Μερικά από τα αδιέξοδα της μακεδόνικης πολιτικής της Ελλάδας Εκτύπωση
Τεύχος 40, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1992


Μερικά από τα αδιέξοδα της μακεδονικής πολιτικής της Ελλάδας
του Σοφοκλή Βαβδινού

Τα σύντομα σχόλια που ακολουθούν, στρέφονται γύρω από την πολιτική του ελληνικού κράτους στο «μακεδονικό» ή Μακεδονικό - τα εισαγωγικά επαφίενται στην κρίση ή προτίμηση του αναγνώστη. Βασίζονται σε στοιχεία ή εξελίξεις των πρώτων τριών μηνών του 1992 και η στόχευσή τους είναι περιορισμένη ειδική: φιλοδοξούν να αναδείξουν τις εσωτερικές αντιφάσεις (και το ατελέσφορο) αυτής της πολιτικής, χωρίς να την αξιολογούν - παρά μόνον υπαινικτικά - από μια ιδεολογικοπολιτική σκοπιά δομικά διαφορετική από την κρατούσα.

Πιστεύουμε, δηλαδή, ότι οι πολιτικοδιπλωματικοί χειρισμοί της ελληνικής κυβέρνησης στο συγκεκριμένο θέμα είναι αποτυχημένοι και καταδικαστέοι όχι μόνον ηθικά ιδεολογικά (γιατί διακρίνονται από σοβινισμό και επιθετικότητα, γιατί πριμοδοτούν τον σερβικό μιλιταρισμό, γιατί παρασιωπούν γλωσσικές ή πολιτισμικές ιδιαιτερότητες στην Ελλάδα κ.λπ.), αλλά και από καθαρά λειτουργιστική πραγματιστική σκοπιά: αδυνατούν να προωθήσουν τις (αστικές) στοχεύσεις που υπηρετούν. Αυτή η ανεπάρκεια, εφ' όσον αποκαλυφθεί και προβληθεί, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στην προσπάθεια συγκρότησης ενός κριτικού αντικαπιταλιστικού λόγου γύρω από τα «εθνικά μας θέματα».

Παρουσιάζουμε στη συνέχεια - χωρίς να τηρούμε, αναγκαστικά, κάποια «σειρά σπουδαιότητας» - αυτά που ήδη ονομάσαμε «εσωτερικές αντιφάσεις της πολιτικής του ελληνικού κράτους στο Μακεδονικό»:

Α. Ήδη αποδείχτηκε ουτοπική και λανθασμένη η εκτίμηση ότι ο σερβικός μεγαλοϊδεατισμός θα επιτύγχανε την βίαιη διατήρηση της Γιουγκοσλαβίας, αρκούμενος, έστω, στην «μικρή» εκδοχή της τελευταίας. Έτσι, η Ελλάδα εκτέθηκε ως ένθερμος υποστηρικτής μιας δύναμης που καταπνίγει στρατιωτικά κάθε ανεξαρτησιακή κίνηση ή εφευρίσκει (σερβικές) μειονότητες σφήνες απανταχού της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Και το έκανε με την ελπίδα ότι οι «σύμμαχοι» της (και στους βαλκανικούς πολέμους!) θα κατόρθωναν να διαλύσουν στρατιωτικά τους ενοχλητικούς «σκοπιανούς». Ωστόσο, ούτε οι ευσεβείς αυτοί πόθοι υλοποιήθηκαν, ούτε η Σερβία αποδείχθηκε «χρήσιμο εργαλείο» για τον Μητσοτάκη και τον Σαμαρά: με δεδομένη την ισχνότητα των δορυφόρων της (Μαυροβούνιο) και την δυσκολία της να δελεάσει ή καθυποτάξει Μουσουλμάνους, Αλβανούς, Σλαβομακεδόνες και άλλους, τείνει προς μια περισσότερο εκλεπτυσμένη πολιτική και, κυρίως, αδιαφορεί για οποιαδήποτε εκδοχή «Άξονα με την Αθήνα». Και το κωμικοτραγικό της υποθέσεως είναι ότι τελικά η Ελλάδα εμφανίζεται να εύχεται και απεργάζεται την φίμωση και διάλυση των «σκοπιανών» περισσότερο από όσο το επιθυμούν οι χωροφύλακες της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας. Βέβαια, αυτό φαντάζει εύλογο, αρκεί να δεχθούμε ότι τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας δυναμιτίζονται και διακινδυνεύουν, εξαιτίας των Σκοπίων, περισσότερο από εκείνα της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας (όπως τα αντιλαμβάνεται ο θεματοφύλακας τους, ο ομοσπονδιακός - σερβικός στρατός).

Β. Αν όμως, στην περίπτωση των Σέρβων, η ελληνική διπλωματία στερήθηκε Αξονα ευκταίο και ανεύρετο, στην περίπτωση της Σόφιας κατάφερε να σπάσει Άξονα «υπαρκτό»: η Βουλγαρία - η εντιμότερη ηθικοπολιτικά, αλλά και «ρεαλιστικότερη» διπλωματικά - αναγνώρισε την Δημοκρατία της Μακεδονίας, παρά το «αγκάθι» του Πιρίν. Ταυτόχρονα, απέφυγε να θεωρήσει πολιτικά νεκρούς τους Μουσουλμάνους πολίτες της. Αυτά τα δύο δεδομένα οδήγησαν την κυβέρνηση της Ν.Δ. σε μια κατάσταση πολιτικής σχιζοφρένειας, ορατότερες πλευρές της οποίας είναι η πριμοδότηση των πρώην κομμουνιστών έναντι των «φιλελεύθερων» της Βουλγαρίας και οι τάσεις ανατροπής της καραμανλικής βαλκανικής πολιτικής...

Γ. Επίσης, προσωρινά - και χωρίς επιτυχία - απασχόλησε την ελληνική κυβερνητική πολιτική - και την υπηρετική της φιλολογία - η ανάγκη αναχαίτισης του «μουσουλμανικού τόξου» στα Βαλκάνια. Η γραμμή αυτή αναμέτρησης Ελλάδας Τουρκίας στον χώρο της διαλυμένης Γιουγκοσλαβίας και ευρύτερα (βασικά, κάτω από τον μανδύα της σύγκρουσης Χριστιανοσύνης και Ισλάμ, για να παραλείψουμε το - ελαφρώς φαιδρό - θέμα της Ουνίας) δεν ευδοκίμησε, κυρίως για δύο λόγους: α) επειδή η ελληνική στάση επί του προκειμένου ούτε βρήκε συμμάχους, ούτε ευνοήθηκε από τους συσχετισμούς δυνάμεων, ούτε ενσαρκώθηκε σε συγκεκριμένες πρακτικές ή, έστω, επιχειρηματολογίες, και β) επειδή η Αγκυρα μπορούσε να επικαλεστεί εκατομμύρια δυνάμει «αδελφών», έναντι της δυνατότητας των Αθηνών να αναφέρονται αορίστως σε Έλληνες των Σκοπίων (άραγε εννοούν τους σλαβόφωνους ή ελληνόφωνους πολιτικούς πρόσφυγες του Εμφυλίου, των οποίων τον επαναπατρισμό απαγορεύει η ελληνική κυβέρνηση;)

Δ. Εξάλλου, το περίφημο χαρτί της (κοινοτικής) Ευρώπης γρήγορα αποδείχθηκε καμένο: όχι μόνον γιατί τα κεντρικά πολιτικά όργανα της ΕΟΚ έδειξαν ραθυμία, άγνοια ή αδιαφορία για την σπουδή της Ελλάδας απέναντι στο ενδεχόμενο ένας από τους βόρειους γείτονες της να εξακολουθήσει να λέγεται «Δημοκρατία της Μακεδονίας», όχι μόνον γιατί Ιταλία, Ολλανδία κ.ά. - απογυμνώνοντας την ουτοπία περί ευρωπαϊκής πολιτικής ενοποίησης - ακολούθησαν «ανθελληνική» στάση, αλλά και γιατί η Κοινότητα (παρά τις αναβολές και εμπλοκές, τις οποίες διασκεύαζε καταλλήλως ή διασκέδαζε σκοπίμως η ελληνική πλευρά) δεν μπορούσε παρά να αποδεχθεί την πραγματικότητα της γιουγκοσλαβικής πολυδιάσπασης. Επιπλέον, η ελληνική διπλωματία εμφανιζόταν... βυζαντινολογούσα,· στον βαθμό που παρουσιαζόταν να πιστεύει ότι αν η αποσχισθείσα Δημοκρατία δεν λεγόταν Μακεδονία ή δήλωνε στο Σύνταγμά της ότι δεν έχει εδαφικές ή μειονοτικές βλέψεις, θα αδυνατούσε να θέσει προοπτικά θέμα σλαβόφωνων της Ελλάδας κ.λπ.

Ε. Και σαν να μην αρκούσαν αυτά, ορισμένα οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά κέντρα στην Ελλάδα επιδόθηκαν σε γραφικές εκστρατείες, των οποίων η αξία - εκτός των άλλων - ήδη κρίθηκε και «εξ αποτελέσματος»: αναφερόμαστε στο μποϋκοτάζ των ιταλικών και ολλανδικών προϊόντων - το οποίο αποκήρυξε ο Μητσοτάκης, διαφωνούντος του Σαμαρά - αφού προηγουμένως προκλήθηκε έκπληξη και απειλή αντιποίνων, αλλά και σε όλα εκείνα τα μνημειώδη συνοριακά επεισόδια (με την τηλεοπτική έννοια του όρου) μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η εντολή των ελληνικών αρχών προς τους «σκοπιανούς» οδηγούς να βάφουν το σημείο του βυτιοφόρου τους που γράφει «Μακεδονία»...

ΣΤ. Σε συνάρτηση με τα προηγούμενα, η Ελλάδα, σαμποτάροντας παντοιοτρόπως τα Σκόπια, ήλθε σε ρήξη με αρχές - και πρακτικές αναγκαιότητες - που σχετίζονται: α) με ορισμένα ελληνικά συμφέροντα, εμπορικής, συγκοινωνιακής και τουριστικής υφής, β) με αντίστοιχα ενδιαφέροντα της ΕΟΚ ή μεμονωμένων μελών της (συν οι κοινοτικοί κανόνες περί ελεύθερης διακίνησης αγαθών, ανταγωνισμού κ.λπ.), και γ) με τις παγκόσμιες καπιταλιστικές «αξίες» της διεθνοποίησης της παραγωγής και του εμπορίου, της άρσης των ποικίλων φραγμών κ.ο.κ.

Ζ. Βέβαια, η κυβέρνηση της Ν.Δ. είχε να αντιμετωπίσει και μιαν άλλη βαθύτατη αντίφαση, την οποία - ελλείψει αντιπολιτευτικού λόγου - απώθησε στο πολιτικό της υποσυνείδητο. Ας δώσουμε στο ζήτημα μορφής ερωτήματος: μα δεν χαίρεται, αλήθεια, η κυβέρνηση της Ελλάδας, που διαλύθηκε η ομοσπονδιακή σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία, στην κατεύθυνση της «ελευθερίας» και της «οικονομίας της αγοράς»; Γιατί να υπερασπίζεται, ουσιαστικά, την τιτοϊκή ομοσπονδιακή σύλληψη (παράβαλε, όμως, επιχειρηματολογία περί μακεδονικού κρατιδίου εφευρήματος του Τίτο), αντί να αξιοποιεί πολιτικά την κατάρρευση της γιουγκοσλαβικής εκδοχής του «υπαρκτού σοσιαλισμού»;

Η ταυτόχρονα, η ελληνική πολιτικοστρατιωτική ηγεσία επιχείρησε μια χαρακτηριστική μετατόπιση, η οποία επίσης «πέρασε στα ψιλά των εφημερίδων»: ενίσχυσε την «αμυντική ετοιμότητα της χώρας» προς βορράν, χωρίς να αναφερθεί, βέβαια, σε κάποια υποχώρηση του «εξ' ανατολών κινδύνου». Άλλαξε, αν και όχι ρητά, το αμυντικό της δόγμα, θέτοντας σε πρόσθετες δοκιμασίες πάμπολλους στρατευμένους και αφήνοντας να εννοηθεί ότι στην αποστολή του ελληνικού στρατού περιλαμβάνεται και η δυναμική απώθηση Αλβανών και Γιουγκοσλάβων φυγάδων...

Θ. Κυρίως, όμως, η ελληνική πολιτική (και «πνευματική») ηγεσία χάθηκε σε έναν κυκεώνα λογικών αντιφάσεων, από την στιγμή που αποφάσισε να θέσει το θέμα σε επίπεδο ιστορικό επιστημονικό. Βασικά, βρέθηκε να αγωνιά και να εξανίσταται για ένα ζήτημα που, σε όλους τους τόνους και για μεγάλο διάστημα, χαρακτήριζε «ανύπαρκτο». Πράγματι, το να επιχειρεί κανείς να πείσει εαυτόν και αλλήλους ότι, στις 2 Αυγούστου 1944, κατασκευάσθηκε ένα έθνος, μία γλώσσα και ένα κρατίδιο (μαζί με τους πράκτορες του στην ελληνική Μακεδονία), αντιστοιχίζοντας όμως τους «σκοπιανούς» με τους αρχαίους Δάρδανους ή τους Σλάβους του 8ου μ.Χ. αιώνα και αποσιωπώντας την Επανάσταση του Ίλιντεν ή τις ελληνικές απογραφές του 1928 και του 1940, δεν περιποιεί και μεγάλη τιμή στην συνοχή της νοήσεως και την αξιοπιστία του...

Ι. Ήδη υπαινιχθήκαμε ότι η κυρίαρχη ελληνική αντίληψη και στάση στο πρόβλημα που επικράτησε να λέγεται Μακεδόνικο, είναι αντιφατική, ασυνεπής, ασυνεχής και ανέντιμη - αν η έννοια της «εντιμότητας» έχει κάποια σημασία στα πλαίσια του βαλκανικού γεωπολιτικού παιχνιδιού. Το θέμα, όμως, δεν είναι μόνον ηθικοπολιτικό. Είναι και εξόχως πρακτικό, με την έννοια ότι οι αστοί διαχειριστές της εξουσίας θα επιθυμούσαν να ευοδωθεί η πολιτική τους έναντι - ή σε βάρος - των Σκοπίων. Και ρωτάμε ευθέως: αν οι σλαβόφωνοι της Ελλάδας είναι ανύπαρκτοι και οι Έλληνες των Σκοπίων υπαρκτοί, αν υπάρχει Βόρειος Ήπειρος και ελληνική μειονότητα στην Αλβανία, αλλά οι αρβανίτες τσάμηδες είναι «προκάτ» και αν στην Πόλη υπάρχουν Έλληνες, αλλά στην Θράκη μουσουλμάνοι («μουσουλμανικής» γλώσσας και εθνικής προέλευσης, προφανώς), πιστεύουν οι ιθύνοντες ότι οι Ευρωπαίοι «θα μας πάρουν στα σοβαρά» ή ότι οι Τούρκοι, οι Αλβανοί και οι Σλαβομακεδόνες δεν θα βρουν επιχειρήματα έναντι των επίσημων ελληνικών θέσεων; Τους αρκεί, μήπως, η τεχνική προπαγανδιστική δυνατότητα τους να διαδίδουν τις θέσεις τους στα πλαίσια του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και να διασκευάζουν ή αποσιωπούν τις απόψεις των ανταγωνιστών τους και των Ευρωπαίων; Υπονοούμε ότι η ελληνική στρατηγική στο Μακεδονικό δεν είναι μόνον ηθικά και λογικά διάτρητη αλλά και καταδικασμένη σε αποτυχία.. '

Πράγματι, η επιβίωση της Μακεδονίας των Σκοπίων - για να χρησιμοποιήσουμε μια συμβατική και περιγραφική ονομασία - δεν θα εξαρτηθεί από την βούληση του Σαμαρά ή του Παπαθεμελή, αλλά από τον συσχετισμό δυνάμεων στην πρώην Γιουγκοσλαβία, τους ευρύτερους διεθνείς συσχετισμούς και τη δράση των ίδιων των ενδιαφερομένων. Αν η αντίσταση στα αδιέξοδα της ομοσπονδιακής αυτοδιαχειριστικής αδέσμευτης πορείας εκδηλώνεται σήμερα ως εθνική αποσχιστική δυναμική, η πολιτική κριτική οποιουδήποτε τρίτου δεν μπορεί να εκτείνεται ως την πολεμική ή διπλωματική αποτροπή αυτής της τάσης ή πραγματικότητας. Αυτό θα ήταν και καταδικαστέο και ατελέσφορο.

Υπάρχει, όμως, σλαβομακεδονικός ή σκοπιανός εθνικισμός και, αν ναι, έχει χαρακτήρα προοδευτικό ή συντηρητικό; Έχουν κάποια δόση αλήθειας οι ελληνικές αιτιάσεις περί χαρτονομισμάτων, Λευκού Πύργου, Solun κ.λπ.; Η απάντηση μας θα είναι, κατ' ανάγκην, τηλεγραφική: η απόκρουση του ελληνικού σοβινισμού δεν συνεπάγεται αποδοχή του σκοπιανού εθνικισμού. Και ορισμένες συμβολικές εκδηλώσεις του τελευταίου, κάθε άλλο παρά προοδευτικές θα χαρακτηρίζονταν. Ούτως ή άλλως, το περί τα Σκόπια κρατικό μόρφωμα δεν είναι ενιαίο, αδιαίρετο και ομοούσιο κοινωνικά ταξικά. Ούτε οι θέσεις του Γκλιγκόροφ συνοδεύονται και επικυρώνονται από δύο εκατομμύρια υπογραφές.

Αυτές, όμως, οι επιφυλάξεις δεν δικαιώνουν κανένα από τα σημεία της επίσημης επιχειρηματολογίας και πρακτικής. Η Ελλάδα φιλοδοξεί να αναλάβει οιονεί διευθυντικό ρόλο σε ορισμένες περιοχές των Βαλκανίων, επωφελούμενη από την κατάρρευση του «υπαρκτού» και τα οξύτατα εσωτερικά προβλήματα των γειτόνων της. Ειδικότερα, επιχειρεί να υπαγορεύσει τους όρους της στο ζήτημα της απόκτησης «διεθνούς υπόστασης» εκ μέρους της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, κρίνοντας προφανώς ότι αυτός ο ρόλος της είναι περισσότερο προσιτός. Ταυτόχρονα, επιχειρεί να δρέψει καρπούς στο ενδοκοινωνικό πεδίο, επισείοντας νέους εθνικούς κινδύνους και επιχειρώντας την ιδεολογική άμβλυνση ή απώθηση των αντικοινωνικών συνεπειών της οικονομικής της διαχείρισης. Κρίνουμε ότι αυτές οι απόπειρες της είναι αναποτελεσματικές, εκτός των άλλων και γιατί είναι αντιφατικές και ασυνεπείς, ενώ ταυτόχρονα δεν συνάδουν προς το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων. Δεν αρκεί, όμως, να είναι κανείς σαθρός για να καταρρεύσει.

Κάποιες ωστικές δυνάμεις θα πρέπει να συντελέσουν στην κατεδάφιση του... Υπαινισσόμαστε ότι η λεγόμενη αντιπολίτευση - παρά τους ιδιόρρυθμους και προσωρινούς λεονταρισμούς του ΚΚΕ - ούτε θέλησε, ούτε μπόρεσε να αρθρώσει, επί του προκειμένου, πολιτικό λόγο ικανό να παρενοχλήσει τα αυτιά του Προέδρου ή τα εθνικοενωτικά σενάρια...

Πάντως, το σχόλιο αυτό έχει καθοριστεί αφετηριακά από μια ειδικότερη ανάγκη: μας ενδιαφέρει να δείξουμε ότι η ελληνική πολιτική στο Μακεδονικό είναι αφ' εαυτής αποτυχημένη και αδιέξοδη. Νομίζουμε, δηλαδή, ότι - εκτός των άλλων - είναι κρίμα κι άδικο τόση δημοσιογραφική μελάνη να χύνεται, τόσες υποκλίσεις, συνεντεύξεις και παραπολιτικές φιλοτιμίες να κατατίθενται στα πόδια του απογόνου της Πηνελόπης Δέλτα και το αποτέλεσμα να συνοψίζεται στην επιβράδυνση της συνειδητοποίησης του γεγονότος ότι, από την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, προέκυψε και ένα μικρό κράτος ονόματι Δημοκρατία της Μακεδονίας. Είναι, τέλος, θλιβερό, την ώρα που η κυβέρνηση και το πολιτιστικό κατεστημένο επιστρατεύουν μέχρι και τους αρχαίους Δάρδανους, η λεγόμενη Αριστερά να στέκει αμήχανη και παραπαίουσα, αγνοώντας ή παρασιωπώντας το πρόβλημα και αρκούμενη στην ευκαιρία συνάντησης με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας... Με αυτά τα δεδομένα, αναρωτιέται κανείς αν πρέπει να απορεί περισσότερο με την «πέραση» που έχει ο Σαμαράς στα MME ή με την αισιοδοξία του Συνασπισμού ότι είναι υπαρκτή πολιτική δύναμη, ικανή να αναδείξει βουλευτές στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση...

Έγινε προσπάθεια να αναδειχθούν οι σαθρές ή αντιφατικές πλευρές της ελληνικής πολιτικής επί του προκειμένου, θα επισημανθεί, όμως, ότι ο κρατικός λόγος, και στην συγκεκριμένη περίπτωση, εμφανίστηκε τελικά συνεκτικός. Η κυβέρνηση της ΝΔ διευθέτησε αποτελεσματικά τις εσωτερικές διχογνωμίες, ρυμούλκησε την αντιπολίτευση σε μια γραμμή συνυπευθυνότητας - συνενοχής, διασκέδασε - προσωρινά, βέβαια, και εν μέρει - τις εντυπώσεις γύρω από την έλλειψη ερεισμάτων στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ και επηρέασε το ιδεολογικοπολιτικό κλίμα (MME, συλλαλητήρια, πολιτικοεπιστημονική εκστρατεία «διαφώτισης» κ.λπ.) υπέρ των θέσεων της. Ήδη σημειώθηκε ότι σε αυτό συνετέλεσε (θετικά ή δια παράλειψε ως) και η υποτιθέμενη Αριστερά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα περάσει ένα ήσυχο καλοκαίρι, αφού:

α) ανεξάρτητα από την (οποιαδήποτε) διπλωματική διευθέτηση, έχει αυτοδεσμευτεί να κρατήσει, απέναντι στα Σκόπια, στάση «ψυχροπολεμικού» χαρακτήρα, πράγμα που μόνον αρνητικά θα επηρεάσει τις βαλκανικές και διμερείς σχέσεις, τις ελληνικές συναλλαγές και τις σχέσεις Αθήνας-ΕΟΚ,

β) η ιδεολογική της επιτυχία στο εσωτερικό μέτωπο (συσπείρωση έναντι κάποιων πρόσθετων εθνικών κινδύνων) ούτε γενική και οριστική είναι, ούτε μπορεί να αντισταθμίζει επ' άπειρον την κοινωνική δυσαρέσκεια από τα οικονομικά και λοιπά πεπραγμένα της,

γ) η πολιτική της προκαλεί παρενέργειες (λ.χ. μετακινήσεις στρατιωτικών μονάδων στα σύνορα, «ιδέες» για παράταση της θητείας) και ενδέχεται να θίξει μερίδες του κοινωνικού δυναμικού της (εισαγωγείςεξαγωγείς κ.ά.),

δ) ο «εθνικός» ιδεολογικός λόγος της δεν είναι ούτε αραγής, ούτε πειστικός (επιλεκτική χρήση της Ιστορίας με επίκεντρο το ξεπερασμένο ιδεολόγημα της ιστορικής συνέχειας, ενότητας και καθαρότητας του ελληνικού έθνους, κινδυνολογία σε παράφωνη συνήχηση με υποτιμητικές αναφορές στους «φτωχούς και αδύναμους σκοπιανούς», αναδελφολογούσες αποστροφές περί «κακών ξένων» και πλήρης νομιμοφροσύνη έναντι της ΕΟΚ και των ΗΠΑ κο.κ.),

ε) τέλος, η ένταση του αυταρχισμού (ιδίως με την δικαστική καθιέρωση του «εγκλήματος γνώμης» που θα μπορούσε να τυποποιηθεί ως «διατύπωση γνώμης επί εθνικού θέματος, η οποία δεν συνάδει προς την κυβερνητική πολιτική», μαζί με την βαθμιαία συνειδητοποίηση του περιττού, αδιέξοδου και επιζήμιου της ελληνικής κόντρας με τα Σκόπια, αναμένεται να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά για την κυβέρνηση, στα πλαίσια του γενικότερα αρνητικού κλίματος που διαμορφώνουν τα υπόλοιπα «μέτρα» της...

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή