Για τη στρατηγική του αντικαπιταλιστικού κινήματος (Μέρος Β') Εκτύπωση
Τεύχος 41, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1992


Για τη στρατηγική του αντικαπιταλιστικού κινήματος. Μέρος Β'
του Ηλία Ιωακείμογλου

1. Ο νόμος των αδύναμων σημείων

Κάθε στρατός, κάθε πολιτικός ή κοινωνικός συνασπισμός δυνάμεων, δηλαδή κάθε μαχόμενος σχηματισμός, αποφεύγει τα δυνατά σημεία του αντιπάλου του, συγκεντρώνει τις δυνάμεις του και χτυπάει στα αδύνατα του σημεία - και αυτό συμβαίνει αναγκαστικά, όσο αναγκαστικά είναι τα φυσικά φαινόμενα.

Αυτή ήταν η κυριότερη θέση του πρώτου μέρους του άρθρου αυτού (τεύχος 39). θέση δανεισμένη απευθείας από τον Sun Tzu, για την οποία δεχτήκαμε ότι αποτελεί και τη διατύπωση του κυριότερου νόμου του πολέμου, αλλά και κάθε πολιτικής ή κοινωνικής σύγκρουσης.

Όμως, κάθε θέση ή υπόθεση σχετική με τη στρατηγική, όταν ελέγχεται με την ιστορία των πολιτικών, στρατιωτικών και κοινωνικών συγκρούσεων, παράγει αναγκαστικά μια σειρά άλλες θέσεις, αποκαλύπτει τις ίδιες της τις αδυναμίες, μας αναγκάζει να αναδιατυπώσουμε αυτό που παλαιότερα φαινόταν προφανής αλήθεια ή να θέσουμε καινούργιες, δηλαδή αναπάντητες, ερωτήσεις.

Έτσι, από την ανάλυση της τακτικής των επιθέσεων του κεφαλαίου ενάντια στις δυνάμεις της εργασίας, στη δεκαετία του '80, διαπιστώσαμε ότι1 ένας μαχόμενος σχηματισμός δεν πραγματοποιεί επίθεση στο σύνολο των δυνάμεων ενός σχετικά καλά οργανωμένου, παρατεταγμένου, ενωμένου, και εξοπλισμένου αντιπάλου, στον οποίο δεν δίνεται καμιά έξοδος διαφυγής. Διότι τότε, ο αμυνόμενος σχηματισμός μάχεται με απόγνωση, δηλαδή με το μέγιστο των δυνάμεων του. Αναγκαστικά λοιπόν, η στρατηγική των επιτιθέμενων δυνάμεων είναι μια στρατηγική «βήμα προς βήμα»· μια τακτική απόσπασης κομματιών από τον αμυνόμενο σχηματισμό.

Από αυτή τη διαπίστωση απορρέει μια σειρά πορισμάτων:

Πρώτον, ότι η ισχύς ενός μαχόμενου σχηματισμού είναι ανάλογη της απειλής που δέχεται. Η μέγιστη ισχύς αντιστοιχεί στον μέγιστο κίνδυνο, που είναι ο κίνδυνος της ολοκληρωτικής ήττας (στην περίπτωση της στρατιωτικής σύγκρουσης, ο θάνατος· στην περίπτωση της κοινωνικής σύγκρουσης, μόνιμες θεσμικές ή διαρθρωτικές αλλαγές που μεταβάλλουν ριζικά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κοινωνικού σχηματισμού).

Δεύτερο, ότι στις περιπτώσεις που ο συσχετισμός δυνάμεων είναι συντριπτικά ευνοϊκός υπέρ του ενός εκ των δύο αντιπάλων, ο ισχυρότερος σχηματισμός δεν διστάζει να πραγματοποιήσει επίθεση στο σύνολο των δυνάμεων του ασθενέστερου. Διότι, σ' αυτή την περίπτωση, ακόμη και η μέγιστη ισχύς του ασθενέστερου δεν είναι ικανή να αναχαιτίσει την ορμή του αντιπάλου.

Τρίτον, η ύπαρξη «εξόδων διαφυγής» για τις δυνάμεις του αμυνόμενου σχηματισμού είναι ένα αδύναμο σημείο του, διότι μειώνει την απειλή και - σύμφωνα με το πρώτο μας πόρισμα - την ισχύ του αμυνόμενου σχηματισμού.

Αλλά ήδη αυτές οι διαπιστώσεις μας οδηγούν κάπως πιο μακριά από τον βασικό κανόνα σχηματισμού της στρατηγικής, δηλαδή τον νόμο των αδύναμων σημείων μας αναγκάζουν να τον συμπληρώσουμε:

Ο νόμος ισχύει για όλα τα αδύναμα σημεία πλην ενός: της «εξόδου διαφυγής». Όπως είπαμε, όταν ο αμυνόμενος σχηματισμός διαθέτει μια ή περισσότερες τέτοιες εξόδους, η ισχύς του είναι μειωμένη (αφού μειωμένη είναι και η απειλή). Αυτό το αδύναμο σημείο, όχι μόνον δεν αποτελεί σημείο προσβολής για τον επιτιθέμενο σχηματισμό, αλλά αντίθετα αποτελεί ένα σημείο που το αφήνει άθικτο.

Αντίθετα, οι έξοδοι διαφυγής είναι ένα αδύναμο σημείο το οποίο προσπαθεί να εξαλείψει ο ίδιος ο αμυνόμενος (Sun Tzu).

Από αυτή την τελευταία παρατήρηση απορρέει και μια άλλη συμπλήρωση του νόμου: ο μαχόμενος σχηματισμός, όχι μόνον προσβάλλει τα αδύναμα σημεία τον αντιπάλου σχηματισμού, αλλά τείνει ταυτόχρονα και στην άρση των δικών του αδύναμων σημείων.

Η ύπαρξη των παραπάνω επισημάνσεων, ήδη προτρέπει στην αναδιατύπωση του βασικού κανόνα σχηματισμού της στρατηγικής, του νόμου των αδύναμων σημείων. Αλλά από αυτήν την αναδιατύπωση, δεν θα έπρεπε να παραληφθούν και μερικά συμπεράσματα που προέκυψαν από την ανάλυση της τακτικής των επιθέσεων του κεφαλαίου ενάντια στις δυνάμεις της εργασίας, στη δεκαετία του '80 (τεύχος 39): διαπιστώσαμε εκεί ότι τα αδύναμα σημεία δεν είναι η πιο αδύναμη μερίδα των εργαζόμενων τάξεων, αλλά εκείνη που παρουσιάζει - ή είναι δυνατό να παρουσιάσει, ανάλογα με τις «ευκαιρίες» που προσφέρει η συγκυρία - τους πιο αδύναμους δεσμούς με την υπόλοιπη τάξη, αυτή που έχει δηλαδή τους πιο αδύναμους «αρμούς». Τα αδύναμα σημεία, δηλαδή, είναι οι πιο χαλαρές επιφάνειες συναρμογής των επιμέρους μερίδων των εργαζόμενων τάξεων.

Έχοντας αυτά κατά νου, θα λέγαμε λοιπόν, ότι οι θέσεις μας μπορούν να συνοψιστούν σε πέντε σημεία:

Κάθε στρατός, κάθε πολιτικός ή κοινωνικός συνασπισμός δυνάμεων, με δύο λόγια, κάθε μαχόμενος σχηματισμός, αποφεύγει τα δυνατά σημεία του αντιπάλου του, συγκεντρώνει τις δυνάμεις του και χτυπάει στα αδύνατα του σημεία, δηλαδή στις πιο χαλαρές επιφάνειες συναρμογής των επιμέρους μερίδων του.

2. Η προσβολή του αντίπαλου σχηματισμού δεν είναι ολομέτωπη παρά μόνον όταν οι μέγιστες δυνάμεις του αμυνόμενου είναι πολύ μικρές σε σχέση με αυτές του επιτιθέμενου.

3. Η ισχύς ενός μαχόμενου σχηματισμού είναι ανάλογη με την απειλή που δέχεται. Οι «έξοδοι διαφυγής και σωτηρίας» είναι, επομένως, ένα αδύναμο σημείο του αμυνόμενου σχηματισμού.

4. Από τον κανόνα των αδύναμων σημείων εξαιρείται ένα και μοναδικό αδύναμο σημείο, το οποίο είναι οι «έξοδοι διαφυγής» των δυνάμεων που υφίστανται την επίθεση.

5. Κάθε μαχόμενος σχηματισμός τείνει στην άρση των δικών του αδύναμων σημείων, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων διαφυγής.

Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτά τα πέντε σημεία αφορούν πολύ περισσότερο τη στρατηγική, διότι αναφέρονται στις κινήσεις του σχηματισμού πριν από τη σύγκρουση, στην «προετοιμασία της» (με τι, πού, πότε, σε ποια σημεία), στην διάταξη των δυνάμεων, και λιγότερο στην τακτική, δηλαδή στον τρόπο διεξαγωγής της σύγκρουσης.

2. Η φύση τον νόμου

Στο συλλογισμό που οδηγεί στην παραπάνω διατύπωση του βασικού κανόνα σχηματισμού της στρατηγικής, είναι δυνατό να απευθυνθεί μια σοβαρή ένσταση:

Ότι ο νόμος των αδύναμων σημείων δεν έχει γενική ισχύ, για τον πολύ απλό λόγο ότι ένας μαχόμενος σχηματισμός δεν προσβάλλει πάντοτε τον αντίπαλο στα αδύναμα του σημεία. Αρκεί γι' αυτό να αναφερθούμε σε πλήθος ιστορικών στοιχείων σχετικά με τις στρατιωτικές ή και πολιτικές συγκρούσεις.

Με αφετηρία αυτή τη διαπίστωση, είναι δυνατό να απευθυνθεί μια ριζική κριτική στο νόμο των αδύναμων σημείων: μια κριτική που θα έλεγε ότι όλες εκείνες οι περιπτώσεις στις οποίες ένας μαχόμενος σχηματισμός δεν προσβάλλει τον αντίπαλο στα αδύναμα του σημεία, είναι εκείνες (οι περιπτώσεις) όπου ο επιτιθέμενος σχηματισμός «έκανε λάθος»· ή ακόμη ότι την ευθύνη της αποτυχίας φέρει ο «υποκειμενικός παράγοντας» (για να θυμηθούμε και το λεξιλόγιο της ηττημένης Αριστεράς).

Μια τέτοια κριτική του νόμου των αδύναμων σημείων δεν κάνει τίποτε άλλο από το να επανεισάγει μιαν «αρχή απροσδιοριστίας» σε κάθε προσπάθεια άρθρωσης μιας θεωρίας της στρατηγικής. Ο «υποκειμενικός» παράγοντας, ο παράγοντας «Άνθρωπος», «συνείδηση», ή όπως αλλιώς επιθυμείτε, έχει αυτό το πλεονέκτημα:

Επειδή είναι απροσδιόριστος «εξηγεί» τα πάντα - όπως άλλοτε εξηγούσε τη φύση, ως προϊόν μιας εξωτερικής, ανώτερης δύναμης2. Έχει όμως και ένα μεγάλο μειονέκτημα: δεν εξηγεί τίποτε, αφού ο «υποκειμενικός παράγοντας» είναι αστάθμητος, απρόβλεπτος, και γενικώς, περί αυτού δεν έχουμε τίποτε να πούμε, πέρα από ταυτολογίες. Μας στέλνει απλώς στον κόσμο της ήρεμης απάθειας όπου όλα έχουν ήδη απαντηθεί από τα πριν.

Αλλά για να επιστρέψουμε στον νόμο των αδύναμων σημείων, είναι αλήθεια ότι ένας μαχόμενος σχηματισμός δεν προσβάλλει πάντοτε τον αντίπαλο στα αδύναμα του σημεία. Έτσι, τίθεται το ζήτημα της ίδιας της φύσης του νόμου.

Με την έννοια του νόμου καταλαβαίνουμε την «εσωτερική και αναγκαία σχέση» ανάμεσα σε δύο πράγματα (Karl Marx), μια σχέση που είναι μόνιμη, ανεξάρτητη από τόπο και χρόνο, έχει δηλαδή καθολική ισχύ, και επομένως διατηρείται πέρα και ενάντια στις εξωτερικές συνθήκες - που αυτές, αλλάζουν ανάλογα με τη χώρα και την ιστορική εποχή3. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι μπορούμε να παρατηρήσουμε εμπειρικά, σε κάθε περίπτωση, τον νόμο «αυτοπροσώπως». Οι ιστορικοί νόμοι, όπως και οι φυσικοί, είναι προϊόντα αφαίρεσης4 · βρίσκονται κάτω από την πολύχρωμη επιφάνεια των γεγονότων (γι' αυτό και είναι γκρίζοι, Λένιν).

Έτσι, οι νόμοι που διέπουν τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής (και περιέχονται στο «Κεφάλαιο» του Karl Marx), δεν επαληθεύονται πάντα από τα στατιστικά στοιχεία. Πάνω σ' αυτό το σημείο, έχει εξηγηθεί ο ίδιος ο Marx: οι νόμοι που διέπουν την ιστορία του καπιταλισμού δεν εκφράζουν μηχανικές σχέσεις, αλλά ιστορικές τάσεις. Δηλαδή, ιστορικές ροπές που τείνουν να πραγματοποιηθούν, τυφλές5 δυνάμεις που στο δρόμο τους συναντούν εμπόδια ικανά να αναβάλουν αυτήν ακριβώς την πραγματοποίηση τους.

Η «τάση» ορίζεται από έναν περιορισμό, μια μείωση, μιαν αναβολή... Η τάση είναι ένας νόμος «του οποίου η ολοκληρωτική πραγματοποίηση ανακόπτεται, εξασθενίζει, επιβραδύνεται από αιτίες που τίθενται ως εμπόδια στον νόμο», ή ακόμη, του οποίου τα αποτελέσματα αναιρούνται (aufheben) από αντιδρώσες αιτίες (...) το αποτέλεσμα των αιτιών που αντιδρούν δεν είναι η μετατροπή του ίδιου του νόμου, ή της φύσης των αποτελεσμάτων του, αλλά απλά της χρονολογίας της παραγωγής τους· οδηγούμαστε έτσι, απλώς να ορίσουμε την τάση ως αυτό που πραγματοποιείται μόνον μακροπρόθεσμα, και τις αιτίες της καθυστέρησης σαν ένα σύνολο εμπειρικών περιστάσεων που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να αποκρύπτουν την ουσία της διαδικασίας ανάπτυξης (του νόμου, Η.Ι.). Etienne Balibar, «Lire le Capital», τόμος 2.

Ακολουθώντας το παράδειγμα (τη «διδασκαλία», που λέγαμε παλιότερα) του Karl Marx, θα πούμε λοιπόν, ότι ο νόμος των αδύναμων σημείων εκφράζει μια τάση, μια ροπή που τείνει να πραγματοποιηθεί· μια τάση της οποίας η υλοποίηση αναβάλλεται, εμποδίζεται, επιβραδύνεται, εξασθενίζει ή ακόμη και αναιρείται από αντιδρώσες αιτίες, από εμπόδια που μπαίνουν στο δρόμο της.

Σ' αυτή την κατεύθυνση θα έπρεπε, λοιπόν, να αναζητηθεί η εξήγηση του γεγονότος ότι ένας μαχόμενος σχηματισμός δεν προσβάλλει πάντοτε τον αντίπαλο στα αδύναμα του σημεία. Ένας μαχόμενος σχηματισμός απλώς τείνει να προσβάλει τον αντίπαλο στα αδύναμα σημεία του, διότι κάποια - απροσδιόριστα, για το παρόν - εμπόδια τίθενται στον δρόμο τον.

Από πού όμως προέρχονται αυτά τα εμπόδια, τι είναι αυτό που τα παράγει, με ποιο τρόπο παρεμβαίνουν στη διαδικασία συγκρότησης της στρατηγικής;

Μάταια θα αναζητήσει κανείς τις αιτίες που αντιδρούν στην πραγματοποίηση του νόμου των αδύναμων σημείων, μέσα στην ίδια τη διαδικασία της σύγκρουσης: τίποτε, δηλαδή, μέσα στη δυναμική της αμοιβαίας - και ταυτόχρονης - κίνησης των μαχόμενων σχηματισμών προς τα αδύναμα σημεία του αντιπάλου, δεν δικαιολογεί την ύπαρξη τέτοιων εμποδίων. Η ύπαρξη τους παραπέμπει σε ένα «έξω» από τη λογική και τη δυναμική της σύγκρουσης: πρόκειται δηλαδή για εμπόδια, για αντιδρώσες αιτίες που παράγονται αλλού, όχι δηλαδή από την ίδια τη σύγκρουση και τον βασικό κανόνα σχηματισμού της στρατηγικής.

Έτσι, πλησιάζουμε ξανά σ' εκείνο το χώρο που αφήσαμε επιμελώς έξω από τη μέχρι τώρα ανάλυση του φαινομένου που φέρει το όνομα της «στρατηγικής»: τις ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες πραγματοποιείται η κάθε κοινωνική σύγκρουση. Διότι, καμιά στρατιωτική, πολιτική ή κοινωνική σύγκρουση δεν διεξάγεται «στον αέρα», αλλά πάντοτε πάνω σε ένα συγκεκριμένο έδαφος. Στην περίπτωση της στρατιωτικής σύγκρουσης, το έδαφος αυτό είναι το φυσικό έδαφος (με όλες τις άλλες φυσικές συνθήκες που το περιβάλλουν). Στην περίπτωση των πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων, το έδαφος αυτό είναι οι νόμοι που διέπουν τον τρόπο παραγωγής αφενός, και οι εμπειρικές, συγκεκριμένες συνθήκες μιας χώρας ή μιας εποχής αφετέρου - ή ακόμη καλύτερα αυτό που παράγει η άρθρωση τους: οι ιστορικές συνθήκες.

Είναι σαφές, ότι είναι εξίσου αδύνατο, ξεκινώντας από τη λογική της σύγκρουσης, να απαντήσουμε και σε μια σειρά άλλα ζητήματα που παραμένουν εκκρεμή: τι είναι αυτό που συγκροτεί ένα μαχόμενο σχηματισμό; τι είναι αυτό που μετατρέπει τον κοινωνικό «χυλό» σε συνασπισμό κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων; κ.ά.

Αναπόφευκτα, η αναζήτηση των απαντήσεων μας παραπέμπει στην ανάλυση του «εδάφους» της σύγκρουσης.

Η ανάλυση αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά με την εξέταση ιστορικών «περιπτώσεων». Και πρώτα απ' όλα με την πιο επίκαιρη απ' όλες αυτές τις «περιπτώσεις»: την σύγχρονη κρίση του καπιταλισμού.

3. Από τη λιτότητα στην αναδιάρθρωση της παραγωγής: η κοινωνική σύγκρουση αλλάζει έδαφος

Η σύγχρονη κρίση του καπιταλισμού είναι μια κρίση κερδοφορίας: προέρχεται δηλαδή, από την πτώση του ποσοστού κέρδους, της αποδοτικότητας του κεφαλαίου. Και αυτή η πτώση, ανάγεται, με τη σειρά της στη σύζευξη δύο παραγόντων:

- την αύξηση του μεριδίου του προϊόντος που ιδιοποιείται η εργασία (μείωση

του μεριδίου που ιδιοποιείται το κεφάλαιο), και

- τη χρήση όλο και περισσοτέρου κεφαλαίου για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος6.

Έτσι, το έδαφος της ταξικής σύγκρουσης, στην περίπτωση της σύγχρονης οικονομικής κρίσης, είναι είτε αυτό που ορίζεται από το επίδικο αντικείμενο «διανομή του προϊόντος σε μισθούς και κέρδη», είτε αυτό που ορίζεται από το επίδικο αντικείμενο «οικονομίες στη χρήση κεφαλαίου». Το πρώτο, είναι το έδαφος της αναδιανομής του προϊόντος, και το δεύτερο είναι το έδαφος της αναδιάρθρωσης της παραγωγής.

Οι δυνάμεις του κεφαλαίου, τόσο στην περίπτωση της Ελλάδας, όσο και στις άλλες βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες, κατευθύνθηκαν και παρατάχθηκαν, κατά ο μεγαλύτερο τους μέρος, στο πρώτο έδαφος, αυτό που αφορά στην αναδιανομή του εισοδήματος, στους μισθούς, στο μερίδιο του προϊόντος που η εργασία ιδιοποιείται.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι οι οικονομικοί νόμοι, με κανέναν τρόπο δεν καθορίζουν τέτοιου είδους κινήσεις: αυτή η κίνηση των δυνάμεων του κεφαλαίου, σ' αυτό το έδαφος μάχης και όχι στο άλλο δεν έχει καμιά σχέση με τους νόμους του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Η εξήγηση, αντίθετα, βρίσκεται στην αυθόρμητη κίνηση των δυνάμεων της αστικής τάξης: το κεφάλαιο είναι μια τυφλή δύναμη, και συνακόλουθα οι δυνάμεις του παρατάσσονται στο έδαφος εκείνο στο οποίο συναντούν την ελάχιστη αντίσταση. Αυτό το έδαφος, στην περίπτωση μας, ήταν οι μειώσεις των πραγματικών μισθών, των κοινωνικών δαπανών του κράτους και οι λοιποί τρόποι μείωσης του μεριδίου της εργασίας.

Το άλλο έδαφος, της αναδιάρθρωσης της παραγωγής, είναι δύσβατο: για να επιτευχθεί η ανόρθωση της κερδοφορίας μέσω οικονομιών στη χρήση κεφαλαίου, απαιτείται πλήθος διαρθρωτικών αλλαγών, κοινωνικών ανατροπών και θεσμικών ρυθμίσεων, μέσα στο εργοστάσιο, στο εσωτερικό των βιομηχανικών κλάδων, στη διάρθρωση της κοινωνικής παραγωγής, στην αγορά εργασίας, στην καθημερινή ζωή, στην εκπαίδευση...

Έτσι, επειδή ο πιο εύκολος, ρεαλιστικός και σύντομος τρόπος ανόρθωσης της κερδοφορίας ήταν η αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας, η αστική τάξη, στο σύνολο της, με τις εργοδοτικές οργανώσεις, τις εφημερίδες της, τους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς της, τις πολιτικές δυνάμεις που εκπροσωπούν τα άμεσα συμφέροντα της, τους πανεπιστημιακούς της και το κράτος της, έδωσε κατά τα τελευταία έτη προτεραιότητα στη μάχη της δραστικής μείωσης των μισθών - και την κέρδισε. Η Ελλάδα διατήρησε, μεταξύ των χωρών της ΕΟΚ, «ανταγωνιστικούς» μισθούς (μόνον η Πορτογαλία με τις εξαθλιωμένες εργατικές μάζες έχει χαμηλότερο εργατικό κόστος).

Αποδείχτηκε όμως, ότι οι δραστικές περικοπές των μισθών της τελευταίας επταετίας 1986 - 1992, προκαλούν μικρή μόνον βελτίωση της κερδοφορίας. Έτσι, έχουμε σήμερα να κάνουμε με μιαν πολιτική λιτότητας που, κατά τα φαινόμενα, αρχίζει να εξαντλεί πια τα περιθώρια της: όχι μόνον επειδή η βελτίωση της αποδοτικότητας του κεφαλαίου που προκύπτει από την παραπέρα συμπίεση των μισθών είναι μικρή, αλλά και επειδή παράγει κοινωνικά αποτελέσματα ανεπιθύμητα για την ίδια τη λειτουργία του συστήματος.

Με άλλα λόγια, η μάχη στο έδαφος της αναδιανομής του προϊόντος δόθηκε και τα αποτελέσματα της είναι ορατά. Αναγκαστικά, θα πρέπει να περιμένουμε τώρα ότι

* όλο και περισσότερες δυνάμεις του κεφαλαίου θα αρχίσουν να μετακινούνται στο έδαφος της αναδιάρθρωσης της παραγωγής, στο οποίο οι συγκρούσεις ήταν - μέχρι τώρα - συγκριτικά περιορισμένες, και ότι

* το σημαντικότερο ζήτημα της σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης, η εξοικονόμηση στη χρήση κεφαλαίου, και όλα όσα συνδέονται μ' αυτό (νέες τεχνολογίες, ελαστικότητα αγοράς εργασίας, αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης...), θα πολιτικοποιούνται όλο και περισσότερο, στο βαθμό που οι κοινωνικές συγκρούσεις θα επεκτείνονται στο έδαφος της αναδιάρθρωσης.

Τίθεται έτσι, το ζήτημα της θέσης των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων απέναντι στην αντικειμενική ροπή που διαμορφώνεται, δηλαδή στο ότι η αναδιανομή του εισοδήματος, ως προνομιακό έδαφος των αστικών ταξικών αγώνων, τείνει να αντικατασταθεί από την μεγάλη εκστρατεία για εξοικονόμηση στη χρήση κεφαλαίου.

Κάθε επιχείρηση που προχωράει στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό επενδύει σημαντικά χρηματικά ποσά σε εξοπλισμό και αυξάνει έτσι την παραγωγικότητα της. Ταυτόχρονα όμως, επιβαρύνει και το λόγο κεφαλαίου προϊόντος, αυξάνει δηλαδή την ποσότητα κεφαλαίου που απαιτείται για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος. Μειώνει έτσι, και την αποδοτικότητα του κεφαλαίου (το ποσοστό κέρδους). Για το λόγο αυτό, κάθε επιχείρηση που προχωράει σε τεχνολογική αναβάθμιση, βρίσκεται μπροστά στην υποχρέωση να εξοικονομήσει όσο το δυνατόν περισσότερο πάγιο κεφάλαιο: αλλιώς τα οφέλη από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας που οφείλονται στην καινούργια τεχνολογία εξανεμίζονται από το αυξημένο κόστος του κεφαλαίου που χρειάστηκε για να γίνουν αυτές ακριβώς οι νέες επενδύσεις. Σ' αυτή την περίπτωση - που δεν γίνονται οικονομίες στη χρήση κεφαλαίου - δεν έχουμε βελτίωση της κερδοφορίας (αύξηση της αποδοτικότητας του κεφαλαίου).

Από τους σημαντικότερους παράγοντες που επιτρέπουν ή περιορίζουν την εξοικονόμηση παγίου κεφαλαίου μέσα στην παραγωγική διαδικασία είναι

* η κοινωνικά συνδυασμένη εργασία, η συνεργασία των παραγωγών, αφού οι διαρκείς βελτιώσεις, εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την εμπειρία και τις παρατηρήσεις, που τις κάνει δυνατές ακριβώς αυτή η συνεργασία,

* η συσσωρευμένη πείρα των παραγωγών, επειδή μόνον η εμπειρία τους ανακαλύπτει και δείχνει πού και πώς μπορεί να γίνει οικονομία, πώς θα εφαρμοστούν με τον απλούστερο τρόπο οι ανακαλύψεις που ήδη έγιναν, ποια πρακτικά εμπόδια πρέπει να υπερνικηθούν κατά την εφαρμογή της θεωρίας στην πράξη - κατά την εφαρμογή της στη διαδικασία παραγωγής - κ.λπ.

* η εκπαίδευση και οι γνώσεις των παραγωγών, που τους επιτρέπουν να αριστοποιούν τη λειτουργία των εγκαταστάσεων.

Όπως έχουν δείξει οι μέχρι τώρα εμπειρίες στις χώρες που προχώρησαν περισσότερο από την Ελλάδα στην αυτοματοποίηση της παραγωγής, η εξοικονόμηση παγίου κεφαλαίου και η συνακόλουθη αύξηση της αποδοτικότητας κεφαλαίου, έχουν σαν όρο τους τη συγκρότηση ενός συλλογικού συνδυασμού εργασίας που να μπορεί να αξιοποιεί τις εγκαταστάσεις στο μέγιστο βαθμό. Με άλλα λόγια, ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός δεν είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί παρά μόνο μέσα σε συνθήκες εντατικής συνεργασίας των παραγωγών. Και αυτό σημαίνει

* καλυτέρευση των συνθηκών εργασίας,

* μετατόπιση της διευθυντικής εξουσίας από τον καταναγκασμό στη συναίνεση,

* μετάβαση από το διοικητικό ιεραρχικό management στις συμμετοχικές διαδικασίες,

* άνοδο του μορφωτικού επιπέδου των παραγωγών,

* ανάπτυξη των γενικών γνώσεων και της πρωτοβουλίας των εργατών παραγωγής, και

* απάλυνση της ιεραρχικής οργάνωσης της εργασίας - είτε πρόκειται για διοικητική είτε πρόκειται για τεχνική ιεραρχία.

Οι συγκεκριμένες εμπειρίες αποδεικνύουν ότι το κόστος στις αυτοματοποιημένες εγκαταστάσεις ελαχιστοποιείται όταν αναπτύσσονται στο έπακρο οι ικανότητες των εργατών παραγωγής, και όταν το μικρότερο βάρος της ιεραρχίας (διοικητικής ή τεχνικής) επιτρέπει στους ίδιους αυτούς εργάτες την ανάπτυξη αυτονομίας σε ό,τι αφορά την εργασία τους.

Η ίδια λοιπόν η ανάγκη της εξοικονόμησης σταθερού κεφαλαίου, δημιουργεί μια τάση μετασχηματισμού της οργάνωσης της εργασίας που αναβαθμίζει το ρόλο των εργατών. Ταυτόχρονα όμως, η εγκατάσταση αυτής της «ιδανικής» οργάνωσης της εργασίας - εφόσον πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του κεφαλαίου που έχει την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, δηλαδή την εξουσία να καθορίζει το τι θα παραχθεί, και κυρίως το πώς θα παραχθεί - έχει σαν περιοριστικό της όρο τη διατήρηση του ελέγχου της παραγωγής από το κεφάλαιο.

Αυτό όμως το τελευταίο δεν είναι καθόλου προφανές. Οι μέχρι τώρα εμπειρίες έχουν δείξει ότι η οργάνωση της εργασίας στα αυτοματοποιημένα εργοστάσια δεν προκύπτει από καμιά τεχνική ή οικονομική αναγκαιότητα: εξαρτάται δηλαδή σε μεγάλο βαθμό από τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, που ποικίλουν ανάλογα με τη χώρα, και μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση έχει η ισχύς, η οργάνωση, η παράδοση και η στρατηγική των δυνάμεων της εργασίας. Η αυτοματοποίηση της παράγωγης δεν είναι διαδικασία όπου το κεφάλαιο έχει την απόλυτη ένα νέο πεδίο κοινωνικής σύγκρουσης που διεξάγεται γύρω από τον έλεγχο, την οργάνωση και τη διεύθυνση της παραγωγής. Είναι επομένως ένα πεδίο σύγκρουσης όπου οι δυνάμεις της εργασίας μπορούν να κατακτήσουν θέσεις στρατηγικής σημασίας.

Τι συμπεράσματα μπορεί κανείς να συνάγει από την ανάλυση αυτής της πρώτης «περίπτωσης» σύγκρουσης, σε σχέση με το έδαφος της;

1. Ο μαχόμενος σχηματισμός δεν κατευθύνεται μόνον στα αδύναμα σημεία τον αντιπάλου, αλλά τοποθετείται και σε συνάρτηση με το έδαφος (που στην περίπτωση μας ορίζεται από την οικονομική κρίση ως ένωση δύο περιοχών, της αναδιανομής και της αναδιάρθρωσης).

Τοποθετείται, δηλαδή, στο έδαφος εκείνο από το οποίο μπορεί να προσβάλει μεν τα αδύναμα σημεία του αντιπάλου, αλλά ταυτόχρονα, από το οποίο η λύση των «προβλημάτων» του παρουσιάζει, για αντικειμενικούς λόγους, την ελάχιστη αντίσταση. Τοποθετείται στο έδαφος που παρουσιάζει την ελάχιστη αντίσταση στην κίνηση του. Έτσι, το γεγονός ότι η ανόρθωση της κερδοφορίας μέσω αναδιάρθρωσης της παραγωγής είναι βραδεία, οφείλεται - πέραν των κοινωνικών αντιστάσεων - και σε μια σειρά άλλους λόγους, άσχετους με την ταξική σύγκρουση (με τη στενή έννοια του όρου): με την εκπαίδευση, την επένδυση, τις ικανότητες των παραγωγών και άλλα χαρακτηριστικά του συλλογικού εργάτη. Και το γεγονός ότι ο πιο εύκολος και άμεσος τρόπος για να ανορθωθεί η κερδοφορία είναι η μείωση των πραγματικών μισθών, ούτε και αυτό σχετίζεται με τη σύγκρουση.

Έτσι, η κίνηση του μαχόμενου σχηματισμού διέπεται από τον νόμο των αδύναμων σημείων, αλλά σε συνάρτηση με το έδαφος της σύγκρουσης.

2. Η ίδια η έκβαση μιας μάχης μεταβάλλει το έδαφος της σύγκρουσης· μετατοπίζει τον ανταγωνισμό σε καινούργιο έδαφος - το οποίο δεν είναι αναγκαστικά ευνοϊκό για τον νικητή. Έτσι, η επικράτηση των πολιτικών λιτότητας, η μείωση (ή έστω σταθεροποίηση) του μεριδίου της εργασίας στο προϊόν, είναι μια ήττα για τις δυνάμεις της εργασίας. Ωστόσο, μετά το τέλος αυτής της σύγκρουσης, στο έδαφος της αναδιανομής, τώρα ο ανταγωνισμός μεταφέρεται αναγκαστικά στο έδαφος της αναδιάρθρωσης. Και αυτό το έδαφος είναι ευνοϊκό για τις εργαζόμενες τάξεις - τουλάχιστο μακροπρόθεσμα: το κεφάλαιο θα πρέπει, για να ανορθώσει την κερδοφορία του, να επιτρέψει στην εργασία να αναβαθμιστεί, να εμπλουτιστεί με στοιχεία πρωτοβουλίας, γνώσεων, ανάπτυξης δεξιοτήτων, ελέγχου της παραγωγής, διατηρώντας ταυτόχρονα (το κεφάλαιο), τον έλεγχο της άμεσης διαδικασίας παραγωγής - ακριβέστερα την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής· το δικαίωμα να καθορίζει τι, πού, και πώς θα παραχθούν τα εμπορεύματα.

3. Σε σχέση με το ερώτημα που τέθηκε στην παράγραφο 2, δηλαδή, από πού προέρχονται τα εμπόδια στον νόμο των αδύναμων σημείων, δηλαδή οι αιτίες εκείνες που αντιδρούν στην πραγματοποίηση του, έτσι ώστε ένας σχηματισμός μάχης να μην προσβάλει πάντοτε τα πιο αδύναμα σημεία του αντιπάλου, αλλά αυτό, μια πρώτη απάντηση μπορεί να δοθεί με βάση την ανάλυση της «περίπτωσης οικονομική κρίση»: το ίδιο το έδαφος μπορεί να αποτελεί ένα τέτοιο εμπόδιο (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αναγκαστικά το μοναδικό). Δηλαδή, ο σχηματισμός μάχης δεν κινείται έτσι ώστε να προσβάλει το πιο αδύναμο ανάμεσα στα αδύναμα σημεία του αντιπάλου, αλλά κινείται έτσι ώστε να προσβάλει το πιο αδύναμο σημείο από το έδαφος που παρουσιάζει την ελάχιστη αντίσταση στην κίνηση του.

1. Βλ. «Θέσεις», τεύχος 39.

2. F. Jacob, «La logique du vivant», Gallimard.

3. G. Dumenil, «Le concept de loi economique dans le Capital», Maspero.

4. Einstein, «H εξέλιξη των ιδεών στη Φυσική».

5. Δηλαδή, δυνάμεις που υπερβαίνουν την ανθρώπινη «βούληση» και «ελευθερία».

6. Ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται για μιαν αναλυτική παρουσίαση της κρίσης δεν θα δυσκολευτεί να βρει αρκετό υλικό στα προηγούμενα τεύχη των «Θέσεων».


 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή