Ηγεμονία και Πολιτική Συμμαχιών Εκτύπωση
Τεύχος 40, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1992


Ηγεμονία και Πολιτική Συμμαχιών: Σκέψεις και σχόλια στο φως της γκραμσιανής διάκρισης πολιτικής κοινωνίας και κοινωνίας των πολιτών
του Αλέξανδρου Α. Χρυσή

Σε μια εποχή ραγδαίων και, όπως συχνά λέγεται, κοσμογονικών εξελίξεων, η κριτική προσέγγιση και αξιοποίηση της κλασικής, αλλά και της νεότερης μαρξιστικής θεωρίας, αποτελεί βασική προϋπόθεση όχι μόνο για την κατανόηση και ερμηνεία αυτών ακριβώς των εξελίξεων, αλλά πολύ περισσότερο για τη χάραξη μιας ανατρεπτικής και δημιουργικής ταυτόχρονα πολιτικής στρατηγικής και τακτικής.

Είναι βέβαια αναμφισβήτητο ότι απ' τη στιγμή που η θεωρητική αναζήτηση δεν εξαντλείται στην ερμηνεία του κόσμου, αλλ' επεκτείνεται και στη διαδικασία του μετασχηματισμού του, η σύνδεση θεωρίας και πράξης είναι αναπόφευκτη. Είναι, όμως, εξίσου αναπόφευκτη και η μορφή με την οποία παρουσιάσθηκε η σύνδεση αυτή στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού»; Υποστηρίζω ότι ο εναγκαλισμός της πιο ρηχής θεωρητικολογίας με τον πιο εξοντωτικό πρακτικισμό, όπως πράγματι συνέβη στις χώρες αυτές και όχι μόνο, δεν αποτελεί τη μοιραία και αναπότρεπτη κατάληξη της μαρξιστικής θέσης για την ενότητα θεωρίας και πράξης.

Ως χαρακτηριστικό, λοιπόν, δείγμα μιας δημιουργικής μαρξιστικής αντιμετώπισης αυτής της ενότητας, θα προσεγγίσω στις γραμμές που θ' ακολουθήσουν την γκραμσιανή αντίληψη της ηγεμονίας σε συνδυασμό προς τη διάκριση πολιτικής κοινωνίας και κοινωνίας των πολιτών, όπως τη διατυπώνει ο Ιταλός στοχαστής.

1. Η γκραμσιανή αντίληψη της ηγεμονίας: θεμελιώδεις εννοιολογικές διακρίσεις.
Οι ρίζες της ηγεμονίας ανατρέχουν σε εποχές κατά πολύ προγενέστερες αυτής της εμφάνισης του μαρξισμού. Οι απαρχές της, όσον αφορά τουλάχιστον την πολιτική φιλοσοφία των νεότερων χρόνων, θα πρέπει ν' αναζητηθούν στο έργο του Machiavelli που τόσο έντονα επηρέασε την πολιτική σκέψη του Gramsci.1 Αλλά, και στα πλαίσια της μαρξιστικής θεωρίας, ο Gramsci δεν ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε με το θέμα· είχαν προηγηθεί οι εκπρόσωποι της Ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας (Πλεχάνοφ, Μάρτοφ, Άξελροντ, Τρότσκι, Λένιν κ.ά.).2 Σε κάθε περίπτωση, τέλος, τα στοιχεία για τη θεμελίωση μιας τέτοιας προβληματικής εντοπίζονται στο έργο του ίδιου του Marx (και του Engels) - ιδιαίτερα στην Εισαγωγή στη Συμβολή της Χεγκελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου και στη Γερμανική Ιδεολογία - όπου ο Γερμανός φιλόσοφος υπογραμμίζει την ανάγκη και τη δυνατότητα, ταυτόχρονα, της ανερχόμενης - επαναστατικής τάξης να συμμαχήσει και εκπροσωπήσει τις άλλες κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις και στρώματα, προκειμένου να προωθήσει αποδοτικότερα το ειδικό ταξικό συμφέρον της, εμφανίζοντας το σα γενικό.3

Δύο είναι οι διαστάσεις που συγκροτούν την γκραμσιανή αντίληψη της ηγεμονίας: στην πρώτη διάσταση της, ο Gramsci ορίζει την ηγεμονία ως τη χαρακτηριστική λειτουργία του ενός από τα δύο πεδία του εποικοδομήματος· στη δεύτερη διάσταση της, ο Ιταλός στοχαστής συνδέει την ηγεμονική διαδικασία ως άσκηση διευθυντικής λειτουργίας, ηθικού και πολιτικού χαρακτήρα, με ένα κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο που καθοδηγεί μια ευρύτερη συμμαχία κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων.

Αλλ' ας δούμε τα πράγματα πιο συγκεκριμένα. Έχοντας υιοθετήσει, καταρχήν, το μαρξικό σχήμα «βάση εποικοδόμημα» και απορρίπτοντας ταυτόχρονα κάθε οικονομιστική παρερμηνεία του, ο Gramsci προσεγγίζει ως εξής την πρώτη διάσταση της ηγεμονίας που αναφέρθηκε πιο πάνω:

«Αυτό που μπορούμε να κάνουμε, προς το παρόν, είναι να εντοπίσουμε δύο μεγάλα πεδία του εποικοδομήματος· το ένα, που μπορεί να ονομασθεί "κοινωνία των πολιτών" (civil society), που είναι το σύνολο των οργανισμών που αποκαλούνται συνήθως "ιδιωτικοί", και αυτό της "πολιτικής κοινωνίας", (political society), ή του Κράτους. Αυτά τα δύο επίπεδα αντιστοιχούν, το μεν ένα στη λειτουργία της ηγεμονίας που ασκεί η κυρίαρχη ομάδα σε ολόκληρη την κοινωνία, το δε άλλο στην "άμεση κυριαρχία" που ασκείται μέσα στο Κράτος και στη "νομικά κατοχυρωμένη" κυβέρνηση».4 Ακριβώς μέσα από αυτή τη σχέση ηγεμονίας και άμεσης κυριαρχίας, ενταγμένη στα πλαίσια μιας ευρύτερης προβληματικής συναίνεσης και βίας που τόσο διεξοδικά σχολίασε στις διάφορες γκραμσιανές παραλλαγές της ο P. Anderson,5 ο Α. Gramsci παραπέμπει τελικά σε μια άλλη εξίσου κρίσιμη για το θέμα μας διάκριση, ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση.

Αναφερόμενος, λοιπόν, στη διαφορά ανάμεσα στις κοινωνίες της Ανατολής και σ' αυτές της Δύσης, σημειώνει:

«Στην Ανατολή το κράτος ήταν το παν η κοινωνία των πολιτών ήταν αρχέγονη και ζελατινώδης· στη Δύση, υπήρχε μια σχέση καθ' εαυτή ανάμεσα στο Κράτος και στην κοινωνία των πολιτών, και όταν το Κράτος έτρεμε, μια στερεή δομή της κοινωνίας των πολιτών αποκαλύπτονταν αμέσως. Το Κράτος ήταν μόνο ένα εξωτερικό χαράκωμα, πίσω απ' το οποίο στέκονταν ένα ισχυρό σύστημα φρουρίων και αναχωμάτων.»6

Οι συνέπειες της πιο πάνω διάκρισης για μια πολιτική συμμαχιών που στηρίζεται θεωρητικά στην γκραμσιανή αντίληψη της ηγεμονίας γίνονται ήδη ορατές και θα συζητηθούν αναλυτικότερα πιο κάτω· προς το παρόν, είναι δυνατόν να γίνουν ακόμη σαφέστερες, αν συνδέσει κανείς την πιο πάνω διάκριση κοινωνιών της Δύσης και κοινωνιών της Ανατολής με την αντίστοιχη, «στρατιωτικής ορολογίας», διάκριση του Gramsci ανάμεσα σε πόλεμο ελιγμών και πόλεμο θέσεων, θεωρώντας, λοιπόν, ότι ο πόλεμος ελιγμών προσιδιάζει σε κοινωνίες με δομή ανάλογη αυτής της Ρωσίας του '17, ο Ιταλός διανοητής υιοθετεί για τη Δύση τον πόλεμο των θέσεων.7 Με άλλα λόγια, στις χώρες εκείνες, που παρατηρείται μια ισχυρή κοινωνία των πολιτών, ο πόλεμος ελιγμών πρέπει να παραχωρήσει τη θέση του σ' ένα πόλεμο θέσεων, η «κατά μέτωπον» επίθεση πρέπει ν' αντικατασταθεί από μια συλλογική ηγεμονική λειτουργία της ανερχόμενης επαναστατικής τάξης στα πλαίσια της ευρύτερης κοινωνίας. Έτσι, η τακτική της μετωπικής επίθεσης αντικαθίσταται απ' αυτή της εσωτερικής ανατροπής του κρατικού μηχανισμού μέσα από διαρκή παρεμβατική πολιτική στους θεσμούς της υπάρχουσας κοινωνίας των πολιτών.

Εκτός από τη διάσταση της ηγεμονίας ως λειτουργίας χαρακτηριστικής της κοινωνίας των πολιτών, που συνδέεται άρρηκτα με τις πιο πάνω κρίσιμες για το θέμα μας διακρίσεις, ο Gramsci προσέγγισε την ηγεμονία, όπως ήδη σημειώθηκε, και από την πλευρά του υποκειμένου που επιδιώκει την κατάκτηση της.

Όπως γράφει χαρακτηριστικά, η απόκτηση της ηγεμονίας από μια τάξη, «...δηλώνει το αποφασιστικό πέρασμα από τη δομή στη σφαίρα των σύνθετων εποικοδομημάτων είναι η φάση που ιδεολογίες, που έχουν γεννηθεί πιο πριν, μετατρέπονται σε "κόμμα" έρχονται αντιμέτωπες και συγκρούονται, μέχρις ότου μόνο μια απ' αυτές, ή τουλάχιστον ένας μοναδικός συνδυασμός τους, τείνει να επικρατήσει, να πάρει το πάνω χέρι, να προπαγανδίσει τον εαυτό του σ' όλη την κοινωνία - διαμορφώνοντας όχι μόνο μιαν ενότητα οικονομικών και πολιτικών σκοπών, αλλ' επίσης πνευματική και ηθική ενότητα, θέτοντας όλα τα ερωτήματα γύρω απ' τα οποία μαίνεται η πάλη όχι σε συντεχνιακό, αλλά σε «καθολικό» επίπεδο, δημιουργώντας έτσι την ηγεμονία μιας βασικής κοινωνικής ομάδας πάνω σε μια σειρά δευτερευουσών ομάδων»8 (υπογράμμιση δική μας).

Στο σημείο αυτό, και με βάση την πιο πάνω καταγραφή εννοιολογικών διακρίσεων καθοριστικής σημασίας για την γκραμσιανή αντίληψη της ηγεμονίας, θα επιχειρηθεί τώρα μια αξιολόγηση αυτής ακριβώς της αντίληψης σε σχέση προς μια σύγχρονη πολιτική συμμαχιών.

2. Οι προεκτάσεις της γκραμσιανής θεωρίας της ηγεμονίας στο πεδίο της πολιτικής: κρίσιμες μεθοδολογικές παρατηρήσεις.
Όπως έγινε ήδη φανερό απ' τη σύντομη παρουσίαση των εννοιολογικών διακρίσεων που συνδέεονται με την γκραμσιανή αντίληψη της ηγεμονίας, η αντίληψη αυτή εγείρει κρίσιμα μεθοδολογικά και όχι μόνο ζητήματα. Σε ορισμένα από αυτά θα επιχειρηθεί αμέσως πιο κάτω μια συνοπτική κριτική προσέγγιση.

1. Ένα πρώτο σημείο, ιδιαίτερα κρίσιμο για την κατανόηση της γκραμσιανής έννοιας της ηγεμονίας, είναι αυτό που συνδέεται με τη βάση αυτής της ηθικής, πνευματικής και πολιτικής διαδικασίας που ορίζεται από τον Ιταλό στοχαστή ως ηγεμονία.

Έχει υποστηριχθεί ότι μέσα από την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει ο Gramsci σ' αυτή την ηθική πολιτιστική «στιγμή» της κοινωνίας των πολιτών, οδηγήθηκε τελικά σε μια αντιστροφή της κλασικής μαρξιστικής σχέσης οικονομίας πολιτικής, ως σχέσης «βάσης εποικοδομήματος». θεωρώ, ωστόσο, ότι μια τέτοια αντιστροφή δε βρίσκει στήριξη στις διατυπώσεις των Τετραδίων της Φυλακής· ο ίδιος ο Gramsci υποστηρίζει με σαφήνεια την πιο κάτω θέση:

«... αν η ηγεμονία είναι ηθική πολιτική, πρέπει να είναι επίσης οικονομική, πρέπει αναγκαστικά να στηρίζεται στην αποφασιστική λειτουργία που ασκείται από την ηγετική ομάδα στον αποφασιστικό πυρήνα της οικονομικής δραστηριότητας»9 (υπογράμμιση δική μας).

Η μεθοδολογική και, σε τελική ανάλυση, πολιτική σημασία της πιο πάνω γκραμσιανής διατύπωσης είναι προφανής. Δεν αφήνει, καταρχήν, αμφιβολία ότι ο Gramsci των Τετραδίων της Φυλακής, παρά την έμφαση που αποδίδει στην ηγεμονία ως διαδικασία ηθικής και πολιτικής διεύθυνσης των μαζών, ιδιαίτερα σε χώρες με αναπτυγμένη την κοινωνία των πολιτών, αρνείται τη δυνατότητα μιας πλήρους αυτονόμησης του ιδεολογικού και πολιτικού στοιχείου απ' το οικονομικό. Αντίθετα, αναγνωρίζει ως βάση μιας αποδοτικής άσκησης της ηγεμονίας την κοινωνική παραγωγική δομή της συγκεκριμένης κοινωνίας.10

Ποια είναι η συνέπεια αυτής της κρίσιμης μεθοδολογικής αρχής που διατυπώνει ο Gramsci για την ηγεμονία, ειδικότερα όσον αφορά τη χάραξη μιας πολιτικής συμμαχιών από ένα (δυνάμει) επαναστατικό υποκείμενο;

Γίνεται, πράγματι, σαφές ότι μια τέτοια πολιτική που στοχεύει αφενός μεν στην κατάκτηση της ηγεμονίας και αφετέρου, προοπτικά, στο ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας δεν μπορεί να περιχαρακώνεται στο πολιτικό ή στο ιδεολογικό επίπεδο, αλλά πρέπει να στηρίζεται και να συγκροτείται στη βάση του δεδομένου συσχετισμού δυνάμεων στο πεδίο της κοινωνικής παραγωγικής διαδικασίας.

Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, ωστόσο, δεν επιδέχεται αμφισβήτηση το γεγονός ότι, σύμφωνα τουλάχιστον με την γκραμσιανή μεθοδολογία, η πολιτική συμμαχιών δεν αποτελεί κατεξοχήν πολιτικό ζήτημα, παρά μόνο στο μέτρο που έχει ήδη προηγηθεί μια συστηματική μελέτη των σχέσεων ανάμεσα στα συλλογικά κοινωνικά υποκείμενα - τάξεις και στρώματα - στο πεδίο της κοινωνικής παραγωγικής διαδικασίας. Η παράκαμψη της πιο πάνω γκραμσιανής παρατήρησης αρχής φορτίζει την πολιτική συμμαχιών μ' ένα έντονα βουλησιαρχικό χαρακτήρα που ισοδυναμεί με μια αυθαίρετη και, σε τελική ανάλυση, προσωρινή και καταδικασμένη αυτονόμηση της πολιτικής βούλησης ως προς την κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα.11

2. Μια δεύτερη μεθοδολογική παρατήρηση, που συνδέεται άρρηκτα με την γκραμσιανή αντίληψη της ηγεμονίας και έχει εξίσου σοβαρές συνέπειες στο πεδίο της πολιτικής συμμαχιών αφορά το γεγονός ότι το πρόβλημα της ηγεμονίας και κατ' επέκταση της πολιτικής συμμαχιών τίθεται πάντοντε ιστορικά. Η προσέγγιση της ηγεμονίας, όπως μαρτυρά χαρακτηριστικά και η επιμονή του Gramsci στη διάκριση Ανατολής και Δύσης, στηρίζεται πάντοτε στις ιστορικές ιδιαιτερότητες της κάθε κοινωνίας· πρόκειται, δηλαδή, για καθαρά ιστορική προσέγγιση, άσχετα αν είναι και ιστορικά έγκυρη.

Υπογραμμίζω το χαρακτηρισμό «ιστορικά έγκυρη», διότι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες κριτικές παρατηρήσεις, που διατυπώνει ο γνωστός θεωρητικός Ρ. Anderson στην γκραμσιανή ανάλυση της ηγεμονίας, είναι ότι ο συγγραφέας των Τετραδίων της Φυλακής δεν κατανόησε ότι, μιλώντας για τις σχέσεις Ανατολής και Δύσης, δεν αναφέρεται σε δύο ισόρροπους ομόλογους κοινωνικούς σχηματισμούς, αλλά συγκρίνει ένα φεουδαλικό κρατικό μηχανισμό - περίπτωση Ανατολής - από τη μια πλευρά, με ένα κλασικό καπιταλιστικό κρατικό μηχανισμό - περίπτωση Δύσης - από την άλλη.12

Ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο Gramsci όντως δε συνειδητοποιεί την πιο πάνω «διαφορά βάσης» στη σύγκριση του, όπως του καταλογίζει ο Anderson, στέκομαι ιδιαίτερα στην πιο πάνω παρατήρηση διότι εμπεριέχει αξιοσημείωτο ενδιαφέρον για μια αποδοτική χάραξη πολιτικής συμμαχιών.

Είναι, πράγματι, απαραίτητο, σύμφωνα τουλάχιστον με μια δημιουργική εφαρμογή της γκραμσιανής μεθοδολογίας, το ζήτημα της ηγεμονίας και ειδικότερα της πολιτικής συμμαχιών όχι μόνο να τίθεται στη βάση της κοινωνικής παραγωγικής διαδικασίας, όπως ήδη σημειώθηκε, αλλά να προσεγγίζεται και ιστορικά. Ζητήματα, δηλαδή, όπως ο βαθμός ωρίμανσης μιας συγκεκριμένης κοινωνίας των πολιτών, η σχέση της με τους αντίστοιχους κρατικούς καπιταλιστικούς θεσμούς κ.τλ., που η μελέτη τους αποτελεί προϋπόθεση για μια αποδοτική πολιτική συμμαχιών, απαιτούν την αυστηρή αντιμετώπιση τους στα πλαίσια της ιστορικά δεδομένης διεθνούς και εσωτερικής συγκυρίας. Μεταφορές θεωρητικών σχημάτων και πολιτικών προτάσεων, που αγνοούν ή ερμηνεύουν αυθαίρετα τον ιστορικό χρόνο και τον κοινωνικό χώρο εφαρμογής τους, είναι επόμενο να οδηγούν σε εξίσου αυθαίρετη χάραξη πολιτικής συμμαχιών που, αντί να συντελεί, όπως θα επεδίωκε ένα συλλογικό επαναστατικό υποκείμενο, σε μια καθολική αμφισβήτηση και ανατροπή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, συμβάλλει τελικά, έστω και ακούσια, στην αναπαραγωγή της.

3. Ένα τρίτο, εξίσου κρίσιμο με τα προηγούμενα, μεθοδολογικό ζήτημα, που αναδεικνύει η γκραμσιανή διαπραγμάτευση της ηγεμονίας είναι αυτό που αφορά το υποκείμενο της ηγεμονικής διαδικασίας, ζήτημα που συνδέεται άρρηκτα, όπως θα δειχθεί πιο κάτω, με την πολυσυζητημένη και πολιτικά βαρύνουσα θέση του Gramsci ότι η εργατική τάξη μπορεί και πρέπει να κατακτήσει την ηγεμονία πριν την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας.

Όπως προκύπτει και από τις εννοιολογικές διαστάσεις που προσέδωσε στον όρο «ηγεμονία» ο Gramsci, και οι οποίες καταγράφηκαν ήδη στην πρώτη ενότητα αυτού του κειμένου, ο Ιταλός πολιτικός ηγέτης και θεωρητικός επιχείρησε μια διευρυμένη χρήση του συγκεκριμένου όρου. Διευρυμένη, διότι ενώ οι εκπρόσωποι της Ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας χρησιμοποιούαν τον όρο «ηγεμονία» για να δηλώσουν τη διευθυντική λειτουργία του επαναστατικού υποκειμένου στα πλαίσια του κοινωνικού και πολιτικού συγκροτήματος (block) των κυριαρχούμενων τάξεων και στρωμάτων, ο Gramsci προχώρησε στη χρησιμοποίηση του και στην περίπτωση της άσκησης της διευθυντικής λειτουργίας από την κυρίαρχη τάξη στο σύνολο της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, στην ανάλυση του Gramsci ο όρος «ηγεμονία» είναι αμφίσημος· χρησιμοποιείται, δηλαδή, για να εκφράσει δύο σαφώς διακριτές, αν και αλληλεξαρτώμενες, διαδικασίες:

α) τη διευθυντική λειτουργία, που ασκεί η άρχουσα τάξη στο σύνολο της συγκεκριμένης κοινωνίας και

β) την αντίστοιχη λειτουργία, που ασκεί η επαναστατική πρωτοπορία στο εσωτερικό του συνασπισμού των κυριαρχούμενων τάξεων και μόνο. Η σημασία της πιο πάνω διάκρισης, ιδιαίτερα στο επίπεδο της πολιτικής πράξης, και ειδικότερα σ' αυτό της πολιτικής συμμαχιών, θα συζητηθεί αμέσως πιο κάτω, αφού προηγουμένως καταγραφεί η διατύπωση του Gramsci, που έδωσε τη δυνατότητα σε ορισμένους σημαντικούς θεωρητικούς να υποστηρίξουν ότι ο συγγραφέας των Τετραδίων της Φυλακής αντέστρεψε την κλασική μαρξιστική θέση για τη χρονική και ευρύτερη ρύθμιση της σχέσης μεταξύ ηγεμονίας και πολιτικής εξουσίας ή, αλλιώς, ηγεμονίας και κυριαρχίας. Γράφει, λοιπόν ο Gramsci:

«Το μεθοδολογικό κριτήριο πάνω στο οποίο πρέπει να βασισθεί η μελέτη μας είναι το πιο κάτω: ότι η ανωτερότητα μιας κοινωνικής ομάδας εκδηλώνεται με δύο τρόπους, ως "κυριαρχία" και ως "διανοητική και ηθική καθοδήγηση". Μια κοινωνική ομάδα κυριαρχεί πάνω σε ανταγωνιστικές ομάδες, που τείνει να "διαλύσει" ή να υποτάξει, ίσως ακόμη και με την ένοπλη δύναμη· καθοδηγεί συγγενείς και σύμμαχες ομάδες. Μια κοινωνική ομάδα μπορεί και πρέπει να ασκήσει "καθοδήγηση", πριν να κερδίσει την κυβερνητική εξουσία (αυτή είναι πράγματι μια απ' τις πρωταρχικές προϋποθέσεις για την κατάκτηση μιας τέτοιας εξουσίας)· μετατρέπεται συνεπώς σε κυρίαρχη όταν ασκεί εξουσία, αλλ' ακόμη και όταν την έχει σταθερά στην κατοχή της πρέπει να συνεχίσει, επίσης, να ηγεμονεύει».13

Η πιο πάνω διατύπωση του Gramsci, παρά την αντίθετη ερμηνεία του Πουλαντζά14 και άλλων σημαντικών θεωρητικών, διακρίνει σαφώς ανάμεσα στην «κυριαρχία πάνω σε ανταγωνιστικές ομάδες» και στην «καθοδήγηση» συγγενών και συμμάχων ομάδων. Μόνο σ' αυτή τη δεύτερη περίπτωση, κάνει λόγο ο Gramsci για τη δυνατότητα και αναγκαιότητα κατάκτησης της ηγεμονίας απ' την πλευρά της επαναστατικής τάξης «πρίν από την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας».15

Η κλασική λοιπόν θέση του Marx και του Engels - το γράμμα της οποίας αγνοούσε ο Gramsci - ότι, δηλαδή, οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι η κυρίαρχη ιδεολογία μιας κοινωνίας, δεν αναιρείται από τη γκραμσιανή αντίληψη της ηγεμονίας. Και τούτο διότι, αυτό στο οποίο αναφέρεται ο Ιταλός στοχαστής είναι ουσιαστικά η δυνατότητα της εργατικής τάξης να ηγεμονεύει πνευματικά και ηθικά - πριν και προϋπόθεση για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας - στα πλαίσια τον συγκροτήματος των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων και όχι βέβαια στο σύνολο της κοινωνίας, όπου οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι αυτές που συγκροτούν την κυρίαρχη ιδεολογία.

Η συζήτηση της πιο πάνω γκραμσιανής πρότασης δεν έχει στενά ακαδημαϊκό χαρακτήρα. Η αποδοχή της θέσης ότι η εργατική τάξη μπορεί ν' αποκτήσει την καθολική ηγεμονία στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας, πριν δηλαδή την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας - θέση που, επαναλαμβάνω, εσφαλμένα αποδίδεται στον Gramsci - έχει σημαντικές πολιτικές συνέπειες και οδηγεί, όπως θα δειχθεί αμέσως πιο κάτω, σε αδιέξοδο κάθε ανατρεπτική ριζοσπαστική διάσταση μιας ανάλογης πολιτικής συμμαχιών.

Επισημαίνω, καταρχήν, ότι όπως και να ερμηνευθεί η συγκεκριμένη γκραμσιανή διατύπωση, είναι βέβαιο ότι το ζήτημα που αναδεικνύει δεν είναι άλλο από αυτό της σχέσης ηγεμονίας και κυριαρχίας, συναίνεσης και βίας, ζήτημα κλειδί στη θεμελίωση και ανάπτυξη μιας πολιτικής συμμαχιών, ιδιαίτερα απ' την πλευρά των κυριαρχούμενων τάξεων που ενδιαφέρει εδώ.

Χωρίς, λοιπόν, να παραβλέπει κανείς ότι αυτή καθαυτή η ανάλυση του Gramsci παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις ή, ακόμη περισσότερο, αντινομίες, σύμφωνα με το χαρακτηρισμό που χρησιμοποίησε ο P. Anderson, ένα σημείο είναι αναμφισβήτητο· με βάση την γκραμσιανή προσέγγιση της ηγεμονίας, η χάραξη μιας πολιτικής συμμαχιών προϋποθέτει, από την πλευρά των δυνάμεων που τη συγκροτούν, μια σαφή και ιστορικά προσδιορισμένη απάντηση στη σχέση ηγεμονίας και κυριαρχίας, συναίνεσης και βίας.

Υποστηρίζω ότι στο θέμα αυτό, τόσο η πρόταση του ίδιου του Marx, όσο και αυτή του μαρξισμού ως πολιτικής θεωρίας, γενικότερα, είναι όντως σαφής αναγνωρίζοντας, σε τελική ανάλυση, ως καθοριστική τη λειτουργία της βίας στα πλαίσια μιας επαναστατικής διαδικασίας ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος.

Με δεδομένες, ωστόσο, τις πολλαπλές ερμηνείες που προκάλεσε η αντίληψη του Gramsci για τη σχέση ηγεμονίας και κυριαρχίας, θεωρώ απαραίτητο να καταγράψω δύο κρίσιμες διευκρινίσεις και ένα σχετικό προσωπικό σχολιασμό.

Καταρχήν, πρέπει να επισημανθεί ότι βία και συναίνεση, κυριαρχία και ηγεμονία, δεν είναι δύο αποκομμένες μεταξύ τους και απόλυτα αυτόνομες διαδικασίες, γι' αυτό ακριβώς πρέπει να προσεγγίζονται στη διαπλοκή τους στα πλαίσια μιας ενιαίας κοινωνικής δύναμης. Εξάλλου, τόσο οι μορφές της συναίνεσης, όσο και αυτές της βίας εξελίσσονται εξίσου δυναμικά, μεταλλάσσονται, δηλαδή, ανάλογα με τον ιστορικό χρόνο και τον κοινωνικό χώρο εκδήλωσης τους.

Στη βάση των πιο πάνω διευκρινίσεων και μέσα από το πρίσμα των πρόσφατων διεθνών εξελίξεων, υποστηρίζω, λοιπόν, την εξής πρόταση: η άποψη ότι η βία, ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», παραχωρεί τη θέση της σε συναινετικές διαδικασίες τόσο σε διεθνές, όσο και σε εθνικό επίπεδο, είναι, κατά τη γνώμη μου, βαθύτατα λανθασμένη. Και τούτο, διότι δείχνει ν' αγνοεί τις ιδιαίτερα επικίνδυνες μορφές εμφάνισης της σύγχρονης βίας - ιδεολογική, ψυχολογική βία κ.τλ. - καθώς επίσης και την εκρηκτική όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων σε παγκόσμιο επίπεδο, που δεν είναι δυνατό παρά να οδηγεί τις κυρίαρχες δυνάμεις στην επιβολή των θέσεων τους και στην προώθηση των συμφερόντων τους με ολοένα και μεγαλύτερη ενεργοποίηση του στοιχείου της βίας.

Απέναντι σ' αυτή την πραγματικότητα, η συγκρότηση μιας πολιτικής συμμαχιών, από την πλευρά εκείνων των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που επαγγέλλονται το ριζικό μετασχηματισμό της αστικής κοινωνίας, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι όποιες δυνατότητες της αστικής τάξης να ηγεμονεύει, προωθώντας συγκεκριμένες συναινετικές διαδικασίες, υπάρχουν και εκδηλώνονται μόνο και μόνο διότι η βία ως σκληρός πυρήνας της πολιτικής εξουσίας αποτελεί αδιαμφισβήτητο μονοπώλιο της ίδιας της κυρίαρχης τάξης.16

Με αυτή την έννοια, ο συνασπισμός των κυριαρχούμενων κοινωνικών δυνάμεων, χωρίς να υποτιμά τις τεράστιες και πολύπλευρες δυνατότητες ηθικής και πνευματικής καθοδήγησης της κυρίαρχης τάξης και των συμμάχων της πάνω στις κυριαρχούμενες τάξεις και στρώματα, δεν μπορεί παρά να στοχεύει τελικά στην κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, που μόνο με την ανατροπή των κατασταλτικών μηχανισμών του αστικού κράτους ολοκληρώνεται.

Στο σημείο αυτό, η γκραμσιανή αντίληψη της ηγεμονίας αποδείχθηκε, πράγματι, δεκτική πολλαπλών και αντιθετικών μεταξύ τους ερμηνειών. Ακόμη, όμως, και ως πηγή προβληματισμού και διασταύρωσης επιμέρους εκδοχών πάνω στη συγκεκριμένη σχέση βίας-συναίνεσης κυριαρχίας-ηγεμονίας αποτελεί γόνιμη αφετηρία για τη διαμόρφωση μιας πολιτικής συμμαχιών που στοχεύει όχι στη διαχείριση, αλλά στο ριζικό μετασχηματισμό της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης πραγμάτων.

3. Πρόταση για μια διαλεκτική υπέρβαση της γκραμσιανής αντίληψης της ηγεμονίας
Η αντίληψη του Antonio Gramsci για την ηγεμονία αποτέλεσε και αποτελεί, πράγματι, αντικείμενο ευρείας θεωρητικής και πολιτικής συζήτησης, όσον αφορά ιδιαίτερα τις μεθοδολογικές διαστάσεις της, που αναπτύχθηκαν στην προηγούμενη ενότητα αυτού του κειμένου.

Ωστόσο, υπάρχουν δύο βασικές πτυχές του γκραμσιανού προβληματισμού που, ενώ σφραγίζουν τις θέσεις του Ιταλού πολιτικού ηγέτη και στοχαστή θεωρούνται ως «σταθερές» της σκέψης του για την ηγεμονία και τοποθετούνται συχνά έξω από το πεδίο μιας αντίστοιχης συζήτησης και κριτικής.

Στο βάθος, λοιπόν, οποιασδήποτε προσέγγισης της γκραμσιανής αντίληψης για την ηγεμονία και ειδικότερα για την πολιτική συμμαχιών, βρίσκονται δύο κρίσιμες σταθερές, δύο λανθάνουσες, αλλά και θεμελιώδεις ταυτόχρονα προϋποθέσεις προαπαιτούμενα.

Πρώτη σταθερά, πρώτη προϋπόθεση, είναι η στήριξη της ηγεμονίας στην παραδοχή της εργατικής τάξης ως επαναστατικού κοινωνικού υποκειμένου με επικεφαλής το οποίο διαμορφώνεται μια συμμαχία ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων.

Δεύτερη σταθερά, δεύτερη προϋπόθεση, της γκραμσιανής ανάλυσης είναι η υιοθέτηση της άποψης ότι υποκείμενο της ηγεμονίας σε πολιτικό επίπεδο είναι ένα πολιτικό κόμμα που, στις βασικές αρχές του, λειτουργεί σύμφωνα με το λενινιστικό πρότυπο οργάνωσης, δηλαδή ως κόμμα «νέου τύπου». Χωρίς να παραγνωρίζει κανείς τις διαστάσεις μιας συμβουλιακής λογικής στα νεανικά έργα του Gramsci, δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό ότι από τα 1922-23 και μετά, και ιδιαίτερα μέσα από τις γραμμές των Τετραδίων της Φυλακής, ο Gramsci υιοθετεί τη λενινιστική αντίληψη για το κόμμα.17

Βέβαια, η όλη επεξεργασία που επιχείρησε στο ζήτημα του κόμματος ως συλλογικού διανοουμένου, όπως επίσης η ιδιαίτερη σημασία που απέδωσε στην ηθική, πολιτιστική και ιδεολογική διεύθυνση, του επέτρεψαν, κατά τη γνώμη μου, να στοχασθεί βαθύτερα και αποδοτικότερα σε σχέση προς τον Λένιν πάνω στο πρόβλημα της λειτουργίας του Κόμματος. Ωστόσο, παρέμεινε, τελικά, στα πλαίσια της αποδοχής του λενινιστικού μοντέλου οργάνωσης.

Στον πυρήνα, λοιπόν, της γκραμσιανής αντίληψης της ηγεμονίας υπάρχει μια διπλή σύνδεση: η σύνδεση της, αφενός μεν προς ένα συγκεκριμένο κοινωνικό υποκείμενο, που είναι η εργατική τάξη, και αφετέρου προς ένα συγκεκριμένο μοντέλο πολιτικού κόμματος. Υποστηρίζω ότι αυτή ακριβώς η διπλή σύνδεση καθιστά σε μεγάλο βαθμό προβληματική την άσκηση ηγεμονικής λειτουργίας και τη χάραξη πολιτικής συμμαχιών στα πλαίσια της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας.

Ειδικότερα, εάν στην εποχή του Gramsci προέβαλλε ως ζητούμενη η διαμόρφωση ενός ιστορικού συνασπισμού, μιας κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη ως πρωτοπορία, τη διανόηση και άλλες κοινωνικές δυνάμεις, και μάλιστα πριν την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, πιστεύω ότι στη σύγχρονη εποχή το κοινωνικά και πολιτικά ζητούμενο είναι η διαμόρφωση ενός νέον πολιτικού υποκειμένου που θα εκφράζει «δυνάμει» την υπέρβαση οποιασδήποτε πολιτικής συμμαχιών που ανάγεται τελικά και αναπαράγει συνεχώς μια λογική κοινωνικού καταμερισμού εργασίας.

Χωρίς ν' αμφισβητώ ότι ο Ιταλός στοχαστής - ιδιαίτερα μέσα από τις αναλύσεις του για το φορντισμό και τον ταιϋλορισμό ως μορφές οργάνωσης της εργασίας - έδειξε αξιοσημείωτη ευαισθησία, όσον αφορά τις πολιτικές συνέπειες ενός συγκεκριμένου κοινωνικού καταμερισμού, υποστηρίζω, ωστόσο, ότι παραμένει τελικά εγκλωβισμένος στην κυρίαρχη λογική, και τούτο διότι:

1) η ίδια η μαρξιστική θεωρία δεν ήταν - είναι άραγε σήμερα; - σε θέση να δώσει μια συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση για την οργάνωση της εργασίας· η μαγεία της εξειδίκευσης λειτουργούσε εξίσου στη Δύση και στην Ανατολή, όπου είχε σφραγίσει ήδη το πείραμα οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση.

2) το λενινιστικό μοντέλο πολιτικής οργάνωσης που, όπως σημειώθηκε πιο πάνω, υιοθετεί από κάποια στιγμή και μετά και ο ίδιος ο Gramsci, στηρίζεται και αναπαράγει, έστω και παρά τη θέληση του εισηγητή του, τη λογική ενός προχωρημένου καταμερισμού εργασίας και τη συγκρότηση, τελικά, ενός συστήματος άκαμπτης εσωκομματικής εξουσίας.

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις, στο βαθμό που είναι βάσιμες, καταδεικνύουν τα ιστορικά όρια και τις ενδογενείς αντιφάσεις της γκραμσιανής προβληματικής για την ηγεμονία και την πολιτική των συμμαχιών.

Υποστηρίζω, λοιπόν, ότι υπάρχει σήμερα η ανάγκη, προκειμένου να διαμορφώσουμε μια σύγχρονη αντίληψη της ηγεμονίας, να στοχαστούμε σε βάθος πάνω στις ίδιες τις βιωματικές συνθήκες δράσης τόσο της εργατικής τάξης, όσο και της διανόησης, σε μια κατεύθυνση όχι απλά και μόνον αποκατάστασης συνεργασίας ανάμεσα σ' αυτά τα δύο κοινωνικά υποκείμενα, που εκφράζουν με όλες τις σχετικές οσμώσεις και επικαλύψεις το σύγχρονο κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, όσο σ' αυτή της αναζήτησης και συγκρότησης ενός νέου κοινωνικού υποκειμένου.

Ένα τέτοιο κοινωνικό υποκείμενο, που μπορεί να εντοπισθεί ήδη «εν σπέρματι» στην παραγωγική δομή της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας ως αποτέλεσμα και της ραγδαίας εξέλιξης των νέων τεχνολογιών, δεν μπορεί παρά να εκφράζει δυνάμει την υπέρβαση της διάκρισης ανάμεσα σε εργατική τάξη και διανόηση, αποκτώντας, μάλιστα, ακόμη πιο συγκεκριμένη μορφή, και τελικά συνειδητή πολιτική δράση, με την ύπαρξη και παρέμβαση ενός πολιτικού οργανισμού. Ενός πολιτικού οργανισμού που δε θα αθροίζει μηχανικά τα ποσοστά των εργατών, των διανοουμένων κ.τλ. που περιλαμβάνει στους κόλπους του, αλλά θα τείνει ν' αναιρέσει στο εσωτερικό του, και τελικά σ' ολόκληρη την κοινωνία, τη διάκριση διανόησης και εργατικής τάξης, πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας.

Σε μια τέτοια πορεία, η πρόταση του Gramsci για τους «οργανικούς διανοούμενους»18 ήταν ένα πρώτο βήμα, που γρήγορα ωστόσο αναιρέθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς αυτή δηλαδή της σταλινικής λογικής των κομματικών γραφειοκρατών. Ποιος, όμως, μπορεί να υποστηρίξει σήμερα ότι το πρώτο αυτό βήμα, που επιχείρησε ο Gramsci, πρέπει να είναι και το τελευταίο στα πλαίσια μιας δημιουργικής μαρξιστικής προβληματικής για την ηγεμονία και την πολιτική συμμαχιών ενός σύγχρονου κοινωνικού και πολιτικού υποκειμένου;

Συμπερασματικά: η αξιοποίηση, καταρχήν, και η υπέρβαση, τελικά, της γκραμσιανής αντίληψης της ηγεμονίας συγκροτούν τη μεθοδολογική αφετηρία και την πολιτική βάση για μια ριζοσπαστική πολιτική συμμαχιών, που δεν μπορεί παρά να στοχεύει σε μια συνειδητή ρήξη τόσο προς το κυρίαρχο (φορντικό και μεταφορντικό) πρότυπο οργάνωσης της εργασίας, όσο και προς το λενινιστικό πρότυπο οργάνωσης της πολιτικής πράξης.

Σημειώσεις

1.. Βλ. σχετικά την ενδιαφέρουσα ανάλυση του Π. Νούτσου, Niccolo Machiavelli, πολιτικός σχεδιασμός και φιλοσοφία της ιστορίας, Εκδόσεις «Ι. Ζαχαρόπουλους», Αθήνα 1983, ιδίως σ. 144-151.

2. Ενδιαφέροντα στοιχεία για την ιστορία της έννοιας «ηγεμονία» παραθέτει ο Π. Αντερσον, Οι αντινομίες τον Αντόνιο Γκράμσι, Εκδόσεις «Μαρξιστική Συσπείρωση», Αθήνα 1985, σ. 16-21.

3. Βλ. σχετικά την πιο κάτω ενδιαφέρουσα διατύπωση στο: Κ. Μαρξ - Φ. Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, Εκδόσεις «Gutenberg», Αθήνα, τ.1, σ. 9596: «Η τάξη που κάνει μια επανάσταση εμφανίζεται ευθύς εξαρχής, έστω και μόνο επειδή 'αντιτίθεται σε μία τάξη, όχι σαν μια τάξη, αλλά σαν εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας. Εμφανίζεται σαν ολόκληρη η μάζα της κοινωνίας που αντιμετωπίζει την κυρίαρχη τάξη» (υπογράμμιση δική μας).

4. A. Gramsci, Selections from the Prison Notebooks. Q. Hoare C.N. Smith (ed.), Lawrence and Wishant, London 1986, σ. 12

5. Π. Αντερσον, ο.π., ο. 27 κ. επ.

6. A. Gramsci, ο.π., σ. 238

7. Βλ. σχετική ανάλυση του A. Gramsci, ο.π., ο. 22-9239

8. A. Gramsci, απ., σ. 181-182

9.. A. Gramsci, απ, σ. 161· σε αντίθετη κατεύθυνση, υποστηρίζοντας δηλαδή ότι η γκραμσιανή θεωρία της ηγεμονίας ανατρέπει τη θέση του Marx για τον τελικό προσδιορισμό του εποικοδομήματος από τη βάση, κινείται ο Ν. Bobbio στην κλασική μελέτη του «Gramsci and the conception of civil society», όπως υπάρχει στο C. Mouffe (ed.). Gramsci and the Marxist Theory, Routledge and Kegan Paul, London 1979, σ. 21-47. Βλ. όμως και την εξίσου ενδιαφέρουσα αντίκρουση του J. Texier, «Gramsci, theoretician of the superstructures», που δημοσιεύεται επίσης στο C. Mouffe, απ., σ. 48-79.

10. Για το πόσο κοντά βρίσκεται ο A. Gramsci στην κλασική μαρξική θέση για την κοινωνική παραγωγική διαδικασία ως βάση του πολιτικού και ιδεολογικού εποικοδομήματος, μαρτυρούν και οι συχνές αναφορές του Ιταλού συγγραφέα των Τετραδίων της Φυλακής στον κλασικό Πρόλογο του Marx στη Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, όπου ο ίδιος ο Marx περιγράφει τη σχέση βάσης και εποικοδομήματος. Βλ. τις σχετικές αναφορές του Α. Gramsci, απ., σ. 177 365 371-372 432.

11. Για μια γκραμσιανή καταδίκη του βολονταρισμού (βουλησιαρχίας), βλ. σχετικά και την πιο κάτω τοποθέτηση:

Α. Gramsci, ο.π., σ. 376-377: «Πρέπει λοιπόν κανείς να διακρίνει ανάμεσα σε ιστορικά οργανικές ιδεολογίες, δηλαδή αυτές που είναι αναγκαίες για μια δεδομένη δομή, και σε ιδεολογίες που είναι αυθαίρετες, λογοκρατικές ή βουλησιαρχικές».

Αξίζει, εξάλλου, να υπενθυμίσουμε ότι στη βάση της καταδίκης μιας βουλησιαρχικής αντίληψης για την πολιτική στήριξε την κριτική του στους Γάλλους ιακωβίνους και ο Κ. Marx. Βλ. χαρακτηριστικά την ανάλυση του στο Κ. Marx, «Critical Marginal Notes on the Article "The King of Prussia and Social Refrorm. By a Prussian"», όπως υπάρχει στο Κ. Marx - F. Engels, Collected Works, Progress Publishers, Moscow 1975, τ. 3, σ. 199.

12. Π. Άντερσον, ο.π., σ. 60-61.

13. A. Gramsci, ά,τ., σ. 57-58.

14. Βλ. την ανάλυση του Ν. Πουλαντζά, Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, Εκδόσεις θεμέλιο, Αθήνα 1975, τ. 2, σ. 35.

15. Με αυτό τον τρόπο ερμηνεύει τη θέση του Gramsci και ο Π. Αντερσον, ο.π., σ. 52-53.

16.. Βλ. σχετικά την ενδιαφέρουσα διατύπωση μιας τέτοιας θέσης από τον P. Andersen, ο.π. σ. 4750, όταν αναφέρεται στη σχέση βίας συναίνεσης, ειδικότερα στην περίπτωση του αστικού κοινοβουλευτισμού.

17.. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Λ. Γκρούππι, Η έννοια της ηγεμονίας στον Γκράμσι, Εκδόσεις θεμέλιο, Αθήνα 1977. σ. 70: «...στον Gramsci του 19191920 ή και του 1921 δεν είχε διαμορφωθεί ακόμη μια ώριμη αντίληψη για το επαναστατικό κόμμα, δεν είχε γίνει ακόμη η αφομοίωση της λενινιστικής αντίληψης για το κόμμα. Ο Grames; θα φθάσει σ' αυτή την αφομοίωση αργότερα, το 1922-23, όταν θα μείνει πολύ καιρό στη Ρωσία και θα μπορέσει επομένως να γνωρίσει από κοντά τις εμπειρίες των Μπολσεβίκων» (υπογράμμιση δική μας).

Την πιο πάνω άποψη του Gruppi για την αφομοίωση της λενινιστικής αντίληψης για το κόμμα, αλλά και σε μεγάλο βαθμό για τη σχέση διανόησης εργατικής ταϊης κόμματος, επιβεβαιώνουν και τα πολιτικά κείμενα του ίδιου του Gramsci της περιόδου 1923-1926.

Βλ. ενδεικτικά: Α. Gramsci, Ecrits politiques, Textes choisis, presentes et annotes par R. Paris, Editions Gallimard, Paris 1980, τ. Ill (1923-1926), ιδίως σ. 158-159 200-201.

18.. θυμίζουμε ότι για τον A. Gramsci, ο.π., σ. 5, «κάθε κοινωνική ομάδα, που γεννιέται στο πρωτότυπο πεδίο της ουσιώδους λειτουργίας στον κόσμο της οικονομικής παραγωγής, δημιουργεί ταυτόχρονα με την ίδια, οργανικά, ένα ή περισσότερα στρώματα διανοουμένων, που της δίνουν ομοιογένεια και συνείδηση της λειτουργίας της όχι μόνο στο οικονομικό, αλλά και στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο».

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή