Η πολιτική στον αστερισμό του φόβου Εκτύπωση
Τεύχος 40, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1992


Η πολιτική στον αστερισμό του φόβου
της Σύνταξης

Η χρονιά με τα δεκατρία φεγγάρια
Να που αξιωθήκαμε να το ζήσουμε και αυτό! Μετά την αμφισημία της λυτρωτικής κραυγής περί «τέλους της ιστορίας», ήρθε η ίδια η πραγματικότητα να στηρίξει και ορθοθετήσει τα ταλαντευόμενα, αποκλίνοντα και μεμψίμοιρα «υποκείμενα» της («διανοουμένους» τους είπαν κάποιοι) που μέσα σε απειροστό ιστορικό χρόνο ήταν πρόθυμοι και έτοιμοι να ανταλλάξουν τα γκρίζα κοστούμια της διαρκώς προγραμματιζόμενης - πλην όμως αδιαλείπτως αναβαλλόμενης - «επανάστασης», με κάποια στριμωγμένη θέση κοντά στην πασαρέλα της νεοταξικής επίδειξης μόδας. Και μάλιστα, πολύ πριν ο πανδαμάτωρ χρόνος εξαλείψει από τη μνήμη μας τα όσα ηχηρά (και κενολόγα) επαναλάμβαναν επί δεκαετίες, αυτοί οι αρχιερείς της (ομαλής! για το όνομα του θεού, όχι ακρότητες!) εξέλιξης της κοινωνίας προς τα εμπρός. Δεν είχε όμως προλάβει να στεγνώσει το μελάνι στα κείμενα που συνέγραφαν οι νέοι βυζαντινολόγοι της ελευθερίας και δημοκρατίας, που τώρα ανατέλλει (και που, άλλωστε, πάντοτε πρέσβευαν, σε όποιο κόμμα κι αν ανήκαν!), και ολίγοι ασεβείς έσπευσαν να χαλάσουν τη συνταγή προσπίπτοντες σε αδέσποτες; σφαίρες και αιωρούμενα κλομπ των «οργάνων της τάξης». Μάλιστα, τούτο συνέβη σε δύο άκρες του κόσμου ταυτόχρονα. Στις συνοικίες των «υπανθρώπων» του Λος Άντζελες και στις κεντρικές λεωφόρους της Μπανκόγκ, στην Ταϋλάνδη. Η χρονική σύμπτωση είναι προφανώς εσκεμμένη, αποτέλεσμα των απανταχού ανατροπέων.

Οι ομοιότητες των δύο περιπτώσεων δεν εξαντλούνται στη μαζική υστερία βίας του «όχλου» (αυτολεξεί, ο χαρακτηρισμός του δελτίου ειδήσεων της ΕΤΙ για τις ταραχές του L.A.), αλλά ενέχουν βαθύτερες αλληλοσυσχετίσεις που ο προσεκτικός παρατηρητής είναι αδύνατον να παραβλέψει. Η σημειολογία των δύο εξεγέρσεων σημαδεύτηκε από δυο ταυτόσημες στάσεις που υποδηλώνουν το σέβας, αυθόρμητο ή εξαναγκασμένο. Ο απειθής «νέγρος» (χαρακτηρισμός που δόθηκε από τον Δημοκρατικό παράγοντα Κρις Σπύρου) που στάθηκε αφορμή για τα επεισόδια στο L.A. «εξηναγκάσθη εις γονυκλυσίαν» από τους αστυνομικούς, για να πειθαρχήσει. Η άρνηση του προκάλεσε την αλυσιδωτή αντίδραση που κατέληξε στις ταραχές. Ο αποπεμφθείς «πρωθυπουργός» της Ταϋλάνδης γονυπετής προσήλθε στον βασιλέα για να λάβει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, γεγονός στο οποίο μάλλον ατύχησε. Φαίνεται λοιπόν ότι ο «όχλος» γενικά απεχθάνεται το γόνυ και τον σεβασμό προς την ιεραρχία που η γονυκλισία υποδηλώνει. Και στις δύο περιπτώσεις, οι κρατούντες αγνόησαν αυτή τη μικρή λεπτομέρεια που ενδέχεται να είχε αλλάξει την τροπή των γεγονότων.

Εκείνο όμως που μας έκανε αλγεινή εντύπωση είναι ότι αυτή τη φορά τα μ.μ.ε. και το παγκόσμιο δίκτυο τηλεόρασης δεν έσπευσαν να καλύψουν απευθείας τα τεκταινόμενα σε διαρκή εικοσιτετράωρη βάση, όπως έκαναν στην εξέγερση του Πεκίνου το 1989 ή στο θεατρικό «πραξικόπημα» της Μόσχας το 1991. To CNN παρενέβαλε τα «L.A. spots» μεταξύ του πάντοτε χρήσιμου «Dollards and Sense» και του ψυχαγωγικού «The Hollywood Minute». Έτσι διασφαλίστηκε η ισορροπία του πολυεθνικού ακροατηρίου, το οποίο σε αντίθετη περίπτωση θα κινδύνευε να συνθλίβει από τον καταιγισμό βίας και να μην είναι σε θέση να απολαύσει την εσπερινή προέλαση σαδιστών, παρανοϊκών, ψυχανώμαλων κ.ά. δολοφόνων με ευρεία γκάμα φονικών όπλων. Όσο για την Ταϋλάνδη, η κάλυψη των συμβάντων ήταν ακόμη ελλιπέστερη προφανώς για να αντισταθμίσει την υπερβολή της δημοσιότητας του L.A.

Ο μετά τον ψυχρό πόλεμο κόσμος γνωρίζει να σέβεται τις ισορροπίες και να αποφεύγει τα άκρα: πρόκειται για την ολοκλήρωση της ειρηνικής συνύπαρξης σε όλα τα μέτωπα. Η λογοκρισία μαζί με τη δημοσιογραφική κάλυψη της επικαιρότητας, οι αγώνες κατά της ιμπεριαλιστικής επέμβασης των ΗΠΑ στο Βιετνάμ με τη γυμναστική και την υγιεινή διατροφή, οι νεκροί και τραυματίες στους δρόμους του L.A. με τα μαύρα παιδάκια γύρω από τον Πρόεδρο Μπους απευθύνοντα μήνυμα «συμφιλίωσης», τα νεκρά και πεινασμένα παιδιά στην Αφρική, την Αμερική, την Ασία δίπλα στα καλοθρεμμένα περιβαλλοντικά λόμπι του Ρίο. Η εποχή προσφέρεται ιδιαίτερα για την ολοκλήρωση ακόμη και των πλέον καταπιεσμένων τάσεων της ανθρώπινης υπόστασης. Βεβαίως, επειδή τώρα που κατέρρευσαν οι κομμουνιστικές δικτατορίες, και γενικότερα η ιδεολογική τρομοκρατία της Αριστεράς, ο διάλογος και η συνεννόηση είναι στην ημερήσια διάταξη, Γι αυτό και εν πολλοίς είναι ακατανόητο πως ο «ασεβής όχλος» επιλέγει κάποτε τις ίδιες μεθόδους, αμαυρώνοντας την εικόνα παγκόσμιας συνεργασίας που εγκαθιδρύθηκε πρόσφατα. Ίσως εδώ να βρίσκεται ένα σημείο αστάθειας που θα πρέπει να προσεχθεί στο μέλλον...

Γιατί στο μέλλον μπορεί να συμβούν πράγματα που δεν θα προφθάσει να επενδύσει με τη δική της πραγματικότητα η τηλεόραση, θα πάψουν τότε να είναι είδωλα εικόνες και θα φανούν σαν αυτό που είναι στ' αλήθεια: πραγματικότητα. Και τότε θ' αρχίσει το πραγματικό σκηνικό του τρόμου.

Cut! ανακράζει ο σκηνοθέτης. Και ο γράφων σταματά. Επιστροφή στα καθ' ημάς.

Οι τυχοδιώχτες του Ρίο
Ουδέποτε διανοήθηκε κανείς μέχρι σήμερα ότι η μέριμνα για το περιβάλλον είχε αγγίξει τόσο υψηλούς δείκτες ενδιαφέροντος ώστε να επιστεγαστεί από αυτή τη θερινή αποκριά του Ρίο. «Ενωμένοι για τη σωτηρία της Γης» αναφωνεί το εξώφυλλο του Time (1.6.92), επαναλαμβάνοντας το μέχρι στιγμής τελευταίο σλόγκαν που κυριάρχησε στην καμπάνια «οικολογικής ευαισθησίας» του Ιουνίου· τουλάχιστον, έσπασε τη μονοτονία της περί Μακεδονίας διαρκούς πένθιμης ελεγείας. Τι ακριβώς συνέβη λοιπόν, στο Ρίο ώστε να προπαγανδίζεται μ' αυτόν τον οικουμενικό και «αποκαλυπτικό» τρόπο; Όπως πάντα, οι γνώστες θα στέρξουν να μας πληροφορήσουν περί της οριακής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει ο πλανήτης από την αλόγιστη εκμεταλλευτική υπονόμευση της «φύσης» από τον «άνθρωπο». Κατά συνέπεια, εύλογη είναι η διεύρυνση του ενδιαφέροντος για το οικολογικό αίτημα, γεγονός που οδηγεί στην πολιτικοποίηση του και τον εξαναγκασμό των κρατών να ασχοληθούν με το πρόβλημα. Σύμφωνα με την άποψη αυτή το Ρίο αντιπροσωπεύει ένα σημείο καμπής στην απήχηση του οικολογικού αιτήματος: η οικολογία λαμβάνει τη θέση του αφοπλισμού ως πανανθρώπινου οικουμενικού αιτήματος που σήμερα πέφτει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Φυσικά, υπάρχει πάντοτε ο αντίλογος: πρόκειται για απάτη, σκηνοθετημένη παράσταση απατεώνων που στη συνέχεια θα αγνοήσουν παντελώς ό,τι θα συμφωνηθεί και θα χρησιμοποιήσουν το θεαματικό στοιχείο της συνάντησης ως «όπιο του λαού». Οι δύο απόψεις έχουν κοινό σημείο επαφής την αναγνώριση του κομβικού ρόλου της οικολογίας. Διαφέρουν ωστόσο ως προς την εκτίμηση της συγκυρίας: στην πρώτη περίπτωση, η ένταση της οικολογικής κρίσης είναι τέτοια που επιβάλλει την κοινή δράση, ενώ στη δεύτερη υπάρχει ακόμη ελεύθερο πεδίο για πολιτικάντικες μεθοδεύσεις. Συνεπώς, ενδιαφέρον για την εκτίμηση από μέρους μας του ζητήματος αυτού είναι το εύρος της οικολογικής κρίσης.

Τα φαινόμενα που συνοδεύουν αυτή τη συζήτηση είναι λίγο πολύ γνωστά: πλημμύρες, τυφώνες, ξηρασίες, ρύπανση της ατμόσφαιρας και των θαλασσών, λύματα και απόβλητα, ανεξέλεγκτη παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα, φαινόμενο θερμοκηπίου, εξασθένιση της στρώσης όζοντος, εξαφάνιση ειδών κ.ά. Όλα αυτά και πολλά συνοδευτικά φαινόμενα αναπτύσσονται δια μακρών σε κάθε εμπεριστατωμένη παρουσίαση της θεματολογίας αυτής της Παγκόσμιας Συνόδου για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, (βλ. Die Zeit, 1,5.92) The Economist, 30.5.92 και Time l. 6.92). Εκείνο που φαίνεται πάντως να δεσπόζει στη σύνοδο αυτή και γύρω από το οποίο θα επικεντρωθεί και στο μέλλον η διαμάχη και ο έντονος προβληματισμός, είναι αφενός το φαινόμενο του θερμοκηπίου και η ανάγκη περιορισμού της εκπομπής CC, ως μέσου αποτροπής των προβλεπόμενων καταστροφικών συνεπειών λόγω μιας ενδεχόμενης, έστω και μικρής ανόδου της θερμοκρασίας, αφετέρου δε ο τρόπος προστασίας της χλωρίδας και πανίδας της Γης από τις δραστηριότητες που στοχεύουν στην αξιοποίηση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Αυτά τα δύο κομβικά ζητήματα χρησιμοποιεί ως υποστυλώματα η νέα κυρίαρχη ιδεολογία της διαταξικής, συλλογικής και «πανανθρώπινης» ενοχής για το «θάνατο» του περιβάλλοντος από την απληστία και αδιαφορία του ανθρώπου. Ας δούμε, λοιπόν, στη συνέχεια ορισμένα σημαντικά σημεία που ιχνηλατούν την αναπότρεπτη πορεία προς το παραπάνω θέσφατο. Ίσως αυτά μας αποκαλύψουν τα βαθύτερα αίτια για τη σημερινή «παγκόσμια ευαισθησία» και συγχορδία.

Βορράς - Νότος. Η σύνοδος του Ρίο εκτιμάται γενικά ότι αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής των αντιθέτων πόλων μιας λανθάνουσας σύγκρουσης που οφείλεται σε μια από καιρό σοβούσα κρίση: τη διάσταση μεταξύ ανάπτυξης και υπανάπτυξης, όπου η τελευταία θεωρείται ως το ρεζερβουάρ που τροφοδοτεί την πρώτη. Πρόκειται για μια αντίληψη η οποία βρίσκεται στη βάση των τριτοκοσμικών θεωριών που άνθησαν κατά τη δεκαετία του '60, την εποχή των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων με σημεία αιχμής την «άνιση ανταλλαγή», τις πολυεθνικές, τη Διεθνή Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Πέρα από τα θεωρητικά προβλήματα που συνοδεύουν αυτή την ανάλυση, η σημερινή συγκυρία διαψεύδει εμπράκτως αυτή την άποψη περί ασυμφιλίωτης αντίθεσης μεταξύ των δύο πόλων στην παγκόσμια σκηνή: επί του προκειμένου, μια αόρατη διαχωριστική γραμμή συμπαρατάσσει στην ίδια όχθη εντελώς ετερόκλητες και άνισες δυνάμεις, μικρές αναπτυσσόμενες χώρες και τις ΗΠΑ, την μόνη παγκόσμια υπερδύναμη. «Εδώ σχηματίζεται ένας παράδοξος "συνασπισμός της άρνησης": από τη μια ένα μικρό κράτος του Τρίτου Κόσμου, που απορρίπτει επεμβάσεις στην "κυρίαρχη" εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του, και από την άλλη ένας βιομηχανικός γίγας που αρνείται τον περιορισμό της εκπομπής CΟ2 και την παροχή της αναγκαίας οικονομικής βοήθειας για μια οικολογική πολιτική ανάπτυξης του Νότου». (Ν. Kostede, Die Zeit, 24.4.92). Ο Νότος, ως σύγχρονο υποκατάστατο του Τρίτου

Κόσμου, είναι λοιπόν μια αδόκιμη κατηγορία που τείνει να συνενώσει εντελώς ανόμοιες χώρες και πολιτικές, για να μην αναφερθούμε βέβαια στο γεγονός ότι συγκαλύπτει την ενδογενή ταξική διαμάχη και τις πολιτικές αντιθέσεις στο εσωτερικό των χωρών, τα φασιστοειδή και διεφθαρμένα καθεστώτα που ενδύονται τον φωτοστέφανο του τριτοκοσμικού μάρτυρα!

Υπερπληθυσμός. Αν η προηγούμενη αντίθεση εκτίθεται κυρίως για να στιγματίσει τη βουλιμία του Βορρά και την αθωότητα του Νότου, η μονοσήμαντη αναφορά στον υπερπληθυσμό εξισορροπεί την προηγηθείσα μονομέρεια. Δεν θα αναφερθούμε σε όλα εκείνα τα επιχειρήματα που αποδεικνύουν την αδυναμία της Γης να «θρέψει» τον καλπάζοντα υπερπληθυσμό των φτωχών χωρών (διότι προφανώς εδώ έγκειται η ουσία του υπερπληθυσμού: φτώχεια και αγραμματοσύνη, Economist 30.5.92). Διότι οι στατιστικές αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο: ότι δηλαδή η παραγωγή τροφίμων αυξήθηκε θεαματικά τις τελευταίες δεκαετίες με ποσοστά άνω του 50% στις χώρες της Ασίας, και πολύ περισσότερο στις αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης και της Β. Αμερικής. (Κ. Kruse, Die Zeit, Π.4.92). Όσο για την Αφρική, το βάρος της κρίσης διατροφής του πληθυσμού ανάγεται μάλλον στην καταστροφή των παραδοσιακών καλλιεργειών και τρόπων παραγωγής χωρίς ταυτόχρονη υποκατάσταση τους από βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις, μαζί με την κοινωνική αποσύνθεση λόγω εμφύλιων πολέμων, συγκρούσεων ανάμεσα σε φυλές κ.λπ., μετά το τέλος της αποικιοκρατίας, παρά σ' αυτόν καθεαυτό τον υψηλό ρυθμό πληθυσμιακής αύξησης. Έτσι λοιπόν, αυτό που προβάλλει ως «φυσικό αίτιο», είναι μάλλον επακόλουθο συγκεκριμένων πολιτικών και κοινωνικών συσχετισμών.

Κλίμα. Ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η σύνοδος του Ρίο είναι η συνειδητή επέμβαση των κρατών στις διαδικασίες που τείνουν να εκτρέψουν τις κλιματολογικές συνθήκες από τη «φυσιολογική» εξελικτική πορεία τους. Πρόκειται για φαινόμενα που περιλαμβάνουν την άνοδο της θερμοκρασίας, το λιώσιμο των πάγων, την επέκταση θεομηνιών, την καταστροφή καλλιεργειών, τους ανεξέλεγκτους τυφώνες, γενικά ένα καταστροφικό κλιματολογικό σενάριο που φαίνεται να διαγράφεται στον ορίζοντα (R. Loske και F. Vorholz, Die Zeit, 1.5.92). Αίτιο για τούτη την ανεξέλεγκτη καταστροφική πορεία φέρεται ότι είναι η αλόγιστη χρήση ενέργειας. Και δω διακρίνουμε πάλι τη συμμαχία των άκρων: οι ΗΠΑ αρνούνται τον έλεγχο της ενεργειακής κατανάλωσης τους, ενώ οι χώρες του Τρίτου Κόσμου θα χρησιμοποιήσουν την προοπτική αυξημένων ενεργειακών αναγκών τους ως όπλο εναντίον των βιομηχανικών χωρών, πουλώντας ακριβά την όποια εγκράτεια θα επιδείξουν. Το κλίμα αποτελεί λοιπόν το έδαφος επί του οποίου διαδραματίζεται η διελκυστίνδα αξιώσεων, απειλών, εκβιασμών και συγκρούσεων. (C. Wernicke, Die Zeit, 17.4.92). Όμως πόσο αξιόπιστα είναι τα στοιχεία που αποτελούν το πλαίσιο των νέων αναμετρήσεων;

Η επιστήμη στο θερμοκήπιο. Σήμερα αποτελεί πλέον κοινό τόπο ότι η Γη διέρχεται περίοδο ανόδου της μέσης θερμοκρασίας της, οφειλόμενη στην αυξημένη εκπομπή CO2 και άλλων αερίων που συντείνουν στον εγκλωβισμό θερμότητας, αλλιώς φαινόμενο θερμοκηπίου. Δεν συνέβαινε το ίδιο πριν από μόλις 5 χρόνια: τότε υπήρχαν ακόμη κάποια ερωτηματικά. Τι συνέβη στο μεταξύ; Φαίνεται ότι κάτι σαν μαζική επιδημία κατέλαβε επιστήμονες και πολιτικούς, γεγονός που ενθρόνισε το «θερμοκήπιο» στη θέση μιας ακλόνητης επιστημονικής αλήθειας, θα περίμενε κανείς ότι όλα αυτά είναι αποτέλεσμα αδιάσειστων επιστημονικών στοιχείων: δεν υπάρχει όμως τίποτε άλλο από πρότυπα προσομοίωσης μέσω υπολογιστή και μια χιονοστιβάδα δημοσιεύσεων που στο διάβα της συμπαρασύρει τα πάντα, δημιουργώντας μια νέα «κοινή γνώμη» πεπεισμένη για «αλήθειες» που την ακρίβεια τους ουδόλως ελέγχει! Όμως η ακρίβεια των υπολογισμών καi των μοντέλων είναι αμφισβητήσιμη. Διότι, όταν ένα σχετικά ελέγξιμο σύστημα όπως είναι η μετεωρολογική πρόβλεψη εμφανίζει αστάθειες που επιτρέπουν μόνο τη βραχυπρόθεσμη πρόγνωση, τότε αναρωτιέται κανείς πώς ένα εξαιρετικά σύνθετο σύστημα με τόσες άγνωστες και ανεξέλεγκτες παραμέτρους, όπως είναι το κλίμα της υδρογείου, μπορεί να προσομοιωθεί για το προσεχές μέλλον. Γι αυτό και εκφράζονται αντιρρήσεις απέναντι σ' αυτή την περίεργη γενική συμφωνία:

- Ακόμη και οι υπερυπολογογιστές δεν είναι σε θέση να αναπαραστήσουν τη μακροπρόθεσμη εξέλιξη με την προσήκουσα χωρική διακριτότητα.

- Οι φυσικές ιδιότητες των νερών και άλλων τυρβωδών στοιχείων δεν είναι ακόμη αρκετά κατανοητές για να ενσωματωθούν σε μοντέλα.

Γι αυτό, τα σημερινά μοντέλα που διαθέτουμε έχουν στην καλύτερη περίπτωση πειραματικό χαρακτήρα, με αμφίβολη αναφορά στην πραγματικότητα. Κανένα μοντέλο δεν είναι σε θέση να εξηγήσει πώς πραγματώνεται η μέση θερμοκρασία της Γης ή με βάση ποια αρχή κατανέμεται από τον ισημερινό ως τους πόλους, χωρίς να κάνει αυθαίρετες υποθέσεις» (R.S. Lindzen, Die Zeit, 1.5.92). Συνήθως υποτίθεται ότι η άνοδος της θερμοκρασίας θα ενισχυθεί από θετική ανάδραση, μπορεί όμως να συμβεί και το αντίθετο. Ή ακόμη και στην πρώτη περίπτωση, ασαφές παραμένει αν θα πραγματοποιηθεί το καταστροφικό σενάριο ανόδου της στάθμης των υδάτων (The Environment Survey, Economist, 30.5.92).

Γιατί λοιπόν αυτή η μαζική, καταναγκαστική ομοφωνία στο καταστροφικό σενάριο; Όπως θα δούμε παρακάτω, το κλειδί για την ερμηνεία των φαινομένων μπορεί να βρίσκεται στα μέτρα που θα πρέπει να υιοθετηθούν μακροπρόθεσμα και στις νέες πολώσεις που θα προκύψουν. Δεν είναι εξάλλου η πρώτη φορά που η «επιστήμη» θα αμβλύνει τα κριτήρια της προκειμένου να υπηρετήσει μερικές συγκυριακές στοχεύσεις.

Το όζον (μια παρένθεση): Μιλώντας για πόλωση των επιστημονικών δεδομένων, χρήσιμο είναι να σταθούμε για λίγο στην «τρύπα του όζοντος». Με βάση τις μειωμένες τιμές του όζοντος στους χειμερινούς μήνες στο βόρειο ημισφαίριο, είχε προβλεφθεί μια «τρύπα όζοντος» για το καλοκαίρι. Η πρόβλεψη αποδείχθηκε εσφαλμένη. Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν τα ακριβή αίτια των αυξομειώσεων του πάχους της στρώσης όζοντος: εμπειρικά διαπιστώνουν τη σχέση αντίστροφης αναλογίας που έχει με την υψηλή πίεση. Όμως δεν διαθέτουν θεωρία, πέραν της επίδρασης των χλωροφθορανθράκων που είναι γνωστή και τείνει να ελεγχθεί. Κάποιο ρόλο στη μείωση της στρώσης του όζοντος μπορεί να έπαιξε το ηφαίστειο Πινατούμπο στις Φιλιππίνες. Πάντως ο συναγερμός που σήμανε δεν ήταν πραγματικός και - το κυριότερο - δεν αναιρέθηκε. Ίσως, διότι οι κραυγές που επισύρουν δημοσιότητα είναι χρήσιμες για να προσελκύσουν τις επιχορηγήσεις ερευνητικών προγραμμάτων (Η. Schuh, Die Zeit, 17.4.92).

Η βιολογική ποικιλότητα. Κατ' αρχάς πρόκειται για προφανή και αυταπόδεικτο στόχο που οφείλει να έχει το ανθρώπινο είδος - να προστατευθεί η ποικιλία των ειδών που απειλείται διαρκώς από την αλλαγή των όρων διαβίωσης τους σε ένα περιβάλλον που διαρκώς υποβαθμίζεται. Ως αρχή, ουδεμία αντίρρηση επιδέχεται. Η πολλαπλότητα και ποικιλότητα των ειδών είναι ένα μέσον με το οποίο διασφαλίζεται η διατήρηση τους μπροστά στους κινδύνους και επιδημίες που αντιμετωπίζουν. Όμως από την άλλη, η αλλαγή του περιβάλλοντος που συνιστά την απειλή είναι εξίσου ζωτική για τις αναπτυσσόμενες χώρες: «τα βάση είναι πόρος ώριμος προς εκμετάλλευση: γη που μπορεί να καλλιεργηθεί, δωρεάν πηγή καυσίμων και χώρος αποθήκευσης εξωτικής ξυλείας που αποδίδει υψηλά κέρδη αν εξαχθεί» (Time, 1.6.92). Άρα το πρώτο ζήτημα που ανακύπτει αφορά ένα πρωτογενές δούναι λαβείν: με τι αντιστάθμισμα θα διατηρήσουν τη βιολογική πολλαπλότητα οι αναπτυσσόμενες χώρες;

Ένα δεύτερο και εξίσου σημαντικό ζήτημα αναφέρεται στην παραγωγική διάσταση της βιολογικής ποικιλότητας: τις βιοτεχνολογίες. Κάθε γενετικά χειραγωγημένος οργανισμός μπορεί να διασφαλιστεί ως ευρεσιτεχνία, εφόσον είναι εκμεταλλεύσιμος. Δεν ισχύει το ίδιο για το φυσικό γενετικό υλικό, παρόλο που μπορεί να έχει και αυτό αξία χρήσης: κλασικό παράδειγμα εδώ είναι φυτά με θεραπευτικές ιδιότητες που δεν κατοχυρώνονται αναλόγως (Economist, 30.5.92). Όμως, αμφίβολο είναι αν η ίση μεταχείριση θα είχε θετικά αποτελέσματα: το εκμεταλλεύσιμο γενετικό υλικό θα είχε θετική αντιμετώπιση, ενώ όσοι οργανισμοί δεν προσφέρονται για άμεση «αξιοποίηση» θα αντιμετωπίσουν την αδιαφορία και τελικώς την εξαφάνιση. Η προστασία μπορεί λοιπόν να είναι το διαβατήριο για «βιολογικές μονοκαλλιέργειες» στη βάση της μέγιστης αποδοτικότητας. (G. Venzky, Die Zeit, 17.4.92). Τα παραδείγματα από τις αναπτυγμένες χώρες στον τομέα της γεωργίας και κτηνοτροφίας προϊδεάζουν για τα ακόμη καταστροφικότερα σενάρια που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι χώρες του Τρίτου Κόσμου. Είναι δε τραγελαφικό το γεγονός ότι τους όρους για τη διατήρηση της βιολογικής πολλαπλότητας θα υπαγορεύουν οι χώρες εκείνες που έχουν μακρότατη παράδοση στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση: την ομογενοποίηση της παραγωγής στους αποδοτικότερους κλάδους και την συνακόλουθη υπαγωγή τους περιβάλλοντος και της βιολογικής υποδομής στις επιταγές της αποδοτικής μονομέρειας.

Γίνεται λοιπόν φανερό ότι το (καλό ή κακό) αποτέλεσμα στο ζήτημα της βιοποικιλότητας θα αποτελεί προϊόν μιας (καλής ή κακής) συναλλαγής.

Οικονομική συναλλαγή. Τουλάχιστον σ' αυτό το σημείο θα πρέπει να έχει καταστεί σαφές ότι η όλη συζήτηση περί επιστημονικά τεκμηριωμένης ανάγκης για συνεννόηση όλων των χωρών προκειμένου να διασφαλιστεί το μέλλον της Γης, μπορεί κάλλιστα να παρασταθεί στον (αφηρημένο) χώρο των οικονομικών διεργασιών, ειδικότερα των οικονομικών συναλλαγών. Είναι καταρχάς προφανές ότι η οικονομική συναλλαγή αφορά το χειροπιαστό σκέλος των μεταβιβάσεων χρηματικών πόρων: ο ρυπαίνων πληρώνει (το κράτος), το κράτος επιχορηγεί (τη μη ρυπαίνουσα βιομηχανία), τα κράτη επιχορηγούν (άλλα κράτη) προκειμένου να εξασφαλίσουν την α' ή β' στάση στα ζητήματα που ενδιαφέρουν κατά την τρέχουσα περίοδο: ενεργειακές πηγές που προτιμώνται, τεχνολογία που χρησιμοποιείται, ενέργεια που καταναλώνεται, απόβλητα που παράγονται, ρύπανση που προκαλείται. Αλλά διαφαίνεται και κάτι νέο. Ενώ πριν από μια δεκαετία η συζήτηση επικεντρωνόταν κυρίως στους κινδύνους από τη χρήση πυρηνικής ενέργειας, σήμερα εστιάζεται στις συμβατικές πηγές ενέργειας και την παραγωγή CO2. Επίδικο αντικείμενο: η μεταφορά τεχνολογίας στις αναπτυσσόμενες χώρες. Τρόπος: όχι πια η αναπτυξιακή βοήθεια προς τις υπανάπτυκτες χώρες, αλλά κίνητρα για επενδύσεις, όπως προτείνει η World Energy Coalition, ένας όμιλος επιχειρηματιών, επιστημόνων και κρατικών παραγόντων, που επιθυμεί να δει νέες ευκαιρίες να διανοίγονται για την επένδυση venture capital στον Τρίτο Κόσμο. (R. Loske και F. Vorholz, Die Zeit, 15.5.92). Λύση είναι λοιπόν το άνοιγμα στον ανταγωνισμό και σ' αυτόν τον τομέα, προκειμένου το (καθαρό) κεφάλαιο να αποκτήσει ευκαιρίες αξιοποίησης (και υπεραξίωσης).

Όταν όμως μιλά κανείς για συναλλαγή δεν λειτουργεί αφαιρετικά ως προς την υπάρχουσα κατάσταση, δηλαδή πρακτικά τη χρέωση των περισσότερων χωρών του Τρίτου Κόσμου. Το χρέος αυτό εξελίσσεται στη βάση του φαύλου κύκλου που επιβάλλουν το ΔΝΤ και η ΔΤ: πολιτικές λιτότητας και «εξυγίανσης» σε νεοφιλελεύθερο - μονεταριστικό φόντο με ένταση της εξαγωγικής προσπάθειας και μείωση της κατανάλωσης προκειμένου να αποπληρωθεί το χρέος, ενώ από την άλλη πλευρά η στασιμότητα των συνομιλιών του GATT για την απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου στο GATT αποστερεί τις χώρες αυτές από τα μέσα που υποτίθεται ότι θα ολοκλήρωναν την πολιτική θυσιών. Η οικονομική συναλλαγή για το περιβάλλον μεταξύ αναπτυσσόμενων και αναπτυγμένων χωρών θα ενταχθεί, λοιπόν, φυσιολογικά στο πλαίσιο του υφιστάμενου χρέους και των υποχρεώσεων που απορρέουν απ' αυτό. (C. Wernicke, Die Zeit, 29.5.92). Κινδυνεύει να αποκτήσει και αυτή το φαντασιακό περιεχόμενο εκείνης της εικονικής αξίας του χρέους, που ανατοκιζόμενο ανέρχεται σε πολλαπλάσια των ετήσιων εξαγωγών, και αναμένει την αναπόφευκτη αναπροσαρμογή του, λειτουργώντας όμως στο ενδιάμεσο διάστημα ως μοχλός πίεσης προς τη χρεωμένη χώρα.

Όμως θα ήταν σφάλμα να περιορίσουμε το ζήτημα των οικονομικών συναλλαγών στις σχέσεις αναπτυσσόμενων - αναπτυγμένων χωρών. Ο κύριος όγκος των άμεσων ή έμμεσων συναλλαγών αφορά τις σχέσεις μεταξύ των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Δεν είναι μόνο ότι οι περιβαλλοντικά προσανατολισμένες ρυθμίσεις και περιορισμοί, αν δεν διεθνοποιηθούν, αλλοιώνουν τον ανταγωνισμό - έχει αποδειχθεί ότι αποτελούν κίνητρο τεχνολογικών καινοτομιών και πρόκριμα για την απόκτηση προβαδίσματος στην παγκόσμια αγορά, όχι μόνο σε αντιρρυπαντικές τεχνολογίες. Επιπρόσθετα είναι και κάποιο είδος «προωθητικού» προστατευτισμού, εφόσον συνδυάζονται με αντίστοιχες νομοθετικές ρυθμίσεις (π.χ. ανακύκλωσης υλικών), διότι δίνουν το προβάδισμα στους εγχώριους κατασκευαστές έναντι των ξένων ανταγωνιστών, ενώ δεν παραβιάζουν τους κανόνες του GATT εφόσον αντιμετωπίζουν σε ίση βάση εισαγωγές και εξαγωγές (Economist, 30.5.92). Εδώ φαίνεται η πλεονεκτική θέση που έχει κατακτήσει η Γερμανία με την ιστορική προπόρευσή της σε ζητήματα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, ενώ ακολουθεί κατά πόδας η Ιαπωνία η οποία μέσα σε μια δεκαετία αντέστρεψε την τάση και αναδείχθηκε - μέσα από έντονο κρατικό παρεμβατισμό - σε πρωτοπόρα δύναμη εξοικονόμησης ενέργειας και περιβαλλοντικής τεχνολογίας. Δεν πρόκειται, βέβαια, για σεβασμό των οικολογικών ισορροπιών και διεργασιών, αλλά για αξιοποίηση μιας νέας αγοράς που έχει αναδειχθεί μέσα από τις ίδιες τις αντιφάσεις και αδύνατες πλευρές του καπιταλιστικού συστήματος (G. Blume και Ch. Yamamoto, Die Zeit, 24.4.92).

Οικονομία - Οικολογία: μια εύκολη συμβίωση. Συνήθως διατυπώνεται η απολύτως αντίθετη θέση, περί ασυμβίβαστου και ανατρεπτικού χαρακτήρα της οικολογίας. Πρόκειται για την οικολογία - υποκατάστατο της αδύνατης επανάστασης ή για την εκδοχή του θεοκρατικού οικοναϊβισμού που θεωρεί ότι η όξυνση της οικολογικής κρίσης, η «οικολογική καταστροφή» όπως την ονομάζουν, αποτελεί την εκδίκηση της «φύσης» - μια από μακρού αναμενόμενη εκδίκηση - απέναντι στον «άνθρωπο» για την οικονομική ανάπτυξη και την τεχνολογία. Και στις δύο εκδοχές της, η οικολογική μονομανία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, γεγονός που εύκολα διαπιστώνεται αν ρίξει κανείς μια ματιά στα στοιχεία.

Όπως φάνηκε και τον 19ο αιώνα με την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, όριο του καπιταλιστικού συστήματος είναι μόνον ο ίδιος ο εαυτός του (και, ας το πούμε, έστω και αν είναι εκτός εποχής, η επανάσταση). Υπ' αυτή την έννοια, η όξυνση της οικολογικής κρίσης δεν αποτελεί όριο για τον καπιταλισμό, αλλά απαρχή αναδιάρθρωσης. Η βιομηχανία «φιλικών προς το περιβάλλον» προϊόντων ανθεί ήδη στις αναπτυγμένες χώρες: από το ηλεκτρικό αυτοκίνητο έως το ηλιακό κύτταρο, η αγορά αυτή είναι ήδη της τάξης των 200 δις. δολαρίων κατ' έτος (Time, 1.6.92). Μάλιστα αποδεικνύεται ακριβώς το αντίθετο απ' αυτό που κουραστικά επαναλαμβάνει η δημοσιογραφική πανσοφία: οι χώρες με αυστηρότερες περιβαλλοντικές νόρμες (Γερμανία, Ιαπωνία κ.λπ.) προηγούνται στις καινοτομίες και τα μερίδια της παγκόσμιας αγοράς έναντι των χωρών εκείνων που σπαταλούν πόρους και «περιβάλλον» (π.χ. ΗΠΑ). Συνήθως η προσπάθεια αυτή έχει ως αφετηρία κρατικές επιδοτήσεις και κίνητρα (π.χ. χώρες ΕΟΚ), όμως τα σημάδια είναι ήδη αισθητά και στο επίπεδο της αγοράς: οι αυτοκινητοβιομηχανίες πολλών χωρών ήδη συμφώνησαν σε κάποιες αρχές διαχείρισης των φυσικών πόρων και αντιρρύπανσης (Time, 1.6.92). Πρόκειται φυσικά για αναδιαρθρώσεις που υφίσταται η παραγωγική διαδικασία, για μετατοπίσεις των ειδικών βαρών μεταξύ κλάδων και αναδιατάξεις στο χώρο της παραγωγής. Όμως, σε καμιά περίπτωση δεν ευσταθεί η μυθολογία περί «ορίων της ανάπτυξης», «ανάγκης ριζικής αναπροσαρμογής» του τρόπου παραγωγής, και άλλων ηχηρών. Όπως συμβαίνει και σε μια σειρά άλλες περιπτώσεις, ο καπιταλισμός αποδεικνύεται πολύ πιο αποτελεσματικός και επαναστατικός από τα «ρηξικέλευθα» φληναφήματα των αιωνίων αναμορφωτών του. Όσο για το βραχυπρόθεσμο διάστημα προσαρμογής υπάρχουν και πιο πεζές λύσεις: «Μια ιδιομορφία των διεθνών περιβαλλοντικών συμφωνιών είναι η συμμετοχή σ' αυτά μη κρατικών οργανώσεων. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τα αντιπυρηνικά κινήματα να διαδραματίζουν εποικοδομητικό ρόλο στις συνομιλίες για τον αφοπλισμό, όπως τα "πράσινα" λόμπυ συμμετέχουν ενεργά σε πολλές περιβαλλοντικές διαπραγματεύσεις. Επειδή μάλιστα έχουν την ικανότητα να κινητοποιούν τη λαϊκή διαμαρτυρία, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο να ενθαρρύνουν τις κυβερνήσεις να τηρούν τις υποσχέσεις της». (The Environment Survey, The Economist, 30.5.92).

Η πολιτική οικονομία του Ρίο. «"Μεταξύ μας τώρα", αφέθηκε να μονολογεί ο Lawrence Summers, από τους βασικούς οικονομολόγους της Διεθνούς Τράπεζας, σε ένα σημείωμα που διέρρευσε στον Economist τον Φεβρουάριο, "γιατί να μην ενθαρρύνει η Διεθνής Τράπεζα την ενίσχυση της μεταφοράς ρυπογόνων βιομηχανιών σε αναπτυσσόμενες χώρες;"

Ο κ. Summers ανέφερε τρεις λόγους για την αμφιλεγόμενη πρόταση του. Πρώτον, το κόστος της ρύπανσης εξαρτάται από τα κέρδη που χάνονται λόγω θανάτων και ατυχημάτων, τα οποία είναι χαμηλότερα στις πιο φτωχές χώρες. Γι αυτό, "πιστεύω ότι δεν επιδέχεται ψόγο η λογική που θέλει να αποθηκεύονται τα τοξικά απόβλητα στις χώρες με το χαμηλότερο μισθό· άρα θα πρέπει να την αντιμετωπίσουμε". Δεύτερον, το κόστος της ρύπανσης αυξάνεται δυσανάλογα με το ύψος της ρύπανσης, άρα η ρύπανση των καθαρότερων σημείων του κόσμου μπορεί να είναι λιγότερο επιζήμια από το να ρυπαίνονται τα ήδη βρώμικα μέρη. Τρίτον, οι άνθρωποι αποδίδουν περισσότερη αξία σε ένα καθαρό περιβάλλον όταν έχουν υψηλότερο εισόδημα. Αρα το κόστος της ρύπανσης θα μειωθεί αν οι ρυπαίνουσες βιομηχανίες μεταφερθούν από τις πλούσιες στις φτωχές χώρες». (The Environment Survey, Economist, 30.5.92).

Αυτά τα απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο μετά το «Ρίο», έως ότου εκλείψουν τα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» που διαθέτουν οι φτωχότερες χώρες στο ζήτημα του περιβάλλοντος, διαδικασία που και αυτή υπάγεται στους νόμους και κανόνες του διεθνούς εμπορίου και της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς.

Το αμερικάνικο όνειρο
Η ρατσιστική ετυμηγορία του δικαστηρίου στο Λος Άντζελες έφερε στην επιφάνεια τις κακοφορμισμένες πληγές μιας βαθιά διχασμένης χώρας. Επιφανειακά, η εξέγερση αφορούσε το φυλετικό πρόβλημα· ουσιαστικά εδράζεται σε ταξικές και πολιτισμικές ανισότητες και τραγικά χάσματα. Η βία του γκέτο χτύπησε και σύντριψε το ήδη τραυματισμένο αμερικάνικο όνειρο που είχε καταρρεύσει στον εσωτερικό δακτύλιο των απροσπέλαστων μεγάλων αμερικανικών πόλεων: κατά τη δεκαετία του '80, το μαύρο στοιχείο βυθίστηκε ακόμη βαθύτερα στον σύγχρονο αμερικάνικο καιάδα και αποτελεί σήμερα το απειλητικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο πατάνε επιχειρώντας την (σχεδόν αδύνατη) κοινωνική άνοδο οι άλλες έγχρωμες μειονότητες (Ασιάτες, Λατίνοι) αλλά και οι λευκοί sans culottes. Και τούτο παρά τη μερική έξοδο από το αστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης μέρους της μαύρης «μεσαίας τάξης», απόρροια και αυτή των κοινωνικών προγραμμάτων βοήθειας της δεκαετίας ' του '60, τα οποία στο μεταξύ παραπέμφθηκαν στις ελληνικές καλένδες. Μερικά στατιστικά στοιχεία δίνουν την εικόνα:

- Τα μαύρα νοικοκυριά με δυο γονείς (κυρίως στα προάστια), εμφανίζουν ποσοστό κάτω από το όριο φτώχειας 18%. Όπου υπάρχει μόνο ένας γονέας (κυρίως το γκέτο) το ποσοστό ανεβαίνει στο 61%.

- Στις αστικές περιοχές γενικά, το ποσοστό των μαύρων κάτω από το όριο φτώχειας κυμαίνεται μεταξύ 25% (Λος Αντζελες) και 35% (Σικάγο), ενώ το αντίστοιχο των λευκών μεταξύ 5% (Φιλαδέλφεια) και 12% (Λος Άντζελες).

- Η απευθείας βοήθεια (επιδόματα κ.λπ.) από το κράτος μειώθηκε αισθητά από 10% (1980) σε 4% (1990).

- Η κρατική επιδότηση σε ζητήματα στέγης, για παράδειγμα, είναι χαρακτηριστικά πολωμένη: το 56% των πόρων διοχετεύεται στο πλούσιο 20% των Αμερικανών, ενώ το φτωχό 20% είναι αποδέκτης του 17% των πόρων (όλα τα στοιχεία από Economist, 9.5.92).

Τα 12 τελευταία χρόνια ακραίου φιλελευθερισμού στις ΗΠΑ ευθύνονται σαφέστατα για όλα αυτά, αλλά και για μια σειρά άλλα ενδιαφέροντα συμπτώματα, όπως το υψηλό ποσοστό ασθένειας από AIDS - 28,8% των θυμάτων είναι μαύροι (που αποτελούν το 12,5% του πληθυσμού), (Liberation, 2.5.92).

Είναι λοιπόν απολύτως ορατή η διαχωριστική γραμμή που διαπερνά την αμερικανική κοινωνία και ορίζει τους «εντός» και τους «εκτός»: η αποστολή στρατού για καταστολή των ταραχών αποτελεί φωτεινό παράδειγμα έμπρακτου και εμπράγματου ορισμού του «εσωτερικού εχθρού», λαμπρό υπόδειγμα για τους απανταχού συνταγματολόγους που σίγουρα θα αναζητούν γλαφυρά παραδείγματα για τις πανεπιστημιακές παραδόσεις τους.

Αν ο εσωτερικός εχθρός κατέστη δυνατόν να εντοπιστεί διαμέσου της «μαύρης εξέγερσης», ο εξωτερικός «εχθρός» είναι αρκετά δυσδιάκριτος ιδίως στην εποχή του τέλους του ψυχρού πολέμου. Μετά τη νικηφόρα διευθέτηση της κρίσης με το Κουβέιτ, γεγονός που ανέδειξε τις ΗΠΑ σε ηγεμονική στρατηγική υπερδύναμη που διασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς πετρελαίου και των πρώτων υλών γενικότερα, η ηγέτιδα δύναμη βρέθηκε αντιμέτωπη με όλα τα καθημερινά προβλήματα που αναδεικνύει η διαχείριση μιας ηγεμονίας.

- Η απελευθέρωση των αγορών απαιτεί και την απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου. Εδώ παραμένει το αγκάθι των διαπραγματεύσεων του GATT με επίδικα αντικείμενα τις υπηρεσίες, την υφαντουργία και τα αγροτικά προϊόντα, αλλά και σημαντικά σημεία τριβής τη μικροηλεκτρονική και το αυτοκίνητο (με την Ιαπωνία). Η υποχώρηση της ΕΟΚ λύνει μέρος μόνο του κόμβου, διότι από τις διαπραγματεύσεις αυτές δεν κρίνονται μόνο οι εντός του G7 ισορροπίες. Οι χώρες του Τρίτου Κόσμου που «εξυγιάνθηκαν» από το ΔΝΤ και τη ΔΤ αδυνατούν να βγουν από το αδιέξοδο της υπερχρέωσης, όσο το διεθνές εμπόριο συρρικνώνεται ή απελευθερώνεται επιλεκτικά, με επιπτώσεις και στο ίδιο το πιστωτικό σύστημα των καπιταλιστικών χωρών. (Ν. Piper, Die Zeit, 27.3.92).

Η ισορροπία μεταξύ των οικονομιών των μεγάλων καπιταλιστικών χωρών οφείλει να μεταβάλλεται κατά προβλέψιμο τρόπο, ώστε να αποφεύγονται κραδασμοί που μπορεί να έχουν απρόβλεπτες συνέπειες τύπου αλυσιδωτής αντίδρασης. Σήμερα υπάρχουν κάποια σημάδια που δείχνουν αλλαγή των παραμέτρων του παιχνιδιού: οι ΗΠΑ εμφανίζουν μετά από μακρά περίοδο ύφεσης βραδεία ανάκαμψη, ενώ η Ιαπωνία εισέρχεται σε ύφεση με καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Κρίση διέρχεται και η βιομηχανία ηλεκτρονικής της χώρας (Die Zeit, 20.3.92) με τη Sony να εμφανίζει για πρώτη φορά ζημία και τις αυτοκινητοβιομηχανίες να βλέπουν τα κέρδη τους να συρρικνώνονται (Die Zeit, 8.5.92). Η νέα οικονομική συγκυρία συνδέεται με την κατακόρυφη πτώση των μετοχών στο χρηματιστήριο του Τόκιο γεγονός που αποδίδεται σε διορθωτική παρέμβαση της αγοράς σε σχέση με την κερδοσκοπία του δεύτερου μισού της δεκαετίας του '80. Όλα αυτά προκαλούν σχετική αναστάτωση, ενώ εκφράζονται φόβοι για αλυσιδωτές αντιδράσεις σε όλες τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες, εφόσον τα ιαπωνικά κεφάλαια αρχίζουν να επαναπατρίζονται στη χώρα προέλευσης τους. Όμως δεν φαίνεται πιθανό να προκύψουν σημαντικές ανισορροπίες στον τομέα αυτό, διότι οι διορθωτικές κινήσεις έχουν ήδη λάβει χώρα: Οι νέες άμεσες επενδύσεις της Ιαπωνίας στην Αμερική έπεσαν από 17,3 δις. δολ. το 1988 σε 4,3 δις. δολ. το 1991, το μερίδιο των Ιαπωνικών τραπεζών στα διεθνή δάνεια από 38% το 1989 σε 33% το 1991, ενώ το 1991 η Ιαπωνία σταμάτησε να είναι καθαρή πηγή κεφαλαίων για τον υπόλοιπο κόσμο και μετεβλήθη σε καθαρό αποδέκτη κεφαλαίων. (Economist, 18.4.92 και J. Lemperiere, Monde Diplomatique, Μάρτιος 1992). Οι σχέσεις ΗΠΑ και Ιαπωνίας εισέρχονται λοιπόν σε μια πιο ισορροπημένη περίοδο και αναιρούν την ευρέως διαδεδομένη εικόνα του τραυματισμένου γίγαντα που αδυνατεί καν να αντικρίσει τον από μακρού ανατείλαντα ήλιο. Παρόμοια φαινόμενα εμφανίζονται και στον ευρωπαϊκό ορίζοντα όπου η Γερμανία οδεύει και αυτή προς ισοσκέλιση των πλεονασμάτων και έχει πολύ μεγαλύτερο συμφέρον να καλύψει το κόστος της ενοποίησης με κοινωνικά ανεκτό τρόπο, να διασφαλίσει το ρόλο ατμομηχανής για τις οικονομίες της ΕΟΚ και να δημιουργήσει τους όρους επιτυχούς διείσδυσης της στις νέες αγορές της Ανατολικής Ευρώπης, παρά να οξύνει τον οικονομικό ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ. Διακρίνουμε λοιπόν ότι το πλαίσιο των οικονομικών ισορροπιών διέρχεται μια ασταθή περίοδο που συναρτάται με τα νέα δεδομένα που έχουν προκύψει μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και της Ανατολικής Ευρώπης, τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα και τη στρατηγική μονοκρατορία που έχουν διασφαλίσει οι ΗΠΑ ανά την υφήλιο.

- Το στρατηγικό κενό που προέκυψε με το τέλος του ψυχρού πολέμου και την εξαφάνιση της ΕΣΣΔ κλήθηκαν να καλύψουν, ως μόνη η ηγέτιδα δύναμη, οι ΗΠΑ. Στο επίπεδο του γεωπολιτικού σχεδιασμού η χώρα αυτή είχε προετοιμαστεί για ζητήματα πολύ χαμηλότερης κλίμακας: τις «συγκρούσεις μεσαίας έντασης» με αποδέκτες περιφερειακές δυνάμεις όπως το Ιράκ, η Συρία, η Λιβύη. Ο ρόλος αυτός είχε προετοιμαστεί καταλλήλους και, όπου ανελήφθη, είχε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα: ο πόλεμος στον Κόλπο είχε αίσιον πέρας, η Συρία δεν τόλμησε να εναντιωθεί σε καμιά πρωτοβουλία των ΗΠΑ, ενώ η Λιβύη αντιμετωπίζει σε μόνιμη βάση την σπάθα του Δαμοκλέους. Αρκεί όμως το στρατηγικό οπλοστάσιο των «ειδικών» για να ανταποκριθεί σε μια συγκυρία με κύριο χαρακτηριστικό τον φυγοκεντρισμό, τις αμέτρητες «Δημοκρατίες» που ξεφυτρώνουν κάθε μέρα στην Ευρασία και τη Βαλκανική, ελλείψει άλλης ρεαλιστικότερης προοπτικής; Το δυστύχημα για τις ευαίσθητες ισορροπίες στις ταραγμένες περιοχές δεν είναι μόνο η ανεπάρκεια της «στρατηγικής του αυτοσχεδιασμού και της επιδιαιτησίας», που ίσως άλλοτε - στον κόσμο των λίγων παραμέτρων - να ήταν τουλάχιστον διαχειρίσιμη, αλλά κυρίως εντοπίζεται σε υπερφίαλες και βλακώδεις εκτιμήσεις και προτάσεις δράσης που προλειαίνουν το έδαφος για μαθητευόμενους μάγους του διεθνούς στρατιωτικού τουρισμού.

Πρόσφατα δημοσιεύθηκαν δύο εκθέσεις προερχόμενες από το Πεντάγωνο που αναφέρονται με τον παραπάνω τρόπο στα ζητήματα ηγεμονίας των ΗΠΑ. Διαβάζουμε σε μια απ' αυτές: «[Οι ΗΠΑ] οφείλουν να πείσουν τους οιωνεί αντιπάλους τους ότι δεν έχουν καμιά ελπίδα να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο... [ο ρόλος τους ως μοναδικής υπερδύναμης] οφείλει να διαιωνίζεται μέσω μιας εποικοδομητικής συμπεριφοράς και μιας στρατιωτικής ισχύος ικανής να αποτρέπει οποιοδήποτε κράτος ή ομάδα κρατών από την αμφισβήτηση της υπεροχής των ΗΠΑ... [που] πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα συμφέροντα των προηγμένων βιομηχανικών χωρών προκειμένου να τις αποθαρρύνουν από μια ενδεχόμενη αμφισβήτηση του ηγετικού ρόλου των ΗΠΑ ή την επιδίωξη ανατροπής της καθεστηκυίας οικονομικής και πολιτικής τάξης... Η παγκόσμια τάξη είναι οριστικά υπό την εγγύηση των ΗΠΑ, που πρέπει να είναι σε θέση να αναλαμβάνουν αυτόνομα δράση όποτε δεν είναι εφικτή η συλλογική, ή όταν η κρίση απαιτεί άμεση απάντηση... Οφείλουμε να δράσουμε προκειμένου να αποτρέψουμε την ανάδυση ενός συστήματος ασφαλείας αποκλειστικά ευρωπαϊκού που θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει το NATO». (P.M. de La Gorce, Monde Diplomatique, Απρίλιος 1992, επίσης D. Buhl, Die Zeit, 13.3.92).

Οι ΗΠΑ ταλαντεύονται, λοιπόν, ανάμεσα σε μια αμυντική, φοβισμένη και εγκυμονούσα κινδύνους στάση «παγκόσμιου χωροφύλακα» και μια λελογισμένη ανοικτή αντιμετώπιση των ισορροπιών ως ζητημάτων που επιδέχονται και απαιτούν διαχείριση, λεπτούς χειρισμούς και πρωτοβουλίες που πρέπει να συγκεντρώνουν τη μέγιστη συναίνεση. Χωρίς να προδικάζουμε την έκβαση αυτής της διελκυστίνδας, τα πρώτα σημάδια - που μάλιστα αφορούν τον εγγύς γεωπολιτικό χώρο - κλίνουν υπέρ της πρώτης εκδοχής. Μόνο που αυτή τη φορά η περιπέτεια δεν θα είναι ένα απλό και ουδέτερο τηλεοπτικό show. Οι πρωταγωνιστές έχουν αρχίσει να βγαίνουν από τη μικρή οθόνη και οι πρώτες σταγόνες αίματος έχουν αφήσει λεκέδες πάνω στους καναπέδες του σαλονιού. Η πρώην Γιουγκοσλαβία αποτελεί θαυμάσιο παράδειγμα αυτού του σκηνικού.

Operation «Balkan Storm»?
Τα τελευταία νέα είναι αντιφατικά. Μολονότι διάχυτη είναι η πεποίθηση ότι η πίεση από μέρους των ΗΠΑ για στρατιωτική επέμβαση στη Σερβία διαρκώς διογκώνεται, ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Λ. Ηγκλμπέργκερ δήλωσε ότι ο Πρόεδρος Μπους πιστεύει πως «η σύνεση και η περίσκεψη αποτρέπουν από στρατιωτική ενέργεια» και πως δεν υπάρχει προς το παρόν σκέψη για διεθνή συνασπισμό προς ανατροπήν του Μιλόσεβιτς (Τα Νεα, 6.6.92). Από την άλλη πλευρά είναι βέβαια γνωστό ότι οι ΗΠΑ πίεσαν στην πρόσφατη σύνοδο του NATO για αυστηρότερο εμπάργκο κατά της Σερβίας και απέκρυψαν την έκθεση Μπ. Γκάλι που επέρριπτε ίσες ευθύνες σε Σέρβους και Κροάτες για την κατάσταση στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη. Έτσι φαίνεται ότι προς το παρόν εγκαταλείπεται η ιδέα μιας «ένδοξης» επιχείρησης τύπου «Καταιγίδα των Βαλκανίων» υπέρ μιας τακτικής της πολιορκίας που ροκανίζει τον χρόνο επιδεινώνοντας διαρκώς την κατάσταση της Σερβίας (όχι μόνο στο εμπορικό, αλλά και στο πολιτικό-διπλωματικό, το εσωτερικό μέτωπο και στο επίπεδο της κρατικής συνοχής της νέας «μικρής Γιουγκοσλαβίας»). Ίσως σ' αυτή τη θέση της αποφυγής άμεσης εμπλοκής να συνηγορεί και η ανάμνηση από μια άλλη ένδοξη εκστρατεία - του Χίτλερ αυτή τη φορά, το 1941 - η οποία καθηλώθηκε για πολλές βδομάδες στα βουνά της Σερβίας και της Βοσνίας. Όμως κανείς δεν μπορεί να είναι απόλυτα βέβαιος: πάντοτε θα υπάρχει κάποιος «έμπειρος» σύμβουλος του Προέδρου Μπους που θα συνιστά μια αναβάπτιση του ηγετικού κύρους του σε μια «σύντομη», νικηφόρα επέμβαση τύπου world leader, που θα δημιουργήσει στους Αμερικανούς ψηφοφόρους αρκετό απόθεμα εθνικής υπερηφάνειας ώστε να κάνουν τον κόπο να μετακινήσουν τη χοληστερίνη τους προς την πλησιέστερη κάλπη το Νοέμβριο και να του ρίξουν το μαγικό χαρτί!

Η φρόνηση και η περίσκεψη προκρίνουν όμως μιαν άλλη τακτική. Οι ΗΠΑ ως ηγέτιδα δύναμη δεν πρέπει να ξεσηκώνουν τον κόσμο σε στρατιωτικές περιπέτειες, ει μη μόνον όταν το επίδικο αντικείμενο είναι ανάλογης σπουδαιότητας: άλλο πράγμα είναι η διασφάλιση της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου και άλλο, βέβαια, η χάραξη κάποιων νέων γραμμών ή η μετατόπιση υπαρχουσών σε μια μικρή γωνιά του παγκόσμιου χάρτη. Για τη δεύτερη περίπτωση υπάρχουν και άλλες εναλλακτικές λύσεις: η εκχώρηση αποφασιστικών αρμοδιοτήτων στην περισσότερο αρμόδια ΕΟΚ με τα αμυντικά υποσυστήματα της, αλλά και η επιλογή της τακτικής αργής φθοράς. Οι ΗΠΑ αναμειγνύονται μάλλον στο τελευταίο σκέλος ενστερνιζόμενες την τακτική των Βιετκόγκ, οπότε και η επιχείρηση Balkan Storm μετασχηματίζεται σε πολλαπλές ενέδρες του τυφλοπόντικα. Ας δούμε τα κυριότερα σημεία του δικτύου αυτού που ξεπερνά κατά πολύ το πρόβλημα της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Η γενική αρχή του παιχνιδιού είναι η «μέθοδος της επιδιαιτησίας»: εφόσον η σημερινή ισορροπία αποδεικνύεται αναποτελεσματική, ασταθής και μερικώς εκρηκτική, επιλέγεται η τακτική της ελεγχόμενης πυροδότησης των υποβοσκουσών ή ανοιχτών αντιθέσεων προκειμένου να ανιχνευθούν νέα σταθερότερα σημεία ισορροπίας που θα επιτευχθούν υπό «υψηλή διεθνή αμερικανική καθοδήγηση». Η φάση αποσταθεροποίησης δεν είναι λοιπόν αυτοσκοπός, αλλά μέσο ανίχνευσης της ευστάθειας. Και επειδή μια γεωπολιτική περιοχή δεν ορίζεται ποτέ στα στενά πλαίσια που επιθυμεί ένα παιχνίδι στρατηγικής, η τακτική της αναπροσαρμογής μέσω της αποδέσμευσης των αντιφάσεων από τον παλιό συνεκτικό ιστό τους προφανώς έχει και ανεπιθύμητες ή παράδοξες όψεις: α) συμπαρασύρει στη διαδικασία και πόλους των οποίων η σταθερότητα αποτελεί αναγκαίο υποστύλωμα των παλιών και νέων ισορροπιών, και β) στηρίζεται αναγκαστικά σε τάσεις και όψεις των διεργασιών που σε πρώτη φάση επιτείνουν την αστάθεια και τη σύγχυση στην περιοχή. Κοντολογίς: από τη στιγμή που η πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί υπό τη Σερβική ηγεμονία (όχι διότι οι Κροάτες «υποκινούνται» από κάποιους, αλλά επειδή δεν υφίσταται πλέον κοινά αποδεκτό πλαίσιο διαχείρισης των αντιφάσεων του κοινωνικού σχηματισμού), η ηγεμονική δύναμη ΗΠΑ προσχωρεί στην αναγκαιότητα της αναδιάρθρωσης· για το σκοπό αυτό θα στηριχτεί στα αναδυόμενα «κράτη» και «έθνη» και όχι στον φθίνοντα πόλο της Σερβίας ή στην Ελλάδα, η οποία εξαρχής έδειξε την προτίμηση της σε μια συντηρητική πολιτική διατήρησης του status quo.

Ποιο ήταν όμως αυτό το ιστορικό status quo στο οποίο η Ελλάδα (και η Σερβία) φάνηκε προσκολλημένη, έστω και δια μέσου της διαμάχης περί το όνομα και την εθνότητα των Μακεδόνων της γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας; Πρόκειται για μια ισορροπία που είχε εγκαθιδρυθεί τα τελευταία 45 χρόνια με την ίδρυση της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας η οποία φάνηκε να σφραγίζει με μια προσωρινή μονιμότητα ανακατατάξεις και διαμάχες πολλών δεκαετιών που είχαν συνταράξει τη Βαλκανική. Μια ειρήνη που φάνηκε να επιβεβαιώνει το δόγμα ότι «στα φαράγγια των Βαλκανίων επικράτησε ειρήνη μόνο όταν ένας αυτοκρατορικός επιδιαιτητής την επέβαλλε δια της βίας και με τη δέουσα αποφασιστικότητα: η διπλή Μοναρχία των Αψβούργων, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η κομμουνιστική δικτατορία» (Th. Sommer, Die Zeit, 29.5.92). Οι ανακατατάξεις ήταν κατ' ανάγκην εξαιρετικά βίαιες διότι εγγράφονταν σ' αυτό το μακροχρόνιο πλαίσιο καταστολής: Η βίαιη εξέγερση της Κροατίας, η χρήση του «ομοσπονδιακού στρατού» από τη Σερβία, το άνευ προηγουμένου εμπόριο όπλων που γίνεται στο έδαφος της πρώην Γιουγκοσλαβίας (C. Lutard, Monde Diplomatique, Φεβρουάριος 1992), η εξέγερση μειονοτήτων που δεν ελέγχονται πλήρως από τα μητρικά «κράτη» τους, οι εναλλασσόμενες συμμαχίες κ.λπ. Σ' αυτή τη διαδικασία σημαντικό ρόλο έπαιξαν ορισμένες ενέργειες που λειτούργησαν ως πυροδότης των αναφλέξεων και εφαλτήριο για την ανάδυση των εθνικισμών: α) Η μονομερής κατάργηση της αυτονομίας των περιοχών Βοϊβοδίνας και Κόσοβο το 1989 και η απευθείας διοίκηση τους από το Βελιγράδι, με πρακτικές επιπτώσεις, όπως το κλείσιμο των μειονοτικών σχολείων, που αποτέλεσαν αίτιο και αφορμή για τη γενικότερη ανάφλεξη (C. Lutard, Monde Diplomatique, Ιανουάριος 1992). β) Οι διαδοχικές αποφάσεις αυτονόμησης των επιμέρους Δημοκρατιών χωρίς να προταθούν διαδικασίες διαπραγμάτευσης των συνόρων: η ύπαρξη μιας Ομοσπονδίας (και όχι Συνομοσπονδίας ή Κοινοπολιτείας) με πολυεθνικό πληθυσμιακό καθεστώς έχει ως αποτέλεσμα τη διάχυση εθνοτήτων σε όλη την επικράτεια, οπότε τα εσωτερικά - διοικητικά σύνορα δεν αποτελούν αυτοδίκαια διεθνή - κρατικά σύνορα μιας νέας πολυκρατικής δομής, διότι έχουν σαν αποτέλεσμα την αυτόματη μετατροπή πολιτών μιας εθνότητας σε μειονότητα, γ) Σε «κράτη» χωρίς «εθνικό» υπόβαθρο (π.χ. Βοσνία Ερζεγοβίνη) η ανεξαρτησία ανακηρύχθηκε μέσω της συμφωνίας δύο εθνοτήτων (Μουσουλμάνοι - Κροάτες), εναντίον μιας τρίτης (Σέρβοι). Ποια νομιμοποίηση μπορεί να έχει μια τέτοια πρακτική, ώστε να διασφαλίσει την ομαλή μετάβαση σε νέο συνταγματικό καθεστώς; Όλα αυτά τα ζητήματα, αλλά και άλλα ίσης ή ελάσσονος σημασίας συνθέτουν το εκρηκτικό μίγμα που οδήγησε στη γενική ανάφλεξη. Το ότι υπήρξε εξωτερική επέμβαση είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός. Αφενός μεν προκλήθηκε από τις ίδιες τις αντιμαχόμενες μερίδες: ενδεικτική είναι εδώ η πρόσφατη αρθρογραφία που αναφέρει ότι ο Σ. Μιλόσεβιτς πρότεινε στην Ελλάδα το διαμελισμό της Μακεδονίας των Σκοπίων (Νέα 10.6.92), ή ακόμα και η διαρρεύσασα πληροφορία ότι Σέρβοι και Κροάτες εξέτασαν σε κάποια φάση της εξέλιξης των γεγονότων το ενδεχόμενο αμοιβαίου επιμερισμού της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης (Η. Stehle, Die Zeit, 15.5.92). Αφετέρου υπήρξε αποτέλεσμα έκκλησης για εξωτερική βοήθεια από την πλευρά των ανεξαρτητοποιούμενων κρατών (Κροατία, Σλοβενία). Όμως, σε κάθε περίπτωση, η εξωτερική επέμβαση ουδέποτε απέβη καθοριστική, ενώ ο ρόλος της αποκτούσε βαρύτητα μόνο στο βαθμό που εσωτερικευόταν στη ροή των εσωτερικών αντιφάσεων.

Το ιστορικό status quo, πάνω στο οποίο χύνονται άπειρα δάκρυα της ελληνικής διπλωματίας και των δημοσιογραφικών φερέφωνων της, είναι λοιπόν παρελθόν. Η οδός προς τις νέες ισορροπίες διέρχεται αναγκαστικά μέσα από την υποβάθμιση της Σερβίας, τόσο στον πολιτικό - διπλωματικό, όσο και στον στρατιωτικό τομέα. Ίσως το τελευταίο σημείο να αποτελεί το κλειδί για την αμερικάνικη ή ευρωπαϊκή εμμονή στην στρατιωτική επέμβαση - και μάλιστα με μόνιμη κατοχύρωση του δικαιώματος αυτού, υπό τον μανδύα ενός «droit d' ingerence» (Δικαιώματος Επέμβασης) του ΟΗΕ, όπως πρότεινε ο υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας Ντυμά (Th. Sommer, Die Zeit, 29.5.92). Αν εξαιρέσουμε το (μάλλον απίθανο) ενδεχόμενο οικειοθελούς αφοπλισμού του σερβικού στρατού, ο μόνος τρόπος μείωσης του δυναμικού του είναι η στρατιωτική ήττα - ή μια επιτυχής τακτική φθοράς. Προς το παρόν φαίνεται να αποδίδει η τελευταία, οπότε η αναμέτρηση περνά σε δεύτερη γραμμή.

Οι ΗΠΑ στηρίζουν λοιπόν την Αλβανία, τη Μακεδονία των Σκοπίων και τη Βουλγαρία σε όσες διεκδικήσεις τείνουν να αποδυναμώσουν τη Σερβία. Έτσι προβάλλει έντονα ο «αλυτρωτισμός» των Αλβανών στο Κόσοβο με την ανοικτή καθοδήγηση του ηγέτη τους από την Αμερικανική Πρεσβεία στην Ελλάδα, ενισχύεται η Αλβανία κατά το μέτρο του δυνατού, αλλά υποστέλλεται η κινητικότητα των Αλβανών στη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Η Βουλγαρία, από την άλλη πλευρά, στηρίζεται σε μια πολιτική αποστασιοποίησης από τη Σερβία και ενισχύεται ως αντίρροπος πόλος στη Βαλκανική. Ρόλο συντονιστικό σ' αυτή τη διαμόρφωση ενός νέου σκηνικού στη Βαλκανική θα μπορούσε να διαδραματίσει η Ελλάδα, όμως βραχυκυκλώθηκε από μια εξωτερική πολιτική που στάθηκε αδύνατο να παρακολουθήσει τη μετατόπιση των ισορροπιών: η μετά 45 έτη «ανακάλυψη» της ιστορικής «παραχάραξης» και «απειλής» από το «κράτος» της Μακεδονίας αποτελεί λαμπρό παράδειγμα ότι δεν υπάρχει τρόπος και μέσο για να φράξει κανείς το δρόμο στην «επιστημονική αλήθεια»: έστω και με καθυστέρηση μισού αιώνα βρίσκει το δρόμο της προς το υπουργείο Εξωτερικών και την Κυβέρνηση.

Η Τουρκία έχει σαφώς λιγότερα προβλήματα με το νέο σκηνικό. Η αναβίωση των εθνικισμών, ο αυξημένος ρόλος του μουσουλμανικού στοιχείου, η προσπάθεια της να αντισταθμίσει την αναπτυξιακή υστέρηση με αυξημένο γεωπολιτικό ειδικό βάρος, τέλος η διαρκής διαμάχη ανάμεσα στην προηγμένη καπιταλιστική μερίδα και τις οπισθοδρομικές δυνάμεις του κοινωνικού σχηματισμού, επιτρέπουν για άλλη μια φορά στην τουρκική πολιτική να αναβάλει τις κρίσιμες επιλογές προσανατολισμού και να ποντάρει ξανά στον γεωπολιτικό της ρόλο. Όμως, στην εποχή της διεθνοποίησης των αγορών, της έντασης του κεφαλαιακού ανταγωνισμού και της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, το να πολεμάς με τα όπλα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να επικαλείσαι το ένδοξο παρελθόν μαζί με αόριστες υποσχέσεις οικονομικής βοήθειας, μάλλον δείχνει σημάδια παρακμής παρά στρατηγική αναβάθμιση της Τουρκίας. Τώρα, γιατί στην Ελλάδα θεωρείται αυταπόδεικτη αλήθεια η ηγεμονική θέση της Τουρκίας στα Βαλκάνια, την εγγύς Ασία και τη Μέση Ανατολή, αυτό θα πρέπει να το εξηγήσει κανείς μάλλον με ψυχαναλυτικούς όρους παρά με τα εργαλεία της αναλυτικής διερεύνησης της διεθνούς συγκυρίας.

Οι βαλκανικοί εφιάλτες της Ελλάδας
Μέσα σ' αυτό το αντιφατικό, ασταθές και εν πολλοίς πρωτόγνωρο πλαίσιο αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να κινηθεί η ελληνική εξωτερική πολιτική. Ενταγμένη σε μια παράδοση σταθερών πλαισίων, δοκιμασμένων συμμαχιών και κλειστών περιθωρίων χειρισμών απολάμβανε ένα «προνομιακό» καθεστώς: είχε την ευχέρεια για σχετική ελευθερία κινήσεων - όσο της επέτρεπαν οι σταθεροί διεθνείς προσανατολισμοί της στην εποχή του διπολισμού - και τη διασφάλιση ότι οι επιτυχίες αλλά και οι αποτυχίες της θα κυμαίνονταν μέσα σε ανεκτά όρια. Ως αποτυχία της καταγράφηκε η εισβολή στην Κύπρο, σε μια ομολογουμένως εξαιρετικά δυσμενή εσωτερική συγκυρία, ως επιτυχία καταχωρήθηκε στο ενεργητικό της η ισορροπημένη σχέση στη Βαλκανική που εδραζόταν στον προνομιακό «άξονα» με τη Βουλγαρία, τη φιλική σχέση με τη Γιουγκοσλαβία και την εξομάλυνση - προς το τέλος της δεκαετίας του '80 - των «εμπόλεμων» σχέσεων με την Αλβανία. Μόνιμος προσανατολισμός της μεταπολιτευτικής εξωτερικής πολιτικής ήταν η αναχαίτιση της Τουρκίας.

Όπως δείξαμε προηγουμένως, το σκηνικό αυτό ανατράπηκε άρδην στη νέα διεθνοπολιτική συγκυρία της «κατάρρευσης του κομμουνισμού». Και όχι μόνο αυτό: ανατράπηκε συνολικά ο τρόπος άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Με την έκλειψη του διπολισμού αναιρέθηκε η βάση των σταθερών συμμαχιών και των «αξόνων», και άνοιξε ο δρόμος για μια νέα διεθνή κινητικότητα που θα αναζητούνε τα νέα ευσταθή σημεία ισορροπίας του διεθνοπολιτικού στρατηγικού συστήματος. Κάθε χώρα όφειλε τώρα να πολιτευθεί με γνώμονα την αναζήτηση των νέων ισορροπιών, ασκώντας επιδιαιτησία, ιππεύοντας πάνω σε ανοικτές αντιφάσεις, προσφέροντας σήμερα προκειμένου να δρέψει τους καρπούς αύριο. Γενική πυξίδα ήταν και είναι η δοκιμή του νέου και όχι ο μετασχηματισμός του παλιού.

Η Ελλάδα εμφανίστηκε ιδιαίτερα διστακτική σ' αυτή τη συγκυρία. Και όποτε φάνηκε να ξεπερνά το δισταγμό, το έκανε προς τη λάθος κατεύθυνση. Πρυτάνευσε ο φόβος μπροστά στους ανερχόμενους εθνικισμούς και την αναβίωση των θρησκευτικών ιδεολογιών στην Ανατολή, διότι δεν κατέστη δυνατόν από την πλευρά των κρατικών ιδεολόγων και των διαχειριστών της εξουσίας να εντοπιστεί το ειδοποιό στοιχείο των μετασχηματισμών: ότι δηλαδή οι νέες «κρατικές» οντότητες δεν είναι παρά απότοκα της κατάρρευσης του τρόπου ρύθμισης του «σοσιαλιστικού» κοινωνικού σχηματισμού και μοχλοί συγκρότησης των επιμέρους αστικών πλαισίων του κεφαλαιακού ανταγωνισμού. Και είναι γνωστό ότι όποτε διατυπώνεται πολιτικό αίτημα που απολήγει σε κρατική συγκρότηση, επιστρατεύονται όλες οι κατάλληλες ιδεολογίες που μπορούν να στηρίξουν αυτή τη στόχευση: αν προϋπάρχει εθνότητα τότε κατάλληλη αποδεικνύεται η εθνικιστική ιδεολογία με όλα τα συμπαρομαρτούντα την «ιστορία», την «παράδοση» κ.λπ. που επιστρατεύονται εν μια νυκτί για τον «ιερό σκοπό», ενώ αν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τον αντίστοιχο καταστατικό και συνεκτικό ρόλο αναλαμβάνουν οι λογής θρησκευτικές ιδεολογίες. Οι κρατικοί ιδεολόγοι, λοιπόν, εκλαμβάνουν αυτά τα συγκυριακά στοιχεία ως νέους «άξονες» και φοβούνται διότι δεν εντάσσονται σε κανένα από τα παλιά και γνώριμα διαμορφώματα διεθνοπολιτικών συμμαχιών και στρατοπέδων. Φοβούνται λοιπόν την Τουρκία που αξιοποιεί τα νέα μουσουλμανικά και τουρκογενή στοιχεία στις νέες κρατικές οντότητες, φοβούνται την ΕΟΚ και τις ΗΠΑ που παρακολουθούν από κοντά αυτές τις πρωτοβουλίες προκειμένου να τις ελέγξουν, φοβούνται τέλος την κρίση στη Γιουγκοσλαβία διότι αναδιατάσσει το σύνολο των Βαλκανίων. Και αντιδρούν με πυξίδα το φόβο, δηλαδή επικαλούμενοι ανύπαρκτα πλέον status quo, πολιτεύονται συντηρητικά.

Ο κύριος άξονας της εξωτερικής πολιτικής είναι η «αναχαίτιση» της Τουρκίας: όχι, όμως, με την έννοια της «από Ανατολάς απειλής», αλλά γενικότερα του φραγμού στις διεθνοπολιτικές δραστηριότητες της. Αποτέλεσμα η αποξένωση από το βασικό άνυσμα των ευρωπαϊκών συμφερόντων που θέλει ακριβώς να ελέγξει αυτές τις δραστηριότητες. Δευτερευόντως, η ελληνική επιδίωξη συνδέεται με τη διατήρηση έστω υπολειμμάτων των βαλκανικών αξόνων: διλήμματα στη Βουλγαρία για εναρμόνιση με τις διεθνοπολιτικές βλέψεις της Ελλάδας, υποστήριξη της Ενιαίας Γιουγκοσλαβίας έως πρόσφατα και της Σερβίας αργότερα. Τέλος, θέτει αποσπασματικά νέα ζητήματα που ψηλαφούν τις διαφαινόμενες ανακατατάξεις, μόνο που τούτο γίνεται προς τη λάθος κατεύθυνση: η Ελλάδα θέτει αρχικά, εμμέσως πλην σαφώς, ζήτημα ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία, και ως συνέχεια ρίχνει όλο το βάρος της εξωτερικής πολιτικής στην αποτροπή του «εθνικού ολέθρου» με την απαγόρευση στη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία να φέρει το όνομα που έχει ήδη εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια. Τα αποτελέσματα είναι και στις δυο περιπτώσεις γνωστά. Αυτό που αναδύθηκε στη νέα αυτή συγκυρία ήταν ο ελληνικός εθνικισμός, από τη χουντοβασιλική έως την αριστερή εκδοχή του. Και επειδή η πραγματική βάση ανάπτυξης του φαινομένου είναι εξαιρετικά ισχνή, αναπτύχθηκε μια ολόκληρη φιλολογία περί «συρρίκνωσης του ελληνισμού», και ανάγκης για αντίσταση σε νέες παρόμοιες απόπειρες, που είναι ν' απορεί κανείς πραγματικά γιατί δεν ετέθη ακόμη θέμα «επιστροφής στην ελληνική επικράτεια» της ευρύτερης διοικητικής περιοχής των Γαυγαμήλων. Αν έγινε αυτή η παράλειψη, εντούτοις εθνική εγρήγορση υπήρξε στο θέμα της Αλβανίας: ετέθη αμέσως «βορειοηπειρωτικό» ζήτημα, για να αποσυρθεί στη συνέχεια από την κυκλοφορία, όταν φάνηκε έμπρακτα ότι τα προβλήματα που δημιουργούσε ήταν κατά πολύ σοβαρότερα από τα οφέλη που απέφερε. Όπως αντίστοιχη ομοψυχία εμφανίστηκε στο κεφαλαιώδους σημασίας «εθνικό θέμα» της ονομασίας της Μακεδονίας. Επιστρατεύθηκαν όλοι οι διαθέσιμοι «επιστήμονες» για να δειχθεί η ανά τις χιλιετίες ελληνικότητα της Μακεδονίας (παρά το γεγονός ότι, όταν κατακτήθηκε από τους Έλληνες, η πληθυσμιακή σύνθεση της δεν σεβόταν αυτό το ιστορικό επιστημονικό πόρισμα) ενώ το ίδιο ζήτημα αντιμετωπίζεται πολύ πιο αποτελεσματικά σαν αρχή κάθε τεύχους τους Αστερίξ: η «γαλατικότητα» των Γαλατών θεωρείται δεδομένη, έτσι χωρίς απόδειξη.

Πάνω σ' αυτόν το καμβά αναπτύχθηκαν οι αντιθέσεις Σαμαρά - Μητσοτάκη, διαμορφώθηκε η σημερινή κατάσταση εξαιρετικά λεπτών ισορροπιών, στην οποία όλα τα ενδεχόμενα είναι αρνητικά για την ελληνική εξωτερική πολιτική πλην αυτού που με όλες τις δυνάμεις της αγωνίζεται για να αποτρέψει: τόσο η Μεγάλη Αλβανία (Αλβανία + Κόσοβο + «Ιλλυρία») όσο και η Μεγάλη Βουλγαρία (Βουλγαρία + τμήμα Μακεδονίας των Σκοπίων) είναι δυσμενέστερες, ως πιθανές εξελίξεις, από την αυτονομία του γνωστού «ανύπαρκτου» κρατιδίου. Παρά ταύτα, η ελληνική εξωτερική πολιτική αφενός αργά διέγνωσε την τροχιά των βαλκανικών εξελίξεων, αφετέρου οδηγήθηκε στην αδιέξοδη μάχη του ονόματος από τους μαθητευόμενους μάγους της πολιτικής που είδαν στον εθνικισμό μια ευκαιρία για να αναδειχθούν από την αφάνεια η οποία φυσιολογικά θα αποτελούσε τον φυσικό περιβάλλοντα χώρο τους. Ουδείς γνωρίζει σήμερα αν η Ελλάδα εμμένει, και σε ποιο βαθμό, στη φιλική στάση προς τη Σερβία, αν υποθάλπει, και σε ποιο βαθμό, την αυτονομιστική τάση των «αλυτρώτων» Αλβανών της Γιουγκοσλαβίας, αν έχει ταυτότητα βλέψεων, και σε ποιο βαθμό, με τη Βουλγαρία την οποία υποψιάζεται διαρκώς για προδοσία και αυτομόληση προς το αντίπαλο στρατόπεδο. Τέλος υπάρχει και η Τουρκία με το περίφημο «μουσουλμανικό τόξο» που όλοι αναγνωρίζουν ως κίνδυνο. Αν όμως δεν υπήρχε η Τουρκία ως παράγων αναψηλάφησης των ισορροπιών (και των συνόρων, εφόσον ήθελε προκύψει) στη Βαλκανική, ουδείς γνωρίζει έως ποιο σημείο θα μπορούσε να φτάσει αυτό το εκρηκτικό μίγμα εθνικιστικής έξαρσης και διεθνοπολιτικού ντιλεταντισμού των διαχειριστών της εξωτερικής πολιτικής. Γεγονός που επισημάνθηκε και από τον ανώτατο πολιτειακό παράγοντα, στην πρώτη - μετά από δεκαετίες - δήλωση του που δεν εμφανίζει συμπτώματα πολιτικής άνοιας: «Η Ελλάδα δεν πρόκειται να εμπλακεί σε πόλεμο στη Βαλκανική, εκτός αν πάει γυρεύοντας».

Στο εσωτερικό μέτωπο
Είναι προφανές ότι τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής προσφέρονται, λόγω της τρωτής και ευπρόσβλητης αντιφατικής στάσης της κυβέρνησης, ως το κορυφαίο ζήτημα αντιπαράθεσης στην πολιτική σκηνή. Το ΠΑΣΟΚ αναβαθμισμένο μετά τη σπουδαία εκλογική νίκη του στη Β' Αθηνών, έχει τώρα ένα ευδιάκριτο πεδίο που προσφέρεται για συμπύκνωση της αντιπολιτευτικής στρατηγικής του. Εδώ δεν απαιτείται να δείξεις έστω και συμβολικά την αντίθεση του με την πολιτική φιλελεύθερης εκκαθάρισης που εφαρμόζει η κυβέρνηση· αρκεί να αποκαλύψεις την αστοχία χειρισμών των ιθυνόντων που «εγκυμονούν εθνικούς κινδύνους». Μάλιστα δεν απαιτείται καν να εμφανίζεται κανείς ακραίος: «Διαφωνούμε στην τακτική, παρ' όλο που μπορεί να συμπίπτουμε στους στόχους», θα πει ο Α. Παπανδρέου εξερχόμενος από τη συνάντηση με τον πρωθυπουργό (Τα Νέα, 2.6.92).

Είναι, βεβαίως, σαφές ότι η μαζική, διαρκής και αμείωτης έντασης προπαγάνδα έχει διαμορφώσει κλίμα όξυνσης των συνειδήσεων στα «εθνικά θέματα», γεγονός που εγγυάται την ύπαρξη αξιόλογου ακροατηρίου για την πολιτική αποτελεσματικότητα της καμπάνιας του ΠΑΣΟΚ ενάντια στην «εθνική μειοδοσία». Όμως, οι εκλογές του Απριλίου που τελικά εστιάστηκαν σχεδόν αποκλειστικά σε θέματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, έδειξαν ότι υπάρχει πλειοψηφικό ρεύμα που επιθυμεί να αποτρέψει, με την όποια θυσία - έστω και αρνούμενο τις προ τριετίας επιλογές του - την μετατροπή του κοινωνικού τοπίου σε σκηνικό της Άγριας Δύσης. Και στο σημείο αυτό το ΠΑΣΟΚ φαίνεται να διαπερνάται από μια σοβαρότατη αντίφαση: από τη μια πλευρά αποτελεί τη μοναδική, έστω και εν δυνάμει, εγγύηση ότι μπορεί να μετριαστεί η νεοφιλελεύθερη λαίλαπα, από την άλλη, όμως, έχει υιοθετήσει εις το ακέραιο την ιδεολογία του «ευρωπαϊσμού», της «σύγκλισης» και των ΕΟΚικών ιδεολογημάτων, που αποτελούν την καλύτερη πολιτική αφετηρία προκειμένου να υποταγεί η «πολιτική βούληση» στα κελεύσματα του μονεταρισμού, έστω και με πιο «κοινωνικό» πρότυπο. Άριστο δείγμα της κατεύθυνσης προς την οποία επιλύονται συνήθως αυτά τα διλήμματα είναι η «σταθεροποίηση» Σημίτη '85-'87.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι η πρόσφατη άρνηση της Δανίας να επικυρώσει τη συνθήκη του Μάαστριχτ έδωσε την ευκαιρία αφενός να έλθουν στην επιφάνεια οι επιμέρους αντιθέσεις που υπήρχαν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, αφετέρου να επανατεθούν προς συζήτηση ορισμένες «ιερές αγελάδες» του ευρωπαϊσμού, εντούτοις το ζήτημα δεν ανακινήθηκε στην Ελλάδα, ενώ το ΠΑΣΟΚ έσπευσε να δηλώσει αμέσως την πίστη του στα «ευρωπαϊκά» ιδεώδη. Έτσι δεν υπήρξε, για μια ακόμη φορά, καμιά φωνή - πλην του «εθνικοοικονομικού προστατευτισμού» του ΚΚΕ, που έχει χάσει και το ακροατήριο του - που να θέτει την πραγματική διάσταση της «σύγκλισης»; ότι δηλαδή δεν πρόκειται για σύγκλιση οικονομιών σε κάποιο κοινό επίπεδο ανάπτυξης που θα αμβλύνει τις ανισότητες ανάμεσα τους, αλλά απλά για νομισματική ένωση που θα λειτουργήσει ενισχυτικά για τα ισχυρότερα (ατομικά και κοινωνικά) κεφάλαια, χρησιμοποιώντας την εργασία ως όπλο στις αναμεταξύ τους αντιθέσεις. Ουδείς επισημαίνει τον θεμελιακά συντηρητικό και αντιδραστικό χαρακτήρα της «σύγκλισης», αλλά οι «προοδευτικοί» περιορίζονται να κραδαίνουν στο χέρι τις διαβεβαιώσεις περί «ταμείων συνοχής» που θα επουλώσουν τα τραύματα που θα δεχθεί η εργασία σ' αυτόν τον ανελέητο αγώνα μεταξύ κεφαλαίων. Είναι ακόμη εντυπωσιακό ότι εξακολουθεί να γίνεται συζήτηση περί ευρωπαϊκής ενοποίησης, όταν ο κεντρικός προϋπολογισμός της υπό ενοποίηση δομής αποτελεί το 1% περίπου του αθροίσματος των επιμέρους (ενώ στα ομοσπονδιακά κράτη το αντίστοιχο ποσοστό είναι μεγαλύτερο του 50%).

Όλη αυτή η εκστρατεία παραπληροφόρησης ή και ενορχηστρωμένης αποβλάκωσης του κόσμου δεν είναι βέβαια χωρίς αντίκρυσμα. Χρησιμεύει για την τρομοκράτηση του λαού με το φάσμα της καταστροφής, της χρεοκοπίας της χώρας, απέναντι στο οποίο όλοι οφείλουμε να στρατευθούμε. Με ποια μέσα και με ποια προσφορά; Για παράδειγμα μπορούμε να ακολουθήσουμε τις κατευθυντήριες γραμμές του πορίσματος Παυλόπουλου για τη «σύγκλιση», ή να εναρμονίσουμε τις συνταξιοδοτικές προοπτικές μας με τα όσα επιτάσσει το πόρισμα Φακιολά για τα ασφαλιστικό σύστημα; Και τα δύο πορίσματα εντάσσονται στη νέα τάση «επιστημονικής» διαχείρισης της πολιτικής, σύμφωνα με την αρχή: οι «επιστήμονες» προτείνουν, οι «πολιτικοί» εφαρμόζουν. Τώρα βέβαια αν ο επιστήμων ψελλίζει αυτά που λέει και ο πολιτικός, αυτό μάλλον σύμπτωση είναι. Πάντως ο κ. Παυλόπουλος επιστημονικά διαπιστώσει ότι για τα προβλήματα του δημοσίου φταίει η «διαρκής αύξηση του μεριδίου των μισθών»: με στοιχεία που φθάνουν ως το 1983 (Βήμα, 24.5.92). Ίσως ο καθηγητής να μην έχει ακούσει τίποτε για πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζονται επίσημα από το 1985 και μετά. Ακόμη φρονεί ότι η εξυγίανση και η σύγκλιση θα γίνει με περιστολή των δαπανών και όχι με αύξηση των εσόδων του κράτους, παρόλο που η διαφοροποίηση της Ελλάδας από τις χώρες της ΕΟΚ εντοπίζεται αποκλειστικά στην υστέρηση των εσόδων. (Ν. Νικολάου, Βήμα 24.5.92). Ο άλλος επιστήμων έχει ήδη καταλήξει και ως προς το σενάριο με το οποίο θα εξελιχθούν τα ασφαλιστικά πράγματα της χώρας μετά το 2000, ενώ οι κουτόφραγκοι συνήθως παρουσιάζουν 2 ή και περισσότερα σενάρια, και επιπλέον δεν αισθάνεται την ανάγκη να συντάξει οικονομική μελέτη που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς του (Βήμα 24.5.92, Βήμα 21.5.92). Βεβαίως αυτό δεν εμποδίζει την επιτροπή να ορίσει επακριβώς το πώς θα υπολογίζεται εφεξής η σύνταξη με αποτέλεσμα να μειωθούν αισθητά οι μελλοντικές συντάξεις (Βήμα 26.5.92).

Ενδιαφέρουσα σ' αυτό το σύμπλεγμα ζητημάτων είναι η στάση του ΣΕΒ. Ο νέος πρόεδρος του ΣΕΒ Ι. Στράτος για πρώτη φορά από δεκαετίας δεν ανέφερε ως βασικό αίτιο της κρίσης τους μισθούς, αλλά το κράτος, αφήνοντας έτσι σαφέστατες αιχμές κατά της πολιτικής παρατεταμένης ύφεσης που ακολουθεί η κυβέρνηση (Βήμα 26.5.92). Φαίνεται λοιπόν ότι παρά τις βελτιώσεις ορισμένων δεικτών (πληθωρισμός, έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών (Βήμα, 26.5.92) κ.λπ.) η ύφεση αρχίζει να πλήττει και τα μη προς εκκαθάριση κεφάλαια, γεγονός που εξωθεί τον ΣΕΒ να ζητήσει πολιτική τόνωσης της ζήτησης. Βέβαια σ' αυτό το σημείο αξίζει ν' αντιπαραβάλλουμε τον κ. Γκαργκάνα, σύμβουλο του Κ. Σημίτη επί υπουργίας του, που προτείνει συνέχιση της αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής προκειμένου να «επιτύχουμε τη σύγκλιση» (Βήμα, 24.5.92). Την εικόνα συμπληρώνει η παρέμβαση του πρώην Προέδρου του ΣΕΒ Στ. Αργυρού που απαντώντας στην ενορχηστρωμένη αρθρογραφία του διεθνούς τύπου για τη δυσπραγία της Ελλάδας (με στόχο κυρίως τη νουθεσία της σε θέματα εξωτερικής πολιτικής), ανασκευάζει το κλίμα της οικονομικής καταστροφολογίας των τελευταίων ετών (Τα Νέα, 14.5.92). Το σκηνικό αλλάζει, οι παράμετροι τροποποιούνται, το μέλλον είναι αβέβαιο.

Κλείνοντας αυτή την περιήγηση στο μαγικό κόσμο της εσωτερικής συγκυρίας είναι αδύνατο να μην αναφέρουμε την απόπειρα της κυβέρνησης να παρέμβει στο χώρο των ΑΕΙ μεσούσης της περιόδου των διακοπών, με νέες ρυθμίσεις Σουφλιά που αναιρούν το Νόμο Πλαίσιο (Τα Νέα, 12.6.92). Υπάρχουν ακόμη ιδεαλιστές στο χώρο της ΝΔ που θέλουν να νεκραναστήσουν την κινητικότητα στο χώρο της Ανώτατης Παιδείας. Ανέλαβαν μέγα έργο και η πατρίς θα τους ευγνωμονεί.

Παρ' ολίγον να λησμονήσουμε να αναφερθούμε στο κεφαλαιώδες ζήτημα της «κάθαρσης», αλλά δεν θα το κάνουμε σ' αυτό το τεύχος λόγω ελλείψεως χώρου. Ούτε όμως και στο επόμενο. Η κάθαρσις ετέθη στο αρχείον, λόγω εθνικής ανωτέρας βίας. Μαζί με τον Συνασπισμό! Μικρές απώλειες της πολιτικής...

Γίγαντες της θεωρίας
Τι μένει λοιπόν σ' αυτούς τους χαλεπούς καιρούς του φόβου και της ανασφάλειας; Το υψηλό φρόνημα των κομμουνιστών μπορεί να κρατηθεί μόνο με καίριες θεωρητικές παρεμβάσεις που θα αναδεικνύουν τους νέους ορίζοντες της επαναστατικής σκέψης. Οι θέσεις συγκέντρωσαν παραθέματα τριών γιγάντων της σύγχρονης επαναστατικής σκέψης:

1. «Αυτό που είδα στο Λος Άντζελες, ύστερα από τις ταραχές, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για τις διαστάσεις των προβλημάτων. Η φτώχεια είναι πράγματι φανερή και δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι βρίσκονται κάτω από το όριο της. Παρ' όλα αυτά οι Αμερικανοί θα πρέπει να υπερασπιστούν τις θεμελιώδεις αξίες και τους θεσμούς της αμερικανικής δημοκρατίας. Η αμερικανική κοινωνία έχει στη διάθεση της όχι μόνο μεγάλη οικονομική και πολιτική δύναμη, αλλά και το διανοητικό δυναμικό που είναι απαραίτητο για να αναλύσει τις συνθήκες της και να διατυπώσει νέες πολιτικές. Αυτές είναι ενδείξεις μιας υγιούς δημοκρατίας». (Μ. Γκορμπατσόφ, Νέα, 28.5.92).

2. «Με διαβεβαίωσαν οι ομογενείς ότι το Σικάγο δεν είναι αυτό που παλιά υπήρχε με τους εγκληματίες. Είναι κάτι διαφορετικό απ' αυτό που συνηθίζουμε να λέμε και σήμερα, "Σικάγο έγινε". Είναι πολύ καλύτερο από τη Νέα Υόρκη. Και από την άποψη της εγκληματικότητας, και από την άποψη των ναρκωτικών. Στο αεροδρόμιο ο έλεγχος ήταν πιο αυστηρός. Δεν είναι κακό πράγμα. Όπως επίσης δεν είναι καθόλου κακό, και μου έκανε εντύπωση, η τάξη και η πειθαρχία που υπάρχει στην κυκλοφορία, στα πάρκιγκ, πώς βαδίζει ο κόσμος. Δεν παρουσιάζεται το δικό μας φαινόμενο...

. ..Πάρτε την εξέλιξη της ανθρωπότητας. Μπορεί να σταματήσει στον καπιταλισμό; Πώς να το κάνουμε, θα προχωρήσει...

. ..Ένα όνειρο που ξέφτισε η Αμερική...» (Χ. Φλωράκης, Νέα 25.5.92).

3. «Το 1970 επισκέφθηκα την Ιαπωνία, στην έκθεση EXPO '70. Εκεί... απέκτησα μια εικόνα των εξελίξεων στον αναπτυγμένο καπιταλισμό, που δεν είχα πριν υπόψη μου, και μάλιστα σε σύγκριση με τη δική μας κατάσταση. Έστειλα από εκεί λοιπόν ένα γράμμα στον Μπρέζνιεφ... με το οποίο εξηγούσα ότι γίνονται ιστορικές εξελίξεις στις καπιταλιστικές χώρες και ότι εμείς μένουμε καταστροφικά πίσω. Αυτό δε σημαίνει πως είχα πεισθεί ότι το σύστημα μας ήταν λάθος. Απλώς συγκρούστηκα με ρεαλιστικά πράγματα και τα έθεσα ειλικρινά στον Μπρέζνιεφ ζητώντας του να συναντηθούμε... Αντί να συναντήσει εμένα προσωπικά, όπως συνέβαινε μέχρι τότε, συναντήθηκε με ολόκληρη την αντιπροσωπεία. Εκεί άρχισε να με κριτικάρει λέγοντας ότι είχα δει μόνο τη μια πλευρά της Ιαπωνίας και δεν είδα πώς ζούνε οι άνθρωποι... Η λεγόμενη "σοσιαλιστική κοινωνία", όπως είχε εφαρμοστεί, ήταν τόσο διεφθαρμένη που θα έπρεπε να ξεμονταριστεί εντελώς, μια και έβλαπτε τη σοσιαλιστική ιδέα...» (Τ. Ζίβκοφ, FLASH Μάϊος 1992).

Ο αναγνώστης συγκλονίζεται από τα θέσφατα ανθρώπων που καθόριζαν τις τύχες του κόσμου, μιας χώρας ή έστω και του 10% ενός εκλογικού σώματος. Νομίζουμε ότι η συμπύκνωση της σκέψης των τριών ηγετών αποτελεί καταφύγιο ασφάλειας στην ταραγμένη εποχή μας και πυξίδα για την επαναστατική σκέψη του 21ου αιώνα. Οι νεκροί των ανά τον κόσμο επαναστάσεων, οι ψυχές των πολεμιστών των κινημάτων αντίστασης στο φασισμό κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο μπορούν να κοιμούνται ήσυχα, γνωρίζοντας ότι οι ερχόμενες γενιές θα αξιοποιήσουν τις επαναστατικές εμπειρίες των σοφών του πάλαι ποτέ σοσιαλισμού.

Κατά τα άλλα, «χορεύουμε με την κρίση». Πολλοί μεμψιμοιρούν αντιλαμβανόμενοι το νέο σκηνικό ως καταναγκαστική «σιωπή των αμνών». Εμείς αισιοδοξούμε. Έχοντας διαβεί μέσα σε μια δεκαετία το έρημο και περιχαρακωμένο τοπίο στης μαρξιστικής ανάλυσης των κοινωνικών φαινομένων της εποχής μας, πιστεύουμε ότι η σημερινή συγκυρία είναι ευνοϊκότερη για να ακουστούν φωνές κριτικής και προβληματισμού απ' ό,τι στους καιρούς της παντοκρατορίας των μαύρων «Ακαδημιών του Σοσιαλισμού». Το μέλλον μπορεί να διαρκεί πολύ, είναι όμως ανοικτό...

20.6.92

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή