του εξωτερικού χώρου και σε ρατσιστική αντιμετώπιση των αλλοεθνών. Αποτελεί το πλαίσιο πολιτικής έκφρασης των τάσεων επέκτασης που δεν δικαιολογούνται από τη διεθνή εξάπλωση του εθνικού κεφαλαίου αλλά από το αίτημα εθνικής ολοκλήρωσης (Μηλιός 1988, σ. 69επ. και 1991). Η εθνικιστική ιδεολογία δεν αρκείται στην κρατική της εμβέλεια αλλά επιχειρεί διαρκώς να υπερβεί τα κρατικά σύνορα, ολοκληρώνοντας φανταστικά το έθνος και καλλιεργώντας την εθνική ταυτότητα των εγκατεστημένων σε άλλες χώρες «ομοεθνών». Είναι δηλαδή εξ ορισμού «ανολοκλήρωτη» και επιθετική, με αποτέλεσμα τα υπάρχοντα σύνορα να εμφανίζονται πάντα ως «προσωρινός συμβιβασμός», ακόμη και στις στιγμές που δεν προβάλλονται εθνικές διεκδικήσεις.

Στο σημείο αυτό μπορεί να προσδιορισθεί η σχέση του έθνους με τον πόλεμο. Ο πόλεμος (ή η απειλή σύγκρουσης) αποτέλεσε, εν πρώτοις, την πράξη που βρίσκεται στη γέννηση των εθνικών κρατών, με τη μορφή πολέμου ανεξαρτησίας ή γενικευμένου πολέμου που οδηγεί σε ανεξαρτητοποιήσεις. Παράλληλα, κάθε κίνηση επεκτατισμού προϋποθέτει πόλεμο μεταξύ κρατών με επίδικο αντικείμενο την «ολοκλήρωση» ενός έθνους. Εάν όμως το έθνος αποτελεί τον ορίζοντα του πολέμου (την αφορμή του), η ουσιαστική σύνδεση βρίσκεται στην ειδική αποτελεσματικότητα του έθνους για τη δημιουργία δύο στρατοπέδων που: έχουν την απαραίτητη συνοχή για επιτυχή διεξαγωγή πολέμου. Μόνο με αναφορά στην παραχθείσα εθνική ενότητα είναι δυνατό να επιτευχθεί η «συγκόλληση» κοινωνιών ανταγωνισμού, απέναντι σε έναν εχθρό, του οποίου η απειλή δίνει απόλυτη προτεραιότητα στο «υπέρ πάντων η πατρίς», καλύπτοντας με την ενοποιητική δύναμη των εθνικών δεσμών τις κοινωνικές διαφορές.

Είδαμε ότι το έθνος παρήχθη διότι ανταποκρίθηκε ιστορικά στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής (και όχι μόνο στο συμφέρον της αστικής τάξης, η οποία θα μπορούσε να συγκροτηθεί και ως διεθνής: στα συμφέροντα της το έθνος ανταποκρίνεται δευτερογενώς ως το ήδη κατάλληλο πλαίσιο αναπαραγωγής των εθνικών αστικών τάξεων και ως μέσο επίτευξης της ιδεολογικής συνοχής ενός κοινωνικού σχηματισμού με μείωση της δυναμικής των αντιφάσεων). Στην περίπτωση απειλής πολέμου, το έθνος δημιουργεί μια «αυθόρμητη» τάση ενίσχυσης της εθνικής ενότητας. Το φαινόμενο αυτό είναι μεν δεκτικό χρησιμοποίησης από την κρατική προπαγάνδα (δημιουργία εικόνας εχθρού που στρέφει αντανακλαστικά την εθνική κοινότητα εναντίον του) αλλά εμφανίζει και σχετική αυτονομία από τα άμεσα αστικά συμφέροντα, διότι η πραγματικότητα της διαίρεσης του κόσμου ανά έθνη και της ύπαρξης μειονοτήτων σε γειτονικά κράτη, δημιουργεί καταστάσεις σύγκρουσης που δεν είναι πάντοτε δυνατό να ελεγχθούν με κριτήριο την ομαλότητα της συσσώρευσης. Με άλλη διατύπωση, τα έθνη καθορίζουν με βάση τη δική τους λογική έλξης απώθησης, ένα πλαίσιο διεθνοπολιτικών ανταγωνισμών που δεν μπορεί να αγνοηθεί ή να αναχθεί στην οικονομική διάσταση του ιμπεριαλισμού.

Η δυναμική της μορφής «έθνος» αποτελεί μεν παράγωγη πραγματικότητα (πλασματική εθνότητα) αλλά η ισχύς της υπερβαίνει τις στρατηγικές της κυρίαρχης τάξης, διότι επιβάλλει την αναγνώριση των εθνικών προβλημάτων στη μορφή που μια περίπλοκη ιστορία καθόρισε. Το έθνος δεν αποτελεί εύχρηστη ιδεολογία αλλά σύνολο πρακτικών που δεν επιτρέπουν οποιοδήποτε χειρισμό προπαγάνδας από τη στιγμή που εσωτερικεύονται, εγκαλώντας μια ομάδα «υποκειμένων» ως εθνικά μέσα από τις καθημερινές πρακτικές της γλώσσας και του κοινού πολιτισμού.

Τα παραπάνω δείχνουν τη στενή σχέση έθνους πολέμου, η οποία δεν ανάγεται μηχανιστικά σε ταξικές στρατηγικές και συμφέροντα. Αυτό συμβαίνει, πρώτον, διότι καμιά ταξική ενότητα (έστω και «προλεταριακή») δεν μπορεί να διεξάγει πόλεμο αν δεν εκμαιεύσει τη συναίνεση του (ταξικά διαιρεμένου) έθνους «της» (το πολεμικό μέτωπο είναι εθνικό) και, δεύτερον, διότι η «λογική των εθνών» διαμορφώνει τα μέτωπα πολέμου πέρα από άμεσα ταξικά συμφέροντα. Αυτό το στοιχείο  -  που αναλύσαμε ως πολιτική διάσταση του ιμπεριαλισμού, μη αναγόμενη στην οικονομική λογική  -, δείχνει ότι η μορφή εμφάνισης του πολέμου και το μέτωπο διεξαγωγής του είναι πάντα εθνικό. Ο μαρξισμός δεν περιορίζεται στην αναγνώριση αυτού του γεγονότος (της σχετικής αυτονομίας του εθνικού φαινομένου που γίνεται καθαρότερη σε στιγμές κρίσης όπως ο πόλεμος) αλλά αναλύει τον ιμπεριαλισμό και την ταξική υφή της δημιουργίας των εθνών, διακρίνοντας πίσω από την εθνική μορφή εμφάνισης του πολέμου τον ταξικό επικαθορισμό του, τον ανταγωνισμό για τη διατήρηση ή καταστροφή ενός συστήματος παραγωγής που διαπλέκεται με το ιστορικό φαινόμενο του έθνους.

Για να το εκφράσουμε σχηματικά, ο πόλεμος μπορεί να κατευθυνθεί από τη συντονισμένη δράση του κρατικού μηχανισμού με κριτήριο τα στρατηγικά συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, αλλά δεν μπορεί ούτε να παρακάμψει την ανάγκη εθνικής συναίνεσης  -  μόνο το έθνος είναι «φορέας» πολέμου  -  ούτε τα αντικειμενικά  -  και δυνάμει αντιστρατευόμενα στα αστικά συμφέροντα  -  δεδομένα του εθνικού χωρισμού, της ανεξαρτητοποίησης εθνοτήτων και των μειονοτικών συγκρούσεων που διαμορφώνουν τις αιτίες και τα μέτωπα του πολέμου. Ο κύκλος της διαλεκτικής τάξη έθνος πόλεμος ολοκληρώνεται με την αναφορά στην τοξικότητα του έθνους, τη «συγχρονία» του με τον καπιταλισμό που δείχνει ότι ο πόλεμος επικαθορίζεται από την ταξική δημιουργία και λειτουργία του εθνικού φαινομένου. Η διαλεκτική αυτή δεν αρνείται την πρωταρχικότητα του ταξικού στοιχείου αλλά επισημαίνει τους κινδύνους κάθε αναγωγισμού του πολέμου σε «αστικά σχέδια». Τέτοιου είδους αναγωγισμός εκφράσθηκε πρόσφατα με το σύνθημα «όχι αίμα για πετρέλαιο», που τόνιζε μία από τις διαστάσεις του πολέμου στον Κόλπο, αγνοώντας, στον οικονομισμό του, τους πολύμορφους διεθνείς και εθνικούς συσχετισμούς και τη γενικότερη κρίση που δεν απέβλεπε μόνο σε φθηνό πετρέλαιο αλλά επέβαλε ανακατατάξεις (βλ. την ανάλυση του Κυπριανίδη 1991, σ.44επ.) στα πλαίσια των ιστορικών δομών χωρισμού σε έθνη.

7.9. Η στρατηγική του μαρξισμού απέναντι στο έθνος και τον πόλεμο βασίζεται στην ανάλυση για τον τρόπο δημιουργίας του έθνους και εκφράζεται κυρίως με τη στάση απέναντι στο αίτημα εθνικής αυτοδιάθεσης. Οι Μαρξ και Ένγκελς19 θέτουν ως κριτήριο τα συμφέροντα των λαϊκών τάξεων στη διαδικασία εθνικής επανάστασης. Σημασία έχει η ζωτικότητα που επιδεικνύει ένα έθνος, προβάλλοντας με εξεγέρσεις και αποτελεσματική πολιτική οργάνωση το αίτημα αυτοδιάθεσης. Η κινητικότητα είναι συνήθως προς το συμφέρον της εργατικής τάξης και της παγκόσμιας επανάστασης που ρητά ανάγονται σε κριτήριο για την στάση απέναντι σε συγκεκριμένο κίνημα αυτοδιάθεσης: «η κρακοβική επανάσταση έδωσε σε ολόκληρη την Ευρώπη ένα λαμπρό παράδειγμα, γιατί ταύτισε την εθνική υπόθεση με την υπόθεση της δημοκρατίας και της απελευθέρωσης των καταπιεσμένων τάξεων... από αυτό το χρονικό σημείο και μετά, η απελευθέρωση [της Πολωνίας  - Δ.Δ.Χ.Γ.] έγινε θέμα τιμής για όλους τους δημοκράτες της Ευρώπης» (Μαρξ 1990, σ.49).

Με το σκεπτικό αυτό, οι Μαρξ και Ένγκελς υποστηρίζουν θεωρητικά (και πολιτικά, ιδίως στα πλαίσια της πρώτης Διεθνούς) την εθνική αυτοδιάθεση του αγωνιστικού Πολωνικού και Ιρλανδικού λαού διότι αποτελεί προκαταρκτικό βήμα της κοινωνικής επανάστασης. Αντίθετα, θεωρούν, σε σειρά κειμένων, επικίνδυνο τον πανσλαβισμό ο οποίος χωρίς να έχει σταθερή εθνική βάση αποτελεί προκάλυμμα του ρωσικού επεκτατισμού. Από εδώ προκύπτει μια γενική επιφύλαξη για το αίτημα αυτοδιάθεσης, το οποίο υποκρύπτει συχνά επεκτατικές βλέψεις, με το πρόσχημα της ολοκλήρωσης. Μια δεύτερη επιφύλαξη οφείλεται στην εκτίμηση ότι τα μεγάλα κράτη είναι προτιμότερα από την πολυδιάσπαση, η οποία επιτείνει τον τοπικισμό και εμποδίζει την ανάπτυξη μαζικού κινήματος. Συνεπώς, το αίτημα αυτοδιάθεσης αντιστρατεύεται δυνάμει τα οργανωτικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και τίθεται σε δεύτερη μοίρα ή κρίνεται πολιτικά επικίνδυνο (π.χ. Engels 1975, σ.66).

Η κατά περίπτωση εκτίμηση των εθνικών κινημάτων υποστηρίζεται και από τον Κάουτσκυ, με εφαρμογή της θέσης ότι το έθνος διαμορφώνεται από τον ταξικό χαρακτήρα των κοινωνιών και συνεπώς προέχει το ταξικό κριτήριο που επιβάλλει και την καταπολέμηση του αμφίπλευρου εθνικισμού (Κάουτσκυ σε Haupt κ.ά. 1974). Είδαμε πρίν (παρ.7.3.2.) ότι ο αριστερισμός για το εθνικό ζήτημα εκφράζει την ακραία μορφή αυτής της τάσης, καταργώντας τη «διαλεκτική» τοποθέτηση για το εθνικό ζήτημα, τη δυναμική του οποίου υποτιμά. Απολυτοποιεί την προτεραιότητα του ταξικού στοιχείου και απορρίπτει το αίτημα της εθνικής αυτοδιάθεσης, ζητώντας συνεπή επαναστατική πάλη για την οικοδόμηση μιας αταξικής διεθνούς κοινότητας.

Στο ζήτημα της εθνικής αυτοδιάθεσης, η πιο «φιλελεύθερη» στάση εκπροσωπείται από τον Λένιν, δείχνοντας την αξία των περί δογματισμού και απόλυτης ταξικής εχθρότητας που του καταλογίζονται. Ο Λένιν ζητά την ανεπιφύλακτη αναγνώριση και υποστήριξη του δικαιώματος όλων των εθνοτήτων για αυτοδιάθεση, ισότητα πολιτικών δικαιωμάτων και προστασία απέναντι στις επεκτατικές βλέψεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Οι πόλεμοι ανεξαρτησίας θεωρούνται δίκαιοι και εξ ορισμού αμυντικοί. Η αναγκαιότητα τους δείχνει ότι το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να επιδιώκει την άνευ όρων ειρήνη και τον αφοπλισμό όσο υπάρχει το πρόβλημα της ιμπεριαλιστικής καταπίεσης λαών (π.χ. Lenin 1960, σ.300επ., 1960a, σ.ΠΙεπ., 328επ., 1960b, σ.72επ., 202επ.).

Η τοποθέτηση του Λένιν διορθώνει τη θέση των Μαρξ και Ένγκελς για το εθνικό ζήτημα, αναγνωρίζοντας ανεπιφύλακτα το δικαίωμα των λαών για ανεξαρτησία και απαιτώντας την υποστήριξη κάθε ανάλογης κίνησης, αφού η «εθνική υπερηφάνεια» των ήδη ανεξάρτητων λαών επιβάλλει το διεθνιστικό αγώνα για αυτονόμηση των υπόλοιπων, οι οποίοι έχουν ίσα δικαιώματα. Βασικά επιχειρήματα είναι, πρώτον, ότι η ανεξαρτητοποίηση βελτιώνει τη θέση ενός λαού, μειώνοντας την ένταση της εκμετάλλευσης και παρέχοντας πολιτικά δικαιώματα, δεύτερον, ότι κάθε εξέγερση έχει μεγάλη πολιτική σημασία διότι λειτουργεί «παιδαγωγικά» για την απόκτηση επαναστατικής εμπειρίας (στοιχείο που ο Λένιν ορίζει ως «προοδευτική λειτουργία των κρίσεων»), τρίτον, ότι η αυτονόμηση καταπιεζόμενων εθνοτήτων αποτελεί πλήγμα για τον ιμπεριαλισμό και, τέταρτον, ότι μόνο με την καθολίκευση του δικαιώματος η εθνική ανεξαρτησία παύει να είναι εθνικιστική και να αποτελεί προνόμιο των ισχυρών λαών (π.χ. Lenin 1960, σ.87, 92, 152, 289επ.).

Η πλήρης αναγνώριση του αιτήματος εθνικής ανεξαρτησίας θα μπορούσε να θεωρηθεί καιροσκοπική ή αντιμαρξιστική. Η φιλοεθνική (σε σχέση με άλλους μαρξιστές) άποψη του Λένιν φαίνεται καιροσκοπική διότι συντηρεί την εθνικιστική «φλόγα» σε μια συγκυρία πολεμικής κρίσης που δημιουργεί την «ελπίδα» ότι επίκεινται λαϊκές επαναστάσεις σε όλη την Ευρώπη ενώ αντίθετα, μόλις έγινε η σοβιετική επανάσταση, «λησμονήθηκαν» οι διακηρυγμένες αρχές της ίσης μεταχείρισης και αυτοδιάθεσης και επιβλήθηκε στρατιωτικά η σύνδεση των 150 περίπου εθνοτήτων της Ρωσίας με τη ΡΣΟΣΔ (Δημούλης 1990, σ. 67επ. με σχετική βιβλιογραφία). Η ανάλυση του Λένιν φαίνεται και αντιμαρξιστική αφού αναγνωρίζει ως πρωταρχικό στοιχείο τη βούληση των εθνοτήτων και όχι το εκάστοτε ταξικό συμφέρον, ελπίζοντας ότι η εθνικιστική εξέγερση εξυπηρετεί σε κάθε περίπτωση τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Η θέση του Λένιν δεν είναι ωστόσο ούτε καιροσκοπική ούτε αντιμαρξιστική. Εν πρώτοις, θεμελιώνεται στην ανάλυση για την ιμπεριαλιστική αλυσίδα και την επανάσταση στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού (Μηλιός 1988, σ.21επ.), από την οποία απορρέει η αναγνώριση της τάσης εθνικοποίησης των κρατών και η θεώρηση του εθνικού κράτους ως του «κατάλληλου» πλαισίου για την καπιταλιστική ανάπτυξη και, κατά συνέπεια, για την εξέγερση των λαϊκών τάξεων. Με τον τρόπο αυτό, η αναγνώριση της ισχύος του έθνους υποστηρίζεται από μια μαρξιστική ανάλυση που δείχνει την πολιτική σημασία του.

Ο Λένιν δεν αναγνωρίζει προτεραιότητα στο εθνικό στοιχείο: καταγγέλλει τον αστικό εθνικισμό και τονίζει την ανάγκη να καταπολεμηθούν οι εθνικιστικές τάσεις των μαζών. Υποχρεώνεται όμως από την ανάλυση για την ιμπεριαλιστική αλυσίδα να δεχθεί ότι τα εθνικά κράτη έχουν ισχύ που υπερβαίνει τις ταξικές στρατηγικές και έτσι, τα ταξικά συμφέροντα δεν μπορούν να εκπροσωπηθούν στο διεθνιστικό «κενό» ή στο περιοριστικό πλαίσιο του εργατικού κινήματος, αλλά πρέπει να διαπλακούν με την εθνική πολιτική, να γίνουν ηγεμονικά εκφράζοντας με τον αυθεντικότερο τρόπο τα εθνικά συμφέροντα και κυριαρχώντας στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού. Με άλλη διατύπωση, στην οπτική του Λένιν δεν τίθεται το ερώτημα αν το έθνος είναι «αστικό» και απορριπτέο: αναγνωρίζεται η ιστορική αποτελεσματικότητα του εθνικού φαινομένου και γίνεται δεκτό ότι η θέση της εργατικής τάξης βελτιώνεται με την εξέγερση και την εθνική απελευθέρωση και ότι οι διαδικασίες εθνικής σύγκρουσης φέρνουν εγγύτερα την προοπτική της επανάστασης. Το ζήτημα της συγκεκριμένης ανάλυσης δεν τίθεται στο επίπεδο του «υπέρ ή κατά» της εθνικής επανάστασης αλλά μετατοπίζεται στο πολιτικό επίπεδο των μεθόδων που πρέπει να ακολουθηθούν για να γίνει η εργατική τάξη ηγεμονική στα εθνικά της πλαίσια και στη διαδικασία ανεξαρτητοποίησης.

Η προτεραιότητα της ταξικής οπτικής φαίνεται στην πολιτική που ακολουθήθηκε στη Σοβιετική Ένωση, όπου το αίτημα ανεξαρτησίας εκφραζόταν από τις αντεπαναστατικές δυνάμεις και τους ξένους στρατούς που δρούσαν στο εσωτερικό της (Ιάπωνες, Γερμανοί, Τσέχοι κοκ.) και καταπολεμήθηκε με κάθε μέσο εν ονόματι των εργατικών συμφερόντων. Το «μη φιλελεύθερο» όριο στη λενινιστική αναγνώριση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης τίθεται με την ταξική προτεραιότητα που προκύπτει από τη θέση περί δευτερογενούς χαρακτήρα του έθνους. Στην περίπτωση της ΕΣΣΔ, η εθνική ανεξαρτησία κρύβει αντεπαναστατικούς κινδύνους και καταπολεμάται με στρατιωτικά μέσα, παρά τις αντιρρήσεις για την προσπάθεια βίαιης «κατάργησης» του συναισθήματος εθνικής ένταξης, τις οποίες ο ίδιος ο Λένιν εξέφρασε απέναντι στην αφομοιωτική πολιτική του Στάλιν, φοβούμενος μια εκδίκηση των εθνών  -  Bettelheim 1974, σ.37βεπ.. Οι αντιρρήσεις αυτές  -  και η εξαιρετική δυσχέρεια της «ισορροπίας» μεταξύ ταξικής και εθνικής οπτικής  -  ενισχύονται από την πρόσφατη ιστορία της ΕΣΣΔ που έδειξε την ισχύ των εθνοτήτων.

Ο καταναγκασμός που προέκυπτε από την ταύτιση της αυτοδιάθεσης με την επικράτηση αντεπανάστασης, δεν αναιρεί τη σημασία της διόρθωσης που εισήγαγε ο Λένιν: το έθνος δεν είναι εργαλείο και δεν μπορεί να αγνοηθεί στο όνομα μιας ταξικής πολιτικής. Η ανεπιφύλακτη αναγνώριση της αυτοδιάθεσης δεν επιβάλλεται από «αγάπη» προς τα έθνη αλλά από την παραδοχή της ισχύος τους, που η μαρξιστική παράδοση παραγνώρισε, υπερτιμώντας τις δυνατότητες μιας ταξικής πολιτικής που είτε απλώς καταγγέλλει τον εθνικισμό (αριστερισμός) είτε επιχειρεί να υποτάξει την εθνική δυναμική σε συγκυριακές εκτιμήσεις (Μαρξ, Ένγκελς, Κάουτσκυ). Αυτή η στάση υποτιμά πολιτικά το έθνος διότι συγχέει (εν ονόματι των «χωρίς πατρίδα» εργατών) την πραγματικότητα της εθνικής σύγκρουσης με το στόχο της μαρξιστικής πολιτικής για τα έθνη, δηλαδή το σταδιακό μαρασμό τους, με αποσύνδεση των διαφορών από τις επιθετικές συνέπειες τους, δηλαδή τη διατήρηση μιας ανά έθνος γλωσσικής πολιτιστικής «εγγύτητας» που δεν θα έχει όμως ως αντίστοιχο την έχθρα, αφού δεν θα τροφοδοτείται από τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό20. Αν οι μαρξιστές είναι πεπεισμένοι για την ανάγκη εξάλειψης του ιμπεριαλισμού που διαπλέκεται με τη μυωπική «υπερηφάνεια» των εθνών και το ρατσισμό, οφείλουν να μην αγνοούν την εθνική δυναμική, υποτιμώντας τον αντίπαλο. Στο πλαίσιο αυτό, η εναντίωση σε ένα πόλεμο ανεξαρτησίας από αντίεθνικιστική οπτική δεν φαίνεται εύλογη διότι υποτιμά τη δύναμη του συγκεκριμένου.

* Το κείμενο αποτελεί ανάπτυξη εισήγησης στο Γ' πανελλήνιο συνέδριο "Προβλήματα Σοσιαλισμού" που έγινε στα Χανιά (28, 29, 30 Ιουνίου, 1 Ιουλίου 1991) με θέμα "Το πρόβλημα του πολέμου και της ειρήνης στο τέλος του 20ου αιώνα" και με οργανωτική ευθύνη της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, του Τμήματος φιλοσοφικών και κοινωνικών σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης και του Δήμου Χανίων. Η βιβλιογραφία θα παρατεθεί στο τέλος του Γ' μέρους.

1. Στην Ελλάδα υπάρχουν μαρξιστικές θεωρήσεις για το έθνος που εφαρμόσθηκαν στην ερμηνεία σχετικών προβλημάτων (Μηλιός 1988, σ.21επ., 70επ., Μηλιός - Κυπριανίδης 1988-1990, Μηλιός 1991), αλλά δεν υπάρχει εκτενής αναφορά στη θεωρητική ιστορία του προβλήματος και τις επιμέρους αναλύσεις. Η κατά τις προθέσεις ειδική μελέτη του Ζιάκα (1988) αποδίδει ορισμένα στοιχεία (προτεραιότητα της ταξικής πάλης, κριτική του εθνικισμού, σχετικιστική τοποθέτηση στο ζήτημα αυτοδιάθεσης των εθνών) αλλά στερείται βιβλιογραφικής ενημέρωσης και αποδίδει στο μαρξισμό μια ενιαία και απλουστευτική θέση, αγνοώντας τις αναλύσεις που παρακάτω σκιαγραφούμε στην πολλαπλότητα και τις αντιθέσεις τους.

2. Όσοι αμφισβητούν τις μαρξιστικές «θεωρίες για...» δεν εισέρχονται στη διαδικασία γνώσης, έκθεσης και αντίκρουσης των μαρξιστικών επεξεργασιών. Χρησιμοποιούν επιχειρήματα απριοριστικά («ο Μαρξ ζούσε στο 19ο αιώνα...») ή μεθοδολογικά αφελή, εκλαμβάνοντας ως desideratum θεωρίας ένα κλειστό σύνολο γνώσης που έχει καθολική ισχύ και παρέχει τη συμμετρική ευκολία, της en bloc απόρριψης. Εκλαμβάνεται έτσι ως θεωρία το «τέλος» της (με την εκπτωτική έννοια του όρου) και αποδίδεται στο μαρξισμό αυτό που δεν διαθέτει: ένα σώμα γνώσης που εξαγοράζει τη συνοχή του με τη θεολογική αυθαιρεσία.

3. «Το γαλλικό έθνος θα μπορούσε κάλλιστα να μην περιλαμβάνει τη Νότιο Γαλλία... όπως δεν περιλαμβάνει τη βελγική Βαλονία ή τη ρωμανική Ελβετία... το ιστορικά τυχαίο αποφάσισε για την προσάρτηση της Βρετάνης και όχι του Βελγίου στη Γαλλία» (Rodinson 1968, σ.133, 144).

4. Η άποψη αυτή εξαλείφει την εθνική διάσταση θεωρώντας  -  με ανακριβή «καθαρότητα»  -  τους κοινωνικούς σχηματισμούς ως πεδία αντιπαράθεσης δύο τάξεων. Ταυτίζει έτσι το «καθαρό μοντέλο» ενός τρόπου παραγωγής με τους ιστορικά διαμορφωμένους κοινωνικούς σχηματισμούς, στους οποίους δεν υπάρχουν μόνο «δύο τάξεις» αλλά και η ιστορία της ταξικής πάλης (για την αντιδιαστολή αυτή, Μηλιός 1988, σ.όΐεπ.). Στο επίπεδο των κοινωνικών σχηματισμών ανάγονται ερμηνευτικά έννοιες όπως το έθνος, το δίκαιο, η «κουλτούρα» κοκ. που δεν ανευρίσκονται στο αναλυτικό επίπεδο του «τρόπου παραγωγής».

5. Κατ' όνομα μόνο μπορεί να ενταχθεί στις μαρξιστικές αναλύσεις η  -  άστοχη στη συγκρητιστική της επιμέλεια  -  προσέγγιση του Στάλιν (σε Haupt κ.ά 1974, σ.309επ.). Πρόκειται για σώρευση κριτηρίων (συγκροτημένη πολιτιστική κοινότητα, κοινά ψυχικά χαρακτηριστικά, εγκατάσταση σε ορισμένο έδαφος, κοινή γλώσσα, βιώσιμη εθνική αγορά), η ταυτόχρονη συνδρομή των οποίων δημιουργεί το «έθνος». Για να αποφύγει τον ιδεαλισμό του Μπάουερ, ο Στάλιν αναζητά «απτά» κριτήρια όπως το έδαφος και η γλώσσα, υποθέτοντας άρρητα ότι το έθνος αποτελεί αμετάβλητη υλική πραγματικότητα που ορίζεται αυστηρά. Με τον τρόπο αυτό παραβλέπει την ιδεολογική διάσταση και τη ρευστότητα της παραγωγής των εθνών. Ο άτοπος «υλισμός» περί υπεριστορικότητας (και ταξικής ουδετερότητας) του έθνους όχι μόνο οδήγησε στο παράλογο αποτέλεσμα της μη αναγνώρισης εθνικών διεκδικήσεων που δεν ανταποκρίνονταν στο σταλινικό «ορισμό» (Rodinson 1968, σ.140επ.) αλλά και απομακρύνεται από τη μαρξιστική αντίληψη διότι ανάγει το έθνος σε κατηγορία του πραγματικού, φυσικό «δεδομένο» που δημιουργείται «αντικειμενικά».

6. Η «πολιτιστική» προσέγγιση του έθνους φαίνεται σήμερα ως κατάλληλη για την έκφραση «ήπιων» εθνικιστικών θέσεων από διανοούμενους που δεν υιοθετούν τον φυλετικό εθνικισμό. Γράφεται έτσι ότι το ελληνικό έθνος αποτελεί «πολιτιστική κοινότητα» και περιλαμβάνει άτομα διαφορετικών φυλών, παραδόσεων και γλωσσών που ενσωματώθηκαν πολιτιστικά «στο διάβα των αιώνων» (βλ. αντί πολλών Γ. Κολιόπουλο, Αυγή 27.10.91). Μια τέτοια άποψη επιτρέπει μεν σε «αριστερούς» κύκλους να επιδείξουν «ανοχή» προς όσους έχουν διαφορετική καταγωγή και γλώσσα  - στα πλαίσια ενός «πλουραρισμού στην ενότητα», αλλά καταλήγει στο προδεδομένο συμπέρασμα του φυλετικού εθνικισμού, την «ενότητα» του «ελληνικού έθνους». Ένας άλλος εκφραστής της άποψης  - που διεκδικεί ταυτόχρονα τον τίτλο του «δημιουργικού μαρξιστικού προβληματισμού» και την ενότητα «από τον Όμηρο ως το έργο του Σεφέρη», διατύπωσε γλαφυρότερα το ίδιο συμπέρασμα, αναφερόμενος στην «αδιάκοπη συνέχεια του δικού μας έθνους» (Α. Ρήγος, Εποχή, 8.12.91). Η προσέγγιση αυτή τοποθετείται με «φιλελεύθερο» σκεπτικό στο πεδίο του εθνικισμού, στερούμενη της τόλμης του Bauer, ο οποίος κατήγγειλε την έλλειψη «εθνικής ολοκλήρωσης» στον καπιταλισμό.

7. Η εξομοίωση της εβραϊκής διασποράς με τα συγκροτημένα έθνη δεν είναι ορθή. Η σύγκριση του εβραϊκού «έθνους» πριν και μετά τη συγκρότηση του Ισραήλ, το οποίο εξακολουθεί να ενοποιεί γλωσσικά και πολιτιστικά πληθυσμούς εβραϊκού θρησκεύματος, δείχνει ότι το «Εβραϊκό έθνος» αποκτά ενότητα μόνο με τη συγκρότηση του σε κράτος, το οποίο αφομοιώνει τις διαφορές, εκφράζοντας και επιβάλλοντας μια ποιοτικά νέα «ταυτότητα».

8. Οι μειονότητες αντιστέκονται αντιστρέφοντας το σύνθημα: οι φλαμανδοί αυτονομιστές λένε «γλωσσικά σύνορα, κρατικά σύνορα».

9. Αυτή η θέση του Λένιν επαληθεύεται ιστορικά με την εξακολουθούσα «μονόδρομη» διαδικασία σχηματισμού εθνικών κρατών και την επιτάχυνση της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο χώρο που συγκροτείται ένα εθνικό κράτος.

10. Η κοινή παράδοση προσλαμβάνεται ιδεολογικά ως προέλευση από την ίδια «φυλή», στην πραγματικότητα δε από οικογένειες που «ρυθμίζονται» με την κρατική παρέμβαση και τις παροχές της και δεν διατηρούν δεσμούς συγγένειας σε ευρεία κλίμακα («σόι») αλλά αναφέρονται μόνο στο κράτος που διατηρεί τα «αρχεία» και τη μνήμη της κοινής καταγωγής, ως μόνο «σύστημα αναφοράς».

11. Στα καθ' ημάς είναι αισθητή η απουσία μελετών που να μην αρκούνται στην κατάφαση της «ελληνικότητας» πληθυσμών της Μακεδονίας (και άλλων περιοχών) αλλά να ερευνούν πώς δημιουργήθηκε σταδιακά η ελληνική εθνική ταυτότητα, ομογενοποιώντας τη γλώσσα (και τη «συνείδηση») πληθυσμών εγκατεστημένων στην ελληνική επικράτεια. Είναι πιθανό ότι μια τέτοια ιστορία των νοοτροπιών και των κρατικών μηχανισμών δεν προσκρούει μόνο σε εθνικιστικές επιταγές αλλά και σε έλλειψη στοιχείων, διότι προφανώς κάθε μαρτυρία περί «παράγωγης ελληνικότητας» και κάθε σχετικό δεδομένο κρατικής δραστηριότητας δέχθηκε την εσωτερική και εξωτερική λογοκρισία της εθνικιστικής «επιταγής». Όπως έλεγε ο Πουλαντζάς, το κράτος διαμορφώνει την ενιαία εθνική μνήμη, εξαλείφοντας τις αποκλίνουσες εκδοχές (βλ. ως τιμητική εξαίρεση τη σύντομη ανάλυση του Χρ. Τυροβούζη (1989) για τις διαστάσεις του μακεδονικού ζητήματος και την ελληνική πολιτική αφομοίωσης των Σλαβομακεδόνων).

12. Στην ίδια απάντηση οδηγεί και το ερώτημα σε τι διαφέρει η «ελληνική εθνική συνείδηση» των Κυπρίων από εκείνη των κατοίκων της Κρήτης ή της Κέρκυρας: η διαφορά βρίσκεται στα αποτελέσματα της κρατικής δράσης και της αυτόνομης δυναμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με εμπειρικές έρευνες στην ενοποιημένη Γερμανία, οι περισσότεροι «Γερμανοί» αισθάνονται ανατολικογερμανοί ή δυτικογερμανοί (βλ. τα ποσοστά δημοσκόπησης της Infas  -  65% για την Ανατολική και 38% για τη Δυτική Γερμανία  -, Tageszeitung 3.9.91), συνεπεία της  -  δια των διαφορετικών κρατών  -  δημιουργίας «εθνικών» διαφορών μεταξύ των πληθυσμών. Η ενιαία εθνική ταυτότητα που δημιουργείται ήδη στην ΟΔΓ, δεν θα είναι βέβαια ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο αληθινή από την (εξίσου τεχνητή) διάσπαση των Γερμανών. Το έθνος δεν ορίζεται έξω από τη δράση δεδομένου κρατικού μηχανισμού, η «αλήθεια» του κατασκευάζεται και μεταβάλλεται ιστορικά.

13. Ένας άλλος ειδικά αστικός θεσμός που φέρει ιστορικά ενιαίο όνομα είναι το δίκαιο. Η μαρξιστική ανάλυση δείχνει, πρώτον, ότι τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου δικαίου και η κοινωνική λειτουργία του, ως μηχανισμού με απαίτηση καθολικής ρύθμισης βάσει παγιωμένων (και ίσων για όλους) κανόνων, δεν ταυτίζονται με το μυθολογικό του πρόγονο, το ρωμαϊκό δίκαιο και, δεύτερον, ότι δεν είναι νοητό ένα μη αστικό δίκαιο (θέση του Πασουκάνις, βλ. Δημούλη 1990, σ.89επ.). Όπως η «ειδικότητα» του καπιταλιστικού δικαίου συνδυάζεται με την τυπική ομοιότητα των εκφορών του με εκείνες των προαστικών «δικαίων», έτσι και στην περίπτωση του έθνους, η νέα λειτουργία του συνδυάζεται με στοιχεία τυπικής συνέχειας (αφού υπήρχαν πάντοτε ομάδες με κοινή καταγωγή και γλώσσα). Η τυπική συνέχεια οφείλεται στο ότι οι αστικές κοινωνίες προέκυψαν από διαδικασίες μετάβασης και αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν τα ήδη υπάρχοντα στοιχεία (και μηχανισμούς) κοινωνικής οργάνωσης, μετασχηματίζοντας όμως τη λειτουργία τους. Στη διαδικασία αυτή βρίσκει στήριγμα ο μύθος της αιωνιότητας αναγκαιότητας («δεν υπάρχει κοινωνία χωρίς δίκαιο», «δεν υπάρχει κοινωνική ζωή χωρίς έθνος»).

14. Η σύνδεση των μειονοτήτων με κάποιο εθνικό κέντρο (που εμφανίζεται ως το «αληθινό» κράτος της πολιτικά μετέωρης μειονότητας, συντηρώντας την εθνική ένταξη) δεν δείχνει μόνο ότι το έθνος απαιτεί την παραγωγή του από ένα κράτος. Δημιουργεί, πρακτικότερα, δυσχέρειες σε κάθε πολιτική υπέρ των δικαιωμάτων των μειονοτήτων: κάθε βήμα κατοχύρωσης της σχετικής αυτονομίας τους και απάλυνσης της (υπερ)εκμετάλλευσης που συνήθως υφίστανται, είναι μεν αναγκαίο αλλά δεν ξεφεύγει από το φαύλο κύκλο του εθνικισμού, διότι ενισχύει τον εθνικισμό του «αντίπαλου» κράτους και τον επεκτατισμό του. (Υπάρχει όμως μεγάλη απόσταση μεταξύ της επισήμανσης ενός διλήμματος και της χρήσης του για δικαιολόγηση της καταπίεσης των μειονοτήτων). Μια αριστερή (αντιεθνικιστική) πολιτική δεν μπορεί να αρκείται στην απαίτηση πλήρους αναγνώρισης δικαιωμάτων στις μειονότητες. Πρέπει να καταγγέλλει τον αμφίδρομο εθνικισμό (ενσωμάτωση δια της επέκτασης vs. βίαιης αφομοίωσης), την υποκριτική στάση όσων προβάλλουν το μονομερή κίνδυνο από τον επεκτατισμό του «αντιπάλου», αποσιωπώντας ότι έχουν ανάλογες επεκτατικές βλέψεις. Για παράδειγμα, η «φιλελεύθερη» πολιτική της Ελλάδας απέναντι σε γεωγραφικά μακρινές μειονότητες έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη σκλήρυνση που επιδεικνύεται για τις εγγύτερες ή τις εντός του εδάφους της. Αντίστοιχα, η τουρκική πολιτική για τους Κούρδους διαφέρει από εκείνη για τη μειονότητα της Δ. Θράκης, ενώ και τα δύο κράτη εμφανίζονται ως φιλελεύθερα και «αδικημένα». Και βέβαια η προσπάθεια αμφοτέρων να «εκκαθαρίσουν» το «εθνικό έδαφος» δια αφομοίωσης ή εκδίωξης, αποτελεί απόδειξη των θέσεων που υποστηρίζουμε: το κράτος «εκφράζει» το έθνος και επιβάλλει την ομογενοποίηση του χώρου του με κάθε μέσο και δικαιολογία.

15. Για τα αίτια της μη συγκρότησης ενιαίας αστικής τάξης λόγω «ασυγχρονίας» των διαδικασιών επικράτησης του καπιταλισμού στις διάφορες περιοχές βλ. Μηλιό 1988, σ.73επ.. Πρβλ. όσα προαναφέρθηκαν για τη χρήση των επιμέρους κρατικών μηχανισμών στην ενοποίηση δεδομένου χώρου και την επιτάχυνση της διαδικασίας προλεταριοποίησης των αγροτικών στρωμάτων.

16. Αυτό δείχνει και ότι κάθε διαδικασία μετάβασης στο σοσιαλισμό θα ακολουθήσει «εθνικό δρόμο», συγκροτώντας τον επαναστατικό κοινωνικό σχηματισμό ως εθνικό (Λένιν) διότι δεν είναι νοητή  - χωρίς νέους αγώνες  -  μια μορφή ενότητας άλλη από την εθνική (η εμπειρία κοινωνιών μετάβασης που προέκυψαν από το χωρισμό κρατών σε «ανατολικά δυτικά», «βόρεια νότια», δεν αναιρεί το ότι υπήρξε εθνικός δρόμος μετάβασης, αφού το κάθε τμήμα είχε εθνικού τύπου ενότητα, ενώ η διαρκής τάση αποσταθεροποίησης και το αίτημα «εθνικής ολοκλήρωσης» επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα του «(παν)εθνικού δρόμου»). Ο σοσιαλισμός όχι μόνο πρέπει να οικοδομήσει μια διεθνή(ιστική) κοινότητα με διαδοχικές επαναστάσεις, αλλά και οφείλει να αντιμετωπίσει τους ανταγωνισμούς που προκύπτουν από τις ποικίλες εθνικές εντάξεις, πραγματοποιώντας «πολιτιστική επανάσταση» (και) κατά των εθνικών αντιθέσεων κουλτούρας και γλώσσας. Η απλούστευση ότι μια επανάσταση κατά της αστικής τάξης επιλύει τα λοιπά προβλήματα με σταδιακό «μαρασμό» των εθνών που δεν θα έχουν πλέον λόγο (επιθετικής) ύπαρξης (π.χ. Lenin 1960a, σ.331επ.) είναι ανακριβής. Ο παγκόσμιος σοσιαλισμός αντιμετωπίζει τα (εσωτερικά στο επαναστατικό μέτωπο) προβλήματα που κληροδοτεί ο ιστορικά παγιωμένος χωρισμός του κόσμου σε έθνη.

17. Το ζήτημα αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με το ότι τα κράτη είναι «εθνικά» μόνο ως τάση διότι δεν μπορούν να εξαλείψουν τις «κληρονομημένες» μειονότητες. Δεν πρέπει επίσης να συγχέεται με τη δυνατότητα νέων αποικιοποιήσεων, δηλαδή προσάρτησης κρατών από ισχυρούς γείτονες. Στις περιπτώσεις αυτές, το ισχυρό κράτος δικαιολογεί την επεκτατικότητά του με εθνικές βλέψεις και τείνει εκ των υστέρων να εξασφαλίσει τη συνοχή του με την εθνικοποίηση αφομοίωση των κατακτημένων. Μια τέτοια προσάρτηση, ακόμη και αν δεν δικαιολογείται ως «εθνική ολοκλήρωση» (π.χ. οι αυστριακές βλέψεις για προσάρτηση τμήματος της Γιουγκοσλαβίας ή επικυριαρχία στην Ουγγαρία), προβάλλει και επιδιώκει την εθνικοποίηση, διότι δεν έχει συμφέρον (ή δυνατότητα) να απομακρυνθεί από το «εθνικό σχήμα».

18. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα φανερό στο αίτημα αναγνώρισης Ενός «ευρωπαίου πολίτη», το οποίο δομείται στον αποκλεισμό των κατοίκων της ΕΚ που δεν είναι υπήκοοι των δώδεκα κρατών, κατά αναπαραγωγή του εθνικιστικής ρατσιστικής ταξινόμησης και «επιλογής» (Giannoulis 1991).

19. Engels 1959, σ.275επ., 1972a, σ.193επ., 1975, σ.153επ., Marx Engels 1981, σ.574επ. Βλ. συνθετικά Haupt κ.ά 1974, σ.15επ.

20. Η αποσύνδεση υπαρχουσών διαφορών από συνέπειες που ιστορικά συνδέθηκαν μαζί τους, αποτελεί στόχο του κομμουνισμού1, ο οποίος δεν επιδιώκει ισοπέδωση των διαφορών και δεν αρκείται στην «ανοχή» απέναντι τους («ανοχή» που εκφράζει π.χ. το «δικαίωμα στη διαφορά», το οποίο ενέχει ιεράρχηση και προϋποθέτει μία «κανονικότητα»). Ο κομμουνισμός εκφράζει την τάση αναγωγής των διαφορών στο ακριβές τους νόημα, την αποσύνδεση βιολογικών ή πολιτιστικών χαρακτηριστικών από την πολιτική οικονομική θέση των «φορέων» τους. Σε μια κομμουνιστική κοινωνία, οι ιστορικά διαμορφωμένες συνέπειες των διαφορών (π.χ. σεξισμός, ρατσισμός) τείνουν να καταργηθούν. Σ' αυτή την οπτική πρέπει να απαντηθεί και το ερώτημα του «μέλλοντος των εθνών»: η κομμουνιστική πολιτική δεν επιδιώκει εξάλειψη γλωσσών και παραδόσεων και δεν αντιτίθεται στην επιθυμία γεωγραφικής ή πολιτιστικής εγγύτητας όσων αναγνωρίζονται ως «ομοεθνείς». Δεν επιχειρεί να καταργήσει την πολιτιστική πλευρά των συνόρων αλλά να εξαλείψει κάθε πρακτική διάκρισης των ανθρώπων με βάση την εθνική ένταξη, κάθε τάση διαφοροποίησης που οδηγεί στην επιθετικότητα ή την εκμετάλλευση. Ως προς το έθνος, είναι εύλογη η εξασθένιση των διαφορών, εάν δεν υπάρχει ιμπεριαλιστική σκοπιμότητα τονισμού τους και ιδεολογική δράση που τείνει να ενισχύσει δημιουργήσει συμπαγείς εθνικές ταυτότητες. Όπως σήμερα η καταγωγή από διαφορετικές περιοχές ενός έθνους κράτους έχει μικρές συνέπειες διαφοροποίησης έτσι και σε μια κομμουνιστική κοινωνία η «εθνικότητα» θα αποτελεί ένα δευτερεύον στοιχείο «καταγωγής». Η πρόβλεψη του Κάουτσκυ για σταδιακή επικράτηση μιας παγκόσμιας γλώσσας ως πρόσφορου μέσου επικοινωνίας φαίνεται εύλογη, αν και η απόσταση απαγορεύει κάθε μελλοντολογία και δεν μπορεί να αποκλεισθεί η αντίθετη τάση (δημιουργία πολυάριθμων κλειστών κοινοτήτων με ιδιαίτερη γλώσσα). Δεν πρόκειται για «πρόγραμμα» που εφαρμόζεται ή αποτυγχάνει: ο κομμουνισμός δεν αποτελεί ούτε «ρουσσωική» επάνοδο σε κατάσταση πρωταρχικής ισότητας ούτε «ανάκτηση» μιας κοινής «ανθρώπινης ουσίας» αλλά πάλη ενάντια στις θεσμοποιημένες διακρίσεις των φορέων παραγωγής. Πάντως, η ύπαρξη πολλών γλωσσών προωθεί την ενδογαμία και ενέχει τον κίνδυνο αναπαραγωγής της τάσης χωρισμού σε έθνη, με τη διάκριση σε «οικείους» και «ξένους».

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή